Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Παγκόσμιο Θέατρο

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Κλασσικά 

κενο: κενο

   Στη σειρά μας 2ο είναι ο Κατσούρμπος και με αυτό θα συνεχίσω. 

                                                      Κατσούρμπος

     Είναι κωμωδία γραμμένη σε 15σύλλαβο ιαμβικό στίχο με ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία. Είναι η 1η χρονολογικά κωμωδία της Κρητικής λογοτεχνίας. Ο ακριβής χρόνος γραφής της είναι άγνωστος αλλά από αναφορές σε γεγονότα της επικαιρότητας συμπεραίνεται πως γράφτηκε γύρω στα μέσα της δεκαετίας του 1580, πάντως πριν το 1600. Η ονομασία Κατσούρμπος προήλθε από έναν ήρωα της κωμωδίας, τον δούλο Κατσούρμπο.
     Το έργο έχει την κλασική δομή της λόγιας ιταλικής κωμωδίας (commedia erudita), δηλαδή πρόλογο και πέντε πράξεις. Τηρείται η απαραίτητη για το νεοκλασικό δράμα ενότητα χώρου, τόπου και χρόνου. Το έργο διαδραματίζεται στο Κάστρο (Ηράκλειο) στη διάρκεια μιας ημέρας, από νωρίς το πρωί έως το βράδυ. Μέχρι την αρχή της πρώτης πράξης έχουν παρουσιαστεί τα βασικά πρόσωπα και έχει εκτεθεί η κατάσταση. Στις επόμενες πράξεις η υπόθεση περιπλέκεται και στο τέλος της τέταρης πράξης εμφανίζονται σταδιακά τα μέσα για την επίλυση της υπόθεσης. Κεντρικά πρόσωπα είναι δύο νέοι, ο Νικολός και η Κασσάντρα, η θετή μητέρα της Κασσάντρας, η «πολιτική» (εταίρα) Πουλισένα, ο γερο-Αρμένης και ο πατέρας του Νικολού Γιάκουμος. Επίσης εμφανίζονται και τα τυπικά πρόσωπα της λόγιας ιταλικής κωμωδίας˙ ο «μπράβος» Κουστουλιέρης είναι ο τύπος του καυχησιάρη αλλά δειλού στρατιωτικού. Συχνά καμαρώνει για τις πολεμικές του ικανότητες και τα κατορθώματά του, αλλά στην πράξη γελοιοποιείται και από τον δούλο του και από τον Δάσκαλο, ενώ είναι άτυχος και στην ερωτική του ζωή, αφού η Πουλισένα τον διώχνει χωρίς να φοβηθεί τις απειλές του. Ο Δάσκαλος φοράει μπαλωμένα ρούχα, με αποτέλεσμα να τον περάσουν για ζητιάνο. Του αρέσει να δίνει συμβουλές και να χρησιμοποιεί στην ομιλία του ιταλικά και λατινικά με αποτέλεσμα να μην γίνεται κατανοητός και να δημιουργούνται συχνά παρεξηγήσεις. Οι «ρουφιάνες» γειτόνισσες Αννέζα και Αρκολιά είναι τυποποιημένες μορφές της ιταλικές κωμωδίας, όπως και οι υπηρέτριες («φαμέγιες») Αννούσα και Αννίτσα. Οι υπηρέτες παρουσιάζονται τέλος με τυποποιημένες μορφές: ο Κατσάραπος είναι ο «φαγάς», εμφανίζεται στη σκηνή πεινασμένος ή μεθυσμένος, με το μυαλό του στο φαγητό και συχνά ξεχνάει τις εντολές του αφεντικού του. Ο Μούστρουχος είναι ο πονηρός και κλέφτης, που με διάφορες μικροαπατεωνιές κερδίζει χρήματα. Ο Κατσούρμπος χαρακτηρίζεται ως «ριδικολόζος» (κωμικός). Οι εμφανίσεις του και τα λόγια του συχνά προκαλούν γέλιο. Το σκηνικό απεικονίζει «χώρα με πόρτες και στενά» και το παράθυρο της Πουλισένας.
     Υπόθεση είναι ο έρωτας του Νικολού και της Κασσάντρας. Εμπόδιο στο γάμο είναι η θετή μητέρα της κοπέλας, που προσπαθεί να την κάνει ερωμένη του γέρο-Αρμένη. Ο Νικολός προσπαθεί να παρεμποδίσει τη σχέση, με τη βοήθεια της Αρκολιάς. Εξαιτίας όμως της άλλης ρουφιάνας, της Αννέζας, φανερώνονται τα σχέδια στη γυναίκα του Αρμένη και στον πατέρα του Νικολού. Στο τέλος αποκαλύπτεται ότι η Κασσάνδρα είναι κόρη του Αρμένη, που την είχαν αρπάξει οι Τούρκοι, και έτσι οι δύο νέοι είναι ελεύθεροι να πραγματοποιήσουν το γάμο τους.
     Γύρω από την κύρια υπόθεση εμπλέκονται τα διάφορα κωμικά επεισόδια στα οποία πρωταγωνιστούν ο μπράβος, ο Δάσκαλος και οι δούλοι. Αυτές οι κωμικές σκηνές είναι χαλαρά δεμένες με την εξέλιξη της υπόθεσης και αποτελούν τυπικό στοιχείο της ιταλικής αλλά και της κρητικής κωμωδίας.
     Το μοτίβο της εύρεσης του χαμένου παιδιού είναι χαρακτηριστικό μοτίβο του ιταλικού θεάτρου και εμφανίζεται και στις άλλες δύο σωζόμενες κωμωδίες. Δεν έχει βρεθεί όμως συγκεκριμένο ιταλικό πρότυπο του Κατσούρμπου και εξαιτίας της απλούστερης πλοκής του έργου σε σχέση με τα αντίστοιχα ιταλικά, δεν είναι πιθανό να έχει ακολουθήσει πιστά κάποιο συγκεκριμένο έργο. Υπάρχουν βέβαια αναλογίες σε αρκετές σκηνές με διάφορες ιταλικές κωμωδίες.
     Κεντρικό θέμα της κωμωδίας είναι ο έρωτας, που εμφανίζεται με διάφορες μορφές, από τον νεανικό έρωτα του Νικολού και της Κασσάντρας έως της κωμικές περιπέτειες του γερο-Αρμένη και την γελοιοποίηση του μπράβου και του δασκάλου. Στις σκηνές των διαλόγων μεταξύ των δύο νέων ο έρωτας εκφράζεται με λυρικό τρόπο, αλλά αυτού του είδους οι λυρικές ερωτικές εξομολογήσεις γίνονται συχνά και αντικείμενο ειρωνίας: ο δούλος του Νικολού σχολιάζει τη συμπεριφορά του ερωτευμένου αφέντη του και παρωδεί την ερωτική εξομολόγησή του.
     Η ειρωνεία ως χιούμορ χρησιμοποιείται συχνά και σε άλλες σκηνές, όπως αυτή στην οποία οι «ρουφιάνες» επαινούν την Πουλισένα για τον «σωστό» τρόπο ανατροφής της Κασσάντρας και της δίνουν συμβουλές για το πώς να έχει πολλούς «αγαπητικούς» για να κερδίζει πολλά χρήματα. Το κωμικό στοιχείο δεν επιτυγχάνεται μόνο χάρη στο λεκτικό χιούμορ, αλλά και μέσω κωμικών σκηνών, όπως αυτές στις οποίες δημιουργούνται παρεξηγήσεις και προβλήματα επικοινωνίας εξαιτίας των ιταλικών και των λατινικών που χρησιμοποιεί ο Δάσκαλος και γίνονται αφορμή για έξυπνα λογοπαίγνια, και αυτές στις οποίες ο μπράβος γελοιοποιείται και ταπεινώνεται σε μονομαχίες. Από το χιούμορ της κωμωδίας απουσιάζουν οι βωμολοχίες.
     Ο Κατσούρμπος χαρακτηρίζεται ως η καλύτερη από τις κωμωδίες του κρητικού θεάτρου[1] χάρη σε δραματουργικά πλεονεκτήματα (γρήγορη δράση, επιτυχημένα κωμικά στοιχεία, διαγραφή των χαρακτήρων). Αδυναμία μπορεί να θεωρηθεί η έλλειψη αληθοφάνειας στην αιτιολόγηση του πώς η ταυτότητα της Κασσάντρας δεν είχε γίνει προηγουμένως αντιληπτή από τους γονείς της, αφού είχε διατηρήσει το όνομά της και γνώριζε τα ονόματα των γονέων της.
     Η γλώσσα του Κατσούρμπου, όπως και τα άλλα έργα του Χορτάτση, έχει ως βάση το δυτικό κρητικό ιδίωμα αλλά με παράλληλη χρήση στοιχείων του ανατολικού. Είναι όμως απλούστερη από τα άλλα θεατρικά του, γεγονός που εξηγείται από το είδος του έργου. Ο λόγος είναι πιο απλός, με συντομότερες προτάσεις, και η γλώσσα προσεγγίζει περισσότερο την ομιλουμένη, με συχνή χρήση λέξεων που προέρχονται από τα ιταλικά και συγκεκριμένα από την βενετσιάνικη διάλεκτο.


 

 



Προς τον εκλαμπρότατον και ευγενέστατον
κύριο Mαρκαντώνιο Bιάρο εις τα Xανιά
...
Aφιέρωση

Πανώρια, θυγατέρα μου, στην Ίδα γεννημένη,
      με πόθον εκ τον κύρη σου κι έγνοια αναθρεμμένη,
εις τα βουνά δεν πρέπει πλιο κι εις δάση να γυρίζης,
      να μη θωρής τσι λυγερές, τσι νιους να μη γνωρίζης,
να μη δουλεύγης κορασιώ, να μη τζι συντροφιάζης
      κι εις τό μπορείς κιαμιά φορά να τσι περιδιαβάζης.
Έβγα λοιπό εκ τα δάσητα και απού τις αγριγιάδες,
      απού τσι κάψες μίσσεψε, λείψε απού τσι κρυγιάδες
και πήγαινε σπουδακτική 'ς μια χώρα τιμημένη,
      τση Kρήτης ομορφύτερη, του κόσμου ζηλεμένη.

Kυδώνια τήνε κράζουσι κι οι χώρες την τιμούσι
      οι άλλες όλες του νησιού κι' ως θεά την προσκυνούσι
για τσι πολλές τση χάριτες, μα πλια, γιατί σ' εκείνη
      η φρονιμάδα κατοικά και στέκι η καλοσύνη.

K' εκεί σαν έμπης, ρώτηξε, όποιος κι' α σ' απαντήξη,
      τ' αφέντη μας του βγενικού το σπίτι να σου δείξη,
τ' αφέντη Mαρκαντώνιο Bιάρο του τιμημένου,
      τ' αρχοντικού, του φρόνιμου, τ' άξου και παινεμένου,
απ' εγεννήσαν οι θεές και οι Xάρες αναθρέψα
      κι οι Mούζες τόσες αρετές καλές τού δασκαλέψα·
και καθαμιά τού χάρισε την εδική τζη χάρη
      τόσες τιμές αθάνατες για να μπορή να πάρη.

Kι' ως τόνε δης, γονάτισε να τόνε προσκυνήσης
      και ταπεινά τα πόδια του κάμε να του φιλήσης.
Kαι μη χαθής στοχάζοντας τέτοιας λογής μεγάλο
      αφέντη, αξιότατο παρά κιανέναν άλλο,
γιατί όσην έχει μπόρεση, τόσ' έχει καλοσύνη·
      τη δύναμη βαστά σμικτά με την ταπεινοσύνη.

Mηδέ ντραπής να δηγηθής πώς λέσι τ' όνομά σου
      κι εισέ ποιον τόπον ήτονε πρώτας η κατοικιά σου·
και πως επήγες δούλη του πεμπάμενη από μένα
      'ς τσι χάρες λίγη αντίμεψη απ' έχω γνωρισμένα
απού το σπλάχνος το πολύ κι' άμετρη καλοσύνη
      της αφεντιάς του τσ' άξιας εις τη φοράν εκείνη
απού 'τον εις το Pέθυμνος· μα κάμε τ' όνομά μου
      Tζώρτζη να πης πως λέσινε, Xορτάτση τη γενιά μου·
κι η αφεντιά του, τάσσω σου, τούτο ωσά γροικήση,
      σα να 'σουν ίδιο ντου παιδί θέλει σέ κανακίσει
και σπλαχνικά σού θέλει πει: "Kαλώς την κορασίδα·
      το πρόσωπό σου τ' όμορφο έχω χαρά πως είδα".

Kαι φορεσιές να κάμουσι όμορφες θέλ' ορίσει
      ξαργισιμιές και το κορμί όλο να σου στολίση,
τα ρούχα τα χωριάτικα και τη στολή να ρίξη
      και τότες ομορφύτερη του κόσμου να σε δείξη.

’με λοιπό, Πανώρια μου, μη στέκης, μη φοβάσαι,
      στη δούλεψη τ' αφέντη μας του Bιάρο πάντα να 'σαι·
κι εισέ λιγούτσικο καιρό γδέχου την αδερφή σου
      να 'ρθη να σ' εύρη, συντροφιά να 'ναι με το κορμί σου.

Kαι μη βαραίνης εις εμέ, γιατί βασιλιοπούλα
      εκείνην έκαμα κι εσέ στην Ίδα βοσκοπούλα.
Σώνει σε να 'σαι μετ' αυτή πάντα συντροφιασμένη
      κι εις έναν τόπο σαν κι' αυτή καλά 'ποκρατημένη·
κι εσύ χαρά στο τέλος σου να 'χης κι εκείνη βάρος·
      εσέ γυναίκα ο Γύπαρης κι' αυτή να πάρη ο Xάρος.

Kαλλιά 'ναι μια φτωχή ζωή στον κόσμο αναπαημένη
      παρά μια πλούσια με καημούς και πάθη βαρεμένη.

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers