Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Κλασσικά 

Ionesco Eugene: Αθεράπευτα Παρα-Λογικός Τεχνίτης

          Βιογραφικό           

     Ο Ευγένιος Ιονέσκο (Eugen Ionescu) ήτανε Γαλλο-Ρουμάνος θεατρικός συγγραφέας, απ' τους επιφανέστερους εκπροσώπους του Θεάτρου του Παραλόγου. Αν κι έγραψε στα γαλλικά θεωρείται απ' τους πιο αξιόλογους ανθρώπους της διανόησης της Ρουμανίας. Στα έργα του διακωμωδεί κοινότοπες καταστάσεις, απεικονίζει τη μοναξιά του ανθρώπου και την ασημαντότητα της ύπαρξής του εμφανίζοντας έναν αποκτηνωμένο κόσμο με μηχανικούς χαρακτήρες σα μαριονέτες.
     Γ
εννήθηκε στις 26 Νοέμβρη 1909 στη Σλάτινα της Ρουμανίας (150 χλμ από Βουκουρέστι) από ρουμάνο πατέρα, ορθόδοξο δικηγόρο που λεγόταν επίσης Eugen Ionescu και γαλλίδα μητέρα, ελληνορωμαϊκής καταγωγής προτεστάντισσα (η θρησκεία του πατέρα της, αλλά ήταν μπερδεμένη με την ορθόδοξη της μητέρας της), τη Thérèse Ipcar -μετά το γάμο προσχώρησε κι εκείνη στην oρθοδοξία. Ο ίδιος βαφτίστηκε χριστιανός ορθόδοξος και παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του, παρά τις εκάστοτε αναζητήσεις κι ανησυχίες πάνω σε τούτο το θέμα. Πολλοί βιογράφοι ερευνητές λένε πως γεννήθηκε το 1912, αλλά το σφάλμα τούτο οφείλεται στον ίδιο και τις πληροφορίες που 'θελε να δώσει αργότερα.
     Αμέσως μετά τα πρώτα του γενέθλια η οικογένεια μετακόμισε στο Παρίσι για να ολοκληρώσει ο πατέρας μεταπτυχιακές σπουδές στη Νομική Σχολή. Λίγο μετά στις 11 Φλεβάρη 1911, γεννήθηκε η αδελφή του Μαριλίνα κι ένα χρόνο μετά ο αδελφός του Μιρτσέα, που όμως πέθανε στους 18 μήνες από μηνιγγίτιδα. Το 1914 κατοικούσανε στο Square Vaugirard στο Παρίσι κι εκείνος από τότε ήτανε θαυμαστής του Κουκλοθέατρου (Le Guignol). Το 1916 ο πατέρας επέστρεψε στο Βουκουρέστι, με το ξέσπασμα του Α' Παγκ. Πολ. ενώ η μητέρα με τα 2 μικρά έμεινε πίσω φέρνοντάς τα βόλτα μόνη, με μικρή βοήθεια από τους τους γονείς της. Όταν τέλειωσεν ο πόλεμος δεν είχανε κανένα νέο από κείνον υποθέτοντας πως ίσως είχε πέσει στο μέτωπο. Μένανε σ' ένα ξενοδοχείο, το Nivernais στο 15 της οδού Blomet, στην αρχή στο 4ο κι έπειτα στο 6ο πάτωμα.
     Επειδή ο μικρός Ευγένιος είχεν εύθραυστην υγεία, η μητέρα τον έστειλε στην επαρχία, στο La Chapelle Anthenaise (Mayenne), όπου έμεινε με τη μικρή του αδελφή 3 έτη (1917-9). Εποχή που ο ίδιος περιγράφει σε γραπτά του σα τη πιο ήρεμη κι αρμονική σ' ολάκερη τη ζωή του. Το 1919 επιστρέφουνε στο Παρίσι και μένουνε σε μικρό διαμέρισμα στη rue de l'Avre με τη μητέρα και τους γονείς της. Π
έρασε έτσι τη παιδική του ηλικία στη Γαλλία, όπου παιδί ακόμα στα 11, έγραψε τα πρώτα του ποιήματα, ένα σενάριο για κωμωδία κι ένα πατριωτικό δράμα. Δυστυχώς αυτά τα γραπτά δε σωθήκανε. Ξεκινά σχολείο στη rue Dupleix.
     Ο πατέρας του δεν είχε πεθάνει τελικά στον πόλεμο, αλλά δεν είχε πολεμήσει καν. Είχεν αναλάβει θέση Επιθεωρητή Ασφαλείας Αστυνομίας στο Βουκουρέστι. Το 1917 μάλιστα... ξαναπαντρεύεται και την ίδια χρονιά προάγεται σε Γενικό Επιθεωρητή Ασφαλείας. Χρησιμοποιώντας κι άλλοτε όχι, την υψηλή του θέση στην αστυνομία, ανάλογα τα συμφέροντα της εξουσίας του, ανακατευόταν ή όχι σε διάφορα -Averesco, Codrianu, the Iron Guard, the Nazis, the Communists- γιατί πίστευε βαθιά μέσα του πως η εξουσία μετρά κι έχει πάντα δίκιο. Έτσι απαίτησε να πάρει διαζύγιο από τη Τερέζ και να της πάρει και τα παιδιά. Πράγμα που κατάφερε τελικά.
     Έτσι ο μικρός Ευγένιος ε
πέστρεψε στη Ρουμανία με την αδελφή του και πήγανε να μείνουνε με τον πατέρα τους, το Μάη του 1925, μετά το διαζύγιο των γονιών του. Η σχέση του με τους γονείς του πατέρα του ήταν άσχημες κι ειδικά με τη γιαγιά του, που δεν αγαπούσε τα παιδιά κι ήταν εκείνη που 'διωξε τελικά την αδελφή του, η οποία πήγε να μείνει με τη μητέρα στο Βουκουρέστι, που τώρα εργαζόταν ως υπάλληλος σε τράπεζα. Όταν η Μαριλίνα διώχθηκε από το σχολείο, η μητέρα κατάφερε να τη βάλει στην ίδια τράπεζα που εργαζότανε κι εκείνη. Η Μαριλίνα πέρασε όλη της τη ζωή στη Ρουμανία όπου παντρεύτηκε 2 φορές χωρίς ν' αποκτήσει παιδιά και διατήρησε λιγοστές επαφές με τον αδερφό της, όταν αυτός πήγε να ζήσει στη Γαλλία. Ο πατέρας αν κι ήδη πλούσιος, αρνιότανε πεισματικά να πληρώσει οτιδήποτε για την υποστήριξή της.
     Λίγον αργότερα, το 1926, έφυγε κι αυτός από το σπίτι, μετά από μια βίαιη αντιπαράθεση με τον πατέρα κι έπιασε ένα επιπλωμένο δωμάτιο στο διαμέρισμα της αδελφής του πατέρα του. Ο πατέρας του 'στελνε χρήματα που και που και χρησιμοποιούσε την επιρροή του να τονε βοηθήσει να σπουδάσει μηχανικός, όπως ονειρευόταν, αλλά ο Ευγένιος προτιμούσε σαφώς τη λογοτεχνία και τη ποίηση. Μετά τις σπουδές του στο Saint Sava (Sfântul Sava) National College ο Ευγένιος πέτυχε να πάρει μπακαλορεά στη β'βάθμια σχολή της Craiova, το 1928. Τότε έκανε ντεμπούτο στη ποίηση με τις "Σημειώσεις Του Παπαγάλου" (Bilete de papagal - parrot-notes), όπου έκανε εντύπωση με τη λεπτή του μορφή. Τέλειωσε γαλλική λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο Βουκουρεστίου στα 1928-33 κι έγινε καθηγητής γαλλικής γλώσσας, ενώ παράλληλα έγραφε στα αβάν-γκαρντ περιοδικά της εποχής. Το 1ο άρθρο ήτανε στο Zodiac Review το 1930.
    
Εκεί γνώρισε κι έγινε φίλος τους: Emil Cioran και Mircea Eliade. Επίσης την ίδια εποχή συνδέθηκε με μια φοιτήτρια της φιλοσοφίας και νομικής, τη Ροντίκα. Το 1931 έγραψε μερικές ελεγείες εμπνευσμένες από τον Francis Jammes, με τίτλο "Elegii Pentru Fiinte Mici" (Elegies for tiny beings - Ελεγείες Για Ασήμαντες Υπάρξεις). Μέχρι και το 1935 έγραψε άρθρα στα: reviews Vremea (Time), Azi (Today), Floarea de Foc (Flower of Fire), Viata Literara (Literary Life), România Literara (Literary Romania), στο εβδομαδιαίο αντιφασιστικό περιοδικό Critica, και στα: Axa (the Axis), Fapta (the Fact), Ideea, Româneasca, Zodiac, Facla (the Torch), Universul Literar (Literary Universe), Nu (No!), (άρθρα και σημειώσεις ημερολογίου). Αυτά τα τελευταία προκαλέσανε σκάνδαλο στη Ρουμανία για τις θέσεις τους για τις ήδη εγκαθιδρυμένες αξίες στη ρουμανική λογοτεχνία: Tudor Arghezi, Ion Barbu, Camil Petrescu, Mircea Eliade. Ωστόσο αυτά τα άρθρα βραβεύτηκαν από το Royal Foundations Publishing House, από τον πρωτοκαθήμενο θεωρητικό και λογοτεχνικό κριτικό Tudor Vianu.
     Στις 8 Ιουλίου 
1936 παντρεύτηκε τη Ροντίκα Μπουριλεάνου (Rodica Burileanu), κάνανε μήνα μέλιτος στη Κονστάντζα και στην Ελλάδα. 3 μήνες μετά το γάμο η μητέρα του πέθανε από εγκεφαλικό. Ο Ευγένιος τότε εργαζότανε σα δάσκαλος γαλλικών στη Cernavoda, επίσης ασχολιόταν με το Ορθόδοξο σεμινάριο της Curtea de Arges και το κεντρικό σεμινάριο στο Βουκουρέστι. Απασχολιόταν επίσης και στο Υπουργείο Παιδείας ως υπεύθυνος στις διεθνείς σχέσεις. Στα 1937-8 βρισκότανε σε ρήξη σε κρίσιμα ζητήματα με το περιοδικό Facla Review, έγραφε άρθρα στο Universul Literar, στην ημερήσια λογοτεχνική εφημερίδα Rampa (the Stage) και στο Parerile Libere (Free Opinions). Το άρθρο του "Vocabulary of Criticism" δημοσιεύτηκε στη Vremea το 1938.
     Επιστρέψανε στη Γαλλία το 1938, για τη το διδακτορικό του με θέμα: "Αμαρτία & Θάνατος Στη Γαλλική Ποίηση Μετά Τον Μποντλέρ" που δε θα καταφέρει να τελειώσει ποτέ. Του τράβηξε τη προσοχή το γράψιμο των: Emmanuel Mounier, Berdiaev, Jacques Maritain, Gabriel Marcel. Το 1939 γνωρίζει τον Henri Thomas που 'τανε πίσω απ' την ομάδα που στελέχωνε το Esprit Review. Μεταβαίνει στη Μασσαλία κι έχει επαφές με τους Les Cahiers du Sud και Léon-Gabriel Gros. Απ' το Παρίσι στέλνει άρθρα στη λογοτεχνική & κριτική επιθεώρηση Viata Româneasca (Romanian Life). Επισκέπτεται το La Chapelle Anthenaise να ξαναβρεί και να θυμηθεί το χαμένο του παιδικό παράδεισο.
     Με τ
ο ξέσπασμα του Β' Παγκ. Πολ. το 1939 επιστρέφει στη Ρουμανία κι αναλαμβάνει καθηγητής γαλλικών στο Sfântul Sava στο Βουκουρέστι. Η κατάσταση όμως εκεί είναι χάλια, μετανιώνει πικρά που παράτησε τη Γαλλία. Μετά από πολλές προσπάθειες καταφέρνει να επιστρέψει το Μάη του 1942, με τη σύζυγο, ευχαριστώντας τους φίλους που τονε βοηθήσανε σ' αυτό. Στην αρχή έμεινε στη Μασσαλία στο Hôtel de la Poste, έχοντας τρομερές οικονομικές δυσχέρειες. Μεταφράζει, παρουσιάζει και προλογίζει τη νουβέλα, "Urcan Batrânul" (Father Urcan) του Pavel Dan (1907-37). Προσλαμβάνεται στην υπηρεσία κουλτούρας από το Royal Legation of Romania στο Vichy. Η κόρη του Μαρί-Φρανς (Marie-France) γεννιέται στις 26 Αυγούστου 1944 και της γράφει μερικές αντισυμβατικές παιδικές ιστορίες. Εγκαθίσταται με την οικογένειά του στο Παρίσι στη rue Claude-Terrace 38, θα μείνει εκεί μέχρι το 1960, αφού πάρει και τη γαλλικήν υπηκοότητα το 1950.
     Οικονομικές δυσχέρειες, δυσκολίες στην εργασία, εργάζεται σε κάποιον εκδότη και στα 1945-9 μεταφράζει το έργο του Urmoz (1883-1923), Ρουμάνου ποιητή και πρωτοπόρου στο σουρεαλισμό. Κείνη την εποχή, η οικογένεια λάμβανε λιγοστή χρηματική βοήθεια από κείνον. Ο πατέρας του πέθανε τον Οκτώβρη/Νοέμβρη του 1948, -12 έτη μετά το θάνατο της μητέρας. Όπως κι ο Μπέκετ, εμφανίστηκε σχετικά αργά στο θέατρο και μάλιστα σχεδόν κατά τύχη! Θέλοντας να μάθει αγγλικά, διαπίστωσε τη κενότητα των φράσεων-κλισέ του βιβλίου μαθημάτων αγγλικής και ξεκίνησε να το σατιρίσει χρησιμοποιώντας τέτοιες ακριβώς φράσεις κενές συναισθημάτων. Έτσι το 1948 γράφει το 1ο του θεατρικό "Η Φαλακρή Τραγουδίστρια" (La Cantatrice Chauve) με τον υπότιτλο «αντι-θέατρο» κι αγγλικό τίτλο "The Bald Soprano". Παρουσιάστηκε στις 11 Μάη 1950 σε σκηνοθεσία Nicolas Bataille στο Théâtre des Noctambules. Απ' τις μεγαλύτερες θεατρικές αποτυχίες, μέχρι που τον ανακάλυψε η κριτική πένα κυρίως των Jean Anouilh και Raymond Queneau, που παινέσαν το έργο, τον παρομοιάσαν μ' άλλους μεγάλους της εποχής: André Breton, Luis Buñuel, Arthur Adamov και Mircea Eliade κι έτσι η παρωδία αυτή έμελλε να σημαδέψει το σύγχρονο θέατρο και να τον αναγορεύσει σ' έναν απ' τους προκαθήμενους του θεάτρου του παραλόγου. Χρησιμοποιεί όνειρο κι εφιάλτη, φάρσα και δράμα, αμιγώς μπλεγμένα, το παράξενο και τραγελαφικό, το παράλογο και το γκροτέσκο σαν όχημα για την ανελέητη σάτιρα, το ιδιόρρυθμο χιούμορ και τη μεταφυσική σκέψη που διατρέχουν όλα τα έργα του.
     Στο "Μάθημα" (La Lecon, 1950), ο δάσκαλος κυριαρχεί της μαθήτριάς του με τη γλωσσική του ανωτερότητα και τελικά τη σκοτώνει. Στις "Καρέκλες" (Les Chaises, 1952), ένα γηραιό ζεύγος θέλει να μεταδώσει την εμπειρία ολάκερης της ζωής του, προσκαλώντας μια συγκέντρωση ενός πλήθους, που όμως δε φτάνει ποτέ, συμβολιζόμενον ωστόσο με τον ολοένα αυξανόμενον αριθμό κενών καθισμάτων και τελικά καταφέρνουν να μεταδώσουν το μήνυμα με το θάνατό τους, πεισμένοι πως το πλήθος είχεν ήδη φτάσει, μόνο σ έναν άνθρωπο, που -τί ειρωνεία!- ήτο βραδύνους και κωφάλαλος!
     Άλλα έργα: "Ο Αμεδαίος ή Πώς Να Το Ξεφορτωθείτε" (Amedee ou comment s'en debarrasser 1953) "Ιάκωβος ή Υποταγή" (1955) "Δολοφόνος Χωρίς Αμοιβή" (1959) "Ο Ρινόκερος" (Rhinoceros 1960), που του χάρισε παγκόσμια αναγνώριση, "Ο Βασιλιάς Πεθαίνει" (Le Roi se meurt 1962) "Δίψα & Πείνα" (La Soif et la Faim 1964) "Παροξυσμός Για Δυο Ή Περισσότερους" (Frenzy For Two Or More, 1965) "Μακμπέτ"  (Macbeth 1972) κλπ. Τέλος, έν από τα μεταγενέστερα έργα του είναι το "Journeys Among Τhe Dead" (1980). Στο Θέατρο Του Παραλόγου τον ενέταξε στο κριτικό του βιβλίο με τον ίδιο τίτλο, ο Martin Esslin, βάζοντάς τον μαζί με τους: Samuel BeckettΖαν Ζενέ (Jean Genet)Άρτουρ Αντάμοφ (Arthur Adamov).
     Τα πρώτα και πιο καινοτόμα έργα αυτά, απαλλαγμένα απ' όλα τα τεχνάσματα ψυχολογίας και θεατρικότητας, χαρακτηρίζονται προκλητικά, κριτικά, επαναστατικά. Οι θεατρικοί κώδικες καταστρατηγούνται, η αριστοτελική λογική ανατρέπεται, η επικοινωνιακή δύναμη της γλώσσας αμφισβητείται, μ' αποτέλεσμα να επικρατεί ασάφεια και πολλαπλότητα ερμηνειών. Στα έργα αυτά αφθονούν λεκτικά παιχνίδια, ξέφρενος ρυθμός, πολλαπλασιασμός αντικειμένων, το γκροτέσκο, που υποκρύπτουνε τις αδυναμίες του ανθρώπου, τα βαθύτερα ένστικτά του, τις αγωνίες του. Εκφράζουνε δε το αίσθημα της αποξένωσης και την αδυναμία και ματαιότητα επικοινωνίας με σουρεαλιστικό και κωμικό τρόπο, παρωδώντας τον κομφορμισμό της αστικής τάξης και τις κοινές θεατρικές φόρμες.
     Μετά το 1958, τα έργα του κερδίζουνε σε σαφήνεια και βάθος καθώς περιορίζεται η φαντασία και τ' ονειρικό στοιχείο. Αυτό που τον απασχολεί πιότερο είναι η τραγικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. Οι παραλογισμοί και το γκροτέσκο παραχωρούνε τη θέση τους σ' έργα όπως "Ο Βασιλιάς Πεθαίνει" (1962) "Δίψα & Πείνα" (1965) "Παιχνίδια Σφαγής" (1970) που επικρατούν μεταφυσικοί προβληματισμοί κι απαισιοδοξία. Παράλληλα, η πολιτική, με την ευρεία έννοια του όρου, του παρέχει τη δυνατότητα να γράψει έργα όπως "Ο Ρινόκερος", "Μακμπέτ", "Μαξιμιλιέν Κόλμπ" (1980) με θέματα, αντίσταση στο φανατισμό, καταστρεπτικό πάθος της εξουσίας αλλά κι αναγκαιότητα ελευθερίας σκέψης και δράσης ως υπέρτατα αγαθά και μια νουβέλα, "Ο Μόνος" (1973) βασισμένη στη ταινία με τίτλο: "La Vase1971 και που ο Ιονέσκο έπαιζε το κύριο ρόλο.
     Στο "Δολοφόνο Χωρίς Αμοιβή" πρωτοπαρουσιάζεται και πρωταγωνιστεί ο κεντρικός ήρωας, Μπερανζέ, -που εμφανίζεται σε μια σειρά έργων του: "Ρινόκερος", "Ο Βασιλιάς Πεθαίνει", "Πεζός Στον Αέρα". Αποτελεί σχεδόν αυτοβιογραφική φιγούρα, που εκφράζει απορία κι αγωνία για τη παράδοξη πραγματικότητα. Είναι αστείος, αφελής κερδίζοντας έτσι τη συμπάθεια του κοινού. Στο έργο αυτό συναντά το Θάνατο με τη φιγούρα ενός εκτελεστή. Στο "Ρινόκερο" παρατηρεί τους φίλους που προσβάλλονται απ' τον ιό της ρινοκερίτιδας, μεταμορφώνονται σε ρινόκεροι παραμένοντας στο τέλος μόνος έναντι σ' αυτό το κύμα κομφορμισμού. Σ' αυτό εκφράζει την απέχθειά του για τον ιδεολογικό κομφορμισμό εμπνεόμενος από την άνοδο του φασισμού τη 10ετία του '30. Στο "Ο Βασιλιάς Πεθαίνει" παρουσιάζεται ως Βασιλιάς Μπερανζέ Α', καθημερινή φιγούρα που παλεύει να συμβιβαστεί με το θάνατό του.
          Στις 4 Αυγούστου 1950, έπαιξε τον Στεπάν Τροφίμοβιτς στους "Δαιμονισμένους" του Ντοστογιέφσκη, σε σκηνοθεσία Nicolas Bataille. Η τάση του προς τη περιπέτεια, τη διασκέδαση, τη δράση και το μηδενισμό, τον οδήγησε γρήγορα στους κόλπους του College of Pataphysics, όπου έγινε μέλος και βρέθηκε μαζί με τους: Boris Vian, Raymond Queneau, Jacques Prévert, Marcel Duchamp & Michel Leiris. Τα επόμενα χρόνια, πολλά από τα έργα του θα δημοσιευτούνε στο Cahiers du Collège de Pataphysique. Το 1958 αναγκάστηκε να δώσει μια πολεμική διαμάχη, υπερασπιζόμενος τα έργα και τ' όραμά του, με τον άγγλο κριτικό Kenneth Tynan απ' το The Observer. Το 1959 πήρε μέρος σε συζητήσεις του Ελσίνκι για το πρωτοποριακό θέατρο. Το 1965, το ανέβασμα του "Παροξυσμού Για Δυο Ή Περισσότερους" του, σε σκηνοθεσία Nicolas Bataille, τονε βρίσκει πάνω στο M/S France, να ταξιδεύει.
     Το 1966 σε μια πρωτοποριακή παράσταση-ανάγνωση, στο εθνικό θέατρο Théâtre de France, οι Maria Casarès, Jean-Louis Barrault & Ionesco, διαβάζουν αδιόρθωτα χειρόγραφα κείμενα. Το 1972 ανοίγει με ομιλία του το Salzburg Festival. Το 1974 γίνεται επίτιμος διδάκτωρ στο University of Warwick (UK) και το 1975 στο University of Tel-Aviv. Νοέμβρης 1976 συμμετέχει σε στρογγυλό τραπέζι μαζί με τους Tom Bishop, Emmanuel Jacquart, Françoise Koutilsky & Rosette Lamont, με ακροατήριο άνω των 900 ατόμων. 3-13 Αυγούστου 1978: 10ημερίδα Ιονέσκο: οι κύριοι ειδικοί για το έργο του απ' όλο τον κόσμο, (Claude Abastado, Roger Bensky, Mircea Eliade, Martin Esslin, Henri Gouhier, Jeanyves Guérin, Gelu Ionescu, Emmanuel Jacquart, Pierre Larthomas, Michel Lioure, Yves Moraud, Jean Onimus, Michel Pruner, Paul Vernois, Colette Weil), συγκεντρωθήκανε σ' ένα πύργο στη Νορμανδία. Τη συγκέντρωση είχανε συγκαλέσει ο Paul Vernois κι η κόρη του Marie-France Ionesco και τίμησαν με τη παρουσία τους ο Eugène κι η Rodica, τις 2 τελευταίες μέρες. Απ' τη συμμετοχή των παρευρισκομένων στις συζητήσεις και τα σχόλια, γράφτηκε βιβλίο με τίτλο: "Ionesco: Situation Et Perspectives".
     Γενάρη/Φλεβάρη 1982 έδωσε σειρά διαλέξεων στο Πανεπιστήμιο Βόννης κι έλαβε από κει το German Order of Merit. 15 Δεκέμβρη, επ' ευκαιρία των εορτασμών της 100τής επετείου γέννησης της Virginia Woolf, παίχτηκε το "Freshwater" της, στο George-Pompidou Centre, με το ακόλουθο καστ: Jean-Paul Aron, Florence Delay, Guy Dumur, Viviane Forrester, Eugène & Rodica Ionesco, Alain Jouffroy. Με το ίδιο καστ, το έργο παίχτηκε και: 20-21 Οκτώβρη 1983, New York University (με προσθήκη και των: Erika Kralik, Joyce Mansour, Alain Robbe-Grillet, Nathalie Sarraute, S. Wilson), 7 Νοέμβρη 1983, Théâtre du Rond-Point, 26-27 Νοέμβρη 1983, Riverside, London και 4-5 Ιουλίου 1984 στο Spoleto Festival.
     21-23 Απρίλη 1983 είναι επίτιμος καλεσμένος στο 7ο Συνέδριο American-Romanian Academy of Arts & Sciences στο Davis California με προεδρεύοντα τον Richard Coe, οι 2 άλλοι επίτιμοι προσκεκλημένοι ήταν οι: Martin Esslin & Emmanuel Jacquart. Αλλά η υγεία του ήτανε πάντα εύθραυστη, έτσι νοσηλεύτηκε με διαβητικό κώμα για 2 μέρες το Φλεβάρη του 1984. Κόντρα σ' αυτό όμως ταξίδεψε σε πολλές χώρες και στις ΗΠΑ, τον ίδιο χρόνο, δίνοντας διαλέξεις και την ίδια χρονιά γίνεται Αξιωματικός στη Λεγεώνα Της Τιμής. Τον Μάη του 1985 έγινε μέλος του συμβουλίου του Venice Film Biennial. Το Νοέμβρη έλαβε μέρος σε συνέδρια για τα ανθρώπινα δικαιώματα στη Βέρνη και μέχρι τον επόμενο Ιούλιο έμεινε και ζωγράφιζε στο St. Gallen Switzerland, όπου επέστρεψε ξανά να ζωγραφίσει το Φλεβάρη του 1987. 23 Φλεβάρη του 1987 το Théâtre de la Huchette γιόρτασε τη 30ετή απόδοσή του, παρουσία του ζεύγους Ιονέσκο κι όλων των ηθοποιών που 'χανε λάβει μέρος στις παραστάσεις: "Φαλακρή Τραγουδίστρια" και "Μάθημα"!
     Το Φλεβάρη του 1989 νοσηλεύεται ξανά, πράγμα που τον απέτρεψε να δράσει για την υπεράσπιση ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Ρουμανία. Στη θέση του διάβασε τη διακήρυξή του, η κόρη του Μαρί-Φρανς! Αρχές Μάρτη, συνυπογράφει τη διακήρυξη μαζί με τον Μπέκετ κι άλλους 710 συγγραφείς απ' όλο τον κόσμο, για το δικαίωμα να εκφράζει κανείς τη γνώμη του λεύτερα. 30 Δεκέμβρη γίνεται επίτιμο μέλος της French Writer's Union μαζί με τον Cioran. 27 Νοέμβρη 1992 σε τελετή που 'γινε στο Παρίσι, γίνεται επίτιμος διδάκτωρ του Uniwersytet Śląski Katowice της Πολωνίας. Έγινε μέλος της CIEL (Comité international des ecrivains pour la libertéΔιεθνής Επιτροπή Συγγραφέων για την Ελευθερία) που ελέγχει και διεκδικεί παγκοσμίως τη διατήρηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σ' όλες τις χώρες και την ελευθερία όλων των επιστημόνων, καλλιτεχνών & συγγραφέων.

     Όπως οι Σω & Μπρεχτ, συνέβαλε στο θέατρο με θεωρητικές μελέτες, κυρίως απόπειρες να διορθώσει τους κριτικούς που είχανε παρεξηγήσει το έργο του κι έτσι επηρέαζαν εσφαλμένα το κοινό, όπως τα: "Notes & Counternotes" (1962), "Fragments of a Journal" (1966). Ο Ιονέσκο υπήρξεν ο 1ος συγγραφέας που το έργο του εκδόθηκε όσο ήτανε στη ζωή (1991) απ' τη περίφημη Βιβλιοθήκη Πλειάδος. Στις 22 Γενάρη 1970 εξελέγη μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας, παίρνοντας τη θέση του εκλιπόντος Jean Paulhan. Στις 25 Φλεβάρη 1971 γίνεται η επίσημη αποδοχή του σα μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας. Ομιλία αποδοχής του Ιονέσκο κι απαντητική από τον Jean Delay.
    
Κ
έρδισεν επίσης πολυάριθμα βραβεία και διακρίσεις:

1959: Tours Festival Prize
1963: Prix Italia
1966: Society of Authors Theatre Prize
1969: Grand Prix National for theatre
1969: Monaco Grand Prix
1970: Austrian State Prize for European Literature
1973: Jerusalem Prize and honorary Doctoral Degrees from New York University & the Universities of Leuven Warwick & Tel Aviv.
1976: Max Reinhardt-medal (50η επέτειος Φεστιβάλ Σάλτσμπουργκ)
1982: German Order of Merit
1985:
Medal Of Mayenne (Απρίλης)
1985: Medal Of Flèche (16 Απρίλη)
1985: Monte-Carlo International Prize of Contemporary Art (Μάης)
1985: T. S. Eliot-Ingersoll-prize, Chicago (22 Νοέμβρη, παρουσία Σολ Μπέλοου -Saul Bellow- & Μιρτσέα Ελιάντε)
1987: medal of the city of Paris (Μάρτης)
1987: medal of Saint-Etienne (Οκτώβρης)
1987: medal of Saint-Chamond (Οκτώβρης)
1989: Molière prize (μαζί με τον Jacques Mauclair)


     Πέθανε στο σπίτι του στο Παρίσι στις 28 Μάρτη 1994, σ' ηλικία 85 ετών και θάφτηκε στο Κοιμητήρι του Μονπαρνάς.


 "Σε Ικετεύω -δε ξέρω ποιόν! Ελπίζω- Ιησού Χριστέ!"
Η τελευταία του κατοικία, φέρουσα και τη τελευταία του φράση-μήνυμα!
--------------------------------------------------------------------

                                             Ο Ρινόκερος

σε 3 πράξεις & 4 εικόνες

ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ

ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ
ΜΠΑΚΑΛΙΣΣΑ
ΖΑΝ
ΜΠΕΡΑΝΖΕ
ΓΚΑΡΣΟΝΑ
ΜΠΑΚΑΛΗΣ
ΓΕΡΑΚΟΣ
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ
ΚΑΦΕΤΖΗΣ
ΝΤΕΖΗ
ΚΥΡΙΟΣ ΠΑΠΙΓΙΟΝ
ΝΤΙΝΤΑΡ
ΜΠΟΤΑΡ
Κα ΒΟΔΑΡ
ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΗΣ
Η γυναίκα Γεράκου
Πολλά κεφάλια ρινόκερων

                                               1η ΠΡΑΞΗ

    
Πλατεία σε μια μικρή επαρχιακή πόλη. Στο βάθος, ένα σπιτόπουλο με ισόγειο κι έναν όροφο. Το ισόγειο δείχνει πως πρόκειται για μπακάλικο. Η είσοδός του είναι τζαμωτή, με δυο-τρία σκαλοπάτια. Πάνω απ' τη τζαμαρία υπάρχει ταμπέλα που γράφει πεντακάθαρα
«Παντοπωλείο». Στο πρώτο πάτωμα δυο παράθυρα. Είναι τα παράθυρα του σπιτιού του Μπακάλη. Το μπακάλικο βρίσκεται, λοιπόν, στην άκρη της σκηνής, προς τ' αριστερά, κοντά στα παρασκήνια. Πάνω από το σπίτι διαγράφεται το καμπαναριό μιας εκκλησίας, κάπως απομακρυσμένης. Ανάμεσα στο μπακάλικο και στη δεξιά μεριά ξεκινά ένα μικρό δρομάκι. Στα δεξιά λίγο πλάγια, η πρόσοψη ενός καφενείου. Το καφενείο διαθέτει και πρώτον όροφο, μ' ένα παράθυρο. Μπρος στο φαρδύ πλακόστρωτο του καφενείου, αρκετά τραπεζάκια με καρέκλες που φτάνουν μέχρι τα μισά της σκηνής. Ανάμεσά τους ένα γερασμένο, κακομοιριασμένο δέντρο. Γαλάζιος ουρανός, εκτυφλωτικό φως, τοίχοι κάτασπροι. Κυριακή. Σχεδόν μεσημέρι μιας καλοκαιριάτικης μέρας. Ο Ζαν κι ο Μπερανζέ θα καθήσουν αργότερα σ' ένα απ' τα τραπέζια. Πριν απ' το άνοιγμα της αυλαίας ακούγονται καμπάνες, που σταματάνε σε λίγα λεπτά. Όπως ανοίγει η αυλαία μια γυναίκα με άδειο καλάθι για ψώνια στο 'να μπράτσο και μ' ένα γάτο στ' άλλο, διασχίζει σιωπηλά τη σκηνή απ' τα δεξιά προς τ' αριστερά. Στο πέρασμά της η Μπακάλισσσα ανοίγει τη πόρτα του μαγαζιού της και τη παρακολουθεί με το βλέμμα.

ΜΠΑΚΑΛΙΣΣΑ: Μάλιστα! Την είδες τη ξιπασμένη! (Στον άντρα της που 'ναι μες στο μαγαζί). Μου τρέχει στα Σούπερ Μάρκετ! Δε καταδέχεται πια να ψωνίσει απ' το κουτσομάγαζό μας!

   (Η Μπακάλισσα ξαναμπαίνει στο μαγαζί κι η σκηνή μένει για λίγα δευτερόλεπτα άδεια. Απ' τα δεξιά προχωρεί ο Ζαν και συγχρόνως, από τ' αριστερά, ο Μπερανζέ. Ο Ζαν είναι ντυμένος με ιδιαίτερη φροντίδα: καφέ κοστούμι, κόκκινη γραβάτα, ημίσκληρο κολάρο, καπέλο ασορτί. Το πρόσωπο είναι λίγο ηλιοκαμένο. Παπούτσια καναρινιά, γυαλισμένα στη τρίχα. Ο Μπερανζέ είναι αξύριστος, χωρίς καπέλο, με μαλλιά που ανεμίζουνε και ρούχα στραπατσαρισμένα. Εμφάνιση λίγο μποέμ κι ατημέλητη. Δείχνει κουρασμένος, νυσταγμένος και κάθε λίγο και λιγάκι χασμουριέται)

ΖΑΝ: (Καθώς προχωρεί από δεξιά) Επιτέλους τον βρήκες το δρόμο, Μπερανζέ!
ΜΠ: (Καθώς προχωρεί από αριστερά) Καλημέρα σου, Ζαν!
ΖΑΝ: Όπως πάντοτε, με το πάσο σου (κοιτά το ρολόι του χεριού του) Είχαμε πει εντεκάμιση και κοντεύει μεσημέρι.
ΜΠ: Ζητώ συγγνώμη. Περιμένεις πολύ ώρα;
ΖΑΝ: Όχι δα, σε ξέρω. Μόλις τώρα ήρθα. (Κάθονται σ' ένα τραπεζάκι του καφενείου)
ΜΠ: Ωραία, να μη με τρώνε και μένα τύψεις, αφού κι εσύ...
ΖΑΝ: Να σε φάνε τύψεις και μαμούνια. Το ξέρεις ότι δε μ' αρέσει να περιμένω κι ούτε έχω καιρό για χάσιμο. Σ' έμαθα πια. Ποτέ δεν έρχεσαι στην ώρα σου. Δεν είμαι κορόιδο λοιπόν, έρχομαι κι εγώ τη στιγμή που λογαριάζω ότι θα 'χω την ευτυχία να σε βρω.
ΜΠ: Έχεις δίκιο, δε λέω... αλλά...
ΖΑΝ: Τί αλλά και ξαλλά; Θες τώρα να με πείσεις ότι έρχεσαι στην ώρα σου;
ΜΠ: Εγώ;... ποτέ δε θα ισχυριζόμουνα κάτι τέτοιο. (κάθονται)
ΖΑΝ: Μόνον αυτό σου 'λειπε!
ΜΠ: Τί θα πιεις;
ΖΑΝ: Να πιω; Από τα χαράματα σ' έπιασε δίψα σένα;
ΜΠ: Κάνει τόση ζέστη, ξεραθήκανε τα πάντα.
ΖΑΝ: Μια λαϊκή σοφία λέει: "Όσο πιο πολύ πίνεις τόσο πιότερο διψάς».
ΜΠ: Αν η λαϊκή σοφία φρόντιζε να μαζέψει μερικά επιστημονικά συννεφάκια στον ουρανό, θα 'κανε λιγότερη ζέστη και, κατά συνέπεια, Θα διψάγαμε και λιγότερο.
ΖΑΝ: (κοιτάζοντάς τονε δύσπιστα) Τα επιστημονικά συννεφάκια σε μάραναν! Έλα τώρα, δεν είναι το νεράκι που θα σε ξεδιψάσει, αγαπητέ μου Μπερανζέ...
ΜΠ: Δηλαδή, τι υπαινίσσεσαι, αγαπητέ μου Ζαν;
ΖΑΝ: Ξέρεις πολύ καλά. Μην κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις. Το λαρυγγάκι σου πάσχει από ξηρασία! Το λαρύγγι σου που μοιάζει με ακόρεστη διψασμένη γη.
ΜΠ: Βρίσκω πως η σύγκριση που κάνεις...
ΖΑΝ: (τονε διακόπτει) Μα επιτέλους, δε βλέπεις τη κατάντια σου, άνθρωπέ μου!
ΜΠ: Τη κατάντια μου; Πού τη βλέπεις εσύ;
ΖΑΝ: Για στραβό με περνάς; Συ κοντεύεις να σωριαστείς από κούραση. Ποιός ξέρει που οργίαζες πάλι όλη νύχτα. Δε σταματάς να χασμουριέσαι, κουτουλάς από νύστα και...
ΜΠ: Ναι, με πονάει λίγο το κεφάλι μου!
ΖΑΝ: Βρωμοκοπάς κρασίλα.
ΜΠ: Δεν έχεις άδικο. Είναι αλήθεια, με πονά λίγο κι ο λαιμός μου.
ΖΑΝ: Κάθε Κυριακή πρωί, τα ίδια Παντελάκη μου τα ίδια Παντελή μου. Τώρα μεταξύ μας και τις άλλες μέρες της εβδομάδας δε πάμε πίσω.
ΜΠ: Διαμαρτύρομαι. Μες στη βδομάδα δε συμβαίνει τόσο συχνά. Ας όψεται το γραφείο!
ΖΑΝ: Ορίστε και χωρίς γραβάτα! Πού την έχασες; Την έσπειρες στις ακολασίες σου;
ΜΠ: (βάζει το χέρι στο λαιμό του) Για κοίτα είναι αστείο, δε φορώ γραβάτα, τί να την έκανα άραγε;
ΖΑΝ: Μένα ρωτάς! (Βγάζει από τη τσέπη μια γραβάτα) Να, φόρεσε αυτή 'δω.
ΜΠ: Σ' ευχαριστώ. Με υποχρεώνεις αφάνταστα! (Δένει τη γραβάτα στο λαιμό)
ΖΑΝ: (καθώς ο Μπερανζέ δένει τη γραβάτα μ' ευδαιμονία) Κοίτα τα μαλλιά σου σα Δράκουλας είσαι. (Ο Μπερανζέ συμμαζεύει με τα δάχτυλα τα μαλλιά του) Πάρε τη χτένα μου σε παρακαλώ. (Βγάζει απ' τη τσέπη του μια τσατσάρα)
ΜΠ: (Καθώς παίρνει τη τσατσάρα) Ευχαριστώ. (Χτενίζεται αδιάφορα)
ΖΑΝ: Είσαι κι αξύριστος. Για δες τα χάλια σου! (Βγάζει καθρεφτάκι απ' τη τσέπη του σακακιού του και το δίνει στον Μπερανζέ που το παίρνει, κοιτάζεται κι εξετάζει τη γλώσσα του)
ΜΠ: Γλώσσα παπούτσι!
ΖΑΝ: (παίρνοντας το καθρέφτη και ξαναβάζοντάς τον στη τσέπη) Μη μου πεις, αλήθεια; (Παίρνει και τη τσατσάρα που του δίνει ο Μπερανζέ και τη βάζει στη τσέπη) Εσύ, ανθρωπάκο μου, θα πας από κίρρωση του ήπατος.
ΜΠ: (ανήσυχα) Λες;
ΖΑΝ: (στον Μπερανζέ που του δίνει πίσω τη γραβάτα) Στη χαρίζω. Από γραβάτες να φάνε κι οι κότες.
ΜΠ: (με θαυμασμό) Συ ξέρεις να φροντίζεις τον εαυτό σου!
ΖΑΝ: (συνεχίζει να κοιτά τον Μπερανζέ) Κοίτα ρούχα! Λες και βγήκαν απ' τον κλίβανο. Αξιοθρήνητα. Κοίτα πουκάμισο, μαύρο από τη βρώμα! Άσε πια τα παπούτσια σου. (Ο Μπερανζέ προσπαθεί να κρύψει τα παπούτσια του κάτω απ' το τραπέζι) Ούτε που σκέφτεσαι να τα γυαλίσεις καμιά φορά. Εξωφρενική κατάσταση! Η πλάτη σου... φρίκη!
ΜΠ: Τί έχει η πλάτη μου;
ΖΑΝ: Κάνε στροφή. Μπρος, στροφή, σου 'πα. Σε ποιό τοίχο πήγες και τρίφτηκες; (Ο Μπερανζέ κάνει μια νωχελική κίνηση προς τον Ζαν) Αυτό πια, ε, όχι. Δε θα κουβαλάω και βούρτσα μαζί, θα ξεχείλωναν οι τσέπες μου. (Ο Μπερανζέ, πάντα το ίδιο νωχελικά, προσπαθεί να τινάξει τους ασβέστες απ' το σακάκι. Ο Ζαν τραβιέται πίσω) Ε.. σιγά! Μα που κυλιόσουνα τέλος πάντων, μου λες;
ΜΠ: Πού να θυμάμαι.
ΖΑΝ: Κατάντια! Αυτό λέγεται αξιοθρήνητη κατάντια. Ντρέπομαι που σ' έχω φίλο.
ΜΠ: Καλά τώρα, υπερβολές!
ΖΑΝ: Το λέω και το πιστεύω.
ΜΠ: Αφού το ξέρεις Ζαν, μαραζώνω! Δε ξεδίνω με τίποτα σ' αυτή τη πόλη. Η δουλειά που κάνω με καταπιέζει! Οχτώ ολόκληρες ώρες ρουτίνα στο γραφείο κάθε μέρα, κάθε μέρα! Τί να μου κάνουνε τρεις βδομαδούλες διακοπές το καλοκαίρι. Έτσι όταν έρχεται το Σάββατο νιώθω εξουθενωμένος. Το καταλαβαίνεις, θέλω λίγο να ξεσκάσω και...
ΖΑΝ: Όλοι μας δουλεύουμε ανθρωπάκο μου. Κι εγώ δουλεύω σαν όλο τον κόσμο! Κι εγώ ζω τη ρουτίνα τον οχτάωρου στο γραφείο. Κι εγώ έχω τρεις βδομάδες διακοπές το χρόνο. Κι όμως ορίστε, με βλέπεις; Γιατί έχω θέληση που να με πάρει ο διάβολος!
ΜΠ: Με λόγια... Δε γίνεται να 'χουν όλοι τη δική σου θέληση. Εγώ δε τα καταφέρνω. Ποτέ μου δε μπόρεσα να συμβιβαστώ με τη ζωή.
ΖΑΝ: Όλοι πρέπει να συμβιβάζονται. Συ γιατί δε μπορείς; Είσαι κάτι το ξεχωριστό;
ΜΠ: Δε θέλω να πω αυτό, αλλά...
ΖΑΝ: (τον διακόπτει) Έχω τα ίδια προσόντα με σένα κι όχι πως θέλω να το παινευτώ, αλλά πιστεύω ότι στέκομαι πολύ πιο πάνω από σένα. Ανώτερος άνθρωπος είναι όποιος κάνει το καθήκον του.
ΜΠ: Ποιό καθήκον;
ΖΑΝ: Το καθήκον του... το καθήκον ενός υποδειγματικού υπαλλήλου, π.χ....
ΜΠ: Α! Μάλιστα! Το καθήκον του υποδειγματικού υπαλλήλου...
ΖΑΝ: Και πού γλεντοκόπαγες χτες βράδυ παρακαλώ; Θυμάσαι ή το ξέχασες;
ΜΠ: Είχε τα γενέθλιά του ο Αυγουστής. Τονε ξέρεις, ο φίλος μας ο Αυγουστής.
ΖΑΝ: Ο φίλος μας ο Αυγουστής; Εμένα δε με κάλεσε στα γενέθλιά του ο φίλος μας ο Αυγουστής! (Κείνη τη στιγμή ακούγονται από μακριά πλησιάζοντας όμως ολοένα, η ανάσα και τα ποδοβολητά ενός άγριου Θηρίου, όπως κι ένα άγριο μουγκρητό)
ΜΠ: Εγώ δε μπόρεσα να το αποφύγω. Θα 'ταν από μέρους μου μεγάλη αγένεια.
ΖΑΝ: Εγώ, πώς δεν ήρθα;
ΜΠ: Τί να σου πω; Ίσως γιατί δε σε κάλεσε.
ΓΚΑΡΣΟΝΑ: (βγαίνοντας απ' το καφενείο) Καλημέρα! Τί θα πάρουν οι κύριοι; (Ο θόρυβος έχει γίνει τρομερός)
ΖΑΝ: (ξεφωνίζει σχεδόν για ν ακουστεί, χωρίς να συνειδητοποιεί απόλυτα τον τρομαχτικό θόρυβο) Σωστά, σωστά. Εμένα δε με κάλεσε. Δε μου 'κανε τη τιμή. Πάντως, σε πληροφορώ και να με καλούσε δε θα 'ρχόμουνα, γιατί... (Ο θόρυβος έχει γίνει ακόμα πιο φοβερός) Μα τί συμβαίνει; (Το γρήγορο ποδοβολητό ενός δυνατού και μεγάλου ζώου έχει πλησιάσει. Τώρα, ακούγεται ακόμα και το λαχάνιασμά του) Μα τί γίνεται;
ΓΚ: Ναι καλέ, τί γίνεται;

   (Ο Μπερανζέ, πάντα αδιάφορος, χωρίς να δείχνει πως ακούει το παραμικρό, απαντά μ' απάθεια στο Ζαν για ποιο λόγο δε τονε καλέσανε. Κουνά τα χείλη, αλλά δεν ακούγεται. Ο Ζαν τινάζεται απότομα, αναποδογυρίζει το κάθισμα και κοιτά προς τ' αριστερά. Δείχνει τρέμοντας με το δάχτυλο, ενώ ο Μπερανζέ πάντα βαριεστημένα, παραμένει καθιστός)

ΖΑΝ: Δεν είναι δυνατόν! Ένας ρινόκερος! (Ο τρομερός θόρυβος απομακρύνεται το ίδιο γρήγορα κι έτσι τώρα μπορεί ν' ακουστεί ο διάλογος. Ο Ζαν επαναλαμβάνει) Μα... ένας ρινόκερος.
ΓΚ: Καλέ! Ένας ρινόκερος!
ΜΠΑΚΑΛΙΣΣΑ: (βγάζοντας το κεφάλι στη πόρτα του μαγαζιού της) Καλέ, ρινόκερος! (Στον άντρα της που 'ναι στο μαγαζί) Τί κάθεσαι; Τρέχα να δεις. Ένας ρινόκερος. (Όλοι παρακολουθούν με το βλέμμα το θηρίο που καλπάζει αριστερά)
ΖΑΝ: Αυτός ορμά ακάθεκτος, Θα γκρεμίσει τα πάντα.
ΜΠΑΚΑΛΗΣ: (μέσα από το μαγαζί) Πού είναι, πού είναι;
ΓΚΑΡ: (βάζει τα χέρια στη μέση της) Αυτό πια!
ΜΠΑΚΑΛΙΣΣΑ: (στον άντρα της που 'ναι μέσα) Τρέχα χριστιανέ μου, έλα σου λέω...
ΜΠΑΚΑΛΗΣ: (την ίδια στιγμή βγάζει το κεφάλι) Μπα! Ένας ρινόκερος.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ: (μπαίνει τρέχοντας από τ' αριστερά στη σκηνή) Ένας ρινόκερος. Καλπάζει ακάθεκτος στο απέναντι πεζοδρόμιο.

   (Όλ' αυτά από τη στιγμή που λέει ο Ζαν «Ένας ρινόκερος» λέγονται σχεδόν ταυτόχρονα. Ακούγεται το ξεφωνητό μιας γυναίκας, που αμέσως παρουσιάζεται και τρέχει στο κέντρο της σκηνής. Είναι η Νοικοκυρά, που βαστούσε το καλάθι. Μόλις φτάνει στη μέση της σκηνής, της πέφτει απ' το χέρι. Τα ψώνια σκορπίζονται, μια μπουκάλα σπάει. Η γυναίκα κρατά όμως το γάτο πάντα σφιχτά, με τ' άλλο χέρι)

ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ: Αχ! Τί άλλο θα δούνε τα μάτια μας!

   (Ένας κομψός Γεράκος έρχεται τρέχοντας από τ' αριστερά, ακολουθώντας τη Νοικοκυρά. Σπρώχνει τους πάντες και χώνεται στο μπακάλικο, ενώ ο Σοφολογιότατος στηρίζεται στον τοίχο του βάθους, αριστερά από τη πόρτα του μαγαζιού. Ο Ζαν κι η Γκαρσόνα είναι όρθιοι. Αντίθετα, ο Μπερανζέ είναι πάντα καθισμένος κι απαθής. Αυτοί αποτελούν άλλη ομάδα. Συγχρόνως, ακούγονται απ' τ' αριστερά κι άλλα ξεφωνητά, όπως και τρομοκρατημένα τρεχαλητά. Η σκόνη που 'χει σηκώσει το θηρίο στο πέρασμά του πνίγει τη σκηνή)

ΚΑΦΕΤΖΗΣ: (βγάζοντας το κεφάλι απ' το παράθυρο στο πάνω πάτωμα του καφενείου) Μου λέτε τί συμβαίνει;
ΓΕΡΑΚΟΣ: (Ενώ κρύβεται πίσω από το Μπακάλη και τη Μπακάλισσα) Εμένα με συγχωρείτε!

   (Ο κομψός Γεράκος φορά άσπρες γκέτες, τσόχινη ρεμπούπλικα και κρατά μπαστούνι μ' ελεφάντινη λαβή. Ο Σοφολογιότατος, που 'χει κολλήσει στον τοίχο, έχει μικρό γκρίζο μουστακάκι, γυαλιά με κορδόνι και φορά ψάθινο καπέλο)

ΜΠΑΚΑΛΙΣΣΑ: (καθώς τη σπρώχνει, σπρώχνει κι αυτή τον άντρα της, στον κομψό Γεράκο) Πρόσεχε, χριστιανέ μου. Θα μου βγάλεις κάνα μάτι με το μπαστούνι σου.
ΜΙΙΑΚΑΛΗΣ: Με το μπαρδόν, αλλά λίγη προσοχή δε βλάφτει, πώς να το κάνουμε! (Τελικά ο Γεράκος κρύβεται πίσω τους και φαίνεται μόνο το κεφάλι του)
ΓΚΑΡΣΟΝΑ: (στο αφεντικό της) Είδατε, ένας ρινόκερος!
ΚΑΦΕΤΖΗΣ: (απ' το παράθυρο στη Γκαρσόνα) Τα μάτια σου κάνουνε πουλάκια... (Βλέπει το ρινόκερο) Δεν είναι δυνατόν!
ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ: Ααααα! (Τα «ω!» και τα «α!» που ακούγονται από τα πρασκήνια, δένονται σα δεύτερο ηχητικό εφέ στο «Ααα!» της Νοικοκυράς. Τα ψώνια πάντα σκορπισμένα και το μπουκάλι θρύψαλα αλλά δε σταματά να σφίγγει το γάτο στην αγκαλιά) Το φτωχό μου το γατάκι... πήρε τέτοια τρομάρα!
ΚΑΦΕΤΖΗΣ: (κοιτάζοντας συνέχεια το θηρίο που τρέχει προς τ' αριστερά. Ο θόρυβος που κάνει -μουγκρίσματα και ποδοβολητά- όλο κι εξασθενούν. Ο Μπερανζέ νυσταγμένα, χωρίς να κάνει καν τον κόπο να μιλήσει, γυρίζει λίγο το κεφάλι μ' ένα μικρό μορφασμό για ν' αποφύγει τη σκόνη) Αυτό πια, απ' τ' άγραφα!
ΖΑΝ: (τραβιέται προς τα πίσω κι αυτός. Πολύ πιο έντονα) Αυτό πια, απ' τ' άγραφα! (Φτερνίζεται)
ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ: (στο κέντρο της σκηνής, κοιτάζοντας προς τ' αριστερά, τα ψώνια πάντα σκορπισμένα γύρω) Αυτό πια... απ' τ' άγραφα (Φτερνίζεται)
ΓΕΡΑΚΟΣ, ΜΠΑΚΑΛΙΣΣΑ και ΜΠΑΚΑΛΗΣ: (καθώς ο τελευταίος ανοίγει ξανά τη τζαμωτή πόρτα του μαγαζιού του, που ο Γεράκος, στο βάθος, είχε κλείσει πίσω του) Αυτό πια... απ' τ' άγραφα!
ΖΑΝ: Αυτό πια... απ' τ' άγραφα. (Στον Μπερανζέ) Εσύ τον είδες;

   (Ο θόρυβος που 'κανε ο ρινόκερος και τα μουγκρίσματά του ακούγονται όλο και πιο μακρινά. Όλοι όμως όρθιοι παρακολουθούν με τα μάτια το θηρίο εκτός απ' τον Μπερανζέ που παραμένει πάντα καθιστός κι απαθής)

ΟΛΟΙ: (εκτός απ' το Μπερανζέ) Αυτό πια... απ' τ' άγραφα!
ΜΠ: (στον Ζαν) Ναι, μου φάνηκε πως ήτανε κάτι σα ρινόκερος. Μας έπνιξε στη σκόνη! (Βγάζει μαντίλι και φυσά τη μύτη του)
ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ: Αυτό πια... απ' τ' άγραφα! Μου 'κοψε τη χολή!
ΜΠΑΚΑΛΗΣ: (στη Νοικοκυρά) Το καλαθάκι σας... τα ψώνια σας...

   (Ο Γεράκος πλησιάζει τη Νοικοκυρά, σκύβει, μαζεύει τα ψώνια που 'ναι σκορπισμένα γύρω και τη χαιρετά ευγενικά βγάζοντας το καπέλο)

ΚΑΦΕΤΖΗΣ: Πρωτοφανές... τι άλλο Θα δούν ακόμα τα μάτια μας!
ΓΚΑΡΣΟΝΑ: Πρωτάκουστο!
ΓΕΡΑΚΟΣ: Θα θέλατε να μου επιτρέψετε να βάλω ένα χεράκι, να μαζέψουμε τα ψώνια σας;
ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ: (στο Γεράκο) Σας ευχαριστώ πολύ, κύριέ μου, μόνο, σας παρακαλώ, φορέστε το καπελάκι σας. Α παπαπά! Ακόμα τρέμω.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ: Η τρεμούλα είναι δείγμα παραλογισμού, πρέπει να τη συγκρατεί η λογική.
ΓΚΑΡΣΟΝΑ: Πάει, χάθηκε, δεν τον βλέπουμε πια!
ΓΕΡΑΚΟΣ: (στη Νοικοκυρά, δείχνοντας τον Σοφολογιότατο) Ο φίλος μου από δω είναι φιλόσοφος, ορθολογιστής!
ΖΑΝ: (στον Μπερανζέ) Εσύ κατάπιες τη γλώσσα σου;
ΓΚΑΡΣΟΝΑ: Καλέ είδατε τι γρήγορα που τρέχουνε κάτι τέτοια ζωντανά!
ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ: (στον Σοφολογιότατο) Χαίρω πολύ για τη γνωριμία σας, κύριε.
ΜΠΑΚΑΛΙΣΣΑ: (στον άντρα της) Αχ, καλά να τα πάθει! Για να μάθει η ξιπασμένη, άλλη φορά, να ψωνίζει από μας!
ΖΑΝ: (στον Καφετζή και τη Γκαρσόνα) Εσείς τί λέτε για όλ' αυτά;
ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ: Ευτυχώς που δεν πήδησε από την αγκαλιά μου, το χρυσό μου.
ΚΑΦΕΤΖΗΣ: (απ' το παράθυρο, σηκώνοντας τους ώμους) Τέτοια θεάματα, πολύ σπάνια έχουμε τη τύχη ν' απολαύσουμε!
ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ: (στον Σοφολογιότατο, ενώ ο Γεράκος της μαζεύει τα ψώνια) Θα θέλατε για μια στιγμούλα, να κρατήσετε το γατάκι μου;
ΓΚΑΡΣΟΝΑ: (στον Ζαν) Τέτοιο ρινόκερο, δε ξανάδα στη ζωή μου!
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ: (στη Νοικοκυρά, παίρνοντας το γάτο αγκαλιά) Δε φαντάζομαι να με γρατσουνίσει;
ΚΑΦΕΤΖΗΣ: (στον Ζαν) Χάθηκε! Ούτε κομήτης να 'τανε.
ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ: (στον Σοφολογιότατο) Τί λέτε, καλέ! Του 'χω κομμένα τα νυχάκια Κι είναι ήμερο σαν αρνάκι. (Στους άλλους) Πάει και το κρασί! Κι έχει φτάσει η τιμή του στα ύψη!
ΜΠΑΚΑΛΗΣ: (στη Νοικοκυρά) Κρασί έχω όσο θες. Και σε τιμή ευκαιρίας!
ΖΑΝ: (στον Μπερανζέ) Εσύ, δε μιλάς; Μουγκάθηκες;
ΜΠΑΚΑΛΗΣ: (στη Νοικοκυρά) Άσε τη ποιότητα... Δέκα αστέρων!
ΚΑΦΕΤΖΗΣ: (στη Γκαρσόνα) Χάζεψες; Άντε, κουνήσου, σέρβιρε τους κυρίους. (Δείχνει τον Ζαν και τον Μπερανζέ και τραβιέται από το παράθυρο).
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: (στον Ζαν) Δε κατάλαβα, για ποιό πράμα μιλάς;
ΜΠΑΚΑΛΙΣΣΑ: (στον Μπακάλη) Τι κοιτάς; Άντε τρέχα να της φέρεις άλλη μπουκάλα!
ΖΑΝ: (στον Μπερανζέ) Μα, για το ρινόκερο... για τί άλλο; Για το ΡΙ-ΝΟ-ΚΕ-ΡΟ!
ΜΠΑΚΑΛΗΣ: Με το μπαρδόν, αλλά, από κρασί νέκταρ! Και σε πλαστικά μπουκάλια που δε σπάνε... (Μπαίνει στο μαγαζί του).
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ: (χαϊδεύοντας στην αγκαλιά του τη γάτα) Το καλό μου το γατάκι...
ΓΚΑΡΣΟΝΑ: (στον Μπερανζέ και τον Ζαν) Με τί θα ξεδιψάσω τους κυρίους;
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: (στη Γκαρσόνα) Δυο κονιάκ!
ΓΚΑΡΣΟΝΑ: Μάλιστα. Δυο κονιάκ, αμέσως! (προχωρεί προς το καφενείο).
ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ: (μαζεύοντας τα ψώνια με τη βοήθεια του γέρου κυρίου) Αχ! Είστε αξιαγάπητος, κύριέ μου!
ΓΚΑΡΣΟΝΑ: Δυο κονιααάκ! (Μπαίνει στο καφενείο).
ΓΕΡΑΚΟΣ: (στη Νοικοκυρά) Μα για σας θα 'κανα τα πάντα, αγαπητή μου κυρία! (Η Μπακάλισσα μπαίνει στο μαγαζί της).
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ: (στο γέρο και στη Νοικοκυρά που μαζεύουνε τα ψώνια) Τοποθετήστε τα μεθοδικά. Η μέθοδος είναι το παν.
ΖΑΝ: (στον Μπερανζέ) Σ' ακούω, τί έχεις να πεις για το φαινόμενο;
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: (στον Ζαν μη ξέροντας τι να πει) Τί να πω; Τίποτα. Μας γέμισε σκόνη!
ΜΠΑΚΑΛΗΣ: (βγαίνει απ' το μαγαζί, κρατώντας ένα μπουκάλι κρασί. Στη Νοικοκυρά) Ορίστε, σας έβαλα κι υπέροχα μπρόκολα !
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ: (χαϊδεύοντας πάντα το γατί) Κούπεπέ, κούπεπέ! Το καλό μου το γατάκι!
ΜΠΑΚΑΛΗΣ: (στη Νοικοκυρά) Εκατό φράγκα παρακαλώ!
ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ: (πληρώνει τον Μπακάλη και γυρίζοντας προς το Γεράκο, που στο μεταξύ έχει ξαναβάλει όλα της τα ψώνια στο καλάθι) Αχ! Με καταϋποχρεώσατε! Αυτό Θα πει γαλατική ευγένεια! Οι σημερινοί νέοι είναι γουρούνια όρθια!
ΜΠΑΚΑΛΗΣ: (παίρνοντας τα χρήματα από τη Νοικοκυρά) Με το μπαρδόν, αλλά, αν δεν έτρεχες στα Σούπερ Μάρκετ, δε θα χρειαζόταν να περνάς το δρόμο κι έτσι δεν Θα 'χες δυσάρεστες συναντήσεις. (Γυρίζει πάλι στο μπακάλικο).
ΖΑΝ: (που 'χει ξανακαθίσει, αλλά δεν έχει σταματήσει να σκέφτεται το ρινόκερο) Πρωτοφανές! Απερίγραπτο!
ΓΕΡΑΚΟΣ: (σηκώνει το καπέλο και φιλώντας το χέρι της Νοικοκυράς) Κυρία μου με κάνατε πανευτυχή με τη γνωριμία σας!
ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ: (στο Σοφολογιότατο) Σας ευχαριστώ αφάνταστα, κύριε κι εκ μέρους του γατιού μου! (Ο Σοφολογιότατος ξαναδίνει το γατί στη Νοικοκυρά. Η Γκαρσόνα
έρχεται με τα ποτά
).
ΓΚΑΡΣΟΝΑ: Τα κονιακάκια σας, κύριοι!
ΖΑΝ: (στον Μπερανζέ) Τί να σου πω; Είσαι αδιόρθωτος!
ΓΕΡΑΚΟΣ: (στη Νοικοκυρά) Θα μπορούσα να σας συνοδεύσω για λίγο;
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: (στον Ζαν, δείχνοντας την Γκαρσόνα που ξαναμπαίνει στο καφενείο) Λάθος κατάλαβε. Εγώ της ζήτησα δυο αναψυκτικά! (Ο Ζαν σηκώνει τους ώμους του περιφρονητικά, σαν να θέλει να πει «Καλά, σε πιστέψαμε»).
ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ: (στον Γεράκο) Δυστυχώς με περιμένει ο σύζυγός μου, αγαπητέ μου κύριε. Σας ευχαριστώ! Με συνοδεύετε μιαν άλλη φορά!
ΓΕΡΑΚΟΣ: (στη Νοικοκυρά) Το ελπίζω απ' τα βάθη της καρδιάς μου αγαπητή μου κυρία.
ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ: (στον Γεράκο) Παρομοίως, κύριε. (Του κάνει τα γλυκά μάτια κι ύστερα φεύγει αριστερά)
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Έλα, η σκόνη κατακάθισε... (Ο Ζαν ξανασηκώνει ώμους του).
ΓΕΡΑΚΟΣ: (στον Σοφολογιότατο κοιτώντας τη Νοικοκυρά που αποχωρεί) Τί γυναίκα!
ΖΑΝ: (στον Μπερανζέ) Ακόμα δε μπορώ να συνέλθω. Ένας ρινόκερος!

   (Ο Γεράκος κι ο Σοφολογιότατος προχωρούν αργά προς τα δεξιά, απ' όπου θα βγούνε κι από τη σκηνή. Κουβεντιάζουν ήρεμα).

ΓΕΡΑΚΟΣ: (στον Σοφολογιότατο, ρίχνοντας μια τελευταία μάτια προς το μέρος της Νοικοκυράς) Σα φρεγάδα μ' ολάνοιχτα πανιά, έτσι;
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ: Θα σας αναλύσω το συλλογισμό μου...
ΓΕΡΑΚΟΣ: Αλήθεια; Ανυπομονώ να τον ακούσω!
ΖΑΝ: (στον Μπερανζέ) Προσπαθώ μα δε καταφέρνω να συνέλθω. Το θεωρώ απαράδεκτο! (Ο Μπερανζέ χασμουριέται)
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ: (στον Γεράκο) Ένας συλλογισμός συμπεριλαμβάνει το κυρίως θέμα, το δευτερεύον και φυσικά το συμπέρασμα.
ΓΕΡΑΚΟΣ: Ποιό συμπέρασμα; (Ο Σοφολογιότατος κι ο Γεράκος βγαίνουν)
ΖΑΝ: Αρνούμαι! Αποκλείεται, αδυνατώ να το ξεπεράσω!
ΜΠ: Αυτό το βλέπω.. είναι ολοφάνερο... ρινόκερος. Μάλιστα, αγαπητέ μου, πέρασε ένας ρινόκερος!... Αλλά τώρα πάει... πάει, χάθηκε!
ΖΑΝ: Μα καταλαβαίνεις τι λες; Είναι ανήκουστο! Περιφέρεται στη πόλη μας ένας ρινόκερος. Ένας αδέσποτος ρινόκερος! Κι εσύ το δέχεσαι σα να μη τρέχει κάστανο; Μα είναι κάτι, Θα έλεγα, ανεπίτρεπτο. (Ο Μπερανζέ χασμουριέται) Βάζε τουλάχιστον το χέρι στο στόμα, κακομοίρη μου, όταν χασμουριέσαι.
ΜΠ: Καλά, το ξέρω. Έχεις δίκιο. Θα 'πρεπε ν' απαγορεύεται. Είναι κάτι επικίνδυνο. Ένας ρινόκερος δεν είναι παίξε-γέλασε. Αυτό δε το 'χα σκεφτεί. Μην ανησυχείς όμως, πάει, χάθηκε τώρα πια!
ΖΑΝ: Θα 'πρεπε να διαμαρτυρηθούμε στις Κοινοτικές αρχές. Γιατί τις έχουμε τις κοινοτικές αρχές; Για φιγούρα;
ΜΠ: (χασμουριέται κι αμέσως βάζει το χέρι στο στόμα) Ω, για φιγούρα, με συγχωρείς. 'Ισως ξέρεις, αυτός ο ρινόκερος να το 'σκασε από κανά ζωολογικό κήπο!
ΖΑΝ: Βλέπεις όνειρα ορθός!
ΜΠ: Καθόλου, καθιστός!
ΖΑΝ: Καθιστός ή ορθός δεν έχει καμιά διαφορά!
ΜΠ: Διαφωνώ, υπάρχει κάποια διαφορά!
ΖΑΝ: Εδώ, δε πρόκειται για τη διαφορά!
ΜΠ: Τώρα δα, δεν είπες, πως καθιστός ή ορθός δεν έχει καμιά διαφορά;
ΖΑΝ: Λάθος κατάλαβες. Ορθός ή καθιστός είναι ένα και το αυτό όταν κοιμάσαι ολόρθος και βλέπεις όνειρα...
ΜΠ: Το παραδέχομαι, ονειρεύομαι.. Κι η ζωή τί είναι; Ένα όνειρο!
ΖΑΝ: Βλέπεις όνειρα όταν λες ότι ο ρινόκερος το 'σκασε από κάποιο ζωολογικό κήπο...
ΜΠ: Εγώ είπα: Ίσως...
ΖΑΝ: ...Ποιό ζωολογικό κήπο βρε άσχετε, αφού δε διαθέτουμε ζωολογικό κήπο. Τονε καταργήσαμε τότε που μας θέρισε όλα τα ζώα η πανούκλα. Νήπιο ήμουν αλλά το θυμάμαι!
ΜΠ: (με την ίδια αδιαφορία) Τότε ίσως να το 'σκασε από κανένα τσίρκο.
ΖΑΝ: Ποιό τσίρκο;
ΜΠ: Ξέρω κι εγώ; Από κάποιο πλανόδιο τσίρκο.
ΖΑΝ: Η Νομαρχία απαγόρευσε στα πλανόδια τσίρκα να στήνουνε τσαντίρια στη περιοχή μας. Έχει να περάσει τσίρκο από 'δω, από τα χρόνια που φοράγαμε κοντά παντελονάκια.
ΜΠ: (προσπαθεί να συγκρατήσει το χασμουρητό χωρίς να τα καταφέρνει) Τότε, δεν αποκλείεται να ζούσε κρυμμένος, από κείνα τα χρόνια στα ελώδη δάση της περιοχής.
ΖΑΝ: (σηκώνοντας τα χέρια στον ουρανό) Στα ελώδη δάση της περιοχής! Στα ελώδη δάση της περιοχής! Είσαι τελείως άσχετος, φίλε μου. Βυθίζεσαι όλο και πιότερο στις καταστροφικές αναθυμιάσεις του οινοπνεύματος!
ΜΠ: (με αφέλεια) Αυτό είναι αλήθεια. Ανεβαίνουν απ' το στομάχι μου!
ΖΑΝ: Κι έχεις χάσει τ' αβγά και τα καλάθια. Πού τα 'δες, για να μη σε ξαναπώ άσχετο, τα ελώδη δάση στη περιοχή; Η επαρχία μας έχει τ' όνομα "Η μικρή Καστίλλη" κι αυτό γιατί είναι κατάξερη σα τη Σαχάρα!
ΜΠ: (εκνευρισμένα κι αρκετά βαριεστημένα) Ε τότε ποιός ξέρει; Ίσως να 'χε κάνει τη φωλιά του κάτω από κανένα βραχάκι ή ίσως να την έχτισε σε κανένα ξερόκλαδο!
ΖΑΝ: Αν έχεις την εντύπωση, αγαπητέ μου, ότι τώρα μου πουλάς πνεύμα, είναι πολύ φτηνό κι απατάσαι οικτρά! Με τις κοτσάνες που πετάς καταντάς κουραστικός κι είναι αδύνατο να σε πάρω στα σοβαρά.
ΜΠ: Αυτό συμβαίνει σήμερα, μόνο σήμερα, είναι γιατί, όπως ξέρεις... (Δείχνει το κεφάλι του με μιαν αόριστη κίνηση)
ΖΑΝ: Το σήμερα είναι για σένα μόνιμη κατάσταση.
ΜΠ: Τις άλλες μέρες δεν μου συμβαίνει στον ίδιο βαθμό.
ΖΑΝ: Από χιούμορ της δεκάρας σκίζεις. Στο λέω και στο υπογράφω.
ΜΠ: Εγώ δεν ισχυρίστηκα ποτέ ότι...
ΖΑΝ: (τονε διακόπτει) Κι εγώ δεν ανέχομαι να με δουλεύουνε ψιλό γαζί!
ΜΠ: (βάζει το χέρι στη καρδιά) Αυτό ποτέ δε θα το επέτρεπα στον εαυτό μου αγαπητέ μου Ζαν.
ΖΑΝ: Αγαπητέ μου Μπερανζέ, το επιτρέπεις και το παραεπιτρέπεις.
ΜΠ: Α! όχι, αυτό ποτέ δεν το επέτρεψα!
ΖΑΝ: Κι όμως το επέτρεψες πριν από λίγο!
ΜΠ: Μα πώς σκέφτηκες ότι πριν από λίγο...
ΖΑΝ: Σκέφτηκα κάτι που είναι φαεινότερον ηλίου.
ΜΠ: Μα σε διαβεβαιώνω ότι...
ΖΑΝ: Με δουλεύεις κανονικά.
ΜΠ: Τελικά, είσαι αγύριστο κεφάλι!
ΖΑΝ: Ορίστε, τώρα με λες και ξεροκέφαλο! Αγαπητέ μου ξεπέρασες κάθε όριο, με προσβάλλεις δηλαδή από πάνω!
ΜΠ: Ούτε μια στιγμή δε μου πέρασε απ' το μυαλό...
ΖΑΝ: Μυαλό; Ποιός το'χασε για να το βρεις εσύ;
ΜΠ: Ένας λόγος παραπάνω, αφού δεν έχω μυαλό, πώς μπορώ να διανοηθώ να...
ΖΑΝ: Υπάρχουν πράγματα που περνάν απ' το μυαλό και σ' αυτούς που δε διαθέτουνε κουκούτσι!
ΜΠ: Αυτό είναι αδύνατο!
ΖΑΝ: Γιατί παρακαλώ είναι αδύνατο;
ΜΠ: Διότι είναι αδύνατο.
ΖΑΝ: Εξήγησε γιατί είναι αδύνατο; Ισχυρίζεσαι πως μπορείς να εξηγήσεις τα πάντα!
ΜΠ: Ποτέ δεν ισχυρίστηκα κάτι τέτοιο...
ΖΑΝ: Τότε γιατί μου παριστάνεις τον πολύξερο; Σε ξαναρωτώ γιατί με προσβάλλεις;
ΜΠ: Μα δε σε προσβάλλω. Το αντίθετο. Ξέρεις πολύ καλά πως σ' εκτιμώ ιδιαίτερα!
ΖΑΝ: Αφού μ' εκτιμάς, γιατί μου πας κόντρα; Λες ότι δεν είναι επικίνδυνο ν' αφήνουν ένα ρινόκερο να σουλατσάρει αδέσποτος στο κέντρο της πόλης και μάλιστα Κυριακή πρωί, σ' ώρα που στους δρόμους κυκλοφορούν μικρά παιδιά και γέροι άνθρωποι.
ΜΠ: Πολλοί έχουνε πάει στην εκκλησία. Συνεπώς, δε διατρέχουνε κανένα κίνδυνο και...
ΖΑΝ: Μου επιτρέπεις... Κυριακή πρωί υπάρχει και το λαϊκό παζάρι!
ΜΠ: Μα εγώ δεν αρνήθηκα πως είναι επικίνδυνο ν' αφήνουν ένα ρινόκερο να κόβει ανενόχλητος βόλτες στο κέντρο της πόλης. Είπα μόνο πως δεν είχα σκεφτεί το μέγεθος του κινδύνου. Απλούστατα δεν είχα καιρό να το σκεφτώ...
ΖΑΝ: Και πότε σκέφτεσαι συ;
ΜΠ: Εντάξει, συμφωνώ! Ένας αδέσποτος ρινόκερος εγκυμονεί κινδύνους.
ΖΑΝ: Είναι κάτι ανεπίτρεπτο!
ΜΠ: Συμφωνώ. Είναι κάτι ανεπίτρεπτο. Και μάλιστα αληθινή παραφροσύνη. Αλλ' αυτό δεν είναι σοβαρός λόγος να τα βάζεις μαζί μου για ένα παλιοθηρίο. Εγώ φταίω αν κάποιο περισσοδάχτυλο πέρασε από μπρος μας εντελώς τυχαία; 'Ενα ηλίθιο τετράποδο που δεν αξίζει ούτε καν να καθόμαστε να το συζητάμε. Κι επιπλέον ήταν κι ανάγωγο! Αλλά όπως βλέπεις εξαφανίστηκε. Κι αφού εξαφανίστηκε είναι σα να μην υπάρχει. Δε πρέπει να μας απασχολεί λοιπόν ένα θηρίο που δεν υπάρχει. Ας αλλάξουμε θέμα, αγαπητέ μου Ζαν, ας μιλήσουμε για κάτι άλλο. Υπάρχουνε του κόσμου τα προβλήματα που μπορούμε να κουβεντιάσουμε. (Χασμουριέται και πιάνει το ποτήρι του) Άντε στην υγειά σου.

   (Την ίδια στιγμή, ο Σοφολογιότατος κι ο Γεράκος μπαίνουν πάλι από δεξιά στη σκηνή. Θα προχωρήσουν συζητώντας και, τελικά, θα καθήσουν, αργότερα, σ' ένα τραπεζάκι, λίγο απομακρυσμένοι από τον Μπερανζέ και τον Ζαν, δεξιά τους και προς τα πίσω).

ΖΑΝ: Άστο ποτήρι. Σταμάτα επιτέλους να πίνεις. (Ο Ζαν πίνει μεγάλη γουλιά απ' το κονιάκ κι ακουμπά το μισοάδειο ποτήρι πάνω στο τραπέζι. Ο Μπερανζέ κρατά πάντα το δικό του, αλλά δε τολμά ούτε να το πιει ούτε να το αφήσει).
ΜΠ: Μα δεν έχω καμιά διάθεση να το πληρώσω κοροϊδίστικα. (Πάει να πιει).
ΖΑΝ: Άστο κάτω σου 'πα!
ΜΠ: Βασιλική διαταγή και τα σκυλιά- (Κάνει ν' ακουμπήσει το ποτήρι στο τραπέζι αλλά την ίδια στιγμή, παρουσιάζεται η Ντέζη, νεαρή ξανθιά δακτυλογράφος, που διασχίζει τη σκηνή από δεξιά προς τ' αριστερά. Μόλις τη βλέπει ο Μπερανζέ τινάζεται απότομα και μ' αδέξια κίνηση αναποδογυρίζει το ποτήρι που πέφτει και το κονιάκ χύνεται στο παντελόνι του Ζαν). Κοίτα, η Ντέζη!
ΖΑΝ: Πρόσεχε ντε λιγάκι! Μα τί αδέξιος που είσαι!
ΜΠ: Με συγχωρείς η Ντέζη! (Κρύβεται μη τονε δει) Δε θέλω να με δει σε τέτοια χάλια...
ΖΑΝ: Τί με συγχωρείς και πράσσειν άλογα; Είσαι ασυγχώρητος! (Κοιτά τη Ντέζη που χάνεται) Γιατί σε ταράζει τόσο αυτό το κορίτσι;
ΜΠ: Σώπα, σώπα, μη μιλάς!
ΖΑΝ: Εγώ τη βρίσκω τελείως ακίνδυνη!
ΜΠ: (ξαναγυρνά μόλις χάθηκε η Ντέζη, δίπλα στον Ζαν) Σου ζητώ πάλι συγγνώμη, αλλά ξέρεις ότι...
ΖΑΝ: Ξέρω, τ' αποτελέσματα του αλκοολισμού. Δε μπορείς να κουμαντάρεις ούτε τα χέρια σου. Έχουνε χάσει κάθε δύναμη, τρέμουν! Μπερδεύεις τα πάντα, αποβλακώνεσαι. Μόνος σκάβεις το λάκκο σου. Μόνος σου!
ΜΠ: Δε μπορώ να πω ότι το αλκοόλ μου 'γινε βίτσιο, αλλά αν δε πιω κάτι δε πάει καλά. Με πιάνει ένας περίεργος φόβος. Πίνω λοιπόν κι εγώ για να πάψω να φοβάμαι.
ΖΑΝ: Φοβάσαι; Τί φοβάσαι;
ΜΠ: Μακάρι να 'ξερα! Είναι στιγμές που με κυριεύει περίεργο άγχος, δυσφορία, η ύπαρξή μου... δηλαδή, νιώθω έξω από τα νερά μου με τους ανθρώπους. Να γιατί πίνω κανά ποτηράκι. Το ποτό με ξεκουράζει, με γαληνεύει, ξεχνώ...
ΖΑΝ: Ξεχνά!
ΜΠ: Κουράστηκα. Πάνε χρόνια τώρα που νιώθω κουρασμένος. Κάποιες στιγμές, κάνω κόπο για να σηκώσω το ίδιο μου κορμί. Το βάρος του!
ΖΑΝ: Η νευρασθένεια των αλκοολικών. Οι άνθρωποι που πίνουνε κυριεύονται από μελαγχολία.
ΜΠ: Νιώθω συνεχώς το κορμί μου βαρύ, σα μολύβι ή σα να σέρνω κάποιο άλλο ανθρώπινο φορτίο στη πλάτη. Ούτε με τον εαυτό μου δε μπορώ να συμβιβαστώ. Δε ξέρω αν είμαι γω. Όμως μόλις πιω λίγο, το φορτίο εξατμίζεται και ξαναβρίσκω τον εαυτό μου. Γίνομαι και πάλι εγώ.
ΖΑΝ: Παραισθήσεις! Κοίτα με Μπερανζέ! Έχω πολύ περσότερα κιλά από σένα. Κι όμως νιώθω ελαφρύς σα πουλάκι... σα πουλάκι... σα πουλάκι!

   (Κουνά τα χέρια σα να πρόκειται να πετάξει. Ο Γεράκος κι ο Σοφολογιότατος που 'χουνε ξαναμπεί απ' ώρα στη σκηνή, περνάν μπρος τους κουβεντιάζοντας. Όπως κουνά τα χέρια ο Ζαν χτυπά χωρίς να θέλει το Γεράκο που πέφτει τρικλίζοντας στην αγκαλιά του Σοφολογιότατου).

ΣΟΦ: Θα σας δώσω ένα παράδειγμα συλλογισμού... (πέφτει πάνω του ο Γεράκος) Μα τί πάθατε;
ΓΕΡ: (στον Ζαν) Πρόσεχε και λίγο! (Στον Σοφολογιότατο) Συγγνώμη!
ΖΑΝ: Με συγχωρείτε δε το 'θελα...
ΣΟΦ: (στον Γεράκο) Ανάξιο λόγου, μη το συζητάτε!
ΓΕΡ: (στον Ζαν) Ανάξιο λόγου, μη το συζητάτε!

   (Τελικά ο Γεράκος κι ο Σοφολογιότατος, πηγαίνουνε και κάθονται σ' ένα τραπεζάκι προς τα δεξιά, πίσω απ' τον Ζαν και τον Μπερανζέ).

ΜΠ: Λοιπόν, δε περίμενα να 'σαι τόσο δυνατός!
ΖΑΝ: Ε, πώς να το κάνουμε, έχω δύναμη κι αυτή η δύναμη στηρίζεται σε πάρα πολλές αιτίες. Καταρχήν έχω δύναμη γιατί έχω δύναμη! Δεύτερον έχω δύναμη γιατί διαθέτω ηθική δύναμη. Τρίτον, έχω δύναμη γιατί δεν είμαι ποτισμένος αλκοόλ. Δε το λέω για να σε λυπήσω αγαπητέ μου φίλε, αλλά έχω υποχρέωση να σου επαναλάβω ότι το αλκοόλ είναι αιτία κάθε καταστροφής.
ΣΟΦ: (στον Γεράκο) Ιδού λοιπόν ένας παραδειγματικός συλλογισμός. Μια γάτα διαθέτει τέσσερις πατούσες. Ο Ισίδωρος κι ο Φρίσκι διαθέτουν ο καθένας τέσσερις πατούσες. Απόδειξη: ο Ισίδωρος κι ο Φρίσκι είναι γάτες!
ΓΕΡ: Τέσσερις πατούσες διαθέτει κι ο σκύλος μου.
ΣΟΦ: Τότε κι αυτός είναι γάτος!
ΜΠ: (στον Ζαν) Μου απομένει ελάχιστη δύναμη για ζωή. Ίσως και να μην έχω τόσο μεγάλη διάθεση να ζήσω!
ΓΕΡ: (Ύστερα από βαθειά σκέψη) Συμπέρασμα σύμφωνα με τη λογική, ο σκύλος μου πρέπει να 'ναι γάτος.
ΣΟΦ: Σύμφωνα με τη λογική, ναι. Και το αντίθετο όμως είναι εξίσου πολύ λογικοφανές!
ΜΠ: (στον Ζαν) Με πνίγει η μοναξιά. Το ίδιο κι οι άνθρωποι...
ΖΑΝ: Φάσκεις κι αντιφάσκεις, αγαπητέ. Δε μπορεί να σε πνίγουν οι άνθρωποι κι η μοναξιά συγχρόνως. Ή το ένα θα συμβαίνει ή το άλλο. Μου παριστάνεις το φιλόσοφο, όταν δε διαθέτεις ίχνος λογικής...
ΓΕΡ: (στον Σοφολογιότατο) Λοιπόν, η λογική είναι κάτι το φυσικό.
ΣΟΦ: Βεβαίως, φτάνει μόνο να μη γίνεται κατάχρηση!
ΜΠ: (στον Ζαν) Η ζωή δεν είναι κάτι το φυσικό!
ΖΑΝ: Διαφωνώ πλήρως! Δεν έχει τίποτα το αφύσικο. Θέλεις απόδειξη; Μόνο ζωντανούς βλέπεις γύρω σου. Το σύμπαν ζει!
ΜΠ: Οι πεθαμένοι είναι περισσότεροι από τους ζωντανούς! Και με τον καιρό όλο και πληθαίνουνε. Οι ζωντανοί καταντήσανε σπάνιο είδος στις μέρες μας!
ΖΑΝ: Οι πεθαμένοι αγαπητέ μου, δεν υπάρχουν. Σ' αυτή τη περίπτωση, μοναδικό αξίωμα, χα, χα, χα! (Πλούσιο γέλιο) Μπας σε πνίγουνε κι οι πεθαμένοι; Μα πώς γίνεται να σε πνίγει κάτι που δεν υπάρχει;
ΜΠ: Πολλές φορές αναρωτιέμαι αν υπάρχω κι εγώ!
ΖΑΝ: Ε, λοιπόν, όχι! Δεν υπάρχεις και δεν υπάρχεις γιατί δε σκέφτεσαι. Μόλις αρχίσεις να σκέφτεσαι θα υπάρξεις!
ΣΟΦ: (στον Γεράκο) Άλλος συλλογισμός. Κάθε γάτος είναι θνητός. Ο Σωκράτης είναι θνητός. Επομένως ο Σωκράτης είναι γάτος.
ΓΕΡ: Και διαθέτει τέσσερις πατούσες. Μοναδικό! Έχω ένα γάτο που τονε λέω Σωκράτη!
ΣΟΦ: Η απόδειξη του συλλογισμού, Ο-ΛΟ ΦΑ-ΝΕ-ΡΗ!
ΖΑΝ: (στον Μπερανζέ) Σ' αρέσει να ξεγελάς τον εαυτό σου, κατά βάθος, να του λες ψέματα! Λες ότι δεν σ' ενδιαφέρει η ζωή κι όμως κάποιο πρόσωπο σ' ενδιαφέρει.
ΜΠ: Ποιό πρόσωπο;
ΖΑΝ: Η φιλεναδίτσα σου στο γραφείο, που μόλις πέρασε! Είσαι τσιμπημένος μαζί της!
ΓΕΡ: (στον Σοφολογιότατο) Συμπέρασμα, ο Σωκράτης υπήρξε γάτος!
ΣΟΦ: Η λογική αυτό μας αποδεικνύει!
ΖΑΝ: (στον Μπερανζέ) Σ' έπιασε φόβος και τρόμος μήπως και δει την άθλια κατάντια σου! (Ο Μπερανζέ πάει να διαμαρτυρηθεί) Τί αποδεικνύει αυτό; Ότι δε σου 'ναι τα πάντα αδιάφορα. Αλλά είναι δυνατό να ελπίζεις ότι η Ντέζη θα ερωτευτεί μεθύστακα;
ΣΟΦ: (στον Γεράκο) Ας ξαναγυρίσουμε στους γάτους μας!
ΓΕΡ: Και στα συμπεράσματα των διαλογισμών μας!
ΜΠ: (στον Ζαν) Έτσι κι αλλιώς, νομίζω πως ενδιαφέρεται γι' άλλο πρόσωπο.
ΖΑΝ: Μπα; Ποιό πρόσωπο;
ΜΠ: Τον Ντιντάρ. Συνάδελφο στο Γραφείο. Πτυχείο νομικής, μεγάλες προοπτικές για το μέλλον στην Εταιρεία, νομομαθής και μ' ακόμα πιο μεγάλες προοπτικές για τη καρδιά της Ντέζη. Ούτε που μου περνά απ' το μυαλό να τονε συναγωνιστώ!
ΣΟΦ: (στον Γεράκο) Ο γάτος Ισίδωρος έχει τέσσερις πατούσες...
ΓΕΡ: Πώς το συμπεραίνουμε;
ΣΟΦ: Το δεχόμαστε εξ' υποθέσεως...
ΜΠ: (στον Ζαν) Ο προϊστάμενος τον έχει στα ώπα-ώπα. Εγώ ούτε σπουδές έκανα, ούτε έχω κανένα μέλλο. Καμιά πιθανότητα λοιπόν!
ΓΕΡ: (στον Σοφολογιότατο) Α! Το δεχόμαστε εξ' υποθέσεως!...
ΖΑΝ: (στον Μπερανζέ) Και το βάζεις κάτω έτσι εύκολα;
ΜΠ: Και τί άλλο θα μπορούσα να κάνω;
ΣΟΦ: (στον Γεράκο) Κι ο Φρίσκι έχει τέσσερις πατούσες. Πόσες πατούσες έχουνε λοιπόν ο Φρίσκι κι ο Ισίδωρος;
ΓΕΡ: Κι οι δυο μαζί ή ξεχωριστά;
ΖΑΝ: (στον Μπερανζέ) Η ζωή είναι αγώνας. Είναι δειλία να μην αγωνίζεσαι!
ΣΟΦ: Μαζί ή ξεχωριστά, δεν έχει καμία σημασία!
ΜΠ: Τί τα θες αγαπητέ, δε διαθέτω όπλα.
ΖΑΝ: Να βρεις. Να εξοπλιστείς αγαπητέ, να εξοπλιστείς!
ΓΕΡ: (στον Σοφολογιότατο ύστερα από μεγάλη σκέψη) Λοιπόν, οκτώ πατούσες!
ΣΟΦ: Με τη λογική βγάζουμε πάντα το σωστό διανοητικό συμπέρασμα!
ΓΕΡ: Μόνο που 'ναι πολύπλευρο!
ΜΠ: (στον Ζαν) Πού θα βρω τα όπλα να εξοπλιστώ;
ΣΟΦ: (στον Γεράκο) Τα όρια της λογικής φτάνουνε στ' άπειρο...
ΖΑΝ: (στον Μπερανζέ) Θα τα βρεις μέσα σου. Φτάνει να'χεις Θέληση!
ΜΠ: Ναι, αλλά τί είδους όπλα;
ΣΟΦ: (στον Γεράκο) Αυτό θα σας το αποδείξω αμέσως!
ΖΑΝ: (στον Μπερανζέ) Πρόσεξε. Πρώτα σου χρειάζεται το όπλο της υπομονής, δεύτερον τ' όπλο της καλλιέργειας, τρίτον τ' όπλο της εξυπνάδας. (Ο Μπερανζέ χασμουριέται) Ξύπνα. Να μεταβληθείς σε πνεύμα ζωηρό κι αστραφτερό. Ν' αρπάξεις το σήμερα!!!
ΜΠ: Πώς αρπάζουν το σήμερα;
ΣΟΦ: (στον Γεράκο) Ας υποθέσουμε πως αφαιρώ απ' τους δυο γάτους δυο πατούσες, πόσες πατούσες θα διαθέτει ο καθένας;
ΓΕΡ: Λίγο περίπλοκο!
ΜΠ: (στον Ζαν) Είναι λίγο περίπλοκο!
ΖΑΝ: Απλούστατο!
ΣΟΦ: Το αντίθετο, είναι απλούστατο!
ΓΕΡ: Ίσως... Είναι απλούστατο για σας. Εγώ το βρίσκω περίπλοκο.
ΜΠ: (στον Ζαν) Ίσως είναι απλούστατο για σένα. Εγώ το βρίσκω περίπλοκο!
ΣΟΦ: (στον Γεράκο) Κάντε μια προσπάθεια, σκεφτείτε λίγο, συγκεντρωθείτε!
ΖΑΝ: (στον Μπερανζέ) Κάνε μια προσπάθεια, σκέψου λίγο, συγκεντρώσου.
ΓΕΡ: (στον Σοφολογιότατο) Δε τα καταφέρνω.
ΜΠ: (στον Ζαν) Δε τα καταφέρνω. Το μολογώ!
ΣΟΦ: (στον Γεράκο) Σεις τα θέλετε όλα στο πιάτο!
ΖΑΝ: (στον Μπερανζέ) Τα θέλεις όλα στο πιάτο.
ΣΟΦ: Πάρτε ένα χαρτί και κάντε την αριθμητική πράξη. Αφαιρούμε δυο πατούσες από τους δυο γάτους, πόσες πατούσες υπόλοιπο έχει ο κάθε γάτος;
ΓΕΡ: Περιμένετε. (Βγάζει απ' τη τσέπη ένα χαρτί κι αρχίζει να λογαριάζει)
ΖΑΝ: Λοιπόν, άκου τι πρέπει να κάνεις. Θ' αρχίσεις να ντύνεσαι κομψότερα, θα ξυρίζεσαι καθημερινά, θα φοράς πάντα καλοσιδερωμένο πουκάμισο...
ΜΠ: Ξέρεις πόσο έχει φτάσει στο καθαριστήριο πλύσιμο και σιδέρωμα;
ΖΑΝ: Μόλις σταματήσεις να μεθοκοπάς θα σου περισσέψουνε χρήματα... Συνεχίζω με την εξωτερική σου εμφάνιση. Πρώτον, καπέλο. Δεύτερον, γραβάτα σα κι αυτήν εδώ. Τρίτον, κοστούμι της μόδας. Τέταρτον, καλογυαλισμένα παπούτσια... (Μιλώντας για όλα αυτά δείχνει με φιλαρέσκεια τα δικά του, καπέλο, γραβάτα, κοστούμι, παπούτσια)
ΓΕΡ: (στον Σοφολογιότατο) Υπάρχουν άπειρες δυνατές λύσεις!
ΣΟΦ: Τις ακούω...
ΜΠ: Ύστερα τί θα πρέπει να κάνω; Σ' ακούω!
ΖΑΝ: (στον Μπερανζέ) Έχεις προσόντα, αλλά από συστολή τ' αφήνεις και πάνε χαμένα!
ΜΠ: Εγώ έχω προσόντα;
ΖΑΝ: Βεβαίως. Πρέπει όμως να τα αξιοποιήσεις. Πρώτον, να παρακολουθείς τις εξελίξεις. Δεύτερον, να ενημερώνεσαι για τα λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά γεγονότα της εποχής μας... Τρίτον...
ΓΕΡ: Πρώτη πιθανή λύση. Ο ένας γάτος μπορεί να έχει τέσσερις πατούσες κι ο άλλος δυο...
ΜΠ: Διαθέτω τόσο λίγο χρόνο...
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ: Λοιπόν, έχετε προσόντα. Φτάνει μόνο να τ' αξιοποιήσετε!
ΖΑΝ: Έχεις χρόνο. Φτάνει μόνο να τον αξιοποιήσεις. Μην αφήνεις να σε παρασύρουνε τα «ωχ, βρε αδερφέ, όσα πάνε κι όσα έρθουνε»!
ΓΕΡ: Ποτέ μου δε διέθετα χρόνο. Δημόσιος υπάλληλος ξέρετε.
ΣΟΦ: Όταν κάποιος θέλει να μορφωθεί, βρίσκει χρόνο!
ΖΑΝ: Φτάνει να θέλεις και το χρόνο θα τον βρεις!
ΜΠ: Τώρα πια, είναι λίγο αργά.
ΓΕΡ: Για μένα, τώρα πια, είναι λίγο αργά!
ΖΑΝ: Ποτέ δεν είναι αργά!
ΣΟΦ: Αργά δεν είναι ποτέ!
ΖΑΝ: Δουλεύεις οχτάωρο, όπως κι εγώ, όπως όλος ο κόσμος, δηλαδή. Αλλά έχεις τις Κυριακές, έχεις τα βράδια, έχεις τρεις βδομάδες διακοπές το καλοκαίρι. Καιρό πάντα βρίσκεις, αρκεί να το μεθοδεύεις.
ΣΟΦ: Ακούω τις άλλες δυνατές λύσεις. Αλλά, μεθοδευμένες. (Ο Γεράκος αρχίζει και πάλι να λογαριάζει)
ΖΑΝ: Πρόσεξε, δε θα 'τανε καλύτερα, αντί να αρρωσταίνεις απ' το ποτό, να 'σαι ξεκούραστος και χαρούμενος, ακόμα και στο γραφείο; Και τις ελεύθερες ώρες σου θα μπορούσες να τις διαθέσεις πολύ πιο αποδοτικά!
ΜΠ: Δηλαδή;
ΖΑΝ: Μπορείς να εξερευνήσεις τα μουσεία, να διαβάσεις λογοτεχνικά περιοδικά, να πηγαίνεις σε διαλέξεις. Μ' όλ' αυτά, πρώτον, θα ξεχάσεις το άγχος και δεύτερον, θ' ακονίσεις το πνεύμα. Μες σε τέσσερις βδομάδες θα 'χεις μεταβληθεί σε καλλιεργημένο άτομο!
ΜΠ: Λοιπόν, έχεις δίκιο.
ΓΕΡ: Μπορεί να υπάρχει ένας γάτος με πέντε πατούσες!
ΖΑΝ: Επιτέλους! Το παραδέχεσαι και μόνος σου.
ΓΕΡ: Όπως και ένας δεύτερος γάτος με μια πατούσα... Αλλά, σ' αυτή τη περίπτωση, εξακολουθούν να είναι γάτοι;
ΣΟΦ: Και γιατί όχι;
ΖΑΝ: Αντί να σπαταλάς όλα σου τα χρήματα στα οινοπνευματώδη δε θα 'τανε καλύτερα ν' αγοράσεις εισιτήρια για θέατρο; Ν' απολάψεις κάποιο αξιόλογο θέαμα; Σήμερα όλος ο κόσμος μιλά για πρωτοποριακό Θέατρο. Έχεις ιδέα τί θα πει αυτό; Έχεις δει κανένα έργο του Ιονέσκο;
ΜΠ: Δυστυχώς, όχι! Μόνον ακουστά τον έχω.
ΓΕΡ: Αν αφαιρέσουμε δυο πατούσες από τις οχτώ που διαθέτουν οι δύο γάτοι...
ΖΑΝ: Και τώρα παίζεται κάποιο έργο του. Άρπαξε την ευκαιρία.
ΓΕΡ: Μπορούμε να 'χουμε ένα γάτο μ' έξι πατούσες...
ΜΠ: Θα την αρπάξω! Θα 'ναι μοναδική μύηση στα καλλιτεχνικά ρεύματα του καιρού.
ΓΕΡ: Κι ένα γάτο χωρίς πατούσα!
ΜΠ: Έχεις δίκιο φίλε μου, έχεις δίκιο. Λοιπόν θα κατακτήσω το σήμερα όπως πολύ σωστά το λες!
ΣΟΦ: Σε τέτοια περίπτωση, έχουμε ένα προνομιούχο γάτο...
ΜΠ: Σου δίνω το λόγο μου!
ΖΑΝ: Να τονε δώσεις στον εαυτό σου.
ΓΕΡ: Κι έχουμε κι ένα δεύτερο γάτο, χωρίς καμιά πατούσα, στερημένο κι εκφυλισμένο!
ΜΠ: Δίνω στον εαυτό μου επίσημη υπόσχεση. Θα κάνω τα πάντα για να τη κρατήσω!
ΣΟΦ: Κάτι παρόμοιο είναι άδικο. Επομένως, αντίθετο με τη μεθοδευμένη λογική!
ΜΠ: Αντί να πίνω, Θα καλλιεργήσω το πνεύμα μου. Το πήρα απόφαση κι αισθάνομαι ήδη καλύτερα. Νιώθω σα να λαμπικάρισε το μυαλό μου!
ΖΑΝ: Καιρός ήταν!
ΓΕΡ: Αντίθετο με τη λογική;
ΜΠ: Θ' αρχίσω απ' το απόγευμα. Θα πάω στο μουσείο της πόλης μας. Κι απόψε θα πάω στο Θέατρο. Έρχεσαι μαζί μου;
ΣΟΦ: Διότι λογική σημαίνει δικαιοσύνη!
ΖΑΝ: Θα χρειαστεί μεγάλη σταθερότητα για να κρατήσουν οι καλές σου προθέσεις!
ΓΕΡ: Καταλαβαίνω, είναι θέμα δικαιοσύνης.
ΜΠ: Πάει, τέλειωσε. Το υποσχέθηκα στον εαυτό μου. Έρχεσαι μαζί μου το απόγευμα στο μουσείο;
ΖΑΝ: Το απόγευμα λέω να πάρω έναν υπνάκο. Βλέπεις, το 'χω προγραμματίσει.
ΓΕΡ: Μια άλλη πλευρά της λογικής λοιπόν είναι η δικαιοσύνη!
ΜΠ: Αλλά θα 'ρθεις μαζί μου το βράδυ στο θέατρο, έτσι;
ΖΑΝ: Λυπάμαι, αλλά για απόψε αποκλείεται!
ΣΟΦ: Όπως βλέπω, το μυαλό σας λαμπικάρισε.
ΖΑΝ: Εύχομαι να κρατήσεις σταθερά τις καλές σου προθέσεις, αλλ' απόψε κανόνισα να συναντηθώ σ' ένα ταβερνάκι με κάτι φίλους για ένα ποτό!
ΜΠ: Σε ταβερνάκι εσύ;
ΓΕΡ: Στο κάτω κάτω, ένας γάτος, χωρίς πατούσες...
ΖΑΝ: Υποσχέθηκα ότι θα πάω. Κι εγώ κρατώ πάντα τις υποσχέσεις μου!
ΓΕΡ: ...δε θα μπορούσε να τρέξει αρκετά γρήγορα για ν' αρπάξει αρουραίους!
ΜΠ: Τί να σου πω, αγαπητέ μου; Δίνεις τώρα το κακό παράδειγμα! Κανόνισες δηλαδή να πας να μεθοκοπήσεις!
ΣΟΦ: Μπράβο: Κάνατε μεγάλη πρόοδο στη μεθοδευμένη λογική.

     (Αρχίζει πάλι ν' ακούγεται και να πλησιάζει πολύ γρήγορα ο καλπασμός, το μουγκρητό κι η βαριά ανάσα ενός ρινόκερου, αλλ' αυτή τη φορά από την αντίθετη μεριά της σκηνής. Απ' το βάθος προς τα μπρος, από τα παρασκήνια πάντα αριστερά).

ΖΑΝ: Αγαπητέ μου όταν πηγαίνεις κάπου στη χάση και στη φέξη δε σου γίνεται βίτσιο. Δεν έχει καμιά σχέση μ' αυτό που κάνεις εσύ. Γιατί εσύ... είναι τελείως διαφορετικό!
ΜΠ: Και γιατί παρακαλώ, είναι τελείως διαφορετικό;
ΖΑΝ: (φωνάζει για ν' ακουστεί, γιατί ο θόρυβος που 'ρχεται απ' τα παρασκήνια τονε σκεπάζει) Γιατί εγώ δεν έχω καταντήσει μεθύστακας!
ΣΟΦ: Ακόμα κι ένας γάτος χωρίς πατούσες είναι υποχρεωμένος ν' αρπάζει ποντίκια. Αυτή είναι η φύση του!
ΜΠ: Δεν είχα τη πρόθεση να πω πως είσαι μεθύστακας, αλλά γιατί σ' ανάλογη περίπτωση, είμαι γω πιότερο από σένα;
ΓΕΡ: Τί είναι η φύση ενός γάτου. Δε κατάλαβα.
ΖΑΝ: Γιατί στα πάντα υπάρχει το σωστό μέτρο. Κι εγώ, αντίθετα από σένα, είμαι άνθρωπος που ζυγίζει τα πάντα!
ΣΟΦ: (στον Γεράκο, με το χέρι σα χωνί στο αφτί) Τί μου 'πατε; (Τώρα ο θόρυβος σκεπάζει τα λόγια τους).
ΜΠ: (στον Ζαν με το χέρι στο αφτί) Αντίθετα από μένα... Δεν άκουσα... τί είπες ότι εσύ...
ΖΑΝ: (ουρλιάζει) Σου είπα ότι...
ΓΕΡ: (ουρλιάζει) Σας είπα ότι...
ΖΑΝ: (συνειδητοποιεί το θόρυβο που τώρα ακούγεται πολύ κοντά) Μα τί συμβαίνει;
ΣΟΦ: Μα... τί συμβαίνει;
ΖΑΝ: (τινάζεται απότομα και ρίχνει κάτω τη καρέκλα του. Κοιτά προς τα παρασκήνια αριστερά, απ' όπου ακούγονται οι βρυχηθμοί του ρινόκερου που τρέχει εντελώς αντίθετα) Ω!... Ένας ρινόκερος.
ΣΟΦ: (όπως σηκώνεται, ρίχνει τη καρέκλα του) Ω!.. Ένας ρινόκερος!
ΓΕΡ: Ω!... Ένας ρινόκερος.
ΜΠ: (πάντα καθισμένος, αλλά του 'χει περάσει η νύστα) Ένας ρινόκερος τώρα τρέχει απ' την άλλη μεριά!
ΓΚΑΡΣΟΝΑ: (όπως βγαίνει κρατώντας ένα δίσκο με ποτήρια) Μα τί γίνεται καλέ!... Ω!... Ένας ρινόκερος! (ο δίσκος τής πέφτει και τα ποτήρια σπάνε).
ΚΑΦΕΤΖΗΣ: (βγαίνει από το καφενείο) Μα... τί συμβαίνει πάλι;
ΓΚΑΡΣΟΝΑ: Ρινόκερος! Ρινόκερος!
ΣΟΦ: Ένας ρινόκερος αλλόφρων τρέχει στο απέναντι πεζοδρόμιο!
ΜΠΑΚΑΛΗΣ: (βγαίνει απ το μαγαζί) Ω! Ένας ρινόκερος!
ΖΑΝ: Ω!... Ένας ρινόκερος!
ΜΠΑΚΑΛΙΣΣΑ: (βγάζοντας το κεφάλι από 'να παράθυρο) Ω! Ένας ρινόκερος!
ΚΑΦΕΤΖΗΣ: (στη Γκαρσόνα) Και γι' αυτό συ πρέπει να σπάσεις τα ποτήρια;
ΖΑΝ: Αυτός ορμά ακάθεκτος, θα γκρεμίσει τα πάντα!
ΝΤΕΖΗ: (μπαίνοντας στη σκηνή από τ' αριστερά) Ω!... Ένας ρινόκερος!
ΜΠΕΡ: (όπως βλέπει τη Ντέζη) Ω... Η Ντέζη!

   (Ακούγονται τρομαγμένα βήματα ανθρώπων που τρέχουν να προφυλαχτούν, μαζί με κραυγές. Ω!... και Α!... όπως και προηγουμένως).

ΓΚΑΡΣΟΝΑ: Δε ξανάγινε!
ΚΑΦΕΤΖΗΣ: Τα ποτήρια θα τα πληρώσεις, τ' άκουσες!

   (Ο Μπερανζέ προσπαθεί και πάλι να κρυφτεί για να μη τονε δει η Ντέζη. Ο Γεράκος, ο Σοφολογιότατος, ο Μπακάλης κι η γυναίκα του προχωρούνε στο κέντρο).

ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ: Δε ξανάγινε!...

   (Ακούγεται ένα σπαραχτικό νιαούρισμα και σχεδόν συγχρόνως η σπαραχτική κραυγή μιας γυναίκας) Ω!... (Την ίδια στιγμή κι όπως ο θόρυβος λιγοστεύει, παρουσιάζεται η Νοικοκυρά χωρίς το καλάθι κρατώντας στην αγκαλιά της μες στο αίμα, το σκοτωμένο γατί).

ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ: Πάει ο γατούλης μου! Τονε ποδοπάτησε, τονε ποδοπάτησε!...
ΓΚΑΡΣΟΝΑ: Ποδοπάτησε το γατούλη της!

   (Ο Μπακάλης, η γυναίκα του από τη τζαμαρία, ο Γεράκος, η Ντέζη κι ο Σοφολογιότατος, πλησιάζουνε σε κύκλο τη Νοικοκυρά).

ΟΛΟΙ: Τί τραγικό δυστύχημα! Φτωχό, μικρό ζωάκι!
ΓΕΡΑΚΟΣ: Φτωχό, μικρό ζωάκι!
ΝΤΕΖΗ & ΓΚΑΡΣΟΝΑ: Φτωχό, μικρό ζωάκι!
ΜΠΑΚΑΛΗΣ, ΜΠΑΚΑΛΙΣΣΑ, ΓΕΡΑΚΟΣ, ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ: Φτωχό, μικρό ζωάκι!
ΚΑΦΕΤΖΗΣ: (στη Γκαρσόνα δείχνοντας σπασμένα ποτήρια κι αναποδογυρισμένες καρέκλες) Τί κάθεσαι συ και κοιτάς; Χάζεψες; Κουνήσου, μάζεψέ τα!

   (Ο Ζαν κι ο Μπερανζέ τρέχουνε κι αυτοί με τη σειρά τους προς τη Νοικοκυρά που πάντοτε κλαίει, κρατώντας το γάτο στην αγκαλιά της).

ΓΚΑΡΣΟΝΑ: (πάει να μαζέψει τα σπασμένα ποτήρια και τις καρέκλες, έχοντας το κεφάλι γυρισμένο προς το μέρος της Νοικοκυράς) Ω! φτωχό, μικρό ζωάκι!
ΚΑΦΕΤΖΗΣ: (δείχνοντας σπασμένα και καρέκλες στη Γκ.) Κι αυτά εκεί άντε κουνήσου!
ΓΕΡ: (στον Μπακάλη) Εσείς τί έχετε να πείτε για τα γεγονότα;
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: (στη Νοικοκυρά) Μη κλαίτε κυρία μου, μας σπαράζετε τη καρδιά!
ΝΤΕΖΗ: (στον Μπερανζέ) Κύριε Μπερανζέ... Σεις εδώ; Είδατε ... είδατε...
ΜΠΕΡ: Καλημέρα δεσποινίς Ντέζη, ζητώ συγγνώμη. Δε πρόλαβα να ξυριστώ, αλλά...
ΚΑΦ: (παρακολουθεί τη Γκαρσόνα να μαζεύει τα σπασμένα κι ύστερα κοιτώντας τη Νοικοκυρά) Φτωχό μικρό ζωάκι!
ΓΚΑΡ: (μαζεύοντας και με γυρισμένη τη πλάτη στη Νοικοκυρά) Φτωχό, μικρό ζωάκι!

    (Όλες αυτές οι ατάκες πρέπει να ειπωθούνε πολύ γρήγορα και σχεδόν συγχρόνως)

ΜΠΑΚΑΛΙΣΣΑ: (απ' τη τζαμαρία) Αυτό πια, ξεπερνά κάθε όριο!
ΖΑΝ: Αυτό πια, ξεπερνά κάθε όριο!
ΝΟΙΚ: (κλαίγοντας, νανουρίζοντας το γατί στην αγκαλιά) Καημενούλη μου πιτσικόκο!... Αχ!... Να πας από ρινόκερο... Από ρινόκερο!
ΓΕΡ: Πολύ θα επιθυμούσα να σας ξαναδώ κάτω από άλλες συνθήκες, αλλά...
ΣΟΦ: Τί τα θέλετε, κυρία μου, όλες οι γάτες είναι θνητές. Πρέπει να υποταχθούμε στο μοιραίο της λογικής!
ΝΟΙΚ: Εγώ που τον είχα μη στάξει και μη βρέξει!
ΚΑΦ: (στη Γκαρσόνα, που 'χει γεμίσει τη ποδιά με σπασμένα) Τράβα πέτα τα στα σκουπίδια. (Σηκώνοντας τις καρέκλες) Θα στα κρατήσω απ' το μεροκάματό σου!
ΓΚΑΡ: (μπαίνοντας καφενείο) Σκοτίστηκα! Συ μόνο τις δεκάρες σου ξέρεις να μετράς.
ΜΠΑΚΑΛΙΣΣΑ: (στη Νοικοκυρά απ' τη τζαμαρία) Μη κλαίτε. Σταματήστε, κυρία μου!
ΓΕΡ: Σας παρακαλώ μη κλαίτε, αγαπητή μου κυρία.
ΜΠΑΚΑΛΙΣΣΑ: Όπως και να'χει, σου ματώνει τη καρδιά...
ΝΟΙΚ: Ο γατούλης μου... που τον είχα... μη στάξει και μη... ω...
ΝΤΕΖΗ: Έχει δίκιο, όπως και να'χει, η καρδιά σου ματώνεται!
ΓΕΡΑΚΟΣ: (βοηθά τη Νοικοκυρά να καθήσει σ' ένα τραπεζάκι, όλοι τον ακολουθούν) Ελάτε, καθήστε, κυρία μου, καθήστε!
ΖΑΝ: (στον Γεράκο) Σεις τί έχετε να πείτε για τα συνταραχτικά γεγονότα;
ΜΠΑΚΑΛΗΣ: (στον Σοφολογιότατο) Σεις τί έχετε να πείτε για τα γεγονότα τα συνταραχτικά;
ΜΠΑΚΑΛΙΣΑ: (στη Ντέζη απ' τη τζαμαρία) Σεις για τα συνταραχτικά γεγονότα τί λέτε;
ΚΑΦΕΤΖΗΣ: (στη Γκαρσόνα που ξαναβγαίνει ενώ οι άλλοι βοηθάνε τη Νοικοκυρά που κλαίει πάντα και νανουρίζει το γάτο της, να καθήσει σε μια καρέκλα) Ένα ποτήρι νερό για τη κυρία. Τσακίσου!
ΓΕΡΑΚΟΣ: (στη Νοικοκυρά) Καθήστε αγαπητή μου κυρία, ελάτε, καθήστε!
ΖΑΝ: Δύστυχη γυναίκα!
ΜΠΑΚΑΛΙΣΣΑ: Δύστυχο ζωάκι!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: (στη Γκαρσόνα) Δε της φέρνετε καλύτερα κονιάκ!
ΚΑΦΕΤΖΗΣ: Άκουσες; Ένα κονιάκ! (Δείχνει τον Μπερανζέ) Πληρώνει ο κύριος!
ΓΚΑΡΣΟΝΑ: Έφτασε! Ένα κονιάκ!
ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ: (ξεσπώντας σε νέα κρίση) Δε θέλω τίποτα... τίποτα...
ΜΠΑΚΑΛΗΣ: Μα, να ξαναπεράσει μπρος από το μαγαζί μου.
ΖΑΝ: Αυτός ήταν άλλος!
ΜΠΑΚΑΛΗΣ: Με το μπαρδόν... Άλλος;
ΜΠΑΚΑΛΙΣΣΑ: Καλέ, ο ίδιος ήτανε!
ΝΤΕΖΗ: Ο ίδιος που πέρασε και νωρίτερα;
ΚΑΦΕΤΖΗΣ: Κι εγώ πιστεύω πως ήταν ο ίδιος.
ΖΑΝ: Λάθος! Αυτός ήταν άλλος! Εκείνος που πέρασε νωρίτερα είχε δυο κέρατα στη μύτη. Ήταν ασιατικός ρινόκερος. Αυτός που πέρασε πριν λίγο είχε ένα κέρατο μονάχα, κι είναι αφρικανικός ρινόκερος.

   (Η Γκαρσόνα βγαίνει με το κονιάκ και το πηγαίνει στη Νοικοκυρά).

ΓΕΡΑΚΟΣ: Ορίστε το κονιακάκι σας. Ελάτε, να πάνε κάτω τα φαρμάκια!
ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ: (με λυγμούς) Δε θέλω... δε θέλω...
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: (νευριασμένα στον Ζαν) Είσαι και πάλι εκτός! Πότε μπόρεσες να διακρίνεις τα κέρατα του ρινόκερου; Το θηρίο πέρασε με τέτοια ταχύτητα που μόλις και μετά βίας προφτάσαμε να το δούμε!
ΝΤΕΖΗ: (στη Νοικοκυρά) Ελάτε, ελάτε, θα σας κάνει καλό!
ΓΕΡΑΚΟΣ: (στον Μπερανζέ) Έχω την ίδια γνώμη με σας... Έτρεχε σα βολίδα!
ΚΑΦΕΤΖΗΣ: (στη Νοικοκυρά) Μόνο μια γουλίτσα. Είναι δέκα αστέρων!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: (στον Ζαν) Πότε πρόλαβες να μετρήσεις τα κέρατα;
ΜΠΑΚΑΛΙΣ: (στη Γκαρσόνα απ' τη τζαμαρία) Στην ανάγκη βάλτη να το πιει με το ζόρι!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Άσε που σήκωσε γύρω του σύννεφα σκόνης!
ΝΤΕΖΗ: Μια γουλιά, κυρία μου, μια σταλίτσα!
ΓΚΑΡΣΟΝΑ: Να βρέξετε τα χειλάκια σας, αγαπητή μου κυρία... Θα σας τονώσει...

   (Η Γκαρσόνα φέρνει το ποτήρι στα χείλη της Νοικοκυράς, αυτή αντιστέκεται, η Γκαρσόνα επιμένει, η άλλη πάλι αρνείται, αλλά στο τέλος πίνει).

ΜΠΑΚΑΛΙΣΣΑ: Έτσι μπράβο!
ΝΤΕΖΗ: Έτσι μπράβο!
ΓΚΑΡΣΟΝΑ: Έτσι μπράβο!
ΖΑΝ: Εγώ δε πετώ σε σύννεφα ομίχλης. Έχω μυαλό πεντακάθαρο. Μετρώ γρήγορα. Δε με τυλίγουν αναθυμιάσεις κρασιού!
ΓΕΡΑΚΟΣ: (στη Νοικοκυρά) Νιώθουμε κάπως καλύτερα;
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Λες ό,τι σου κατέβει. Αφού έτρεχε με σκυμμένο κεφάλι!
ΚΑΦΕΤΖΗΣ: (στη Νοικοκυρά) Πρώτης ποιότητας, έτσι;
ΖΑΝ: Πολύ σωστά κι έτσι φαινόντουσαν καλύτερα τα κέρατά του!
ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ: (αφού κατάπιε το κονιάκ) Πάει ο πιτσικόκος μου!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Από βλακείες, άλλο τίποτα!
ΜΠΑΚΑΛΙΣΣΑ: Μη κάνετε έτσι, θα σας δώσω έναν άλλο γατούλη!
ΖΑΝ: Βλακείες εγώ; Τολμάς να ισχυρίζεσαι ότι λέω βλακείες;
ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ: Όχι, δε θέλω άλλο γατί... δε θέλω... (ξεσπά σε λυγμούς νανουρίζοντας το γατί της)
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Μάλιστα, βλακείες, για να μη πω... κοτσάνες!
ΚΑΦΕΤΖΗΣ: (στη Νοικοκυρά) Ελάτε, για κοίτα κατάσταση!... Μη κάνετε έτσι!
ΖΑΝ: Ποτέ στη ζωή μου δε λέω κοτσάνες!
ΓΕΡΑΚΟΣ: (στη Νοικοκυρά) Φιλοσοφήστε το και λίγο!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Μόνο φιγούρα σ' αρέσει να κάνεις! (Ακόμα πιο δυνατά) Να παριστάνεις το φωστήρα και τον πάνσοφο!
ΚΑΦΕΤΖΗΣ: Ελάτε τώρα, κύριοι, σας παρακαλώ, σας παρακαλώ!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Πεισματάρικο μουλάρι! Αυτό είσαι! Που δε ξέρει που πάνε τα τέσσερα! Ο κύριος παντογνώστης! Αλλά σε πληροφορώ, πρώτον, ο ρινόκερος της Ασίας διαθέτει ΕΝΑ κέρατο στη μύτη και δεύτερον, ο ρινόκερος της Αφρικής ΔΥΟ!

   (Παρατάνε τη Νοικοκυρά κι έρχονται να κυκλώσουν Ζαν και Μπερανζέ που άρχισαν έντονο καβγά).

ΖΑΝ: Απατάσαι οικτρά, εγώ είμαι σίγουρος ότι...
ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ: (μονολογεί) Ήτανε τόσο χαριτωμένος.
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Βάζεις στοίχημα;
ΓΚΑΡΣΟΝΑ: Καλέ αυτοί δεν αστειεύονται! Θα βάλουνε και στοίχημα.
ΝΤΕΖΗ: Μην εκνευρίζεστε κύριε Μπερανζέ!
ΖΑΝ: Εγώ να βάλω με σένα στοίχημα; Εσύ έχεις κάλλο! Τί λέω; Τα δυο κέρατα συ τα 'χεις! Χλεμπονιάρη της Ασίας!
ΓΚΑΡΣΟΝΑ: Ωχ! άρχισαν να πέφτουν και ροδόφυλλα.
ΜΠΑΚΑΛΙΣΣΑ: Καλέ, αυτοί θα παίξουνε ξύλο!
ΜΠΑΚΑΛΗΣ: Υπερβολές! Ένα στοιχηματάκι θα βάλουνε!
ΚΑΦΕΤΖΗΣ: Παρακαλώ, κύριοι, στο μαγαζί μου τεντυμποϊσμοί δεν έχουνε θέση.
ΓΕΡΑΚΟΣ: Κύριοί μου, μια στιγμή να μεθοδεύσουμε το πρόβλημα. Καταρχήν να τεκμηριώσουμε σε ποιο είδος και σε ποιο γένος ρινόκερου φυτρώνει ένα και μοναδικό κέρατο στη μύτη. (Στον Μπακάλη) Εσείς, ως έμπορος, θα πρέπει να το ξέρετε!
ΜΠΑΚΑΛΙΣΣΑ: Καλά σου λεει, πρέπει να το ξέρεις.
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Εγώ δεν έχω κέρατα κι ούτε σκοπεύω ποτέ μου ν' αποχτήσω.
ΜΠΑΚΑΛΗΣ: Οι έμποροι δεν είναι υποχρεωμένοι να τα ξέρουν όλα!
ΖΑΝ: Αν έχεις, λέει!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Και δεν είμαι Ασιάτης! Εξάλλου άνθρωποι είναι κι αυτοί σαν όλους μας!
ΓΚΑΡΣΟΝΑ: Πολύ σωστά! Άνθρωποι είναι κι οι Ασιάτες σα κι εμένα κι εσάς!
ΚΑΦΕΤΖΗΣ: Εσύ να μη φυτρώνεις εκεί που δε σε σπέρνουνε!
ΝΤΕΖΗ: Κι όμως, έχει δίκιο. Ανθρωπάκια του Θεού είναι κι αυτοί σα κι εμάς!
ΓΕΡΑΚΟΣ: Μεθοδευμένος συλλογισμός!

   (Ο Σοφολογιότατος στέκει λίγο παράμερα, ανάμεσα στη Νοικοκυρά και τους άλλους, που έχουν περικυκλώσει τον Ζαν και τον Μπερανζέ, και παρακολουθεί προσεχτικά τις διαφωνίες χωρίς να επεμβαίνει. Σ' όλο το διάστημα η Νοικοκυρά δε σταματά να κλαίει.).

ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ: Ήτανε τόσο τρυφερός, σαν άνθρωπος. Ανθρωπάκι του Θεού σαν κι εμάς!
ΖΑΝ: (έξαλλος) Οι Ασιάτες είναι κιτρινιάρηδες! Χαίρετε, κύριοι! (Στον Μπερανζέ) Σένα δεν αξίζει να σε χαιρετήσω!
ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ: (πάντα με λυγμούς) Μας αγαπούσε τόσο πολύ... τόσο πολύ...
ΝΤΕΖΗ: Κύριε Μπερανζέ δεν είναι σωστό! Κύριε Ζαν, δεν είναι δα και τόσο σπουδαίο!
ΓΕΡΑΚΟΣ: Εγώ στο παρελθόν είχα φίλους από την Ασία. Τώρα δεν είμαι και σίγουρος αν ήταν αληθινοί Ασιάτες...
ΚΑΦΕΤΖΗΣ: Εγώ έχω γνωρίσει Ασιάτες γέννημα και θρέμμα!
ΓΚΑΡΣΟΝΑ: Κι εγώ κάποτε είχα ένα φίλο Ασιάτη!
ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ: (πάντα κλαίγοντας) Από μωράκι, στα χεράκια μου μεγάλωσε!
ΖΑΝ: (πάντα έξαλλος) Είναι κίτρινοι, κιτρινιάριδες σα σάπια λεμόνια!
ΜΠΕΡ: Αφού πας φυρί-φυρί, κι εσύ είσαι κόκκινος, κατακόκκινος σα σάπια ντομάτα!
ΜΠΑΚΑΛΙΣΣΑ, ΓΚΑΡΣΟΝΑ: Ωχ ωχ ωχ... ωχ...
ΚΑΦΕΤΖΗΣ: Σκουρήνανε τα πράγμτα!
ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ: Τόσο καθαρό πλασματάκι! Έτρεχε πάντα να λερώσει στο κασονάκι του!
ΖΑΝ: Κι εσύ αφού πας γυρεύοντας στο υπογράφω! Αν με ξαναδείς γράψε μου! Δε θα χάνω άδικα τον καιρό μου μ' ένα βλακόμουτρο!
ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ: Μόνον η μιλιά του 'λειπε, αλλά πάντα καταλάβαινα τι ήθελε!
ΓΕΡΑΚΟΣ: Υπάρχουν Ασιάτες που 'ναι λευκοί, όπως και μελαψοί! Ακόμα και γαλάζιοι, υπάρχουνε κι άλλοι που μοιάζουν με μας!

   (Ο Ζαν προχωρεί γρήγορα, σ' έξαλλη κατάσταση προς τα δεξιά, ξαναγυρνά όμως για τελευταία φορά, πριν φύγει οριστικά).

ΖΑΝ: Μπεκρούλιακα! (Όλοι κοιτούνε κατάπληχτοι)
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Στο απαγορεύω... Σου απαγορεύω να...
ΟΛΟΙ: (στρέφονται προς τη μεριά του Ζαν) Ωχ ωχ ωχ! ωχ!
ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ: Μόνον η μιλιά του 'λειπε! Κι όμως νιαούριζε σα να σου κουβέντιαζε!
ΝΤΕΖΗ: Δεν έπρεπε να τονε θυμώσετε τόσο πολύ!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Το λάθος ήτανε δικό του!...
ΚΑΦΕΤΖΗΣ: (στη Γκαρσόνα) Τράβα να φέρεις κάνα κασονάκι να βάλουμε μέσα το άτυχο ζωάκι!
ΓΕΡΑΚΟΣ: Λοιπόν, νομίζω πως έχετε δίκιο. Ο ρινόκερος της Ασίας έχει δυο κέρατα κι ο ρινόκερος της Αφρικής μόνον ένα!
ΜΠΑΚΑΛΗΣ: Μα ο κύριος, υποστήριζε το αντίθετο.
ΝΤΕΖΗ: Είχατε άδικο κι οι δύο!
ΓΕΡΑΚΟΣ: Ό,τι και να υποστηρίζατε, το δίκιο το 'χατε σεις!
ΓΚΑΡΣΟΝΑ: Ελάτε, κυρία μου, να βάλουμε το δύστυχο θύμα σε κασονάκι!
ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ: (τσιρίζει απαρηγόρητη) Όχι... Σε κασονάκι ποτέ... ποτέ...
ΜΠΑΚΑΛΗΣ: Με το μπαρδόν, αλλά εγώ νομίζω πως είχε δίκιο ο κύριος Ζαν!
ΝΤΕΖΗ: (πλησιάζοντας τη Νοικοκυρά) Ελάτε τώρα, κυρία μου. Πρέπει να το ξεχάσετε...

   (Με τη Γκαρσόνα τραβάνε τη Νοικοκυρά με το πεθαμένο γατί στην αγκαλιά, στην είσοδο του καφενείου).

ΓΕΡΑΚΟΣ: Μήπως θέλετε να σας συνοδεύσω;
ΝΤΕΖΗ: Α μπα μη σας βάζουμε σε κόπο!

   (Η Ντέζη κι η Γκαρσόνα, παρασύροντας την απαρηγόρητη πάντα Νοικοκυρά μπαίνουνε στο καφενείο).

ΜΠΑΚΑΛΗΣ: Ένα κέρατο έχει ο ρινόκερος της Ασίας και δύο κέ­ρατα ο ρινόκερος της Αφρικής. Και τούμπαλιν!
ΜΠΑΚΑΛΙΣΣΑ: Εσύ δε μπορείς, πρέπει πάντα να 'σαι πνεύμα αντιλογίας.
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: (στον εαυτό του ενώ οι άλλοι κουβεντιάζουν για τα κέρατα του ρινόκερου) Έχει δίκιο η Ντέζη. Του παραμπήκα στη μύτη. Δεν ανέχεται ποτέ διαφορετική γνώμη. Μόλις του πας κόντρα γίνεται έξω φρενών.
ΚΑΦΕΤΖΗΣ: Ο άντρας σας έχει δίκιο. Δυο κέρατα έχει ο ρινόκερος της Ασίας. Αλλά δυο έχει κι ο ρινόκερος της Αφρικής. Και τούμπαλιν!
ΓΕΡΑΚΟΣ: Κάνετε ένα μικρό λαθάκι, φίλε μου.
ΚΑΦΕΤΖΗΣ: Με το μπαρδόν αλλά δε κάνω κανένα λάθος!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Σ' όλα τ' άλλα είναι τέλειος, αλλά όταν μουλαρώσει! Κατά βάθος έχει καρδιά μάλαμα... Με έχει βοηθήσει ατέλειωτες φορές...
ΜΠΑΚΑΛΙΣΣΑ: Μα πώς γίνεται να είναι κι οι δύο διπλοκέρατοι;
ΚΑΦΕΤΖΗΣ: Αν ο πρώτος έχει δυο, ο δεύτερος θα 'χει ένα, δε γίνεται να 'χει δύο.
ΓΕΡΑΚΟΣ: Ίσως ο πρώτος να 'χει ένα κι ο δεύτερος δυο.
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Τώρα λυπάμαι που δε μπόρεσα να συγκρατήσω τα νεύρα μου. Αλλά, κι αυτός έχει πείσμα γαϊδουρίσιο. Δεν ήθελα να φτάσω στ' άκρα, αλλά... (Στους άλλους) Υποστηρίζει πάντα τα πιο απίθανα πράγματα, θέλει όλος ο κόσμος να μένει με το στόμα ανοιχτό μπρος στις γνώσεις του. Ποτέ δε παραδέχεται ότι μπορεί να κάνει λάθος.
ΓΕΡΑΚΟΣ: Έχετε αποδείξεις για όσα μας λέτε;
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Αποδείξεις; Για ποιό ζήτημα;
ΓΕΡΑΚΟΣ: Για το ζήτημα που μας λέγατε πριν από λίγο. Το ζήτημα που προκάλεσε το θλιβερό καβγαδάκι με το φίλο σας.
ΜΠΑΚΑΛΗΣ: Πολύ σωστά! Έχετε αποδείξεις;
ΓΕΡΑΚΟΣ: Πώς είσαστε τόσο σίγουρος ότι ο πρώτος ρινόκερος είχε δυο κέρατα κι ο δεύτερος μόνον ένα. Και ποιός είχε ένα και ποιός είχε δυο;
ΜΠΑΚΑΛΙΣΣΑ: Μαύρα μεσάνυχτα έχει κι αυτός σα και του λόγου μας.
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Καταρχή δε ξέρουμε καν αν οι ρινόκεροι ήτανε δυο. Εγώ μάλιστα πιστεύω πως ο ρινόκερος ήταν ένας.
ΚΑΦΕΤΖΗΣ: Ας υποθέσουμε αφού επιμένετε, ότι οι ρινόκεροι ήτανε δυο! Ποιός είναι ο μονοκέρατος; Ο ρινόκερος της Ασίας;
ΓΕΡΑΚΟΣ: Διαφωνώ! Δυο κέρατα έχει ο ρινόκερος της Αφρικής. Γι' αυτό είμαι βέβαιος.
ΚΑΦΕΤΖΗΣ: Και ποιός είναι δικέρατος;
ΜΠΑΚΑΛΗΣ: Πάντως, όχι ο ρινόκερος της Αφρικής!
ΜΠΑΚΑΛΙΣΣΑ: Αν τα βρούνε, να μου τρυπήσετε τη μύτη!
ΓΕΡΑΚΟΣ: Κι όμως, πρέπει να το τεκμηριώσουμε!
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ: (επιτέλους παρεμβαίνει) Κύριοι με συγχωρείτε που επεμβαίνω, αλλά δε τοποθετείτε σωστά το πρόβλημα! Μπορώ να σας συστηθώ.
ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ: (με δάκρυα στα μάτια) Ο κύριος είναι Σοφολογιότατος και μάλιστα ορθολογιστής.
ΚΑΦΕΤΖΗΣ: Ό,τι μας χρειάζεται! Σοφολογιότατος ε;
ΓΕΡΑΚΟΣ: Από δω ο φίλος μου. Σοφολογιότατος κι ορθολογιστής!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Χαίρω πολύ, κύριε!
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ: Επαγγελματίας φιλόσοφος, το γράφει και στη ταυτότητά μου (βγάζει και δείχνει ταυτότητα)
ΜIlΕΡΑΝΖΕ: Μεγάλη μου τιμή, κύριε!
ΜΠΑΚΑΛΗΣ: Και δική μας, ακόμα μεγαλύτερη!
ΚΑΦΕΤΖΗΣ: Θα θέλατε, λοιπόν, να μας πείτε, κύριε Σοφολογιότατε, αν ο ρινόκερος της Αφρικής έχει μόνο ένα κέρατο!
ΓΕΡΑΚΟΣ: Ή, αν έχει δύο κέρατα...
ΜΠΑΚΑΛΙΣΣΑ: Κι αν έχει δύο κέρατα και ο ρινόκερος της Ασίας;
ΜΠΑΚΑΛΗΣ: Ή αν έχει μόνο ένα κέρατο;
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ: Το πρόβλημα δε τεκμηριώνεται έτσι και γι' αυτό θα 'θελα να σας αναλύσω το φαινόμενο.
ΜΠΑΚΑΛΗΣ: Μα κι εμείς μόνον αυτό θέλουμε να μάθουμε.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ: Θα μ' αφήσετε να ολοκληρώσω, κύριοι;
ΓΕΡΑΚΟΣ: Ας τον αφήσουμε να ολοκληρώσει.
ΚΑΦΕΤΖΗΣ: Σας ακούμε, κύριε.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ: (στον Μπερανζέ) Ως επί το πλείστον, απευθύνομαι σε σας, αλλά, φυσικά και σ' όλους τους παρευρισκόμενους.
ΜΠΑΚΑΛΗΣ: Απευθύνεται σε όλους τους παρευρισκόμενους!
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ: Καταρχήν έχω να σας παρατηρήσω πως ήτανε προβληματική η αφετηρία ν' αναλύσετε το πρόβλημα. Στη πορεία, μες στην άγνοιά σας φυσικά, μεταπήδησε σε άλλες, προβληματικές αφετηρίες. Κατά πρώτο, δεν είστε σίγουροι, αν και κατά πόσον ο ρινόκερος που πέρασε πριν από λίγο είναι ίδιος με το ρινόκερο που 'χε περάσει λίγο νωρίτερα ή αν είναι κάποιος άλλος κι ορίστε λοιπόν το πρώτο ερώτημα που απαραιτήτως πρέπει ν' αναλυθεί και να του δοθεί σωστή απάντηση.
ΜΙΙΕΡΑΝΖΕ: Και πώς θα γίνει αυτό;
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ: Απλούστατο! Με το νόμο των πιθανοτήτων. Λοιπόν είναι πιθανό, να 'δατε δυο φορές τον ίδιο φτυστό κι απαράλλαχτο ρινόκερο, που διαθέτει ένα και μοναδικό κέρατο.
ΜΠΑΚΑΛΗΣ: ...Δυο φορές... ένα και μοναδικό κέρατο.
ΚΑΦΕΤΖΗΣ: ...Τον ίδιο φτυστό κι απαράλλαχτο ρινόκερο.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ: Αλλά δεν είναι επίσης κι απίθανο, να 'δατε δυο φορές τον ίδιο ρινόκερο, που να διαθέτει δυο κέρατα.
ΓΕΡΑΚΟΣ: ...Ένα μόνο ρινόκερο με δύο κέρατα, αλλά δυο φορές!
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ: Μπράβο! Σεις το καταλάβατε. Αλλά επίσης δεν αποκλείεται να 'δατε πρώτα ένα ρινόκερο μ' ένα κέρατο κι αργότερα έναν άλλο ρινόκερο που κι αυτός διέθετε μόνον ένα κέρατο.
ΜΠΑΚΑΛΙΣΣΑ: Χα! Τι σας έλεγα, τα βλέπετε;
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ: Αλλά δε μπορούμε επίσης ν' απορρίψουμε και την αντίθετη άποψη, ότι δηλαδή ο πρώτος ρινόκερος διέθετε δυο κέρατα, όπως ακριβώς διαθέτει κι ο δεύτερος ρινόκερος.
ΚΑΦΕΤΖΗΣ: Πολύ σωστά!
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ: Μπράβο, αλλά... αν είχατε δει...
ΜΠΑΚΑΛΗΣ: ...Αν είχαμε δει...
ΓΕΡΑΚΟΣ: ...Σαφώς, αν είχανε δει...
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ: Αν είχατε δει τη πρώτη φορά ένα ρινόκερο με δυο κέρατα...
ΚΑΦΕΤΖΗΣ: ...Με δύο κέρατα...
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ:... και τη δεύτερη φορά ρινόκερο μ' ένα κέρατο...
ΜΠΑΚΑΛΗΣ: ...Με ένα κέρατο.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ: ...και πάλι θα 'ταν αδύνατο να καταλήξουμε σε τεκμηριωμένο συμπέρασμα!
ΚΑΦΕΤΗΣ: Μπα, και γιατί;
ΜΠΑΚΑΛΙΣΣΑ: Τόσο μπουρδουκλωμένα πράματα δε ματάκουσα στη ζωή μου.
ΜΠΑΚΑΛΗΣ: Μη διακόπτεις τεκμηριωμένα συμπεράσματα. (Η Μπακάλισσα φεύγει απ' την τζαμαρία σηκώνοντας τους ώμους).
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ: Απλούστατο, σύμφωνα με τους νόμους της εξέλιξης, είναι πιθανό, στο μικρό χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ο πρώτος ρινόκερος να 'χασε έν απ' τα κέρατά του κι έτσι, αυτός που πέρασε τη πρώτη φορά να 'ναι ίδιος μ' εκείνο που πέρασε τη δεύτερη.
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Το καταλαβαίνω... όμως...
ΓΕΡΑΚΟΣ: Μη διακόπτετε.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ: Αλλά δεν αποκλείεται κι η περίπτωση κι οι δυο ρινόκεροι που διέθεταν από δυο κέρατα, να χάσανε ξεχωριστά έκαστος, το 'να απ' τα κέρατά τους!
ΓΕΡΑΚΟΣ: Μεθοδευμένο κι απόλυτα τεκμηριωμένο!
ΚΑΦΕΤΖΗΣ: Κάτι τέτοια συμβαίνουν συχνά.
ΜΠΑΚΑΛΗΣ: Συχνότατα μάλιστα.
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Συμφωνώ, αν και δε μας είπατε...
ΓΕΡΑΚΟΣ: Μη διακόπτετε.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ: Τώρα αν μπορείτε ν' αποδείξετε ότι τη πρώτη φορά είδατε ρινόκερο μ' ένα κέρατο που κατάγεται απ' την Ασία ή την Αφρική...
ΓΕΡΑΚΟΣ: ...Απ' την Ασία ή την Αφρική.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ: ...και τη δεύτερη φορά ρινόκερο με δυο κέρατα.. .
ΓΕΡΑΚΟΣ: ...Με δυο κέρατα...
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ: ...που πολύ λίγη σημασία έχει αν κατάγεται από Αφρική ή από Ασία...
ΜΠΑΚΑΛΗΣ: ...Από Αφρική ή από Ασία.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ: Τότε μόνο, ξαναλέω, τότε μόνο, μπορούμε να βγάλουμε τεκμηριωμένο συμπέρασμα ότι πρόκειται για δυο διαφορετικούς ρινόκερους. Βλέπετε, είναι λογικώς απίθανο να φυτρώσει ένα δεύτερο κέρατο μέσα σε λίγα λεπτά στη μύτη ενός ρινόκερου και να ξέχει τόσο μεγαλοπρεπώς!
ΓΕΡΑΚΟΣ: Μπράβο, τόσο μεγαλοπρεπώς!
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ: Σ' αυτή τη περίπτωση, ένας ρινόκερος της Ασίας ή της Αφρικής θα 'παιρνε τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα...
ΓΕΡΑΚΟΣ: ...Γνωρίσματα της Ασίας ή της Αφρικής...
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ: ...του ρινόκερου της Αφρικής ή της Ασίας.
ΚΑΦΕΤΖΗΣ: ...Της Αφρικής ή της Ασίας
ΜΠΑΚΑΛΗΣ: Το μυστήριο εξιχνιάστηκε.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ: Αλλά κι αυτό, σύμφωνα με τη σύγχρονη λογική, είναι τελείως παράδοξο, γιατί, πώς μπορούμε να τεκμηριώσουμε ότι ένα και το αυτό πλάσμα μπορεί να γεννηθεί ταυτόχρονα σε δυο διαφορετικές ηπείρους;
ΓΕΡΑΚΟΣ: Πολύ σωστά, ούτε ταυτόχρονα αλλά ούτε και διαδοχικά.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ: Κι επιτέλους έφτασε η στιγμή να λάμψει η αλήθεια στο μέγα πρόβλημα!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Όσα μας είπατε τα βρίσκω ξεκάθαρα, μόνο που εγώ πιστεύω ότι το πρόβλημα παραμένει κι ότι...
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ: Το γνωρίζω, αγαπητέ μου κύριε αλλά μόνον εδώ και τώρα το πρόβλημα τοποθετήθηκε σε μια σοφολογιότατη βάση.
ΓΕΡΑΚΟΣ: ...Και μάλιστα σαφέστατα τεκμηριωμένη!
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ: (βγάζοντας το καπέλο) Λοιπόν κύριοί μου, χαίρεται! (Κάνει στροφή και βγαίνει αριστερά. Ο Γεράκος τον ακολουθεί)
ΓΕΡΑΚΟΣ: ΟΠΕΡ ΕΔΕΙ ΔΕΙΞΑΙ! (Χαιρετά με το καπέλο κι ακολουθεί το Σοφολογιότατο).
ΜΠΑΚΑΛΗΣ: Σαφέστατο! Αλλά, με το μπαρδόν, εγώ δεν...

   (Την ίδια στιγμή, βγαίνουν απ' το καφενείο η Νοικοκυρά με μαύρη πλερέζα κρατώντας στα χέρια ένα μικρό κασελάκι. Την ακολουθούν, όπως σε κηδεία, η Ντέζη κι η Γκαρσόνα. Η πομπή προχωρεί και βγαίνει δεξιά).

ΜΠΑΚΑΛΗΣ: (Δείχνοντας μελοδραματικά τη πομπή που βγαίνει δεξιά) Όσο κι αν είναι σαφέστατο, εμείς δε μπορούμε να καθόμαστε αδιάφοροι, με σταυρωμένα χέρια, σαν απλοί θεατές και να δεχόμαστε οι ρινόκεροι να ποδοπατάνε τους γάτους μας μπρος στα μάτια μας! Ασχέτως αν πρόκειται για ρινόκερους Ασίας ή Αφρικής κι αν φυτρώνουνε στο κούτελό τους ένα ή δυο κέρατα!
ΚΑΦΕΤΖΗΣ: Γεια στο στόμα σου! Είναι ανεπίτρεπτο! Θ' απαγορεύσουμε στους ρινόκερους να ποδοπατάνε τους γάτους μας απ' όπου κι αν κρατά η σκούφια τους!
ΜΠΑΚΑΛΗΣ: Μας απαγορεύεται να το επιτρέψουμε. Αυτό ποτέ.
ΜΠΑΚΑΛΙΣΣΑ: (βγάζει το κεφάλι απ' τη πόρτα του μαγαζιού, στον άντρα της) Άσε τα ποτέ και μαζέψου, έχουμε και δουλειές. Μπορεί να φανεί κανένας πελάτης.
ΜΠΑΚΑΛΗΣ: (προχωρώντας προς το μπακάλικο) Με το μπαρδόν αλλ' αυτό δεν επιτρέπεται να το επιτρέψουμε.
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Λάθος μου... ήτανε λάθος να τσακωθώ με τον Ζαν... (Στον Καφετζή) Φέρε μου αμέσως ένα κονιάκ... στάσου, διπλό!
ΚΑΦΕΤΖΗΣ: Διπλό, έφτασε. (Μπαίνει στο μαγαζί για να φέρει το κονιάκ)
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Λάθος μου... ήτανε λάθος να παρασυρθώ τόσο! (Ο Καφετζής έρχεται απ' το καφενείο με το διπλό κονιάκ) Πού διάθεση τώρα να εξερευνήσω μουσεία... ωχ, βρε αδερφέ, καλλιεργώ το πνεύμα μου μιαν άλλη φορά. Το σήμερα, συνεχίζεται στο αύριο. Θα το αρπάξω. (Αρπάζει το ποτήρι με το κονιάκ και το κατεβάζει μονορούφι).

                                              2η ΠΡΑΞΗ

Α' ΕΙΚΟΝΑ

     Το γραφείο μιας ιδιωτικής επιχείρησης, εκδοτικός οίκος νομικών βιβλίων. Στο βάθος, στο κέντρο μια δίφυλλη πόρτα και μια ταμπέλα που γράφει «Προϊστάμενος Υπηρεσίας». Αριστερά στο βάθος, κοντά στη πόρτα του προϊστάμενου, το γραφειάκι της Ντέζη και πάνω γραφομηχανή. Στο τοίχο αριστερά, ανάμεσα σε πόρτα που βγάζει στη σκάλα και το γραφείο της Ντέζη, έν άλλο γραφείο με δελτία παρουσίας, που υπογράφουν οι υπάλληλοι μόλις φτάσουνε. Πάντα αριστερά, σε πρώτο πλάνο, η πόρτα που οδηγεί στη σκάλα. Βλέπουμε τα τελευταία της σκαλοπάτια, το πάνω μέρος του στηρίγματος κι ένα μικρό κεφαλόσκαλο. Αρκετά μπρος, ένα γραφείο με δυο καρέκλες. Επάνω, τυπογραφικές σελίδες για διόρθωμα, ένα μελανοδοχείο και κονδυλοφόροι! Είναι το γραφείο που δουλεύουν ο Μποτάρ κι ο Μπερανζέ. Ο πρώτος κάθεται στη καρέκλα δεξιά κι ο άλλος στη καρέκλα αριστερά. Κοντά στο δεξιό τοίχο, άλλο γραφείο, πιο μεγάλο, ορθογώνιο κι αυτό γεμάτο χαρτιά, τυπογραφικά, κ.λπ. Άλλες  οι καρέκλες κοντά σ' αυτό το γραφείο, πιο μεγαλοπρεπείς κι επίσημες, η μία απέναντι απ' την άλλη!
     Είναι το γραφείο των Ντιντάρ και Βοδάρ. Ο Ντιντάρ θα καθίσει στη καρέκλα που σχεδόν ακουμπά στον τοίχο, για να μπορεί να βλέπει απέναντί του, τους άλλους υπαλλήλους. Είναι ο υποπροϊστάμενος. Ένα παράθυρο ανάμεσα στη πόρτα του βάθους και στον τοίχο δεξιά. Στη περίπτωση που η σκηνή διαθέτει μικρήν εξέδρα, θα 'τανε καλύτερα να τοποθετηθεί μόνον ένα πλαίσιο παραθύρου, σε πρώτο πλάνο, που θα βλέπει στο κοινό. Στο βάθος, στη γωνία δεξιά, ένας καλόγερος που κρέμονται φόρμες εργασίας ή παλιά σακάκια. Ίσως ο καλόγερος θα μπορούσε να τοποθετηθεί κι αυτός μπρος στη σκηνή, στα δεξιά. Στους τοίχους, ράφια με βιβλία και σκονισμένα ντοσιέ. Αριστερά, στο βάθος, πάνω από τα ράφια, μικρές ταμπέλες που γράφουν
«Νομολογία, Κώδικες νομοθεσίας» κ.λπ. Στον τοίχο δεξιά, που μπορεί να 'ναι και λίγο πλάγιος, οι ταμπελίτσες γράφουν «Εφημερίδα Κυβερνήσεως», «Φορολογικά». Πάνω από τη πόρτα του προϊστάμενου ένα ρολόι. Δείχνει εννιά και τρία λεπτά. Στο άνοιγμα της αυλαίας ο Ντιντάρ είναι όρθιος, κοντά στη καρέκλα του γραφείου, με το δεξιό προφίλ στο κοινό. Απ' την άλλη μεριά του γραφείου, ο Μποτάρ, μ' αριστερό προφίλ στο κοινό. Ανάμεσά τους, κοντά στο γραφείο του, ο προϊστάμενος φάτσα στο κοινό. Λίγο πιο πίσω στέκεται η Ντέζη αριστερά, κοντά στον προϊστάμενο. Κρατά στα χέρια της δακτυλογραφημένα χαρτιά. Στο γραφείο που γύρω του είναι ο Ντιντάρ, ο Μποτάρ κι ο Μπερανζέ, πάνω στα τυπογραφικά, είναι απλωμενή μια πολυσέλιδη εφημερίδα. Για λίγα λεπτά, μόλις ανοίξει η Αυλαία, όλοι θα παραμείνουν ακίνητοι μέχρι τη στιγμή της πρώτης ατάκας.

ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΟΣ: γύρω στα πενήντα, ντυμένος τυπικά, μπλέ σακάκι, παράσημο της λεγεώνας της τιμής, ημίσκληρο κολάρο, μαύρη γραβάτα, φαρδύ καστανό μουστάκι. Όνομα: Κύριος Παπιγιόν.
ΝΤΙΝΤΑΡ: γύρω στα τριανταπέντε. Κοστούμι γκρίζο. Φορά μαύρα μανίκια από σατέν για να προστατεύει τους αγκώνες του σακακιού. Μπορεί να φορά γυαλιά. Αρκετά μεγαλόσωμος, υπάλληλος που δείχνει πως έχει μέλλον. Αν ο προϊστάμενος γινόταν υποδιευθυντής, σίγουρα αυτός θα 'παιρνε τη θέση! Ο Μποτάρ πολύ λίγο τονε συμπαθεί.
ΜΠΟΤΑΡ: συνταξιούχος δάσκαλος, αρκετά κορδωμένος, με μικρό άσπρο μουστακάκι, γύρω στα εξήντα, αλλά δείχνει πιο νέος. Ξέρει τα πάντα, καταλαβαίνει τα πάντα. Φορά μπερέ με γείσο και μακριά φόρμα για τη δουλειά. Γυαλιά στην αρκετά χοντρή μύτη, μολύβι στ' αφτί και μανίκια από σατέν για τους αγκώνες, όπως κι ο Ντιντάρ.
ΝΤΕΖΗ: νέα κι οπωσδήποτε ξανθιά.
Κα ΒΟΔΑΡ: αργότερα. Χοντρή γυναίκα μεταξύ σαράντα-πενήντα, τρομοκρατημένη, λαχανιασμένη και με κομμένη ανάσα.

     Με το άνοιγμα της αυλαίας, όλοι στέκονται, λοιπόν, όρθιοι, ακίνητοι γύρω από το γραφείο δεξιά. Ο προϊστάμενος δείχνει με το δάχτυλό του την εφημερίδα. Ο Ντιντάρ έχει απλώσει το χέρι του προς το μέρος του Μποτάρ και μοιάζει σα να λέει: «Είναι ολοφάνερο, ορίστε». Ο Μποτάρ, με τα χέρια στις τσέπες της φόρμας του, χαμογελάει δύσπιστα σαν να λέει: «Εγώ δε τη πατώ τόσον εύκολα». Η Ντέζη με τα δακτυλογραφημένα χαρτιά στo χέρι, δείχνει με το βλέμμα της σα να συμφωνεί με τον Ντιντάρ. Αλλά σχεδόν αμέσως, ο Μποτάρ συνεχίζει ακάθεκτος!

ΜΠΟΤΑΡ: Παραμυθάκια, παραμυθάκια για μικρά παιδιά!
ΝΤΕΖΗ: Τον είδα με τα μάτια μου, τον είδα σου λέω, ήτανε ρινόκερος!
ΝΤΙΝΤΑΡ: Το γράφει κι η εφημερίδα, είναι φως-φανάρι, γιατί δε το παραδέχεσαι, απορώ!
ΜΠΟΤΑΡ: (με ύφος γεμάτος περιφρόνηση) Αηδίες!
ΝΤΙΝΤΑΡ: Μα, το γράφει, σου λέω, το γράφει ξεκάθαρα. Ολόκληρο δίστηλο! Ποδοπατημένος γάτος. Διαβάστε το, κύριε προϊστάμενε!
ΠΑΠΙΓΙΟΝ: «Χτες, Κυριακή, γύρω στο μεσημέρι, στη πλατεία της εκκλησίας και στην ίδια μας την πόλη, ένα παχύδερμο ποδοπάτησε και τελικώς εφόνευσε ένα χαριτωμένο γάτο!»
ΝΤΕΖΗ: Δε συνέβη ακριβώς στη πλατεία της εκκλησίας αλλά...
ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Μόνον αυτό γράφει. Δεν αναφέρει άλλες λεπτομέρειες.
ΜΠΟΤΑΡ: Αηδίες. Κιτρινισμός!
ΝΤΙΝΤΑΡ: Αυτό φτάνει και περισσεύει. Τί κιτρινισμός!
ΜΠΟΤΑΡ: Προσωπικά, δε πιστεύω αυτά που γράφουν οι δημοσιογράφοι! Είναι όλοι τους ψεύτες κι έμαθα να μη δίνω σημασία στα νέα που ξεφουρνίζουν! Πιστεύω μόνο σ' ό,τι βλέπω με τα μάτια μου. Ως πρώην δημοδιδάσκαλος λατρεύω τα ξεκάθαρα γεγονότα. Θέλω τα πάντα ν' αποδεικνύονται επιστημονικά. Διαθέτω, βλέπετε, μυαλό μεθοδικό, τετραγωνισμένο!
ΝΤΙΝΤΑΡ: Πού κολλά εδώ το τετραγωνισμένο μυαλό;
ΝΤΕΖΗ: Νομίζω κε Μποτάρ, ότι τ' αναφέρουν με πολύ συγκεκριμένο τρόπο!
ΜΠΟΤΑΡ: Συγκεκριμένο τρόπο; Μα σας παρακαλώ, για ποιό είδος παχύδερμου μας μιλάνε; Τί υπονοεί ο συντάκτης της στήλης τον ποδοπατημένου γάτου, όταν γράφει ένα παχύδερμο; Το αφήνει χωρίς εξήγηση! Και τί υπαινίσσεται με το «χαριτωμένος γάτος»;
ΝΤΙΝΤΑΡ: Μα όλοι ξέρουμε τι είναι μια γάτα!
ΜΠΟΤΑΡ: Σας παρακαλώ, καταρχήν, έχουμε να κάνουμε με γάτα ή με αρσενικό γάτο; Έπειτα, μ' ενδιαφέρει το χρώμα. Το χρώμα για μένα έχει ζωτική σημασία. Την ίδια σημασία έχει κι η ράτσα. Προσωπικά, δεν είμαι υπέρ των φυλετικών διακρίσεων, αντίθετα, είμαι αντιρατσιστής. Αλλά πρέπει να ξέρουμε!
ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Μα ελάτε τώρα κε Μποτάρ, ποιά σχέση έχουνε τα γεγονότα με το ρατσισμό και τον αντιρατσισμό;
ΜΠΟΤΑΡ: Σας ζητώ συγγνώμη ταπεινότατα, κύριε προϊστάμενε, αλλά θα πρέπει να παραδεχτείτε πως ο ρατσισμός είναι ένα από τα μεγαλύτερα σφάλματα του αιώνα μας!
ΝΤΙΝΤΑΡ: Δε νομίζω πως κάποιος από μας έχει αντίθετη γνώμη, αλλά στο συγκεκριμένο θέμα δε πρόκειται για...
ΜΠΟΤΑΡ: Κε Ντιντάρ αυτά τα θέματα οφείλουμε να τα αντιμετωπίζουμε κάπως σοβαρότερα. Ιστορικά γεγονότα αποδείξανε περίτρανα ότι ο ρατσισμός...
ΝΤΙΝΤΑΡ: Μα, εδώ δε μιλάμε για ρατσισμό.
ΜΠΟΤΑΡ: Γι' αυτό δεν είμαι και τόσο βέβαιος...
ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Κανένας δεν ανέφερε κάτι για ρατσισμό.
ΜΠΟΤΑΡ: Άσχετο, εμείς δε πρέπει ν' αφήνουμε καμία ευκαιρία να το καταγγέλλουμε, παντού και πάντα!
ΝΤΕΖΗ: Μα, αφού σας βεβαιώνουμε ότι κανείς μας δεν είναι ρατσιστής. Μετατοπίζετε το πρόβλημα. Εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα γάτο που τον ποδοπάτησε ένα παχύδερμο. Κι ακόμα πιο σωστά, ένας ρινόκερος!
ΜΠΟΤΑΡ: Όλα είναι σχετικά. Εγώ δεν κατάγομαι απ' τη Μασσαλία, δεσποινίς μου. Οι Μαρσεγέζοι, αυτό είναι πασίγνωστο, είναι μεγάλοι παραμυθάδες. Δεν αποκλείεται να ποδοπάτησε κάποιος ποντικός ένα μικρό ψύλλο κι αμέσως το γεγονός έγινε ανατολικό ζήτημα.
ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Ας είναι! Καιρός να προσπαθήσουμε να βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους. Μας είπατε, δεσποινίς, ότι είδατε με τα ίδια σας τα μάτια ένα ρινόκερο να κάνει αμέριμνος τον περίπατό του στα δρομάκια της πόλης μας.
ΝΤΕΖΗ: Δεν έκανε περίπατο, έτρεχε σα τρελός!
ΝΤΙΝΤΑΡ: Εγώ, δεν τον είδα προσωπικά, εντούτοις, πολλοί αξιόπιστοι άνθρωποι...
ΜΠΟΤΑΡ: Διαδόσεις, τα βλέπετε; Φαντασιοπληξίες, διαδόσεις και κιτρινισμός! Τώρα θα τους μάθουμε τους δημοσιογραφίσκους; Είναι άξιοι για να πουλήσουνε παλιοφυλλάδες, να κατασκευάσουνε το 'να σκάνδαλο πάνω στ' άλλο, μόνο και μόνο να εξυπηρετήσουνε δουλοπρεπώς τα συμφεροντάκια των αφεντικών τους. Είναι δυνατόν να πιστεύετε, κε Ντιντάρ εσείς ένας νομομαθής, αυτά τα παραμυθάκια; Ένας πτυχιούχος της νομικής!... Ας γελάσω ρινοκεριστί!... Χα-χα-χα-χα!
ΝΤΕΖΗ: Γελάστε όπως θέλετε, αλλά τον είδα. Με σάρκα κι οστά μάλιστα! Βάζω το χέρι μου στη φωτιά!
ΜΠΟΤΑΡ: Ελάτε, δεσποινίς μου... Σας πίστευα για σοβαρό κορίτσι!
ΝΤΕΖΗ: Κι είμαι κε Μποτάρ, με το παραπάνω. Άλλωστε, δε τον είδα μόνο γω, ένα σωρό άνθρωποι τον είδαν να καλπάζει!
ΜΠΟΤΑΡ: Αηδίες, σίγουρα κάτι άλλο θα κοιτάζανε! Δε θα στηριχθούμε τώρα σε μερικούς χασομέρηδες που δε ξέρουνε πώς να σκοτώσουνε την ώρα τους. Σε αργόσχολους και χαραμοφάηδες!
ΝΤΙΝΤΑΡ: Μα χτες ήτανε Κυριακή κι οι άνθρωποι δε δουλεύανε!
ΜΠΟΤΑΡ: Εγώ δουλεύω και τις Κυριακές! Δε πα' να λέν ό,τι θένε οι παπάδες, τα συμφεροντάκια τους φροντίζουν. Σας βάζουν να τρέχετε στις εκκλησίες και δε σας συμβουλεύουν να κερδίζετε το ψωμί σας με τον ιδρώτα του προσώπου σας!
ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Αυτό ξεπερνάει κάθε όριο...
ΜΠΟΤΑΡ: Με συγχωρείτε, δεν το είπα για να σας προσβάλλω... δεν το αρνούμαι, περιφρονώ τις θρησκείες, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν τις σέβομαι κιόλας! (Στη Ντέζη) Και καταρχήν, δεσποινίς μου, για να 'χουμε καλό ρώτημα, εσείς, ξέρετε τι εστί ρινόκερος;
ΝΤΕΖΗ: Είναι ένα... ένα πολύ μεγάλο παχύδερμο, ένα θηρίο αρκετά μοχθηρό...
ΜΠΟΤΑΡ: Κι ύστερα μας παριστάνετε ότι σκεφτόσαστε με μεγάλη ακρίβεια... Ο ρινόκερος, αγαπητή δεσποινίς...
ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Αρκετά! Δε θα μας κάνετε τώρα ενημερωτική διάλεξη για το ρινόκερο. Δεν είμαστε μαθητούδια του Δημοτικού!
ΜΠΟΤΑΡ: Αυτό είναι το κακό!

   (Με τις τελευταίες ατάκες, βλέπουμε τον Μπερανζέ ν' ανεβαίνει με μεγάλες προφυλάξεις τα τελευταία σκαλοπάτια της σχάλας και να ανοίγει κλεφτά και αθόρυβα την πόρτα του γραφείου!)

ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Αρκετά, δεσποινίς μου. Είναι περασμένες εννιά. Μπορώ να έχω το φύλλο παρουσίας. Οι καθυστερημένοι θα πληρώσουν το προστιματάκι τους!

   (Η Ντέζη προχωρά προς το γραφείο αριστερά που βρίσκονται τα φύλλα παρουσίας, τη στιγμή ακριβώς που μπαίνει ο Μπερανζέ).

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Καλημέρα σας, δις Ντέζη! Μόλις πρόλαβα, έ;
ΜΠΟΤΑΡ: (στον Ντιντάρ και στον Παπιγιόν) Αγωνίζομαι κύριοί μου ενάντια στην αμάθεια και στο σκοταδισμό, όπου κι αν τα βρω.
ΝΤΕΖΗ: Γρήγορα, κε Μπερανζέ, γρήγορα.
ΜΠΟΤΑΡ:... σε χαμόσπιτα, σε παλάτια... σε... τρώγλες...
ΝΤΕΖΗ: Μα τί κάνετε; Υπογράψτε γρήγορα το φύλλο παρουσίας!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Σας ευχαριστώ πολύ. Ο προϊστάμενος είναι κιόλας εδώ;
ΝΤΕΖΗ: (φέρνοντας το δάχτυλο στα χείλη) Σσσσστ!... Ναι, εδώ είναι!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Κιόλας; Τόσο πρωί; (Προχωρεί βιαστικά να υπογράψει το φύλλο παρουσίας).
ΜΠΟΤΑΡ: ... όπου τον συναντήσω, ακόμα και σ' εκδοτικούς οίκους!
ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Κε Μποτάρ, νομίζω ότι...
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Κι όμως δεν είναι ακόμα ούτε εννιά και δέκα!
ΠΑΠΙΓΙΟΝ:... ότι ξεφύγατε από τα όρια της ευγένειας.
ΝΤΙΝΤΑΡ: Κι εγώ το ίδιο νομίζω, κύριε Παπιγιόν...
ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Δε φαντάζομαι δηλαδή να θέλετε να πείτε πως ο συνεργάτης μας και συνάδελφός σας κος Ντιντάρ, πτυχιούχος νομικής κι εξαίρετος υπάλληλος, είναι αμαθής!
ΜΠΟΤΑΡ: Δε φτάνω, βέβαια, μέχρι το σημείο να υποστηρίξω κάτι παρόμοιο, αν κι εδώ που τα λέμε, τα πανεπιστήμια κι οι ανώτερες σχολές, αξίζουνε πολύ λιγότερο απ' τα δημόσια σχολεία μας.
ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Ας είναι... Θα μου φέρετε καμιά φορά το φύλλο παρουσίας;
ΝΤΕΖΗ: Ορίστε, κύριε. (Του το δίνει)
ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Μπα... εδώ είναι κι ο κος Μπερανζέ!
ΜΠΟΤΑΡ: Όσα πανεπιστημιακά διπλώματα και να διαθέτεις, αν δεν έχεις ξεκάθαρες ιδέες, παρατηρητικό μυαλό και κάποια πραχτική αντιμετώπιση της ζωής, δεν αξίζουνε δεκάρα.
ΝΤΙΝΤΑΡ: Σα να τα παραλέτε!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Καλημέρα σας κε προϊστάμενε. Καλημέρα σας κε Παπιγιόν... Να με συγχωρείτε, παραλίγο ν' αργήσω... Καλημέρα, Ντιντάρ... Καλημέρα, κε Μποτάρ.

   (Προχωρεί προς τον καλόγερο, που βρίσκεται πίσω απ' τον Παπιγιόν, περνώντας μπρος από τους άλλους. Παίρνει τη φόρμα της δουλειάς ή το παλιό του σακάκι, για να κρεμάσει σε λίγο στην ίδια θέση το σακάκι που φορά. Τώρα, κοντά στον καλόγερο, βγάζει το σακάκι του, φορά το παλιό και προχωρεί προς το γραφείο. Ανοίγει το συρτάρι και παίρνει τα μαύρα μανίκια από σατέν. Σ' όλη αυτή τη διαδικασία χαιρετά πάντα).

ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Για πες μας, Μπερανζέ, είδες κι εσύ ρινόκερους;
ΜΠΟΤΑΡ: Οι διπλωματούχοι πανεπιστημίων πετάνε στα σύννεφα. Έχουν μαύρα μεσάνυχτα απ' αληθινή ζωή.
ΝΤΙΝΤΑΡ: Σαχλαμάρες!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: (τακτοποιώντας βιαστικά τα πράγματά του με ιδιαίτερο ζήλο, σα να θέλει να του συγχωρέσουνε την αργοπορία και με το πιο φυσικό ύφος του κόσμου στον κο Παπιγιόν) Βεβαίως... βεβαίως... αν είδα, λέει...
ΜΠΟΤΑΡ: Αηδίες!
ΝΤΕΖΗ: Ορίστε, τα βλέπετε, δεν είμαι τρελή!
ΜΠΟΤΑΡ: Καλά τώρα! Ο κος Μπερανζέ το 'πε από φιλοφροσύνη. Είναι ευγενικός άνθρωπος, αν κι είναι κάτι που δε του φαίνεται ιδιαίτερα!
ΝΤΙΝΤΑΡ: Μα θα πει ότι είδε ένα ρινόκερο από φιλοφροσύνη;
ΜΠΟΤΑΡ: Σίγουρα. Όταν θέλει να υποστηρίξει τις αυθεντικές φαντασιώσεις της δίδας Ντέζη. Όλοι φροντίζουν να της φέρονται ευγενικά. Είναι αυτονόητο!
ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Μη γίνεστε κακόπιστος, κε Μποντάρ. Ο κος Μπερανζέ δεν άκουσε τις διαφωνίες μας. Μόλις τώρα ήρθε.
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Δεν τον είδατε και σεις; Τον είδατε, μαζί το είδαμε!
ΜΠΟΤΑΡ: Πάλι τα ίδια! Πολύ πιθανό ο κος Μπερανζέ να νόμισε ότι διέκρινε ρινόκερο (κάνει μιμική χειρονομία πίσω απ τη πλάτη του Μπερανζέ, ότι τα κοπανά) Διαθέτει τόσο πλούσια φαντασία. Μ' αυτόν, όλα είναι πιθανά.
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Μα δεν ήμουν μόνος μου όταν είδα το ρινόκερο! Ίσως μάλιστα, να μην ήταν ένας αλλά δυο.
ΜΠΟΤΑΡ: Τί σας έλεγα, τα μπέρδεψε στο λογαριασμό!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Καθόμουνα δίπλα στο φίλο μου τον Ζαν. Αλλά, υπήρχαν κι άλλοι άνθρωποι!
ΜΠΟΤΑΡ: Μα τη πίστη μου τα'χετε χαμένα!
ΝΤΕΖΗ: Ήτανε ρινόκερος μ' ένα κέρατο.
ΜΠΟΤΑΡ: Μάλιστα... τα συμφωνήσανε οι δυο τους και μας δουλεύουνε ψιλό γαζί.
ΝΤΙΝΤΑΡ: Από όσα άκουσα, έβγαλα το συμπέρασμα πως θα πρέπει να είχε δύο κέρατα!
ΜΠΟΤΑΡ: Σαν να μου φαίνεται, στα κέρατα δεν τα συμφωνήσατε και τόσο καλά!
ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Να τελειώνουμε, κύριοι... η ώρα περνά.
ΜΠΟΤΑΡ: Τελικά Μπερανζέ δε μας είπατε ξεκάθαρα πόσους ρινόκερους είδατε, έναν ή δύο;
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Τώρα... δε ξέρω... δηλαδή...
ΜΠΟΤΑΡ: Κατάλαβα, χάσατε το λογαριασμό! Η δις Ντέζη είδε ρινόκερο μ' ένα κέρατο. Ο δικός σας ρινόκερος Μπερανζέ, ρινόκερος φάντασμα δηλαδή, διέθετε έν ή δυο κέρατα;
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ακριβώς αυτό είναι... το μεγάλο πρόβλημα!
ΜΠΟΤΑΡ: Άντε να βγάλεις άκρη... με γρίφους!
ΝΤΕΖΗ: Ω! Αυτό πια...
ΜΠΟΤΑΡ: Δε θέλω να σας προσβάλλω, αλλά δε πιστεύω λέξη απ' όσα μας λέτε! Ρινόκεροι στη περιοχή μας! Αυτό δε ξανακούστηκε.
ΝΤΙΝΤΑΡ: Να που ακούγεται τώρα... μία φορά φτάνει και περισσεύει!
ΜΠΟΤΑΡ: Μας κουβαλήθηκαν απ' τον Άρη! Άκου ρινόκεροι! Μόνο σε σχολικά βιβλία τους έχουμε δει και σε κινούμενα σχέδια... ή τίποτα αγαθές γυναικούλες θα τους είδαν με τη φαντασία τους να μπουμπουκιάζουν!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Δε βρίσκω τη λέξη «μπουμπουκιάζουνε» τόσο πετυχημένη, όταν έχουμε να κάνουμε με ρινόκερους.
ΝΤΙΝΤΑΡ: Ούτε κι εγώ!
ΜΠΟΤΑΡ: Ο ρινόκερός σας είναι παραμυθάκι. Για να μη πω μύθος!
ΝΤΕΖΗ: Άκου μύθος!
ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Αρκετά, κύριοι, είναι ώρα νομίζω να πιάσουμε δουλειά!
ΜΠΟΤΑΡ: Μάλιστα, παραμυθάκι, σαν τους ιπτάμενους δίσκους!
ΝΤΕΖΗ: Μα, ποδοπάτησε ένα γατί! Και μάλιστα το κηδέψαμε. Αυτό κανείς δε μπορεί ν' αρνηθεί!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Είδα τη κηδεία με τα μάτια μου.
ΝΤΙΝΤΑΡ: Τα βλέπεις, υπάρχουν και μάρτυρες!
ΜΠΟΤΑΡ: Κάτι τέτοιοι μάρτυρες είναι για τα πανηγύρια!
ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Κύριοι... κύριοι, σας παρακαλώ!
ΜΠΟΤΑΡ: Ομαδική υστερία φαντασιοπληξίας, αγαπητέ μου Ντιντάρ. Ομαδική υστερία! Είναι σα τη θρησκεία... δε τη λέν όπιο του λαού;
ΝΤΕΖΗ: Ό,τι και να λέτε.. εγώ πιστεύω στους ιπτάμενους δίσκους!
ΜΠΟΤΑΡ: Αηδίες!
ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Είπα, αρκετά, φτάνει, το παραξηλώσατε! Τέρμα οι φλυαρίες, έχουμε και δουλειά! Ρινόκερος, ξερινόκερος, ιπτάμενοι δίσκοι, δίσκοι γραμμοφώνου, έχουμε και δουλειά που πρέπει να γίνει. Η εταιρεία δε σας πληρώνει να χαζολογάτε κουβεντιάζοντας για ζώα υπαρκτά ή της μυθολογίας.
ΜΠΟΤΑΡ: Της μυθολογίας!
ΝΤΙΝΤΑΡ: Υπαρκτά!
ΝΤΕΖΗ: Υπαρκτότατα, μάλιστα!
ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Κύριοι, σας καθιστώ προσεκτικούς, για τελευταία φορά. Είναι ώρα για δουλειά. Λοιπόν κόβω μαχαίρι τις άχρηστες λογομαχίες σας.
ΜΠΟΤΑΡ: Πολύ καλά κε Παπιγιόν, προϊστάμενος είστε, αποφασίζετε και διατάζετε κι εμείς, τα σκυλάκια, υπακούμε.
ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Αφήστε τα λόγια και ριχτείτε με τα μούτρα στη δουλειά. Δε θέλω να βρεθώ στη δυσάρεστη θέση να βάλω πρόστιμα ή να κάνω κρατήσεις στο μισθό σας. Ντιντάρ τελειώσατε τη μελέτη για το νόμο του αντιαλκοολικού αγώνα;
ΝΤΙΝΤΑΡ: Αυτό ακριβώς τελειώνω κύριε προϊστάμενε.
ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Τελειώστε το λοιπόν, τι περιμένετε; Ο χρόνος μας πιέζει. Κι εσείς Μπερανζέ και Μποτάρ, κάνατε τις διορθώσεις στα τυπογραφικά δοκίμια του νέου κανονισμού για τις «ελεγχόμενες κολεκτίβες & συνεταιρισμούς» του κρασιού;
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Όχι ακόμα κε Παπιγιόν. Αλλά, έχουμε προχωρήσει αρκετά!
ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Καθήστε μαζί και τελειώστε το γρηγορότερο. Το τυπογραφείο περιμένει. Δις Ντέζη, ελάτε στο γραφείο μου να σας υπογράψω την αλληλογραφία, μόλις τελειώσετε τη δαχτυλογράφηση. Και κάντε γρήγορα, κουνηθείτε!
ΝΤΕΖΗ: Αμέσως, κε Παπιγιόν.

   (Η Ντέζη πάει στο γραφείο της κι αρχίζει γραφομηχανή! Ο Ντιντάρ κάθεται στο γραφείο του κι αρχίζει δουλειά. Οι Μπερανζέ & Μποτάρ κάθονται στα γραφεία τους προφίλ στο κοινό! Ο Μποτάρ έχει πλάτη γυρισμένη στη πόρτα της σκάλας. Δείχνει αρκετά εκνευρισμένος. Ο Μπερανζέ χωρίς ενεργητικότητα, μοιάζει να σκέφτεται άλλα. Ακουμπά τα τυπογραφικά στο γραφείο και δίνει στον Μποτάρ τα χειρόγραφα. Ο Μποτάρ κάθεται μουρμουρίζοντας μες στα δόντια του κάτι, ενώ ο Παπιγιόν βγαίνει χτυπώντας πίσω τη πόρτα).

ΠΑΠΙΓΙΟΝ: (Βγαίνοντας) Καλή δουλειά, κύριοι!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: (διαβάζοντας και διορθώνοντας, ενώ ο Μποτάρ παρακολουθεί το χειρόγραφο με το μολύβι στο χέρι) Κανονισμός για το εγχώριο κρασί, που αναλαμβάνει ο συνεταιρισμός, (διορθώνει) το «ται» με άλφα-γιώτα, τα είδη κρασιών που υπόκεινται, το «κει» με έψιλον-γιώτα, σε κρατικό έλεγχο, προέρχονται απ' τη περιοχή του Μπορντό, το «Μ» κεφαλαίο, της κάτω περιφέρειας, όπως και της ποσότητας του κρασιού που παράγεται...
ΜΠΟΤΑΡ: Στάσου, πιο αργά... αυτό δεν το 'χω! Μου λείπει μια γραμμή...
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Στο ξαναδιαβάζω: -τα είδη του κρασιού που υπόκεινται σε κρατικό έλεγχο-
ΝΤΙΝΤΑΡ: Λίγο πιο σιγά, παρακαλώ, μου πήρατε τ' αφτιά! Είναι αδύνατο έτσι πως φωνάζετε, να συγκεντρωθώ στη δουλειά μου!
ΜΠΟΤΑΡ: (πάνω απ' το κεφάλι του Μπερανζέ, ξαναρχίζει την ίδια συζήτηση. Ο Μπερανζέ συνεχίζει για λίγο να διορθώνει μόνος. Διαβάζει αθόρυβα κουνώντας τα χείλη) Στημένη μηχανή, ε; Μύθευμα!
ΝΤΙΝΤΑΡ: Μηχανή; Μύθευμα; Για ποιό μύθευμα μιλάς;
ΜΠΟΤΑΡ: Το παραμυθάκι σας για το ρινόκερο, διάβολε! Η προπαγάνδα σας παρασύρει, ανόητοι μ' αυτές τις διαδόσεις κι οι διαδόσεις παρασύρουνε κοσμάκη.
ΝΤΙΝΤΑΡ: (σταματώντας τη δουλειά) Ποιά προπαγάνδα;
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Εδώ δε πρόκειται για προπαγάνδα.
ΝΤΕΖΗ: (σταματώντας τη δακτυλογράφηση) Σας το 'πα και σας το ξαναλέω, τον είδα με τα ίδια μου τα μάτια... Τον εί-δα-με!
ΝΤΙΝΤΑΡ: Μη γίνεσαι αστείος!... Προπαγάνδα! Για ποιό σκοπό;
ΜΠΟΤΑΡ: Αλλού αυτά! Το λόγο τονε ξέρεις καλύτερα κι από μένα... Πάψε λοιπόν να μας παριστάνεις την αθώα περιστερά!
ΝΤΙΝΤΑΡ: (θυμώνοντας) Όπως και να 'χει κε Μποτάρ, εγώ δεν είμαι πουλημένος σε κανένα κόμμα!
ΜΠΟΤΑΡ: (κοκκινίζει από θυμό και χτυπά τη γροθιά στο γραφείο και σηκώνεται) Δε σας επιτρέπω. Το θεωρώ προσωπική προσβολή.
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Κε Μποτάρ, σας παρακαλώ...
ΝΤΕΖΗ: Κε Ντιντάρ, σας παρακαλώ...
ΜΠΟΤΑΡ: Το ξαναλέω, είναι αισχρή συκοφαντία!

   (Ο προϊστάμενος ανοίγει ξαφνικά τη πόρτα. Οι Μποτάρ & Ντιντάρ ξανακάθονται γρήγορα. Ο προϊστάμενος κρατά το χαρτί με τις παρουσίες. Μόλις εμφανίζεται, απόλυτη ησυχία).

ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Ο κύριος Βοδάρ δεν ήρθε σήμερα;
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: (κοιτάζοντας γύρω) Αλήθεια, δε τονε βλέπω.. δε θα 'ρθε!
ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Όποτε τον χρειάζομαι εξαφανίζεται... (Στη Ντέζη) Μήπως τηλεφώνησε πως είναι ασθενής ή του συνέβη κάτι;
ΝΤΕΖΗ: Όχι... δε τηλεφώνησε διόλου.
ΠΑΠΙΓΙΌΝ: (ανοίγοντας τελείως τη πόρτα του γραφείου του και προχωρώντας) Αν συνεχίσει έτσι θ' αναγκαστώ να τον απολύσω. Δεν είναι η πρώτη φορά που μ' αφήνει εκτεθειμένο. Μέχρι σήμερα έκανα τα στραβά μάτια, αλλά ως εδώ και μη παρέκει! Έχει κανείς το κλειδί του γραφείου του;

   (Ακριβώς την ίδια στιγμή μπαίνει η κα Βοδάρ. Θα πρέπει να τη δούμε λίγο πιο πριν, με τα τελευταία λόγια του Παπιγιόν, ν' ανεβαίνει βιαστικά τα τελευταία σκαλοπάτια και ν' ανοίγει απότομα τη πόρτα, λαχανιασμένη και τρομοκρατημένη).

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Η κα Βοδάρ... την είδατε;
ΝΤΕΖΗ: Καλημέρα σας, κα Βοδάρ...
Κα ΒΟΔΑΡ: Καλημέρα σας κε Παπιγιόν! Καλημέρα, κυρίες και κύριοι.
ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Μπορείτε να μας πείτε τι έγινε ο άντρας σας; Κάτι σοβαρό ή μήπως αποφάσισε να το ρίξει στον ύπνο;
ΒΟΔΑΡ: (με κομμένη ανάσα) Ω συγχωρέστε τον κακομοίρη, συγχωρέστε τον, πήγε στο πατρικό του, για το Σαββατοκύριακο κι άρπαξε μιαν ελαφριά γριπούλα...
ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Ελαφριά γριπούλα; Κατάλαβα...
ΒΟΔΑΡ: Διαβάστε, το γράφει στο τηλεγράφημα που μου 'στειλε... Ελπίζει μέχρι τη Τετάρτη να γυρίσει... (Σχεδόν έτοιμη να σωριαστεί στο πάτωμα) Λίγο νερό.. σας παρακαλώ λίγο νερό... και μια καρέκλα!

   (Ο Μπερανζέ της φέρνει τη δικιά του καρέκλα, στο κέντρο της σκηνής κι η κα Βοδάρ σωριάζεται εξαντλημένη).

ΠΑΠΙΓΙΟΝ: (στη Ντέζη) Φέρε της ένα ποτήρι νερό!
ΝΤΕΖΗ: Νερό... αμέσως! (Βγαίνει για να φέρει νερό. Οι άλλοι συνεχίζουν)
ΝΤΙΝΤΑΡ: Θα πρέπει να'χει πρόβλημα με τη καρδιά της.
ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Θα στενοχωρηθήκατε που δε γύρισε ο κύριος Βοδάρ, αλλ' αυτό δεν είναι λόγος να πάθετε καρδιακή προσβολή.
ΒΟΔΑΡ: Μα... παραλίγο να μείνω... με κυνηγά... ένας ρινόκερος... ένας ρινόκερος... με πήρε απο πίσω μόλις βγήκα απ' τη πόρτα μου και μ' έφερε μέχρις εδώ.
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ρινόκε... μ' ένα κέρατο ή με δυο;
ΜΠΟΤΑΡ: (ξεσπά σε γέλια) Ε, δεν είμαστε καλά... καιρό είχα να γελάσω έτσι!
ΝΤΙΝΤΑΡ: (αγανακτισμένος) Θα την αφήσετε λοιπόν να μιλήσει!
ΒΟΔΑΡ: (κάνοντας μεγάλη προσπάθεια να μιλήσει και δείχνοντας με το δάχτυλο προς το μέρος της σκάλας) Εκεί είναι... εκεί... κοντοστάθηκε στην είσοδο... Λίγο ακόμα και θα σκαρφάλωνε στη σκάλα... άρχισε να την ανεβαίνει...

   (Την ίδια στιγμή ακούγεται ένας βρυχηθμός και βλέπουμε τα σκαλοπάτια της σκάλας να γκρεμίζονται, κάτω από 'να τρομαχτικό βάρος. Από κάτω ακούγονται μουγκρίσματα γεμάτα αγωνία. Όταν κατακαθίσει η σκόνη που σηκώθηκε με το γκρέμισμα της σκάλας, θα δούμε ότι το κεφαλόσκαλο είναι κρεμασμένο στο κενό).

ΝΤΕΖΗ: Θεέ και Κύριε...
ΒΟΔΑΡ: (πάντα σωριασμένη, φέρνει το χέρι στη καρδιά) Είδατε; Τί σας έλεγα;
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: (τρέχει κοντά και της δίνει σκαμπιλάκια και λίγο νερό) Ηρεμήστε, κυρία μου... ηρεμήστε.

   (Συγχρόνως, οι Παπιγιόν, Ντιντάρ & Μποτάρ τρέχουν αριστερά, ανοίγουνε τη πόρτα, σπρώχνονται και βγαίνουνε στο κεφαλόσκαλο που ακόμα είναι τυλιγμένο στο σύννεφο σκόνης. Τα μουγκρητά συνεχίζονται).

ΝΤΕΖΗ: Είστε λίγο καλύτερα τώρα;
ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Νάτος! Τονε βλέπετε, στο πλατύσκαλο. Είναι ρινόκερος!
ΜΠΟΤΑΡ: Εγώ δε βλέπω απολύτως τίποτα. Ψευδαίσθηση! Όφθαλμαπάτη!
ΝΤΙΝΤΑΡ: Μα είστε στραβός; Νάτος, στριφογυρίζει σα παλαβός!
ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Δε χωρά καμία αμφιβολία κύριοι, στριφογυρίζει σα παλαβός!
ΝΤΙΝΤΑΡ: Πάντως δε θα μπορέσει ν' ανέβει. Η σκάλα γκρεμίστηκε.
ΜΠΟΤΑΡ: Πολύ περίεργο... δε καταλαβαίνω τον ύπουλο σκοπό του!
ΝΤΙΝΤΑΡ: (γυρίζοντας προς τον Μπερανζέ) Μα ελάτε λοιπόν, τί καθόσαστε; Ελάτε να δείτε το ρινόκερό σας!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Έφτασα! (Τρέχει στο κεφαλόσκαλο. Η Ντέζη τον ακολουθεί παρατώντας σύξυλη τη κα Βοδάρ)
ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Εσείς που 'σαστε, λοιπόν, ειδικός στους ρινόκερους, τί έχετε να μας πείτε; Κοιτάξτε τον καλά!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Εγώ; Ειδικός στους ρινόκερους; Πλάκα μου κάνετε;
ΝΤΕΖΗ: Ω!... κοιτάξτε ... κοιτάξτε πώς χοροπηδά... Θα 'λεγες, πως κάτι τονε βασανίζει... Τί να θέλει άραγε;
ΝΤΙΝΤΑΡ: Σα κάποιον να γυρεύει... (Στον Μποτάρ) Ούτε και τώρα δεν τον βλέπετε;
ΜΠΟΤΑΡ: (ενοχλημένος) Ας είναι, κάτι βλέπω!
ΝΤΕΖΗ: (στον Μποτάρ) Ίσως όλοι να 'χουμε παραισθήσεις... Ομαδική αυθυποβολή... Αλλά τελικά, τη κολλήσατε και σεις
ΜΠΟΤΑΡ: Δε παθαίνω ποτέ παραισθήσεις! Κάτι ύποπτο κρύβεται πίσω απ' όλα αυτά!
ΝΤΙΝΤΑΡ: Δηλαδή πού κρύβεται;
ΠΑΠIΓΙΟΝ: (στον Μπερανζέ) Δε χωρά αμφιβολία, είναι ρινόκερος, έτσι; Είναι ο ίδιος που ξανάδατε; (Στη Ντέζη) Αυτός που, είδατε και σεις, δεσποινίς Ντέζη;
ΝΤΕΖΗ: Σίγουρα.
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Έχει δυο κέρατα! Είναι ρινόκερος της Αφρικής ή πιο σωστά της Ασίας. Τώρα τα μπέρδεψα κι εγώ. Ο ρινόκερος της Αφρικής έχει δυο κέρατα ή της Ασίας;
ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Μας ρήμαξε τη σκάλα, -μεταξύ μας, καλά έκανε. Ήταν ετοιμόρροπη από καιρό. Χρόνια κάνω αιτήσεις στη γενική διεύθυνση να μας φτιάξει μια σκάλα από τσιμέντο και να πετάξουμε τα σάπια παλιοσάνιδα!
ΝΤΙΝΤΑΡ: Τη περασμένη βδομάδα τους στείλαμε καινούριο υπόμνημα, κε προϊστάμενε!
ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Στου κουφού τη πόρτα... Το 'λεγα, το ξανάλεγα: η σκάλα θα γκρεμιστεί! Ορίστε... δικαιώθηκα!
ΝΤΕΖΗ: (ειρωνικά στον Παπιγιόν) Δικαιωθήκατε, όπως πάντα!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: (στους Ντιντάρ & Παπιγιόν) Σας παρακαλώ, σταθείτε μια στιγμή... Άραγε τα διπλά κέρατα είναι το χαρακτηριστικό του ρινόκερου της Ασίας ή μήπως είναι το χαρακτηριστικό της Αφρικής; Και το μονό κέρατο χαρακτηρίζει τους ρινόκερους της Αφρικής ή της Ασίας;
ΝΤΕΖΗ: Το λυπάμαι το κακόμοιρο το ζωντανό, δε σταμάτησε τόσην ώρα να μουγκρίζει... να χοροπηδά ανήσυχο. Τί να γυρεύει άραγε; Ω! μας κοιτά!... (Προς το ρινόκερο) Νουνούκο... Νουνούκο... Νουνουκάκι!
ΝΤΙΝΤΑΡ: Μήπως θέλετε και να το χαϊδολογήσετε; Δε μοιάζει και τόσο εξημερωμένο!
ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Πάντως αδύνατο να πάμε κοντά του. (Ο ρινόκερος μουγκρίζει σπαρακτικά)
ΝΤΕΖΗ: Κακόμοιρο πλασματάκι!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: (συνεχίζοντας τη σκέψη, στον Μποτάρ) Σεις που ξέρετε τόσα πράματα, δεν νομίζετε πως αντιθέτως τα διπλά κέρατα υπάρχουν...
ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Δε ξέρεις τι λες αγαπητέ μου Μπερανζέ. Το μυαλό σου είναι τελείως σκοτισμένο. Έχει δίκιο ο κος Μποτάρ!
ΜΠΟΤΑΡ: Μα πώς είναι δυνατόν σε μια πολιτισμένη χώρα να...
ΝΤΕΖΗ: (στον Μποτάρ) Άσχετο, πέστε μας υπάρχει ή δεν υπάρχει ρινόκερος;
ΜΠΟΤΑΡ: Σκευωρία! Εδώ κρύβεται μια πανάθλια σκευωρία! (Σα κατήγορος δικαστηρίου, δείχνει με το δάχτυλο τον Ντιντάρ και τον κεραυνοβολεί με το βλέμμα) Εσείς... εσείς φταίτε για όλ' αυτά!
ΝΤΙΝΤΑΡ: Γιατί φταίω εγώ και δε φταις εσύ...
ΜΠΟΤΑΡ: Να φταίω γω; Τί σας έλεγα; Πάντα οι πιο αδύνατοι πληρώνουμε τη νύφη... Αν ήτανε στο χέρι μου... θα βλέπατε τι θα... Άκου, φταίω εγώ...
ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Σταματήστε! Τη κολοκυθιά θα παίξουμε; Δε βλέπετε ότι βρισκόμαστε στο χείλος του γκρεμού; Μείναμε και χωρίς σκάλα!
ΝΤΕΖΗ: (στους Μποτάρ & Ντιντάρ) Μα επιτέλους κύριοι, διαλέξατε στιγμή να βγάλετε τ' απωθημένα σας!
ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Η γενική διεύθυνση... αυτή φταίει... Αυτή!
ΝΤΕΖΗ: Πιθανόν! Αλλά δε κοιτάζουμε καλύτερα πώς θα φύγουμε από δω μέσα;
ΠΑΠΙΓΙΟΝ: (χαριτωμένα, χαίδεύοντας το μάγουλο της Ντέζη) Θα σας σηκώσω στα χέρια μου και θα κάνουμε αγκαλιά το πήδημα του θανάτου!
ΝΤΕΖΗ: (σπρώχνοντας το χέρι του) Πάρτε πια τα χοντροδάχτυλά σας. Σας το 'πα και σας το ξανάπα. Δεν μ' αρέσει να με πασπατεύουν... Τί παχύδερμο!
ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Καλά... ένα αστειάκι έκανα...

   (Στο μεταξύ, όπως ο ρινόκερος δε σταματά να μουγκρίζει, η κυρία Βοδάρ σηκώνεται με κόπο απ' τη καρέκλα και πλησιάζει τους άλλους. Κοιτά λίγο μ' ένταση και φόβο το ρινόκερο, που συνεχίζει να κάνει πηδαματάκια κάτω απ' τη σκάλα και ξαφνικά μπήγει μια τρομαχτική κραυγή).

ΒΟΔΑΡ: Ω! Θεέ μου, δεν είναι δυνατό!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Κυρία μου... κυρία μου, τί πάθατε;
ΒΟΔΑΡ: Ο άντρας μου! Είναι ο άντρας μου. Αυτός είναι! Βοδάρ φτωχούλη μου Βοδάρ! Τί έπαθες, τί σου συνέβη;
ΝΤΕΖΗ: Μα, είστε βέβαιη;
ΒΟΔΑΡ: Αυτός είναι, αυτός είναι, τον αναγνώρισα! (Ο ρινόκερος απαντά μ' έν άγριο αλλά και τρυφερό μουγκρητό).
ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Αυτό ξεπερνά κάθε όριο! Θα τον απολύσω. Θα τον απολύσω πάει τέλειωσε!
ΝΤΙΝΤΑΡ: Είναι τουλάχιστον ασφαλισμένος;
ΜΠΟΤΑΡ: Μάλιστα, τώρα εξηγούνται τα πάντα!
ΝΤΕΖΗ: Μα ποιός θα του δώσει αποζημίωση στη κατάσταση που βρίσκεται;
ΒΟΔΑΡ: Ααααχ Θεέ μου! Ούτε αποζημίωση! (λιποθυμά στην αγκαλιά του Μπερανζέ).
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Δύστυχη γυναίκα!
ΝΤΕΖΗ: Ελάτε, βάλτε ένα χεράκι να τη πάμε στη καρέκλα της. (Ο Μπερανζέ μαζί με τον Ντιντάρ και τη Ντέζη, σέρνουνε τη κα Βοδάρ και τη καθίζουνε πάλι στη καρέκλα).
ΝΤΙΝΤΑΡ: (μεταφέροντάς τη) Μη στεναχωριέστε κυρία μου. Όλα περνάνε στη ζωή!
ΒΟΔΑΡ: Αααααχ! ωχ ωχ!
ΝΤΕΖΗ: Ίσως και να συνέλθει κυρία μου, ποτέ δε ξέρεις...
ΠΑΠΙΓΙΟΝ: (στον Ντιντάρ) Μπορούμε, να κάνουμε κάτι νομικώς;
ΝΤΙΝΤΑΡ: Θα γνωματεύσει το Συμβούλιο Επικρατείας!
ΜΙΙΟΤΑΡ: (κοιτώντας τους άλλους σηκώνει τα χέρια στον ουρανό) Παράκρουση! Καθαρή τρέλα! Αυτό λέγεται κοινωνία; (Όλοι σπρώχνονται γύρω απ' τη κυρία Βοδάρ και της δίνουν μικρά μπατσάκια να τη συνεφέρουν. Ανοίγει μια στιγμή τα μάτια, βγάζει ένα σπαραξικάρδιο «Ααααχ» και τα ξανακλείνει αμέσως. Τα μπατσάκια ξαναρχίζουνε πάλι, ενώ ο Μποτάρ ξεσπά) Α, όχι! Εγώ σας το υπογράφω, δε θα κάτσω με τα χέρια σταυρωμένα. Θ αναφερθώ στο σωματείο. Για ομορφιά την έχουμε την εκτελεστική επιτροπή; Δε θα εγκαταλείψω στη τύχη του ένα συνάδελφο σ' ώρα κινδύνου. Θα γνωστοποιήσω τα πάντα!
ΒΟΔΑΡ: (συνέρχεται) Γλυκειά μου αγάπη... Δε μπορώ να τον εγκαταλείψω στο τραγικό του πεπρωμένο! Φτωχέ μου αντρούλη! (Ακούγεται μουγκρητό) Με φωνάζει! (Τρυφερά) Ακούτε, με φωνάζει!
ΝΤΕΖΗ: Νιώθετε καλύτερα κα Βόδαρ;
ΝΤΙΝΤΑΡ: Ευτυχώς, συνήλθε...
ΜΠΟΤΑΡ: Η οργάνωσή μας θα υποστηρίξει σίγουρα τη περίπτωσή σας. Μήπως θέλετε να γίνετε τακτικό μέλος της επιτροπής;
ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Ορίστε, όλο το πρωινό πήγε στράφι. Δις Ντέζη, την αλληλογραφία...
ΝΤΕΖΗ: Νομίζω, πρώτα θα 'πρεπε να σκεφτούμε πώς θα βγούμε από δω μέσα!
ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Σωστά, είναι πρόβλημα! Απ' το παράθυρο!

   (Τρέχουν, όλοι προς το παράθυρο, εκτός από τη κα Βοδάρ, που μένει σωριασμένη στη καρέκλα και τον Μποτάρ. Κι οι δυο στη μέση της σκηνής).

ΜΠΟΤΑΡ: Ξέρω καλά τίνος δάκτυλος είναι όλα αυτά!
ΝΤΕΖΗ: (στο παράθυρο) Είναι πολύ ψηλά.
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ίσως θα 'πρεπε να καλέσουμε πυροσβέστες με τις σκάλες.
ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Δεσποινίς Ντέζη πηγαίντε στο γραφείο μου και τηλεφωνήστε στη πυροσβεστική!

   (Ο κύριος Παπιγιόν, για λίγο την ακολουθεί. Η Ντέζη βγαίνει απ' το βάθος ακούγεται να ξεκρεμά το ακουστικό και να λέει: «Εμπρός! Εμπρός! Η πυροσβεστική;» Ακούγεται μια ακαθόριστη συνομιλία).

ΒΟΔΑΡ: (τινάζεται απότομα) Όχι, δε θα τον αφήσω... δε μπορώ να τον αφήσω μόνο κι αβοήθητο!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Αν θέλετε να πάρετε διαζύγιο, σας προσφέρεται μοναδική ευκαιρία!
ΝΤΙΝΤΑΡ: Θα το βγάλετε εις βάρος του εκατό τοις εκατό!
ΒΟΔΑΡ: Όχι δε θέλω διαζύγιο. Δε θέλω διαζύγιο μια τέτοια στιγμή! Ποτέ! Δε μπορώ να εγκαταλείψω τον άντρα μου, στη κατάσταση που βρίσκεται.
ΜΠΟΤΑΡ: Λοιπόν, είστε πολύ γενναία γυναίκα!
ΝΤΙΝΤΑΡ: Μα τρελαθήκατε; Πού πάτε; (Η κυρία Βοδάρ τρέχει γρήγορα αριστερά, προς τη μεριά της σκάλας).
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Σταθείτε...
ΒΟΔΑΡ: Δε μπορώ να τον εγκαταλείψω. Δε μπορώ, δε μπορώ!
ΝΤΙΝΤΑΡ: Κρατήστε τη!
ΒΟΔΑΡ: Θα τον πάω σπίτι μας!
ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Πού θα τονε πάει, λέει;
ΒΟΔΑΡ: (παίρνει φόρα να πηδήξει απ' το κεφαλόσκαλο) Έρχομαι αγάπη μου έρχομαι.
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Είναι άξια να πηδήξει...
ΜΠΟΤΑΡ: Αυτό έχει καθήκον να κάνει...
ΝΤΙΝΤΑΡ: Καλά, το πολύ-πολύ να σπάσει κανά πόδι.

   (Όλοι, εκτός από τη Ντέζη, που συνεχίζει να μιλά στο τηλέφωνο, βρίσκονται κοντά στη κα Βοδάρ στο κεφαλόσκαλο. Η κα Βοδάρ πηδά. Ο Μπερανζέ προσπαθεί να τη πιάσει, αλλά του μένει η φούστα στα χέρια).

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Παραλίγο, αλλά μου ξέφυγε! (Από κάτω ακούγεται απ' το ρινόκερο, ένα τρυφερό μούγκρισμα).
ΒΟΔΑΡ: Είμαι μαζί σου, αγάπη μου... μαζί σου!
ΝΤΙΝΤΑΡ: Προσγειώθηκε στη πλάτη του με τα πόδια ανοιχτά!
ΜΠΟΤΑΡ: Σαν αμαζόνα! Τέτοιοι γάμοι σπανίζουνε στις μέρες μας.
ΦΩΝΗ ΒΟΔΑΡ: Έλα χρυσέ μου, θα γυρίσουμε σπιτάκι μας! Σπιτάκι μας!
ΝΤΙΝΤΑΡ: Φεύγουνε καλπάζοντας! (Οι Ντιντάρ, Μπερανζέ, Μποτάρ & Παπιγιόν, προχωράνε στη σκηνή και τρέχουνε στο παράθυρο).
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Τρέχουνε σα βολίδα...
ΝΤΙΝΤΑΡ: (στον Παπιγιόν) Κάνατε ποτέ στη ζωή σας ιππασία;
ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Ναι, παλιά.... κάτι λίγο! (Γυρνά προς τη πόρτα του βάθους στον Ντιντάρ) Αυτή... κόλλησε στο τηλέφωνο;
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: (ακολουθώντας με το βλέμμα το ρινόκερο) Γίνανε καπνός!... Λες και τους κατάπιε άβυσσος σκόνης.
ΝΤΕΖΗ: Είδα κι έπαθα να πάρω τους πυροσβέστες.
ΜΠΟΤΑΡ: (συμπέρασμα σ' έναν εσωτερικό μονόλογο) Ξεκάθαρα πράματα!
ΝΤΕΖΗ: Δε μπορούσα με τίποτα να πιάσω γραμμή!
ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Γιατί; Μήπως άρπαξε φωτιά όλη η πόλη;
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Λοιπόν, το 'λεγε η καρδιά της. Συμφωνώ με τον κο Μποτάρ. Η στάση της κας Βοδάρ είναι το λιγότερο, συγκινητική!
ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Ωραία ιστορία. Ένας υπάλληλος λιγότερος. Άντε τώρα να βρεις άλλον!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Σοβαρά, πιστεύετε ότι δε γίνεται να ξαναδουλέψει στο γραφείο;
ΝΤΕΖΗ: Καμιά φωτιά δεν έπιασε. Φωνάξανε τους πυροσβέστες, γιατί τριγυρίζουνε κι άλλοι ρινόκεροι στη πόλη.
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Κι άλλοι ρινόκεροι;
ΝΤΙΝΤΑΡ: Δεν κατάλαβα... Τους φωνάξανε γι' άλλους ρινόκερους;
ΝΤΕΖΗ: Μάλιστα... γι' άλλους ρινόκερους. Κάνανε την εμφάνισή τους σ' αρκετές γειτονιές. Πριν καμιάν ώρα υπήρχαν εφτά και τώρα ο αριθμός τους ξεπέρασε τους δεκαεφτά!
ΜΠΟΤΑΡ: Τί σας έλεγα! Τί σας έλεγα!...
ΝΤΕΖΗ: Μερικοί λένε πως εντοπιστήκανε γύρω στους τριανταδυό. Αν κι ακόμα δεν έχει βγει επίσημη ανακοίνωση. Πιστεύω πως από στιγμή σε στιγμή θα το ανακοινώσουν!
ΜΠΟΤΑΡ: Σιγά... Όπως πάντα, τα παραφουσκώνουν!
ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Καλά όλ' αυτά, αλλά μήπως είπανε πότε θα 'ρθουν να μας λευτερώσουν;
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Κι έχω μια πείνα!
ΝΤΕΖΗ: Δε θ' αργήσουνε... Μόλις έπιασα γραμμή, ξεκίνησαν αμέσως!
ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Κι από δουλειά... τα φορτώσαμε στον κόκορα.
ΝΤΙΝΤΑΡ: Πιο σωστά, στο ρινόκερο. Περίπτωση ανωτέρας βίας!
ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Τις ώρες που χάσαμε θα πρέπει να τις αναπληρώσουμε.
ΝΤΙΝΤΑΡ: Λοιπόν Μποτάρ συνεχίζετε ν' αμφισβητείτε τόσο οφθαλμοφανή ρινοκερίτιδα.
ΜΠΟΤΑΡ: Το σωματείο μας θ' αγωνιστεί μ' όλες του τις δυνάμεις! Είναι ανεπίτρεπτο ν' απολυθεί ο Βοδάρ χωρίς καμίαν απολύτως προειδοποίηση.
ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Αυτός που θα αποφασίσει δεν είμαι γω. Θα περιμένουμε πρώτα το πόρισμα της εξεταστικής επιτροπής.
ΜΠΟΤΑΡ: (στον Ντιντάρ) Όχι Ντιντάρ, δεν αρνούμαι ότι κυκλοφορεί κάποιος ιός ρινοκερίτιδας. Αυτό δεν το αρνήθηκα ποτέ!
ΝΤΙΝΤΑΡ: Τελικά, είστε κακόπιστος!
ΝΤΕΖΗ: Μόνο κακόπιστος; Κάτι περισσότερο.
ΜΠΟΤΑΡ: Σας ξαναλέω, δε τ' αρνήθηκα ποτέ. Απλώς, είχα επιφυλάξεις μέχρι να δω την εξέλιξη των γεγονότων. Ξέρω θαυμάσια τι μου γίνεται και πού πρέπει να σταματώ. Δε μου φτάνει να διαπιστώσω απλώς ένα φαινόμενο. Θέλω να κατανοήσω, να το εξηγήσω. Κι έχω σκοπό να το εξηγήσω με τη προϋπόθεση ότι...
ΝΤΙΝΤΑΡ: Μα, τί περιμένετε; Εξηγήστε το, λοιπόν!
ΝΤΕΖΗ: Αχ! Ναι! Εξηγήστε μας, κε Μποτάρ.
ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Εξηγήστε, αφού σας το ζητάν οι συναδελφοί σας, τόσο ευγενικά...
ΜΠΟΤΑΡ: Θα σας το εξηγήσω...
ΝΤΙΝΤΑΡ: Είμαστε όλο αφτιά!
ΝΤΕΖΗ: Αχ! Με τρώει η περιέργεια...
ΜΠΟΤΑΡ: Θα σας το εξηγήσω... μιαν άλλη φορά!
ΝΤΙΝΤΑΡ: Γιατί όχι τώρα αμέσως;
ΜΠΟΤΑΡ: (στον Παπιγιόν, απειλητικά) Εμείς οι δυο, κε Παπιγιόν, δε θ' αργήσουμε να ξηγηθούμε, αλλά κάπως πιο μεταξύ μας. (Σε όλους) Γνωρίζω θαυμάσια τα «γιατί» και τα «πώς». Όλα τ' άθλια παρασκήνια αυτής της ιστορίας!
ΝΤΕΖΗ: Τα παρασκήνια!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ποιά παρασκήνια;
ΝΤΙΝΤΑΡ: Πολύ θα 'θελα να τα γνωρίσω κι εγώ αυτά τα παρασκήνια!
ΜΠΟΤΑΡ: Όπως και γνωρίζω όλα τα ονόματα των ενόχων. Όλους τους προδότες. Εγώ, δεν πιάνομαι έτσι εύκολα κορόιδο. Θα σας αποκαλύψω το σκοπό και τους στόχους αυτής της σκευωρίας. Διαφανεια, κύριοι! Θα ξεσκεπάσω τους υπονομευτές.
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Μα ποιός θα είχε συμφέρον να...
ΝΤΙΝΤΑΡ: Παραλογίζεσαι, κακομοίρη μου Μποτάρ...
ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Συμφωνώ! Κι άσε που δε ξέρουμε με ποιό τρόπο θα βγούμε από δω μέσα!
ΜΠΟΤΑΡ: Εγώ παραλογίζομαι; Μήπως θα με βγάλετε τώρα και τρελό;
ΝΤΕΖΗ: Πριν από λίγο κατηγορούσατε το σύμπαν ότι είχε παραισθήσεις.
ΜΠΟΤΑΡ: Πριν από λίγο, ναι! Αλλά τώρα... Οι παραισθήσεις είναι σταγόνες στον ωκεανό. Εδώ πρόκειται περί πλεκτάνης, πρόκειται περί άθλιας σκευωρίας!
ΝΤΙΝΤΑΡ: Κατά τη γνώμη σας, πώς πραγματοποιήθηκε αυτή η αλλαγή;
ΜΠΟΤΑΡ: Τι κάνει νιάου-νιάου στα κεραμίδια, κύριοι; Κοινό μυστικό το ξέρει κι η γάτα μου. Μόνον υποκριτές και φαρισαίοι κάνουνε, τάχατες, ότι δε καταλαβαίνουν!

   (Ακούγεται το αυτοκίνητο κι η σειρήνα της πυροσβεστικής. Το ψρενάρισμα κι ύστερα το απότομο σταμάτημα κάτω απ' το παράθυρο).

ΝΤΕΖΗ: Οι πυροσβέστες, φτάσανε!
ΜΠΟΤΑΡ: Χρειάζεται αλλαγή σ' όλ' αυτά. Αλλαγή! Κι εμείς δε σκοπεύουμε να κάτσουμε με σταυρωμένα χέρια! Ό,τι κρύβεται πρέπει να φανερωθεί. Χρειαζόμαστε κάθαρση... διαφάνεια... αλλαγή...
ΝΤΙΝΤΑΡ: Μα για ποιά κάθαρση, σκευωρία, αλλαγή μας μιλάτε, κε Μποτάρ; Υπάρχουν, απλούστατα, ρινόκεροι στη πόλη μας, αυτό είναι όλο... κι οι προεκτάσεις σας είναι κολοκύθια με τη ρίγανη.
ΝΤΕΖΗ: (στο παράθυρο κοιτώντας κάτω) Εδώ κύριοι πυροσβέστες, εδώ, παγιδευτήκαμε! (Ακούγονται από κάτω φωνές, τριξίματα, οδηγίες, θόρυβος αυτοκινήτου)
ΦΩΝΗ ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΗ: Ανεβάστε τη σκάλα...
ΜΠΟΤΑΡ: Εγώ μόνον έχω το κλειδί της βρομερής πλεκτάνης! Κι έχω σύστημα αλάνθαστο για να την ερμηνεύσω. Αλάνθαστο!
ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Όπως και να 'χει, θα πρέπει το απόγευμα να ξαναγυρίσούμε στο γραφείο. Αλλά πώς, μου λέτε; Η δουλειά μας επείγει... (Βλέπουμε τη σκάλα της πυροσβεστικής ν' ακουμπά στο παράθυρο).
ΜΠΟΤΑΡ: Με τις δουλειές του γραφείου θα σκοτιζόμαστε τώρα κε Παπιγιόν;
ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Τί θα πούμε στη γενική διεύθυνση;
ΝΤΙΝΤΑΡ: Ανωτέρα βία... Μας ανάγκασαν συνταρακτικά γεγονότα!
ΜΠΟΤΑΡ: (δείχνοντας το παράθυρο) Κανείς δε θα μας αναγκάσει να ξαναγυρίσουμε με τη βοήθεια της πυροσβεστικής. Θα περιμένουμε να επισκευαστεί η σκάλα!
ΝΤΙΝΤΑΡ: Αν πέσει κάποιος και σπάσει κανά πόδι τα σπασμένα θα τα πληρώσει η γενική διεύθυνση!
ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Απόλυτα σωστό! (Βλέπουμε το κράνος ενός πυροσβέστη κι ύστερα παρουσιάζεται κι ο ίδιος).
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: (στη Ντέζη, δείχνοντας το παράθυρο) Ελάτε σεις πρώτη δεσποινίς Ντέζη!
ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΗΣ: Έλα, κορίτσι μου. (τη παίρνει στην αγκαλιά κι εξαφανίζονται).
ΝΤΙΝΤΑΡ: Στο καλό, δεσποινίς Ντέζη, θα βρεθούμε σύντομα!
ΝΤΕΖΗ: Το ελπίζω κύριοι, το ελπίζω!
ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Αύριο το πρωί να μου τηλεφωνήσετε δεσποινίς... Θα 'ρθείτε να δακτυλογραφήσετε τα γράμματα στο σπίτι μου. (Στον Μπερανζέ) Κε Μπερανζέ, μη σας περάσει ιδέα ότι βρισκόμαστε σε περίοδο διακοπών. Θα ξαναπιάσουμε δουλειά όσο γίνεται πιο γρήγορα. (Στους άλλους) Αυτό ισχύει και για σας κύριοι, τ' ακούσατε;
ΝΤΙΝΤΑΡ: Ακούσαμε, κε Παπιγιόν!
ΜΠΟΤΑΡ: Εκμετάλλευση! Βλέπετε; Εκμετάλλευση μέχρι τελευταίας ρανίδος αίματος!
ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΗΣ: Ποιός έχει σειρά;
ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Εμπρός, κύριοι, τι καθόσαστε;
ΝΤΙΝΤΑΡ: Κε Παπιγιόν... Αποκλείεται.
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Πρώτα σεις κύριε προϊστάμενε!
ΜΠΟΤΑΡ: Ούτε κουβέντα, σεις πρώτα.
ΠΑΠΙΓΙΟΝ: (στον Μπερανζέ) Δώστε μου την αλληλογραφία... Εκεί είναι, στο γραφείο της Ντέζη. (Ο Μπερανζέ τρέχει και του φέρνει το ταχυδρομείο)
ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΗΣ: Άντε, σβέλτα. Δεν έχουμε καιρό για χάσιμο... Μας φωνάζουνε σ' όλη τη πόλη. Υπάρχει συνωστισμός, μεγάλος συνωστισμός.
ΜΠΟΤΑΡ: Τί σας έλεγα; Τί σας έλεγα; (Ο κύριος Παπιγιόν, με τα γράμματα κάτω από τη μασχάλη, σκαρφαλώνει στο παράθυρο).
ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Με το μαλακό έτσι παιδιά; Προσοχή στην αλληλογραφία! (Γυρίζοντας στους Ντιντάρ, Μποτάρ & Μπερανζέ) Στο επανιδείν, κύριοι!
ΝΤΙΝΤΑΡ: Χαίρετε, κύριε Παπιγιόν.
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Χαίρετε, κε Παπιγιόν.
ΠΑΠΙΓΙΟΝ: Προσοχή! Τα γράμματα! Ντιντάρ μη ξεχάσεις να κλειδώσεις καλά το γραφείο!
ΝΤΙΝΤΑΡ: Μείνετε ήσυχος κε Παπιγιόν. (Στον Μποτάρ) Η σειρά σας, κύριε Μποτάρ...
ΜΠΟΤΑΡ: Μάλιστα, η σειρά μου! Κύριοι, σας αφήνω, αλλά θα φροντίσω να 'ρθω σ' επαφή αμέσως με τους αρμόδιους παράγοντες... Εγώ, έχω σκοπό να ξεδιαλύνω, στα γρήγορα, τη πλεκτάνη του μυστηρίου. (Προχωρεί προς το παράθυρο να σκαρφαλώσει)
ΝΤΙΝΤΑΡ: Περίεργο, νόμιζα ότι για σας δεν υπάρχει μυστήριο.
ΜΠΟΤΑΡ: Η ειρωνεία σας κε Ντιντάρ, μ' αγγίζει ελάχιστα... Αυτό που επιζητώ, είναι να σας αποκαλύψω. Με στοιχεία, αποδείξεις, πειστήρια, αδιάσειστα πειστήρια και να φανερώσω τη δολιότητά σας.
ΝΤΙΝΤΑΡ: Μα παραληρείτε τελείως...
ΜΠΟΤΑΡ: Πάλι με προσβάλλετε, αλλά...
ΝΤΙΝΤΑΡ: Εσείς με προσβάλλετε.
ΜΠΟΤΑΡ: Εγώ δε προσβάλλω! Κρατώ αποδείξεις κι αποκαλύπτω. (χάνεται κατεβαίνοντας).
ΦΩΝΗ ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΗ: Εμπρός, μας περιμένουν κι αλλού...
ΝΤΙΝΤΑΡ: Τί κάνεις το απόγευμα; Είσαι για κανένα ποτηράκι;
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Λυπάμαι αλλά μια κι είμαι λεύτερος τ' απόγεμα, σκέφτηκα να πεταχτώ στο φίλο μου τον Ζαν. Λογοφέραμε, παραφέρθηκα, παραπάνω απ' ό,τι έπρεπε. Θα 'θελα να ξεχαστεί το ζήτημα. (Το κεφάλι του πυροσβέστη φαίνεται και πάλι στο παράθυρο).
ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΗΣ: Άλλος με τη σκάλα...
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Πήγαινε συ...
ΝΤΙΝΤΑΡ: Όχι, συ θα πας.
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Σε παρακαλώ, κάνε μου το χατήρι!
ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΗΣ: Τί θα γίνει, θα ξημερωθούμε; Υπάρχει συνωστισμός, είπα!
ΝΤΙΝΤΑΡ: Κι εγώ χατήρι στο ζητώ, συ πρώτος!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Μα, σε παρακαλώ... σε παρακαλώ...

   (Σκαρφαλώνουν κι οι δυο στο παράθυρο, συγχρόνως. Ο πυροσβέστης τους τραβά νευριασμένος, ενώ πέφτει η αυλαία).

Β' ΕΙΚΟΝΑ

     Στο σπίτι του Ζαν. Σκηνικό σχεδόν όμοιο με τη 1η εικόνα της 2ης πράξης. Είναι χωρισμένο και πάλι στα δύο. Δεξιά, τα 3/4 ή τα 4/5 του χώρου, ανάλογα με τις διαστάσεις της σκηνής, βλέπουμε το δωμάτιο του Ζαν. Στο βάθος, κολλητά στον τοίχο, είναι το κρεβάτι του, που ξαπλωμένος κοιμάται. Στο κέντρο της σκηνής, μια καρέκλα ή μια πολυθρόνα, που αργότερα θα καθίσει ο Μπερανζέ. Δεξιά, στο κέντρο, μια πόρτα που βγάζει στη τουαλέτα του Ζαν. Όταν ο Ζαν θα πάει να πλυθεί, ακούμε το νερό που τρέχει απ' το ντούζ. Αριστερά, ένας μεσότοιχος χωρίζει στα δυο τη σκηνή. Στο κέντρο, η πόρτα που βγάζει στη σκάλα. Εάν το σκηνικό είναι πιο αφηρημένο, περισσότερο στυλιζαρισμένο, μπορεί να υπάρχει μόνον η πόρτα, χωρίς το μεσότοιχο. Αριστερά της σκηνής βλέπουμε τη σκάλα. Τα τελευταία σκαλοπάτια της φτάνουνε στο διαμέρισμα του Ζαν. Φυσικά υπάρχει η κουπαστή, όπως και το πλατύσκαλο. Στο βάθος, στο ύψος του πλατύσκαλου, η πόρτα του διπλανού διαμερίσματος. Χαμηλά, το πάνω μέρος τζαμωτής πόρτας, που στο πάνω μέρος της υπάρχει η επιγραφή «Θυρωρός». Με το άνοιγμα της αυλαίας, ο Ζαν ξαπλωμένος στο κρεβάτι με τη πλάτη στραμμένη στο κοινό, είναι σκεπασμένος με μια κουβέρτα. Τον ακούμε να βήχει. Σε λίγο βλέπουμε τον Μπερανζέ ανεβαίνει τα τελευταία σκαλοπάτια της σκάλας. Χτυπά τη πόρτα, ο Ζαν δεν απαντά κι ο Μπερανζέ ξαναχτυπά.

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ζαν! (Χτυπά πάλι) Ζαν!

   (Η πόρτα στο βάθος του κεφαλόσκαλου ανοίγει λίγο και παρουσιάζεται ένας γεράκος, με άσπρο γενάκι).

ΓΕΡΑΚΟΣ: Ποιός είναι;
ΜΠ: Ήρθα να δω το Ζαν... είναι φίλος μου ξέρετε...
ΓΕΡ: Κι εγώ νόμισα ότι χτυπάγανε σε μένα... Και μένα Ζαν με λένε... αλλά σεις, ήρθατε για τον άλλο Ζαν...
ΦΩΝΗ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΓΕΡΑΚΟΥ: (απ' το βάθος του διαμερίσματος) Ζαν, είναι για μας;
ΓΕΡ: Όχι!... είναι για τον άλλο Ζαν.
ΜΠ: (ξαναχτυπά) Ζαν, είσαι μέσα;
ΓΕΡ: Δε τον είδα να βγαίνει... όμως, χτες βράδυ που τονε συνάντησα στη σκάλα, μου φάνηκε σα να 'χε τα νεύρα του...
ΜΠ: Το ξέρω, τα 'κανα μούσκεμα.
ΓΕΡ: Τότε, ίσως να μη θέλει ν' ανοίξει... Χτυπήστε πάλι...
ΦΩΝΗ ΓΥΝ ΓΕΡ: Ζαν, θα σταματήσετε επιτέλους τις κουβέντες; Ζαν!
ΜΠ: (χτυπώντας) Ζαν...
ΓΕΡ: (στη γυναίκα του) Έρχομαι, έρχομαι... Α! πα πα! Να μη μιλήσω σ' άνθρωπο! (Μπαίνει μέσα και κλείνει τη πόρτα).
ΖΑΝ: (πάντα με πλάτη γυρισμένη στο κοινό και με βραχνιασμένη φωνή) Ποιος χτυπά;
ΜΠ: Εγώ, αγαπητέ μου Ζαν, ήρθα να σε δω!
ΖΑΝ: Ποιός είσαι;
ΜΠ: Εγώ, ο Μπερανζέ, μήπως σ' ενοχλώ;
ΖΑΝ: Α! Εσύ είσαι! Έλα μέσα!
ΜΠ: Μα έχεις κλειδώσει!
ΖΑΝ: Μια στιγμή! Αααχ!... Ααχ... (σηκώνεται, φορά πράσινη πιτζάμα, μαλλιά είναι ανακατωμένα και πράγματι δε μοιάζει να 'ναι σε κέφια) Περίμενε! (Ξεκλειδώνει) Μη
μπεις αμέσως! (ξαπλώνει και πάλι γρήγορα ξανασκεπάζεται με τη κουβέρτα μέχρι πάνω, όπως πριν) Τώρα έλα!
ΜΠ: Καλημέρα, Ζαν!
ΖΑΝ: Τί ώρα είναι; Δε πήγες σήμερα στο γραφείο;
ΜΠ: Να... δηλαδή... κι εσύ κοιμάσαι, δε πήγες ούτε συ στο γραφείο! Με συγχωρείς, μήπως σ' ενοχλώ;
ΖΑΝ: (πάντα με πλάτη γυρισμένη) Τί περίεργο... δε γνώρισα τη φωνή σου...
ΜΠ: Κι εγώ το ίδιο, δε γνώρισα τη δική σου... μήπως...
ΖΑΝ: Δεν κάθεσαι...
ΜΠ: Είσαι άρρωστος; (Ο Ζαν απαντά με μουγκρητό) Ξέρεις, Ζαν, ήταν μεγάλη μου κουταμάρα να χαλάσουμε τις καρδιές μας για κείνη... την ασήμαντη ιστορία...
ΖΑΝ: Ποιά ιστορία;
ΜΠ: Να, θέλω να πω... για χθες...
ΖΑΝ: Χθες; Πότε χθες και πού;
ΜΠ: Μα ξέχασες; Δε λογοφέραμε για κείνο το ρινόκερο; Τον άτυχο ρινόκερο!
ΖΑΝ: Ποιό ρινόκερο;
ΜΠ: Το ρινόκερο, ντε! Ή πιο σωστά, κείνους τους κακόμοιρους ρινόκερους που 'δαμε χτες το μεσημ...
ΖΑΝ: Α! ναι, τώρα θυμήθηκα! Ποιός σου 'πε ότι κείνοι οι ρινόκεροι ήτανε κακομοίρηδες;
ΜΠ: Ε, να... τρόπος του λέγειν.
ΖΑΝ: Καλά, καλά... περασμένα ξεχασμένα.
ΜΠ: Λοιπόν, έχεις πολύ μεγάλη καρδιά!
ΖΑΝ: Και... τί βγαίνει;
ΜΠ: Πάντως θα 'θελα να σου πω, μετάνιωσα που σου μίλησα τόσον απότομα. Όταν θυμώνω, χωρίς να το καταλάβω, πεισματώνω σα γαϊδούρι... παρασύρομαι, με πιάνει κάτι σα μανία... Αλήθεια σου λέω... ναι... φέρθηκα πολύ ανόητα...
ΖΑΝ: Δεν ήτανε πρώτη φορά... σε ξέρω...
ΜΠ: Πρέπει να με συγχωρέσεις...
ΖΑΝ: Τώρα δε νιώθω και τόσο καλά. (Βήχει)
ΜΠ: Στεναχωρήθηκες, έτσι; Είμαι σίγουρος, γι' αυτό κι έμεινες σήμερα στο κρεβάτι. Αλλά ξέρεις Ζαν, τελικά είχαμε κι οι δυο δίκιο!
ΖΑΝ: Για ποιό ζήτημα;
ΜΠ: Μα για το ίδιο... το ίδιο ζήτημα... με συγχωρείς που και πάλι στο ξαναθυμίζω, αλλά, στο υπόσχομαι δε Θα σε κουράσω πολύ... Θέλω μόνο να σου πω, αγαπητέ μου φίλε, πως ο καθένας μας απ' τη δική του σκοπιά... να, πως είχαμε κι οι δυο δίκιο... Τα πάντα ξεκαθάρισανε τώρα... Στη πόλη μας υπάρχουνε ρινόκεροι με δυο κέρατα όπως και ρινόκεροι μ' ένα κέρατο.
ΖΑΝ: Αυτό δε σου 'λεγα; Τί να γίνει, τόσο το χειρότερο!
ΜΠ: Σωστά, τόσο το χειρότερο!
ΖΑΝ: Ή τόσο το καλύτερο... όπως το πάρεις...
ΜΠ: Από πού άρα μας έρχονται οι πρώτοι κι από πού να κατάγονται οι δεύτεροι; Και τ' αντίθετο, από πού να 'ρχονται οι δεύτεροι κι από πού να κατάγονται οι πρώτοι; Κατά βάθος, δεν έχει και τόσο μεγάλη σημασία... Στη πραγματικότητα, αυτό που για μένα έχει τη πιο μεγάλη σημασία είναι πως οι ρινόκεροι υπάρχουν, γιατί ξέρεις...
ΖΑΝ: (γυρνά και κάθεται στο ξέστρωτο κρεβάτι κοιτάζοντας τον) Δεν είμαι καθόλου καλά... καθόλου καλά...
ΜΠ: Πολύ λυπάμαι γι' αυτό... Μα, τί ακριβώς αισθάνεσαι;
ΖΑΝ: Μακάρι να'ξερα... μια δυσφορία... κάτι σα δύσπνοια.. μια δυσφορία...
ΜΠ: Νιώθεις αδυναμία, κομμάρες;
ΖΑΝ: Κομμάρες; Κάθε άλλο... Το αντίθετο, νιώθω, σα κάτι να βράζει μέσα μου.
ΜΠ: Θέλω να πω... αδυναμία της στιγμής... Αυτο όλοι μας το παθαίνουμε!
ΖΑΝ: Εγώ δε το παθαίνω ποτέ...
ΜΠ: Τότε ίσως να νιώθεις έτσι από υπερβολική υγεία... Μεγάλη ζωτικότητα και καύση... Κι αυτό μας βλάφτει καμιά φορά... Χαλά την ισορροπία στο νευρικό σύστημα.
ΖΑΝ: Το νευρικό μου σύστημα είναι τέλειο. (με φωνή όλο και πιο βραχνή) Δεν είχα ποτέ πρόβλημα υγείας, ούτε στο νου ούτε στο κορμί... Από πλευρά κληρονομικότητας...
ΜΠ: Μα κανείς δεν είπε αντίθετο. Ίσως άρπαξες καμιά ελαφριά γριπούλα. Έχεις πυρετό;
ΖΑΝ: Δε ξέρω... Μάλλον θα πρέπει να 'χω λίγο πυρετό! Και πονοκέφαλο... πονοκέφαλο!
ΜΠ: Λίγη ημικρανία, ε; Τότε... ίσως είναι καλύτερα να πηγαίνω.
ΖΑΝ: Όχι, μπορείς να μείνεις, δε μ' ενοχλείς.
ΜΠ: Σε ακούω και βραχνιασμένο!
ΖΑΝ: Βραχνιασμένο;
ΜΠ: Ναι, κάπως βραχνιασμένο, γι' αυτό πριν λίγο δε γνώρισα τη φωνή σου!
ΖΑΝ: Εγώ βραχνιασμένος πώς σου 'ρθε; Κάθε άλλο. Ούτε νομίζω πως έχει αλλάξει η φωνή μου. Μάλλον τη δική σου βρίσκω αλλαγμένη.
ΜΠ: Τη δική μου;
ΖΑΝ: Μάλιστα, τη δική σου, γιατί ν' αλλάξει η δική μου κι όχι η δική σου;
ΜΠ: Τίποτα δεν αποκλείεται, αν και δε το πρόσεξα.
ΖΑΝ: Και τί προσέχεις εσύ; Τί κατάλαβες μέχρι σήμερα για να καταλάβεις κι αυτό... (Ακουμπά το χέρι στο μέτωπο) Πιο σωστά, αυτό που με πονά τρομερά είναι το μέτωπο. Σίγουρα κάπου θα το χτύπησα... (Η φωνή του έχει γίνει ακόμα πιο τραχειά)
ΜΠ: Αν μου επιτρέπεις... πότε το χτύπησες;
ΖΑΝ: Δε ξέρω... δε θυμάμαι.
ΜΠ: Μα θα πρέπει να το βρόντηξες πολύ... να πονέσες...
ΖΑΝ: Ίσως να το χτύπησα στον ύπνο μου.
ΜΠ: Αδύνατο, με το χτύπημα θα ξύπναγες. Σίγουρα κάτι θα 'δες. Θα 'δες κάποιο όνειρο στον ύπνο σου, ότι χτύπησες και...
ΖΑΝ: Δε βλέπω ποτέ μου όνειρα!
ΜΠ: Το πιο πιθανό, να σ' έπιασε πονοκέφαλος την ώρα που κοιμόσουνα κι έτσι να ξέχασες το όνειρο που 'βλεπες ή μάλλον δε το ξέχασες, αλλά τ' όνειρο θα κρύφτηκε στο υποσυνείδητό σου.
ΖΑΝ: Υποσυνείδητο εγώ; Τιθασεύω με απόλυτη συνείδηση τη σκέψη μου... Ποτέ δεν επιτρέπω στον εαυτό μου μπλεξίματα με παραλογισμούς υποσυνείδητου. Προχωρώ. Προχωρώ πάντα ίσια μπρος. Ποτέ δε παραπαίω.
ΜΠ: Αυτό το ξέρω... Ίσως να μην εκφράστηκα σωστά...
ΖΑΝ: Τότε γίνε ξεκάθαρος. Δεν υπάρχει λόγος να με βομβαρδίζεις συνεχώς με δυσάρεστα πράματα...
ΜΠ: Να, όταν μας πιάνει πονοκέφαλος, σκεφτόμαστε, άθελα μας δηλαδή, ότι κάπου χτυπήσαμε. (Πλησιάζοντάς τον) Αλλ' αν είχες χτυπήσει θα 'χες πετάξει καρούμπαλο. (Κοιτάζοντάς τον) Για στάσου! Νάτο! καρουμπαλάκι! Έχεις ένα μικρό καρούμπαλο!
ΖΑΝ: Καρούμπαλο;
ΜΠ: Ένα τόσο δα καρουμπαλάκι...
ΖΑΝ: Πού;
ΜΠ: Εδώ... να, βλέπεις... φουσκώνει λίγο πιο πάνω από τη μύτη σου!
ΖΑΝ: Εγώ καρούμπαλο; Αποκλείεται! Στην οικογένειά μας ποτέ δε φυτρώνουνε καρουμπαλάκια!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Πού έχεις καθρέφτη;
ΖΑΝ: Α!... άλλο ξαφνικό (ψαχουλεύει το μέτωπο) Πρωινή κεραμίδα! Ναι! Σα κάτι να φυτρώνει. Πάω στο μπάνιο να δω... (Τινάζεται απότομα και τρέχει στο μπάνιο ενώ ο Μπερανζέ του παρακολουθεί με το βλέμμα. Ακούγεται η φωνή του) Έχεις δίκιο. Έίναι καρούμπαλο... Που να πάρει, βγάζω καρούμπαλο... (Ξαναγυρνά χλομός τρομαχτικά... χρώμα πρασινοκίτρινο) Τί σου 'λεγα; Τί σου 'λεγα; Κάπου Θα πρέπει να βροντήχτηκα!
ΜΠ: Έχεις πολύ άσχημο χρώμα... έγινες ξαφνικά πρασινοκίτρινος...
ΖΑΝ: Βαλτός είσαι; Σε διασκεδάζει να μου λες όλο δυσάρεστα. Εσύ κοιτάχτηκες στον καθρέφτη;
ΜΠ: Με συγχωρείς, δε θέλω να σου γίνομαι ενοχλητικός, αλλά...
ΖΑΝ: (πολύ νευριασμένος) Αλλά δε κάνεις και τίποτ' άλλο.
ΜΠ: Εγώ φταίω; Να, η αναπνοή σου... ανασαίνεις κι είναι σα να μουγκρίζεις.. Σε πονά ο λαιμός σου; (Πάει και κάθεται στο κρεβάτι δίπλα του) Γιατί δε μου λες, σε πονά ο λαιμός σου; Ίσως έπαθες ψύξη στο λάρυγγα!
ΖΑΝ: Τρελάθηκες τελείως; Γιατί, σώνει και καλά, πρέπει να 'παθα ψύξη στο λάρυγγα;
ΜΠ: Μα δεν είναι ντροπή η ψύξη στο λάρυγγα. Κι εγώ τη παθαίνω κι αρκετά συχνά μάλιστα! Μπορώ να μετρήσω το σφυγμό σου; (Αλλάζει θέση και πιάνει το σφυγμό του).
ΖΑΝ: (με φωνή ακόμα πιο τραχειά και βραχνή) Ω! δεν είναι τίποτα! Θα μου περάσει!
ΜΠ: Ο σφυγμός σου είναι πολύ κανονικός. Κανείς λόγος ανησυχίας!
ΖΑΝ: Ν' ανησυχώ; Για ποιό πράμα ν' ανησυχώ; Δεν ανησυχώ διόλου!
ΜΠ: Πολύ σωστά... Θα ξεκουραστείς λίγες μέρες και θα γίνεις περδίκι.
ΖΑΝ: Ξεκούραση θα κοιτώ τώρα. Δεν έχω καιρό... Πρέπει να βγω έξω, να δω τι θα φάω.
ΜΠ: Αφού έχεις όρεξη, δεν είναι κάτι σοβαρό. Πάντως, εγώ θα σε συμβούλευα να ξεκουραστείς λίγες μέρες. Το βρίσκω πιο φρόνιμο... Φώναξες κανά γιατρό;
ΖΑΝ: Γιατρό; Τί να κάνω το γιατρό;
ΜΠ: Κι όμως, θα 'πρεπε να σε δει γιατρός για να...
ΖΑΝ: Άει παράτα με! Σώνει και καλά να μου κουβαληθεί γιατρός. Αφού σου λέω δε θέλω γιατρό... αχρείαστος να 'ναι. Θα φροντίσω μόνος τον εαυτό μου.
ΜΠ: Έχεις άδικο, ένας γιατρός είναι πάντα χρήσιμος!
ΖΑΝ: Ξέρω, ξέρω... σου ξεφουρνίζει αρρώστιες που δεν υπάρχουν..
ΜΠ: Το κάνουνε για το καλό μας. Η χαρά τους είναι γιατρεύουνε τους ανθρώπους...
ΖΑΝ: Εφευρίσκουν αρρώστιες, σου λέω... τις εφευρίσκουν.
ΜΠ: Πάω πάσο... πάντως, ακόμα κι αν τις εφευρίσκουνε, τις θεραπεύουν!
ΖΑΝ: Εγώ, μόνο σε κτηνίατρους έχω εμπιστοσύνη!
ΜΠ: (πιάνει και πάλι το χέρι του) Πρήζονται οι φλέβες σου. Το πρόσεξες; Φούσκωσαν περίεργα...
ΖΑΝ: Αυτό είναι δείγμα δύναμης...
ΜΠ: Δεν λέω το αντίθετο... δείγμα δύναμης κι υγείας... Παρολαυτά... (Κοιτά με προσοχή το χέρι του Ζαν, που το τραβά δύσπιστα μέχρι που στο τέλος το κρυβει απότομα πίσω του).
ΖΑΝ: Τι μανία σ' έπιασε να με ψαχουλεύεις, σα να 'μαι κανένα εξωπραγματικό ζώο!
ΜΠ: Το δέρμα σου...
ΖΑΝ: Το χρώμα μου, ο σφυγμός μου, οι φλέβες μου, το δέρμα μου... με παρασκότισες, το ξέρεις; Τι σε νοιάζει εσένα για το δέρμα μου, εγώ ασχολούμαι με το δικό σου;
ΜΠ: Μα το δέρμα σου αλλάζει. Αλλάζει συνεχώς χρώμα. Θα 'λεγες ότι έγινε χαλκοπράσινο... (πάει να ξαναπιάσει το χέρι του Ζαν) και σκληραίνει!
ΖΑΝ: (τραβά πάλι το χέρι) Σταμάτα να με πασπατεύεις, κατάντησες στενός κορσές. Σε πασπατεύω εγώ; Ωχ, χριστιανέ μου. Μ' έπρηξες, το κατάλαβες;
ΜΠ: Είναι κάτι πολύ πιο σοβαρό απ' όσο νόμιζα στην αρχή. Άκου, πρέπει απαραίτητα να φωνάξουμε γιατρό... (Προχωρεί προς το τηλέφωνο)
ΖΑΝ: Μακριά απ' το τηλέφωνο... (του ορμά και τονε σπρώχνει έτσι, που παραλίγο να τονε πετάξει κάτω) Μην ανακατεύεσαι κει που δε σε σπέρνουνε... τσιμπούρι!
ΜΠ: Καλά καλά... μην εξάπτεσαι, εγώ, είπα να τηλεφωνήσω για το καλό σου.
ΖΑΝ: (βήχοντας κι αναπνέοντας βαριά) Ξέρω το καλό μου πολύ καλύτερα από σένα!
ΜΠ: Μα... έχεις πρόβλημα, αναπνέεις δύσκολα...
ΖΑΝ: Καθένας αναπνέει όπως μπορεί κι εγώ όπως μ' αρέσει. Πολύ σκοτίστηκα αν δε σ' αρέσει η ανάσα μου και μένα δε μ' αρέσει η δική σου... Αναπνέεις σα ξεψυχισμένος, μόλις κι ακούγεσαι, λες και τα μαζεύεις για να βρεθείς μιαν ώρα αρχίτερα στον άλλο κόσμο!
ΜΠ: Εγώ δεν είπα ποτέ ότι έχω τη δική σου δύναμη!
ΖΑΝ: Σ' έστειλα εγώ σε γιατρό για να τονώσεις τον οργανισμό σου; Δε σ' έστειλα... Ο καθένας βολεύεται όπως του καπνίζει!
ΜΠ: Σε παρακαλώ, μη θυμώνεις, το ξέρεις ότι εγώ είμαι φίλος σου.
ΖΑΝ: Φιλίες! Κουραφέξαλα και πράσσειν άλογα... Δε πιστεύω στη φιλία σου.
ΜΠ: Τώρα με θίγεις...
ΖΑΝ: Πολύ εύκολα θίγεσαι!
ΜΠ: Αγαπητέ μου, φίλε μου Ζαν...
ΖΑΝ: Δεν είμαι ο αγαπητός σου Ζαν, ούτε φίλος σου.
ΜΠ: Πολύ μισάνθρωπος έγινες σήμερα!
ΖΑΝ: Ναι, έγινα μισάνθρωπος! Μ' αρέσει να 'μαι μισάνθρωπος, συ τί θες;
ΜΠ: Κατάλαβα! Σίγουρα μου' σαι ακόμα θυμωμένος. Δε ξέχασες το χτεσινό ανόητο καυγαδάκι μας. Εγώ έφταιγα, το δέχομαι. Γι' αυτό ήρθα σήμερα να σου γυρέψω συγγνώμη..
ΖΑΝ: Για ποιό καυγαδάκι μιλάς;
ΜΠ: Μα πριν από λίγο δε σου 'λεγα, ξέρεις τώρα... για το ρινόκερο που...
ΖΑΝ: (χωρίς ν' ακούει τι του λέει) Η αλήθεια είναι ότι δεν έχω τίποτα με τους ανθρώπους, μου 'ναι αδιαφορο ή το πολύ-πολύ, με αηδιάζουνε, φτάνει μόνο να μη μπερδεύονται στα πόδια μου, γιατί τότε είμαι άξιος να τους ποδοπατήσω.
ΜΠ: Το ξέρεις πολύ χαλά ότι δε σκοπεύω να μπερδευτώ στα πόδια σου.
ΖΑΝ: Εγώ έχω σκοπούς στη ζωή! Θα χυμήξω, θα τους αρπάξω και...
ΜΠ: Πολύ σωστά, αυτό πρέπει να κάνεις! Πάντως, έχω την εντύπωση ότι τελευταία περνάς ηθική κρίση... (Εδώ και λίγη ώρα ο Ζαν πάει κι έρχεται από τοίχο σε τοίχο, σα θηρίο κλεισμένο σε κλουβί. Ο Μπερανζέ τρέχει ξοπίσω του για να τον ηρεμήσει και συχνά παραμερίζει για να τον αποφύγει. Η φωνή του Ζαν γίνεται συνεχώς, όλο και πιο τραχειά). Μην εκνευρίζεσαι, σε παρακαλώ, μην εκνευρίζεσαι. Σου κάνει κακό...
ΖΑΝ: Αυτά τα ρούχα... πόσο μ' ενοχλούνε δε λέγεται... ούφφ... κι αυτή τη πιζάμα, δε την αντέχω. (Ανοιγοκλείνει τη πιζάμα).
ΜΠ: Θεέ και Κύριε. Το δέρμα σου, το δέρμα σου!
ΖΑΝ: Πάλι τα 'βαλες με το δέρμα μου; Ε! δικό μου είναι, δε γύρεψα να τ' αλλάξω με το δικό σου... Μόνο αυτό μου 'λειπε...
ΜΠ: Μα... πώς έγινε έτσι... σα πετσί...
ΖΑΝ: Το πετσί είναι πιο ανθεκτικό... Αντέχει σ' όλες τις καιρικές συνθήκες!
ΜΠ: Πρασινίζεις όλο και πιότερο!
ΖΑΝ: Μπα που να σκάσεις. Μανία καταδίωξης σ' έπιασε σήμερα με τα χρώματα... σίγουρα, για να βλέπεις συνεχώς οράματα, θα τα κοπάνισες πάλι...
ΜΠ: Χτες είχα πιει, το παραδέχομαι, αλλά σήμερα ούτε σταγόνα..
ΖΑΝ: Με τα όργια που 'κανες στο παρελθόν, το αποτέλεσμα, φυσικά, συνεχίζεται.
ΜΠ: Σου υποσχέθηκα ότι θα διορθωθώ και ξέρεις πολύ καλά πως ακούω συμβουλές που δίνει καλός φίλος σα και σένα. Δε το θεωρώ ταπεινωτικό. Το αντίθετο μάλιστα.
ΖΑΝ: Στα παλιά μου τα παπούτσια τί θεωρείς... Μπρ... μπρρ... μπρρρρρρ!
ΜΠ: Τί είπες;
ΖΑΝ: Δεν είπα τίποτα... έκανα μόνο μπρρρ... Και το βρίσκω πολύ διασκεδαστικό...
ΜΠ: (κοιτώντας τον στα μάτια) Θυμάσαι τον Βοδάρ; Ξέρεις τι έπαθε; Έγινε ρινόκερος!
ΖΑΝ: Τί έγινε ο Βοδάρ;
ΜΠ: Ρινόκερος!
ΖΑΝ: (αερίζεται, ανοιγοκλείνοντας τη πιζάμα) Μπρρρρ.
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Έλα, σταμάτησε τις σαχλαμάρες... Πώς αερίζεσαι έτσι;
ΖΑΝ: Άει παράτα με. Θ' αερίζομαι όπως μ' αρέσει. Είμαι σπίτι μου κι έχω κάθε δικαίωμα!
ΜΠ: Εγώ δεν είπα το αντίθετο!
ΖΑΝ: Ευτυχώς, γιατί... Δε σηκώνω αντιρρήσεις... Τί ζέστη είναι αυτή; Μμπρρρρ... Έσκασα... σκάω απ' τη ζέστη... Μπρρρρ... πάω να δροσιστώ λιγάκι...
ΜΠ: (ενώ ο Ζαν ορμά στο μπάνιο) Είναι από τον... (Ο Ζαν είναι στο μπάνιο. Τον ακούμε να ξεφυσά τρομαχτικά όπως ακούμε και το νερό που τρέχει απ' τη βρύση)
ΖΑΝ: (απ' το μπάνιο) Μπρρρρρ...
ΜΠ: Έχει ρίγη... λοιπόν, θέλει δε θέλει θα τηλεφωνήσω στο γιατρό... (Προχωρεί και πάλι προς το τηλέφωνο, σταματά απότομα όταν ακούει τη φωνή του Ζαν απ' το μπάνιο).
ΖΑΝ: Ώστε έτσι ε; Ο φιλαράκος ο Βοδάρ έγινε ρινόκερος. Χα! Χρόνια είχα να γελάσω έτσι! Σας την έφερε μια χαρά. Ασφαλώς θα μασκαρεύτηκε. (Βγάζει το κεφάλι απ' το άνοιγμα της πόρτας του μπάνιου. Είναι καταπράσινος και το καρούμπαλο έχει μεγαλώσει ακόμα πιότερο) Αυτό είναι... Μασκαρεύτηκε!... .
ΜΠ: (κάνει βόλτες στο δωμάτιο χωρίς να τονε κοιτά) Σε βεβαιώ πρόκειται για κάτι πάρα πολύ σοβαρό...
ΖΑΝ: Μπα; Σοβαρό ξεσοβαρό, λογαριασμός δικός του!
ΜΠ: (γυρίζει προς τη μεριά του Ζαν, αλλά κείνος μπαίνει στο μπάνιο) Δε νομίζω να μασκαρεύτηκε επίτηδες, η αλλαγή συντελέστηκε χωρίς τη θέλησή του.
ΖΑΝ: (απ' το μπάνιο) Εσύ πού το ξέρεις;
ΜΠ: Τουλάχιστον, κάτι τέτοιο υποθέσαμε όλοι!
ΖΑΝ: Κι αν το κανε επίτηδες; Ρωτώ αν το έκανε με τη θέλησή του;
ΜΠ: Θα το 'βρισκα πολύ περίεργο! Άλλωστε η κα Βοδάρ έπεσε απ' τα σύννεφα. Η καημένη δεν είχε ιδέα.
ΖΑΝ: (με πολύ βραχνιασμένη φωνή) Χα! Χα! Χα! Τη χοντρή μας τη Βοδάρ... Μα αυτή είναι διανοητικώς καθυστερημένη...
ΜΠ: Δε ξέρω αν είναι καθυστερημένη, αλλά...
ΖΑΝ: (ξαναγυρνά βιαστικά στο δωμάτιο, βγάζει το σακάκι της πιζάμας και το πετά στο κρεβάτι. Ο Μπερανζέ γυρίζει το κεφάλι του διακριτικά αλλού. Ο Ζαν με το στήθος και τη πλάτη πράσινη ξαναμπαίνει στο μπάνιο) Ο Βοδάρ δεν έλεγε ποτέ σχέδιά του στη γυναίκα του.. Πώς να εμπιστευτεί ένα ξόανο!
ΜΠ: Κάνεις λάθος, Ζαν, αγαπημένο ζευγάρι!
ΖΑΝ: Πολύ αγαπημένο ζευγάρι... δε θα 'σαι καλά.. χουν... χουν... Μπρρρρ
ΜΠ: (προχωρεί προς το μπάνιο, αλλά ο Ζαν του κλείνει τη πόρτα κατάμουτρα) Μάλιστα, πολύ αγαπημένο ζευγάρι κι αν θέλεις η απόδειξη είναι ότι...
ΖΑΝ: (στο μπάνιο) Ο Βοδάρ είχε δική του προσωπική ζωή. Στο βάθος της καρδιάς του φύλαγε μια κρυφή γωνιά, που δε τη φανέρωνε ποτέ!
ΜΠ: Δε θέλω να σε κάνω να μιλάς. Ίσως να σου κάνει κακό και δε πρέπει.
ΖΑΝ: Το αντίθετο... με ξαλαφρώνει....
ΜΠ: Σε παρακαλώ, άφησέ με τουλάχιστον να φωνάξω γιατρό.
ΖΑΝ: Απαγορεύεται δια ροπάλου! Με κάνεις έξαλλο με το πείσμα σου. Το κατάλαβες επιτέλους; (Ξαναγυρνά στο δωμάτιο. Ο Μπερανζέ κάνει λίγα βήματα προς τα πίσω τρομαγμένος, γιατί ο Ζαν έχει γίνει ακόμα πιο χαλκοπράσινος κι αρθρώνει με σχετική δυσκολία. Η φωνή του έχει γίνει αγνώριστη). Και στο κάτω-κάτω, είτ' έγινε ρινόκερος ελεύθερα κι αυθόρμητα, είτ' έγινε κατόπιν ρεβανσιστικών σχεδίων, τώρα μπορεί να 'ναι πολύ ευχαριστημένος!
ΜΠ: Ευχαριστημένος με τέτοια συμφορά; Μα φίλε είναι δυνατό να σκέφτεσαι ότι...
ΖΑΝ: Έχεις μανία να βλέπεις παντού καταστροφή! Αν έκανε κέφι του ανθρωπάκου να γίνει ρινόκερος; Αν το τραβούσε οργανισμός του; Εγώ σ' αυτό το γεγονός δε βλέπω κάτι αφύσικο.
ΜΠ: Συμφωνώ, το γεγονός είναι πολύ φυσικό... Μα πολύ αμφιβάλλω αν το τραβούσε ο οργανισμός του.
ΖΑΝ: Και γιατί αμφιβάλλεις παρακαλώ;
ΜΠ: Μου 'ναι λίγο δύσκολο να στο εξηγήσω, αλλά νομίζω πως είναι κάτι αυτονόητο!
ΖΑΝ: Εγώ δε βρίσκω τόσο τρομακτικό το να γίνει ρινόκερος! Πλάσματα του Θεού είναι κι οι ρινόκεροι, σα κι εμάς κι έχουνε κι αυτοί στη ζωή ίδια δικαιώματα που 'χουμε μεις.
ΜΠ: Με μια διαφορά: να μη μπερδεύονται στη δική μας ζωή. Έχουμε διαφορετική νοοτροπία, δε το παραδέχεσαι;
ΖΑΝ: (πάει κ έρχεται στο δωμάτιο, μπαινοβγαίνει στο μπάνιο) Και ποιός σου 'πε πως η δική μας νοοτροπία είναι σωστή;
ΜΠ: Όπως και να 'χει, έχουμε κάποια ηθική, που δε νομίζω να 'χει σχέση με την ηθική των ζώων!
ΖΑΝ: Ηθική! Η ηθική τώρα μας μάρανε. Είμαι μέχρις εδώ με την ηθική, τη σιχάθηκε η ψυχή μου... Ηθική και πράσσειν άλογα! Καιρός είναι να τη ξεπεράσουμε την ηθική!
ΜΠ: Και τί θα βάζαμε στη θέση της;
ΖΑΝ: Τη φύση!
ΜΠ: Τη φύση;
ΖΑΝ: Μάλιστα, τη φύση. Έχει δικούς της νόμους. Η ηθική είναι κάτι το αφύσικο.
ΜΠ: Δηλαδή, αν κατάλαβα καλά, θες ν' αντικαταστήσουμε τον ηθικό με το νόμο της ζούγκλας!
ΖΑΝ: Μάλιστα, της ζούγκλας... εκεί θ' ανέπνεα... Εκεί θα 'θελα να ζήσω.
ΜΠ: Μια κουβέντα είναι αυτή... Κατά βάθος όμως, κανένας από μας...
ΖΑΝ: Πρέπει να ξαναβάλουμε αξιοκρατικά θεμέλια στη ζωή. Πρέπει να ξαναγυρίσουμε στην ακεραιότητα που 'χανε τα πρώτα πλάσματα της δημιουργίας.
ΜΠ: Θα μου επιτρέψεις να διαφωνήσω, φίλε μου!
ΖΑΝ: (ξεφυσώντας τρομαχτικά) Ν' αναπνεύσω. Θέλω ν' αναπνεύσω...
ΜΠ: Για ξανασκέψου το, πρόσεξε: εμείς διαθέτουμε θεμελιωμένη φιλοσοφία, που αυτά τα ζωντανά δε την έχουνε δει ούτε στον ύπνο τους! Συστήματα γι' αξίες ζωής που 'ναι αναντικατάστατα. Τα δημιούργησαν αιώνες κι αιώνες ανθρώπινου πολιτισμού και...
ΖΑΝ: (απ' το μπάνιο) Όλ' αυτά πρέπει να κατεδαφιστούν, να γκρεμιστούν, ν αφανιστούν! Μάλιστα, όλα! Θα 'μαστε πολύ καλύτερα!
ΜΠ: Δε σε παίρνω σοβαρά. Σίγουρα αστειεύεσαι ή το 'ριξες στη ποίηση...
ΖΑΝ: (πάντα απ' το μπάνιο ξαναμουγκρίζει) Μπρρρρ...
ΜΠ: Δεν ήξερα ότι κάνεις και ρίμες!
ΖΑΝ: (βγαίνοντας από το μπάνιο μουγκρίζει και πάλι) Μπρρρρ...
ΜΠ: Σε ξέρω αρκετά καλά, δε με πείθεις ότι όλ' αυτά που λες τα πιστεύεις κιόλας και τα πρεσβεύεις. Ο άνθρωπος, κι αυτό το γνωρίζεις περίτρανα, όπως κι εγώ...
ΖΑΝ: Ο άνθρωπος! Αυτή τη λέξη να μη τη ξαναπείς εμπρός μου!
ΜΠ: Θέλω να πω, το ανθρώπινο πλάσμα... ο ουμανισμός...
ΖΑΝ: Ουμανισμός! Θεωρίες ξεπερασμένες! Χωρίς διαφάνεια! Γέρασες, αλλά είσαι πάντα γελοίος ρομαντικός! Πάει ο ουμανισμός, ξόφλησε! (Ξαναμπαίνει στο μπάνιο)
ΜΠ: Μα επιτέλους, υπάρχει η σκέψη, το μυαλό, που όλο εξελίσσεται.
ΖΑΝ: (απ' το μπάνιο) Τρίχες κατσαρές. Αυτά είναι κλισέ! Βαρέθηκα να σ' ακούω να λες απίθανα σενάρια. Μπρρρρ!
ΜΠ: Εγώ; Απίθανα σενάρια;
ΖΑΝ: (με πολύ τραχειά φωνή, έτσι που ξεχωρίζουνε δύσκολα τα λόγια του) Μάλιστα, μπούρδες με λοφίο... Μπρρρρ.
ΜΠ: Τα 'χω χαμένα... πρώτη φορά σ' ακούω να υποστηρίζεις τέτοιες θεωρίες, αγαπητέ μου Ζαν. Μα τί έπαθες; Παραλογίζεσαι; Τελικά θα μου πεις ότι θα σ' άρεσε να 'σουνα ρινόκερος!
ΖΑΝ: Και γιατί όχι; Εγώ δεν έχω ανόητες προκαταλήψεις!
ΜΠ: Έχεις τη καλοσύνη να μιλάς λίγο πιο καθαρά! Δε καταλαβαίνω τι λες. Αρθρώνεις παρά πολύ άσχημα...
ΖΑΝ: (στο μπάνιο) Καθάρισε τ' αφτιά σου και θα καταλάβεις!
ΜΠ: Τί να καθαρίσω;
ΖΑΝ: Τ' αφτιά σου! Κουφάθηκες εντελώς. Σου 'πα: Γιατί να μη γίνω ρινόκερος... Πάντα μ' άρεσε η αλλαγή!
ΜΠ: Ε, δεν είμαστε καλά... Είναι δυνατόν ν' αραδιάζεις τέτοιες θεωρίες... (σταματά απότομα, βλέπει τον Ζαν να ξαναγυρνά σε τρομαχτική κατάσταση. Τώρα είναι τελείως χαλκοπράσινος και το καρούμπαλο στο μέτωπό του έχει μεταβληθεί σχεδόν σε κέρατο ρινόκερου) Ω! Δε ξέρεις πια ούτε τι σου συμβαίνει ούτε τι κάνεις. (Ο Ζαν ορμά στο κρεβάτι, πετά κάτω τα σκεπάσματα, προφέρει αφρισμένος ακατανόητες άναρθρες λέξεις και πού και πού, βγάζει άγριες κραυγές) Έλα ηρέμησε, ηρέμησε, πρώτη φορά σε βλέπω σ' αυτή τη κατάσταση, δεν σ' αναγνωρίζω πια!
ΖΑΝ: Ζέστη!... Πολύ ζέστη!... Όλ' αυτά πρέπει να τ' αφανίσουμε, να τα γκρεμίσουμε. Τα ρούχα... τί φαγούρα είναι αυτή... με πνίγουνε... με τρώνε... (βγάζει και το παντελόνι της πιζάμας).
ΜΠ: Μα τί κάνεις; Τώρα γυμνώνεσαι από πάνω; Εσύ πάντα καυτηρίαζες τους επιδειξίες!
ΖΑΝ: Στους βάλτους! Στους βάλτους!
ΜΠ: Γύρνα να με δεις... έχω την εντύπωση πως ούτε με βλέπεις ούτ' ακούς τι λέω.
ΖΑΝ: Σ' ακούω θαυμάσια και σε βλέπω ακόμα πιο θαυμάσια... (Χυμά πάνω του με το κεφάλι χαμηλωμένο. Ο Μπερανζέ τραβιέται για να μη χτυπήσει).
ΜΠ: Πρόσεχε, μα τρελάθηκες;
ΖΑΝ: (αναπνέει ξεφυσώντας ύστερα τρέχει σα δαιμονισμένος στο μπάνιο) Συγνώμη!
ΜΠ: (κάνει να φύγει απ' τη πόρτα αριστερά, αλλά μετά σα να μετανιώνει γυρνά και τρέχει πίσω του στο μπάνιο) Όχι! Δε μπορώ να τον αφήσω στη κατάσταση του, είναι φίλος. Πάει τέλειωσε Ζαν, θα φωνάξω γιατρό. Πίστεψέ με, είναι αναγκαίο! Αναγκαίο!
ΖΑΝ: Όχι!
ΜΠ: Ναι! Ηρέμησε σου λέω, Ζαν... γίνεσαι γελοίος! Ωχ, το κέρατό σου... το κέρατό σου μεγαλώνει, όλο και πιότερο... Έγινες... έγινες ρινόκερος!
ΖΑΝ: Θα σε ποδοπατήσω... Θα σε λιώσω...

   (Ακούγεται δυνατή φασαρία, μουγκρίσματα, πράματα πέφτουν, ο καθρέφτης γίνεται κομμάτια. Σε λίγο βγαίνει ο Μπερανζέ τρομοκρατημένος, αναστατωμένος και προσπαθεί να κλείσει τη πόρτα του μπάνιου με δυσκολία, γιατί από μέσα, τη τραβά ο άλλος. Τελικά, με υπεράνθρωπη προσπάθεια, καταφέρνει να τη κλείσει).

ΜΠ: (κρατώντας τη πόρτα) Έγινε ρινόκερος... πάει! Έγινε ρινόκερος! (Καταφέρνει τελικά να κλείσει τη πόρτα, αλλά ένα κέρατο του σχίζει το σακάκι. Ύστερα το ίδιο κέρατο σπάει τη πόρτα και παρουσιάζεται στο κέντρο από μια τρύπα. Όπως η πόρτα πάει κι έρχεται απ' τα τραντάγματα του θηρίου, ο χαλασμός στο μπάνιο συνεχίζεται με μουγκρητά, βρυχηθμούς και λέξεις που σχεδόν δε ξεχωρίζουν, όπως «βρομιάρη, λύσσαξα, κάθαρμα, κ.λπ» Ο Μπερανζέ καθώς ορμά στη πόρτα δεξιά). Πού να πάει ο νους μου ότι θα 'φτανε σ' αυτό το σημείο; Πού να το φανταστώ; (Ανοίγει τη πόρτα της σκάλας και χτυπά με τις γροθιές του ασταμάτητα τη πόρτα που βρίσκεται στο πλατύσκαλο) Ρινόκερος! Υπάρχει στο κτίριο ρινόκερος! Φωνάξτε την αστυνομία! Ένας ρινόκερος!
ΓΕΡΑΚΟΣ: (βγάζει το κεφάλι όπως και πριν) Τί πάθατε και φωνάζετε;
ΜΠ: Την αστυνομία, γρήγορα, την αστυνομία... Υπάρχει ρινόκερος σπίτι σας.
ΦΩΝΗ ΓΥΝ ΓΕΡΑΚΟΥ: Μα τί συμβαίνει; Ζαν, γιατί κάνεις τόση φασαρία;
ΓΕΡ: Δε κατάλαβα και καλά, τα λέει μπερδεμένα... Είδε λέει ρινόκερο...
ΜΠ: Μάλιστα, ρινόκερος, εδώ, μες στο σπίτι σας. Φωνάξτε την αστυνομία!
ΓΕΡ: Είσαι με τα καλά σου; Γι' αυτό αναστάτωσες με τις φωνές σου το σύμπαν; Για κοίτα αναίδεια! (κλείνει τη πόρτα κατάμουτρα)
ΜΠ: (ορμά στη σκάλα) Ο Θυρωρός! Πού είναι ο θυρωρός; Ρινόκερος στο σπίτι σας, φωνάξτε την αστυνομία... την αστυνομία... (Βλέπουμε ν' ανοίγει ο φεγγίτης της πόρτας της Θυρωρού και να παρουσιάζεται το κεφάλι ενός ρινόκερου) Κι άλλος... κι άλλος ρινόκερος! (Ανεβαίνει και πάλι τρέχοντας τη σκάλα, πάει να μπει στο δωμάτιο του Ζαν, αλλά διστάζει και ξανατρέχει προς τη πόρτα του Γεράκου. Την ίδια στιγμή, η πόρτα του Γεράκου ανοίγει κι εμφανίζονται δυο μικρά κεφαλάκια ρινόκερων) Θεέ μου... Είναι δυνατό; (Ξαναγυρνά στο δωμάτιο του Ζαν. Η πόρτα του μπάνιου τραντάζεται πάντα. Προχωρεί προς το παράθυρο, που το πλαίσιό του βρίσκεται μπρος στη σκηνή, απέναντι στο κοινό. Είναι εξαντλημένος, λίγο ακόμα και θα λιποθυμήσει, σχεδόν τραυλίζει) Αχ, Θεέ μου!... Αχ Θεέ μου... (Κάνει προσπάθεια και πηδά στο πρεβάζι, έξω από το παράθυρο προς το μέρος του κοινού, αλλά ξανανεβαίνει αμέσως γιατί την ίδια στιγμή εμφανίζονται από κάτω, δηλαδή, από τη πλατεία, κέρατα ρινόκερων. Τα βλέπουμε να προχωράνε και να τρέχουν από τη μιαν άκρη στην άλλη με αφάνταστη ταχύτητα. Ανεβαίνει και πάλι, όσο πιο γρήγορα μπορεί, και για μια στιγμή στέκει και κοιτά προς τα έξω) Ρινόκεροι! Στο δρόμο κοπάδι ολόκληρο... Στρατιά ολόκληρη. Ρινόκεροι!... Κατηφορίζουνε τρέχοντας στη λεωφόρο... (Κοιτά προς όλες τις μεριές) Πώς θα μπορέσω τώρα να βγω... από πού θα βγω... Αν τουλάχιστον τρέχαν μόνο μες στη μέση του δρόμου... στριμώχνονται και στα πεζοδρόμια... πλημμύρισαν τα πάντα... από πού θα βγω τώρα... από πού θα φύγω... (Τον έχει πιάσει πανικός, τρέχει προς όλες τις πόρτες και τα παράθυρα. Η πόρτα του μπάνιου πάντα τραντάζεται κι ακούγεται πάντα ο Ζαν, να μουγκρίζει, να βγάζει άναρθρες κραυγές και πού και πού ασυνάρτητες λέξεις και βρισιές. Όλα αυτά συνεχίζονται για λίγη ώρα. Κάθε φορά που ο Μπερανζέ προσπαθεί, μέσα στην ταραχή του, να φύγει, βρίσκεται μπροστά στην πόρτα του Γεράκου ή στα σκαλοπάτια της σκάλας και αμέσως κάνει πίσω, γιατί παρουσιάζονται μπροστά του κεφάλια ρινόκερων που μουγκρίζουν απειλητικά. Για μια τελευταία φορά τρέχει στο παράθυρο και κοιτά έξω) Γίνανε κοπάδια... κοπάδια ρινόκεροι... κι ύστερα σου λένε πως αυτό το θηρίο προτιμά τη μοναχική ζωή! Λάθος! Μεγάλο λάθος! Πρέπει ν' αναθεωρηθεί εκ βάθρων αυτή η θεωρία. Δεν άφησαν στη λεωφόρο παγκάκι για παγκάκι, τα γκρεμίσανε όλα. (Σφίγγει τα χέρια με μεγάλη αγωνία) Τί να κάνω τώρα, Θεέ μου, τί να κάνω; (Τρέχει και πάλι σε κάθε πιθανή έξοδο αλλά και πάλι ρινόκεροι τον σταματάνε. Σε μια στιγμή που βρίσκεται κοντά στο μπάνιο, βλέπει τη πόρτα έτοιμη να υποχωρήσει. Τινάζεται γρήγορα και κολλά στον τοίχο του βάθους, αλλά κι αυτός γκρεμίζεται. Τώρα, στο βάθος βλέπουμε ένα δρόμο, πηδά και τρέχει ουρλιάζοντας) Βοήθεια ρινόκερος!... Ρινόκεροι!... Ρινόκεροι.. (Τρομαχτικός θόρυβος κι η πόρτα του μπάνιου γκρεμίζεται).

                                            ΤΡΙΤΗ ΠΡΑΞΗ

     Σχεδόν ίδιο σκηνικό με τη προηγούμενη εικόνα. Το δωμάτιο του Μπερανζέ, που μοιάζει αρκετά με το δωμάτιο του Ζαν. Λίγες λεπτομέρειες, ένα-δυο έπιπλα παραπάνω, μας δείχνουν ότι πρόκειται γι' άλλο δωμάτιο. Αριστερά, σκάλα και πλατύσκαλο. Πόρτα στο βάθος του πλατύσκαλου. Θυρωρείο δεν υπάρχει. Στο βάθος ντιβάνι. Ο Μπερανζέ είναι ξαπλωμένος στο ντιβάνι, πλάτη στο κοινό, ντυμένος. Μια πολυθρόνα κι ένα μικρό τραπεζάκι και πάνω σ' αυτό το τηλέφωνο. Στο βάθος ανοιχτό παράθυρο. Δεύτερο παράθυρο, μόνο το πλαίσιό του, στο προσκήνιο. Στο κεφάλι έχει επίδεσμο. Ίσως να βλέπει εφιάλτες, γιατί τινάζεται συνεχώς στον ύπνο του.

ΜΠ: Όχι... όχι... Παντού κέρατα... φυλαχτείτε από τα κέρατα... (Ακούγεται φοβερός θόρυβος που κάνουν ένα τσούρμο ρινόκεροι όπως περνάνε κάτω απ' το παράθυρο του βάθους) Όχι, αφήστε με! (Πέφτει στο πάτωμα καθώς παλεύει στον εφιάλτη του και ξυπνά. Ψάχνει το μέτωπό του, τρομοκρατημένος, ύστερα τρέχει στον καθρέφτη. Ανασηκώνει τον επίδεσμο. Ο φοβερός θόρυβος σταματά. Αναστενάζει με ανακούφιση γιατί βλέπει ότι δεν έχει φυτρώσει κανένα καρούμπαλο. Διστάζει λίγο, γυρνά, ξαπλώνει στο ντιβάνι, αλλά σχεδόν αμέσως ξανασηκώνεται. Προχωρεί στο τραπέζι που υπάρχει ένα μπουκάλι κονιάκ κι ένα ποτήρι κι ετοιμάζεται να πιει. Για λίγο, γίνεται μέσα του μια μικρή πάλη, αλλά ύστερα ξαναβάζει αποφασιστικά το ποτήρι και το μπουκάλι πάνω στο τραπέζι) Θέληση... πρέπει να γίνω δυνατός. (Ετοιμάζεται να ξαναξαπλώσει, αλλά απ' το παράθυρο του βάθους ακούγεται πάλι φασαρία απ' τους ρινόκερους που τρέχουν. Βάζει το χέρι στη καρδιά) Θεέ μου! (Προχωρεί προς το παράθυρο του βάθους, ρίχνει έξω μια ματιά, αλλά σχεδόν αμέσως το κλείνει ταραγμένος. Ο θόρυβος ακούγεται λιγότερο. Προχωρεί και πάλι προς το τραπέζι, στέκει λίγο διστακτικός, κοιτώντας το μπουκάλι, ανασηχώνει τους ώμους σα να λέει «ωχ, αδερφέ», γεμίζει ένα μεγάλο ποτήρι κονιάκ και το καταπίνει μονορούφι. Ξαναβάζει στο τραπέζι το ποτήρι και το μπουκάλι. Βήχει! Ο ήχος του βήχα τον ανησυχεί, ξαναβήχει και παρακολουθεί προσεχτικά το βήχα του. Κοιτάζεται στον καθρέφτη και ξαναβηχει. Ανοίγει και πάλι το παράθυρο. Οι ανάσες των θηρίων ακούγονται ξανά, πιο έντονα, ξαναβηχει) Όχι... είναι άλλο πράγμα... καμία σχέση! Καμία σχέση.

   (Ησυχάζει κάπως και κλείνει το παράθυρο, ψηλαφεί το μέτωπο πάνω απ' τον επίδεσμο. Τελικά ξαπλώνει στο ντιβάνι σα να θέλει να κοιμηθεί. Τότε, βλέπουμε τον Ντιντάρ που ανεβαίνει τα τελευταία σκαλιά. Φτάνει στο πλατύσκαλο και χτυπά τη πόρτα).

ΜΠ: (τινάζεται στο ντιβάνι) Ποιός είναι;
ΝΤ: Ήρθα να σε δω, Μπερανζέ, έμαθα ότι είσαι άρρωστος!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ποιός είναι;
ΝΤΙΝΤΑΡ: Εγώ είμαι... εγώ!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ποιός εγώ;
ΝΤΙΝΤΑΡ: Εγώ, ο Ντιντάρ
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Α!... Εσύ είσαι... Έλα μέσα...
ΝΤΙΝΤΑΡ: Δεν σ' ενοχλώ, έτσι; (Πάει ν' ανοίξει τη πόρτα) Μα έχεις κλειδώσει!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Μια στιγμή... έφτασα, έφτασα! (Ξεκλειδώνει, ο Ντιντάρ μπαίνει)
ΝΤΙΝΤΑΡ: Καλή σου μέρα!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Καλή μέρα, Ντιντάρ. Τί ώρα είναι;
ΝΤ: Ούτε την ώρα δε ξέρεις; Αβγά μου κλωσάς κλειδαμπαρωμένος σπίτι σου; Τουλάχιστον πας καλύτερα;
ΜΠ: Συγνώμη ε; Στην αρχή δε γνώρισα τη φωνή σου. (Πάει κι ανοίγει το παράθυρο) Ναι, ναι, ελπίζω... ελπίζω. Πάω λίγο καλύτερα!
ΝΤ: Δε γνώρισες τη φωνή μου; Μα, δεν άλλαξε. Εγώ τη δική σου τη γνώρισα αμέσως!
ΜΠ: Με συγχωρείς, ίσως να 'ταν ιδέα μου. Πράγματι η φωνή σου δεν άλλαξε διόλου. Αλλά ούτε κι η δική μου, δε συμφωνείς;
ΝΤΙΝΤΑΡ: Και γιατί θα 'πρεπε ν' αλλάξουν, υπάρχει λόγος;
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Κανείς, μα μήπως απέκτησα πιο μπάσους τόνους, λίγο πιο βαριά φωνή;
ΝΤΙΝΤΑΡ: Δε μου δίνεις καθόλου αυτή την εντύπωση.
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ευτυχώς... Είχα τόση αγωνία!
ΝΤΙΝΤΑΡ: Αγωνία, για ποιο πράγμα;
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Τίποτα, τίποτα, να έτσι, δεν ξέρεις, καμιά φορά, όσα δε φέρνει ο χρόνος τα φέρνει η ώρα... Φωνή είναι αυτή, μπορεί και ν' αλλάξει. Συνηθισμένα πράματα... Ψέματα;
ΝΤΙΝΤΑΡ: Μήπως άρπαξες καμιά γριπούλα;
ΜΠ: Α, μπα! Δηλαδή, το ελπίζω. Μα γιατί στέκεσαι όρθιος; Κάθησε σα στο σπίτι σου... η πολυθρόνα είναι αρκετά αναπαυτική.
ΝΤ: Νιώθεις πάντα την ίδια αδιαθεσία; Πονά πάντα το κεφάλι σου; (Δείχνει τον επίδεσμο που φορά ο Μπερανζέ)
ΜΠ: Ναι, βέβαια, βέβαια, με πονά και πολύ μάλιστα. Πάντως καρούμπαλο δεν έβγαλα... Δε βλέπεις καρούμπαλο, βλέπεις; (Τραβά τον επίδεσμο, δείχνει το μέτωπο στο Ντιντάρ)
ΝΤΙΝΤΑΡ: Όχι, καρούμπαλο δε βλέπω... ούτε ίχνος.
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Κι ούτε θα δεις ποτέ. Δεν το'χω σκοπό... Καρούμπαλο ποτέ!
ΝΤΙΝΤΑΡ: Καλά, πώς θα βγάλεις καρούμπαλο χωρίς να χτυπήσεις, γίνεται;
ΜΠ: Αυτό λέω κι εγώ, όταν προσέχεις δεν έχεις κανένα φόβο να χτυπήσεις. Κανένα!
ΝΤ: Είναι αυτονόητο... Φτάνει μόνο να προσέχεις... Μα επιτέλους, τί σου συμβαίνει; Γιατί τόσος εκνευρισμός κι ανησυχία... Αν μείνεις ξαπλωμένος, θα σ' ενοχλεί λιγότερο... Θέλω να πω, ο πονοκέφαλος..
ΜΠ: Ποιός πονοκέφαλος; Μη ξαναπείς για πονοκέφαλο. Απαγορεύεται κατάλαβες; Δια ροπάλου!
ΝΤ: Μα εγώ το βρίσκω πολύ φυσικό, ύστερα από τόσες συγκινήσεις να' χεις λίγο πονοκέφαλο, τί λίγο; Πολύ πονοκέ...
ΜΙΙ: Πάψε, ακόμα δε μπορώ να συνέλθω!
ΝΤΙΝΤΑΡ: Καλά, παύω, μα... είναι φυσική συνέπεια να σε πονάει το κεφάλι σου!
ΜΠ: (τρέχει στον καθρέφτη και τραβά τον επίδεσμο) Δόξα τω Θεώ, τίποτα! Δε βλέπω τίποτα... ξέρεις, κάπως έτσι αρχίζει..
ΝΤΙΝΤΑΡ: Ποιο πράγμα αρχίζει έτσι;
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Να... φοβάμαι μήπως γίνω κάτι άλλο...
ΝΤΙΝΤΑΡ: Πιο καλά δε σταματάς να γυροφέρνεις! Κάθισε λίγο. Έτσι που πας κι έρχεσαι σα σβούρα, εκνευρίζεσαι περισσότερο. Δε το καταλαβαίνεις;
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ναι, έχεις δίκιο, πρέπει να ηρεμήσω. (κάθεται) Να ηρεμήσω... Ακόμα, ξέρεις, τα βλέπω όλα μπρος μου.
ΝΤΙΝΤΑΡ: Το ξέρω... όλα αυτά για το Ζαν...
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ναι, βέβαια, κυρίως για το Ζαν, αλλά κι όλοι οι άλλοι δε πάνε πίσω. Μικρό το'χεις να...
ΝΤΙΝΤΑΡ: Καταλαβαίνω, πέρασες πολύ μεγάλο σοκ!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Σοκ, δε θα πει τίποτα. Ταραχή, τρομάρα! Ευτυχώς, εσύ με νιώθεις.
ΝΤ: Τελοσπάντων. Όπως και να 'χει, δεν ήτανε δα κι η συντέλεια του κόσμου, ούτε υπάρχει λόγος ν' αφήνεις τον εαυτό σου να...
ΜΠ: Θα 'θελα να 'βλεπα τι θα 'κανες, εσύ στη θέση μου. Ο Ζαν ήταν ο καλύτερός μου φίλος. Να μεταμορφωθεί έτσι στα καλά-καθούμενα μπρος στα μάτια μου; Άσε που 'κανε σα λυσσασμένος...
ΝΤ: Παραδέχομαι, ήταν μεγάλη απογοήτευση για σένα. Αλλά καιρός να το ξεπεράσεις.
ΜΠ: Πώς να το ξεπεράσω; Νέος άνθρωπος, με τέτοια αισθήματα, έτοιμος να ριχτεί με τα μούτρα στον αγώνα για την ανθρωπότητα... Ποιός θα μπορούσε να το πιστέψει... Αυτός.. αυτός... Γνωριζόμαστε από παιδιά... ποτέ δε φανταζόμουνα παρόμοια εξέλιξη... ήμουνα πιο σίγουρος γι' αυτόν απ' ότι ήμουνα για μένα και να μου το κάνει αυτό; Σε μένα!
ΝΤΙΝΤΑΡ: Μα, δε νομίζω ότι το έκανε γιατί είχε κάτι συγκεκριμένο εναντίον σου!
ΜΠ: Κι όμως, αυτή την εντύπωση μου 'δωσε... Αν έβλεπες πώς άφριζε, σε τι κατάσταση βρισκότανε ... Το πρόσωπό του είχε μιαν έκφραση που ποτέ...
ΝΤ: Είναι γιατί έτυχε να βρεθείς εσύ κοντά του κείνες τις στιγμές. Κι άλλος αν ήτανε στη θέση σου, ίδια θα του φερότανε.
ΜΠ: Ναι, αλλά ήμουν εγώ και θα 'πρεπε να συγκρατηθεί χάρη στη μεγάλη μας φιλία!
ΝΤ: Μα δε μου λες; Πιστεύεις ότι είσαι το κέντρο του σύμπαντος και πως ό,τι συμβαίνει σ' αφορά προσωπικά; Μα τη πίστη μου δε σ' έβαλε δα στο σημάδι ολάκερη υφήλιος!
ΜΠ: Ίσως να 'ναι κι έτσι... Θα προσπαθήσω να λογικευτώ... Πάντως, το ίδιο το φαινόμενο είναι πολύ δυσάρεστο... Για να 'μαι ειλικρινής, εμένα τουλάχιστον με αναστατώνει... κι εξήγηση... εξήγηση δε βρίσκω....
ΝΤ: Για την ώρα κι εγώ δε βρίσκω ικανοποιητική εξήγηση. Απλώς, διαπιστώνω τα γεγονότα και τα καταγράφω. Εφόσον γεγονότα υπάρχουνε λοιπόν, θα πρέπει κάποια στιγμή και να μπορούν να εξηγηθούν. Ιδιοτροπία της φύσης, παραξενιά, εξωφρενισμός, παίζει παιχνιδάκια μαζί μας; Ποιός ξέρει;
ΜΠ: Ο Ζαν είχε πολύ μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του. Όμως εγώ δεν έχω φιλοδοξίες, αυτό που είμαι μου φτάνει!
ΝΤ: Ίσως να του άρεσε ο καθαρός αέρας, η εξοχή, ο ανοιχτός ορίζοντας, ίσως να 'νιωθε την ανάγκη για λίγο ριλάξ. Βέβαια αυτά δε στα λέω για να τον δικαιολογήσω, αλλά...
ΜΠ: Καταλαβαίνω! Τουλάχιστο προσπαθώ. Όσο ακόμα κι αν με κατηγορήσεις ότι μου λείπει παντελώς αθλητικό πνεύμα ή πως δεν είμαι παρά ένας χοντρός μικροαστός που ζει αμπαρωμένος σ' ένα δικό του κλισέ κόσμο, πάλι δε θ' άλλαζα τα πιστεύω μου!
ΝΤ: Μη φοβάσαι και κανείς μας δεν αλλάζει τα πιστεύω του! Τί κάθεσαι λοιπόν και χολοσκάς για λίγα κρούσματα ρινοκερίτιδας... Πάρτο σα μια κολλητική επιδημία!
ΜΠ: Αυτό φοβάμαι ακριβώς: μήπως. είναι κολλητική!
ΝΤ: Έλα, πάψε να το σκέφτεσαι. Δεν αξίζει σα γεγονός να του δίνεις τόσο μεγάλη σημασία. Το παράδειγμα του Ζαν δε θα δημιουργήσει σχολή, ούτε είναι αντιπροσωπευτικό μιας εποχής. Μόνος σου είπες ότι ο Ζαν είχε πολύ μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του. Κατά τη γνώμη μου και συγχώρα με αν μιλώ άσχημα για το φίλο σου, αλλά ο Ζαν πάντα ήτανε παρορμητικός, πρωτόγονος, εκκεντρικός! Δε θα πάρουμε λοιπόν στα σοβαρά έναν άνθρωπο που τ' άρεσε να παριστάνει τον πρωτότυπο. Σημασία έχει ο μέσος άνθρωπος!
ΜΠ: Τώρα αρχίζω να το βλέπω ξεκάθαρα. Όπως είπες κι εσύ πριν λίγο, σ' ένα φαινόμενο δε βρίσκεις εύκολά εξήγηση. Κι όμως, μ' όσα είπες, μου έδωσες μια πιθανή εξήγηση. Αυτό είναι, για να φτάσει ο Ζαν σε τέτοια κατάσταση, θα πρέπει σίγουρα να πέρασε κάποια μεγάλη κρίση, να 'παθε κάτι σα παράκρουση, σα τρέλα. Κι όμως μιλούσε μ' επιχειρήματα, έμοιαζε σα να 'χε μελετήσει το πρόβλημα κι η απόφαση σα να 'χε ωριμάσει μέσα του. Αλλά, έχουμε και τον Βοδάρ. Ήτανε παρανοϊκός ο Βοδάρ... και οι άλλοι; Όλοι οι άλλοι;
ΝΤ: Υπάρχει το ενδεχόμενο της επιδημίας. Κάτι σα τη γρίπη. Οι επιδημίες είναι πολύ συνηθισμένες ανά τους αιώνες!
ΜΠ: Αυτό που συμβαίνει ξεπερνά τα όρια κάθε επιδημίας. Λες να μας ήρθε από τις αποικίες;
ΝΤ: Τώρα, πας φιρί-φιρί να ισχυρισθείς ότι ο Βοδάρ κι όλοι οι άλλοι μεταμορφώθηκαν μόνο και μόνο για να ενοχλήσουν εσένα. Μη ξεγελιέσαι αγαπητέ μου σ' είχανε γραμμένο στα παλιά τους τα παπούτσια. Ποτέ δε θα  'μπαιναν σε τέτοιο κόπο!
ΜΠ: Είναι αλήθεια... Όσα μου λες είναι απολύτως λογικά κι αυτή η άποψη με καθησυχάζει. Αλλά μπορεί να συμβαίνει και το αντίθετο και να 'ναι κάτι πολύ πιο σοβαρό απ' όσο νομίζουμε... (Ακούγονται ρινόκεροι που καλπάζουνε κάτω απ' το παράθυρο του βάθους) Ακούς τι γίνεται, τους ακούς; (Τρέχει στο παράθυρο).
ΝΤ: Δε τους παρατάς, το κέφι τους κάνουνε. (Ο Μπερανζέ ξανακλείνει το παράθυρο) Γιατί σ' ενοχλούνε τόσο πολύ; Μα την αλήθεια, κοντεύουν να σου γίνουν έμμονη ιδέα. Δε κάνεις καλά. Εξαντλείς το νευρικό σου σύστημα. Σύμφωνοι, αναστατώθηκες. Αλλά εσύ πας γυρεύοντας να πάθεις χειρότερα. Τώρα το μόνο που πρέπει να κάνεις είναι να επιβληθείς στον εαυτό σου και να συνέλθεις.
ΜΠ: Είναι στιγμές που αναρωτιέμαι μήπως έχω κι έχω κάποια ροπή προς την επιδημία...
ΝΤ: Όπως και να 'χει, δεν είναι επιδημία θανατηφόρα. Υπάρχουν αρρώστιες που στο τέλος βγαίνουν σε καλό. Όποιος θέλει μπορεί σίγουρα να γιατρευτεί. Όσο γι' αυτό δε χωρά αμφιβολία. Θα το δεις, κάποια στιγμή θα τους περάσει...
ΜΠ: Πάντως θα αφήνει κάποια ίχνη. Ο οργανισμός χάνει τελείως την ισορροπία του. Δε γίνεται, κάποιο κουσούρι μένει....
ΝΤ: Αρκετά, μη χαλάς τη ζαχαρένια σου... είναι κάτι περαστικό.
ΜΠ: Απ' το στόμα σου και στου Θεού τ' αφτί. Το πιστεύεις;
ΝΤ: Ναι, το πιστεύω... δηλαδή... το υποθέτω...
ΜΠ: Μα αν κάποιος πράγματι δε θέλει -δε συμφωνείς;- να την αρπάξει αυτή την αρρώστια; Γιατί, αρρώστια του νευρικού συστήματος πρόκειται, δε κινδυνεύει έτσι δεν είναι; Δε τη κολλά. Θέλεις ένα κονιάκ; (Πλησιάζει το τραπέζι που βρίσκεται το κονιάκ)
ΝΤ: Ευχαριστώ μη μου βάλεις, δε θα πιω... Αλλά δεν έχει σημασία... αν εσύ θέλεις να πιεις, κάντο, μη σε νοιάζει για μένα... μονάχα πρόσεξε... με το κονιάκ θα σε πιάσει ακόμα χειρότερος πονοκέφαλος...
ΜΠ: Το αλκοόλ είναι φάρμακο για τις επιδημίες. Είναι σα να μπολιάζεσαι. Το ξέρεις; Το κονιάκ σκοτώνει τα μικρόβια της γρίπης...
ΝΤ: Ναι αλλά δε σκοτώνει τα μικρόβια της κάθε αρρώστιας. Δε ξέρουμε ακόμα αν έχει επίδραση στη ρινοκερίτιδα.
ΜΠ: Ο Ζαν, πάντως, δεν έπινε ποτέ. Καμάρωνε μάλιστα γι' αυτό... Τώρα θα μου πεις... ίσως αυτό να ήταν η αιτία για την κατάστασή του... (Γεμίζει ένα ποτήρι και το προσφέρει στον Ντιντάρ) Δεν θέλεις στ' αλήθεια;
ΝΤ: Όχι, όχι, δε πίνω ποτέ πριν το μεσημέρι. Σ' ευχαριστώ! (Ο Μπερανζέ πίνει μονορούφι το κονιάκ και κρατά στο 'να χέρι το ποτήρι και στ' άλλο το μπουκάλι. Αρχίζει να βήχει).
ΝΤ: Ορίστε, τα βλέπεις; Δε το σηκώνει ο οργανισμός σου... σου φέρνει βήχα!
ΜΠ: Ναι... μου φέρνει βήχα. Πώς έβηξα, μου λες;
ΝΤ: Όπως βήχει όλος ο κόσμος όταν πιει κάτι πολύ δυνατό.
ΜΠ: (αφήνοντας ποτήρι και μπουκάλι στο τραπέζι) Δε πρόσεξες καμιάν αλλαγή στο βήχα μου; Κάτι παράξενο; Ήταν ανθρώπινος βήχας, έτσι δεν είναι;
ΝΤ: Μα τί θες τώρα να σου πω; Φυσικά κι ήταν ανθρώπινος. Άνθρωπος είσαι σαν άνθρωπος βήχεις, πώς θα 'βηχες; Σα βάτραχος;
ΜΠ: Ξέρω κι εγώ! Μπορούσε να μοιάζει και με θηρίου. Δε μου λες, ξέρεις αν βήχουν οι ρινόκεροι;
ΝΤ: Δεν είσαι καλά Μπερανζέ, κατάντησες γελοίος! Μόνος σου δημιουργείς προβλήματα, βασανίζεσαι με παράλογα ερωτήματα. Σου ξαναθυμίζω πως εσύ προσδιόρισες πριν λίγο πως ο καλύτερος τρόπος να προφυλαχθείς απ' τον κίνδυνο, είναι η σιδερένια θέληση!
ΜΠ: Βεβαίως το είπα κι έτσι είναι.
ΝΤ: Ε, τότε, απόδειξε ότι έχεις θέληση.
ΜΠ: Σε βεβαιώνω πως έχω!
ΝΤ: Να το αποδείξεις πρώτα στον εαυτό σου, αυτό είναι: κάνε την αρχή με το κονιάκ: μη ξαναπιείς. Αυτό θα σου δώσει σιγουριά.
ΜΠ: Δε θες να καταλάβεις. Στο ξαναλέω, αν πίνω, είναι μόνο για να προφυλαχτώ απ' το χειρότερο που φοβάμαι ότι μπορεί να μου συμβεί. Μάλιστα, είναι αποτέλεσμα μαθηματικού συλλογισμού! Όταν περάσει η επιδημία θα σταματήσω να πίνω. Πριν απ' τα γεγονότα, τα πρώτα κρούσματα, είχα πάρει την απόφασή μου. Οριστική κι αμετάκλητη απόφαση. Όμως την αναβάλλω... προσωρινά!
ΝΤ: Δικαιολογίες!
ΜΠ: Μπα! Έτσι νομίζεις; Πάντως, αν πίνω, δεν έχει καμιά σχέση με τα σημεία και τέρατα που συμβαίνουνε γύρω μας.
ΝΤ: Σημεία και τέρατα... Έλα τώρα... Όλα είναι σχετικά.
ΜΠ: Μα, σοβαρά πιστεύεις ότι το κονιάκ μπορεί να με σπρώξει στη μεταμόρφ... Δεν είμαι αλκοολικός! (Τρέχει και κοιτάζεται στον καθρέφτη) Βρε μπας και... (ψάχνει με το χέρι του το μέτωπό του πάνω από τον επίδεσμο) Τίποτα δε φυτρώνει, τίποτα. Ούτε ίχνος από καρούμπαλο, ούτε και με πονά,  απόδειξη ότι το κονιάκ μου κάνει καλό ή τουλάχιστον δε με βλάφτει!
ΝΤ: Έλα τώρα, Μπερανζέ, σου 'κανα πλάκα! Ήθελα να σε πειράξω... Πρόσεξε, τα βλέπεις όλα μαύρα κι άραχλα, κινδυνεύεις να καταντήσεις νευρασθενικός. Μόλις συνέλθεις τελείως απ' τη λαχτάρα που πέρασες κι απ' τη κατάθλιψη που σ' έπιασε, μόλις αρχίσεις να βγαίνεις έξω και ν' αναπνέεις καθαρόν αέρα, θα νιώσεις πολύ καλύτερα, θα το δεις. Όλες οι σκοτεινές σου σκέψεις θα εξανεμιστούν!
ΜΠ: Να βγω έξω; Ε βέβαια, κάποια στιγμή θα πρέπει να βγω έξω, αλλά και μόνο που το σκέφτομαι με πιάνει σύγκρυο. Ανατριχιάζω στην ιδέα ότι μπορεί να βρεθούν μπρος μου.
ΝΤ: Ε, κι ύστερα; Δεν έχεις παρά να πάρεις στροφή, ν' αλλάξεις πεζοδρόμιο ή και δρόμο... Κι έπειτα, δεν είναι πια και τόσοι πολλοί...
ΜΠ: Εγώ συνεχώς ρινόκερους βλέπω. Τώρα, θα μου πεις, κατάντησε αρρωστημένη κατάσταση, αλλά...
ΝΤ: Μη φοβάσαι, δε πρόκειται να σου ορμήσουν. Αν δε τους πειράξεις, ούτε γυρίζουνε να σε κοιτάξουνε. Κατά βάθος, δεν είναι μοχθηροί. Θα 'λεγα μάλιστα ότι διαθέτουνε φυσικήν αθωότητα. Ναι ναι είναι μάλλον αγαθιάρηδες. Για να 'ρθω στο σπίτι σου, εγώ κατηφόρισα τη λεωφόρο. Όπως βλέπεις είμαι σώος κι αβλαβής, δε μ' ενόχλησαν διόλου.
ΜΠ: Εγώ και μόνο που τους βλέπω γίνομαι αληθινό κουρέλι. Ίσως να 'ναι νευρικό. Όχι ότι θυμώνω. πρέπει να θυμώνει κανείς. Όταν θυμώνεις δε ξέρεις που μπορεί να φτάσεις. Γι' αυτό έχω μάθει να συγκρατούμαι. Αλλά νιώθω κάτι σα σιδερένιο χέρι (δείχνει τη καρδιά του)... να μου σφίγγει τη καρδιά!
ΝΤ: Μέχρι κάποιο σημείο έχεις δίκιο. Σε αναστατώσαν! Αλλά, το παρακάνεις νομίζω. Το λάθος είναι, που σου λείπει το χιούμορ! Μάλιστα, αυτό είναι! Δεν έχεις χιούμορ. Πρέπει να παίρνεις τα πράματα λίγο πιο ανέμελα, χωρίς να τους δίνεις και τόση σημασία!
ΜΠ: Νιώθω υπευθυνότητα για ό,τι συμβαίνει. Δένομαι, συμμετέχω, δε μπορώ να 'μαι αδιάφορος.
ΝΤ: Μη κρίνεις ποτέ τους άλλους αν δε θες να σε κρίνουνε. Και στο κάτω κάτω της γραφής, αν καθόμαστε να χολοσκάμε μ' όλ' αυτά που συμβαίνουνε γύρω μας, θα 'ταν αδύνατο να συνεχίσουμε να ζούμε!
ΜΠ: Αν αυτή η θεομηνία συνέβαινε κάπου αλλού, σ' άλλη χώρα και το μαθαίναμε απ' τις εφημερίδες, αν το βλέπαμε αναπαυτικά καθισμένοι στα καναπεδάκια, στη τηλεόραση, θα μπορούσαμε να κουβεντιάσουμε το πρόβλημα ωραία-ωραία με την ησυχία μας! Ν' αναλύσουμε το θέμα από κάθε πλευρά και να βγάλουμε ανεπηρέαστα κι αντικειμενικά συμπεράσματα. Θα προγραμματίζαμε ακαδημαϊκές συζητήσεις, θα καλούσαμε μελετητές, συγγραφείς, νομομαθείς, γυναίκες, επιστήμονες, μέχρι και καλλιτέχνες. Θα φωνάζαμε ακόμα κι απλοϊκούς καθημερινούς ανθρώπους. Θα 'χε τρομερό ενδιαφέρον. Θα 'ταν εποικοδομητικό, συναρπαστικό... Αλλά, όταν βρεθείς ο ίδιος παγιδευμένος, όταν βρεθείς, ξαφνικά, αντιμέτωπος με τη σκληρή πραγματικότητα μιας παρόμοιας κατάστασης, δε γίνεται να παραμείνεις αδιάφορος. Να λες ότι δε σε αφορά. Να μένεις ψύχραιμος. Όταν ξάφνου, όλη σου η ζωή γυρίζει τα πάνω-κάτω. Εγώ αιφνιδιάστηκα, μάλιστα, αυτό είναι, αιφνιδιάστηκα, αιφνιδιάστηκα! Κι ακόμα δε μπορώ να συνέλθω...
ΝΤ: Κι εγώ το ίδιο. Κι εγώ αιφνιδιάστηκα ή πιο σωστά, στην αρχή. Αλλά μου πέρασε κι άρχισα κιόλας να το συνηθίζω!
ΜΠ: Ίσως το νευρικό σου σύστημα είναι πιο γερό από το δικό μου. Να 'σαι πιο ισορροπημένος. Τί θες τώρα να σου πω, μπράβο; Αλλά, δε βλέπεις ότι πρόκειται γι' αναπάντεχη καταστροφή;
ΝΤ: Δε λέω, βέβαια, ότι πρόκειται για αναπάντεχη ευτυχία, ούτε και θέλω να σκεφτείς ότι συμπαθώ ιδιαίτερα τους ρινόκερους. Αλλά...

   (Ακούγεται πάλι καινούργιο ποδοβολητό, που αυτή τη ψορά περνά κάτω απ' το παράθυρο που βρίσκεται μπρος στη σκηνή).

ΜΠ: Νάτοι πάλι. Αυτοί είναι, νάτοι πάλι. Α, όχι, όχι, με κανένα τρόπο. Είναι αδύνατο να τους συνηθίσω. Δε λέω, μπορεί να 'χω άδικο. Δε το θέλω, αλλά με βασανίζουν, με τυραννάνε τόσο, που 'ναι αδύνατο να κλείσω μάτι. Έχω φοβερές αϋπνίες, λαγοκοιμάμαι λίγο μόνο τη μέρα, όταν πέφτω κάτω από κούραση.
ΝΤ: Να πάρεις χαπάκια για τον ύπνο...
ΜΠ: Αυτό δεν είναι λύση. Όταν κοιμάμαι είναι ακόμα χειρότερα. Με απειλούνε στα όνειρά μου. Βλέπω τρομαχτικούς εφιάλτες.
ΝΤ: Παίρνεις τα πάντα κατάκαρδα και να το αποτέλεσμα. Έλα μολόγησέ το: σ' αρέσει να βασανίζεσαι...
ΜΠ: Όχι, στ' ορκίζομαι, ποτέ δεν υπήρξα μαζοχιστής!
ΝΤ: Ε, τότε, χώνεψέ το, πάρτο απόφαση και θα το ξεπεράσεις. Αφού ήρθαν έτσι τα πράματα, σημαίνει ότι δε μπορούσαν να 'ρθουνε διαφορετικά.
ΜΠ: Αυτό λέγεται μοιρολατρία.
ΝΤ: Λάθος μεγάλο. Λέγεται σοφία! Όταν εμφανίζεται παρόμοιο φαινόμενο, σημαίνει οτι κάποια αιτία το δημιουργεί. Κι αυτή την αιτία πρέπει να ερευνήσουμε.
ΜΠ: Ε, εγώ λοιπόν, αρνούμαι να ερευνήσω!
ΝΤ: Και τί μπορείς να κάνεις; Δηλαδή, πώς θα το αντιμετωπίσεις;
ΜΠ: Δε ξέρω τώρα. Θα σκεφτώ. Θα στείλω γράμματα στις εφημερίδες, θα πετάξω προκηρύξεις διαμαρτυρίας, θα γυρέψω να δω το Δήμαρχο κι αν είναι απασχολημένος, θα δω τους συμβουλάτορές του!
ΝΤ: Άστην εξουσία ν' αντιδράσει μόνη της. Στο κάτω-κάτω αναρωτιέμαι, έχεις δικαίωμα να μπερδεύεσαι ηθικά σ' αυτή την ιστορία; Στο ξαναλέω, συνεχίζω να πιστεύω πως είναι σχεδόν ανάξιο λόγου. Κατά τη γνώμη μου είναι τελείως παράλογο να σε πιάνει τόσο μεγάλος πανικός, επειδή μερικά ανθρωπάκια θελήσαν ν' αλλάξουνε πετσί. Ίσως και να μη νιώθανε πια ευχάριστα στο δικό τους. Είναι λεύτεροι λοιπόν να κάνουνε το κέφι τους! Δικός τους λογαριασμός!
ΜΠ: Το κακό πρέπει να χτυπηθεί στη ρίζα.
ΝΤ: Το κακό! Λόγια του αέρα! Ποιός ξέρει που βρίσκεται το κακό και που το καλό. Φυσικά έχουμε κάποιες προτιμήσεις, αλλά συ το μόνο που τρέμεις είναι ο εαυτούλης σου. Αυτή είναι η αλήθεια. Όσο για να γίνεις ρινόκερος, μη φοβάσαι, δε θα γίνεις ποτέ και να μου τρυπήσεις τη μύτη αν πέφτω έξω. Δεν έχεις κλίση, ταλέντο που λένε!
ΜΠ: Ωραίος είσαι! Πάρτονε στο γάμο σου να σου πει "και του χρόνου"! Αν οι ευθύνοντες κι οι συμπολίτες μας σκεφτόντουσαν σα και σένα, ζήτω που καήκαμε, ποτέ δε θ' αποφάσιζαν ν' αντιδράσουν.
ΝΤ: Δε φαντάζομαι πάντως, να σκέφτεσαι να ζητήσεις βοήθεια απ' το εξωτερικό; Είναι εσωτερική μας υπόθεση και θα 'ταν εθνικό λάθος ν' ανακατέψουμε ξένους!
ΜΠ: Εγώ πιστεύω στη διεθνή αλληλεγγύη...
ΝΤ: Λοιπόν, είσαι αδιόρθωτος Δον Κιχώτης! Δε το λέω αυτό με κακία κι ούτε γυρεύω να σε θίξω. Στο λέω για καλό και το ξέρεις! Γιατί διάβολε πρέπει πάση θυσία να ηρεμήσεις.
ΜΠ: Το ξέρω και σου ζητώ συγγνώμη, αλλά έχω τόσο μεγάλη αγωνία. Θα κοιτάξω να συμμορφωθώ. Ακόμα σχώρα με αν σε απασχολώ κι αν σε βάζω ν' ακούς τις ανόητες ασυναρτησίες μου. Χωρίς άλλο θα 'χεις δουλειά. Πήρατε την αίτησή μου γι' άδεια λόγω ασθενείας;
ΝΤ: Μη σε απασχολεί, τακτοποιήθηκαν όλα. Εξάλλου δε ξανάρχισε η δουλειά στο γραφείο.
ΜΠ: Ακόμα δε φτιάξανε τη σκάλα; Μα τί κάθονται και περιμένουν; Γι' αυτό πάμε από το κακό στο χειρότερο!
ΝΤ: Τώρα άρχισαν να την επιδιορθώνουν, αλλά δυστυχώς με πολύ αργό ρυθμό. Είναι τόσο δύσκολο να βρεις εργάτες στις μέρες μας. Έρχονται, τα συμφωνούμε, δουλεύουν μια-δυο ώρες κι ύστερα τα παρατάνε και μη τους είδατε, μη τους απαντήσατε. Γίνονται καπνός! Και φτου κι απ' την αρχή να ψάχνουμε καινούργιους εργάτες!
ΜΠ: Κι ύστερα διαμαρτύρονται πως υπάρχει ανεργία! Τουλάχιστον ελπίζω να μας φτιάξουνε τσιμεντένια σκάλα!
ΝΤ: Όχι, τη φτιάχνουνε πάλι από ξύλο, αλλά ξύλο πρώτης ποιότητας!
ΜΠ: Κατάλαβα, πάλι μπλεξίματα με τη ρουτίνα της διαχείρισης! Πετάνε τα εκατομμύρια δεξιά κι αριστερά κι όταν πρόκειται γι' απαραίτητη δαπάνη, τα ψιλοκοσκινίζουνε κι ισχυρίζονται πως δε διαθέτουνε απαιτούμενα κονδύλια. Δε θα 'ναι και τόσον ευχαριστημένος ο κος Παπιγιόν. Πάντα ονειρευότανε τσιμεντένια σκάλα. Τί λέει τώρα;
ΝΤ: Δεν λέει τίποτα. Υπέβαλε παραίτηση. Δε στο 'πα; Δεν έχουμε πια προϊστάμενο!
ΜΠ: Σοβαρά;
ΝΤ: Μα παιδάκια είμαστε;
ΜΠ: Δυσκολεύομαι να το πιστέψω. Μήπως παραιτήθηκε για τη ξύλινη σκάλα;
ΝΤ: Α μπα, δε νομίζω. Πάντως δεν ανέφερε στη παραίτησή του αυτό το λόγο!
ΜΠ: Τότε, ποιά μύγα τονε τσίμπησε ξαφνικά;
ΝΤ: Είπε πως ήθελε να ζήσει τα τελευταία του χρόνια στην εξοχή!
ΜΠ: Μα πήρε σύνταξη; Δε συμπλήρωσε όριο ηλικίας κι έπειτα πάντα ονειρευόταν να πάρει πρώτα το βαθμό του διευθυντή.
ΝΤ: Δε τον ενδιέφερε πια κανείς βαθμός. Είπε πως είχεν ανάγκη να ξεκουραστεί.
ΜΠ: Φαντάζομαι πόσο θα ενοχληθήκανε στη γενική διεύθυνση. Ήτανε βλέπεις το δεξί τους χέρι! Πού θα βρούνε τώρα άλλο να τον αντικαταστήσουν; Μα τί λέω; Για σε χαράς ευαγγέλια, με τόσα διπλώματα που διαθέτεις, άνοιξε η τύχη σου...
ΝΤ: Ε, λοιπόν, δε μπορώ να στο κρύψω άλλο, θα στο φανερώσω, άλλωστε το βρίσκω τόσο διασκεδαστικό. Απλούστατα έγινε ρινόκερος! Ανέκδοτο, ε;

   (Μακρινός θόρυβος ρινόκερων που περνάνε).

ΜΠ: Ρινόκερος; Ο κος Παπιγιόν ρινόκερος; Α! Άλλο και τούτο πάλι! Ποιός το περίμενε; Και το βρίσκεις αστείο; Εγώ το βρίσκω τραγικό! Και γιατί άργησες τόσο να μου το πεις;
ΝΤ: Βλέπεις; Το χιούμορ σου λείπει εντελώς. Δίσταζα να στο πω γιατί, όπως σε ξέρω σα κάλπικη δεκάρα, περίμενα ότι δε θα το 'βρισκες αστείο! Θα 'τανε για σένα νέο χτύπημα, με την ευαισθησία που σε δέρνει...
ΜΠ: (σηκώνοντας τα χέρια στον ουρανό) Αυτό πια ξεπερνά κάθε όριο: ο κος Παπιγιόν; Κι είχε τόσον αξιοζήλευτη θέση...
ΝΤ: Ένας λόγος παραπάνω να δεχτούμε πως ίσως πάντα ονειρευόταν να μεταμορφωθεί!
ΜΠ: Όχι! Δε πήγε γυρεύοντας, αποκλείεται! Είμαι σίγουρος ότι εξαναγκαστικά μεταμορφώθηκε!
ΝΤ: Όσο γι' αυτό, ποιός ξέρει! Είναι σχεδόν ουτοπία να ζητάμε να μάθουμε τις κρυφές επιθυμίες των ανθρώπων. Γιατί παίρνουνε μιαν ή άλλην απόφαση!
ΜΠ: Χαρά στην απόφαση! Με την αλλαγή δείχνει ότι κάτι μέσα του δε πήγαινε καλά. Θα 'χε κρυφά συμπλέγματα στο υποσυνείδητο! Θα 'πρεπε να κάνει ψυχανάλυση!
ΝΤ: Ακόμα κι αν πρόκειται γι' αλλαγή, είναι αρκετά αποκαλυπτική. Όπως βλέπεις έκαστος βρίσκει λύτρωση όπου μπορεί...
ΜΠ: Παρασύρθηκε. Γι' αυτό είμαι βέβαιος!
ΝΤ: Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να το πάθει οποιοσδήποτε!
ΜΠ: (τρομοκρατημένος) Οποιοσδήποτε; Α, όχι, όχι, παρακαλώ. Συ αποκλείεται έτσι δεν είναι; Αποκλείεται! Το ίδιο κι εγώ...
ΝΤ: Το ελπίζω!
ΜΠ: Επαναστατεί όλη μας η ύπαρξη, έτσι δεν είναι; Σε ρωτώ έτσι δεν είναι; Γιατί δεν απαντάς; Έτσι δεν είναι;
ΝΤ: Μα, βέβαια, βέβαια...
ΜΠ: (ησυχάζει λίγο) Που να πάρει! Πίστευα πως ο κος Παπιγιόν θα 'χε τη δύναμη ν' αντισταθεί λίγο περισσότερο! Πίστευα πως είχε πιο σταθερό χαρακτήρα. Κι έπειτα δε βλέπω ποιο συμφέρον τον έσπρωξε, ποιο υλικό ή ηθικό συμφέρον.
ΝΤ: Δε το 'κανε από κανένα συμφέρο... Αυτό είναι ολοφάνερο!
ΜΠ: Σίγουρα! Αλλ' αυτό ελαφρώνει ή επιβαρύνει την απόφασή του; Μάλλον την επιβαρύνει, γιατί αν διάλεξε τούτο το δρόμο μόνο γιατί του 'κανε κέφι, τότε είμαι βέβαιος ότι κι ο κος Μποτάρ θα πρέπει να 'κρινε τη συμπεριφορά του με μεγάλη αυστηρότητα. Αυτός τί είπε; Πώς έκρινε τον προϊστάμενό του;
ΝΤ: Ο καημένος ο κύριος Μποτάρ, το πήρε προσωπική προσβολή! Αγανάκτησε! Σπάνια έχω δει άνθρωπο τόσο εξαγριωμένο!
ΜΠ: Αυτή τη φορά, τί τα θες, τονε δικαιολογώ απόλυτα. Βέβαια! Αποδεικνύεται τελικά πως ο Μποτάρ είναι σημαντικός άνθρωπος. Άνθρωπος με μυαλό! Κι εγώ που συχνά τον έκρινα τόσον άσχημα!
ΝΤ: Κι εκείνος με τον ίδιο τρόπο έκρινε σένα.
ΜΠ: Ορίστε, το βλέπεις πόσο είμαι αντικειμενικός στο φαινόμενο που 'κανε τελευταία τη ζωή μας πατίνι; Και μη ξεχνάς, ότι ούτε συ εκτιμούσες ιδιαίτερα τον Μποτάρ!
ΝΤ: Δεν είναι αλήθεια ότι δεν τον εκτιμούσα ιδιαίτερα. Όχι! Απλούστατα συχνά διαφωνούσα μ' όσα έλεγε. Ο σκεπτικισμός, η δυσπιστία του, ότι απέρριπτε κάθε θρησκεία, όλες αυτές οι θεωρίες συχνά με δυσαρεστούσαν. Οφείλω να μολογήσω ότι κι αυτή τη φορά δεν ενέκρινα απόλυτα την αναστάτωσή του!
ΜΠ: Δε την ενέκρινες; Γιατί; Μόνο για να του πας κόντρα;
ΝΤ: Όχι ακριβώς. Η σκέψη μου, η κρίση μου, στη παρούσα περίπτωση, πώς να το κάνουμε, είχανε πολύ περισσότερες αποχρώσεις, που συ με τίποτα δε θα μπορούσες να τις πιστέψεις. Κι αυτό γιατί, στη πραγματικότητα ο Μποτάρ, δεν είχε ποτέ του θετικά, αντικειμενικά επιχειρήματα. Στο ξαναλέω δε σημαίνει πως επιδοκιμάζω όλους όσους μεταμορφωθήκανε σε ρινόκεροι, κάθε άλλο. Ούτε μια στιγμή μη σου περάσει απ' το νου! Μονάχα να, η στάση του Μποτάρ ήτανε πάντα τόσο παθιασμένη, τόσον έξαλλη, που εύκολα καταλάβαινες το υπόστρωμα. Όσο κι αν το 'κρυβε, είμαι σίγουρος, του 'βγαινε το μίσος που 'νιωθε για τους ανώτερούς του! Πολύ απλό λοιπόν! Σύμπλεγμα κατωτερότητας και μνησικακίας. Ύστερα, μιλούσε συνεχώς με κλισέ! Αντέγραφε, παπαγάλιζε τους άλλους. Κάτι τέτοιοι άνθρωποι δεν μ' αγγίζουνε στο ελάχιστο!
ΜΠ: Εγώ πάντως αυτή τη φορά, χωρίς να σου κακοφανεί, συμφωνώ απόλυτα με τον Μποτάρ. Μπράβο στον Μποτάρ. Απέδειξε πως είναι σπουδαίος άνθρωπος! Και πολύ σπουδαίος μάλιστα!
ΝΤ: Δε τ' αρνούμαι... αλλ' αυτό δε σημαίνει τίποτα!
ΜΠ: Μάλιστα αγαπητέ, πολύ σπουδαίος άνθρωπος ο Μποτάρ. Σήμερα δε βρίσκεις εύκολα τέτοιους ανθρώπους. Ανθρώπους που να μη πετάνε στα σύννεφα! Ένας σπουδαίος άνθρωπος που πατούσε στη γη με τα τέσσερα! Συγχώρα με, τα δυο πόδια θέλω να πω. Είμαι πανευτυχής που νιώθω απόλυτα σύμφωνος μαζί του. Μόλις τονε δω θα τονε συγχαρώ ολόψυχα! Όσο για τον κο Παπιγιόν, τονε καταδικάζω ολόψυχα! Είχε καθήκον να μην υποκύψει!
ΝΤ: Αδιάλλακτος που 'σαι! Ίσως ο κος Παπιγιόν να 'νιωσε βαθύτερη ανάγκη να ξεδώσει λίγο, ύστερα από τόσα χρόνια καθιστικής ζωής!
ΜΠ: Κι εσύ διαθέτεις βαθύτερη ανάγκη για υπερβολικήν ευρύτητα πνεύματος!
ΝΤ: Αγαπητέ πρέπει πάντα να δείχνουμε κατανόηση! Κι όποιος θέλει να εξηγήσει την ύπαρξη ενός φαινομένου και τις συνέπειές του, πρέπει ν' αναζητήσει με τη σκέψη, αντικειμενικά και τίμια, τις αιτίες που το προκάλεσαν. Έχουμε υποχρέωση να προσπαθήσουμε, γιατί είμαστε όντα που διαθέτουν νου! Άνθρωποι που σκέφτονται! Στο ξαναλέω κι εγώ δε τα κατάφερα και δε ξέρω αν στο τέλος τα καταφέρω. Αλλά όπως και να 'χει, για να ξεκινήσεις θα πρέπει να 'σαι ευνοϊκά προκατειλημμένος κι αν όχι, να 'σαι τουλάχιστον αντικειμενικά ουδέτερος. Να διαθέτεις ανοιχτό πνεύμα! Χαρακτηριστικό επιστημονικής νοοτροπίας! Όλα εξηγούνται με λογική. Κι όταν έχεις κατανόηση πάντα βρίσκεις δικαιολογίες.
ΜΠ: Σε βλέπω πολύ σύντομα να συνοδοιπορείς με τους ρινόκερους!
ΝΤ: Μα τί είναι αυτά που λες; Ποτέ δε θα φτάσω ως εκεί. Απλούστατα είμαι απ' τους ανθρώπους που θέλουν να βλέπουνε την αλήθεια κατάματα και ψύχραιμα. Δεν μ' αρέσουν όσοι κρύβονται πίσω απ' το δάχτυλό τους. Θέλω να 'μαι ρεαλιστής. Κι ακόμα πιστεύω πως στη φύση δεν υπάρχει αληθινή διαστροφή. Αλίμονο σε κείνον που βλέπει παντού κακό κι ανωμαλία. Μου θυμίζει ιερά εξέταση.
ΜΠ: Με λίγα λόγια, βρίσκεις φυσικό ό,τι συμβαίνει;
ΝΤ: Τι πιο φυσικό από ένα ρινόκερο;
ΜΠ: Ναι αλλά ένας άνθρωπος που γίνεται ρινόκερος, ασυζητητί, είναι κάτι το αφύσικο!
ΝΤ: Ω! Ασυζητητί! Ας μην υπερβάλλουμε κιόλας...
ΜΠ: Υπερβάλλουμε; Μα γι' αυτό δε χωρά κουβέντα. Είναι αφύσικο! Εντελώς αφύσικο!
ΝΤ: Μ' αρέσει, ξέρεις, η σιγουριά σου. Μπορείς να μου πεις πού σταματά αυτό που λέμε φυσικό και πού αρχίζει το αφύσικο; Μπορείς να προσδιορίσεις τις έννοιες φυσικό κι αφύσικο; Η φιλοσοφία, ακόμα κι η ιατρική, δε κατάφεραν μέχρι σήμερα να λύσουνε το πρόβλημα, ούτε και κανείς άλλος. Γι' αυτό το θέμα, τουλάχιστον; Θα 'πρεπε να 'σαι καλά πληροφορημένος!
ΜΠ: Ίσως να μη μπορούμε ν' αγνοήσουμε φιλοσοφικά το πρόβλημα, αλλά πρακτικά είναι παιγνιδάκι. Πρακτικά είναι φανερό ότι ρινοκερίτιδα δεν υπάρχει κι όμως οι ρινόκεροι αυξάνουνε, πληθαίνουνε, προχωράνε και προχωράνε και προχωράνε! (Αρχίζει να περπατά απ' τη μιαν άκρη του δωματίου μέχρι την άλλη) Προχωράν αυτοί; Προχωράμε και μεις και σε μια στιγμή αναφωνούμε όπως ο Γαλιλαίος: «Κι όμως κινείται».
ΝΤ: Τα 'χεις κάνει ρώσικη σαλάτα στο κεφάλι σου. Διάβολε μη τα μπερδεύεις. Στη περίπτωση του Γαλιλαίου συνέβαινε το αντίθετο. Η θεωρητική επιστημονική σκέψη είχε δίκιο ενάντια στο κοινό νου και στο δογματισμό!
ΜΠ: (λίγο χαμένος) Μα τί παραμυθάκια αραδιάζεις; Κοινός νους, δογματισμός, πράσσειν άλογα. Λόγια και πάλι λόγια! Ίσως τ' ανακατεύω λίγο στο κεφάλι μου, αλλά συ τα 'χεις ολωσδιόλου χαμένα. Δε ξεχωρίζεις καν το φυσικό απ' το αφύσικο. Όσο για το Γαλιλαίο, πολύ που σκοτίστηκα, ξέρεις που τον έχω γραμμένο!
ΝΤ: Συ τον ανέφερες πρώτος αγαπητέ. Συ τοποθέτησες έτσι το πρόβλημα και μάλιστα ισχυρίστηκες ότι η πρακτική έχει πάντα τη τελευταία λέξη. Κι ίσως να την έχει, αλλά μόνον όταν πηγάζει απ' τη θεωρία. Η ιστορία της επιστήμης και της σκέψης περίτρανα το αποδεικνύει.
ΜΠ: (όλο και πιο εκτός εαυτού) Δεν αποδεικνύει απολύτως τίποτα, όλ' αυτά είναι μια τρύπα στο νερό, αλαμπουρνέζικα, παραλογισμοί, παλαβομάρες!
ΝΤ: Θα μπορούσες να μου προσδιορίσεις τί είναι παλαβομάρα;
ΜΠ: Παλαβομάρα είναι η τρέλα. Να! Κι η τρέλα είναι νέτα σκέτα η λόξα! Σε κουβέντα να βρισκόμαστε; Τί είναι λόξα το ξέρει πια κι η γάτα μου! Για λέγε μου τώρα, οι ρινόκεροι πού ανήκουνε, στη θεωρία ή στη πράξη;
ΝΤ: Και στο ένα και στο άλλο.
ΜΠ: Πώς γίνεται και στο ένα και στο άλλο;
ΝΤ: Το θέμα σηκώνει συζήτηση.
ΜΠ: Ε, λοιπόν, όχι. Εγώ αρνούμαι να σκεφτώ και να συζητήσω άλλο.
ΝΤ: Μα γιατί στα καλά καθούμενα αφρίζεις; Αν διαφωνούμε σε κάτι, μπορούμε να το συζητήσούμε πολιτισμένα κι ήρεμα. Οι άνθρώποι πρέπει πάντα να συζητάνε πολιτισμένα!
ΜΠ: (τρομοκρατημένος) Αλήθεια πιστεύεις ότι αφρίζω; Μήπως παραφέρομαι κι εγώ σα το... Α! Όχι! Όχι, δε θέλω να καταντήσω σα το Ζαν, να λείπει το βύσσινο! (Ηρεμεί κάπως) Εγώ δε ξέρω πολλά από φιλοσοφία. Δεν έκανα ιδιαίτερες σπουδές. Εσύ έχεις μαζέψει διπλώματα και διπλώματα. Γι' αυτό είσαι σε θέση να συζητάς με τόσην άνεση. Δε ξέρω τι να σου απαντήσω, με στριμώχνεις άσχημα και τα χάνω. (Ο θορυβος που κανουν οι ρινόκεροι, που περνάνε πρώτα κάτω από το παράθυρο του βάθους κι ύστερα κάτω από το παράθυρο που βρίσκεται στο προσκήνιο, όλο και δυναμώνει) Αλλά, είναι κάτι που το νιώθω μέσα μου: Έχεις άδικο. Είναι κάτι που το αισθάνομαι από ένστικτο. Όόχι, γράψε λάθος. Ένστικτο διαθέτουνε κι οι ρινόκεροι. Το αισθάνομαι από διαίσθηση, αυτή είναι η λέξη, τη βρήκα: από διαίσθηση.
ΝΤ: Όταν λες διαίσθηση, τί εννοείς;
ΜΠ: Διαίσθηση θα πει ότι... έτσι, να... το διαισθάνομαι, βρε παιδάκι μου, το νιώθω, να, τώρα ας πούμε, όταν δείχνεις υπερβολική ανεκτικότητα, μεγαλόκαρδη κατανόηση. Στη πραγματικότητα, πίστεψέ με, φανερώνεις αδυναμία ή πιο σωστά, εθελοτυφλείς!
ΝΤ: Αν πιστεύεις κάτι τέτοιο, είσαι πολύ αφελής!
ΜΠ: Αφελής; Από δω το πας, από κει το φέρνεις, στο τέλος πάντα με αποστομώνεις. Λοιπόν, θα προσπαθήσω να βρω το φίλο μου τον Σοφολογιότατο!
ΝΤ: Ποιό Σοφολογιότατο;
ΜΠ: Τον Σοφολογιότατο. Ένα φιλόσοφο, έναν ορθολογιστή. Τί νόμισες; Ξέρεις καλύτερα από μένα τί θα πει ορθολογιστής; Θα βρω λοιπόν το φίλο το Σοφολογιότατο, αυτόν που μας εξήγησε ότι...
ΝΤ: Τί σας εξήγησε;
ΜΠ: Μας εξήγησε πως οι ρινόκεροι της Ασίας είναι απ' την Αφρική κι οι ρινόκεροι της Αφρικής είναι απ' την Ασία.
ΝΤ: Λίγο ακαταλαβίστικο!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Όχι, όχι, λάθος. Το αντίθετο απέδειξε. Της Αφρικής, είναι απ' την Ασία και της Ασίας, είναι.... Μα τί αρλούμπες λέω; Αλλιώς τα τεκμηρίωσε. Τελοσπάντων θα τονε βρω και βγάλτα πέρα συ μαζί του. Έχει ξέρεις, το δικό σου στιλ. Πολύ κύριος, διανοούμενος, πανέξυπνος, πολυμαθέστατος.

   (Ο θόρυβος που κάνουν οι ρινόκεροι όλο και δυναμώνει. Τα λόγια τους πνίγονται μες στους βρυχηθμούς των θηρίων, που τώρα περνάνε κάτω κι απ' τα δυο παράθυρα. Για λίγες στιγμές τους βλέπουμε να κουνάνε τα χείλια αλλά δεν ακούμε απολύτως τίποτα).

ΜΠ: Βρε καλώς τους, μου ξανάρθανε! Α! Μα δε κουράζονται οι καταραμένοι συνεχώς να κόβουνε βόλτες; (Τρέχει στο παράθυρο του βάθους) Φτάνει πια. Βγάλτε το σκασμό, παχύδερμα, ε, παχύδερμα!

   (Οι ρινόκεροι ξαναφεύγουνε και τους δείχνει τη γροθιά του).

ΝΤ: (καθιστός) Λοιπόν, πολύ θα 'θελα, να γνωρίσω το Σοφολογιότατό σου! Αν είχε την ευγένεια να μου ξεκαθαρίσει αυτά τα τόσο δύσκολα σημεία κι αρκετά σκοτεινά. Αχ μα τη πίστη μου, θα το δεχόμουν με μεγάλη χαρά...
ΜΠ: (τρέχει στο παράθυρο) Καλά καλά θα κοιτάξω να τονε φέρω να στα ξεκαθαρίσει. Ε, θα δεις και μόνος σου, πρόκειται για διακεκριμένη προσωπικότητα. (προς τους ρινόκερους) Παχύδερμα!
ΝΤ: Μα τί σε πειράζει αν κόβουνε βόλτες; Δε μπορείς να 'σαι λίγο πιο ευγενικός. Δε μιλάνε τόσο χυδαία σε πλάσματα σαν και...
ΜΠ: (στο παράθυρο) Νάτοι πάλι οι αφορεσμένοι! Νάτοι! (Στο παράθυρο μπρος βλέπουμε να κινείται ένα ψαθάκι περασμένο στο κέρατο ενός ρινόκερου και να χάνεται πολύ γρήγορα δεξιά). Αυτό πάλι... Κοίτα πράματα! Ένα ψαθάκι καρφωμένο στο κέρατο ενός ρινόκερου! Τί άλλο ακόμα θα δούνε τα μάτια μας! Ψαθάκι; Χριστός κι Απόστολος, αυτό είναι το ψαθάκι του Σοφολογιότατου! Τόμπολα! Τώρα τα πιάσαμε τα λεφτά μας. Ο Σοφολογιότατος έγινε ρινόκερος! Σκατά κι απόσκατα!
ΝΤ: Αυτός δεν είναι λόγος να γίνεσαι χυδαίος!
ΜΠ: Σε ποιόν μπορείς τώρα πια να 'χεις εμπιστοσύνη; Ω, Θεέ μου! Να εμπιστευτείς ποιόν; Ο Σοφολογιότατος ρινόκερος!
ΝΤ: (προχωρώντας προς το παράθυρο) Πού είναι;
ΜΠ: Να, αυτός εκεί... Τονε βλέπεις;
ΝΤ: Είναι ο μοναδικός ρινόκερος που φορά ψαθάκι! Καταπληκτικό! Σίγουρα είναι ο Σοφολογιότατός σου;
ΜΠ: Ρινόκερος ο Σοφολογιότατος!
ΝΤ: Πάντως όπως βλέπεις, διατήρησε μιαν ανάμνηση της παλιάς του προσωπικότητας!
ΜΠ: (δείχνοντας πάλι τη γροθιά προς τη μεριά του ρινόκερου με το ψαθάκι, που τώρα έχει εξαφανιστεί) Όχι, εμένα δε θα με καταφέρετε. Εγώ δε θα γίνω σα και σας!
ΝΤ: Αν όπως μου λες, ήταν αυθεντικός διανοούμενος ορθολογιστής, θα 'ταν αδύνατο ν' αφεθεί να τονε παρασύρει το ρεύμα. Θα πρέπει να ζύγισε πολύ προσεχτικά τα υπέρ και τα κατά, πριν κάνει την εκλογή του!
ΜΠ: (φωνάζει από το παράθυρο πάντα, προς τη μεριά του πρώην Σοφολογιότατου και των άλλων ρινόκερων που τώρα έχουν απομακρυνθεί) Όχι δε θα σας κάνω το χατίρι! Δε θα με καταφέρετε! Δε θα γίνω σα κι εσάς!
ΝΤ: (κάθεται αναπαυτικά στη πολυθρόνα) Η περίπτωση πάντως, σηκώνει μεγάλη συζήτηση.

   (Ο Μπερανζέ κλείνει το παράθυρο, που ναι στο προσκήνιο και πάει στο παράθυρο του βάθους απ' όπου περνάνε κι άλλοι ρινόκεροι. Είναι ολοφάνερο ότι κάνουνε το γύρο του σπιτιού. Ανοίγει το παράθυρο και φωνάζει).

ΜΠ: Τ' ακούτε; Όχι. Εγώ δε θα γίνω σα κι εσάς!
ΝΤ: (μόνος στη πολυθρόνα) Πάνε κι έρχονται γύρω από το σπίτι. Παίζουνε! Σα μεγάλα παιδιά. (Πριν από λίγο έχει φανεί κι η Ντέζη. Τη βλέπουμε αριστερά, ν' ανεβαίνει τα τελευταία σκαλιά και να χτυπά τη πόρτα. Κρατά στο χέρι της καλάθι) Κάποιος είναι Μπερανζέ, σου χτυπάνε. (Τονε τραβά απ' το μανίκι, που είναι στο παράθυρο).
ΜΠ: (φωνάζει στους ρινόκερους) Αφού δε ντρέπεστε, τί να σας πω; Εγώ με τέτοιο μασκαριλίκι, θα 'θελα ν' ανοίξει η γη να με καταπιεί! Αίσχος! Αίσχος!
ΝΤ: Σου χτυπάνε Μπερανζέ, κουφάθηκες;
ΜΠ: Άνοιξε συ σε παρακαλώ. (Συνεχίζει να κοιτά προς τη μεριά των ρινόκερων που απομακρύνονται αδιάφοροι για ό,τι άλλο συμβαίνει. Ο Ντιντάρ ανοίγει τη πόρτα).
ΝΤΕΖΗ: Καλημέρα, κε Ντιντάρ.
ΝΤΙΝΤΑΡ: Μπα, μπα, μπα.. Σεις, δις Ντέζη;
ΝΤΕΖΗ: Ο Μπερανζέ δεν είναι δω; Πάει καλύτερα;
ΝΤΙΝΤΑΡ: Πολύ καλημέρα σας αγαπητή δις, όπως βλέπω, ερχόσαστε ταχτικά στο σπίτι του Μπερανζέ...
ΝΤΕΖΗ: Πού είναι;
ΝΤΙΝΤΑΡ: Νάτος, εκεί είναι.
ΝΤΕΖΗ: Ο φτωχούλης! Δεν έχει κανένα στον κόσμο. Κι όπως είναι αρρωστούλης τελευταία  πρέπει κάποιος να τονε φροντίσει μια στάλα!
ΝΤΙΝΤΑΡ: Είστε μια πολύ καλή φίλη και συνάδελφος, δις Ντέζη!
ΝΤΕΖΗ: Όσο για καλή συνάδελφος, συμφωνώ.
ΝΤΙΝΤΑΡ: Κι έχετε χρυσή καρδιά!
ΝΤΕΖΗ: Είμαι μια καλή συνάδελφος, τίποτα παραπάνω!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: (γυρνώντας χωρίς να κλείσει το παράθυρο) Ω! την αγαπητή μας δίδα Ντέζη! Πολύ ευγενικό να περάσετε να με δείτε, είστε πράγματι αξιολάτρευτο πλάσμα.
ΝΤΙΝΤΑΡ: Αυτό να λέγεται!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Δυστυχώς νέο κρούσμα δις Ντέζη: ο Σοφολογιότατος, ο ορθολογιστής, προσεχώρησε κι αυτός στο νέο κύμα!
ΝΤΕΖΗ: Το ξέρω. Τον είδα πριν λίγο, όπως ερχόμουνα στη λεωφόρο! Έτρεχε με μεγάλη ζωτικότητα για άνθρωπο που 'χει τα χρονάκια του. Αλλά σεις πώς είστε; Είστε καλύτερα κε Μπερανζέ;
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Το κεφάλι μου, πάντα το κεφάλι! Τρομαχτικός πονοκέφαλος, αλλά είναι φυσικό. Καταντήσανε θρίλερ, όλ' αυτά που συμβαίνουνε γύρω μας. Τί λέτε και σεις;
ΝΤΕΖΗ: Εγώ λέω ότι πρέπει να ξεκουραστείτε, αυτό λέω, να μείνετε στο σπιτάκι σας λίγες μέρες, φρόνιμα-φρόνιμα σα καλό παιδάκι!
ΝΤΙΝΤΑΡ: Ελπίζω να μη σας ενοχλεί η παρουσία μου;
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: (στη Ντέζη) Έτσι που λες, πάει κι ο Σοφολογιότατος! Τί σκέφτεσαι;
ΝΤΕΖΗ: (στον Ντιντάρ) Γιατί να μας ενοχλεί; Καθόλου. (Στον Μπερανζέ) Α, ναι; πάει κι ο Σοφολογιότατος. Τί να πω; Προσπαθώ να μη το σκέφτομαι.
ΝΤΙΝΤΑΡ: Ίσως εγώ... να περισσεύω... εσείς οι δυο...
ΝΤΕΖΗ: (στον Μπερανζέ) Και γιατί να το σκέφτομαι; Θέλετε τώρα να μάθετε και το τελευταίο συνταραχτικό νέο; Ο Μποτάρ... Κι ο Μποτάρ έγινε ρινόκερος!
ΝΤΙΝΤΑΡ: Σοβαρά;
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Αδύνατον! Αυτός ήταν αντίθετος με την αλλαγή. Κάποιο λάθος θα κάνεις. Θα τον μπερδεύεις με κανέναν άλλο. Αυτός έσχιζε τα ιμάτιά του! Μόλις πριν από λίγο μου το 'λεγε ο Ντιντάρ. Έτσι δεν είναι, πριν λίγο δεν το 'λεγες;
ΝΤΙΝΤΑΡ: Ναι... το 'λεγα...
ΝΤΕΖΗ: Το ξέρω ήταν αντίθετος με την αλλαγή, αλλά τί τα θέλετε; Μόλις εικοστέσσερις ώρες μετά τη μεταμόρφωση του κου Παπιγιόν έγινε κι αυτός ρινόκερος! Τονε παρέσυρε κι αυτόν το νέο κύμα!
ΝΤΙΝΤΑΡ: Τί να γίνει; Θ' άλλαξε γνώμη. Η αλλαγή φοριέται κατά κόρον τελευταία, το δικαίωμα της εξέλιξης ανήκει σ' όλο τον κόσμο!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Μα τότε... τότε, θα πρέπει όλα να τα περιμένουμε!
ΝΤΙΝΤΑΡ: Πολύ σημαντικός άνθρωπος... Έτσι δε με βεβαίωνες πριν λίγο;
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Δυσκολεύομαι να το πιστέψω... Μήπως σου 'πανε ψέματα;
ΝΤΕΖΗ: Ψέματα; Μπρος στα μάτια μου μεταμορφώθηκε!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Τότε σας ξεγέλασε! Έπαιζε θέατρο, έκανε πως μεταμορφώθηκε στα ψέματα.
ΝΤΕΖΗ: Όπως τον είδα, δεν έπαιζε διόλου θέατρο, ήταν αληθινός κι αυθεντικότατος!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Σας έδωσε κάποια... λογική εξήγηση;
ΝΤΕΖΗ: Επαναλαμβάνω κατά λέξη τα λόγια του: "Πρέπει να ακολουθούμε τα ρεύματα της εποχής" Αυτή ήταν η τελευταία του ανθρώπινη φράση!
ΝΤΙΝΤΑΡ: Ήμουν σχεδόν βέβαιος πως θα σας συναντούσα εδώ, δις Ντέζη!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: «Ν' ακολουθούμε τα ρεύματα της εποχής»! Νοοτροπία να σου πετύχει! Να! (Κάνει μια μεγάλη μούτζα)
ΝΤΙΝΤΑΡ: Απ' τη μέρα που 'κλεισε το γραφείο, ήξερα ότι θα 'ταν αδύνατο να σας συναντήσω κάπου αλλού!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Τέτοια μωροπιστία... (Ίδια χειρονομία) Πάρτα!
ΝΤΕΖΗ: Αν θέλατε να με δείτε, μπορούσατε να μου τηλεφωνήσετε.
ΝΤΙΝΤΑΡ: Ω! Είμαι διακριτικός... δε μ' αρέσει να ενοχλώ, δις Ντέζη...
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ε! λοιπόν, τώρα που το καλοσκέφτομαι, δε ξαφνιάζομαι καθόλου για την επιλογή του Μποτάρ. Η σταθερότητα στα πιστεύω του ήτανε τελείως επιφανειακή. Αυτό βέβαια δε τον εμπόδιζε να 'ναι ή πιο σωστά να υπάρξει, σπουδαίος άνθρωπος. Οι σπουδαίοι άνθρωποι, γίνονται και σπουδαίοι ρινόκεροι! Καθώς διαθέτουνε καλή πίστη, εύκολα πιάνονται κορόιδα...
ΝΤΕΖΗ: Συγγνώμη, ν' αφήσω το καλάθι στο τραπέζι. (Βάζει το καλάθι στο τραπέζι)
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: ...Σπουδαίος άνθρωπος, αλλά είχε και τις μικροκακίες του!
ΝΤΙΝΤΑΡ: (τρέχοντας να βοηθήσει τη Ντέζη ν' ακουμπήσει το καλάθι) Με συγχωρείτε, και τους δυο μας δηλαδή, θα 'πρεπε απ' ώρα να σας απαλλάξουμε απ' το φορτίο.
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: ...Αυτός μεταμορφώθηκε από μίσος προς τ' αφεντικά. Το κατεστημένο! Μίσος προς την εξουσία!
ΝΤΙΝΤΑΡ: Πάλι λάθος συλλογισμός! Ακολούθησε κατά γράμμα τον προϊστάμενό του. «Το ίδιο όργανο της εκμετάλλευσης», όπως πολύ συχνά τον αποκαλούσε! Αντίθετα, πιστεύω ότι σ' αυτόν, νίκησε, τελικά, το πνεύμα «για το γενικό καλό του συνόλου». Αυτό νίκησε μέσα του τις αναρχικές του παρορμήσεις!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Αναρχικοί είναι οι ρινόκεροι! Μια μικρή μειοψηφία αναρχικών!
ΝΤΙΝΤΑΡ: Για την ώρα συμφωνώ. Είναι μειοψηφία...
ΝΤΕΖΗ: Μια μειοψηφία όμως αρκετά σημαντική, που όλο και δυναμώνει. Ο ξάδελφός μου έγινε ρινόκερος και σε λίγο τον ακολούθησε κι η γυναίκα του. Ακόμα διάβασα για έναν εκφωνητή τής ΤΙ-ΒΙ, που μεταμορφώθηκε καθώς έλεγε το δελτίο καιρού!
ΝΤΙΝΤΑΡ: Ένας εκφωνητής;
ΝΤΕΖΗ: Πάνω στα βαρομετρικά χαμηλά!
ΝΤΙΝΤΑΡ: Να μου το θυμηθείτε, πολύ σύντομα η μόδα θα ξαπλωθεί και σ' άλλες χώρες.
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Και να σκεφτείς ότι ο λιμός ξεκίνησε από δω!
ΝΤΕΖΗ: Έχουμε κι αριστοκράτές... Το Δούκα του Σαιν Σιμόν...
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: (σηκώνει τα χέρια ψηλά) Ε πάει, πήρε το ποτάμι και τους κλασικούς!
ΝΤΕΖΗ: Και πολλούς άλλους ακόμα! Ουκ έστιν αριθμός! Λένε πως στη πόλη, μεταμορφώθηκε, σχεδόν το ένα τέταρτο!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Πάντως, για την ώρα, είμαστε πλειοψηφία. Αντί να κουβεντιάζουμε λοιπόν, ας επωφεληθούμε να οργανωθούμε πριν μας καταποντίσουνε!
ΝΤΙΝΤΑΡ: Είναι απίστευτα δυναμικοί... απίστευτα...
ΝΤΕΖΗ: Δεν τους παρατάμε στην ησυχία τους, λέω γω και να καθήσουμε να φάμε. Σας έφερα αρκετές νοστιμιές!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Πολύ ευγενικό από μέρους σας, δις Ντέζη!
ΝΤΙΝΤΑΡ: Ναι, πολύ ευγενικό...
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Δεν ξέρω πώς να σας ευχαριστήσω...
ΝΤΕΖΗ: Κε Ντιντάρ, θέλετε να τσιμπήσετε κάτι μαζί μας;
ΝΤΙΝΤΑΡ: Δεν θα 'θελα. Φοβάμαι μήπως σας ενοχλήσω.
ΝΤΕΖΗ: Μα τί λέτε κε Ντιντάρ; Το ξέρετε ότι θα μας δώσετε πολύ μεγάλη χαρά!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Παρακάλια θες, Ντιντάρ. Αφού το ξέρεις ότι η παρουσία σου μας είναι πάντα ευχάριστη.
ΝΤΙΝΤΑΡ: Εγώ το'χω σαν αρχή να μη γίνομαι φόρτωμα ποτέ. Εξάλλου...
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Πάλι τα ίδια... Θα σταματήσεις; Είπαμε; η παρουσία σου μας είναι πολύ ευχάριστη!
ΝΤΙΝΤΑΡ: Να... είμαι και λίγο βιαστικός... Έχω δώσει ραντεβού και...
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Πριν λίγο έλεγες ότι δε βιαζόσουνα καθόλου...
ΝΤΕΖΗ: (βγάζοντας τα φαγώσιμα απ' το καλάθι) Μου βγήκε η ψυχή ξέρετε, να βρω κάτι να τρώγεται. Πέσανε στα μαγαζιά σα τις ακρίδες! Καταβροχθίζουνε τα πάντα! Πολλά κατεβάσανε τα ρολά. Άλλα κρεμάσανε πινακίδες «Κλειστόν λόγω ρινοκερίτιδας».
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Θα 'πρεπε να τους κλείσουνε σε μεγάλες μάντρες κι εκεί να ζούνε, κάτω από αυστηρό έλεγχο πειθαρχίας!
ΝΤΙΝΤΑΡ: Δε το βλέπω και πολύ εφαρμόσιμο το σχέδιό σου. Πρώτη και καλύτερη θα το απέρριπτε η εταιρεία προστασίας ζώων !
ΝΤΕΖΗ: Έπειτα, ας μη ξεχνάμε ότι πολλοί έχουνε κάποιο στενό συγγενή, ένα φίλο που μεταλλάχτηκε σε ρινόκερο. Αυτό μτεερδεύει ακόμα περισσότερο τα πράματα!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Όλος ο κόσμος λοιπόν, συμμετέχει σ' αυτή τη βρομερή ιστορία;
ΝΤΙΝΤΑΡ: Καλώς ή κακώς, όλοι είναι συνεργοί!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Μα είναι ανήκουστο! Ανήκουστο! Πώς μπορούνε να γίνονται ρινόκεροι... (Στη Ντέζη) Μήπως θες να σε βοηθήσω να ετοιμάσεις τραπέζι;
ΝΤΕΖΗ: Όχι, όχι, μη κουράζεσαι, θα βρω μόνη μου ό,τι χρειάζεται. (Πάει στο ντουλάπι και παίρνει τα σερβίτσια).
ΝΤΙΝΤΑΡ: Όπως βλέπω, ξέρει το σπίτι με κάθε λεπτομέρεια...
ΝΤΕΖΗ: Κε Ντιντάρ, ετοιμάζω για τρεις. Θα μείνετε να φάμε, έτσι;
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Θα μείνεις, μη το κάνουμε τώρα ανατολικό ζήτημα. Θα μείνεις!
ΝΤΕΖΗ: Λοιπόν, όλα είναι μια συνήθεια. Τώρα, κανείς δε τρομάζει όταν βλέπει κοπάδια ρινόκερους να καλπάζουνε στους δρόμους. Οι άνθρωποι παραμερίζουνε, τους αφήνουν να περάσουν κι ύστερα συνεχίζουνε τον περίπατό τους ή πάνε στις δουλειές τους αμέριμνοι, σα να μη τρέχει κάστανο!
ΝΤΙΝΤΑΡ: Αυτή είναι η πιο σοφή αντιμετώπιση.
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Α, όχι! Εγώ ποτέ μου δε θα μπορέσω να τους συνηθίσω.
ΝΤΙΝΤΑΡ: Αναρωτιέμαι, μήπως άξιζε τον κόπο, να τη δοκιμάσουμε αυτή την εμπειρία!
ΝΤΕΖΗ: Δεν καθόμαστε, καλύτερα, να δοκιμάσουμε το φαγητό μου!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Μα είναι δυνατόν, εσύ, ένας νομικός, να κάθεσαι και να μας λες πως... (Ακούγεται απ' έξω ο θόρυβος που κάνει ένα κοπάδι ρινόκερων όπως τρέχει καλπάζοντας. Συγχρόνως, ακούγονται σάλπιγγες και ταμπούρλα) Μα τί συμβαίνει πάλι; (Τρέχουνε κι οι τρεις στο παράθυρο που 'ναι στο προσκήνιο) Τί συμβαίνει, μου λέτε; (Ακούγεται θόρυβος ενός τοίχου που γκρεμίζεται. Σύννεφο σκόνης τυλίγει ένα μέρος της σκηνής κι αν είναι δυνατόν κι οι τρεις τους χάνονται μέσα στη σκόνη. Ακούμε μόνο τις φωνές τους). Μα, δε βλέπουμε τίποτα... άλλο πάλι και τούτο...
ΝΤΙΝΤΑΡ: Δε βλέπουμε, αλλ' ακούμε!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Χαιρέτα μου τον πλάτανο και τις ψηλές ραχούλες!
ΝΤΕΖΗ: Τα πιάτα! Θα γεμίσουνε σκόνη!!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ωραία! Από υγιεινή σκίζουμε!
ΝΤΕΖΗ: Ελάτε να φάμε γρήγορα. Κι ας κάνουμε καλύτερα τους αδιάφορους! (Η σκόνη κατακαθίζει και διαλύεται).
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Γκρεμίσανε τα τείχη του πυροσβεστικού σταθμού της Ιεριχούς.
ΝΤΙΝΤΑΡ: Πραγματικά, γίνανε σκόνη και κουρνιαχτός!
ΝΤΕΖΗ: (που 'χε φύγει απ' το παράθυρο και βρισκόταν κοντά στο τραπέζι καθαρίζοντας, τρέχει πάλι κοντά στους δυο) Οι πυροσβέστες βγαίνουν έξω, τους βλέπετε;
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Τσούρμο με φανφάρες και ταμπούρλα. Όλο το σύνταγμα μεταμορφώθηκε σε ρινόκερους, μ' επικεφαλής τους τυμπανοκρούστες!
ΝΤΕΖΗ: Ξεκινάνε για παρέλαση στη λεωφόρο!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ε, αυτό ξεπερνά κάθε όριο. Δε το αντέχω. Δε καταπίνεται με τίποτα.
ΝΤΕΖΗ: Να, κι άλλοι, αυτοί, βγαίνουν από τις αυλές!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Κι άλλοι, από τα παραπήγματα...
ΝΤΙΝΤΑΡ: Πηδάν ακόμα κι απ' τα παράθυρα!
ΝΤΕΖΗ: Πάνε για να βρούνε τους ομοϊδεάτες τους!

   (Βλέπουμε να βγαίνει απ' τη πόρτα που υπάρχει στο πλατύσκαλο, αριστερά, ένας άνθρωπος που κατεβαίνει τη σκάλα τρέχοντας. Έπειτα ένα δεύτερο, μ' ένα μεγάλο κέρατο πάνω απ' τη μύτη. Ύστερα μια γυναίκα με κεφάλι ρινόκερου).

ΝΤΙΝΤΑΡ: Νομίζω πάει... χάσαμε τη πλειοψηφία!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Άραγε, πόσοι να 'ναι μ' ένα κέρατο και πόσοι με δύο;
ΝΤΙΝΤΑΡ: Σίγουρα, οι Υπηρεσίες της Στατιστικής θα 'χουν ήδη αναλάβει καταμέτρηση! Ουρανοκατέβατη ευκαιρία για συσκέψεις, συζητήσεις και κόντρα συζητήσεις!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ο αριθμός των μεν και των δε μόνο κατά προσέγγιση μπορεί να υπολογισθεί. Με τέτοιο συνωστισμό στις μεταλλάξεις, πού να προλάβουνε να καταμετρήσουνε το είδος!
ΝΤΕΖΗ: Δεν αφήνετε λέω γω, όσους ασχολούνται με τις στατιστικές να κάνουν απερίσπαστοι τη δουλίτσα τους. Άντε, γιατί κοντεύουμε να τρελαθούμε! Έλα να τσιμπήσεις κάτι, αγαπητέ μου Μπερανζέ. Το φαγητό θα σε ηρεμήσει. Είναι και τονωτικό. (Στον Ντιντάρ) Και σεις, θα πάρετε ένα μεζεδάκι;

   (Φεύγουν απ το παράθυρο. Η Ντέζη έχει πάρει απ' το μπράτσο τον Μπερανζέ, που αφήνεται υπάκουα να τονε παρασύρει. Ο Ντιντάρ κάνει δυο-τρία βήματα αλλά σταματά διστακτικά).

ΝΤΙΝΤΑΡ: Καλύτερα όχι, τρεις γίνονται πλήθος ή πιο σωστά, δεν αγαπώ πολύ τις κονσέρβες. Αυτό που θα 'θελα τώρα, είναι να φάω ξαπλωμένος στο γρασίδι!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Στο γρασίδι; Αν το κάνεις αυτό, θα 'ναι σα να γυρεύεις να δεις το χάρο με τα μάτια σου...
ΝΤΙΝΤΑΡ: Καλά τώρα... είναι.. να, σκέφτομαι.. σας ενοχλώ και δε το θέλω...
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Μα... αφού σου λέμε πως...
ΝΤΙΝΤΑΡ: Ελπίζω, χωρίς παρεξήγηση, έτσι;
ΝΤΕΖΗ: Αν το θέλετε τόσο πολύ να μας εγκαταλείψετε, τότε, δεν θα σας αναγκάσουμε με το ζόρι να, να...
ΝΤΙΝΤΑΡ: Πιστέψτε με, δε θέλω να σας δυσαρεστήσω, αλλά...
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Μη τον αφήσεις να φύγει.. για το Θεό... μη τον αφήσεις...
ΝΤΕΖΗ: Μα κι εγώ θέλω να μείνει. Το λέω με τη καρδιά μου αλλ' ο καθείς είναι λεύτερος να κάνει ό,τι του αρέσει.
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ο άνθρωπος είναι ανώτερος απ' το ρινόκερο, Ντιντάρ!
ΝΤΙΝΤΑΡ: Δε λέω το αντίθετο, αλλά δε συμφωνώ κι απόλυτα με τις ιδέες σου. Δε ξέρω, μόνον η πείρα μπορεί, στα σίγουρα, να μας αποκαλύψει την αλήθεια.
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Και συ τέκνο, Ντιντάρ; Λοιπόν έχεις αδύνατο χαρακτήρα. Παρασύρεσαι από μια εφήμερη γοητεία. Θα το μετανιώσεις.
ΝΤΕΖΗ: Αν πράγματι έχουμε να κάνουμε μ' εφήμερη γοητεία, τότε δε διατρέχουμε και τόσο μεγάλο κίνδυνο!
ΝΤΙΝΤΑΡ: Με βασανίζουνε τύψεις. Το καθήκον μου υπαγορεύει ν' ακολουθήσω τον προϊστάμενο και τους συντρόφους μου, στην ευτυχία και στη δυστυχία!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Γιατί, έδωσες μαζί τους κανάν ιερό όρκο γάμου;
ΝΤΙΝΤΑΡ: Ω, ο γάμος! Έχω παραιτηθεί απ' αυτή την ιδέα, εδώ και πολύ καιρό. Προτιμώ μια μεγάλη παγκόσμια οικογένεια, από μια μικρή μίζερη και στερημένη!
ΝΤΕΖΗ: Θα μας λείψετε πολύ, Ντιντάρ, αλλά είναι κάτι που ξεπερνά τις δυνάμεις μας.
ΝΤΙΝΤΑΡ: Το καθήκον μου φωνάζει να μη τους εγκαταλείψω και θ' ακούσω τη φωνή του καθήκοντος!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Φωνή της καραβάνας, έχεις καθήκον να... το καθήκον σου ουρλιάζει να... αλλά, μήπως ξέρεις ποιό είναι το πραγματικό σου καθήκον. Έχεις καθήκον να τους πολεμήσεις σταθερά και μάλιστα με ξεκάθαρο μυαλό..
ΝΤΙΝΤΑΡ: Θα φροντίσω να διατηρήσω τη πνευματική μου διαύγεια. (Αρχίζει να γυρνά γύρω-γύρω στη σκηνή) Ξεκάθαρο μυαλό και στο ακέραιο πνευματική διαύγεια! Πάντως, είναι καλύτερα να κάνεις τη κριτική σου από μέσα παρά απ' έξω. Δε θα τους εγκαταλείψω, δε θα τους εγκαταλείψω! Όχι!
ΝΤΕΖΗ: Ο καημένος, έχει πολύ μεγάλη καρδιά...
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ναι, καρδιά αγκινάρα, αγκινάρα! (Στον Ντιντάρ, τρέχοντας πίσω του προς τη πόρτα) Έχεις καρδιά και με το παραπάνω, ακούς; Είσαι άνθρωπος! Άνθρωπος! (Στη Ντέζη) Κράτησέ τον... Δε ξέρει τι κάνει. Είναι άνθρωπος... άνθρωπος.
ΝΤΕΖΗ: Μα, πώς να τονε κρατήσω με το στανιό;

   (Ο Ντιντάρ ανοίγει τη πόρτα και φεύγει βιαστικά. Τονε βλέπουμε να κατεβαίνει γρήγορα τη σκάλα και τον Μπερανζέ να του φωνάζει από το πλατύσκαλο).

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Μη φεύγεις, Ντιντάρ. Εμείς σ' αγαπάμε. Μη πας μαζί τους. Πάει, έφυγε. Πολύ αργά. (Ξαναμπαίνει στο δωμάτιο) Πολύ αργά... έφυγε!
ΝΤΕΖΗ: Κάναμε ό,τι μπορούσαμε... αλλά... (Κλείνει τη πόρτα πίσω απ' τον Μπερανζέ, που τρέχει αμέσως στο παράθυρο που βρίσκεται στο προσκήνιο).
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Πήγε μαζί τους... μαζί τους... αλλά, δεν τον βλέπω, πού 'ναι τώρα;
ΝΤΕΖΗ: Μα, με τους άλλους ρινόκερους.
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ναι, αλλά ποιός είναι; Δε τονε γνωρίζω.
ΝΤΕΖΗ: Τωωώρα, βράσε ρύζι! Πώς θέλεις να τονε ξεχωρίσουμε; Λίγο δύσκολο!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Είναι όλοι τους ολόιδιοι. Στάμπα. (Στη Ντέζη) Πάει κι αυτός. Δεν έπρεπε να τον αφήσεις να φύγει. Έπρεπε να σταθείς μπρος του. Να τον εμποδίσεις.
ΝΤΕΖΗ: Δε τόλμησα... δίστασα...
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Δίστασες. Έπρεπε να 'σουνα πιο σταθερή, να επιμείνεις πιότερο. Ήταν... ερωτευμένος μαζί σου... έτσι δεν είναι;
ΝΤΕΖΗ: Δεν το είχε δείξει φανερά. Ούτε μου 'κανε επίσημη πρόταση!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Το ξέρανε κι οι τοίχοι. Αποτέλεσμα; Έγινε ρινόκερος από ερωτική απογοήτευση. Ήτανε τόσο συνεσταλμένος. Ρίχτηκε σε μια αποφασιστική μάχη. Πιο σωστά, μια πράξη απελπισίας, μόνο και μόνο για να σ' εντυπωσιάσει! Δε... δε πιστεύω τώρα να θες να τον ακολουθήσεις κι εσύ;
ΝΤΕΖΗ: Αν ήθελα να τον ακολουθήσω, δε θα 'μουν εδώ...
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Μόνο ρινόκεροι κυκλοφορούνε πια στο δρόμο. (Τρέχει προς το παράθυρο του βάθους) Κι από δω μόνο ρινόκερους βλέπω! Πήξανε οι δρόμοι παχύδερμα. Δεν έπρεπε, Ντεζη, να τον αφήσεις να φύγει, δεν επρεπε. Ήταν μεγάλο λάθος σου! (Ξανάρχεται μπρος στο παράθυρο) Ψάχνω, ψάχνω μέχρι κει που φτάνει το μάτι, αλλά δε βαριέσαι, άνθρωπος ούτε για δείγμα. Ούτε για δείγμα! Ρινόκεροι, παντού ρινόκεροι! Πλημμυρίσανε μέχρι και τα σοκάκια! Μ' ένα κέρατο, με δυο κέρατα. Μισοί-μισοί, θα 'λεγες. Μόνο τα κέρατα. Τίποτ' άλλο που να τους ξεχωρίζεις!

   (Ακούγεται φοβερός θόρυβος ρινόκερων που καλπάζουν, αν κι ο θόρυβος που κάνουν έχει κάποιο μουσικό ρυθμό. Στον τοίχο του βάθους παρουσιάζονται και ξαναχάνονται, στυλιζαρισμένα, κεφάλια ρινόκερων, που μέχρι να τελειώσει η τρίτη πράξη θα γίνουν όλο και περισσότερα. Στο τέλος θα στέκονται όλο και πιότερη ώρα, μέχρι που τελικά θα γεμίσουν εντελώς τον τοίχο, στο βάθος και θα παραμείνουν εκεί οριστικά. Αυτά τα κεφάλια θα πρέπει να γίνονται όλο και πιο όμορφα, παρ' όλο το τερατώδες παρουσιαστικό τους).

ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Δε λυπήθηκες που αποτύχαμε, δεν απογοητεύτηκες, έτσι Ντέζη; Ούτε μετανιώνεις για τίποτα;
ΝΤΕΖΗ: Να μετανιώσω; Όχι, γιατί να μετανιώσω!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Θα 'θελα τόσο να σε παρηγορήσω. Το ξέρεις σ' αγαπώ Ντέζη, ποτέ... ποτέ μη με ξαναφήσεις μόνο μου, ποτέ!
ΝΤΕΖΗ: Κλείσε το παράθυρο, καλέ μου. Δεν αντέχω τη φασαρία τους. Ούτε τη σκόνη που γεμίζει το δωμάτιο. Θα λερώσει τα πάντα.
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Έχεις δίκιο, έχεις δίκιο. (Κλείνει το παράθυρο στο προσκήνιο κι η Ντέζη το παράθυρο στο βάθος. Ξαναβρίσκονται κι οι δυο στο κέντρο της σκηνής) Το 'κλεισα. Όσο είμαστε μαζί, δε φοβάμαι τίποτα, δε με νοιάζει τίποτα. Αχ, Ντέζη και νόμιζα ότι ποτέ πια δε θα μπορούσα να ερωτευτώ στη ζωή μου. (Της σφίγγει τα χέρια και την αγκαλιάζει).
ΝΤΕΖΗ: Όπως βλέπεις, στη ζωή, όλα μπορούν να συμβούν.
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Θα 'θελα τόσο να σου χαρίσω κάθε ευτυχία. Άραγε, μπορείς να 'σαι ευτυχισμένη μαζί μου;
ΝΤΕΖΗ: Γιατί να μην είμαι; Αν εσύ είσαι ευτυχισμένος, τότε είμαι κι εγώ. Λες ότι δε φοβάσαι τίποτα κι όμως, με το παραμικρό κάνεις σα τρομαγμένο μωρούλι. Στο κάτω-κάτω, τί μπορούμε να πάθουμε;
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Αγάπη μου, χαρά μου! Μοναδική μου χαρά! Αγάπη μου! Άσε με να σε φιλήσω. Δε πίστευα πια πως έκρυβα μέσα μου τόσο πάθος!
ΝΤΕΖΗ: Έλα, συγκρατήσου, ησύχασε, μη κάνεις έτσι τώρα, πρέπει να 'χεις μεγαλύτερη πίστη στον εαυτό σου!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Μα έχω, Ντέζη, βεβαίως κι έχω. Δώσε μου ένα φιλάκι, ένα φιλάκι!
ΝΤΕΖΗ: Είμαι πολύ κουρασμένη, αγάπη μου, ησύχασε, ηρέμησε. Έλα, κάτσε στη πολυθρόνα. (Προχωρεί, τονε τραβά και τονε καθίζει στη πολυθρόνα).
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Εδώ που φτάσανε τα πράγματα, δε βλέπω για ποιαν αιτία λογοφέρνανε ο Ντιντάρ με τον Μποτάρ!
ΝΤΕΖΗ: Έλα, ξέχασε τώρα τον Ντιντάρ. Είμαι κοντά σου εγώ. Κι ύστερα, δεν έχουμε δικαίωμα ν' ανακατευόμαστε στη ζωή των άλλων!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Εσύ, γιατί ανακατεύεσαι, στη δική μου; Κι αν θες να ξέρεις, μου φέρεσαι πάρα πολύ αυστηρά.
ΝΤΕΖΗ: Δεν είναι το ίδιο. Εσένα σ' αγαπώ, ενώ τον Ντιντάρ δε τονε συμπάθησα ποτέ!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Σε καταλαβαίνω. Αν δεν είχε φύγει... Θα 'τανε τη κάθε στιγμή κάτι σαν εμπόδιο ανάμεσα μας! Τί να γίνει; Η ευτυχία είναι εγωιστική!
ΝΤΕΖΗ: Και για να τη κρατήσεις, πρέπει ν' αγωνίζεσαι ασταμάτητα. Δεν έχω δίκιο;
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ω, Ντέζη, αν ήξερες πόσο σε θαυμάζω, γι' αυτό σε λατρεύω.
ΝΤΕΖΗ: Όταν με γνωρίσεις καλύτερα, ίσως ν' αλλάξεις γνώμη και να μη λες τα ίδια.
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Όσο πιότερο σε γνωρίζω τόσο θα σε θαυμάζω και τόσο περισσότερο θα δένομαι μαζί σου. Είσαι τόσο όμορφη... τόσο όμορφη... (Ακούγονται πάλι οι ρινόκεροι που περνάνε) Φτάνει να σε συγκρίνει κανείς με αυτά τα μεταμορφωμένα τέρατα για να... (Δείχνει προς το παράθυρο) Τώρα θα μου πεις ότι η σύγκριση που 'κανα δε σε κολακεύει και τόσο, αλλά, συγχώρα με, η παρουσία τους με κάνει να σκέφτομαι πως εσύ μπρος τους είσαι θεά. Μια πανέμορφη οπτασία.
ΝΤΕΖΗ: Άστα αυτά τώρα. Για πες μου, σήμερα ήσουνα φρόνιμο αγοράκι; Δεν ήπιες καθόλου κονιάκ έτσι;
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ναι... όχι... όχι... ήμουνα πολύ φρόνιμος!
ΝΤΕΖΗ: Φιλάς σταυρό;
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Μα ναι σου λέω, στ' ορκίζομαι.
ΝΤΕΖΗ: Να σε πιστέψω;
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Βέβαια.. ναι... γιατί να σου πω ψέματα;
ΝΤΕΖΗ: Τότε, σου επιτρέπω να πιεις τώρα ένα ποτηράκι... θα σου τονώσει το ηθικό... (Ο Μπερανζέ τινάζεται με προθυμία) Όχι, αγάπη μου, θα στο φέρω γω. Πού 'ναι το μπουκάλι;
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Να, εκεί στο τραπεζάκι...
ΝΤΕΖΗ: Όπως βλέπω το καταχώνιασες...
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ναι... το 'κρυψα, ξέρεις, για ν' αποφύγω τον πειρασμό!
ΝΤΕΖΗ: (γεμίζει ένα μικρό ποτήρι και το δίνει στον Μπερανζέ) Χαίρομαι, λοιπόν, που δεν έκανες αταξίες... που προοδεύεις!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Κοντά σε σένα... θα προοδέψω ακόμα πιότερο!
ΝΤΕΖΗ: Έλα, πάρε την ανταμοιβή σου!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: (αδειάζει το ποτήρι μονορούφ): Ευχαριστώ! (της δίνει το ποτήρι να το ξαναγεμίσει).
ΝΤΕΖΗ: Α! Όχι, κύριέ μου, δεν έχει άλλο. Για σήμερα φτάνει και περισσεύει. (Παίρνει το ποτήρι απ' τον Μπερανζέ και τ' αφήνει πίσω στο μικρό τραπεζάκι) Η κατάχρηση κάνει κακό! (Ξαναγυρνά κοντά του) Και το κεφαλάκι μας... πάει καλύτερα;
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Πολύ καλύτερα, αγάπη μου.
ΝΤΕΖΗ: Τότε, τί τον θέλουμε τον επίδεσμο; Να τον βγάλουμε... δε σε κολακεύει και τόσο...
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Α! όχι, όχι! Μη, τον επίδεσμο!
ΝΤΕΖΗ: Γιατί όχι; Έλα, μη κάνεις σα μωρό!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Φοβάμαι μήπως από κάτω έχει φυτρώσει... ξέρεις τώρα...
ΝΤΕΖΗ: (βγάζοντας τον επίδεσμο, παρ' όλες τις αντιρρήσεις του) Διώξε λοιπόν καμιά φορά, τους φόβους και τις μαύρες σκέψεις. Αρκετά, ε; Ορίστε, δε βλέπω τίποτα. Μετωπάκι πεντακάθαρο, καθρέφτης!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: (ψηλαφίζοντας το μέτωπο) Έχεις δίκιο... αγάπη μου, πάνε τα συμπλέγματα, τα 'διωξες... (Τον φιλά στο μέτωπο) Τί θα γινόμουνα χωρίς εσένα, μου λες;
ΝΤΕΖΗ: Λέω, ότι δεν έχω σκοπό να σε ξαναφήσω μόνο σου ποτέ!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Με σένα κοντά μου, κάθε άγχος, αγωνία και φόβος, περνάνε!
ΝΤΕΖΗ: Γιατί φροντίζω και στα διώχνω. Γι' αυτό.
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Άκου, θα πέσουμε με τα μούτρα στο διάβασμα, στα βιβλία, πολλά βιβλία. Θα γίνω σοφός!
ΝΤΕΖΗ: Ναι κι ακόμα τις ώρες που δε κυκλοφορεί πολύς κόσμος, θα κάνουμε οι δυο μας μακρινούς περιπάτους!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ναι, στις όχθες του Σηκουάνα, στον κήπο του Λουξεμβούργου, στο πάρκο του...
ΝΤΕΖΗ: ...και στο ζωολογικό κήπο!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Κοντά σου θα γίνω δυνατός, ατρόμητος. Θα σε προστατέψω κι εγώ με τη σειρά μου, απ' όποιον γυρέψει να σου κάνει κακό!
ΝΤΕΖΗ: Αυτό δε θα χρειαστεί. Έλα, μη το σκέφτεσαι, καλέ μου. Εμείς δε θέλουμε το κακό κανενός, γιατί, λοιπόν, να θέλει κάποιος να μας βλάψει;
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Συμβαίνει να σου κάνουνε κακό, άθελα ή το αφήνουν αδιάφορα να πλημμυρίζει τον κόσμο. Τώρα νομίζω, ότι δε πολυσυμπαθούσες ούτε και το φουκαρά τον κο Παπιγιόν. Του φέρθηκες πολύ άσχημα τη μέρα που μας παρουσιάστηκε ο Βοδάρ μεταμορφωμένος σε ρινόκερο. Το Θυμάσαι; «Πάρτε πια τα χοντροδάχτυλά σας. Τί παχύδερμο»!
ΝΤΕΖΗ: Του 'πα την αλήθεια. Είχε χέρια παχύδερμου.
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Το ξέρω, αγάπη μου, ωστόσο θα μπορούσες να του το πεις πιο ευγενικά. Ήσουνα τόσο ωμή κι απότομη, πολύ φοβάμαι ότι τονε πλήγωσες θανάσιμα!
ΝΤΕΖΗ: Βρίσκεις;
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Βέβαια δε το 'δειξε, από αξιοπρέπεια. Αλλά ήταν σα να τον έσφαξες! Είμαι βέβαιος ότι γι' αυτό πήρε πολύ πιο γρήγορα την απόφασή του. Ίσως αν του 'χες φερθεί πιο ευγενικά, να 'χες σώσει μια ψυχή.
ΝΤΕΖΗ: Δεν είμαι Θεός για να προβλέψω τι θα του συνέβαινε. Φέρθηκε σα γουρούνι!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Εμένα, πάντως, ποτέ δε θα σταματήσουν να με βασανίζουνε τύψεις, γιατί δε στάθηκα πιο ήρεμος, πιο γλυκός με το Ζαν. Δε μπόρεσα ποτέ μου να του φανερώσω, με χειροπιαστές αποδείξεις, πόσο μεγάλη και δυνατή ήταν η φιλία που 'νιωθα γι' αυτόν. Ποτέ δε του 'δειξα τη κατανόηση που άξιζε!
ΝΤΕΖΗ: Έλα, μη βασανίζεσαι άδικα. Έκανες ό,τι μπορούσες. Δε γίνεται να πετυχαίνουμε πάντα το αδύνατο και τώρα τί ωφελούν οι τύψεις; Τίποτα! Πάψε λοιπόν να σκέφτεσαι. Το παραξύλωσες, το ξέρεις; Ξέχασέ τους! Ξερίζωσε απ' το μυαλό σου μια για πάντα, όλες τις άσχημες αναμνήσεις!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Κι όμως, όσο κι αν προσπαθώ, ξανάρχονται στην επιφάνεια, τις ακούω, τις βλέπω. Είναι τόσο ζωντανές!
ΝΤΕΖΗ: Δε σε φανταζόμουνα τόσο ρεαλιστή. Σ' έβλεπα πιότερο ρομαντικό ποιητή. Είναι δυνατό να μην έχεις καθόλου φαντασία. Ο ρεαλισμός έχει πολλές όψεις, είναι κάτι σχετικό. Διάλεξε τη πραγματικότητα που ταιριάζει σε σένα και διώξε όλα τ' άλλα σ' έναν κόσμο φανταστικό. Βρες καταφύγιο στον κόσμο του παραμυθιού.
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Με τα λόγια είναι εύκολο, αλλά...
ΝΤΕΖΗ: Εγώ δε σου φτάνω για να ξεχάσεις;
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Μα ναι, βέβαια, μου φτάνεις και με το παραπάνω, Ντέζη μου και με το παραπάνω!
ΝΤΕΖΗ: Θα τα καταστρέψεις όλα με τις επίμονα αρρωστημένες τύψεις σου. Όλοι μπορούμε να κάνουμε λάθη. Αν και πιστεύω πως εμείς κάναμε λιγότερα από πολλούς άλλους.
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Το πιστεύεις στ' αλήθεια;
ΝΤΕΖΗ: Βέβαια σε σχέση με τους περισσότερους ανθρώπους, είμαστε καλύτεροι. Είμαστε κι οι δυο μας πολύ καλοί άνθρωποι!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Αυτό είναι αλήθεια. Έχεις καλή καρδιά κι εγώ το ίδιο, είναι αλήθεια!
ΝΤΕΖΗ: Βλέπεις; Έχουμε, λοιπόν, δικαίωμα να ζήσουμε. Πιο σωστά, έχουμε καθήκον να ζήσουμε, καθήκον απέναντι στους εαυτούς μας, να ζήσουμε ευτυχισμένοι, ανεξάρτητα από το τι συμβαίνει γύρω μας. Οι ενοχές είναι επικίνδυνο σύμπτωμα. Σημάδι χαμένης αγνότητας!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ναι σωστά όσα βλέπουμε μπορεί να μας καταντήσουνε κι εμάς έτσι. (Δείχνει με το δάχτυλο τα παράθυρα απ' όπου περνάν αδιάκοπα ρινόκεροι, τον τοίχο του βάθους που παρουσιάζεται ακόμα ένα κεφάλι ρινόκερου) Πολλοί απ' αυτούς έτσι άρχισαν.
ΝΤΕΖΗ: Προσπάθησε λοιπόν να μην αισθάνεσαι ενοχές!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Έχεις πολύ δίκιο χαρά μου, οπτασία μου, ήλιε μου! Με νιώθεις κοντά σου, έτσι δεν είναι; Τίποτα δε θα μπορέσει να μας χωρίσει. Η αγάπη μας είναι το μόνο αληθινό πράμα που υπάρχει σ' αυτό το κόσμο. Κανείς δεν έχει το δικαίωμα και κανείς δε μπορεί να γίνει εμπόδιο στην ευτυχία μας. Κανείς! (Ακούγεται χτύπημα τηλεφώνου) Ποιός μπορεί να 'ναι;
ΝΤΕΖΗ: Μη το σηκώσεις!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Γιατί;
ΝΤΕΖΗ: Δε ξέρω... Ίσως να 'ναι καλύτερα!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Δεν αποκλείεται να είναι ο Παπιγιόν ή ο Βοδάρ, μπορεί κι ο Ζαν ή ο Ντιντάρ. Ίσως να θέλουν να μας πουν ότι η κρίση πέρασε, ότι αλλάξανε γνώμη σχετικά με την απόφασή τους. Συ δεν έλεγες πως όλ' αυτά δεν είναι παρά μια εφήμερη γοητεία;
ΝΤΕΖΗ: Μακάρι, αλλά δε το πιστεύω. Δε μπορεί τόσο γρήγορα ν' αλλάξανε γνώμη. Δε τους περίσσεψε ακόμα καιρός να το σκεφτούνε. Θα πρέπει να φτάσουνε πρώτα στο αποκορύφωμα της εμπειρίας τους.
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Δεν αποκλείεται να 'ναι οι αρχές, που αποφάσισαν ν' αντιδράσουν και γυρεύουνε τη βοήθειά μας στα μέτρα που σκοπεύουν να πάρουν.
ΝΤΕΖΗ: Αυτό θα το 'βρισκα τελείως απίθανο. (Το τηλέφωνο ξαναχτυπά)
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Όχι, εγώ το πιστεύω, τέτοιο κουδούνισμα προέρχεται από τις αρχές. Είμαι σίγουρος. Το γνωρίζω απ' τη μεγάλη του διάρκεια. Πρέπει ν' απαντήσω στο κάλεσμά τους. Δε μπορεί να 'ναι κανείς άλλος. Οι αρχές είναι. (Σηκώνει το ακουστικό) Εμπρός! (Σ' απάντηση ακούγονται βρυχηθμοί απ' την άλλη μεριά) Μουγγανητά! Ακούς; Ορίστε, άκουσε και μόνη σου!

   (Η Ντέζη βάζει το ακουστικό στ' αφτί, αλλ' αμέσως κάνει πίσω και κλείνει απότομα το τηλέφωνο).

ΝΤΕΖΗ: (τρομαγμένη) Κάτι θα πρέπει να συμβαίνει!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Τώρα αρχίσανε και τις φάρσες.
ΝΤΕΖΗ: Ναι, αλλά, θα 'λεγα, πολύ κακόγουστες!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Τα βλέπεις, εγώ στο είχα πει...
ΝΤΕΖΗ: Δε μου 'χες πει απολύτως τίποτα!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Πάντως, το περίμενα, το είχα προβλέψει!
ΝΤΕΖΗ: Δεν σ' έχω και τόσο ικανό για προβλέψεις. Εσύ δε μπορείς να δεις πέρα απ' τη μυτούλα σου. Προβλέπεις μόνο κατόπιν εορτής!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Κάνεις μεγάλο λάθος, προβλέπω και πολύ σωστά μάλιστα!
ΝΤΕΖΗ: Μάαστα! Πάντως από ευγένεια σκίζουνε. Τη βρίσκω δεύτερη κι ανάρμοστη συμπεριφορά. Γίνομαι έξω φρενών όταν χασκογελάν εις βάρος μου.
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ποτέ δε θα τολμούσαν να χασκογελάσουν με μένα. Εμένα έχουνε στο μάτι. Με μένα χασκογελάγανε!
ΝΤΕΖΗ: Ναι αλλά, όπως αυτή τη στιγμή είμαι μαζί σου, με παίρνει και μένα η μπάλα. Λες και γυρεύουνε να εκδικηθούνε! Μα γιατί, τί τους κάναμε; (Το τηλέφωνο ξαναχτυπά) Βγάλε τη πρίζα, σε παρακαλώ.
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Η τηλεφωνική εταιρεία το απαγορεύει, τρελάθηκες;
ΝΤΕΖΗ: Μα επιτέλους, δε τολμάς να βγάλεις το σύρμα από τη πρίζα; Κι ύστερα λες ότι θες να με προστατέψεις! (τραβά το σύρμα από τη πρίζα και το κουδούνισμα σταματά)
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: (τρέχοντας προς τη τηλεόραση) Ν' ανοίξουμε τηλεόραση. Μήπως πούνε τίποτα στις ειδήσεις.
ΝΤΕΖΗ: Έχεις δίκιο, να μάθουμε πού βρισκόμαστε. (Απ' τη τηλεόραση ακούγονται πάλι βρυχηθμοί. Ο Μπερανζέ πατά γρήγορα το κουμπί. Η τηλεόραση σταματά. Ακούγονται όμως πάντα από μακριά τα μουγγανητά, σαν ηχώ) Η κατάσταση όσο πάει, γενικεύεται όλο και πιότερο. Δε μ' αρέσει καθόλου, με κάνει κι επαναστατώ (τρέμει). Απαράδεκτο!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Εσύ τώρα, Ντέζη; Έλα, ηρέμησε, ηρέμησε!
ΝΤΕΖΗ: Κυριεύσανε και τα κανάλια της τηλεόρασης!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ψυχραιμία, το παν είναι ψυχραιμία!

   (Η Ντέζη τρέχει στο παράθυρο του βάθους και ρίχνει μια ματιά. Ύστερα τρέχει στο παράθυρο που βρίσκεται στο προσκήνιο, ρίχνει δεύτερη ματιά. Ο Μπερανζέ κάνει το ίδιο, μόνο που ξεκινά απ' το αντίθετο παράθυρο. Τελικά, πέφτει ο ένας πάνω στον άλλο στο κέντρο της σκηνής).

ΝΤΕΖΗ: Όπως βλέπεις, η κατάσταση παίρνει όλο και μεγαλύτερες διαστάσεις. Αυτοί το 'χουνε βάλει βαθιά μες στη καρδιά τους. Δεν αστειεύονται!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Όπου και να γυρίσεις να κοιτάξεις ξεπηδάνε μπρος σου σα φάντης μπαστούνι! Τώρα πήρανε με το μέρος τους και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης!

    (Ξαναγίνεται το ίδιο παιχνίδι με τα παράθυρα. Ύστερα κι οι δυο βρίσκονται πάλι στο κέντρο της σκηνής).

ΝΤΕΖΗ: Οι άνθρωποι χαθήκανε, δε βλέπω ούτε δείγμα!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ντέζη, απομείναμε μόνο μεις οι δυο...
ΝΤΕΖΗ: Αυτό δεν ήθελες;
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Νομίζω πως εσύ το' θελες.
ΝΤΕΖΗ: Εγώ το'θελα; Δε θα 'μαστε καλά!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ναι, εσύ...

   (Τώρα θόρυβος ακούγεται απ' όλες τις μεριές. Κεφάλια ρινόκερων πλημμυρίζουνε τον τοίχο του βάθους. Δεξιά, αριστερά, παντού. Μες στο σπίτι, ακούγονται ποδοβολητά και βαριές ανάσες θηρίων. Πάντως, όλοι αυτοί οι τρομακτικοί ήχοι πρέπει να συντονιστούν με κάποιο μουσικό ρυθμό. Όμως ο πιο έντονος καλπασμός, έρχεται από πάνω. Απ' το ταβάνι πέφτουνε σοβάδες. Το σπίτι πάει κι έρχεται σα να γίνεται σεισμός).

ΝΤΕΖΗ: Σεισμός... σεισμός! (Δε ξέρει που να τρέξει).
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Λάθος, είναι οι καλοί μας γείτονες. Οι περισσοδάχτυλοι. (Δείχνει με τη γροθιά προς όλες τις κατευθύνσεις) Δε θα σταματήσετε καμιά φορά; Θέλουμε να δουλέψουμε. Είναι ώρα κοινής ησυχίας, απαγορεύεται ο θόρυβος. Απαγορεύεται!
ΝΤΕΖΗ: Ναι, πολύ που θα σ' ακούσουν! (Ο θόρυβος μετριάζεται και παραμένει σε δεύτερο πλάνο, σα μουσική υπόκρουση).
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: (κατατρομαγμένος) Μη φοβάσαι, αγαπούλα μου! Είμαστε μαζί, δε νιώθεις ομορφα κοντά μου; Εγώ σου φτάνω και σου περισσεύω, ή δε σου φτάνω; Εγώ θα διώξω όλες, όλες τις αγωνίες σου.
ΝΤΕΖΗ: Ίσως... το λάθος να είναι δικό μας, δικό μας το φταίξιμο!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Μη το σκέφτεσαι. Μη το σκέφτεσαι. Συ δεν είπες να ξεχάσουμε τις τύψεις; Τα συναισθήματα ενοχής είναι επικίνδυνα. Ας ζήσουμε τη ζωούλα μας όμορφα κι ευτυχισμένα. Έχουμε καθήκον να 'μαστε ευτυχισμένοι. Δεν είναι τόσο μοχθηροί κι ούτε, μεις, έχουμε σκοπό να τους κάνουμε κακό. Θα μας αφήσουν ήσυχους. Θα το δεις. Έλα, ηρέμησε, ξεκουράσου λίγο, ξάπλωσε στη πολυθρόνα. (Τη πάει στη πολυθρόνα) Έτσι μπράβο, ηρέμησε (Η Ντέζη κάθεται στη πολυθρόνα) Το καλό μου κοριτσάκι! Μήπως θες λίγο κονιάκ, να σου τονώσει το ηθικό;
ΝΤΕΖΗ: Το κεφάλι μου... πάει να σπάσει!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: (παίρνει τον επίδεσμο που φορούσε προηγουμένως και το τυλίγει στο κεφάλι της) Σ' αγαπώ, αγαπούλα μου, μη στενοχωριέσαι, μπόρα είναι, θα περάσει... μια εφήμερη περαστική γοητεία!
ΝΤΕΖΗ: Δε θα τους περάσει. Η μεταμόρφωσή τους είναι κάτι οριστικό κι αμετάκλητο.
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Κι εγώ οριστικά κι αμετάκλητα σ' αγαπώ, σ' αγαπώ σα τρελός...
ΝΤΕΖΗ: (βγάζοντας τον επίδεσμο) Ό,τι είναι γραφτό να γίνει, ας γίνει, δε θα κάτσουμε να σκάσουμε κιόλας!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Όχι βέβαια, αν όλοι τους παλαβώσανε, παραφρονήσανε, τρελάθηκαν, αν ο κόσμος είναι άρρωστος, αν όλοι τους είναι άρρωστοι, λογαριασμός δικός τους.
ΝΤΕΖΗ: Δε θα τους κάνουμε μεις καλά!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Κι ούτε θα ζήσουμε μαζί τους στο ίδιο σπίτι!
ΝΤΕΖΗ: Σωστά. Κι όμως, πρέπει να 'μαστε λογικοί. Πρέπει να βρούμε ένα τρόπο να συμβιώσουμε. Πρέπει να προσπαθήσουμε να τα βρούμε, να συνεννοηθούμε μαζί τους.
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Να συνεννοηθ... με ποιό τρόπο; Αφού δε καταλαβαίνουνε τα λόγια μας.
ΝΤΕΖΗ: Κι όμως πρέπει. Δε βλέπω άλλη λύση!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Εσύ τους καταλαβαίνεις;
ΝΤΕΖΗ: Όχι, όχι ακόμα. Αλλά θα πρέπει να προσπαθήσουμε να νιώσουμε τη ψυχολογία τους. Θα πρέπει ίσως να μάθουμε και τη γλώσσα τους.
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ποια γλώσσα; Αυτοί δεν έχουνε γλώσσα, για άκουσέ τους! Γλώσσα το λες εσύ αυτό το μουγγανητό;
ΝΤΕΖΗ: Και πώς είσαι τόσο σίγουρος ότι δεν είναι ένα είδος γλώσσας; Δε ξέρεις γλώσσες. Δεν είσαι γλωσσολόγος!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Άστο καλύτερα, μιλάμε αργότερα γι' αυτό το θέμα. Για την ώρα, ας τσιμπήσουμε κάτι.
ΝΤΕΖΗ: Δε πεινάω πια, μου κόπηκε η όρεξη, κουράστηκα. Κουράστηκα ν' αγωνίζομαι!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Μα συ τα λες αυτά; Συ που 'χεις πιότερη δύναμη κι από μένα; Δε πρέπει να τους αφήσεις να σε παρασύρουν... Εγώ το ξέρεις, σε θαυμάζω τόσο, μόνο για τη ψυχική σου δύναμη, το θάρρος σου!
ΝΤΕΖΗ: Αυτό μου το 'χεις ξαναπεί, δεν είναι κάτι καινούριο!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Δε το πιστεύεις ότι σε λατρεύω;
ΝΤΕΖΗ: Μα, ναι, το πιστεύω.
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Σ' αγαπώ αφάνταστα!
ΝΤΕΖΗ: Κατάντησες δίσκος γραμμοφώνου, μωρό μου!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Άκουσε, Ντέζη, πρόσεξε να δεις πώς θα τους αντιμετωπίσουμε: Θα φέρουμε στο κόσμο παιδιά, τα παιδιά μας θα κάνουν άλλα παιδιά και βέβαια δε λέω, για να γίνουν όλ' αυτά θα χρειαστεί αρκετός καιρός αλλά μπορούμε να ξαναδημιουργήσουμε την ανθρωπότητα, μεις οι δυο!
ΝΤΕΖΗ: Να ξαναδημιουργήσουμε μεις την ανθρωπότητα;
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Δεν είναι κάτι καινούργιο, έχει ξαναγίνει!
ΝΤΕΖΗ: Ναι, τον καιρό του Νώε, με τον Αδάμ και την Εύα. Αυτοί είχαν αποθέματα πολύ μεγάλης δύναμης!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Κι εμείς μπορούμε ν' αποκτήσουμε αποθέματα! Κι άλλωστε δε μας χρειάζονται και τόσα πολλά. Όλ' αυτά που σου 'πα, θα 'ρθουν μόνα τους, με το καιρό. Φτάνει να 'χουμε λίγη υπομονή. Να, τι μας χρειάζεται!
ΝΤΕΖΗ: Κι όλ' αυτά για να κερδίσουμε τί;
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Πολλά, πάρα πολλά, φτάνει μόνο να 'χουμε δύναμη κι όχι πολύ, μια στάλα. Μια στάλα φτάνει και περισσεύει!
ΝΤΕΖΗ: Δεν έχω καμιά διάθεση να κάνω παιδιά, τα βαριέμαι αφάνταστα!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Μα τότε, πώς θα σώσουμε τον κόσμο;
ΝΤΕΖΗ: Και γιατί πρέπει να τονε σώσουμε;
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Μα θέλει και ρώτημα; Γιατί στο ζητώ εγώ Ντέζη. Πρέπει να τονε σώσουμε, πρέπει!
ΝΤΕΖΗ: Δεν αποκλείεται να 'χουμε εμείς ανάγκη σωτηρίας! Εμείς να 'μαστε οι ανώμαλοι!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Σίγουρα θα παραμιλάς, Ντέζη, θα πρέπει να' χεις και πυρετό!
ΝΤΕΖΗ: Βλέπεις γύρω σου κανέν άλλο πλάσμα σαν εμάς;
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Δε θέλω να μιλάς έτσι, πάψε, Ντέζη, πάψε!

   (Η Ντέζη στρέφει και κοιτά προς όλες τις μεριές, προς τους ρινόκερους που τα κεφάλια τους παρουσιάζονται στους τοίχους, στη πόρτα, το πλατύσκαλο, στα παράθυρα, ακόμα και στις κουίντες).

ΝΤΕΖΗ: Αυτοί είναι οι άνθρωποι, τους βλέπεις; Κοίτα πόσο είναι χαρούμενοι! Νιώθουν ευδαιμονία μες στο καινούργιο τους πετσί! Και δε μοιάζουνε καθόλου τρελοί, δείχνουνε φυσιολογικότατοι. Θα πρέπει ν' αποφάσισαν να μεταμορφωθούν, ύστερα από πολύ μεγάλη σκέψη.
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: (σταυρώνοντας τα χέρια και κοιτώντας τη μ' απόγνωση) Ντέζη, σε βεβαιώ. Μόνο μεις σκεφτόμαστε λογικά, μόνο μεις έχουμε δίκιο!
ΝΤΕΖΗ: Τί εγωισμός κι υπεροψία!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Το ξέρεις πολύ καλά πως έχω απόλυτο δίκιο!
ΝΤΕΖΗ: Απόλυτο δεν υπάρχει πουθενά. Το δίκιο το 'χουν οι πολλοί. Ούτε συ, ούτε γω!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Κι όμως Ντέζη, έχω και το ξέρεις. Απόδειξη: όταν μιλώ με καταλαβαίνεις!
ΝΤΕΖΗ: Και τί βγαίνει μ' αυτό; Τίποτα!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Θες κι άλλη απόδειξη; Σ' αγαπώ όσο κανείς άντρας δεν αγάπησε ποτέ γυναίκα!
ΝΤΕΖΗ: Απόδειξη να σου πετύχει!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Αρχίζω να μη σε καταλαβαίνω, Ντέζη. Τί έπαθες, αγάπη μου; Ούτε συ δε ξέρεις πια τι λες. Ο έρωτας, ο έρωτας!!! Υπάρχει μεγαλύτερη απόδειξη απ' τον έρωτα;
ΝΤΕΖΗ: Εδώ που τα λέμε, ντρέπομαι λίγο γι' αυτό που συ τόσο θριαμβευτικά αποκαλείς έρωτα! Είναι ένα αρρωστημένο συναίσθημα, μια έμμονη ιδέα του αντρικού φύλου, κατά βάθος τόσον αδύνατη. Όχι πως οι γυναίκες πηγαίνουνε πίσω, αλλά δε συγκρίνεται με τη πυρακτωμένη φλόγα, τη κατακλύζουσα ενεργητικότητα που εκπέμπουν τα πλάσματα που βρίσκονται γύρω μας!
ΜΠΕΡ: Ενεργητικότητα είπες; Θες λοιπόν ενεργητικότητα; Ε να λοιπόν! Πυρακτωμένη ενεργητικότητα! (Της αστράφτει ένα χαστούκι).
ΝΤΕΖΗ: Ω! Αυτό ποτέ δε το περίμενα, ποτέ, πως εσύ... εσύ... (Πέφτει στη πολυθρόνα).
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ω! Σύγχώρα με, αγάπη μου, συγχώρα με. (Πάει να τη φιλήσει, αλλά κείνη τραβιέται πίσω) Αγάπη μου, συγχώρεσέ με, δε το 'θελα. Δε ξέρω τί μ' έπιασε, πώς μου 'ρθε να κάνω κάτι τέτοιο. Παρασύρθηκα!
ΝΤΕΖΗ: Είναι πολύ απλό: Όταν δεν έχεις επιχειρήματα, καταφεύγεις στη βία!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Αλίμονο! Σε λίγα λεπτά ζήσαμε λοιπόν, ολάκερα εικοσπέντε χρόνια γάμου.
ΝΤΕΖΗ: Μόνον οίκτο νιώθω για σένα, αλλά κατά βάθος, σε δικαιολογώ.
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: (καθώς η Ντέζη κλαίει) Ε λοιπόν το παραδέχομαι, δεν έχω πια επιχειρήματα. Τα εξάντλησα όλα. Και τώρα συ πιστεύεις ότι οι ρινόκεροι είναι πιο δυνατοί από μένα, ότι ίσως είναι πιο δυνατοί κι από εμάς τους δυο ενωμένους!
ΝΤ: Ναι, το πιστεύω!
ΜΠ: Πάει καλά. Εγώ πάντως, ό,τι και να μου λες, στ' ορκίζομαι, θα τους πολεμήσω. Μάρτυς μου ο Θεός, θ' αντισταθώ, δε θα συνθηκολογήσω!
ΝΤ: (σηκώνεται πλησιάζει τον Μπερανζέ και τυλίγει τα χέρια της γύρω από το λαιμό του) Φτωχή μου αγάπη. Θ' αντισταθώ κι εγώ μαζί σου, μέχρι το τέλος!
ΜΠ: Θα μπορέσεις;
ΝΤ: Δείξε μου εμπιστοσύνη. Θα κρατήσω το λόγο μου. (Ακούγονται οι ρινόκεροι να τραγουδάν απαλά και μελωδικά) Τους ακούς; Τραγουδάνε!
ΜΠ: Δε τραγουδάνε, μουγγανίζουνε.
ΝΤ: Όχι, τραγουδάνε...
ΜΠ: Μουγγανίζουνε σου λέω! Τραγούδι το λες αυτό;
ΝΤ: Εσύ δε ξέρεις από μουσική, τραγουδάνε και μάλιστα πολύ μελωδικά!
ΜΠ: Το μελωδικό αφτί που διαθέτεις, να το βράσω!
ΝΤ: Εσύ χρυσέ μου, έχεις μαύρα μεσάνυχτα από μουσική. Κοίτα τους, άνοιξε τ' αφτιά σου, φουκαρατζίκο μου, παιζογελάνε. Χορεύουν!
ΜΠ: Χορό το λες αυτό;
ΝΤ: Είναι ο χορός των ρινόκερων. Κοίτα, κοίτα τί όμορφοι που είναι!
ΜΠ: Είναι αποκρουστικός.
ΝΤ: Δε μ' αρέσει να μιλάς τόσο άσχημα γι' αυτούς! Με στεναχωρείς αφάνταστα!
ΜΠ: Με συγχωρείς, δε θα χαλάσουμε τώρα τις καρδιές μας για τα μούτρα τους!
ΝΤ: Είναι σα Θεοί!
ΜΠ: Πολύ σωστά, σα Θεοί με κέρατα! Σα να τα παραλές Ντέζη, κοίτα τους καλύτερα...
ΝΤ: Σε τυφλώνει η ζήλεια, αγάπη μου, δε πρέπει, συγχώρα με, συγχώρα με που στο λέω, αλλά...

   (Πλησιάζει πάλι τον Μπερανζέ και προσπαθεί να τυλίξει τα χέρια της στο λαιμό του, αλλά αυτή τη φορά τραβιέται ο Μπερανζέ).

ΜΠ: Βλέπω πως οι απόψεις μας διαφέρουν εντελώς. Καλύτερα λοιπόν να σταματήσουμε τη συζήτηση!
ΝΤ: Μη γίνεσαι τόσο... τόσο ταπεινός!
ΜΠ: Όταν εσύ γίνεσαι τόσο ανόητη...
ΝΤ: (στον Μπερανζέ, που της έχει γυρίσει τη πλάτη κι εξετάζει το πρόσωπό του στον καθρέφτη προσεκτικά) Είναι αδύνατον να ζήσουμε πια μαζί μεις οι δυο! (Ο Μπερανζέ συνεχίζει να ψάχνει το πρόσωπό του στο καθρέφτη. Η Ντέζη προχωρεί αθόρυβα προς τη πόρτα) Έχασε κάθε ευγένεια. Τι κρίμα! Κάθε ευγένεια. (Βγαίνει. Τη βλέπουμε να προχωρεί και να κατεβαίνει αργά τη σκάλα)
ΜΠ: (Όπως κοιτάζεται πάντα στο καθρέφτη) Τελικά δεν είναι και τόσο άσχημος ο άνθρωπος! Κι εδώ που τα λέμε φιλαράκο, συ δεν είσαι κι απ' τα πιο ωραία δείγματα! Πίστεψέ με Ντέζη (γυρνά να τη δει) Ντέζη, Ντέζη! Πού πήγες, Ντέζη; Δε γίνεται να σου πέρασε από το μυαλό να... (τρέχει προς τη πόρτα) Ντέζη! (Φτάνει στο κεφαλόσκαλο, σκύβει πάνω από το κάγκελο της σκάλας) Ντέζη γύρνα πίσω, πού πας; Γύρνα μικρή μου μη φεύγεις. Δε πρόλαβες να βάλεις μπουκιά στο στόμα! Ντέζη, μη μ' αφήνεις μόνο! Τί μου υποσχέθηκες πριν λίγο; Ντέζη! Ντέζη! (Σταματά να τη φωνάζει, κουνά τα χέρια του απελπισμένος και ξαναγυρνά στο δωμάτιο) Είναι φυσικό. Δε μπορούσαμε πια να συνεννοηθούμε. Ένα ζευγάρι που αποφάσισε να χωρίσει. Η ζωή μας έγινε ανυπόφορη. Αλλά, δεν έπρεπε να φύγει έτσι σα κλέφτρα, χωρίς να μου δώσει εξήγηση. (Κοιτά γύρω) Δε μου 'γραψε σ' ένα χαρτί ούτε δυο λέξεις. Δε φέρονται έτσι, όχι, δε φέρονται έτσι. Τώρα απόμεινα ολομόναχος. Έρημος! (Πάει και κλειδώνει τη πόρτα προσεχτικά, αλλ' αρκετά θυμωμένος) Εγώ δε θα γίνω σαν κι εσάς, όχι... (Κλείνει προσεκτικά και τα παράθυρα) Δε θα με παρασύρετε, τ' ακούσατε; Ποτέ! (Απευθύνεται σ' όλα τα κεφάλια ρινόκερων) Δε θα σας ακολουθήσω ούτε θα γίνω σαν κι εσάς γιατί δε σας καταλαβαίνω. Θα παραμείνω αυτό που 'μαι. Είμαι ανθρώπινο πλάσμα... άνθρωπος! (Πάει και κάθεται στη πολυθρόνα). Αφόρητη κατάσταση. Αφόρητη! Εγώ φταίω, φταίω που 'φυγε, εγώ! Ήμουνα γι' αυτή το παν, ο κόσμος ολάκερος! Τί θ' απογίνει τώρα; Δε φτάναν όλοι οι άλλοι, ήταν ανάγκη να βασανίζει τη συνείδησή μου κι αυτή; Τώρα περιμένω το χειρότερο. Τώρα πρέπει να περιμένω κάθε καταστροφή! Φτωχή μικρούλα! Χαμένη στο σύμπαν πλημμυρισμένο από τέρατα! Ποιός θα με βοηθήσει να τη ξαναβρώ; Κανείς! Βλέπεις, δεν απόμεινε ούτ' ένας... ούτ' ένας! (Νέα μουγγανητά, ποδοβολητά, τρεχαλητά και σύννεφα σκόνης) Δεν αντέχω να τους ακούω. Θα βουλώσω τ' αφτιά μου με μπαμπάκι. (Βάζει μπαμπάκι στ' αφτιά του και μιλά στον εαυτό του στον καθρέφτη) Δεν υπάρχει άλλη δυνατή λύση, θα πρέπει να τους πείσω. Να τους πείσω, για ποιό πράμα; Κι ύστερα, μπορούν άραγε να ξαναμεταμορφωθούν, να ξαναγίνουν άνθρωποι; Μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο; Αυτό θα 'ταν ηράκλειος άθλος ξεπερνά πολύ τις δικές μου δυνάμεις. Και πριν απ' όλα, για να τους πείσω, θα πρέπει να τους μιλήσω. Και για να τους μιλήσω, θα πρέπει να μάθω τη γλώσσα τους. Ή μήπως, θα 'πρεπε να μάθουν αυτοί τη δική μου γλώσσα; Αλλά ποιά γλώσσα μιλώ εγώ; Ποιά είναι η γλώσσα μου; Η γλώσσα των μαύρων, των κιτρίνων, των λευκών; Μιλώ μιαν από τις γλώσσες των λευκών; Έτσι φαίνεται, αυτή τη γλώσσα μιλώ. Αλλά, τί θα πει μιαν από τις γλώσσες των λευκών; Μπορώ, μια χαρά, να πω ότι μιλώ μια γλώσσα λευκών, αφού δεν υπάρχει κανένας να με αντικρούσει! Απόμεινα μόνος που μιλά τούτη τη γλώσσα. Αλλά τί κάθομαι και λέω τώρα. Καταλαβαίνω αυτά που λέω, καταλαβαίνω τον εαυτό μου; (Προχωρεί προς το κέντρο του δωματίου) Κι αν όπως μου 'πε η Ντέζη, αυτοί έχουνε δίκιο; (Ξαναγυρνά στο καθρέφτη) Κι όμως, ο άνθρωπος δεν είναι κάτι άσχημο, δεν είναι κάτι αποκρουστικό! (Κοιτάζεται ψηλαφίζοντας το πρόσωπό του) Είναι πολύ αστείο! Αναρωτιέμαι, με τί πλάσμα να μοιάζω... με ποιόν; (Τρέχει σ' ένα ντουλάπι, βγάζει από μέσα φωτογραφίες που τις κοιτά) Φωτογραφίες, μάλιστα φωτογραφίες! Άραγε ποιοι να 'ναι όλοι αυτοί οι άνθρωποι; Ο κύριος Παπιγιόν ή τάχατες η Ντέζη; Μάλλον η Ντέζη. Κι αυτός εδώ είναι ο Βοδάρ, ο Ντιντάρ ή ο Ζαν; Αλλά μπορεί να 'μαι κι εγώ. (Ανατρέχει στο ντουλάπι από όπου βγάζει δυο-τρεις πίνακες) Ναι τώρα αναγνωρίζω τον εαυτό μου, είμαι 'γω, αυτός είμαι 'γω. (Κρεμά τους πίνακες στον τοίχο του βάθους, δίπλα στα κεφάλια των ρινόκερων) Αυτός είμαι 'γω, εγώ, εγώ! (Μόλις κρεμά τους πίνακες, ξεχωρίζουμε πως απεικονίζουν ένα γέρο, μια χοντρή γυναίκα κι έναν άλλον άντρα. Τα πορτρέτα είναι τόσο άσχημα, που 'ρχονται σ' αντίθεση με τα κεφάλια των ρινόκερων που τώρα έχουνε γίνει πάρα πολύ όμορφα. Ο Μπερανζέ κάνει λίγο πίσω για να τα δει καλύτερα) Δεν είμαι όμορφος. Πάντα το 'ξερα, δεν είμαι δα και κανένας κούκλος (Ξεκρεμά τους πίνακες, τους πετά με λύσσα στο πάτωμα και ξαναγυρνά στον καθρέφτη) Αυτοί είναι πιο όμορφοι από μένα. Οι ρινόκεροι είναι πιο όμορφοι! Είχα άδικο λοιπόν! Ω, πόσο θα 'θελα να 'μουνα σαν κι αυτούς! Κοίτα χάλια! Κέρατα, ούτε για δείγμα! Τί άσχημο που 'ναι το γυμνό αστόλιστο μέτωπο, χωρίς κέρατα. Ένα-δυο κερατάκια θα μου πηγαίνανε πάρα πολύ! Θα τονίζανε τα χαρακτηριστικά μου, που 'χουνε τάση να κρεμάνε προς τα κάτω. Αλλά ποιός ξέρει, δεν αποκλείεται μια μέρα να μου φυτρώσουνε κέρατα. Τότε θα σταματήσω να ντρέπομαι. Θα μπορώ να πάω κοντά τους με στολισμένο μέτωπο. Έλα όμως που δε λένε να φυτρώσουνε (Κοιτά τις παλάμες του) Για κοίτα χέρια... σα ζυμάρι! Άρα θα 'χω τη τύχη να βγάλουν αργότερα ρόζους, έστω λέπια, το ίδιο κάνει! (Βγάζει το σακάκι, ξεκουμπώνει το πουκάμισο και κοιτά το στήθος του στο καθρέφτη) Αηδία, σκέτη αηδία! Έχω τόσο πλαδαρό δέρμα, άσε, αυτή την αποκρουστική ασπρίλα με τις αραιές τριχούλες. Δεν ήταν να 'χα κι εγώ δέρμα σκληρό σα πετσί, μ' αυτό το υπέροχο βαθύ κιτρινοπράσινο χρώμα! Να 'χα την αμόλυντη κι άσπιλη γυμνότητά τους κι όχι αυτές τις απαίσιες τρίχες! (Ακούει τους βρυχηθμούς) Πάντως τα τραγούδια τους σε γοητεύουνε. Βέβαια είναι λίγο πρωτόγονα αλλά δε πειράζει, είναι τόσο σαγηνευτικά! Μακάρι να μπορούσα κι εγώ να τραγουδώ σα κι αυτούς. (Προσπαθεί να τους μιμηθεί) Ααα... αμμ... Μουουουου... Όχι, όχι! Είμαι τόσο φάλτσος! Τραγουδώ τόσον υποτονικά. Μου λείπει ταμπεραμέντο κι η ζωντάνια τους! Δε καταφέρνω να μουγγανίσω σα κι αυτούς, τσιρίζω! Ααα...αμμ... μουου! Τσιρίζω σα μυξιάρικο... Άλλο να τσιρίζεις κι άλλο να μουγγανίζεις... Το μουγγανητό έχει άλλη χάρη! Ω! Τώρα ξανάρχισε να με τυραννά η συνείδησή μου. Τί βάρος! Έπρεπε να τους ακολουθήσω τη κατάλληλη στιγμή. Αλλά, πού νους! Στερνή μου γνώση να σ' είχα πρώτα. Αλίμονο... είμαι τέρας. Τί λέω; Τερατούργημα! Αλίμονο, ποτέ μου δε θα καταφέρω να γίνω ρινόκερος... ποτέ! Ποτέ! Θα το 'θελα τόσο! Θα το 'θελα ψυχή τε και σώματι αλλά δε μπορώ πια ν' αλλάξω, δε γίνεται. Τί ντροπή! Δε μπορώ πια ούτε στο καθρέφτη να κοιταχτώ. (Γυρνά τη πλάτη στο καθρέφτη) Τόση ασχήμια δεν υποφέρεται. Αλίμονο σε κείνο που θέλει με το στανιό να διατηρήσει την ιδιομορφία του. (Τινάζεται απότομα) Ε λοιπόν τόσο το χειρότερο! Θα πολεμήσω ενάντια σ' όλο το κόσμο. Η καραμπίνα μου, πού είναι η καραμπίνα μου; (Γυρνά προς το μέρος του τοίχου, που φαίνονται πάντα τα κεφάλια των ρινόκερων κι ουρλιάζει μ' όλη του τη δύναμη) Ενάντια σ' όλο το κόσμο! Θα υπερασπίσω τον εαυτό μου ενάντια σ' όλο το κόσμο... δε θα καθίσω με σταυρωμένα χέρια, θα πολεμήσω... Είμαι ο τελευταίος άνθρωπος... και μέχρι να 'ρθει το τέλος θα παραμείνω άνθρωπος! Όχι δε θα συνθηκολογήσω!... ΔΕ ΘΑ ΓΙΝΩ ΣΑΝ ΚΙ ΕΣΑΣ!

                                                   ΤΕΛΟΣ

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers