-

Dali &

-


-








.

--.


.

./.

 
 

 

Barnes Julian Patrick: 10 1/2

     Βιογραφικ

     Ο Τζολιαν Πτρικ Μπαρνς (Julian Patrick Barnes) εναι γγλος συγγραφας που γεννθηκε στο Λστερ, στην Αγγλα, 19 Γενρη του 1946, αν κι η οικογνει του μετακμισε στα προστια του Λονδνου 6 βδομδες αργτερα. Κι οι δο γονες του τανε καθηγητς γαλλικν. Ο διος επε τι η υποστριξ του για τη ποδοσφαιρικ ομδα Leicester City ταν, -μλις στα 4 5 του-, νας συναισθηματικς τρπος να μενει στην πλη του. Στα 10, επε στη μητρα του τι εχε πρα πολ φαντασα. Το 1956, η οικογνεια μετακμισε στο Northwood, Middlesex, το Metroland του 1ου του μυθιστορματος.
     Σποδασε στη Σχολ City of London στο Λονδνο απ το 1957 ως το 1964 και στη συνχεια συνχισε στο κολλγιο Magdalen της Οξφρδης, που σποδασε Σγχρονες Γλσσες κι αποφοτησε, το 1968. Μετ εργστηκε ως λεξικογρφος για το αγγλικ συμπλρωμα λεξικν της Οξφρδης για 3 τη. Το 1977, ξεκνησε σαν κριτικς και λογοτεχνικς συντκτης για το New Statesman και το New Review. Στη διρκεια της θητεας του στο New Statesman, ο Barnes υπφερε απ εξουθενωτικ συστολ, λγοντας: "ταν γνονταν εβδομαδιαες συναντσεις, θα παρλυα στη σιωπ και θεωρομην ως το βουβ μλος του προσωπικο". Τα τη 1979-86 εργστηκε ως τηλεοπτικς κριτικς, αρχικ στο New Statesman και στη συνχεια στον The Observer.
     Το 1ο του μυθιστρημα, το Metroland, εναι η ιστορα του Κρστοφερ, ενς νεαρο νδρα απ τα προστια του Λονδνου που ταξιδεει στο Παρσι ως φοιτητς, επιστρφοντας τελικ στο Λονδνο. Το μυθιστρημα ασχολεται με θματα ιδεαλισμο και σεξουαλικς πισττητας κι χει την 3μερ δομ που αποτελε συχν επανληψη στο ργο του Μπαρνς. Αφο διβασε το μυθιστρημα, η μητρα του, παραπονθηκε για τον βομβαρδισμ της βρωμις του βιβλου. Το 2ο μυθιστρημ του Before Me Met Me χαρακτηρζει μια πιο σκοτειν αφγηση, μια ιστορα εκδκησης ενς ζηλιρη ιστορικο που του γνεται εμμον το παρελθν της 2ης συζγου του. Το πρωτοποριακ μυθιστρημ του Ο Παπαγλος Του Φλωμπρ απομακρνθηκε απ τη παραδοσιακ γραμμικ δομ των προηγομενων και παρουσασε μια αποσπασματικ βιογραφικ ιστορα ενς ηλικιωμνου γιατρο, του Geoffrey Braithwaite, που εστιζει μ' εμμον τη ζω του Gustave Flaubert. Αναφερμενος στο Φλωμπρ, ο Μπαρνς επε, "εναι ο συγγραφας που τα λγια του τενω να τα ζυγζω με μεγαλτερη προσοχ, γιατ πιστεω πως επε τη περισστερη αλθεια για τη συγγγραφ". Ο Παπαγλος του Φλωμπρ εκδθηκε με μεγλη αποδοχ, ειδικ στη Γαλλα και βοθησε να καθιερωθε ως νας απ τους κορυφαους συγγραφες της γενις του.



     Το 1980, ο Barnes, με το νομα Dan Kavanagh (που 'χε νυμφευτε πρσφατα τη λογοτεχνικ πρκτορα Pat Kavanagh), δημοσευσε το το απ τα 4 αστυνομικ μυθιστορματα με τον Duffy, ναν απ τους 1ους γκι ντρες ντετκτιβ της Βρεττανας. Φρεται ν' αποκαλε τη χρση ψευδωνμου, "ελευθερνοντας ,τι θα μποροσατε να φαντασιωθετε για κθε βα που μπορε να 'χετε". Εν το Metroland, που δημοσιετηκε επσης το 1980, χρειστηκε 8 χρνια να το γρψει, ο Duffy χρειστηκε λιγτερο απ 2 βδομδες -να περαμα για να δοκιμσει "πς θα ταν να γρφω σο πιο γργορα μπορ κι σο πιο συγκεντρωτικ". Ακολοθησε το Staring at the Sun το 1986, να λλο φιλδοξο μυθιστρημα για μια γυνακα που ωριμζει στη μεταπολεμικ Αγγλα κι ασχολεται με θματα αγπης, αλθειας και θαντου. Το 1989 δημοσευσε το A History of the World σε 10½ Κεφλαια, που εναι επσης να μη γραμμικ μυθιστρημα και χρησιμοποιε μια ποικιλα στο στυλ γραφς για να θσει υπ αμφισβτηση τις αντιληπτς ννοιες της διας της ανθρπινης ιστορας και γνσης.
     Το 1991, δημοσευσε το Talking It Over, σγχρονο ερωτικ τργωνο, που οι 3 χαρακτρες εναλλσσονται με τον αναγνστη, αντανακλντας κοιν γεγοντα. Ακολοθησε μια συνχεια, που επανεξετζει τους χαρακτρες 10 τη μετ. Το μυθιστρημ του The Porcupine ασχολεται ξαν με να ιστορικ θμα καθς απεικονζει τη δκη του Stoyo Petkanov, του πρην ηγτη μιας κατεστραμμνης κομμουνιστικς χρας στην Ανατολικ Ευρπη, καθς δικζεται για εγκλματα κατ της χρας του. Η Αγγλα, εναι να χιουμοριστικ μυθιστρημα που εξερευν την ιδα της εθνικς ταυττητας καθς ο επιχειρηματας Sir Jack Pitman δημιουργε να θεματικ πρκο στο Isle of Wight που μοιζει με μερικ απ τα τουριστικ σημεα της Αγγλας. Το Arthur & George, νας φανταστικς απολογισμς ενς αληθινο εγκλματος που ερευνθηκε απ τον Sir Arthur Conan Doyle, ξεκνησε τη καρριρα του Barnes στο πιο δημοφιλς mainstream. ταν το 1ο απ τα μυθιστορματ του που εμφανστηκε στη λστα των μπεστ σλερ των New York Times για το Hardback Fiction.
     Ο Μπαρνς εναι νθερμος Γαλλφιλος και το βιβλο του το 1996, Cross Channel εναι μια συλλογ απ 10 ιστορες που περιγρφουν τη σχση της Βρεττανας με τη Γαλλα. Επστρεψε επσης στο θμα της Γαλλας στο Something to Declare, μια συλλογ δοκιμων για γαλλικ θματα.
Το 2003, ανλαβε ναν σπνιο ηθοποι ως φων του Georges Simenon σε μια σειρ προσαρμογν του BBC Radio 4, των ιστοριν του επιθεωρητ Maigret. Εξδωσε 2 βιβλα: μια συλλογ διηγημτων που τιτλοφορεται Πνακας Λεμονιν και το Αρθορος & Τζωρτζ, που εκδθηκαν τον Ιολιο του 2005. Το 11ο μυθιστρημ του, The Sense of a Ending, που εκδθηκε απ τον Jonathan Cape, κυκλοφρησε στις 4 Αυγοστου 2011. Τον Οκτβρη του διου τους, το βιβλο βραβετηκε με το Βραβεο Man Booker. Οι κριτς χρειστηκαν 31 λεπτ για ν' αποφασσουν τον νικητ κι η επικεφαλς κριτς, Στλλα Ρμινγκτον, επε τι Η ασθηση ενς τλους ταν να μορφα γραμμνο βιβλο κι η επιτροπ θερησε τι μλησε στην ανθρωπτητα στον 21ο αι. Με αυτ, κρδισε επσης τα Europese Literatuurprijs κι τανε στη λστα των μπεστ σλερ των New York Times για αρκετς εβδομδες.



     Το 2013, δημοσευσε το Levels of Life. Το 1ο μρος του βιβλου δνει μια ιστορα με αερστα κι αεροφωτογραφες, περιγρφοντας το ργο του Gaspard-Félix Tournachon. Το 2ο, εναι μια μικρ ιστορα για τον Fred Burnaby και τη Γαλλδα ηθοποι Sarah Bernhardt κι οι 2 επσης λτρεις του αερστατου. Το 3 δε, εναι δοκμιο που συζητ τη θλψη του για το θνατο της γυνακας του, Pat (αν και δεν κατονομζεται): "Εμαστε 2 τομα που δεν εχαμε γνωριστε στο παρελθν. Μερικς φορς λειτουργε. Και κτι νο γινε κι ο κσμος λλαξε! μουνα 32 ταν γνωριστκαμε, 62 ταν πθανε. Η καρδι της ζως μου, η ζω της καρδις μου". Στην εφημερδα The Guardian, ο Μπλικ Μρισον επε για το 2ο μρος: "Η απχησ του προρχεται απ' λα σα δεν λει, καθς κι απ αυτ που κνει. Απ το βθος της αγπης του, συμπερανουμε την ερημι της θλψης του".
     Το 2013, εναντιθηκε στη βρεττανικ κυβρνηση για το μαζικ κλεσιμο των δημσιων βιβλιοθηκν, για τη πτση της Βρεττανας στον πνακα του παγκσμιου πρωταθλματος για τον αλφαβητισμ, και την ιδεολογικ λατρεα της αγορς -τσον οιονε θρησκευτικ σο κι η λατρεα της φσης- και το συνεχς διευρυνμενο χσμα μεταξ πλοσιων και φτωχν. Ο αδελφς του, Jonathan, εναι φιλσοφος που ειδικεεται στην αρχαα φιλοσοφα. Ο Τζολιαν Μπαρνς εναι προσττης της οργνωσης ανθρωπνων δικαιωμτων για την αποφυγ βασανισμο, (Freedom from Torture) για την οποα χει χορηγσει αρκετς εκδηλσεις συγκντρωσης χρημτων και την αξιοπρπεια στο θνατο, μια ομδα εκστρατεας για υποβοηθομενους θαντους. Ζει στο Tufnell Park, βρειο Λονδνο, απ το 1983.
     Ο Barnes εναι αγνωστικιστς.
χει λβει διφορα βραβεα και τιμς για το γρψιμ του συμπεριλαμβανομνου του βραβεου Somerset Maugham (Metroland 1981), 2 Βραβεα Booker (1984 Αγγλα Parrot, 1998 Αγγλα, Flaubert), Faber Memorial Prize (FP 1985) Prix Mιdicis (FP 1986) Ε. Μ. Forster Award (Αμερικανικ Ακαδημα & δρυμα Τεχνν & Γραμμτων, 1986) Βραβεο Gutenberg (1987) Βραβεο Cavour Grinzane (Ιταλα 1988), το Prix Femina (1992) και Βραβεο Man Booker, 2011, με το The Sense of a Ending.



     Ονομστηκεν Ιππτης Τγματος της Τιμς, στα Γρμματα, το 1988, Αξιωματοχος των Τεχνν Του Τγματος, το 1995 και Διευθυντς του Τγματος των Γραμμτων,(L'Ordre des Arts et des Lettres) το 2004. Το 1993 του απονεμθηκε το βραβεο Shakespeare απ το δρυμα FVS και το 2004 επσης, κρδισε το αυστριακ κρατικ βραβεο για την ευρωπακ λογοτεχνα. Οι τιμς του περιλαμβνουν επσης το Βραβεο Somerset Maugham και το Βραβεο Μνμης Geoffrey Faber. Του απονεμθηκε τλος, το Βραβεο Ιερουσαλμ, 2021. χει γρψει πολλ μυθιστορματα, αλλ και βιβλα διηγημτων, επσης, συλλογς δοκμιων και μια συλλογ συνταγν μαγειρικς. χει μεταφρσει επσης βιβλο απ το γλλο συγγραφα Alphonse Daudet και μια συλλογ γερμανικν κινομενων σχεδων απ το Volker Kriegel. Με το γρψιμ του χει κερδσει ιδιατερο σεβασμ και φμη κι ο διος χαρει εκτμησης, ως συγγραφας που ερευν θματα ιστορας, πραγματικτητας, αλθειας κι αγπης. Σαν Dan Kavanagh, χει γρψει κι αστυνομικ μυθιστορματα.

ΒΡΑΒΕΣΕΙΣ:

2021 Jerusalem Prize
2016 Siegfried Lenz Prize
2015 Zinklar Award at the first annual Blixen Ceremony in Copenhagen
2012 Europese Literatuurprijs
2011 Costa Book Awards, shortlist, The Sense of an Ending
2011 Booker Prize, winner, The Sense of an Ending
2011 David Cohen Prize for Literature.
2008 San Clemente literary prize
2004 Commandeur de L'Ordre des Arts et des Lettres (Chevalier, 1988).
2004 Austrian State Prize for European Literature
1993 Shakespeare Prize
1992 Prix Femina Étranger, winner, Talking It Over
1986 E. M. Forster Award from the American Academy & Institute of Arts & Letters
1985 Geoffrey Faber Memorial Prize
1981 Somerset Maugham Award

ΜΥΘΙΣΤΟΡΜΑΤΑ:

Metroland (1980)
Before She Met Me (1982)
Flaubert's Parrot (1984) shortlisted for Booker Prize
Staring at the Sun (1986)
A History of the World Ιn 10½ Chapters (1989)
Talking It Over (1991)
The Porcupine (1992)
England, England (1998) shortlisted for Booker Prize
Love, etc (2000) sequel to Talking it Over
Arthur & George (2005) shortlisted for Booker Prize
The Sense of an Ending (2011) winner Booker Prize
The Noise of Time (2016)
The Only Story (2018)

ΚΡΙΤΙΚ:

Cross Channel (1996)
The Lemon Table (2004)
Pulse (2011)

ΔΙΑΦΟΡΑ:

Letters from London (Picador, London, 1995)
Something to Declare (2002) δοκμια
The Pedant in the Kitchen (2003)  βιβλο μαγειρικς
Nothing to Be Frightened Of (2008) αναμνσεις
Through the Window (2012) – 17 essays and a short story
A Life with Books (2012) - pamphlet
Levels of Life (2013) - memoir
Keeping an Eye Open: Essays on Art (October, 2015) – essays
The Man in the Red Coat (2019)

ΝΟΥΒΛΛΕΣ:

Duffy (1980)
Fiddle City (1981)
Putting the Boot In (1985)
Going to the Dogs (1987)
Short Story
"The 50p Santa. A Duffy Detective Story" (1985)

ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ:

Alphonse Daudet: In The Land of Pain (2002), transl. of Daudet's La Doulou
Volker Kriegel: The Truth About Dogs (1988), transl. of Kriegel's Kleine Hunde-Kunde


================


              Η Ιστορα Του Κσμου Σε 10 ½ Κεφλαια

                                  Κεφ.: ½ 
Παρνθεση

     Θα σας πω τρα κτι για κενη. Εναι το μεσαο διστημα της νχτας, ταν καννα φως δεν περνει απ τις κουρτνες, ο μνος θρυβος του δρμου εναι το κλαψορισμα ενς ρμεο που γυρζει σπτι του και τα πουλι δεν χουν αρχσει ακμα τη ρουτινιρικη, αλλ αναζωογονητικ δουλει τους. Εκενη εναι ξαπλωμνη στο πλευρ της, με την πλτη γυρι­σμνη προς το μρος μου. Δεν μπορ να τη δω μσα στο σκοτδι, αλλ απ το ρυθμικ θρισμα της ανσας της θα μποροσα να σας σχεδισω τον χρτη του κορμιο της. ταν εναι ευτυχισμνη, μπορε να κοιμται ρες στην δια στση. χω αγρυπνσει απ πνω της λες αυτς τις οχετδεις ρες της νχτας και μπορ να πιστοποισω πως δεν μετακινεται. Αυτ, ββαια, μπορε να οφελεται απλς σε καλ χνευση και ρεμα νειρα· αλλ εγ το θεωρ σημδι ευτυχας.

     Οι νχτες μας διαφρουν. Εκενη αποκοιμιται πως κ­ποιος που αφνεται να παρασυρθε απαλ απ να ζεστ ρεμα και πλει μ' εμπιστοσνη ως το πρω. Εγ αποκοιμι­μαι πιο δστροπα, παλεω με τα κματα, απρθυμος ν' απο­χωριστ μια καλ μρα χολωμνος ακμα για μια κακ. Στις περιδους της ασυναισθησας μας, μας διατρχουν δια­φορετικ ρεματα. Εμνα, κθε τσο, ο φβος του χρνου και του θαντου, ο πανικς μπροστ στο κεν που πλησιζει, μ' εκσφενδονζουν ξω απ το κρεβτι· με τα πδια στο πτωμα, το κεφλι στα χρια μου, φωνζω καθς ξυπνω να ανφελο (και απογοητευτικ μοιρο ευφρδειας) «χι, χι, χι». Ττε εκενη πρπει να διξει τη φρκη μου με το χδι, πως ξεπλνει κανες να σκλο που βγκε γαβγζοντας απ να βρμικο ποτμι.

     Λιγτερο συχν συμβανει να διακπτεται ο δικς της πνος απ μια κραυγ, και ττε εναι η σειρ μου να τη νοια­στ με προστατευτικ ζλο. Εμαι σε πλρη εγργορση κι εκενη μου αποκαλπτει με νυσταγμνα μτια την αιτα του ξεφωνητο της. «να πολ μεγλο σκαθρι», λει, σαν να μην επρκειτο να μ' ενοχλσει για να μικρτερο· «Τα σκαλοπτια γλιστροσαν»· απλς «Κτι απασιο» (δλωση που μου φανεται μυστικοπαθς ς το σημεο της ταυτολο­γας). Κατπιν, αφο αποβλει απ τον οργανισμ της αυτν τον μουσκεμνο φρνο, αυτ τη χοφτα βρβορο, αναστεν­ζει κι επιστρφει σ' ναν αποκαθαρμνο πνο. Εγ κετομαι ξπνιος, κρατντας σφιχτ να γλοιδες αμφβιο, περνντας μια χοφτα απβλητα απ το να χρι στο λλο, ανσυχος και γεμτος θαυμασμ. (Με την ευκαιρα, δεν ισχυρζομαι τι εγ χω επιβλητικτερα νειρα. Ο πνος εκδημοκρατζει τον φβο. Η τρομρα για να χαμνο παποτσι για να τρνο που δεν πρλαβες εναι εξσου μεγλη σο η φρκη για επθεση ανταρτν να πυρηνικ πλεμο). Τη θαυμζω επει­δ τα καταφρνει πολ καλτερα απ μνα σ' αυτ τη δου­λει, τον πνο, που λοι μας πρπει να κνουμε, κθε νχτα, ακατπαυστα, σπου να πεθνουμε. Τη διεκπεραινει σαν νας κοσμογυρισμνος ταξιδιτης, για τον οποον να και­νοργιο αεροδρμιο δεν χει τποτα το απειλητικ. Εν εγ κετομαι τη νχτα στο κρεβτι μ' να διαβατριο που η ισχς του χει λξει, σπρχνοντας να καροτσκι αποσκευν που η μια του ρδα στριγκλζει και πηγανοντας να παραλβω τις βαλτσες μου απ λθος ιμντα.

     Τλος πντων... εκενη κοιμται, γυρισμνη στο πλευρ και με τη πλτη προς το μρος μου. Τα συνηθισμνα τεχν­σματα και οι αλλαγς στσης δεν κατρθωσαν να με ναρκ­σουν, κι τσι αποφασζω να κουρνισω στο απαλ ζιγκ-ζαγκ του κορμιο της. Καθς μετακινομαι και ακουμπω το κα­λμι μου πνω σε μια γμπα που ο πνος χει χαλαρσει τους μυς της, εκενη αισθνεται τι κνω και χωρς να ξυπν­σει απλνει το αριστερ της χρι, παρνει τα μαλλι απ τους μους της και τα σηκνει στο κεφλι της, για να μπορσω να κουρνισω στον γυμν λαιμ της. Κθε φορ που αντιδρ τσι, η ακρβεια αυτς της ενπνιας φιλοφρνησης με κνει ν' αναριγ απ αγπη. Τα μτια μου βουρκνουν και μου 'ρχεται να την ξυπνσω για να της θυμσω πως την αγαπ. Εκενη τη στιγμ, ασνειδα, γγιξε κποιο κρυφ υπομχλιο των αισθημτων μου. Φυσικ, δεν το ξρει· ποτ δεν της χω μιλσει γι' αυτ τη μικρολικη, συγκεκριμνη νυχτεριν χα­ρ. Αν και τρα το κνω, υποθτω...

     Νομζετε τι στην πραγματικτητα εναι ξπνια ταν το κνει αυτ; Μπορε να σας φανε πως εναι μια συνειδητ πρξη αβροφροσνης -μια ευχριστη χειρονομα, που ωστ­σο δεν σημανει τι οι ρζες της αγπης φτνουν βαθτερα απ τη συνεδηση. χετε δκιο να δυσπιστετε: πρπει να ε­μαστε επιεικες μνον ς να βαθμ με τους ερωτευμνους, που η ματαιοδοξα τους συναγωνζεται εκενη των πολιτικν. Αλλ χω κι λλες αποδεξεις. Τα μαλλι της, για να ξρετε, πφτουν στους μους της. Αλλ πριν απ μερικ χρνια, ταν μας υποσχθηκαν τι η καλοκαιριν ζστη θα κρατοσε μνες, τα κοψε κοντ. Ο λαιμς της ταν γυμνς για φιλι λη μρα. Και στο σκοτδι, ταν μασταν ξαπλωμνοι κτω απ το διο σεντνι κι εγ λουζμουν στον ιδρτα, ταν το μεσαο διστημα της νχτας ταν συντομτερο, αλλ χι λι­γτερο δυσβσταχτο -ττε, καθς γριζα προς αυτ τη χα­λαρ καμπλη δπλα μου, εκενη, μ' να απαλ μουρμορισμα, προσπαθοσε να σηκσει τα ανπαρκτα μαλλι απ τον σβρκο της.

     «Σ' αγαπ», ψιθυρζω στον κοιμισμνο λαιμ, «σ' αγαπ». λοι οι μυθιστοριογρφοι ξρουν τι η τχνη τους εναι μια μμεση διαδικασα. ταν ο συγγραφας δοκιμζει τον πειρα­σμ του διδακτισμο, πρπει να φαντζεται να κομψ καπε­τνιο που βλπει τη θελλα να πλησιζει, τρχει απ ργανο σε ργανο σαν πρινος τροχς με χρυσ σιρτια, στλνει κοφτς διαταγς μσα απ τον φωναγωγ. Αλλ δεν υπρχει καννας κτω, το μηχανοστσιο δεν τοποθετθηκε ποτ και το τιμνι σπασε πριν απ αινες. Ο καπετνιος μπορε να δσει μια πολ καλ παρσταση, πεθοντας χι μνο τον εαυτ του, αλλ και μερικος απ τους επιβτες· ωστσο, το αν ο πλωτς κσμος τους θα τα βγλει πρα δεν εξαρτται απ' αυτν, αλλ απ τους λυσσασμνους ανμους και τη σκυθρωπ θλασσα, απ τα παγβουνα και τους αναπντε­χους σκοπλους.

     Παρ' λα αυτ, εναι φυσικ να δυσανασχετε πτε-πτε ο μυθιστοριογρφος για τις σκλιες ατραπος της λογοτε­χνας. Στο κτω μρος του πνακα του Ελ Γκρκο «Η Ταφ Του Κμη Οργκθ», στο Τολδο, υπρχει μια παρταξη απ γωνιδεις μορφς με δαντελνιες τραχηλις. Η ματι τους, με θεατρικ πνθιμη κφραση, εναι στραμμνη προς τη μια την λλη κατεθυνση. Μνο μα απ' αυτς κοιτζει ολισια ξω απ τον πνακα και μας ατενζει με ζοφερ, ειρωνικ βλμμα -να βλμμα που δεν μπορομε να μην παρατηρ­σουμε, επσης, τι δεν εναι κολακευμνο. Η παρδοση υπο­στηρζει τι αυτ η μορφ εναι διος ο Ελ Γκρκο. "Εγ το φτιαξα αυτ", λει. "Εγ ζωγρφισα αυτν τον πνακα. Εγ εμαι υπεθυνος και γι' αυτ σας κοιτζω".

     Φανεται πως οι ποιητς γρφουν ευκολτερα για την αγπη απ' σο οι πεζογρφοι. Πρτα-πρτα, διαθτουν αυτ το ευλικτο «εγ» (ταν εγ λω «εγ», θλετε να μθετε μσα σε μια-δυο παραγρφους αν εννο τον Τζολιαν Μπαρνς κποιο φανταστικ πρσωπο, εν νας ποιητς μπορε να επαμφοτερζει ανμεσα στα δο, εισπρττοντας επανους τ­σο για τη βαθτητα του αισθματος σο και για την αντικει­μενικτητα του). πειτα, φανεται πως οι ποιητς εναι ικανο να μεταστοιχεινουν την κακ αγπη -την εγωιστικ, την ευτελ αγπη- σε καλ ποηση για την αγπη. Εν οι πε­ζογρφοι δεν χουν τη δναμη αυτς της αξιοθαμαστης και ανντιμης μετουσωσης. Εμες το μνο που μπορομε να κ­νουμε εναι να μεταστοιχεινουμε τη κακ αγπη σε πρζα για τη κακ αγπη. Γι' αυτ ζηλεουμε (και δυσπιστομε ελαφρ), ταν οι ποιητς μας μιλον για την αγπη.

     Κι πειτα, γρφουν κτι πργματα που λγονται ερωτικ ποηση. Συγκεντρνονται σε βιβλα που τιτλοφορονται ΜΕ­ΓΑΛΗ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΕΡΩΤΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ κ­πως τσι και ενδεκνυνται ως δρο για τη γιορτ του Αγου Βαλεντνου. 'Ασε πια τις ερωτικς επιστολς· αυτς συγκε­ντρνονται σε ανθολογες πως η ΧΡΥΣΗ ΓΡΑΦΙΔΑ - ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΕΡΩΤΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΟΛΟΓΡΑΦΙΑΣ (μπορετε να το πα­ραγγελετε ταχυδρομικς). Αλλ δεν υπρχει λογοτεχνικ εδος που ν' ανταποκρνεται στον ρο «ερωτικ πεζογρα­φα». Ακογεται χαρα, σχεδν σαν σχμα οξμωρο. ΕΡΩΤΙ­ΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ - ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΓΙΑ ΣΠΑΣΙΚΛΕΣ. Θα το βρε­τε στην πτρυγα των βιβλων ξυλουργικς.

     Η Καναδζα συγγραφας Μαηβις Γκλλαντ θεσε το ζ­τημα ως εξς: «Το μυστριο του τι ακριβς εναι να ζευγ­ρι εναι σχεδν το μνο αληθιν μυστριο που μας μεινε, και ταν θα το χουμε εξιχνισει δεν θα χρειαζμαστε πια τη λογοτεχνα -οτε λλωστε τον ρωτα». ταν το πρωτο­διβασα αυτ, το σχολασα στο περιθριο με το σκακιστι­κ σημδι «!;» το οποο σημανει μια κνηση που, αν και ­σως λαμπρ, μλλον εναι επισφαλς. Αλλ η ποψη της Γκλλαντ με πεθει λο και περισστερο, και το σημδι λ­λαξε σε «!!».

     «,τι θα μενει απ μας εναι η αγπη». Σ' αυτ το συμπ­ρασμα καταλγει προσεχτικ ο Φλιπ Λρκιν στο ποημα του «Αρουνδλειος Τμβος». Ο στχος μας εκπλσσει, γιατ να μεγλο μρος απ το ργο αυτο του ποιητ ταν απομυθο-ποιητικ σαν να στιμμνο σφουγγαρπανο. Ετοιμαζμαστε να ευφρανθομε· αλλ πρτα θα πρεπε να κοιτξουμε με πεζ και καχποπτο βλμμα και ν' αναρωτηθομε γι' αυτ την ποιητικ φιοριτορα: Εναι τχα αληθιν; Εναι ραγε η αγπη ,τι θα μενει απ μας; Ωραα που θα ταν, αν μπο­ροσαμε να το πιστψουμε! Θα ταν παργορο, αν η αγπη ταν μια ενεργειακ πηγ που εξακολουθε ν' ακτινοβολε μετ τον θνατο μας. ταν κλεινες τις παλις τηλεοπτικς συσκευς, φηναν στο κντρο της οθνης μια φωτειν βολα, που μκραινε σιγ σιγ κι εν αρχικ εχε το μγεθος ενς φλορινιο κατληγε να γνει να σημαδκι τοιμο να εξαφα­νιστε κι αυτ. ταν μουν μικρς, παρατηροσα αυτ τη διαδικασα κθε βρδυ, με την αριστη επιθυμα να την ανα­χαιτσω (και με την εφηβικ μελαγχολικ ασθηση τι βλεπα το σημδι που λγεται ανθρπινη παρξη να χνεται αδυσ­πητα μσα σ' να μαρο σμπαν). Τχα να εξακολουθε η αγπη να φεγγοβολε τσι για να διστημα, μετ το σβσιμο τη συσκευς; Εγ προσωπικ δεν το βλπω. 'Οταν πεθανει το ορφανεμνο σκλος ενς ερωτικο ζευγαριο, πεθανει κι η αγπη. Αν κτι μνει απ μας, θα πρπει να εναι κτι λλο. Αυτ που θα μενει απ τον Λρκιν δεν εναι η αγπη του, αλλ η ποηση του: αυτ εναι ολοφνερο. Κι ποτε διαβζω το τλος του «Αρουνδλειου Τμβου», θυμμαι τον Ουλλιαμ Χσκισον. ταν πολιτικς και χρηματιστς, πολ γνωστς στον καιρ του, αλλ σμερα τον θυμμαστε επειδ στις 15 Σεπτεμβρου 1830, στα εγκανια της σιδηροδρομικς γραμμς Λβερπουλ-Μντσεστερ, γινε ο πρτος νθρωπος που πα­ρασρθηκε και σκοτθηκε απ τρνο (αυτ γινε ο Χσκισον, σ' αυτ μεταμορφθηκε). Αγαποσε ραγε ο Ουλλιαμ Χσκισον; Και κρτησε η αγπη του; Δεν το ξρουμε. ,τι μεινε απ' αυτν εναι η στιγμ της τελευταας απροσεξας του -ο θνατος τον πγωσε σε μια διδακτικ καμα για τη φση της προδου.

     «Σ' αγαπ». Πρτα πρτα, καλ θα κναμε να φυλξου­με αυτ τη φρση σ' να ψηλ ρφι σ' να τετργωνο κουτ, πσω απ να τζμι που πρπει να σπσουμε με τον αγκνα μας, στη τρπεζα. Δεν πρπει να την αφνουμε που να 'ναι στο σπτι, σαν να σωληνριο με βιταμνη Ο . Αν την χουμε πρχειρη, θα τη χρησιμοποισουμε χωρς δετερη σκψη· δεν θ' αντξουμε στον πειρασμ. Λμε ββαια πως δεν θα το κνουμε, αλλ θα το κνουμε. Θα εμαστε μεθυ­σμνοι θα νιθουμε μοναξι -το πιθαντερο απ' λα- θα θλουμε να τρφουμε ελπδες, που να πρει και ττε η φρση θα χαθε, θα καταναλωθε, θα μαγαριστε. Θα πετε: σκεφτμαστε πως μπορε να εμαστε ερωτευμνοι και δοκιμ­ζουμε αυτ τη φρση για να δομε αν ταιριζει. Πς μπορο­με να ξρουμε τι σκεφτμαστε, αν δεν ακοσουμε τι λμε; Ελτε τρα, επιχερημα εναι αυτ; Εδ πρκειται για σπου­δαα φρση, πρπει να εμαστε ββαιοι τι την αξζουμε. Α­κοστε την πλι, στα αγγλικ: 'Α λαβ γιο. Υποκεμενο, ρμα, αντικεμενο: μια απριττη, ακαταμχητη φρση. Το υποκεμε­νο εναι μια τση δα λεξολα, που υποδηλνει την ταπεινο­φροσνη του εραστ. Το ρμα εναι μεγαλτερο, αλλ ανε­πδεκτο παρερμηνεας, μ' αυτ την αποκαλυπτικ στιγμ που η γλσσα εκλακτζεται ζωηρ για ν' απελευθερσει το φω­νεν. Το αντικεμενο, πως και το υποκεμενο, δεν χει σμ­φωνα και το εκφρουμε σπρχνοντας τα χελη μας προς τα εμπρς, σαν να φιλμε. 'Α Λβ Γιο. Πσο σοβαρ, πσο βα­ρυσμαντο, πσο φορτισμνο ακογεται.

     Φαντζομαι μια φωνητικ συνωμοσα ανμεσα στις γλσ­σες του κσμου. Αποφασζουν σε μια συνδισκεψη πως η φρ­ση οφελει να ηχε πντα σαν κτι που πρπει κανες να κερ­δσει, να μοχθσει γι' αυτ, να εναι ξιος του. Ιχ Λμπε Ντιχ: νας νυχτερινς ψθυρος, με φων βραχν απ το τσιγρο, μ' αυτ την ευτυχ ομοιοκαταληξα υποκειμνου και αντι­κειμνου, Ζε Τ' Εμ: μια διαφορετικ διαδικασα, που ξεμπερ­δεουμε γργορα με το υποκεμενο και το αντικεμενο για να γευτομε μχρι τρυγς το μακρ φωνεν της λατρεας. (Εδ η γραμματικ κνει επσης κτι καθησυχαστικ: με το αντι­κεμενο τοποθετημνο δετερο, δεν υπρχει περπτωση ν' αποκαλυφθε ξαφνικ τι το αγαπημνο πρσωπο εναι κ­ποιο λλο). Για Τεμπι Λιουμπλιο: το αντικεμενο πλι στην παργορη δετερη θση, αλλ αυτ τη φορ -παρ τον υπαινιγμ που κρβει η ομοιοκαταληξα υποκειμνου κι αντικειμνου- αισθνεσαι τι υπρχουν δυσκολες, εμπδια που πρπει να υπερνικηθον. Ιο Τι 'Αμο: σως θυμζει υπρ το δον απεριτφ, αλλ δομικ εναι πειστικ, με το υποκεμενο και το αντικεμενο, το ενεργον πρσωπο και την ενργεια, να πε­ρικλεονται στην δια λξη.

     Συγχωρστε με γι' αυτ την ερασιτεχνικ προσγγιση. Ευ­χαρστως θ' φηνα το ργο σε κποιο φιλανθρωπικ δρυμα αφιερωμνο στην επαξηση των γνσεων του ανθρπου. Ας αναθσουν σε μια ερευνητικ ομδα να μελετσει τη φρση σ' λες τις γλσσες του κσμου, να δει την ποικιλα της, ν' ανακαλψει τι δηλνουν οι φθγγοι της σ' αυτος που τους ακον, να εξακριβσει αν το μγεθος της ευτυχας μεταβλλεται με τον πλοτο της διατπωσης. Ερτηση απ το ακροα­τριο: υπρχουν φυλς που δεν χουν στο λεξιλγιο τους τη φρση Σ' αγαπ; μπως χουν εκλεψει λες;

     Πρπει να φυλμε αυτ τη φρση στο κουτ της, πσω απ το τζμι. Κι ταν τη βγζουμε ξω, πρπει να τη χρησιμο­ποιομε με προσοχ. Οι νδρες λνε «Σ' αγαπ» για να καταφρουν μια γυνακα να πει στο κρεβτι μαζ τους, οι γυνακες λνε «Σ' αγαπ» για να καταφρουν ναν νδρα να τις παντρευτε κι οι δυο λνε «Σ' αγαπ» για να διξουν τον φβο, για να πεισθον απ τα λγια για τα ργα, για να βεβαιωθον τι χει επλθει η πολυπθητη κατσταση, για να ξεγελσουν τους εαυτος τους με την ιδα τι δεν χει παρλ­θει ακμα. Πρπει να φυλαγμαστε απ ττοιες χρσεις. Το "Σ' αγαπ" δεν πρπει να βγανει στον κσμο, να γνεται ν­μισμα, εμπορεσιμη μετοχ, να μας αποφρει κρδη. Θα το κνει, αν το αφσουμε. Αλλ φυλξτε αυτ την πειθνια φρ­ση για να την ψιθυρζετε σ' να λαιμ, απ τον οποο μια κνηση μλις σκωσε τα ανπαρκτα μαλλι.

     Για την ρα εμαι μακρι απ εκενη, σως το μαντψατε. Το υπερατλαντικ τηλφωνο φρνει μια κοροδευτικ ηχ, σαν κποιος να λει «Τα 'χουμε ξανακοσει λα αυτ». «Σ' αγαπ» και πριν εκενη προλβει ν' απαντσει ακοω τον μεταλλικ δετερο εαυτ μου ν' αποκρνεται: «Σ' αγαπ». Αυτ δεν με ικανοποιε· με την ηχ, τα λγια δημοσιοποι­θηκαν. Δοκιμζω ξαν, με το διο αποτλεσμα. "Σ' αγαπ, σ' αγαπ" -κατντησε να φλαρο τραγοδι που εναι μγα σουξ για να θυελλδη μνα κι πειτα εξορζεται στα κατα­γγια, που κοντχοντροι ροκδες με λιγδωμνο μαλλ και νταλγκ στη φων τους το χρησιμοποιον για να ρξουν τα κορτσια που λικνζονται αποχαυνωμνα στην πρτη σειρ. "Σ' αγαπ, σ' αγαπ", εν ο πρτος κιθαρστας χαχανζει και η γλσσα του ντρμερ κρμεται υγρ απ το ανοιχτ του στμα.

     Πρπει να εμαστε ακριβες με την αγπη, τη γλσσα της και τις χειρονομες της. Αν θλουμε να μας σσει, πρπει να την αντικρζουμε το διο καθαρ σο θα πρεπε να μθουμε ν' αντικρζουμε τον θνατο. Μπως πρπει να διδσκεται η αγπη στο σχολεο; Πρτη τξη: η φιλα, δετερη τξη: η τρυφερτητα, τρτη τξη: ο ρωτας. Γιατ χι; Μαθανουν στα παιδι πς να μαγειρεουν, πς να επισκευζουν αυτοκνητα και πς να πηδιονται χωρς να γκαστρνεται η κοπλα· και τα παιδι, τσι υποθτουμε, τα καταφρνουν σ' λα αυτ πολ καλτερα απ' σο εμες στην ηλικα τους, αλλ τι τα ωφελον, αν δεν ξρουν τποτα για την αγπη; Περιμνουμε να μθουν γι' αυτν απ μνα τους. Υποτθεται τι θα δσει τη λση η Φση, πως ο αυτματος πιλτος σ' να αεροπλ­νο. Αλλ η Φση, στην οποα μεταθτουμε την ευθνη για ,τι δεν μπορομε να καταλβουμε, δεν εναι και τσο καλ, ταν γυρζουμε το κουμπ στο αυτματο. Οι μωρς παρθνες που στρατολογθηκαν στον γμο δεν ανακλυψαν ποτ τι η Φση χει τοιμη απντηση για λα, ταν σβησαν το φως. Οι μωρς παρθνες εχαν ακοσει τι η αγπη εναι η Γη Της Επαγγελας, μια κιβωτς με την οποα δο νθρωποι μπο­ρον να γλιτσουν απ τον Κατακλυσμ. Μπορε η αγπη να εναι κιβωτς, αλλ μια κιβωτς που η ανθρωποφαγα δνει και παρνει, μια κιβωτς με κυβερντη να τρελγερο, που σε δρνει με μια μαγκορα απ κυπαρισσξυλο και μπο­ρε αν πσα στιγμ να σε πετξει στη θλασσα.

     Ας αρχσουμε απ την αρχ. Σε κνει ευτυχισμνο η αγ­πη; χι. Κνει ευτυχισμνο τον νθρωπο που αγαπς; χι. Τα διορθνει λα; Σγουρα χι. Κποτε, ββαια, τα πστευα λα αυτ. Ποιος δεν τα πστευε (ποιος δεν εξακολουθε να τα πιστεει, κπου στα βθη της ψυχς του); Τα λνε λα τα βιβλα μας, λες οι ταινες μας· εναι ο επλογος χιλιδων ιστοριν. Ποιος ο λγος να υπρχει η αγπη, αν δεν λνει λα τα προβλματα; Η δια η λαχτρα μας για αγπη μς επιτρπει να συμπερνουμε τι η αγπη, απ τη στιγμ που μπανει στη ζω μας, καταπρανει τον καθημεριν μας πνο, μας εξασφαλζει κποια κοπη αναλγησα. τσι θα θλαμε να εναι.
     νας νδρας και μια γυνακα αγαπιονται, αλλ δεν ε­ναι ευτυχισμνοι. Τι συμπερανουμε απ' αυτ; Μπως τι ο νας απ τους δο δεν αγαπ πραγματικ τον λλο, τι αγαπιονται ς να βαθμ, αλλ χι αρκετ; Αυτ το αμφι­σβητ πραγματικ, το αμφισβητ αρκετ. Αγπησα δυο φο­ρς στη ζω μου (και μου φανεται πολ), τη μιαν ασια, την λλη τυχα. Η τυχη αγπη ταν που μου δδαξε τα περισ­στερα για τη φση της αγπης -χι ββαια ττε, αλλ χρνια αργτερα. Τις χρονολογες και τις λεπτομρειες συ­μπληρστε τις πως θλετε. Αλλ' αγαποσα κι αγαπι­μουν, για πολ καιρ, πολλ χρνια. Στην αρχ μουν ανα­σχυντα ευτυχισμνος, νταβραντισμνος απ σολοικιστικ χα­ρ, αλλ τον περισστερο καιρ μουν ανεξγητα, βασανι­στικ δυστυχισμνος. Μπως δεν την αγαποσα αρκετ; ξερα πως την αγαποσα αρκετ -κι ανβαλα για χ­ρη της το μισ μλλον μου. Μπως δεν με αγαποσε αρκε­τ; ξερα πως με αγαποσε αρκετ -κι εγκατλειψε για χρη μου το μισ παρελθν της. Ζσαμε δπλα-δπλα πολλ χρνια και μας τρωγε η απορα τι πγαινε στραβ με την εξσωση που εχαμε καταστρσει. Η αμοιβαα αγπη δεν ­ταν ση με την ευτυχα. Εμες επιμναμε με ισχυρογνωμοσνη για το αντθετο.

     Κι αργτερα συνειδητοποησα τι πστευα για την αγπη. Φανταζμαστε πως εναι μια δραστικ δναμη. Η αγπη μου την κνει ευτυχισμνη, η αγπη της με κνει ευτυχισμ­νο: πς μπορε να εναι λθος αυτ; Κι μως εναι λ­θος· ανγεται σ' να λανθασμνο εννοιολογικ μοντλο. Υ­πονοε τι η αγπη εναι να μαγικ ραβδ, που λνει τον περπλοκο κμπο, γεμζει το ψηλ καπλο με μαντλια, ραντ­ζει τον αρα με περιστρια. Το μοντλο, μως, δεν προρχε­ται απ τη μαγεα, αλλ απ τη φυσικ των στοιχειωδν σωματιδων. Η αγπη μου δεν την κνει, δεν μπορε να την κνει ευτυχισμνη· η αγπη μου μπορε απλς ν' αποδεσμε­σει μσα της την ικαντητα να εναι ευτυχισμνη. Και ν που τρα τα πργματα φανονται πιο κατανοητ. Πς γνεται να μην μπορ να την κνω ευτυχισμνη, πς γνεται να μην μπορε να με κνει ευτυχισμνο; Απλοστατα: η πυρηνικ αντδραση που περιμνεις δεν συμβανει, η ακτνα με την ηχ ακογεται θαυμσια, αλλ δεν εναι αληθιν, το πετμε -μια ττοια μθοδος εναι τονωτικ απαλλαγμνη απ συγ­γραφικ ναρκισσισμ. Σμερα, μως, δεν εμαι και τσο σ­γουρος. Ο στχος "Πρπει ν' αγαπμε αλλλους και να πεθ­νουμε" χει οπωσδποτε με το μρος του τη λογικ· εξλλου, εναι πνω-κτω το διο ενδιαφρων για το ζτημα της αν­θρπινης κατστασης και το διο εντυπωσιακς, σο το "Πρ­πει ν' ακομε ραδιφωνο και να πεθνουμε" "Πρπει να θυμμαστε να κνουμε απψυξη στο ψυγεο και να πεθνου­με". Ο ντεν εχε δκιο να δυσπιστε για την δια του τη ρη­τορεα· αλλ ταν λμε τι ο στχος "Πρπει ν' αγαπμε αλ­λλους να πεθνουμε" εναι αναληθς επειδ τσι κι αλλις πεθανουμε ( επειδ σοι δεν αγαπον δεν ξεψυχον στη στιγμ), βλπουμε το θμα στεν παραβλπουμε πολλ. Υπρχουν εξσου λογικο και πιο πειστικο, τρποι να διαβ­σουμε τον στχο με το . Ο πρτος και πιο προφανς εναι ο εξς: πρπει ν' αγαπμε ο νας τον λλο, γιατ αλλις κινδυνεουμε ν' αλληλοσκοτωθομε τελικ. Ο δετερος ε­ναι: πρπει ν' αγαπμε ο νας τον λλο, γιατ αλλις, αν η αγπη δεν εναι η κινητρια δναμη της ζως μας, δεν θ' λλαζε τποτα αν μασταν νεκρο. Σγουρα δεν εναι «ψμα, που να πρει», ταν κποιος υποστηρζει πως σοι αντλον τη βαθτερη ικανοποηση τους απ λλα πργματα ζουν μιαν δεια ζω, εναι ποζτα καβορια που καρκινοβατον καμα­ρωτ στον βυθ της θλασσας μσα σε δανεικ στρακα. Πατμε σ' επισφαλς δαφος. Πρπει να 'μαστε ακριβες αλλ και να μη παρασυρθομε σε συναισθηματισμος. Αν θλουμε ν' αντιτξουμε την αγπη σε δλιες και χεροδναμες ννοιες πως η εξουσα, το χρμα, η ιστορα κι ο θνα­τος, ττε δεν πρπει να περιχαρακωθομε ρχνοντας το στο αυτολιβνισμα και σε ξιπασμνες αοριστολογες.
     Οι εχθρο της αγπης επωφελονται απ τις γενικλογες διακηρξεις της, απ την εντυπωσιακ ικαντητα της να επιφρει τον απομονωτισμ. Απ πο λοιπν θ' αρχσουμε; Η αγπη μπο­ρε να παραγγει ευτυχα, μπορε κι χι, ανεξρτητα απ το αν οδηγε τελικ εκε χι, η πρωταρχικ της συνπεια εναι νου. Κι επειδ γνωρζω καλ το φλο μου, τενω ν' αμφιβλ­λω για τα κνητρα του τελευταου. Μπορε ο αρσενικς πι­γκουνος να τα βαλε κτω και να σκφτηκε πως ταν εσαι αναγκασμνος να ζσεις χρνια στην Ανταρκτικ, ττε το πιο ξυπνο που μπορες να κνεις εναι να κθεσαι σπτι σου φροντζοντας το αβγ και να στλνεις το θηλυκ να ψαρψει στα παγωμνα νερ. Μπορε δηλαδ το αρσενικ να τα φε­ρε τσι πως το βλευαν.
     Πο λοιπν παζει ρλο η αγπη; Δεν εναι απλυτα απα­ρατητη, τσι; Μπορομε να χτσουμε φργματα, πως κνει ο κστορας, χωρς αγπη. Μπορομε να οργανσουμε πο­λπλοκες κοινωνες, πως κνει η μλισσα, χωρς αγπη. Μπορομε να διανσουμε μεγλες αποστσεις, πως κνει το αλμπατρς, χωρς αγπη. Μπορομε να χσουμε το κε­φλι μας στην μμο, πως κνει η στρουθοκμηλος, χωρς αγπη. Μπορομε να εξαφανιστομε ως εδος, πως το ντο-ντ, χωρς αγπη.

     Μπως η αγπη εναι μια χρσιμη μετλλαξη, που βοηθει τη φυλ να επιβισει; Δεν μου φανεται. Μπως, λγου χρη, εμφυτετηκε στους πολεμιστς στε να πολεμον σκληρτε­ρα για τη ζω τους, κουβαλντας βαθι μσα τους τη φωτι­σμνη απ να κερ ανμνηση της οικογενειακς εστας; Πο­λ απθανο. Η παγκσμια Ιστορα μς διδσκει τι οι αποφα­σιστικο παργοντες στον πλεμο εναι μια νου τπου αιχμ βλους, νας πανοργος στρατηγς, να γεμτο στομχι κι η ελπδα του πλιτσικου, χι νας αισθηματας που γλωσσοκοπανει για το σπτι του.

     Μπως ττε η αγπη εναι μια πολυτλεια που γεννθηκε σε ειρηνικος καιρος, πως η κατασκευ καπιτον παπλω­μτων; Κτι ευχριστο, πολυσνθετο, αλλ επουσιδες: Μια τυχαα εξλιξη, ενισχυμνη απ την κουλτορα, μια εξλιξη που απ καθαρ σμπτωση εναι αγπη και χι κτι λλο; τσι νομζω μερικς φορς. Υπρχε κποτε στη βορειοδυτικ κρη των Ηνωμνων Πολιτειν μια φυλ Ινδινων (δεν εναι δικ μου επινηση), που ζοσαν εξαιρετικ εκολη ζω. Η απομνωση τους τους προσττευε απ εχθρος κι η γη που καλλιεργοσαν ταν απεριριστα εφορη. Δεν εχαν παρ να ρξουν πσω τους να σαφρακιασμνο φασλι για να φυτρ­σει μια φασολι και να τους λοσει με λουβι. ταν υγιες, ευχαριστημνοι και δεν εχαν καμα φεση για πολυαμακτους πολμους. Το αποτλεσμα ταν τι διθεταν μπλικο χρνο. Αναμφβολα διπρεπαν σε τομες στους οποους ειδικεονται οι κοινωνες της ραστνης· αναμφβολα τα προντα της καλαθοπλεκτικς τους γιναν σωστ ροκοκ, η ερωτικ τχνη τους απκτησε περισστερο χαρακτρα γυμναστικς, η μθο­δος τους να χρησιμοποιον κονιορτοποιημνα φλλα για να προκαλον αποχαυνωτικ κσταση λο και αποτελεσματικ­τερη. Δεν ξρουμε τποτα γι' αυτς τις πλευρς της ζως τους, αλλ ξρουμε ποια ταν η κρια ασχολα τους στις φθονες ρες της σχλης τους. κλεβαν ο νας τον λλο. Αυτ τους ρεσε να κνουν, τσι διασκδαζαν. ταν βγαι­ναν απ τα αντσκηνα τους αγουροξυπνημνοι και λλη μια ψογη μρα ερχταν να τους φιλσει απ τον Ειρηνικ, ρου­φοσαν τον μελωμνο αρα και ρωτοσαν ο νας τον λλο τι εχαν σκαρσει την προηγομενη νχτα. Ο ερωτμενος απαντοσε ομολογντας ντροπαλ - κομπζοντας αυτ­ρεσκα- τι εχε διαπρξει μια κλοπ. Ο Μικρς Γκρζος Λκος ξφρισε πλι την κουβρτα του Γρικου Κκκινου Προσπου. Τι μου λες! Προοδεει αυτς ο Μικρς Γκρζος Λκος. Κι εσ τι σκρωσες; Εγ; Α, απλς βοτηξα τα φρ­δια του τοτμ. χι, πλι τα δια; Βαρετ, βρε παιδ μου. Μπως τσι πρπει να δομε και την αγπη; Η αγπη μας δεν μας βοηθει να επιβισουμε, πως δεν βοθησαν τους Ινδινους οι κλεψις τους. Αλλ μας δνει την ατομικτητα μας, μας δνει να σκοπ στη ζω. Στερστε απ τους Ινδι­νους τις χαρομενες λαθροχειρες τους και δεν θα μπορο­σαν πια τσο εκολα ν' αυτοπροσδιοριστον. Επομνως η αγπη δεν εναι παρ μια ιδιτροπη μετλλαξη; Δεν τη χρεια­ζμαστε για την εξπλωση της φυλς μας, εναι μλιστα επι­ζμια για ναν ετακτο πολιτισμ. Η σεξουαλικ επιθυμα θα ταν πολ ευκολτερη, αν δεν πρεπε να σκοτιζμαστε για την αγπη. Ο γμος θα ταν τιμιτερος -κι σως πολ διαρκστερος- αν δεν λαχταροσαμε την αγπη, αν δεν αναγαλλιζαμε στον ερχομ της και δεν φοβμασταν μπως ξαναφγει.

     Αν εξετσουμε την παγκσμια Ιστορα, θα εκπλαγομε που συμπεριλαμβνει και την αγπη. Εναι να εξμβλωμα, να τερατοργημα, κποια καθυστερημνη προσθκη στην ημε­ρσια διταξη. Μου θυμζει εκενα τα μισ σπτια που, σμ­φωνα με τα καθιερωμνα κριτρια της ανγνωσης ενς χρ­τη, δεν θα πρεπε να υπρχουν. Πριν απ μια-δυο βδομδες πγα στην εξς βορειοαμερικανικ διεθυνση: οδς Γιανγκ αρ. 2.041 1/2. Ο ιδιοκττης του 2.041 πρπει να πολησε κποτε να μικρ οικπεδο κι εκε χτστηκε αυτ το μισοαριθμημνο, μισοαναγνωρισμνο σπτι. Κι ωστσο υπρχουν ν­θρωποι που ζουν εκε μσα νετα κι ευχριστα, νθρωποι που το λνε σπιτικ τους... Ο Τερτυλλιανς επε για τη χριστια­νικ πστη πως ταν αληθιν επειδ ταν τοπη. σως η αγ­πη εναι ουσιδης επειδ εναι περιττ.

     Εκενη εναι το κντρο του κσμου μου. Οι Αρμνιοι πστευαν τι το Αραρτ εναι το κντρο του κσμου· αλλ το βουν μοιρστηκε ανμεσα σε τρεις αυτοκρατορες και τελικ δεν μεινε στους Αρμνιους καννα κομμτι του, καλτερα λοι­πν να μη συνεχσω αυτ τη σγκριση. 'Α Λαβ Γιο. Γρισα σπτι μου κι αυτ τα λγια δεν συνοδεονται πια απ κορο­δευτικ ηχ. Ζε Τ' Εμ. Τι 'Αμο (με σδα). Κι αν δεν εχατε γλσσα, αν δεν μποροσατε να υμνσετε με λγια την αγπη σας, θα κνατε το εξς: θα σταυρνατε τα χρια στους καρπος, με τις παλμες να βλπουν προς το μρος σας, θ' ακουμπο­σατε τους σταυρωμνους καρπος πνω στην καρδι σας (στη μση του στθους σας, τλος πντων), πειτα θα προ­τενατε λγο τα χρια και θα τ' ανογατε προς το αντικεμενο της αγπης σας. Εναι κτι εξσου εγλωττο σο η ομιλα. Και φανταστετε πσες τρυφερς μετατροπς εναι δυνατς, πσες λεπτς αποχρσεις μπορον να εκφραστον με φιλι στους κμπους των δαχτλων, παλμες που εννονται ταιριαστ και παιχνιδιρικα ακροδχτυλα που οι ργες τους κουβα­λον στις σπερες τους την απδειξη της ατομικτητας μας.
     Αλλ οι παλμες που εννονται ταιριαστ εναι παραπλα­νητικς. Η καρδι δεν χει σχμα καρδις, αυτ εναι να απ τα προβλματα μας. Φανταζμαστε, τσι δεν εναι, να συμ­μετρικ δθυρο στρακο, που με το σχμα του κωδικοποιε τον τρπο με τον οποο η αγπη εννει δο μισ, δο ξεχω­ριστς υπρξεις, σ' να ενιαο σνολο. Φανταζμαστε αυτ το γλαφυρ σμβολο να κοκκινζει ζωηρ, να κοκκινζει επ­σης απ το αμα της σεξουαλικς ξαψης. να ιατρικ εγχει­ρδιο δεν θα μας προσγεισει αμσως· εδ η καρδι απεικο­νζεται χαρτογραφημνη σαν το μετρ του Λονδνου. Αορτ, αριστερ και δεξι πνευμονικ αρτηρα και πνευμονικς φλ­βες, αριστερ και δεξι υποκλεδια αρτηρα, αριστερ και δεξι στεφανιαα αρτηρα, αριστερ και δεξι καρωτδα... φα­νεται να κομψ, καλ μελετημνο, φεργγυο δκτυο απ α­ντλες. Εδ, σκφτεσαι, το αμα κυλει με δρομολογιακ α­κρβεια.

     Στοιχεα που μνουν στη μνμη μας:

  -η καρδι εναι το πρτο ργανο που αναπτσσεται στο μβρυο· ταν δεν εμαστε μεγαλτεροι απ να φασλι, η καρδι μας εναι δη ορατ και πλλει αδικοπα.

  -σ' να παιδ, η καρδι εναι αναλογικ πολ μεγαλ­τερη απ' σο σ' ναν ενλικο: το 1/1300 του συνολι­κο βρους του σματος, σε σγκριση με το 1/300.

  -κατ τη διρκεια της ζως το μγεθος, το σχμα κι η θση της καρδις υπκεινται σε σημαντικς αλλαγς.

  -μετ τον θνατο, η καρδι αποκτ σχμα πυραμδας.

     Η βοδιν καρδι που αγρασα στου Κρριγκαν'ς ζγιζε 1 κιλ και 276 γραμμρια, κστιζε δε, 2 λρες και 42 πνες. Το μεγαλτερο διαθσιμο ζωικ δεγμα, αλλ και μ' εφαρμογ στον νθρωπο. «Εχε καρδι βοδιο», κφραση απ τη λογοτεχνα της αποικιοκρατικς εποχς, απ τα περιπετειδη μυθιστορματα, απ τα παιδικ αναγνσματα. Οι καβαλιροι με τις τροπικς κσκες, που ξκαναν τον ρινκερο μ' να και μοναδικ σμπρο απ το στρατιωτικ πιστλι τους, εν η κρη του συνταγματρχη κρυβταν ζαρωμνη απ φβο π­σω απ το μπαομπμπ, εχαν απλ χαρακτρα, αλλ χι απλ καρδι -αν προυμε ως κριτριο αυτ το βδι. Το ργανο ταν βαρ, συμπαγς, ματωμνο, σφιγμνο σαν επι­θετικ γροθι. Αντθετα με τον σιδηροδρομικ χρτη στο ιατρικ εγχειρδιο, η πραγματικ καρδι αποδεχτηκε κλειστ κι απρθυμη να παραδσει τα μυστικ της.

     Την τεμχισα μαζ με μια φλη μου ακτινολγο. «Δε θα ζοσε για πολ ακμα αυτ το βδι», σχολασε. Αν η καρδι ανκε σ' ναν απ τους ασθενες της, ο τελευταος δεν θ' νοιγε δρμο με τη μαχαρα του μσα απ πολλς ακμα ζογκλες. Το δικ μας ταξιδκι γινε μ' να κουζινομχαιρο. Διεισδσαμε στον αριστερ κλπο και την αριστερ κοιλα, θαυμζοντας τη μυκ μζα, αντξια ενς εκλεκτο φιλτου. Χαδψαμε τη μεταξνια φδρα, χσαμε τα δχτυλα μας σε διαμπερ τραματα. Οι φλβες ταν λστιχα, οι αρτηρες κοντχοντρα καλαμρια. Στην αριστερ κοιλα υπρχε νας μεταθαντιος θρμβος σαν σαλιγκρι Βουργουνδας. Συχν χναμε τον δρμο μας σ' αυτ τη συμπαγ κρετινη μζα. Τα δο μισ της καρδις δεν χριζαν εκολα, πως εχα φανταστε αφελς, αλλ κρατιντουσαν σφιχταγκαλιασμνα με απγνωση, σαν δυο ερωτευμνοι που πνγονται. Μπξαμε δυο φορς το μαχαρι στην δια κοιλα, πιστεοντας τι εχαμε βρει την λλη. Θαυμσαμε το ξυπνο σστημα των βαλβδων και τις μυκς νες που εμποδζουν την κθε βαλβδα ν' ανοξει περισστερο απ' σο πρπει: να σστημα μικρν, αλλ γερν ιμντων, που αποτρπουν την υπερκταση του αλεξπτωτου.

     ταν τελεισαμε, η καρδι μεινε την υπλοιπη μρα α­πλωμνη πνω σε μια λεκιασμνη εφημερδα, υποβιβασμ­νη σ' να δεπνο που δεν υποσχταν και πολλ. Ξεφλ­λισα κμποσους οδηγος μαγειρικς για να δω τι μπορο­σα να την κνω. Τελικ βρκα μια συνταγ, για γεμιστ καρδι σερβιρισμνη με βραστ ρζι και φτες λεμνι, αλ­λ δεν μου φνηκε πολ δελεαστικ. Οπωσδποτε δεν ­ξιζε το νομα που της δνουν οι Δανο, οι εφευρτες της. Λνε αυτ το φαγητ «Παρφορη Αγπη».
     Θυμστε εκενο το παρδοξο της αγπης, των πρτων βδομδων και μηνν της Παρφορης Αγπης (με κεφαλαα, πως η συνταγ) -το παρδοξο με τον χρνο: Εστε ερωτευ­μνοι, σε σημεο που αλληλοσυγκροονται μσα σας η περη­φνια κι η ανησυχα. να κομμτι του εαυτο σας θλει να επιβραδυνθε ο χρνος: γιατ αυτ, λτε μσα σας, εναι η ωραιτερη περοδος ολκληρης της ζως μου. Εμαι ερωτευμνος, θλω να το γευτ, να το μελετσω, να το αφσω να με παρασρει στη χανωση του ρεμβασμο, μακρι το σμε­ρα να κρατσει για πντα. Αυτ εναι η ποιητικ πλευρ σας. Υπρχει μως κι η πεζ πλευρ σας, που πιζει τον χρνο χι να επιβραδυνθε, αλλ να επιταχυνθε. "Πς ξρεις τι εναι αγπη αυτ;" ψιθυρζει η πεζ πλευρ σας σαν σκεπτι­κιστς δικηγρος, "υπρχει μνον εδ και λγες βδομδες, λγους μνες. Δεν θα ξρεις τι εναι στ' αλθεια αυτ που νομζεις παρ μνον αν αισθνεσαι (κι αισθνεται κι εκενη) το διο πειτα απ να χρνο, ας πομε, μνον τσι μπορε ν' αποδειχτε τι δεν ζεις μια εφμερη αυταπτη. Κοταξε να περσει αυτ η φση το γρηγορτερο δυνατ, σο κι αν την απολαμβνεις· κατπιν θα μπορσεις να εξακριβσεις αν ε­σαι πραγματικ ερωτευμνος".

     Εμφανζουμε μια φωτογραφα μσα σε μια λεκνη με υγρ. Προηγουμνως ταν να κεν φωτογραφικ χαρτ, κλεισμνο σ' να φκελο αδιαπραστο απ το φως- τρα χει μια λει­τουργα, μια εικνα, μια βεβαιτητα. Αφνουμε τη φωτογρα­φα να γλιστρσει γργορα στη λεκνη με το στερεωτικ για να διαφυλξουμε αυτ τη σαφ, ευπρσβλητη στιγμ, για να σκληρνει η εικνα, να μη ραγσει, να μενει στρεη για του­λχιστον μερικ χρνια. Τι θα γνει, μως, αν τη βυθσουμε στο στερεωτικ υγρ και οι χημικς ουσες δεν ενεργσουν; Αυτ η διαδικασα, αυτ η ερωτικ συγκνηση που νιθουμε, μπορε ν' αρνηθε να σταθεροποιηθε. χετε δει μια φωτο­γραφα να εξακολουθε αμελικτα να εμφανζεται ωστου ο­λκληρη η επιφνεια της γνει μαρη κι η στιγμ που επρ­κειτο ν' απαθανατιστε σβσει δια παντς; Φυσικ, δεν ερωτευμαστε για να λσει ο κσμος τα προβλματα που χει με το εγ του, αυτ, μως, εναι μια απ τις ασφαλστερες συνπειες της αγπης.

     Αγπη κι αλθεια, αυτς εναι ο ζωτικς δεσμς, αγπη κι αλθεια. Επατε ποτ σας τσες αλθειες σο στην αρχ μιας καινοργιας αγπης; Η αγπη μς κνει να βλπουμε την αλθεια, κνει καθκον μας να λμε την αλθεια. Το στρμα και το ψμα: ακοστε την προειδοποηση, που δια­τρχει σαν αντιμμαλο αυτς τις δο ομοιοκατληκτες λξεις. "Ξαπλωμνοι στο κρεβτι, λμε την αλθεια" μοιζει με παρδοξη πρταση απ εγχειρδιο φιλοσοφας για πρωτοετες. Αλλ εναι κτι περισστερο (και λιγτερο) απ' αυτ: μη βγζετε κολακευτικος στεναγμος, μην προσποιεστε πως χετε οργασμ. Πστε την αλθεια με το σμα σας, ακμα και αν -προπαντς αν- αυτ η αλθεια δεν εναι μελοδρα­ματικ. Το κρεβτι εναι νας απ τους ιδανικτερους τπους για να υποκρνεσαι χωρς να σε ξεσκεπσουν, εκε μπορες να ξεφωνζεις και να γρυλζεις στο σκοτδι κι αργτερα να καυχισαι για την «επδοση» σου. Το σεξ δεν εναι ηθοποια (σο κι αν θαυμζουμε το δικ μας σενριο)· το σεξ αναφ­ρεται στην αλθεια. Απ το πς αγκαλιζεις εξαρτται πς βλπεις την ιστορα του κσμου. Τσο απλ εναι.

     Μας φοβζει η ιστορα, αφνουμε να μας τρομοκρατον οι χρονολογες. Στα χλια τετρακσια ενενντα δυο δισχισε ο Κολμβος τον μπλε ωκεαν. Κι πειτα τι; γιναν λοι σοφτεροι; παψαν οι νθρωποι να χτζουν καινοργια γκτο για να εφαρμσουν τις παλις δι­ξεις; παψαν να κνουν τα παλι λθη καινοργια λθη καινοργιες παραλλαγς παλιν λαθν; (Και μπως η Ιστορα επαναλαμβνεται, την πρτη φορ σαν τραγωδα, τη δετερη σαν φρσα; χι, αυτ θα παραταν μεγαλπρεπο, θα ταν μια υπερβολικ λογικ διαδικασα. Η Ιστορα απλς ρεεται κι εμες γευμαστε ξαν το σντουιτς με ωμ κρεμ­μδια, που καταβρχθισε πριν απ αινες). Οι χρονολογες δεν λνε την αλθεια. Μας βζουν τις φω­νς -εν δυο, εν δυο, σηκστε τα κανι σας, βρε ψοφμια. Θλουν να μας κνουν να πιστψουμε τι πντα προοδεου­με, πντα πμε μπροστ. Αλλ τι γινε μετ το 1492;

     Στα χλια τετρακσια ενενντα τρα ο Κολμβος γρισε πσω στην Ισπανα. Ττοιες χρονολογες μο αρσουν. Ας γιορτσουμε το 1493, χι το 1492· την επιστροφ, χι την ανακλυψη. Τι συνβη το 1493; Η αναμενμενη δξα, φυσικ, οι βασιλικο παινοι, οι εραλδικς προαγωγς στο οικσημο του Κολμβου. Αλλ συνβη και το εξς. Πριν αναχωρσει η αποστολ, υποσχ­θηκαν 10.000 μαραβδια αμοιβ στον πρτο νθρωπο που θ' αντκριζε τον Νο Κσμο. νας απλς νατης κρδισε αυτ το βραβεο, αλλ ταν επστρεψε η αποστολ, ο Κολμβος το διεκδκησε για τον εαυτ του (το περιστρι πλι παραγκω­νζει το κορκι απ την Ιστορα). Ο νατης φυγε απογοητευ­μνος για το Μαρκο, που, καθς λγεται, γινε εξωμτης. ταν ενδιαφρουσα χρονι το 1493.

     Η Ιστορα δεν εναι αυτ που συνβη. Η Ιστορα εναι, α­πλς, αυτ που μας λνε οι ιστορικο. Υπρξε τχα να σχ­μα, μια κνηση, υπρξε επκταση, προλαση της δημοκρα­τας· η Ιστορα εναι μια ταπετσαρα, μια ρο συμβντων, μια σνθετη αφγηση, λογικ συνεκτικ, εξηγσιμη. Η μια ωραα ιστορα οδηγε στην λλη. Πρτα υπρχαν βασιλιδες και αρχιεπσκοποι, με μερικ θεα μερεμετσματα στα παρασκ­νια, πειτα ρθε η προλαση των ιδεν και τα κινματα των μαζν, πειτα τοπικ μικρογεγοντα που σημανουν κτι με­γαλτερο, ολονα μως υπρχουν αιτιακς συνφειες, υπρ­χει προδος, υπρχει νημα, αυτ οδγησε σ' εκενο, αυτ συνβη εξαιτας εκενου. Κι εμες, οι αναγνστες της Ιστο­ρας, τα θματα της Ιστορας, ανιχνεουμε το σχμα για να βγλουμε αισιδοξα συμπερσματα, για να βρομε τον δρ­μο που οδηγε μπροστ. Και χσκουμε μπροστ στην Ιστορα σαν να ταν μια σειρ πνακες σαλονιο, αποσπσματα απ συζητσεις που μας επιτρπουν εκολα να φανταστομε τους συνομιλητς να ξαναζωντανεουν, εν στην πραγματικτητα χουμε πντα να κνουμε μλλον με κτι σαν κολζ απ διφορα εκφραστικ μσα, βαμμνο με τον κλινδρο του μπογιατζ και χι με πινλο απ καμηλτριχες.

     Η ιστορα του κσμου; Τποτα λλο απ φωνς που αντη­χον στο σκοτδι, εικνες που φγγουν για λγους αινες κι πειτα σβνουν, αφηγσεις, παλις αφηγσεις, που μερικς φορς δεχνουν να επικαλπτουν η μια την λλη, παρδοξοι δεσμο, σχετες σχσεις. Εμαστε κατκοιτοι σ' να κρεβτι νοσοκομεου που λγεται παρν (τι μορφα, καθαρ σεντ­νια που σου βζουν σμερα) και, με μια συσκευ προσαρμο­σμνη στο μπρτσο μας, μας ταζουν καθημερινς ειδσεις λο μπουρμπουλθρες. Νομζουμε τι ξρουμε ποιοι εμαστε, αν και δεν ξρουμε ακριβς γιατ βρισκμαστε εδ πσο θα μας αναγκσουν να μενουμε. Κι εν βασανιζμαστε με μπανταρισμνη αβεβαιτητα -μπκαμε ραγε εθελοντικ στο νοσοκομεο;- το ρχνουμε στη μυθοπλασα. Επινοομε μια ιστορα για να συγκαλψουμε τα γεγοντα που δεν ξρου­με δεν μπορομε ν' αποδεχτομε, κρατμε λγα αληθιν στοιχεα και γρω απ' αυτ υφανουμε μια καινοργια ιστο­ρα. Μνον η καταπραντικ μυθοπλασα μετριζει τον πα­νικ και τον φβο μας, την ονομζουμε Ιστορα -με κεφα­λαο γιτα.

     Θα πω και κτι υπρ της Ιστορας. χει την ικαντητα να τα ξαναβρσκει λα. Εμες προσπαθομε να τα κρψουμε, αλλ η Ιστορα δεν το βζει κτω. χει με το μρος της τον χρνο, τον χρνο και την επιστμη. Με ση μανα κι αν διαγρφουμε τις πρτες μας σκψεις, η Ιστορα βρσκει τρπο να τις διαβσει. Θβουμε μυστικ τα θματα μας (στραγγα­λισμνους πριγκιπσκους, ακτινοβολημνους ταρνδους), αλλ η Ιστορα ανακαλπτει τι τους κναμε. Χσαμε τον Τιτα­νικ, για πντα πως φαινταν, αλλ ν που τον ξαναβρκαν. Πριν απ λγο καιρ ανακλυψαν το ναυγιο του Μδουσα, στα ανοιχτ των ακτν της Μαυριτανας. Δεν υπρχε καμι ελπδα για θησαυρ και το ξεραν αυτ που περισυνλεξαν πειτα απ εκατν εβδομντα πντε χρνια ταν λγα χλκινα καρφι απ το σκαρ της φρεγτας και δυο καννια. Αλλ πγαν και τα βρκαν, παρ' λα αυτ.

     Τι λλο μπορε να κνει η αγπη; Αν θλουμε να τη δια­φημσουμε, καλ θα ταν να τονσουμε τι εναι η βση των κοινωνικν αρετν. Δεν μπορες ν' αγαπσεις κποιον χω­ρς ομοιοπαθητικ φαντασα, χωρς ν' αρχσεις να βλπεις τον κσμο απ λλη σκοπι. Δεν μπορες να εσαι καλς εραστς, καλς καλλιτχνης καλς πολιτικς χωρς αυτ την ικαντητα (μπορες να ξελασπσεις και χωρς να την χεις, αλλ δεν εννο αυτ). Δεξτε μου τους τυρννους που ταν μεγλοι εραστς. Λγοντας μεγλοι εραστς δεν εννο μεγλοι γαμιδες· λοι ξρουμε πως η εξουσα εναι αφροδισια­κ (κι αυτοαφροδισιακ). Ακμα και ο δημοκρατικς ­ρωας μας, ο Κννεντυ, περνοσε τις γυνακες σαν εργτης που στκεται πλι στον κυλιμενο ιμντα και ψεκζει καροσερ αυτοκιντων.

     Σ' αυτς τις ετοιμληκτες χιλιετες του πουριτανισμο, α­ναζωπυρνεται κθε τσο η διαμχη γρω απ τη σζευξη της σεξουαλικς ορθοδοξας με την σκηση της εξουσας. Αν νας αρχηγς κρτους δεν μπορε να κρατσει κουμπωμνο το παντελνι του, χνει ραγε το δικαωμα να μας κυβερν; Αν νας δημσιος λειτουργς απατ τη γυνακα του, χει ραγε περισστερες πιθαντητες να εξαπατσει τους εκλο­γες του; Προσωπικ, θα προτιμοσα να με κυβερν νας μοιχς, νας κφυλος, παρ μια σεμντυφη αρσακειδα νας διπλοκουμπωμνος σζυγος. πως οι εγκληματες τενουν να ειδικεονται σε ορισμνα εγκλματα, τσι και οι διε­φθαρμνοι πολιτικο ειδικεονται κατ καννα σ' να τπο διαφθορς: οι μπερμπντηδες μνουν προσηλωμνοι στο γα­μσι, οι αργυρνητοι στο λδωμα. Οπτε θα ταν λογικτερο να εκλγουμε αποδειγμνους μοιχος, αντ να τους απο­κλεουμε απ τον δημσιο βο. Δεν λω πως πρπει να τους συγχωρομε -απεναντας, εναι ανγκη να υποδαυλζουμε τα αισθματα ενοχς τους. Αλλ, εκμεταλλευμενοι αυτ τα χρσιμα αισθματα, περιορζουμε την αμαρτα τους στην ε­ρωτικ σφαρα κι εξασφαλζουμε αντισταθμιστικ ακε­ραιτητα στην πολιτικ συμπεριφορ τους. Αυτ, τουλχι­στον, εναι η θεωρα μου.

     Στη Μεγλη Βρετανα, που οι περισστεροι πολιτικο ε­ναι νδρες, υπρχει μια παρδοση στο Συντηρητικ Κμμα να παρνουν συνντευξη απ τις γυνακες των πιθανν υπο­ψηφων. Πρκειται, φυσικ, για μια εξευτελιστικ διαδικασα, που η γυνακα του υποψφιου ανακρνεται απ τα μλη της τοπικς οργνωσης για να εξακριβωθε αν εναι κανονικ. (Εναι συνετ; Εναι σταθερς χαρακτρας; χει το σωστ χρμα; χει υγιες απψεις; Μπως εναι γναιο; χει φωτο­γνεια; Μπορομε να τη χρησιμοποισουμε για ψηφοθηρα;). Ρωτον αυτς τις γυνακες, που ευσυνεδητα συναγωνζονται η μια την λλη σε αλληλγγυα πληκτικτητα, τους κνουν πολλς ερωτσεις κι οι γυνακες ορκζονται μ' επισημτητα τι υποστηρζουν απ κοινο με τον σζυγο τους τα πυρηνικ πλα και την ιερτητα του θεσμο της οικογνειας. Αλλ δεν τους υποβλλουν την πιο σημαντικ ερτηση: σας αγαπει ο σζυγος σας; Η ερτηση δεν πρπει να παρανοηθε και να θεωρηθε απλς πρακτικ (ο γμος σας εναι ανφελος απ σκνδαλα;) συναισθηματικ, αποβλπει σε μια συγκεκριμ­νη πληροφορα για την καταλληλτητα του υποψφιου να εκπροσωπε λλους ανθρπους. Εναι να τεστ για την ομοιο­παθητικ φαντασα του.

     Πρπει να εμαστε ακριβες με την αγπη. Α, θλετε μπως περιγραφς; Πς εναι οι γμπες της, τα στθη της, τα χελη της, τι χρμα χουν τα μαλλι της; (Λυπμαι, δεν θα μπορ­σω). χι, το να εμαστε ακριβες με την αγπη σημανει ν' αφουγκραζμαστε τη καρδι, τους σφυγμος της, τις βε­βαιτητες της, την αλθεια της, τη δναμη της -και τις ατ­λειες της. Μετ τον θνατο η καρδι γνεται πυραμδα (πντα ταν να απ τα θαματα του κσμου), αλλ και στη ζω η καρδι δεν εχε ποτ σχμα καρδις.

     Βλτε την καρδι δπλα στον εγκφαλο και δστε τη δια­φορ. Ο εγκφαλος εναι συμμετρικς, τακτοποιημνος, χω­ρισμνος σε δο μισ, πως φανταζμαστε τι θα πρεπε να εναι η καρδι. Μπορες να βρεις κρη με τον εγκφαλο, τσι νομζεις, εναι να δεκτικ ργανο, να ργανο που σ' ενθαρ­ρνει να το καταλβεις. Ο εγκφαλος φανεται λογικς. Εναι πολπλοκος, ββαια, με λες αυτς τις πτυχς, τις λικες, τις αλακες και τους θυλκους, μοιζει με κορλλι, κνοντας σε ν' αναρωτισαι μπως κινεται αδιρατα λη την ρα, μπως αυξνεται χωρς να το αντιλαμβνεσαι. Ο εγκφαλος χει τα μυστικ του, αλλ ταν οι κρυπταναλυτς, οι κατασκευαστς λαβυρνθων κι οι χειρουργο ενσουν τις προσπθειες τους θα κατορθσουν σγουρα να εξιχνισουν αυτ τα μυστρια. Μπορες να βρεις κρη με τον εγκφαλο, πως επα, φανεται λογικς. Εν φοβμαι πως η καρδι, η ανθρπινη καρδι, εναι νας κυκενας, που να πρει.

     Η αγπη εναι αντιμηχανικ, αντιυλιστικ: να γιατ ακμα κι η κακ αγπη εναι καλ αγπη. Μας κνει δυστυχισμ­νους, αλλ επιμνει τι δεν εναι ανγκη να κνει κουμντο το μηχανικ, το υλιστικ. Η θρησκεα χει γνει ετε αξιοθρ­νητα πεζ, ετε αθερπευτα τρελ, ετε σκτη επιχερηση -ταν συγχει την πνευματικτητα με φιλανθρωπικς δωρες. Η τχνη, αντλντας αυτοπεποθηση απ την παρακμ της θρησκεας, εξαγγλλει την υπρβαση του κσμου (κι αντ­χει, αντχει! η τχνη νικ τον θνατο!), αλλ αυτ η εξαγ­γελα δεν εναι προσιτ σε λους , που εναι προσιτ, δεν οιστρηλατε πντα οτε εναι πντα ευπρσδεκτη. τσι, η θρησκεα κι η τχνη πρπει ν' αφσουν το προβδισμα στην αγπη. Αυτ μας δνει την ανθρωπι μας και, επσης, τον μυστικισμ μας. Εμαστε κτι περισστερο απ εμες.

     Φυσικ, η υλιστικ επιχειρηματολογα επιτθεται στην αγ­πη· σε λα επιτθεται. Η αγπη, λει, ανγεται στις φερομνες. Αυτ το καρδιοχτπι, αυτ η διαγεια του βλμματος, αυτ η ενεργητικτητα, αυτ η ηθικ βεβαιτητα, αυτ η ανταση, αυτ η φεση προς τις κοινωνικς αρετς, αυτ το ψιθυριστ "Σ' αγαπ", προκαλονται λα απ μιαν ανεπασθη­τη μυρωδι που αναδνει ο νας σντροφος κι οσφραινεται ασνειδα ο λλος. Δεν εμαστε παρ μια επιβλητικτερη πα­ραλλαγ εκενου του σκαθαριο που κουτουλει σ' να κουτ μλις ακοσει το ελαφρ χτπημα ενς μολυβιο. Το πι­στεουμε αυτ; Ας το πιστψουμε για μια στιγμ, γιατ κνει μεγαλτερο τον θραμβο της αγπης. Απ τι εναι φτιαγμνο να βιολ; Απ ξλο κι απ ντερο προβτου. Μπως η κατασκευ του μεινει κι εκχυδαζει τη μουσικ; Απεναντας, την εξυψνει ακμα περισστερο.

     Και δεν λω τι η αγπη θα σας κνει ευτυχισμνους -προπαντς αυτ δεν λω. Τενω μλιστα να πιστψω τι θα σας κνει δυστυχισμνους: ετε αμσως, ταν θα δοκιμσετε τα μαρτρια ενς δεσμο που δεν μπορε να πραγματοποιη­θε, ετε αργτερα, ταν το σαρκι θα χει περσει χρνια ροκανζοντας συχα συχα κι ο θρνος του επισκπου θα καταρρεσει. Αλλ μπορετε να το πιστεετε αυτ και ωστ­σο να επιμνετε τι η αγπη εναι η μνη ελπδα μας.

     Εναι η μνη ελπδα μας ακμα και αν μας απογοητεει, παρλο που μας απογοητεει, επειδ μας απογοητεει. Μ­πως τρα χνω σε ακρβεια; Αυτ που ψχνω να βρω εναι η κατλληλη σγκριση. Αγπη κι αλθεια, ναι, αυτς εναι ο βασικτερος δεσμς. λοι ξρουμε πως η αλθεια εναι ανφικτη, πως ποτε συμβανει να γεγονς θα 'χουμε να πλθος υποκειμενικς αλθειες που αξιολογομε κι πειτα μυθοποιομε σε Ιστορα, σε κποια θεβλεπτη εκδοχ αυτο που «πραγματικ» συνβη. Αυτ η θεβλεπτη εκδοχ εναι φενκη -μια γοητευτικ, ανυπστατη φενκη, πως εκενοι οι μεσαιωνικο πνακες που δεχνουν λα τα στδια των Α­γων Παθν να διαδραματζονται ταυτχρονα σε διαφορετι­κ τμματα του πνακα. Αλλ, παρλο που το ξρουμε αυτ, πρπει να εξακολουθσουμε να πιστεουμε τι η αντικειμενι­κ αλθεια εναι εφικτ - πρπει να πιστεουμε πως εναι εφικτ κατ 99%- , αν δεν μπορομε να το πιστψουμε αυτ, πρπει να πιστψουμε τι 43% αντικειμενικ αλθεια εναι προτιμτερη απ 41%. τσι πρπει να κνουμε, γιατ αλλις εμαστε χαμνοι, θα πσουμε σ' ναν εκμαυλισπκ σχετικι­σμ, θα υπολογζουμε την εκδοχ του ενς ψετη σο και την εκδοχ του λλου ψετη, θα σηκνουμε τα χρια επειδ λα εναι μπερδεμνα, θα παραδεχμαστε τι ο νικητς χει δι­καωμα χι μνο στα λφυρα, αλλ και στην αλθεια. (Με την ευκαιρα, τνος την αλθεια προτιμομε, του νικητ του θματος; 'Αραγε το φιλτιμο κι η συμπνια εναι μεγαλτε­ροι διαστρεβλωτς της αλθειας απ' σο η ντροπ κι ο φβος;).

     τσι εναι και με την αγπη. Πρπει να πιστεουμε σ' αυτν, αλλις εμαστε χαμνοι. Μπορε να μενει ανφικτη για μας να την αποκτσουμε και να διαπιστσουμε τι μας κνει δυστυχισμνους, ωστσο, πρπει να πιστεουμε σ' αυτ. Αλλις θα παραδοθομε στην ιστορα του κσμου και στην αλθεια κποιου λλου.

     Θα χει σχημη κατληξη αυτ η αγπη; Μλλον θα χει. Αυτ το ακαννιστο ργανο, σαν την μορφη μζα του βο­δινο κρατος, εναι πουλο και το διακρνει η κρυψνοια. Το σημεριν μοντλο μας για το σμπαν εναι η εντροπα, που στην καθημεριν γλσσα μεταφρζεται ως εξς: λα γνο­νται μπχαλο. Αλλ ταν μας απογοητεει η αγπη, εμες πρπει να εξακολουθομε να πιστεουμε σ' αυτ. Μπως ο κδικας κθε μορου εναι ττοιος στε λα να γνονται μπ­χαλο, στε η αγπη να φρνει απογοτευση; σως. Ωστσο, πρπει να πιστεουμε στην αγπη, πως ακριβς πρπει να πιστεουμε στην ελεθερη βοληση και στην αντικειμενικ αλθεια. Και ταν μας απογοητεει η αγπη, πρπει να ρ­χνουμε το φταξιμο στην ιστορα του κσμου. Αν αυτ μας φηνε συχους, θα μποροσαμε να ευτυχσουμε. Θα μπο­ροσαμε να μενουμε ευτυχισμνοι. Η αγπη μας χθηκε και γι' αυτ φταει η ιστορα του κσμου.

     Αλλ δεν χουμε ακμα καταλξει εκε. σως δεν καταλ­ξουμε ποτ. Τη νχτα, μπορομε ν' αψηφσουμε τον κσμο. Ναι, σωστ, μπορομε να το κνουμε, μπορομε ν' αντιμε­τωπσουμε αφ' υψηλο την ιστορα του κσμου. Πνω στην ξαψη μου, αρχζω ν' αναδεω και να κλοτσω. Εκενη σα­λεει και βγζει ναν υπγειο, ναν υποβρχιο αναστεναγμ. Να μη τη ξυπνσω. Τρα μου φανεται πως συνλαβα μια μεγλη αλθεια, αλλ το πρω μπορε να μου φανε τι δεν αξζει τον κπο να την απασχολσω μ' αυτ. Βγζει τρα να μικρτερο, σιγαντερο αναστεναγμ. Μαντεω τον χρ­τη του κορμιο της δπλα μου, στο σκοτδι. Γυρζω στο πλευ­ρ, κνω να παρλληλο ζιγκ-ζαγκ και περιμνω να με πρει ο πνος.
_______________

(Εναι το ½ απ τα 10 ½ κεφλαια τοτου του θαυμσιου βιβλου απ τις Εκδσεις "Ψυχογις". Θα σας το συνιστοσα ανεπιφλακτα. Π. Χ.)

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers