Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Κλασσικά 

Μαλακάσης Μιλτιάδης: Γλυκύτατος Ευαίσθητος Βάρδος

 

     Βιογραφικό      

     O Μιλτιάδης Μαλακάσης (του Αγαμέμνονα και Ζωής Κερασοβίτη) ποιητής απ' τους σημαντικούς του νεοελληνικού λυρισμού, γεννήθηκε στο Μεσολόγγι το 1869. Λάτρευε με πάθος τον ιερό αυτόν τόπο. Καταγόταν από οικογένεια αγωνιστών του '21, πλούσια κι άνετη κι αυτό του 'χεν εξασφαλίσει ζωή αφιερωμένη στη τέχνη κι απαλλαγμένη βιοποριστικών εγνοιών. Οι πρόγονοί του (Μαλακάσας ήτανε τ' όνομά του, που το άλλαξε όταν έφτασε Αθήνα) κατεβήκαν απ' τη Πίνδο, πολλά χρόνια πριν απ' την Επανάσταση. Ασχοληθήκαν όλοι με το ξεσηκωμό του έθνους κι ο παππούς Χαράλαμπος, υπήρξεν άνθρωπος του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, που πίστευε κι εκτιμούσε. Ήτανε πολιτάρχης και πυροβολητής στη διάρκεια της πολιορκίας του Μεσολογγίου. Ο πατέρας του ήτανε στρατιωτικός και μετά τον αγώνα, αφοσιώθηκε στη καλλιέργεια των κτημάτων του, στο Γαλατά Μεσολογγίου.
    
Ήταν μοναχογιός με 3 αδερφές -η μάνα του απέκτησε συνολικά 8 παιδιά, ζήσαν όμως μόνο τα 4. Είχαν έτσι, αδυναμία στο αγόρι και το παραχάϊδευαν. Νωρίς άρχισε να γράφει ποιήματα, αλλά ήτανε καλός στο ευθυμογράφημα και στο ρομαντικό πεζοτράγουδο. Σα μαθητής γυμνασίου δεν ήτανε καλός, έχασε και χρονιές. Για να τελειώσει τις γυμνασιακές σπουδές στάλθηκε στην Αθήνα το 1885, να πάρει το απολυτήριο και μπήκε εσωτερικός στο ιδιωτικό λύκειο Παπαγεωργίου. Εκεί μπήκε σε φιλολογικούς κύκλους και συνεργάστηκε με την εφημερίδα Ακρόπολις, που 'χεν έντονη φιλολογική ύλη και τα περιοδικά: Διόνυσος, Παναθήναια και Περιοδικό Μας.
     Τελειώνοντας τις εγκύκλιες σπουδές το 1888, γράφτηκε στη Νομικὴ Σχολή, κατόπιν πίεσης της οικογένειας, που όμως δε τελείωσε ποτέ καθώς ήταν αφοσιωμένος στη ποίηση. Στα φοιτητικά του χρόνια μετέχει σ' όλες τις μποέμικες νεανικές εκδηλώσεις και τρέλες, έκανε κοσμική ζωή κι ήταν μέλος της Αθηναϊκής Λέσχης. Το 1ο ποίημα, διηγείται σε συνέντευξη στην Ειρήνη Αθηναία το 1930, το 'γραψε στα 14:

   "
Επέρασα μια μέρα το ποτάμι αυτό καβάλλα, ανάμεσα σε περάτες που με βοηθούσαν. Το πανόραμα του εξαγριωμένου ποταμού, που με τους αφρούς του εσχημάτιζε θεία λουλούδια μίλησε τόσον αποκαλυπτικά μέσα μου, που όταν βρέθηκα ύστερα σπίτι μου, έγραφα χωρίς να ξέρω κι εγώ πώς, ένα ελεγείο σε μια παιδίσκη. Θυμάμαι και μερικούς στίχους από αυτό το ποίημα, που άρχιζε έτσι:

                                           Μ' αρέσει ν' ανοίγω
                                           το γράμμα σου εκείνο
                                           τα δάκρυα να χύνω
                                           σε κάθε γραμμή
                                           κι εκεί καρφωμένος
                                           με μάτια σκυμμένα
                                           να βλέπω εσένα
                                           ακόμη θερμή.

   …Έγραψα και στην καθαρεύουσα ποιήματα. Ένα ελεγείο που το απήγγειλα μάλιστα στο νεκρό του απόγονου του μεγάλου Καψάλη. Ο Παλαμάς, που αργότερα, πειράζοντάς τον, του υπενθύμισα τους στίχους του στη καθαρεύουσα, μου 'λεγε, ανταποδίδοντάς μου το πείραγμα:
 
-Πρόσεχε, γιατί το ποίημά σου στον Καψάλη το έχω εδώ!"

     Το 1897 γνωρίστηκε με τον ελληνογάλλο ποιητή Ζαν Μορεάς (Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλο), που 'χεν έρθει τότε στην Αθήνα να λάβει μέρος στις πολεμικές εκστρατείες. Συνδέονται στενά και τον αναγνωρίζει σα δάσκαλο. Η γνωριμία αυτή στάθηκε αποφασιστική για τη ποίησή του και τη μετέπειτα πορεία του. Ο Μορεάς που συγκινήθηκε απ' το ταλέντο του νεαρού μετάφρασε 2 ποιήματά του και τα δημοσίεψε στη Γαλλία. Αργότερα έμελλε και να συγγενέψει μαζί του, όταν το 1908 παντρεύτηκε τη 3η κόρη του γνωστού μεσολογγίτη πολιτικού, 4 φορές πρωθυπουργού, Επαμεινώνδα Δεληγιώργη, 1η ξαδέλφη του Μορεάς, την Ελίζα.
     Απ' τη φιλία αυτή το 1909 εγκαθίσταται με την οικογένειά του στο Παρίσι -όπου διετέλεσε πρόεδρος του εκεί ελληνικού συλλόγου κι αρχισυντάκτης της εφημερίδας του- και μπαίνει στα φιλολογικά σαλόνια και τα καφενεία, που ανθούν εκείνη τη περίοδο. Ταξίδεψε βέβαια στη Κωνσταντινούπολη, στο Μόναχο κι αλλού. Στη Γαλλία θα μείνει μέχρι το 1915. Μετά την επιστροφή στην Αθήνα, εργάστηκε για μεγάλο διάστημα στη Βιβλιοθήκη της Βουλής. Αναπτύξε γρήγορα κι εδώ πνευματική δραστηριότητα. Είχεν ιδρύσει με τους Κ. Χατζόπουλο και Λ. Πορφύρα την εταιρεία Εθνική Γλώσσα (1904) που 'κανε συστηματικούς αγώνες για προβολή και καθιέρωση της Δημοτικής κι είχε δημοσιεύσει αρκετά ποιήματά του στο Νουμά, περιοδικό των δημοτικιστών. Το 1917 διορίστηκε κοσμήτωρ (μετά και διευθυντής) στη Βιβλιοθήκη της Βουλής, (1917-35 και 1936-7 που παραιτήθηκε). Διετέλεσε και πρόεδρος, το 1932, της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών κατόπιν εκλογής.
     Γνώρισε νωρίς γενικήν αναγνώριση. Το 1924 τιμήθηκε με το Εθνικό Αριστείο Γραμμάτων και το 1925 τύπωσεν έκθεση περί βιβλιοθηκονομίας. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε στο περιοδικό Εβδομάς το 1885, με τ' αρχικά Μ.Μ. Συστηματικότερα όμως άρχισε να δημοσιεύει ποιήματα, πεζά κι άρθρα στην Εστία και σ' άλλα περιοδικά κι εφημερίδες από το 1892 κι ύστερα. Επηρεάστηκε έντονα απ' τη μακροχρόνια φιλία του με τον Μορεάς, αξιοποιώντας στο έργο του στοιχεία ρομαντικά στην αρχή και κατόπιν παρνασσιστικά, συμβολιστικά και νεοκλασικιστικά. Παράλληλα ασχολήθηκε με μετάφραση, με κατ' εξοχή δημιουργία του τη μετάφραση της συλλογής του Μορεάς "Στροφές".
     Σ
υγκαταλέγεται στους πρώτους επιγόνους του Παλαμά κι ιδιαίτερα σε κείνους που καλλιέργησαν είδος ποίησης που κυριαρχεί ο λυρισμός κι η μουσικότητα, είναι λευτερωμένος από σχολές και τεχνοτροπίες, αν κι είναι βέβαια φανερή στο έργο του η επίδραση του Jean Moreas. Βασικά χαρακτηριστικά του: απαισιόδοξη διάθεση, στιχουργική και ριμική επιδεξιότητα, άρτια χρήση γραπτού λόγου και μουσική αίσθηση. Πιο ρωμαλέα γίνεται η ποίησή του, όταν εμπνέεται απ' το Μεσολόγγι. Στα ποιήματα αυτά κυριαρχει νοσταλγία κι όραμα κόσμου που 'χει χαθεί. Γι' αυτό αν και πολλά απ' τα πρόσωπα που παρουσιάζονται, όπως ο "Τάκη-Πλούμας" κι ο "Μπαταριάς", είναι μορφές ατομικές, εντούτοις ξεχωρίζουνε κι εκφράζουνε το ήθος και τον τρόπο ζωής του ελληνικού λαού στις αρχές μετά την Επανάσταση. Ο αφηγηματικός τόνος, που κυριαρχεί σ' αυτά, θυμίζει δημοτικό τραγούδι. Κι όπως έχει γραφτεί, ο ποιητής είχε τη τόλμη να βάλει στη ποίησή του πράματα κι ανθρώπους με τα ονόματά τους, που 'ταν αντιποιητικό μα εναρμονίστηκαν μες στον επικό κι αφηγηματικό τόνο του καθενός.
     Σ' όλη αυτή τη μακρά πορεία, οι προσανατολισμοί του ποιητή δεν αλλάζουν. H τεχνική του όμως, ήδη υψηλή στις πρώτες συλλογές, θα βελτιωθεί ακόμη περισσότερο, οι στίχοι θα σμιλεύονται ολοένα και πιο λεπταίσθητα, ενώ οι καλύτερες στιγμές του βρίσκονται στα ποιήματα που αναφέρονται στην ιδιαίτερη πατρίδα του, το Μεσολόγγι. Παράλληλα όμως δεν αφήνει ανεκμετάλλευτα τα διδάγματα του Παλαμά και τα ερεθίσματα του αθηναϊκού περιβάλλοντος. Μ' αυτή την έννοια, καθίσταται από τους αντιπροσωπευτικότερους τελευταίους ρομαντικούς. Δίχως ν' αντιστέκεται ή ν' αντιμάχεται τη συντελούμενη ποιητική ανανέωση της περιόδου, αποτελεί μια δεύτερη χαμηλή φωνή. Διακρίθηκεν επίσης για τον αριστοκρατικό μουσικό του λόγο. Όλες του οι συλλογές διαπνέονται από ερεθίσματα της μπελ επόκ και των τελευταίων ρομαντικών ρευμάτων.
     Ὁρισμένοι μελετητὲς τον επέκριναν υποστηρίζοντας ότι είναι κατ' εξοχή τραγουδιστής, ο στίχος του κυλά αυθόρμητος, χωρίς προβληματισμούς, χωρίς ν' αποζητά βάθος λυρικό. Ἐννοώντας ότι δε χρησιμοποιεί φιλοσοφικό στοχασμό. Ο Μαλακάσης όχι μόνο το δεχόταν, αλλά το υποστήριζε:

        "Ἔχω τὸν τρόμο τῶν ἰδεῶν".

     Ήθελε τη ποίηση τραγούδι. Είναι αλήθεια πως αν απ' το ποίημα αφαιρέσεις το αίσθημα, δεν είναι πλέον ποίημα. Ενώ αν διαθέτει αίσθημα κι όχι φιλοσοφικό στοχασμό δε παύει να 'ναι ποίημα. Συναφώς ο ποιητὴς έλεγε:

        "Ποίηση εἶναι μουσικὴ ποὺ παίζεται πάνω στὸ ὄργανο τῆς γλώσσας".

     Ο ποιητής εκφράζει προσωπικά συναισθήματα αδιαφορώντας για τα δεινά του ανθρώπου και της Ελλάδας.
     Το 1925 ένας ποιητής και μεταφραστής απ' τους πιο μορφωμένους νεοέλληνες, έγραψε:

        «Θὰ ἔρθει ἐποχή, ποὺ οἱ στίχοι τοῦ Μαλακάση θὰ γράφονται στὸ πίσω μέρος τῶν φύλλων τοῦ ἡμερολογίου»!

     Εννοώντας ότι οι στίχοι του είναι ευτελείς. Αλλ' αυτό δε βγήκε αληθινό. Περάσανε πάνω από 100 χρόνια που δημοσίευσε "Το Δάσος" και το ποίημα παραμένει επίκαιρο μέχρι και σήμερα. Είτε συμβολικά το πάρει κανεὶς είτε όχι. Γλωσσικά αρυτίδωτο, μ' έξοχες εικόνες και θαυμάσιους
διασκελισμούς. Άλλος κριτικός ισχυρίστηκε πως είναι:

           «ὁ Δροσίνης ποὺ πάει νὰ γίνει Γρυπάρης».

     Ούτε Δροσίνης ήταν ούτε Γρυπάρης. Διότι ο Δροσίνης είναι ευκολοχώνευτος, απλοϊκός, τελειώνεις γρήγορα μαζί του. Τα μόνα ποιήματα που μείναν είναι το "Χώμα Ελληνικό" και το "Χειμωνανθός". Ο Γρυπάρης πάλι έχει κάτι το φιλολογικό. Αυτό ίσως δεν έχει παρατηρηθεί μέχρι σήμερα. Αν εξαιρέσει κανείς 4-5 ποιήματά του θαυμαστής απλότητας όπως "Θάνατος" κι "Ὕπνος", βλέπει ότι χρησιμοποιεί συχνότατα σύνθετα ουσιαστικά κι επίθετα καμωμένα μάλιστα απ' τον ίδιο. Αυτό είναι που του προσδίδει φιλολογικότητα: Μυριοθορυβούμενος, μοσχομπάτης, χαϊδογαργαλίσματα, γλυκοπίπερος, απόψηλος, ποθοπλάνταχτος. Ο Καβάφης τον ειρωνευόταν:

           «Τὰ τρίκλωνα καὶ ξέκλωνα τοῦ Γρυπάρη»!

     Ο
Μαλακάσης στα ποιήματά του απέφυγε τη φιλολογικότητα.
    Ο
σο ζούσε, τύπωσε τα ποιητικά βιβλία: "Συντρίμματα" (1899) "Ώρες"  (1903) "Η Κυρά Του Πύργου" (1904) "Πεπρωμένα" (1909), "Ασφόδελοι"  (1918) "Μπαταριάς", "Τάκη-Πλούμας", "Μπάιρον" (Πλακέτα 1920) "Αντίφωνα" (1931), "Ερωτικό" (1939). Μετέφρασεν επίσης τις "Στροφές" του Moreas (1920). Τα ποιήματα αυτά κινήσανε το ενδιαφέρον του λογοτεχνικού κόσμου και σώζονται γράμματα που τονε συγχαίρουνε και τον επαινούν. Μετά το θάνατό του κυκλοφόρησαν "Τα Μεσολογγίτικα"  (1946), μ' όλα τα δημοσιευμένα στις προηγούμενες συλλογὲς μεσολογγίτικα ποιήματά του. Το 1964 ο Γ. Βαλέτας συγκέντρωσε σε 2 τόμους το σύνολο του έργου του, με τίτλο "Μαλακάσης: Άπαντα". Πρόσφατα, με φιλολογική επιμέλεια του Γιάννη Παπακώστα, έγινε νέα έκδοση των απάντων του σε 3 τόμους: "Ποιήματα" (2005) & "Πεζά"  (2006).
     Έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του αποτραβηγμένος στο σπίτι του στο Ψυχικό. Πέθανε από καρκίνο, στις 27 Γενάρη 1943 στο νοσοκομείο Ευαγγελισμός, -που λίγες ημέρες νωρίτερα είχε φύγει ο πατριώτης του λογοτέχνης Αντώνης Τραυλαντώνης- σ' ηλικία 74 ετών.

                  

-------------------------------------------------------------------- 

    Στον Σάτυρο Μιας Παλιάς Βρύσης
                                                                     αφιερωμένο του φίλου μου Β. Λιανίτη
Φαύνοι και Σιληνοί Θεοί στο βάθρο ενός Σατύρου
και το νερό που ακίνητο τους καθρεφτίζει,
όραμα πράο και θλιβερόν όλα τριγύρου,
όλα τηςμούχλαςτ΄άρωμα τ΄αρωματίζει...

Ω Θεέ του πόθου, η δόξα σου αιώνια νάναι!
Έτσι να μένεις τραγικός πιο κι από μόνος
χωρίς λαλήματα τερπνά πουλιών που πάνε,
χωρίς ένας απάνω σου πράσινος κλώνος...

Ρόδα και φύλλα στην κορφή την ιερή σου,
απ' τη λειχήνα κι απ' τα μούσκλια φαγωμένα,
κι η νύφη Αμαδρυάδα σου, έγνοια πικρή σου,
τόσο ποτέ όσο σήμερα μακριά από σένα.

Ανήλεη πνέει η πνοή στα μυροβόλα,
κι αγιάγερτη η επιστροφή των όσων κλαίμε,
μα πάνω απ' τα παράπονα, τα δάκρυα όλα,
τα που ποτέ δε θ' ανεβούν, τα που δε λέμε.

Αίμα χυμένο των ανθών κι αίμα χυμένο
απ' την καρδιά τόσων πουλιών, τόσων θανάτων...
Κι εγώ στο στοιχειωμένονε κύκλο να μένω
του Σάτυρου, των Χιμαιρών και των Τεράτων!

         Το Σονέτο Του Μεσονυχτίου

Όλα σβυσμένα γύρω μου, στη πάχνη όλα κρυμμένα,
χαμένα κάτω από το φως κ' απ' το σκοτάδι κάτου,
με το βαρύν αέρα τους με πνίξαν ξάφνου εμένα
θαμπώνοντάς μου τη στεγνή ρονιά του αναβλεμμάτου.

Μα δάκρυο δεν εστάλαξε μηδ' έλαμψε κανένα
στο ξαναμμένο γλέφαρο, στητό στο λάγκεμά του,
και τα δικά μου αγρίκησα βαθιά μου και τα ξένα,
καρδιόχτυπα ανατάραχτα σε μια σιωπή θανάτου.

Κι είπα το χαίρε δυο φορές και μες στο χάος ο ήχος
εχάθη, ως αντιβόησε ο βυθός του κάτω κόσμου,
μήνυμα πως σφραγίστηκε παντοτινά ο χαμός μου.

Και μένει επίσημος στυγνός ο αριστοκράτης στίχος
αξήγητος Συβιλλικός ν' ανησυχεί μονάχα
τα πνέματα που ανώφελα παλεύουν νυχτομάχα.

Καταιγίδα Μαρτιάτικη

Αδρές
Χοντρές
Οι στάλες
πέφτουν, οι μεγάλες
τηςβροχής
κι αριές
Κλάμα
πικρό
και πώς αχείς
Πώς αντηχείς
μες στις θλιμένες
τις καρδιές
Αντάμα
με σπασμένες
δοξαριές
Βαρειές
πούναι οι βαθειές
πληγές
Και της βαρύγνωμης ψυχής
Οι απελπισιές...
Διες
Ήλιος του Μαρτιού
μαζί με το χαλάζι,
Το σκληρό
σαν τ' άστρα.
Ω έννοια!
Ζει μες στ' άλλα,
πώχει η μπόρα,
ζει κι η στάλα
ακόμα
το νερό
αφού στάζει
έτσι τώρα
μεςστη φαρφού-
-ρένια
γλάστρα...

Απόψε, ωιμέ
Απόψε εμέ
Απόψε κάψε με καϋμέ
Απόψε κόψε,
ότι η Κλωθώ
μού κλωθε,
θάνατε, ναρθώ...
Τι στο βυθό
του πόνου, της ψυχής
Ο αθός σπαράζει,
Τι βλέπω εσέ
Πνιμένον κόσμε μου χρυσέ
Μέσα στο βρόχι της βροχής
Και στο χαλάζι...

                             Μοιραία

Σε ρεμβασμούς νάχει πικρούς τη σκέψη του αφισμένη
νάχει οπλισμένη την ψυχή τάχα μ' απαντοχή
το κάθε του είδωλο μ' ανθούς δροσάτους να το ραίνει,
και να το χάνει στο βοριά στο χιόνι, στη βροχή.

Και να περνά... κι ο θάνατος στο πλάι του να διαβαίνει·
να βλέπει και να μελετάμ' έναν καϋμό βαθύ
πώςθα τον λησμονήσουνε κι οι πιο του αγαπημένοι
κι όσοι δε θα τον έχουνε ως τα τότε απαρνηθεί...

Τα δάκρυα τους θα τα φωτά η παρηγοριά στο στόμα
το πικραμένο τους φαιδρό το γέλιο θα ξυπνά
το θούριο χαρμόσυνα θα κρούει κι η ελευθερία.

Μια τυραννία κι ο έρωτας κι όσο πιστός πιο ακόμα,
καινούργια θέλει τη ζωή κάθε καρδιά ξανά
μακριά 'πό κείνους πώκρυψεν η μαύρη γης η κρύα.

          Ους Θεοί Φιλέουσι

Μπρος στους ονειροπόλους θα περνούνε
της νιότης οι ίσκιοι και της ομορφιάς
κι εκείνοι πάντα θα τους χαιρετούνε
με τον καϋμό μιας άδολης καρδιάς.

Με το διαλογισμό θ' ακολουθούνε
το διάβα τους στα σκότη της νυχτιάς
και θα περνούν και πάλι θα γυρνούνε
σαν είδωλα της υπνοφαντασιάς

Μα είτε ιστορίες γίνονται, είτε στίχοι,
θα ζούνε πάντα αντικειμενικά
στο πείσμα σου καταραμένη Τύχη!

Στα δράματα και στα ρομαντικά
βιβλία που μένουν άφθαρτα, τα ωραία,
ποιος νέος που πέθανε ποτέ ποια νέα;

                 Σ' Ένα Παλιό Ναό

Αρχαίε ναέ στον τοίχο σου προς τη γυρμένη θύρα
το νέο δεντράκι εγέμισε πλατύφυλλα κλαδιά
μια Μοίρα εκεί σού τό 'φερε, καλοθελήτρα Μοίρα,
να τόχεις γι' αντιστήλι σου και για παρηγοριά.

Να δώσει ο Θεόςνα χαίρεσαι το ευλογημένο δώρο
και νάναι η δόξα του μικρού δεντρού παντοτεινή
πίστεψε εμένα, αρχαίε ναέ τον άσκοπο οδοιπόρο
που στέκομαι και σας θωρώμε μια καρδιά ορφανή.

Τρία Απονύχτερα

Ι.
Ω οι θλιμμένες ώρες
Μέσα στην ψυχή μου
ανάβουν νεκροκέρια
ω και να κρατούσα
καθώς τώρα, πάντα,
τα λευκά σου χέρια.

Ω οι θλιμμένες ώρες
Τι μελαγχολία
πάσα η πλάση δείχτει
έγνοιες μαυροφόρες
πλέκουν λογισμέ μου
γύρωθέ σου δίχτυ.

Ω οι θλιμμένες ώρες
στ' ουρανού το δώμα
σιωπή και λύπη
κάθε μια στιγμή των
φεύγει, φεύγει ωιμένα
μ' ένα καρδιοχτύπι.

Ω οι θλιμμένες ώρες
που μου σιγολένε
κάποιες ιστορίες
ω που την ψυχή μου
τη μαραίνουν κάποιες
κρύφιες νοσταλγίες.

Ω οι θλιμμένες ώρες
μέσα στη ψυχή μου
ανάβουν νεκροκέρια
ω και να κρατούσα
καθώς τώρα, πάντα,
τα λευκά σου χέρια.

ΙΙ.
Νεκρωμένο φέγγος
χύνει το φεγγάρι
στ' αφρισμένο κύμα
που γοργοκυλά,

νεκρωμένο φέγγος
πίνει το χορτάρι
που στα κορφοβούνια
σειέται σιγαλά

Νεκρωμένο φέγγος
ζώνει τα πλατάνια
και τα κυπαρίσσια
τα ψηλά ψηλά

νεκρωμένο φέγγος
πλέκει σε στεφάνια
της αμυγδαλίτσας
τ' άνθια τα απαλά

Νεκρωμένο φέγγος
μες στο κοιμητήρι
σε σταυρούς σε πλάκες
σέρνεται δειλά

νεκρωμένο φέγγος
έχει ακόμα γύρει
στην ψυχή μου που έρμη
κλαίει σιωπηλά

ΙΙΙ.
Χύθηκε μες στον κήπο σου
σταλιά-σταλιά ένα βράδυ,
στις αμπελίνες το αίμα σου
και στο περιπλοκάδι,

κι οι σύφραχτες το ρούφηξαν
φριμμένες βαλσαμίνες
και με λουλούδια κόκκινα
ξημέρωσαν κι εκείνες

Κι όσα άνθια κι όσα ανθόκλωνα
με τ' άσπλαχνό σου χέρι
μάζεψες κι αλαφρόστρωσες
να κάμεις μεσημέρι

Φλογίστηκαν κι ανάλυωσαν
κι εγίναν άγριο ρέμα
και κοιμισμένη σ' έπνιξαν
μέςστο δικόμου το αίμα.

                            Μπάιρον

Στους τοίχους άρματα ασημιά και φλωροκαπνισμένα,
τακίμια απά στα χαμηλά διβάνια τα νταμάδα,
τα φυσεκλίκια αραδιαστά τα χαϊμαλιά ένα-ένα
κι απ' τ' ανοιχτά παράθυρα της λίμνης φως η αχνάδα.

Μες από την αυλόπορτα, το σελωτό σπαθάτο
της Αραπιάς με τα κροσσάτα φάλαρα, φρουμάζει
και μπρος στο μόντζο το σκοπό που τα νερά από κάτω,
μονόξυλο με το μακρύ σταλίκι γλει κι αράζει.

Σουλιώτες Φράγκοι, αδάμαστοι Μεσολογγίτες γόνα
το γόνα, χάμου κάθουνται, να τιναχθούν και πάλι,
σα θα προβάλει ισόθεος ο ασύγκριτος κορώνα
φορώντας τον ηλιόγυρο στο αγγελικό κεφάλι.

Όμως και το ψαρόπουλο στο νιοβαμένο πριάρι,
που το σαλεύει μια ριπή του κόρφου αριά χυμένη,
χαρούμενο που κι ο γιαλός αρχίναε να φρεσκάρει,
στρώνει στην πρύμη το χαλίκι ορθό τον περιμένει.

Μα Κείνος πρι να δώσ' η αυγή με το φτερό κοντήλι,
σαν από χάδι ή κρούσιμο στον ύπνο μηνυμένος
ριμάρει ακόμα τον καϋμό του υστερνού του Απρίλη,
δοξάζοντας πάλε και σε, κατατρεγμένο Γένος.

Κι εγώ που τότε σε δασά προγόνου στήθια μέσα,
ξέχωρου εκεί στους διαλεχτούς έσφυζα στάλα αιμάτου,
και σαν ιδέα κυμάτιζα μες στην πλατιά του ανέσα,
και στην αητένια του γοργή σπίθιζα αναβλεψιά του.

Ποιος ξέρει! σε ποιο στρόφιλο να πόντισα άξαφνα, όντας
άνοιξε η θύρα κι έτριξαν βαριάτα σκαλοπάτια
κι εστάθη τους αρματωλούς μπροστά χαμογελώντας
και τον παπού μου εκοίταξε καλά-καλά στα μάτια...

                        Γυρισμοί

Σας ξαναβλέπω, ω ξέφωτο, μαγευτικές ακρογιαλιές
νερά στρωτά όπου πρώτα
το γύρω θάμα εκλείνατε μέσα σε χίλιες σας σταλιές
με τα μαλλιά μου ως τίναζα το διαμαντένιο ιδρώτα.

Φεύγω και πάλε, έχετε γεια χρώματα, σχήματα, ουρανοί
στο χρυσαφένιο δίσκο,
σας παίρνω τώρα όλα μαζί στην ξενητειά τη σκοτεινή
στης θολωμένης μου ματιάς το δάκρυο να σας βρίσκω.

                           Η Ελενιώ

Στου Λάζαρου του Χρυσικού μικροί σταυροί μικρές καρδιές
δετά μεντάγιες βέρες
κορίτσια τ' αγοράζουνε με νόημα για τις Κυριακές
και τις γιορτές ημέρες.

Δες την Ανίκα, πέταλο με ρουμπινάκια καρφωτό
κρέμασε κόντρα-πέτο·
τον είδαν στην παλάμη της τον καβαλάρη ομορφονιό
και θα τον πάρει εφέτο.

Κι η Πολυξένη τόβαλε το δίβεργό της το ζερβί
κι η Ρούσου η Αντιγόνη,
σ' αλέγρα φέλπα πέρασε το σταυρουδάκι, για τ' αντί
του νιού που την πεισμώνει.

Μα η Ελενιώ το σκέπασμα του ρολογιού του Σίγμα Ταυ
κρυμένο πρέπει νάχει,
φκιασμένο από το Λάζαρο, καρδούλα, για παρηγοριά
που θα βρεθεί μονάχη.

Κι αν κλαίει πως φεύγει εκείνος της μεθαύριο, θέλοντας και μη
για τ' άχαρα τα ξένα,
μα πλειο που χάση φεγγαριού να στέργουν έτσι απ' την αρχή
διπλά τα μαντεμένα.

Στου Λάζαρου του Χρυσικού μαλάματα, διαμαντικά
κι η Ελενιώ αγοράζει,
για τον αγαπημένο της την πέτρα π' ούτε σε φωτιά
κι ούτε σε τόρνο σπάζει. 

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers