-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

.  

Morin Loulou:

                          Βιογραφικ

     Αρχς 1954. Εναι 6 μνες που 'χει κυκλοφορσει Η Ιστορα Της Ο κι ολκερο το Παρσι κουτσομπολεει, προσπαθντας να μαντψει τον τη συγγραφα της. Πριν καλ-καλ κωπσει ο σλος, μια να μυστηριδης 'πολτιμη πτρα' ρχεται να ταρξει τα νερ της Ερωτικς Λογοτεχνας του 20ο αινα: Η Μαρη Πρλα, με την υπογραφ Loulou Morin, που ανακαλε τη βιτσιζα, μελαγχολικ, ακαταμχητη Louise De Vilmorin (Λουλο, για τους φλους), τελευταα μεγλη κυρα των σαλονιν και του πικντικου κοσμοπολιτισμο. Κανες δεν μαθε ποτ με βεβαιτητα σε ποιον ανκει αυτ η υπογραφ... λα μως θυμζουνε τη γυνακα για την οποα ο Εξυπερ κι ο Αντρ Μαλρ εχανε πει πως εναι "αρρστια", η γυνακα που κποτε ψιθρισε στο αφτ του ρσον Γουλς: "Απψε σ' αγαπ για πντα". Το χιομορ, η ευφορα, τ' νειρο της εξωτικς ακολασας μως δεν εναι τα μνα μεγλα μυστικ μιας γυνακας που 'ξερε να σοκρει τη παρισιν κοινωνα, σο καμι λλη...



     Η Μαρ Λουζ Λεβκ Ντε Βιλμορν (Marie Louise Lévêque De Vilmorin) τανε Γαλλδα συγγραφας, ποιτρια και δημοσιογρφος. Γεννθηκε 4 Απρλη 1902 ατο οικογενειακ κστρο της, στο Verrières-le-Buisson, Essonne, νοτιοδυτικ προστιο του Παρισιο, κι τανε κληρονμος μιας μεγλης γαλλικς εταιρεας και φυσικ μιας μεγλης περιουσας. Εχε, γνωστο πως, αποκτσει να μικρ ελττωμα, να κουτσανει ελαφρ, πργμα μως που προστθηκε στη προσωπικτητα της με τρπο θετικ κι γινε σαν το σμα κατατεθν της. τανε γνωστ για τις λεπτ ευασθητες αλλ και με τνο σαρκασμο ιστορες της, συχν τοποθετημνες σε αριστοκρατικ καλλιτεχνικ περιβλλον.



    τανε το 2ο παιδ -και 2η κρη- του Philippe de Vilmorin (1872-1917) απ τη σζυγ του Berthe Marie Mélanie de Gaufridy de Dortan (1876-1937), κρη του Roger de Gaufridy de Dortan (1843-1905) και της συζγου του Adélaïde de Verdonnet 1853-1918). Η μεγλη της αδελφ της ταν η Marie "Mapie" Pierre (1901-1972), η οποα παντρετηκε, σε 1ο γμο της, να ξδερφο, τον Guy Marie Félix Lévêque de Vilmorin (1896-1984). Παντρετηκε ξαν το 1933, τον Guillaume de Toulouse-Lautrec-Montfa, κμη του Τουλοζ-Λωτρκ (1902-1955), συγγεν του ζωγρφου Henri de Toulouse-Lautrec, με τον οποον απκτησε να γιο και μια κρη. γινε δημοφιλστατη αρθρογρφος τροφμων σε γαλλικ περιοδικ ως Mapie de Toulouse-Lautrec. Τα υπλοιπα αδλφια: Henry (γννηση το 1903), Olivier (1904-1962), Roger (1905-1980) -που τανε και πατρας του Βασιλι Αλφσνου ΧΙΙΙ της Ισπανας- κι André (1907-1987). 



     Στα 21 της, το 1923, νεαρ κοπλλα, εχε αρραβωνιαστε με το γνωστ συγγραφα και πιλτο, Αντουν Ντε Σαιντ Εξυπερ, Ωστσο διλυσε σντομα αυτ η δσμευση, καθς η οικογνει της, φερε ζωηρς αντιρρσεις για την επικινδυντητα του επαγγλματς του, παρλο που ο Εξυπερ ττε και για λγο, εχε παραιτηθε απ τα αεροπλνα. Ο 1ος σζυγος της ταν Αμερικανς μεστης και κληρονμος, ο Henry Leigh Hunt (1886-1972), μοναδικς γιος του Leigh S. J. Hunt, επιχειρηματας που κποτε εχε στη κατοχ του το Λας Βγκας της Νεβδα, απ τη σζυγ του Jessie Nobel. Παντρετηκαν το 1925 (1924 σμφωνα με λλες πηγς), μετακομσανε στο Λας Βγκας και χωρσανε κατ το 1937 περπου. Απκτησαν μαζ 3 κρες: τη Τζσι, την Αλεξνδρα και την Ελνη.
    Ο 2ος σζυγς της ταν ο κμης Paul Pálffy ab Erdöd (1890-1968), νας πολ παντρεμνος Αυστρο-Ογγρος πλεημπυ, ο οποος τανε 2ος σζυγος της Ουγκαρζας κοντσσας της Etti Plesch, ιδιοκττριας 2 ππων νικητν του Epsom Derby. Ο Palffy παντρετηκε τη Louise σε 5ο γμο το 1938, αλλ το ζευγρι σντομα πρε διαζγιο. ταν επσης ερωμνη ενς λλου απ τους συζγους της Etti Plesch, κι επσης κμη, του [Maria Thomas Paul Esterházy de Galántha (1901-1964), ο οποος εγκατλειψε τη σζυγ του το 1942 για τη Vilmorin. Δεν παντρευτκανε ποτ. Για αρκετ χρνια, ταν ερωμνη του Duff Cooper, Βρεττανο πρεσβευτ στη Γαλλα. Η Louise πρασε τα τελευταα χρνια της ζως της ως σντροφος του Γλλου Υπουργο Πολιτισμο και συγγραφα André Malraux, αποκαλντας τον εαυτ της "Marilyn Malraux".



    Τα παιδι της Louise de Vilmorin, λα απ τον 1ο σζυγ της, ταν:
   α) η Jessie Leigh Hunt (3 Φεβρουαρου 1929, Hauts-de-Seine, Neuilly-sur-Seine 1928 ως ψευδς. Παντρετηκε το 1951 με τον Albert Cabell Bruce Jr. (11 Αυγοστου 1925), γιο του Albert Cabell Bruce (ανιψι του William Cabell Bruce) απ τη σζυγ του Helen Eccleston Whitridge (εγγον του Gov. Oden Bowie), απ τον οποο απκτησε 4 γιος: Cabell, Leigh, Thomas, και James, γεννημνοι το 1952-59 στο Midland του Τξας. Στη συνχεια παντρετηκε τον Clement Biddle Wood, συντκτη της The Paris Review, το 1965.
   β) Η Alexandra Leigh Hunt (1 Απριλου 1930 Hauts-de-Seine, Neuilly-sur-Seine) παντρετηκε τον Henry Ridgeley Horsey (18 Οκτωβρου 1924, Dover, Delaware, ΗΠΑ). Τα παιδι της ταν ο Henry Ridgely Horsey νετερος, ο Edmond Philip de Vilmorin Horsey, η Alexandra Thérèse, ο Leigh-Hunt Horsey, ο Randall Revell Horsey κι ο Philippa Ridgely Horsey.
   γ) Helena Leigh Hunt (23 Ιουνου 1931 Hauts-de-Seine, Neuilly-sur-Seine - 28 Δεκεμβρου 1995 Νοσοκομεο Σαουθμπτον, Long Island, Να Υρκη, 64 ετν ρεαλιστς ζωγρφος. Παντρευτκε τον Tracy Baxter (23 Αυγοστου 1926, Macon, Georgia), με τον οποο απκτησε 3 κρες: Elizabeth Baxter, Etienne Baxter και Leigh Baxter (κυρα Warre).
     Το πιο γνωστ δημιοργημ της τανε το Μαντμ Ντε... το 1951, το οποο γυρστηκε και ταινα το 1953 με ττλο: Τα Σκουλαρκια Της Μαντμ Ντε... σε σκηνοθεσα Max Ophüls με πρωταγωνιστς τους Charles Boyer, Danielle Darrieux και Vittorio de Sica. λλα ργα της Vilmorin εναι: Juliette, La lettre dans un taxi, Les belles amours, Saintes-Unefois και Intimités. Οι επιστολς της προς τον Jean Cocteau δημοσιεθηκαν μετ το θνατο και των δο. Βραβετηκε δε, με το βραβεο Renée Vivien για γυνακες ποιτριες το 1949. Ο Francis Poulenc μνησε κυριολεκτικ με τους επανους του προς αυτ, θεωρντας την ιστιμη με τον Paul Éluard και τον Max Jacob, βρκε στη γραφ της, "να εδος ευασθητης ακαταστασας, ελευθερας κι ρεξης, που μεταφροντς τα στα ποιματ της, μου θυμζει τη δικ μου ακραα νιτη με τη Marie Laurencin στο Les Biches". (Ivry 1996). Κλενοντας αυτ το ρθρο θα παραθσω να ποημ της ως Λουζ Ντε Βιλμορν, πριν περσω στη Λουλο Μορν παρακτω:

      Το Nησ

Το νησ χει κρνα
Και πασχαλις
Για τις ηδονς υπρχουνε στρωσδια εκε.
Καννα πρβλημα,
Εκατ ανμικτα φυτ
λα κι οι ανησυχες σου γοργ θα σβσουν.
Μια βλτα μας
Οδηγε στο Αλφα του Κενταρου
Κτω απ' τις πασχαλις
που ξεχν  τα εκατ σου λθη,
να κυκλμινο
Αιθρια λαια
Και σκψεις για το χρνο που πρασε.
Το νησ των απολασεων
να λιλ,
Με κρνα στρωσα τη κλνη σου εκε.

       1954
----------------------------------------------------

                      Η Μαρη Πρλα

Ντουντο
     χοντας χσει τον ντρα της στον πλεμο, η Μαροσια Ντε Β. θεωροσε χρος της να προσφρει υπηρεσες ως εθελντρια νοσοκμα στο στρατιωτικ νοσοκομεο του Μπ. τσι ρθε σ' επαφ με τους πρτους πειρασμος. Πριν απ ττε, αγνοοσε παντελς τις χαρς του ρωτα. Ο ντρας της, μεσι Ντε Β., εκοσι χρνια μεγαλτερς της, τη παντρετηκε στερα απ πολυτραχη νιτη και με το γμο αυτ πραγματοποησε μιαν κρως εγωιστικ, αναξιοπρεπ, απσυρση απ τις εντσεις του ερωτικο βου. Το περιοδικ τμημα που κατβαλλε, για να εκπληρνει τα συζυγικ του καθκοντα, πολ νωρς μεταβλθηκε σ' οριστικν αποχ κι αν η Μαροσια δεν βρισκε παρηγορι με το δχτυλο χωμνο ως τ' πατα του κλου της, στον αυνανισμ, εναι σγουρο πως δε θα βρισκταν νθρωπος να ζηλψει τη τχη της.  πειτα, ταν μορφη, ξανθι, με γκριζοπρσινα μτια κι υπροχο στμα, παρ' λη τη θλψη του για τα φιλι που δε βρισκτανε κανες να του δσει. Κθε φορ που 'παιρνε μιαν απογοτευση απ το γμο της, κτι ββαιοα που 'ναι ψωμοτρι σ' λους τους γμους, δγκανε τα χελια της. Ο καθνας τιμωρε τον εαυτ του πως μπορε...
     Στο νοσοκομεο, βλεπε νους ντρες, ολοτστσιδους, κθε μρα. Το πστο που της εχαν αναθσει τανε στη πτρυγα κενων που βρσκονταν σ' ανρρωση. Συντρχοντας τους με τη ππια, της ταν αδνατο ν' αποφγει να 'ρθει 'πρσωπο με πρσωπο' με τις μεγλες νεανικς ψωλς και να μη νισει θαυμασμ για τα εξασια καφετι τους αρχδια. Τα φανταζτανε να πετρνουν απ τη κβλα κι αντ για κτουρο να εξακοντζουνε σπρμα. Η φαντασωση αυτ τανε τσο ζωηρ που την σπρωχνε να τρχει, να κλειδαμπαρνεται στην ιματιοθκη, να τραβ ξω να ψετικο, πλαστικ φαλλ που κρατοσε φυλαγμνο, -πως λες οι αξιοσβαστες κυρες της πλης- μσα σ' να δερμτινο κουτ σα κασετνα για βιβλα. Σκωνε τα φουστνια, σλιωνε το δχτυλο, νοιγε τα μουνχειλ της, βρισκε το λειρ της κι ρχιζε να το μαλακζει απαλ, μουσκεοντας στο μεταξ κθε τσο τη χοντρ λαστιχνια βλανο με σλιο. ταν νιωθε τα κματα της απλαυσης να ξεχνονται ανμεσα στα μποτια της, βαζε το μακρ εργαλεο μες στο μουν κι ρχιζε να γαμιται μοναχ της, με τη σκψη κποιου απ τους νεαρος τραυματες που κπως της εχε γυαλσει. Κατληγεν τσι να βρυχιται απ ηδον και μσα στον πθο της, νιωθε να τη παρασρνει η εικνα μιας μαλλιαρς κοιλις με μισνοιχτα ακμα ρμματα να δεχνουνε σα βλη προς το μρος ενς τερατδους μλους, που οι φουσκωμνες φλβες του, στλνανε παχρρευστο σπρμα, μ' ρωμα θαλασσινς αρμρας σε μια πρησμνη βλανο, σκληρ σα κουκουνρι κι απαλ σε βελοδο... στερα ξανβαζε τον ψετικο φαλλ στη κασετνα, βγαινε απ την ιματιοθκη λγο ταραγμνη και παριστνοντας την αδιφορη, πγαινε να κνει τσσα της.
     Μπορε να φανεται παρξενο που μες απ' λον εκενο τον ανθ της νιτη, δε διλεξεν εραστ. μως κενα τα χρνια δεν ταν η μοναδικ γυνακα που σκωνε αυτ το σταυρ του μαρτυρου, μτε κι η μνη που φοβτανε τη κακα και τη κακογλωσσι μιας κοινωνας που καταδκαζε τις χρες στον ψετικο φαλλ, μχρι τουλχιστον να εμφανιστε καν παχυλ -και γρικο που να μην χει ανγκη κι ελπδες με τις πιτσιρκες- πορτοφλι, που μετ τη δουσα περοδο πνθους για τα μτια του κσμου, θα προσφερε τη δυναττητα στη χρα να συνενσει τη μισοφαγωμνη της περιουσα με τη 'μειωμνη απδοση' του χρου...
     τσι κυλοσεν η ιστορα μχρι τη μρα που στο νοσοκομεο κατφτασε νας νγρος λοχας και θεωρσανε σκπιμο ν' απομονσουνε σε μονκλινο δωμτιο. Πργματι οι προθυμτατες κατ τ' λλα, νοσοκμες, αρνονταν να τονε φροντσουν, χι τσο γιατ ταν ρατσστριες, για νομα του Θεο, αλλ γιατ κπου εχανε διαβσει πως οι νγροι ταν γριοι και τρφονταν μ' ανθρπινο κρας. Θα 'τανε πανευτυχες και πολ περφανες να προσφρουν ακμα και το αμα τους για τη Γαλλα, παρ' λη τη στροφ της προς τη δημοκρατα, αλλ να κτσουν να τις κατασπαρξουνε ζωντανς πεφτε πολ ακμα και σ' αυτς. τσι πεσε ο κλρος στη Μαρ-Μαντλν, την ηγουμνη του μοναστηριο που γειτνευε με το νοσοκομεο, ν' αναλβει τον νγρο κι εκενη τονε συντρεξε με προθυμα που στο τλος ψλλιασε την Μαροσια. Βλθηκε να κατασκοπεει την για κενη γυνακα. Τι λλο να κνει λλωστε να τμιο θηλυκ, μσα σ' να στρατιωτικ νοσοκομεο, αν δε παραμονεει κι αν δε κρυφοκοιτζει ψωλς κτω απ τα σεντνια;
     Τα παραφυλγματα αποδσαν αμσως τους καρπος που ευχταν η Μαροσια. χοντας πλησισει αθρυβα στη κλειδαρτρυπα της απομονωμνης κμαρας, κατφερε ν' ανακαλψει αμσως, πως η ευσεβς γυνακα συμββαζε τις ανγκες του ταμπεραμντου με κενες της πστης της. Απφευγε να προσδσει στις πρξεις της ακμα και το παραμικρν χνος της διανοητικς συμμετοχς που γενν την αμαρτα, που ως γνωστν, οφελεται σε διαστροφ πιτερο του πνεματος, παρ της σρκας. Πλησαζε λοιπν στο κρεβτι και χωρς να βγλει μιλι, σκωνε το ποδρες νδυμ της και σκπαζε το κεφλι για να κρψει τη θα αυτο που μελλε να της συμβε, πως κνουν οι στρουθοκμηλοι, ταν ζυγνει κνδυνος. Κατ' αυτ τον τρπο, πρσφερε στο γεμτο πθο βλμμα του νγρου, να κλο που βαστιτανε καλ και στα μτια της Μαροσια μια κοιλι που 'σβηνε μσα σ' να δασδες σκορο τρχωμα. Εκενη τη στιγμ, ο νγρος πετοσε πνωθ του το σεντνι και σηκωντανε σιωπηλς και φελπεδνιος σαν αλουρος. Το ματσοκι του, τερστιο και μακρ, εχε την ψη τερατμορφου σπαραγγιο, ενς μαρου κολασμνου σπαραγγιο. Το χοφτωνε με τα δυο του χρια, σα να 'ταν πλο κι στερα φτυνε στις παλμες του για να σαλισει τη βλανο. 'Ανοιγεν πειτα τα κωλομρια της γιας κενης γυνακας, μ' να και μοναδικ τρνταγμα βθιζε το φονικ του πλο μες στο σφιγκτρα της. Η Μαρ δε κατφερνε να συγκρατσει τη κραυγ πνου, την ρα που την υπβαλλε σ' αυτ τη δοκιμασα. Γργορα μως ρχιζε να το υπομνει κι σο ο νγρος τη ξεκλωνε με τα ρωμαλα του τραντγματα, κενη παραμριζε το φυλαχτ κι χωνε το δχτυλ της μες στο καταμουσκεμνο μουν της, κουνντας το λο σπιρτδα.
     Σ' αυτ τη στση περμενε στωικ τον λλο να χσει και κθε τσον επαναλμβανε με φων που 'βγαινε πνιχτ μες απ τα ρσα της: "Ιησο Χριστ... Ιησο Χριστ...!" ταν τελικ νιωθε το ζεστ τναγμα απ το χσι να πλημμυρζει τα σπλχνα της, φναζε: "Ντουντο... Ντουντο...!" Πργματι, αυτ τανε τ' νομα του Σενεγαλζου. Ττε ξανασηκωνταν, ταχτοποιοσε τα ροχα της και σ' νδειξη ταπεινοφροσνης και πλρους μετνοιας, γλειφε κι εξγνιζε τον βλσφημο εκενο ποτσο απ τα χσια και τα σκατ που βρσκονταν σε τλεια σμωση, πως λλωστε συμβανει και με τη πλειοντητα των πρξεων του ταπεινο και χυδαου τοτου κσμου. Πασπατεμνο απ τη ζωηρ γλσσα της αδελφς, το μλος ορθωντανε και πλι. Ττε ο Ντουντο θελε να τη γαμσει με τον φυσικ κενο τρπο που ο φις δειξε στον Αδμ και την Εα, στο παρδεισο. Εκενη μως δεν εννοοσε να του εκχωρσει το χαρκωμα που 'χεν αφιερωμνο, ταν διλεξε να βλει το ρσο, στον Ιησο της. Κι εν μοχθοσε να του δσει να καταλβει τους ιερος λγους αυτς της ρνησης, χοντας κατ νου να του γαληνψει τις κψες, τον σπρωχνε ως την κρη του κρεβατιο κι ρχιζε να του το χαιδεει.
     Η Μαροσια μποροσε πσω απ τη κλειδαρτρυπα να θαυμσει τις φλβες που σιγ-σιγ φουσκνανε τσιτνοντας το σοκολατ μετξι της επιδερμδας του γλιστερο και τερστιου κενου ερπετο. Μερικς φορς μως η Μαρ αθελ της, γγιζε το φιλτο με τη λαμαργη γλσσα της. στερα μως, θυμτανε πως η λαιμαργα εν' αμρτημα και πως ο εξομολογητς της απαγρευε να βλει στο στμα της ακμα και κριθοζχαρο. Ξαναδπλωνε λοιπν τη γλσσα της και την ξαναπταγεν ξω μονχα ταν εκενος φτανε στο τλος. Το 'κανε σα καλ νοικοκυρ κι οικονμα, απο προνοητικτητα κι χι απ φιληδονα. Πργματι, μιας κι η στρνα που 'χε μσα του αυτς ο νγρος δεν λεγε ν' αδεισει ποτ, φοβταν μη τυχν κι οι ριπς του σπρματος καταλγανε να γεμσουνε λεκδες τα σεντνια που μ' αυτ που στοχιζε το πλυντριο, πρεπε να τ' αλλζουνε κθε δυο βδομδες.
     ταν ο Ντουντο κατλαβεν επιτλους πως η ευσεβς, πραττε ως πραττε μνο και μνο γι' αυτοτιμωρα, πρε την απφαση να συμβλλει στη σωτηρα της ψυχς της. Κι τσι την ρα που χυνε, ρπαξε την για γυνακα απ τ' αυτι με τρπο που να κρατ το παλοκι του καλοχωμνο μες στο λαργγι της σπου να κοπσει κι η τελευταα ριπ. Σ' αυτ το σημεο, με φων δυνατ, καθαρ και καλοζυγισμνη για ν' ακογετ' επσημη σαν ιερας, της ανγγειλε:¨
 -"Και τρα, αγαπητ αδελφ, μιας και το πυρ της κλασης που πυρπολε τα σωθικ σου δεν χει ακμα σβσει εντελς, σκοπεω να κατουρσω μες στο στμα σου!" Το 'πε και το 'κανε. Η Μαρ κατπιε με μεγλες γουλις τα καφτ ορα του και μνο ττε της φησε τ' αυτι. Ευχαριστημνη απ την εκτλεση της αποστολς της, βοθησε τον αναρρωνοντα να ξαναπλαγισει, του τναξε το μαξιλρι, τονε σκπασε με τις κουβρτες, του δειασε και του 'πλυνε το ουροδοχεο, το αληθιν τοτη τη φορ.
     Η Μαροσια πατντας στις μτες των ποδιν, μλις πρλαβε ν' αφσει το πστο της κι ερεθισμνη απ το θαμα τρεξε στην ιματιοθκη. Την ρα που χυνε, χωσε κι εκενη μια ψωλρα -τι κι αν τανε ψετικη- στον κλο, εν την δια στιγμ χαρχλευε μανιασμνα και το κοκορκι της. νιωσε να χνεται μσα σ' να γεμτο ηδυπθεια τποτε. Κι σην ρα τα λαστιχνια παπρια τινζανε μες στα σωθικ της πηχτ γλα, κτω απ τα σφαλισμνα της βλφαρα βλεπε να ορθνεται μες απ το δσος των τριχν, νας τερστιος μαρος κορμς. Τρα πια κενη η ποτσα τη καταδωκε παντο και πντα. Την εχε κνει να χσει τον πνο της. στερα μια μρα των ημερν, τανε θλημα Θεο μια οξτατη ρευματικ κρση να κρατσει τη Μαρ ακινητοποιημνη στο κρεβτι και να την αναγκσει, προσωριν τουλχιστον, να παραιτηθε απ τις σπονδς στο Σενεγαλζο της. Η Μαροσια δχτηκε να... θυσιαστε κενη στη θση της. Οι συναδλφισσς της, γεμτες ευγνωμοσνη, δε διακρνανε φυσικ χνος ποπτων προθσεων.
     Πρασε ολκερη νχτα ν' αναρωτιται πως θα μποροσε ν' αποσπσει απ τον Ντουντο τις διες απολασεις που αποσποσεν η ευσεβς καλγρια. Κατ το χραμα κατληξε στο συμπρασμα πως, πως λει κι ο λας, αν δε βρξεις κλο δε πινεις ψρια, μτε κι ομελτα γνεται αν δε σπσεις αυγ κι αποκοιμθηκε καθησυχασμνη. τσι την λλη μρα μπκε στο δωμτιο του Ντουντο κι αφο γρισε το κλειδ στη πρτα, σκωσε τα φουστνια της και χρισε στο βλμμα του, τα εξασια κωλομρια της, με τη τρυπολα στη μση να 'ναι δη πασαλειμμνη με μυρωδικ λιπαντικ αλοιφ, απ το φβο του τερστιου μεγθους του εργαλεου του. Δεν μελλε να περιμνει πολ. Σντομα αισθνθηκεν να τερστιο ζεστν γκο να πιζει πνω στη πισιν σχισμ της και, λγο χρη στην αλειφ, λγο χρη στα νευρικ ανασηκματα της λεκνης της, νιωσε να τη διαπερν σα πυρωμνο δρυ. στερα να γερ χοφτωμα στη κοιλι τη πεσε και τη κλλησεν ακμα πιο πολ στο αρατο κι αγρωχο κενο καβλ, την ρα που το λλο χρι, ανογοντας δρμο ανμεσα στις τρχες της ψιψνας της. ρχιζε να γλυκοπασπατεει τα χελη και το κουμπκι της, για να χωθε τελικ μσα της, λες κι θελε, πσω απ τις λεπτοφασμνες εκενες μεμβρνες να φτσει ν' αγγξει την ατλειωτη ψωλ που ορμοσε μες στα ντερ της σα κριρι. Στην αγριεμνη επιδρομ του παλουκιο απαντοσε το παιγνδισμα των δαχτλων που μοσκευαν μσα στη πχνη της. Χσανε μαζ και μλιστα τσον γρια που καταρρεσανε στο πτωμα ουρλιζοντας κι μειναν εκε, ασλευτοι, για ρα πολλ, βαριανασανοντας. Αυτ ν' αφουγκρζεται το παραμικρ τρμουλο του παραδεσιου κενου πουλιο που κορνιαζε στα βθη της σρκας της κι αυτς να πλει σε πελγη ευτυχας που το 'χε μσα στο θλπος της φιλξενης κι εοσμης εκενης φωλις. Καλοδεχομενη σγουρα η αλλαγ μετ τις επισκψεις στη φωλι της θεοσεβομενης που δεν τανε δα κι υπδειγμα υγιεινς.
     ταν ξανασηκωθκαν ο Ντουντο πιστς σ' σα τον εχανε συνηθσει, της πρτεινε τον ποτσο του να του τονε καθαρσει πιπιλντας τον. Η Μαροσια δε πρλαβε καν ν' ακουμπσει τη ροδαλ της γλωσστσα κι αυτς ξαναπτρωσε, ξαναγιντανε τερστιος. Δε μπρεσε ν' αντισταθε. πεσεν ανσκελα και τρβηξε τον Ντουντο πνω της. Εκενος πλι, δεν βλεπε την ρα. Της βθισε το πυρωμνο του σουβλ μες στο μουν κι ταν εκενη σκωσε τα πδια και του τα τλιξε σα μγκενη γρω στο λαιμ, αυτς χθηκεν ολτελα μες στα γκατα μιας σρκας που τονε καταβρχθιζε μ' απθμενη λαιμαργα. στερα της ξσκισε τη στολ και με τις φουσκωτς χειλρες του βλθηκε να ρουφει το στθος της που 'χε πεταχτε ξω κι σην ρα με το αριστερ του χρι πασπτευε τη βαθυκκκινη φρουλα του λλου βυζιο, με το δεξ που 'χε γλιστρσει κτω απ τα κωλομρια της, νοιγε το δρμο στο ρωμαλο πηγαινλα του κριαριο του. Η καημνη η Μαροσια, δεν εχε χσει ποτ της τσο πλουσιοπροχα. Της φαιντανε πως λυωνε κι τι γινταν να με το εβνινο κενο κορμ. Τα στθια συντονζονταν στην απλαυση με τη κοιλι, με το μουν και με τον κλο, σε μια συμφωνα χαρ που 'μοιαζε να προαναγγλλει την απλειψη κθε φυλετικς διαφορς. Τη κρσιμη στιγμ, ο Ντουντο τρβηξε τα χρια του κτω απ τα κωλομρια της, της βθισε τρα δχτυλα στον κλο, τα στριφογρισε σα τρυπνι μσα της και την δια στιγμ, της χωσε στο στμα μιαν πληστη και χοντρ γλσσα, τερστια σχεδν σο και το πουλ του. Ττε η Μαροσια, καρφωμνη απ τρεις μερις απ' αυτος τους φλογισμνους δαυλος που τη ταρακουνοσανε σαν ανταριασμνη θλασσα, ναυγησε μες στην ηδον της. Ο Ντουντο βγαλε μουγκρητ μακρσυρτο σα χρεμτισμα που αντλαλς του τανε το αναφιλητ μιας ικανοποιημνης καλογαμημνης λευκς γυνακας. πειτα κοιταχτκανε στα μτια και χωρσανε χωρς να πονε λξη.
     Αυτ ταν απαρχ μιας βουβς ιστορας που ξαναζωντνευε ολιδια κθε μρα. Πργματι, τανε θλημα Θεο να μενει η Μαρ καθηλωμνη στο κρεβτι απ ρευματισμος, διασζοντας τουλχιστον την υγεα της ψυχς της.
...   ...   ...

  απσπασμα απ το ομνυμο βιβλο Εκδσεις Αφροδτη, ττλος πρωτοτπου Madame de V*** a des idees noires σε μετφραση Λων Μαρς

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers