Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Κλασσικά 

Williams Thomas Lanier ( Tennessee ) III: Κορυφαίος Δραματουργός Τεχνίτης

 Τενεσί Ουίλιαμς

                                   Βιογραφικό

    Ήταν από τους σημαντικότερους Αμερικανούς θεατρικούς συγγραφείς, μαζί με το σύγχρονό του, ’ρθουρ Μίλερ. Είχεν έντονες επιρροές από Τσέχωφ, και Στρίντμπεργκ. Έγραψε ποιήματα, νουβέλες, θεατρικά έργα, παιχνίδια, ιστορίες και μυθιστορήματα. Κέρδισε Πούλιτζερ το 1948 για το "Λεωφορείον Ο Πόθος" και το 1955 για τη "Λυσσασμένη Γάτα". Eίναι γνωστός για τα αμερικάνικου νότου έργα και για τους έντονους του χαρακτήρες. Οι ρόλοι είναι αγαπημένοι σε κάθε φοιτητή υποκριτικής και μεγάλο ηθοποιό για τις λεπτές αποχρώσεις της ψυχολογίας του και των έντονων εναλλαγών τους.
     
Στα κορυφαία δημιουργήματά του, αναδείχθηκε έξοχος χειριστής του θεατρικού λόγου, μοναδικά ευαίσθητος στις παλίρροιες των ανθρώπινων παθών και βαθιά ποιητής στη δραματική διατύπωσή τους. Οι ήρωες του και προπάντων οι ηρωίδες του συνθέτουν μια πινακοθήκη από πολυώδυνες θεατρικές μορφές, ανατομημένες ως τα έσχατα του πάθους τους. Συνήθης φυσιογνωμία στα έργα του είναι η ηρωίδα στα όρια της παράνοιας, με καθαρές επιρροές από τη ζωή της αδερφής του, Ρόουζ. Απ' την αδερφή του και τη μητέρα του φαίνεται ότι εμπνέεται για τους γυναικείους χαρακτήρες (Laura, Amanda) στο "Γυάλινο Κόσμο", ενώ ο χαρακτήρας της Μπλανς Ντιμπουά στο "Λεωφορείον Ο Πόθος" φαίνεται βασίστηκε στη Ρόουζ, αλλά και στον ίδιο, καθώς τη περίοδο που 'γραφε το έργο, πίστευε ότι θα πεθάνει κι ότι θ' αποτελούσε το κύκνειο άσμα του. Στη "Λυσσασμένη Γάτα" διακρίνονται στοιχεία από τη ζωή του, όπως η ομοφυλοφιλία, ο αλκοολισμός κι οι ψυχικές διαταραχές.
     Σε πολλά από τα έργα του, ενσωματώνει στοιχεία της δικής του προσωπικής ζωής και των παιδικών του χρόνων με την οικογένειά του. Ο "Γυάλινος Κόσμος" θεωρείται το πιο αυτοβιογραφικό έργο του. Στην ουσία, περιγράφει την ίδια του την οικογένεια. Ο πατέρας του, μια αυστηρή πατριαρχική φιγούρα, που θεωρούσε ουσιαστικά "απόντα" λόγω της δουλειάς του. Ο Τομ του έργου είναι ο ίδιος ο συγγραφέας (το πραγματικό μικρό όνομα του ήτανε Τόμας), η Αμάντα είναι η μητέρα του, μια αριστοκρατική γυναίκα, ωστόσο υπερπροστατευτική, αλλά κυρίως έχει επηρεαστεί από την αδερφή του, Ρόουζ, που 'ναι κι η έμπνευση για τη Λόρα, καθώς η ίδια έπασχε από σχιζοφρένεια κι είχε υποβληθεί σε λοβοτομή, με αποτέλεσμα να μείνει σχεδόν ανάπηρη για το υπόλοιπο της ζωής της.

    "Οι χαρακτήρες του "Γυάλινου Κόσμου" δε σβήνουν μαζί με το έργο. Προεκτείνονται στα κατοπινά έργα του. Η ’λμα του "Καλοκαίρι & Καταχνιά" είναι ομογάλακτη αδελφή της Λόρα κι ο ξεπεσμός της ’λμα στη τελευταία σκηνή του έργου συνεχίζεται δραματικός σ' όλάκερο το "Λεωφορείον Ο Πόθος", που η Μπλανς Ντιμπουά ξαναγυρίζει στις φαντασιώσεις της Αμάντα του "Γυάλινου Κόσμου". Ουσιαστικά σ' όλα τα έργα του υπάρχει ένας βασικός χαρακτήρας, μία βασική κατάσταση: ο άνθρωπος (η γυναίκα κυριώτατα), που ανήμπορος να πλάσει τη πραγματικότητα σύμφωνα με τα όνειρά του και μην αντέχοντας τη θλιβερότητά της, γλιστρά στη φαντασία για να βρει μιαν υπνωτική λύτρωση". (Μάριος Πλωρίτης)


                     
                                    Tennessee Williams

    
Γεννήθηκε 26 Μάρτη 1911, στο Κολόμπους, Μισσισσιππή. Η μητέρα ήταν από αριστοκρατική οικογένεια κι ο πατέρας ήτανε πλασιέ σ' εταιρεία παπουτσιών. Στα 5 του διαγνώστηκε παράλυση των ποδιών του, ασθένεια που τον καθήλωσε για 2 χρόνια. Καθώς δε μπορούσε να κάνει τίποτα, ενθαρυμμένος από τη μητέρα του, άρχισε να φαντάζεται και να γράφει ιστορίες. Μεγαλώνει μέχρι τα 9 εκεί και πάντα θυμάται το πόσο ευχάριστη και γεμάτη φαντασία ήταν η ζωή. Όμως μετακομίζουν στο Σαιν Λούις του Μισσούρι, ένα μέρος πολύ διαφορετικό κι άσχημο για ένα μικρό παιδί που βιώνει παράλληλα με τη πολύ άσχημη σχέση με τον πατέρα του, την αποξένωση στο καινούριο περιβάλλον. Ο ίδιος, βέβαια, θεωρεί ότι τα χρόνια εκείνα ήταν χρήσιμη «παιδεία» για έναν συγγραφέα. Μόλις το 1924, στα 13, εκδίδει στη σχολική εφημερίδα μια ιστορία φαντασμάτων κι ένα χρόνο μετά γράφει το πρώτο του διήγημα, "Απομονωμένος", χαρακτηριστικό για τις τότε εμπειρίες του. Ο ίδιος δηλώνει ότι το γράψιμο ήταν ήδη από τότε γι' αυτόν ένας τρόπος απόδρασης:

   «Στα 14 μου, ανακάλυψα το γράψιμο σα φυγή απ' τον κόσμο της πραγματικότητας, όπου ένιωθα τρομερά άβολα. Έγινε αμέσως το αναχωρητήριό μου, η σπηλιά μου, το καταφύγιό μου».
                  (πρόλογός του στο "Γλυκό Πουλί Της Νιότης").

     Σε πολλά απ' τα έργα του, εμπνεύστηκε απ' την ίδια του την οικογένεια για την ανάπτυξη των πρωταγωνιστικών του χαρακτήρων. Ο πατέρας είχεν όλο και πιο βάναυση συμπεριφορά, απέναντι στα παιδιά του με το πέρασμα των χρόνων. Συχνά ευνοούσε τον αδερφό του, ίσως λόγω της ασθένειας και της αδύναμης γενικά φύσης του ίδιου στα παιδικά του χρόνια. Η μητέρα, είχε βλέψεις ως εκλεπτυσμένη κυρία της υψηλής κοινωνίας του Νότου και δημιουργούσε ασφυκτική ατμόσφαιρα, ενώ πιθανότατα είχε νευρική διαταραχή.
     Ο Ουίλιαμς ήτανε πολύ κοντά με την αδερφή του Ρόουζ κι η ζωή της τον επηρρέασε ίσως πιότερο από κάθε τι άλλο. Σε νεαρή ηλικία, έμαθε ότι πάσχει από σχιζοφρένεια και πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής της σε ψυχιατρικές κλινικές. Στη προσπάθεια καταπολέμησης της ασθένειάς της, οι γονείς ενέκριναν τη λοβοτομή της το 1937 στην Ουάσινγκτον. Δυστυχώς τ' αποτελέσματα δεν ήτανε τ' αναμενόμενα κι η Ρόουζ σακατεύτηκε για το υπόλοιπο της ζωής της. Ο Τένεσι υπέστη ισχυρό σοκ απ' το γεγονός αυτό και δε συγχώρησε ποτέ τους γονείς και τον εαυτό του, γιατί νόμιζε πως θα μπορούσε να το 'χε αποτρέψει, αν το 'χε μάθει έγκαιρα. Η ασθένεια της συνέβαλε ίσως στην εξάρτησή του απ' το αλκοόλ, ωστόσο πιθανώς να υπήρχε γενετική προδιάθεση, καθώς κι ο ίδιος υπέφερε από κατάθλιψη.
     Στα 16, κέρδισε το πρώτο του βραβείο για το δοκίμιο "Can a Good Wife Be a Good Sport?", ενώ η κατάσταση στο σπίτι του είναι πολύ άσχημη. Το 1928 δημοσιεύει το 1ο του διήγημα, "Η Εκδίκηση Της Ντόρσι", ενώ επίσης ταξιδεύει στην Ευρώπη με τον αγαπημένο του παππού. Ξεκίνησε σπουδές δημοσιογραφίας (1929) στο πανεπιστήμιο του Μισούρι, -οι συμφοιτητές του κόλλησαν το παρατσούκλι Τennessee λόγω της συρτής νότιας προφοράς του- και γράφει και το 1ο του θεατρικό "Beauty Is The World", που αποσπά τιμητική μνεία σε διαγωνισμό. Eρωτεύεται τον συγκάτοικό του, ενώ ο πατέρας του τονε τιμωρεί για τους χαμηλούς βαθμούς του αναγκάζοντάς τον να εργάζεται στην εταιρεία του. Το 1932 αφήνει τις σπουδές του για να συνεχίσει να εργάζεται εκεί κι η αδελφή του νοσηλεύεται 1η φορά σε σανατόριο. Το 1934 παθαίνει καρδιακή προσβολή και νοσηλεύεται, ενώ η αδερφή του παθαίνει τη 1η κρίση διανοητικής διαταραχής. Αρχίζει να αισθάνεται πιο σταθερά έλξη, όχι για τη συγγραφή γενικότερα, αλλά ειδικά για το θεατρικό έργο. Έτσι αρχίζει να γράφει πιο συστηματικά για το θέατρο.
     Μετεγραφεται στο 
πανεπιστήμιο Ουάσινγκτον στο Σαιν Λούις, συνεχίζει σπουδές θεατρολογίας κι εκεί παρουσιάστηκαν και τα πρώτα του έργα "Κεριά Στον Ήλιο" και "Φυγάς". Μετεγράφεται στο πανεπιστήμιο της Αϊόβα για να σπουδάσει δραματουργία-σκηνοθεσία. Μαγεύεται απ' τον Τσέχωφ. Ενώ η αδερφή του κλείνεται πια σε ψυχιατρείο για σχιζοφρένεια, αρχίζει να έχει μια πιο έντονη θεατρική παραγωγή με μονόπρακτα κυρίως, που παίζονται από μικρούς θιάσους. Το 1938 παίρνει το πτυχίο του. Φοιτητής ακόμη, έγραψε μαζί με τη Ντόροθι Σαπίρο τη φάρσα "Κάιρο! Σαγκάη! Βομβάη!", που παίχτηκε το 1935 στο Μέμφις του Τενεσί. Τα επόμενα χρόνια, ανεβάστηκαν μερικά ακόμη μονόπρακτά του και το 1939, αρχίζει να χρησιμοποιεί το Τενεσί. Την ίδια χρονιά του δόθηκε απ' το Group Theatre βραβείο 100 δολαρίων για το μονόπρακτο "Αμερικάνικα Μπλουζ", καθώς και μια υποτροφία 1000 δολαρίων από το ίδρυμα Ροκφέλλερ. Το 1939 είχε μετακομίσει στη Λουιζιάνα κι έμεινε για κάποιο χρονικό διάστημα στη Γαλλική Συνοικία στη Ν.Ορλεάνη.
     Στη Ν.Υόρκη (1940) ανεβαίνει από 'να πειραματικό θέατρο το μονόπρακτό του "Το Μεγάλο Αντίο" και στη Βοστώνη το δίπρακτο "Μάχη Αγγέλων", πρόπλασμα του κατοπινού "Ορφέα στον ’δη" μα κατεβαίνει αμέσως από τη λογοκρισία. 'Ενα ακόμη μονόπρακτο του, το "Προς Κατεδάφιση", θα παρουσιαστεί το 1942 στη Ν.Υόρκη και το 1943 στο Κλήβελαντ, το τρίπρακτο "Το Πρώτο Χάδι", γραμμένο με τον Ντόναλντ Ουίνταμ. Τον ίδιο χρόνο, υπογράφει 6μηνο συμβόλαιο με τη Μέτρο-Γκόλντουιν Μάγερ, -μόνος αξιομνημόνευτος καρπός του είναι το σενάριο "Ο Επισκέπτης", πρόδρομος του "Γυάλινου Κόσμου", ενώ λοβοτομείται η αδελφή του, πράγμα που δε γνώριζε και τονε γεμίζει ενοχές αυτό, γιατί πίστευε πως θα μπορούσε να το 'χε αποτρέψει.
      Ο "Γυάλινος Κόσμος" -ποιητική αναπόληση της χαμένης νιότης και του φανταστικού Νότου, λυρική δραματοποίηση της αυταπάτης και των προδομένων ονείρων- τον «αποκάλυψε» μεμιάς, όταν παίχτηκε πρώτα στο Σικάγο (1944) κι ύστερα στη Ν.Υόρκη (1945), σκηνοθεσία Μάργκο Τζόουνς & Έντι Ντάουλινγκ. Πήρε βραβείο Κριτικών Ν.Υόρκης και θεωρήθηκε σταθμός στην ιστορία του αμερικανικού θεάτρου. Ο ίδιος χαρακτήρισε τη ξαφνική καθιέρωσή του καταστροφή της επιτυχίας, μιας επιτυχίας που στηρίχθηκε στην αποτυχία και τη καταστροφή των ηρώων του, στη frustration, την απόγνωσή τους για όσα πόθησαν αλλά δε μπόρεσαν ν' αποκτήσουν και να πραγματώσουν. Αυτό στάθηκε και το μόνιμο θέμα όλων σχεδόν των έργων που έγραφε η τρομαγμένη καρδιά του, στοιχειωμένη απ' την αγωνία της μοναξιάς και της παράνοιας, του πάθους και του θανάτου.

     
Έγραψε (1947) τα: "Καλοκαίρι & Καταχνιά", "Ελεγεία Ενός Ανεκπλήρωτου Έρωτα", ενώ ξεκίνησε να γράφει το "Λεωφορείον ο Πόθος"
και το τελείωσε αργότερα στη Φλόριντα. Το έργο γνώρισε τεράστια επιτυχία: πήρε βραβείο Κριτικών Ν.Υόρκης και Πούλιτζερ, παρουσιάστηκε στη Ν.Υόρκη σε σκηνοθεσία Ελία Καζάν με το Μάρλον Μπράντο στον πρωταγωνιστικό ρόλο, ενώ έγινε και ταινία το 1951 και χάρισε το Όσκαρ στη Βίβιαν Λι. Οι παραστάσεις του αρχίζουν να παίζονται πέρα από τον Ατλαντικό: στο Λονδίνο ανεβαίνει το 1948 ο "Γυάλινος Κόσμος" και το 1949 το "Λεωφορείον Ο Πόθος". Το μοτίβο της ψυχασθένειας επανέρχεται συχνά στα έργα του, με αποκορύφωμα το "Ξαφνικά Πέρσι Το Καλοκαίρι". 
    Το 1947 επίσης, γνώρισε κι ερωτεύτηκε το Φρανκ Μέρλο, Ιταλό 2ης γενιάς, μέχρι το θάνατό του από καρκίνο το 1963. Όσο ήταν μαζί έγραψε τα: "Μίλα Μου Σαν Τη Βροχή" 1950, στη παρακ΅ιακή ατ΅όσφαιρα ενός φτηνού δω΅ατίου, ένας άντρας και ΅ια γυναίκα συζητούν, η οικονο΅ική τους κατάσταση αλλά κι η προσωπική τους σχέση βρίσκεται στα όρια της εξαθλίωσης, εκείνος εκφράζει την επιθυ΅ία να κάνουν ΅αζί νέο ξεκίνη΅α, κείνη ΅ες από 'να ΅ονόλογο-ξέσπασ΅α δηλώνει την ανάγκη ν' απο΅ονωθεί (παρουσιάζεται στο Σικάγο κι αργότερα στη Ν.Υόρκη, Μανχάταν.), "Τριαντάφυλλο Στο Στήθος" 1951, (έγινε ταινία με τους ’ννα Μανιάνι και Μπαρτ Λάνκαστερ), το μόνο έργο του με ευτυχή κατάληξη, "Καμίνο Ρεάλ" 1953, δραματική φαντασμαγορία, όπου παρελαύνουνι: Δον ΚιχώτηςΜπάυρονΜαργαρίτα Γκωτιέ κι άλλοι ρομαντικοί ήρωες, "Λυσσασμένη Γάτα1955, (ταινία, σκηνοθεσία Καζάν, με τον οποίο συνεχίζουν τη συνεργασία στη νέα ταινία "Baby Doll". ενώ ο ίδιος περνά κείνη την εποχή φάση κατάθλιψης, καταχρήσεων κι αλκοολισμού, έχοντας χάσει και τον αγαπημένο του παππού.), ένας «νόμιμος» έρως που υπονομεύεται από έναν 'αφύσικο' (βραβείο Πούλιτζερ και Κριτικών Ν.Υόρκης), "Ο Ορφέας Στον ’δη" 1957, άλλος ένας έρωτας ανάμεσα στη γη και τη κόλαση, (ενώ ξεκινά ψυχανάλυση, για ένα περίπου χρόνο), "Ξαφνικά Πέρσι Το Καλοκαίρι", όπου θρασομανούν ομοφυλοφιλία και καννιβαλισμός, "Κάτι Που Δε Λέγεται", "Περίοδος Προσαρμογής" 1958, "Γλυκό Πουλί Της Νιότης" 1959, (ταινία, σκηνοθεσία Καζάν), έργο-συμπερίληψη βασικών χαρακτηριστικών -ακόμη κι ελαττωμάτων- της δραματουργίας του, τέμνονται το συναίσθημα με τον βαθύ υπολογισμό, το ηθικό δέος και το καλλιτεχνικό δέον, ο ατομικός λόγος κι ο κοινός, η ποίηση κι η φλυαρία, η ευλογία του έρωτα κι ο αναθεματισμός του: μια σταρ κι ένας γόης έρμαια της παρακμής και των ναρκωτικών, "Περίοδος Προσαρμογής" 1960, μια οικογενειακή κωμωδία όχι τόσο... κωμική, "Η Νύχτα Της Ιγκουάνα" 1961, μια ακόμη ιστορία κατάρρευσης και σεξουαλικής υστερίας (βρ. Κριτικών Ν.Υόρκης).
     Ο Μέρλο εξισορροπούσε τις κρίσεις κατάθλιψης του Ουίλιαμς και του φόβου του ότι θα οδηγούνταν στην παράνοια και την τρέλα, όπως η αδερφή του. Κατά τη διάρκεια των δεκαετιών '50 κι '60, αντιμετώπισε τη σκληρή κριτική απ' ορισμένους κριτικούς του θεάτρου, εξαιτίας του τρόπου ζωής και των ομοφυλοφιλικών του τάσεων, που τις τόνιζεν ιδιαίτερα. Σιγά-σιγά το ύφος των έργων του ωρίμαζε και σε κάποια προχωρούσε σε πειραματισμούς, κάτι που τον αποξένωσε ακόμη πιότερο απ' τους κριτικούς. Η "Ιγκουάνα" θεωρείται το τελευταίο επιτυχημένο έργο του, γιατί από κει και μετά γράφει "Το Τρενάκι Δε Σταματά Εδώ" κι "Ο Τελευταίος Επισκέπτης" 1962, έργο που παίχτηκε στο Φεστιβάλ του Σπολέτο κι αργότερα, 1968, μεταγράφτηκε στη ταινία "Boom", είν' απαρχή απανωτών αποτυχιών, ειδικά μετά και τον θάνατο του Μέρλο, το 1963, από καρκίνο.

   «Είμαι ένας ελάσσων καλλιτέχνης που 'τυχε να γράψει ένα-δύο μείζονα έργα, αλλά δε μπορώ να πω ποια είναι αυτά...»

 

     Καταφεύγοντας όλο και περισσότερο σε αλκοόλ και ναρκωτικά, κλείστηκε 3 μήνες σε ψυχιατρείο (1969), ξαναβγήκε, ξανάρχισε τις προσπάθειες να ξαναβρεί τον εαυτό του, αλλά του κάκου. Παρουσιάζεται το "Στο Μπαρ Ενός Ξενοδοχείου Του Τόκυο". Σ' όλα τη δεκαετία αυτή παρουσιάζει έργα του. Το 1970 βραβεύεται με το χρυσό μετάλλιο της Ακαδημίας Γραμμάτων και Τεχνών, ενώ σκηνοθετεί ο ίδιος το έργο του "Η Τέλεια Εξήγηση Που Έδωσε Ο Παπαγάλος". Τα 22 μικρά και μεγάλα έργα που έγραψε τη περίοδο αυτή, δεν ήτανε παρά απόηχοι των παλιών φαντασμάτων του και δε γνώρισανε καμιάν επιτυχία. Στα 70 το τελευταίο του θεατρικό "Και Τώρα Οι Γάτες Με Πετράδια Για Νύχια" απορρίπτεται από το New World Festival Of Arts, σαν εξαιρετικά σύντομο. Το 1982, η αγάπη του για τον Τσέχωφ του εμπνέει το "Σημειωματάριο Του Τριγκόριν". Το τελευταίο έργο του που παίχτηκε όσο ο ίδιος ήταν εν ζωή, ήτανε το δίπρακτο "Κάτι Ασαφές, Κάτι Ξεκάθαρο", το 1981 χωρίς επιτυχία.
     Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι κανείς άλλος αμερικανός δραματικός συγγραφέας δεν ήτανε τόσον επικεντρωμένος στο σεξ όσον αυτός. Και το ενδιαφέρον είναι ότι, ενώ οδηγεί τους ήρωές του στο δρόμο της σάρκας, στο τέλος τους τιμωρεί παραδειγματικά για τις επιλογές τους. Με τον τρόπο του είναι σα ν' αποτίει φόρο τιμής στον καλβινιστή Θεό του γενέθλιου τόπου του, Θεό τιμωρό. Απ' την άλλη, πάλι με τον τρόπο του, είναι σα ν' αποτίει φόρο τιμής στη Μέκκα του αμερικανικού θεάτρου, το μεσοαστικό Μπρόντγουεϊ.
     Είναι γνωστό πως απ' την αρχή της καριέρας του, αποζητούσε το μεγάλο κοινό. «Οσο μεγαλύτερο το κοινό τόσο το καλύτερο», συνήθιζε να λέει. Ακόμη κι αυτοί οι γκροτέσκοι χαρακτήρες που δημιουργεί (και δεν είναι λίγοι), εμπίπτουν σ' αυτή τη λογική του φλερτ με τον ορίζοντα των προσδοκιών του μεγάλου κοινού. Είναι σα να ζητά απ' αυτό να μη τους κρίνει με αυστηρώς αποδεκτά μέτρα και σταθμά, αλλά να τους δει ως «άλλες», ειδικές περιπτώσεις (άρα, με συγκατάβαση). Η τρέλα της Μπλανς ζητά ειδική αντιμετώπιση, κι οι εμμονές της Σεραφίνα ("Τριαντάφυλλο Στο Στήθος"), ο "Γυάλινος Κόσμος" της Λόρα κλπ. Ο Ουίλιαμς, γενικώς, ήξερε να επιβιώνει στο μεταίχμιο της σύμβασης και της ανατροπής της. Η θεατρική του καριέρα ήταν ένα συνεχές σλάλομ μεταξύ αποδεκτού και μη, γεγονός που τονε βοήθησε να δημιουργήσει ιδιόμορφα σκηνικά πλάσματα, όπου διοχέτευσε τις ευαισθησίες των πολλών απ' τη μια και τις δικές του απόψεις περί διαφορετικότητας, απ' την άλλη.
     Στα έργα του λειτουργεί συνήθως ένα τρίγωνο, όπου στη κορφή βρίσκεται ένας άντρας (τρόπαιο και θύμα μαζί) και στη βάση, δύο γυναίκες (αρπακτικές και θερμόαιμες) έτοιμες για όλα. Απ' όλα τα γυναικεία πορτρέτα που δημιούργησε, ομολογεί πως με την ’λμα ("Καλοκαίρι Και Καταχνιά") ταυτίζεται πιο πολύ γιατί, όπως αυτή, έτσι κι ο ίδιος ξύπνησε αργά στη ζωή του. Από μια ηρωίδα του στιλ των ηρωίδων ενός Κορνέιγ (αφοσιωμένη στην αγάπη, το καθήκον, την έντιμη ζωή), μεταμορφώνεται σε μια παρουσία με το προσωπείο των dramatis personae του Ρακίνα (παραδομένη στις έξεις και τις ορέξεις της).
     Γενικά, το θεατρικό σύμπαν του είναι κόσμος δυνατών κι επιθετικών γυναικών και σεξουαλικά αβέβαιων ανδρών, ανίκανων να δημιουργήσουν ζωή, ικανών όμως να πάρουνε ζωή. Δεν υπάρχει χώρος για τον γάμο σ' αυτή τη κοινωνία με τις Αμαζόνες, όπου η βασική λειτουργία του άνδρα είναι να λειτουργεί ως διαθέσιμο πέος, όπως διαπιστώνει κανείς στο "Γλυκό Πουλί Της Νιότης", που η οικονομικά ευκατάστατη Αλεξάνδρα ντελ Λάγκο είναι κείνη που θέτει τους όρους της συνδιαλλαγής. Μάταια προσπαθεί ο Τσανς, ο ζιγκολό κι εραστής της, να της επιβληθεί. «Είμαι πιο παλιά πουτάνα σ' αυτό το παιχνίδι», του λέει και του κόβει τη φόρα. Αυτή η αδυναμία να ελέγξει καταστάσεις τον ευνουχίζει, με τον ίδιο τρόπο που ο χρόνος ευνουχίζει τις γυναίκες, όπως του υπενθυμίζει η Αλεξάνδρα, αλλά και το νυστέρι του γιατρού ευνουχίζει τη Χέβενλι, όταν της αφαιρεί τη μήτρα (το τίμημα της σχέσης της με τον Τσανς).
     Δεν υπάρχει εύκολη εξίσωση ανάμεσα στον συγγραφέα και τα λάγνα θηλυκά του. Ο ίδιος είπε κάποτε ότι ταυτίζεται περισσότερο με τις γυναίκες των έργων του, γιατί υπήρξαν γι' αυτόν πηγή έμπνευσης. Αυτό δε σημαίνει ότι τα θηλυκά του είναι θηλυπρεπείς άνδρες σε μεταμφίεση (drag) ή ότι μας κοροϊδεύει προτάσσοντας στο προσκήνιο ένα χαρακτήρα, όπως η Μπλανς, με το προσωπείο κι όχι το σώμα μιας γυναίκας. Η Μπλανς (η όποια Μπλανς) είναι έν απόβλητο της συμβατικής κοινωνίας που, ανίκανη ν' αντιμετωπίσει τη πραγματικότητα, βυθίζεται όλο και πιο πολύ στις γειτονιές του φανταστικού της κόσμου, κει που οι πληγές δε πονάνε κι οι ρυτίδες δε φαίνονται. Γι' αυτήν, όπως και για όλους τους ήρωες-παραβάτες του Ουίλιαμς, δεν υπάρχει απόδραση. Είναι καταδικασμένοι να ζουν μέσα στο και για το βρόμικο σώμα τους.
     Γράφει σαν ένας διχασμένος μποέμ, ένας ασταθής πουριτανός που κατόρθωσε να παντρέψει το σεξ με το θάνατο, χωρίς το happy-end μιας τελικής υπέρβασης ή απελευθέρωσης. Θα περάσουν αρκετά χρόνια μέχρι να σπάσει τον κώδικα σιωπής και να μιλήσει πλέον ανοιχτά για τη διαφορετικότητά του. Βέβαια, όταν το 'κανε ήξερε πως το Μπρόντγουεϊ του 'χε ήδη κλείσει για πάντα τη πόρτα. Δεν είχε να χάσει τίποτε. Σε κάθε περίπτωση, κανείς δε μπορεί να του αρνηθεί μια εξέχουσα θέση στη θεατρική ιστορία της χώρας του (κι όχι μόνο). Με το έργο του (κυρίως το πρώιμο) βοήθησε, όσο κανένας άλλος, το αμερικανικό θέατρο να εγκαταλείψει το ερώτημα «Τί έγινε;» ή «Γιατί έγινε;» και να στραφεί στις συνέπειες του συμβάντος, δηλαδή εντός. Σήμερα, τόσο η θεωρία του φεμινισμού όσο κι η θεωρία της διαφορετικότητας, της περφόρμανς και της διαπολιτισμικότητας, έχουν ανοίξει δρόμο για νέες αναγνωστικές προτάσεις, οι πιο πολλές απ' τις οποίες στρέφονται σ' αυτό που θεωρούν ως ανομολόγητη ομοφυλοφιλία των χαρακτήρων, με ανάμικτα αποτελέσματα.

     Στη παράσταση του 1970 της "Eντα Γκάμπλερ" από το Εθνικό Θέατρο του Λονδίνου, σε σκηνοθεσία Ινγκμαρ Μπέργκμαν, το προσωπικό του θεάτρου αναγκάστηκε να σύρει έξω απ' την αίθουσα έναν ηλικιωμένο κύριο, ατημέλητα ντυμένο, παρέα με νεαρό συνοδό, γιατί κάθε τόσο γελούσε, εμποδίζοντας την ηρεμία και συγκέντρωση του κοινού και των ηθοποιών. Αποκαλύφθηκε πως ο κύριος ήταν ο Τενεσί Ουίλιαμς, στην ύστερη φάση της ζωής και της δημιουργίας του, όταν αμφότερα είχαν αρχίσει να καταρρέουν. Ήτανε πια θλιβερό θέαμα. Πώς όμως κατέληξε έτσι αυτός ο ποιητής τόσων και τόσων έργων αξίας; Τούτο αποκαλύπτεται οδυνηρά μες απ' τα "Σημειωματάριά" του, που εκδόθηκαν πρόσφατα (Εκδ. Yale, 784 σελ), -εξαιρετική επιμελητική δουλειά της Margaret Bradham Thornton. Από κει φαίνεται, ότι στη δημιουργία του μετάγγισε τα πάντα απ' τη ζωή του, με τρομερή δυσκολία μετασχηματίζοντάς τα κι εν μέσω δυνατών αμφιβολιών για την αξία του και προμηνυμάτων (όπως πίστευε) του φυσικού και πνευματικού του τέλους. Αυτά είναι ήδη γνωστά απ' την αλληλογραφία και τα "Απομνημονεύματά" του, αλλά όχι μ' αυτή την αμεσότητα που τα διαβάζει κανείς στα σημειωματάρια τούτα.
     Οταν τα ξεκίνησε, η σχιζοφρένεια της αδελφής του δεν είχε ακόμη διαγνωσθεί, η μητέρα του ήταν απόμακρη, ο πατέρας του μέθυσος κι ο ίδιος είχε αναγκασθεί απ' αυτόν να εγκαταλείψει τα σχέδιά του για πανεπιστημιακή μόρφωση και να δουλέψει υπάλληλος για μια τριετία στη Διεθνή Εταιρεία Υποδημάτων. Τις ελεύθερες ώρες του έγραφε ασταμάτητα διηγήματα, μονόπρακτα θεατρικά, ποιήματα· όλα τους απορρίφθηκαν όπου τα 'στειλε για δημοσίευση. Πολλά, όμως, απ' αυτά που 'γραψε τότε ήτανε σπόροι που αναπτυχθήκανε στα κατοπινά του αριστουργήματα. Με μια δημιουργική διαδικασία που έμοιαζε στη μουσική σύνθεση, έπαιρνε από το 'να θέματα, σκηνές, πρόσωπα, πλοκή και τα μετέφερε σ' άλλο έργο, υπομονετικά κι επίμοχθα, υφαίνοντάς τα στον καμβά κείνο των μεγάλων, δραματικών ποιημάτων του για τη σκηνή, τα οποία συναποτελούν τη μεγαλύτερη αξίωσή του για την αθανασία.
     Μαζί όμως άρχισαν να εμφανίζονται οι δαίμονες, οι καταθλίψεις που τον καταδίωκαν σ' όλη τη ζωή του και τα χάπια για τα άλγη της ψυχής και του σώματος. Το αλκοόλ ήταν ακόμη λίγο, αλλά στα 28 του, ανακάλυψε την ομοφυλοφιλία του. Εκτοτε, η τριάδα αυτή, σεξ, χάπια, αλκοόλ, έγιναν η μόνιμη συντροφιά του, η μόνη που κράτησε ώς το τέλος της ζωής του. ρχισε πια να πίνει απ' το πρωί και να σταματά όταν έπεφτε για ύπνο, τις πρώτες πρωινές ώρες. Από χάπια, κάθε μήνα ανακάλυπτε κάποιο νέο και μήτε το πιοτό μήτε τα χάπια ήταν εμπόδιο στην ακατάσχετη, αφότου τη ξεκίνησε, ερωτική του ζωή, που ήτανε κυρίως να κοιμάται κάθε βράδυ με άλλον, όλοι τους τυχαίες συναντήσεις, δίχως παρελθόν ούτε μέλλον. Μέσα σ’ αυτά δούλευε επίμονα στα έργα του κι έφτασε τελικά η φήμη κι η επιτυχία. Βρήκε τον καταστροφικό (;) έρωτα στο πρόσωπο του Φρανκ Μέρλο, αλλά όχι τη γαλήνη, αντίθετα κατατρωγόταν από φόβο, τη πηγή όπως γράφει, όλων των νευρώσεών του, αλλά κι ολάκερης της δημιουργίας του. Ζούσε στα όρια της εμπειρίας. Αξιοθαύμαστη η αντοχή του. Τη μια μέρα κακοποιούνταν απ' τους συντρόφους του και την άλλη παρέδιδε καινούργιο έργο στον εκδότη του.

 "Έχω κουραστεί να γράφω, αλλά δε μπορώ να σταματήσω..."
                                             (επιστολή του σε φίλο, 1960).


     Στο κέντρο όλων αυτών ήταν η εργασία, αλλά η ζωή τούτη δε θα μπορούσε να συνεχιστεί για πολύ στο ίδιο επίπεδο, δημιουργικά και συναισθηματικά. Το γράψιμο άρχισε να γίνεται όλο και δυσκολότερο: «Αν μπορούσα να ξανανάψω τα χρωματιστά φώτα στο μυαλό μου», γράφει κάπου. Τα χάπια με το πιοτό φέρνουνε πνευματικό μούδιασμα. «Το ταλέντο πεθαίνει μέσα μου από υπερέκθεση, σαν να έπαθε ηλίαση από τον δυνατό ήλιο της επιτυχίας». Βλέπει τον εαυτό του σαν να μην είναι, να μην υπήρξε ποτέ, μέρος της ζωής. Κοιτάζει τη παρακμή του. «Ο κατήφορος είναι μακρύς και συνεχίζεται», σημειώνει όταν πάλευε με τη "Κάθοδο Του Ορφέα Στον Αδη" και τη "Λυσσασμένη Γάτα", για τα οποία ένας κριτικός παρατήρησε: «Φαίνονται να μη γράφτηκαν καν, αλλά να αναπήδησαν ως ουσία της ζωής. Απλότητα μαζί με τελειότητα εκτέλεσης», χαρακτηρισμοί που ίσως θα προκαλούσανε την ειρωνεία του ίδιου του συγγραφέα.
     Κατέφυγε στη ψυχανάλυση, αλλά γρήγορα την εγκατέλειψε. Σταμάτησε να γράφει στα σημειωματάρια το 1958 και ξανάρχισε 21 χρόνια μετά, με μιαν απολογία ζωής:

   «Πέθανα απ' το ίδιο μου το χέρι ή με κατέστρεψε σιγά και σκληρά μια συνωμοτική ομάδα; Δε καταλαβαίνω τη ζωή μου, περασμένη και τωρινή, ούτε καταλαβαίνω τί είναι η ζωή. Ο θάνατος μού είναι πιο κατανοητός». 

     Έζησε ακόμη 4 χρόνια και πέθανε όχι από συνωμοσία, αλλά από τον φελλό ενός μπουκαλιού από φάρμακο, που καθώς τον τράβηξε με τα δόντια, τον κατάπιε και κόλλησε στον λαιμό του. Ισως το σώμα του να μη μπορούσε να υποφέρει άλλο, μετά τόσα χρόνια κατάχρησης. «Και μετά...» είναι η φράση που τελειώνουνε πολλά κομμάτια στα σημειωματάρια. Στη περίπτωση αυτή, δεν υπήρξε μετά.
     Αυτός ήταν ο Τένεσι Ουίλιαμς, ο «καταραμένος ποιητής» (poete maudit) του αμερικανικού θεάτρου, ο καλλιτέχνης που 'κανε τη ζωή του θέατρο και τα πάθη του τραυματισμένου «Εγώ» του ρυθμιστές της σκηνικής του γλώσσας. Ο καλλιτέχνης που, περισσότερο απ' οποιονδήποτε άλλον αμερικανό δραματικό συγγραφέα, έσπρωξε τον εγχώριο ρεαλισμό πέρα από την καταγραφή της κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας, προς το συναίσθημα και τον ψυχισμό.
     Χωρίς ιδιαίτερες αφηγηματικές ικανότητες ή βαθυστόχαστες και πρωτότυπες ιδέες, χωρίς ξεκάθαρη εικόνα για πολλούς από τους χαρακτήρες του (συχνά δε ξέρει τι να τους κάνει), χωρίς ιδιαίτερους κοινωνικούς ή ιδεολογικούς προβληματισμούς (σ' αντίθεση με τον άλλο μεγάλο της εποχής του, τον Αρθουρ Μίλερ), θα περίμενε κανείς μια πλήρη αποτυχία ή, στη καλύτερη περίπτωση, μια «χρυσή μετριότητα». Κι όμως, το έργο του όχι μόνον επιπλέει, αλλά κι ορθώνεται μπρος μας σα καταξιωμένη ποιητική μαρτυρία θαυμαστής ευαισθησίας και σκηνικής αρτιότητας.
     Εκτός από θεατρικά, έγραψε τα μυθιστορήματα "Η Ρωμαϊκή νοιξη Της Κυρίας Στόουν" 1950, "Ο Μωυσής & Ο Κόσμος Της Λογικής" 1975, διηγήματα, ποιήματα: "Στο Χειμώνα Των Πόλεων" 1964, "Αναμνήσεις" 1975, "Ανδρόγυνε Αγάπη Μου" 1977και δοκίμια "Εκεί Πού Ζω" 1978. Τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε πάνω από 30 γλώσσες κι αποτελούν ιδιαίτερα δημοφιλείς παραστάσεις σ' όλο τον κόσμο. Αρκεί να πούμε πως είναι ο δημοφιλέστερος αμερικανός θεατρικός συγγραφέας στην Ευρώπη. Στην Ελλάδα είναι ο δημοφιλέστερος, με πάνω από 110 ανεβάσματα έργων του ( με 1ο φυσικά το "Γυάλινο Κόσμο"), με 2ο μακράν τον Ευγένιο Ο'Νιλ, γύρω στα 50 -δηλαδή σπάνια υπήρξε χρονιά που να μην είχε μια τουλάχιστον παράσταση του. Το 1976 μάλιστα διετέλεσε πρόεδρος της επιτροπής του Φεστιβάλ Καννών.
     Στις 24 Φλεβάρη 1983, βρέθηκε νεκρός, ολομόναχος στο άξενο δωμάτιο που 'χε νοικιάσει στο ξενοδοχείο Elysee στη Ν.Υόρκη, -πόλη που τον ανάδειξε, αλλά και τονε τιμώρησε τελικά- έχοντας σφηνωμένο στο λαιμό του ένα φελλό, σ' ηλικία 72 ετών, καταβροχθισμένος κι ο ίδιος από τα θραύσματα του ραγισμένου κόσμου του. Ο ίδιος επιθυμούσε ν' αποτεφρωθεί και να σκορπιστούν οι στάχτες του στον Κόλπο Του Μεξικού, μα θάφτηκε στον οικογενειακό τάφο στο Σαιν Λούις, της πόλης που τόσο μίσησε.
                                                             
-------------------- -------------------------------------------

         Lifestory

Αφού πλαγιάσατε μαζί πρώτη φορά,
χωρίς καμμιά προτέρα γνωριμία
συχνά το ταίρι σας ρωτά,
"μίλα μου για σένα,
πες τα μου όλα,
θάθελα να μάθω την ιστορία σου
",
και πιστεύετε πως αλήθεια,
αυτό θα θέλει να μάθει:
την αληθινή σας ιστορία

Κι ύστερα

Ανάβετε τσιγάρο
κι αρχίζετε να μιλάτε,
ξαπλωμένοι οι δυο σας χαλαρά,
σα δυο κούκλες πάνινες,
που ένα παιδί
πέταξε πάνω στο κρεββάτι
γιατί βαρέθηκε.

Κι ύστερα

Λέτε την ιστορία σας,
ή απ' αυτήν,
ό,τι χρόνος και φρόνηση
επιτρέπει
κι εκείνο κάνει ωω,ω
και κάθε φορά λιγάκι πιο αδύναμα
ώσπου το επιφώνημα
γίνεται μόλις αντιληπτό.

Κι ύστερα

Ε! τότε φυσικά,
προκύπτει κάποιο εμπόδιο,
η υπηρεσία δωματίου
καθυστέρησε κι έφτασε τώρα,
-ορίστε, τα παγάκια που ζητήσατε,
λυώνουνε σ' ένα μπολ
-
ή ο ένας πάει τουαλέτα,
έκπληκτος κοιτιέται στο καθρέφτη.

Κι ύστερα

Πριν να ‘χετε χρόνο αρκετό
την μεγάλη κι ενδιαφέρουσα
ιστορία σας να πείτε
ξεκινά εκείνο
να λέει τη δική του,
ακριβώς όπως το είχε σχεδιάσει
απ' την αρχή.

Και λέτε, ωω, ω
κάθε φορά λιγάκι πιο αδύναμα
ώσπου πια το επιφώνημα
ν' ακούγεται σαν αναστέναγμός
που μόλις γίνεται αντιληπτός
ο ανελκυστήρας λίγο πιο κάτω,
δεξιά στο διάδρομο
αφήνει μια στερνή μακριά ανάσα
κι ύστερα σταματά.

Κι ύστερα

Ε, να!
Ο ένας αποκοιμιέται
κι ο άλλος θ' αποκοιμηθεί κι αυτός
με το τσιγάρο του ακόμα αναμμένο,
έτσι απανθρακώνονται οι άνθρωποι
μες στων φτηνών ξενοδοχείων τα δωμάτια.

-------------------------------------------------------------------------

                                         Η Αδέσμευτη

                                          ΜΟΝΟΠΡΑΚΤΟ

ΠΡΟΣΩΠΑ:  Γκλόρια, Μητέρα

     (Παλιό λίβινγκρουμ σε μια κωμόπολη του Μισσισσιππή. Μια μεσήλικη γυναίκα με σκούρο ρούχο κάθεται σ' ένα καναπέ ντυμένο με κόκκινο βελούδο. Δίπλα της το τραπέζι που πάνω του υπάρχει λάμπα πετρελαίου. H εξώπορτα και το παράθυρο είναι στο δεξιό τοίχο, η εσωτερική πόρτα στον αριστερό. Στον τοίχο κρέμονται ένας οβάλ καθρέφτης και μια μεγάλη εντυπωσιακή φωτογραφία της Γκλόρια Λα Γκρην. Στο τζάμι του παραθύρου νερά από τη σιγανή φθινοπωρινή βροχή. H γυναίκα κάθεται άκαμπτη σα παλιά δαγεροτυπία. Θόρυβος στο χολ δείχνει την επιστροφή της κόρης της. H πόρτα μισανοίγει κι η μητέρα γίνεται πιο άκαμπτη καθώς ακούει τη λογομαχία).

ΓΚΛΟΡΙΑ: Φτάνει, φτάνει πια! Τσάρλι, θα με λιώσεις! (Η μητέρα ξεροβήχει για να καθαρίσει το λαιμό της και κάθεται με τη πλάτη εντελώς ίσια) Σσσσς! (Κλείνει τη πόρτα απ' έξω. Μικρή σιωπή και μετά αντρικό γέλιο)
ΤΣΑΡΛΙ: (Εκτός σκηνής) Καληνύχτα, Γκλόρια.
ΓΚΛΟΡΙΑ: Σ' ευχαριστώ. Πέρασα υπέροχα. (Μπαίνει. Ξανθιά, αδύνατη, νευρική. Η
ενασχόλησή της με το θέατρο δηλώνεται με έμφαση στο μακιγιάζ της. Φορά λευκή, σατέν τουαλέτα, μέρος της «θαυμάσιας γκαρνταρόμπας» της και ζακέτα από ιμιτασιόν ερμίνα
) Α! Μάλιστα! H Επιτροπή Υποδοχής!
ΜΗΤΕΡΑ: Τί πάθατε;
ΓΚΛΟΡΙΑ: (Πάει κατευθείαν στον καθρέφτη) Τα συνηθισμένα.
ΜΗΤΕΡΑ: Δεν ήτανε κύριος μαζί σου;
ΓΚΛΟΡΙΑ: (Κοιτώντας νευρικά τον καθρέφτη) Μμμμ!
ΜΗΤΕΡΑ: Ποτέ δε φέρονται όπως πρέπει αυτοί που γνωρίζεις τυχαία, άνθρωποι που συναντάς στα ξενοδοχεία.
ΓΚΛΟΡΙΑ: Δεν έχω τέτοια απαίτηση.
ΜΗΤΕΡΑ: Τότε γιατί βγαίνεις μαζί τους;
ΓΚΛΟΡΙΑ: Μμμμ... (Στρέφει ξαφνικά απ' τον καθρέφτη) Ω Θεέ Παντοκράτορα, εύχομαι να γίνεις...
ΜΗΤΕΡΑ: Είπα, τότε γιατί βγαίνεις μαζί τους;
ΓΚΛΟΡΙΑ: Γιατί δε θέλω να μείνω εδώ μαζί σου! Ικανοποιήθηκες;
ΜΗΤΕΡΑ: Η φωνή σου είναι βραχνή.
ΓΚΛΟΡΙΑ: Η φωνή μου είναι πάντα βραχνή.
ΜΗΤΕΡΑ: Και το βρίσκεις σωστό να βγαίνεις έξω έτσι;
ΓΚΛΟΡΙΑ: Ναι, σωστό, ολόσωστο. Είμαι η προσωποποίηση της σοφίας. Η Σφίγγα της Αιγύπτου. Θα γίνει αντικατάσταση: θα πάω γω στη θέση της!
ΜΗΤΕΡΑ: Είσαι νευρική.
ΓΚΛΟΡΙΑ: (Βγάζοντας το καπέλο) A, μπα;
ΜΗΤΕΡΑ: Φαίνεται από τον τρόπο που μιλάς. Διέλυσες τον αρραβώνα σου με τον Βέρνον. Έμεινε δω και τα 'παμε.
ΓΚΛΟΡΙΑ: (Κοιτά το καπέλο) Εδώ ξηλώθηκε η φόδρα.
ΜΗΤΕΡΑ: Μου είπε ό,τι κατάφερες...
ΓΚΛΟΡΙΑ: (’γρια) Κατάφερα, τι;
ΜΗΤΕΡΑ: Να σε συζητάνε στα κουρεία των ξενοδοχείων.
ΓΚΛΟΡΙΑ: Μπράβο μου! Χαίρομαι που τ' ακούω. Γιατί να πληρώνω κάποιον να μου κάνει δημόσιες σχέσεις;
ΜΗΤΕΡΑ: Ο Βέρνον είπε ότι έχεις παρτίδες με ξένους, περαστικούς απ' το ξενοδοχείο «Πλάντερς».
ΓΚΛΟΡΙΑ: Μη μου πεις!
ΜΗΤΕΡΑ: Κι απόψε ήσουνα με κάποιον που η αστυνομία τον έχει συμβουλέψει να μείνει μακριά από το Μπλου Μάουντεν.
ΓΚΛΟΡΙΑ: Ο Βέρνον λέει ψέματα! Παλάβωσε!
ΜΗΤΕΡΑ: Όχι. Εσύ παλάβωσες.
ΓΚΛΟΡΙΑ: (Τραβά τη ξηλωμένη φόδρα απ' το καπέλο) Σίγουρα θα παλαβώσω αν δε ξεφύγω γρήγορα απ' αυτή την αποπνικτική ατμόσφαιρα.
ΜΗΤΕΡΑ: Και πού θες να πας, άνεργη και στη κατάστασή σου;
ΓΚΛΟΡΙΑ: Στο Μαϊάμι! (Παύση) Α! Πήγε δυόμισι.
ΜΗΤΕΡΑ: Το ξέρω. Τόσες ώρες μόνο το ρολόι κοιτώ.
ΓΚΛΟΡΙΑ: Όλες τις άλλες φορές που 'λειπα, δεν ήξερες ούτε πού ούτε με ποιόν ήμουνα!
ΜΗΤΕΡΑ: Όχι.
ΓΚΛΟΡΙΑ: Αλλά κοιμόσουνα, ε;
ΜΗΤΕΡΑ: Όχι.
ΓΚΛΟΡΙΑ: Σε πιστεύω. Κοίτα χάλια -ίδιος ο Χάρος!
ΜΗΤΕΡΑ: Εσύ να δεις! Ο Χάρος που γυρνά από πάρτι μεταμφιεσμένων!
ΓΚΛΟΡΙΑ: (Ασυναίσθητα ρίχνει μια ματιά στον καθρέφτη) Τώρα τελευταία άκουσα πολύ καλά λόγια για την εμφάνισή μου.
ΜΗΤΕΡΑ: Σίγουρα. (Με σύντομο γελάκι) Σαρκαστικά σχόλια από ανθρώπους που να σε κοροϊδεύουνε πίσω απ' τη πλάτη σου;
ΓΚΛΟΡΙΑ: (Ξαφνικό ξέσπασμα απελπισίας) Γιατί να με κοροϊδεύουν;
ΜΗΤΕΡΑ: (Αμείλικτα) Γιατί εσύ τους δίνεις το δικαίωμα. (Παύση)
ΓΚΛΟΡΙΑ: Φυσικά. Ύστερα από δέκα μήνες κλεισούρα σ' αυτή τη πόλη που μοιάζει με βάλτο! Πώς ν' ακτινοβολώ όπως παλιά;
ΜΗΤΕΡΑ: Ξέχνα τις ακτινοβολίες και προσγειώσου.
ΓΚΛΟΡΙΑ: Τράβα με συ στη γη, αν μπορείς.
ΜΗΤΕΡΑ: Μίλησα και με το γιατρό. Ταράχτηκε όταν έμαθε πόσο τριγυρνάς έξω. (Η Γκλόρια δείχνει φοβισμένη) Μου 'πε για τις ακτινογραφίες: δεν είναι και πολύ καλές.
ΓΚΛΟΡΙΑ: (Βραχνά) Δηλαδή, τί σου 'πε;
ΜΗΤΕΡΑ: Μου 'πε πως οι ιστοί των πνευμόνων σου θα γιατρευτούν, αν βοηθήσεις κι εσύ τη κατάσταση.
ΓΚΛΟΡΙΑ: Μα, με πιάνει ανησυχία, έχω ανάγκη να βγαίνω έξω, δε μπορώ να μένω συνέχεια κλεισμένη εδώ μέσα.
ΜΗΤΕΡΑ: Έχεις υπερκινητικότητα και θες να κάνεις πιο πολλά απ' όσα αντέχεις.
ΓΚΛΟΡΙΑ: (Βουλιάζει στον καναπέ, δίπλα στη μητέρα της. Κάθεται τελείως άκαμπτη. Οι δυο γυναίκες δε κοιτάζονται. Υπάρχει αρκετή απόσταση μεταξύ τους) Δε μπορώ να κάθομαι και να περιμένω να συμβεί κάτι. Να βάφω τα νύχια μου, να χτενίζω τα μαλλιά μου και να περιμένω τη Δευτέρα Παρουσία. Τί λέει ο γιατρός, αυτό θέλει να κάνω;
ΜΗΤΕΡΑ: Όχι, βέβαια.
ΓΚΛΟΡΙΑ: Χαίρομαι που τ' ακούω.
ΜΗΤΕΡΑ: Ο Βέρνον είναι...
ΓΚΛΟΡΙΑ: Ο Βέρνον είναι. Κι επειδή είναι, εσένα σου αρκεί!
ΜΗΤΕΡΑ: ...Ο Βέρνον είναι έτοιμος να σε παντρευτεί, αν βάλεις μυαλό.
ΓΚΛΟΡΙΑ: Ο Βέρνον δεν εκπροσωπεί το μέλλον που ονειρεύομαι για τον εαυτό μου.
ΜΗΤΕΡΑ: Το ίδιο έλεγες και πριν δέκα χρόνια.
ΓΚΛΟΡΙΑ: Ισχύει ακόμα.
ΜΗΤΕΡΑ: Υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο μέλλον και στο παρελθόν.
ΓΚΛΟΡΙΑ: Αυτό το ξέρω.
ΜΗΤΕΡΑ: Το παρελθόν μεγαλώνει συνέχεια σε βάρος του μέλλοντος. (Παύση)
ΓΚΛΟΡΙΑ: (Σε μιαν απεγνωσμένη προσπάθεια να βγάλει από μέσα της την απελπισία) Πήγαμε στο «Μεριντιέν» κι αγόρασα το «Όρντινο». Έχει μέσα την αγγελία μου. (Σηκώνεται κι αρπάζει ένα περιοδικό) Κοίτα! ’κου: (Διαβάζει μεγαλόφωνα με φωνή ξαναμμένη, τρέμοντας σα μεθυσμένη και σκύβοντας προς τη λάμπα για να δει καλύτερα) «Αδέσμευτη... (Σταματά για να βήξει)
ΜΗΤΕΡΑ: (Ειρωνικά) Ναι, αδέσμεύτη!
ΓΚΛΟΡΙΑ: (Συνεχίζει λαχανιασμένη) ...γι' αυτή τη σεζόν, πρωταγωνίστρια, ενζενί, είκοσι εφτά χρόνων, ξανθιά, γοητευτική...»
ΜΗΤΕΡΑ: Χα!
ΓΚΛΟΡIA: «Ύψος 5,2 πόδια, βάρος 114 λίβρες, με ειδικές σπουδές σε τραγούδι και χορό...» (Η Μητέρα κάνει μια κίνηση αποστροφής) ... «Επιδεκτική στην εκμάθηση ρόλων. Διαθέτει θαυμάσια γκαρνταρόμπα. Γράψατε ή τηλεγραφήσατε: Γκλόρια Λα Γκρην, Μπλου Μάουντεν» (Εδώ ο ενθουσιασμός της σβήνει ξαφνικά και κοιτά τη Μητέρα της φοβισμένη) «Μπλου Μάουντεν, Μισσισσιππή» (Βήχει) Πώς σου φαίνεται;
ΜΗΤΕΡΑ: (Βλοσυρά) Γεμάτο ανακρίβειες!
ΓΚΛΟΡΙΑ: Ε, όχι δα!
ΜΗΤΕΡΑ: Μα, καλά, δε μπορείς να ξεχωρίσεις την αλήθεια απ' το ψέμα; Τί είκοσι εφτά; Είσαι σχεδόν τριάντα δύο!
ΓΚΛΟΡIA: Δε μου φαίνεται!
ΜΗΤΕΡΑ: Σου φαίνεται!
ΓΚΛΟΡΙΑ: Κανείς δε μου το 'χει πει.
ΜΗΤΕΡΑ: Γιατί να σου το πούνε; Και πώς; Να περνάς στο δρόμο και να στο φωνάξουν;
ΓΚΛΟΡΙΑ: Θες να μου κλονίσεις την αυτοπεποίθηση. Να με κάνεις να νιώθω άχρηστη. (Κλαίγοντας λίγο) Πέρασα κι εγώ άσχημες στιγμές, όπως όλοι στο θέατρο, αλλά δεν είμαι ακόμα ξοφλημένη! (Η Μητέρα τη κοιτά αυστηρά. Η Γκλόρια συνεχίζει αργά) Δηλαδή, με θεωρείς ξοφλημένη; (Η φωνή της γίνεται σχεδόν υστερική κραυγή) Κάθεσαι κάθε βράδυ σ' αυτό τον παλιοκαναπέ και με περιμένεις σα το Χάρο! Μα τω Θεώ, τα μάτια σου με κοιτάνε σα να μου παίρνουνε μέτρα για φέρετρο! Αλλά εγώ θα σου ξεφύγω!
ΜΗΤΕΡΑ: Σταμάτα!
ΓΚΛΟΡΙΑ: Μη μου λες εμένα, «σταμάτα!» (Βήχει και τρέμει ολάκερη)
ΜΗΤΕΡΑ: Είσαι πιωμένη! Είσαι άρρωστη και το πρόσωπό σου καίει απ' τον πυρετό! Κοίτα χάλια το φόρεμά σου! Σκίστηκε!
ΓΚΛΟΡΙΑ: Δε με νοιάζει. (Παύση. Στρέφει στον καθρέφτη) Πού το βλέπεις;
ΜΗΤΕΡΑ: Σου 'χει ξηλωθεί η ραφή στη μέση.
ΓΚΛΟΡΙΑ: Αυτό διορθώνεται.
ΜΗΤΕΡΑ: Ναι, όμως άλλα δε διορθώνονται.
ΓΚΛΟΡΙΑ: Όλα διορθώνονται! Είναι ζήτημα χρόνου!
ΜΗΤΕΡΑ: Πολύ αισιόδοξη μου 'σαι!
ΓΚΛΟΡΙΑ: Φυσικά. Όταν οι άνθρωποι πεινάνε, γεμίζουνε τα στομάχια τους μ' αισιοδοξία. Και γίνεται όπως με το νερό ή τα χόρτα: έχουνε τη ψευδαίσθηση ότι φάγαν ένα θαυμάσιο γεύμα! (Σηκώνει το κεφάλι με πείσμα) Δεν έχασα το κουράγιο μου, ούτε θα το χάσω ποτέ. Καθώς ερχόμασταν με τ' αυτοκίνητο κι έβρεχε, σκεφτόμουνα...
ΜΗΤΕΡΑ: Ότι αύριο θα είσαι τέζα στο κρεβάτι!
ΓΚΛΟΡΙΑ: Όχι!
ΜΗΤΕΡΑ: Τότε, τί σκεφτόσουνα;
ΓΚΛΟΡΙΑ: Ότι αύριο... (Ξαφνικά χαμογελά) Θα με ειδοποιήσουνε για ένα καταπληκτικό ρόλο στο Μπρόντγουέη! Εγώ είμαι καλλιτέχνις, μητέρα. 'Εχω ανάγκη να εκφραστώ, δε μπορώ να κρατήσω όλο το πάθος μέσα μου!
ΜΗΤΕΡΑ: Τί είδους «έκφραση» είν' αυτή;
ΓΚΛΟΡΙΑ: Είναι μια κραυγή που βγαίνει απ' τη ψυχή! (Στρέφει γρήγορα στο παράθυρο και το ανοίγει. Παύση) Τα πουλιά το λένε: η βροχή θα συνεχιστεί για πάντα.
ΜΗΤΕΡΑ: Κλείσε το παράθυρο.
ΓΚΛΟΡΙΑ: Όχι.
ΜΗΤΕΡΑ: Θα κρυώσει το στήθος σου.
ΓΚΛΟΡΙΑ: Όσο σκέφτομαι ότι γεννήθηκα στο Μπλου Μάουντεν, το «Γαλάζιο Όρος!» Πού το είδανε το «όρος»; Γούβα είναι!
ΜΗΤΕΡΑ: (Ρίχνει στους ώμους της κόρης της μια ζακέτα) Οι Μπάσετ, απέναντι, έχουνε φως ακόμα. H κυρία Μπάσετ είν' ετοιμοθάνατη.
ΓΚΛΟΡΙΑ: Έπρεπε να το καταλάβω. Σ' αυτή την υπέροχη πόλη ανάβουνε τα φώτα μόνον όταν κάποιος πεθαίνει. 'Ενα μόνο αγόρι μ' άρεσε από δω, μητέρα: ο Ρεντ ’λισον.
ΜΗΤΕΡΑ: Που έπεσε απ' το φορτηγό του κι έμεινε σακάτης! (Παύση)
ΓΚΛΟΡΙΑ: Και σακάτης, έχει χάσει λιγότερα απ' όσα εγώ.
ΜΗΤΕΡΑ: Γιατί; Εσύ τί έχασες;
ΓΚΛΟΡΙΑ: Τα φτερά που 'χα στα παπούτσια του χορού.
ΜΗΤΕΡΑ: Πάλι βλακείες λες!
ΓΚΛΟΡΙΑ: Δεν τα 'χασα όλα μαζί. Λυώσανε σιγά-σιγά με τον ήλιο. Όπως τα φτερά κείνου του αρχαίου Έλληνα, που 'θελε τόσο πολύ να πετάξει. Ή ίσως μουλιάσαν απ' τη βροχή. Δε θυμάμαι.
ΜΗΤΕΡΑ: Παραμιλάς απ' τον πυρετό.
ΓΚΛΟΡΙΑ: Ο Ρεντ κι εγώ είχαμε ένα κλαμπ με δυο μονάχα μέλη: εκείνον κι εμένα. Είχαμε βρει και δικό μας Έμβλημα. A, βέβαια, κι Εσωτερικό Κανονισμό! Ο πρώτος του όρος ήταν ότι ποτέ δε θα σταματούσαμε να προχωράμε προς τα μπρος! Ο καημένος ο Ρεντ! Δε κατάφερε να τηρήσει αυτό τον όρο!
ΜΗΤΕΡΑ: Μη κάνεις αστεία με τέτοια πράγματα. Δε λέω, ατίθασο αγόρι κι ανεύθυνο, αλλά το τέλος του ήτανε τραγικό.
ΓΚΛΟΡΙΑ: Πηγαίναμε για μπάνιο στο «Ρέμα του Σίχεστον» .
ΜΗΤΕΡΑ: Μη μου πεις!
ΓΚΛΟΡΙΑ: Παιδιαρίσματα της ηλικίας! Πήγα στο Τσεγιέν όταν το 'μαθα. Όταν έφτασα ήταν ήδη πεθαμένος. ’ργησα δέκα λεπτά και τον είχανε σκεπάσει μ' ένα σεντόνι. Αλλά δεν ήταν αρκετά μεγάλο το σεντόνι, και τα μαλλιά του ξεφυτρώναν από την άκρη. «Μπράβο, εσύ τα κατάφερες», του είπα. «Δεν τα 'χεις πια ανάγκη τα πόδια σου!»
ΜΗΤΕΡΑ: Σε ποιόν το 'πες;
ΓΚΛΟΡΙΑ: A, τίποτα, μονολογούσα. (Σηκώνεται κουρασμένη) Σήμερα πήγα στη Σχολή Μπαλέτου να κάνω τις ασκήσεις μου. Δεν έχω πια τον αέρα που 'χα παλιά, κατά τ' άλλα, όμως, είμαι εντάξει.
ΜΗΤΕΡΑ: Μη περιμένεις να ξαναγίνεις όπως ήσουνα πριν.
ΓΚΛΟΡΙΑ: Δε μπορώ, λες;
ΜΗΤΕΡΑ: Όχι, έχεις αιμοπτύσεις. Οι ιστοί των πνευμόνων σου θα θρέψουν, αλλά...
ΓΚΛΟΡΙΑ: (’γρια) Σταμάτα! (Στη κραυγή της υπάρχει όλο το βασανισμένο πάθος για ζωή που μπορεί ν' αντέξει η καρδιά του ανθρώπου) Σταμάτα! (Μετά από παύση) Υπάρχει ένα μόνο ψέμα στην αγγελία. Αυτό το «Αδέσμευτη» είναι ψέμα. Γιατί δεν είμαι αδέσμευτη, μητέρα... Είμαι δεσμευμένη για πάντα. Είμαι πιασμένη σε παγίδα!
ΜΗΤΕΡΑ: (Κλείνοντας τα μάτια) Όπως κι εγώ.
ΓΚΛΟΡΙΑ: Αλλά δεν έχω χάσει το κουράγιο μου. Απλώς δεν είχα τόση τύχη τώρα τελευταία για να 'χω να λέω κάτι καλό στον εαυτό μου... (Στρέφει και μπαίνει στη πόρτα δεξιά. Η μητέρα κάθεται ακίνητη, περιμένοντας. Μετά από λίγο ακούγεται ένα υστερικό κλάμα πίσω απ' τη πόρτα. Η Μητέρα σηκώνεται αργά και σβήνει τη λάμπα)
ΜΗΤΕΡΑ: Όπως κι εγώ.

                                                  ΤΕΛΟΣ

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers