
Βιογραφικό
Διηγηματογράφος και θεατρικός συγγραφέας. Γεννήθηκε στη Μεσσήνη το 1914 κι αποφοίτησε από το Γυμνάσιό της. Διπλωματούχος της Γαλλικής Ακαδημίας Αθηνών και σπουδαστής της Νομικής. Έλαβε μέρος στην Εθνική Αντίσταση με το ΕΑΜ Μεσσηνίας. Πρωτοφανερώθηκε από το περ. «Ελεύθερα Γράμματα» (1945) με το αντιστασιακό διήγημα «Ιχ τέσσερα». Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών χωρίς όμως να εξασκήσει το επάγγελμα γιατί αμέσως μετά τον πόλεμο αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά στα γράμματα κι ασχολήθηκε σ' όλη του τη ζωή με τη δημοσιογραφία. Επίσης, μελέτησε σε βάθος τη γαλλική γλώσσα κι απoφοίτησε από το Institut Francais d' Athenes. Έγραψε διηγήματα, μυθιστορήματα και μετέφρασε, Ντοστογιέφσκη, Τσβάιχ, Μορουά, Θερβάντες, Μοράβια και Σολζενίτσιν.
Συνεργάστηκε με τα περιοδικά Ο Ταχυδρόμος κι Οικογένεια κι ασχολήθηκε επαγγελματικά με τη λογοτεχνική μετάφραση. Υπήρξε μέλος της Εταιρείας Θεατρικών Συγγραφέων και της Εταιρείας Συγγραφέων. Τιμήθηκε με το βραβείο Εθνικής Αντίστασης (1946 για τα Ματωμένα χρόνια), το βραβείο του παγκόσμιου διαγωνισμού διηγήματος του εκδοτικού οίκου New Herald Tribune (1950-1951 για το διήγημα Νεράιδα του βυθού) και το Α’ κρατικό βραβείο διηγήματος (1981 για το Στο χάος). Ο Πατατζής ανήκει στη μεταπολεμική γενιά της ελληνικής πεζογραφίας. Με σημείο εκκίνησης τα Ματωμένα χρόνια, ενδεικτικό παράδειγμα της ελληνικής πεζογραφικής παραγωγής με θέμα την Εθνική Αντίσταση, και κορύφωση της δημιουργικής του πορείας το μυθιστόρημα Μεθυσμένη Πολιτεία, αφιέρωσε το σύνολο του έργου του στον προβληματισμό γύρω από την επίδραση που άσκησαν τα γεγονότα της γερμανικής κατοχής και του εμφυλίου στη μεταπολεμική κοινωνική πραγματικότητα στη χώρα μας, στα πλαίσια μιας ιδιαίτερα προσωπικής γραφής με χαρακτηριστικά στοιχεία τη λεπτή ειρωνεία και την απαισιόδοξη οπτική του μέλλοντος.
Γεννήθηκε το 1914 στο Νησί της επαρχίας Μεσσήνης του νομού Μεσσηνίας. Ορφάνεψε από πατέρα στα 6 και πέρασε στερημένα παιδικά χρόνια. Τέλειωσε το γυμνάσιο στη Καλαμάτα το 1932 και γράφτηκε στη νομική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, αναγκάστηκε ωστόσο για λόγους οικονομικής ανέχειας να διακόψει τις σπουδές και να δώσει εξετάσεις στη Σχολή Χωροφυλάκων. Υπηρέτησε στη Λιβαδειά με το βαθμό του ενωμοτάρχη, μετά την επιβολή της γερμανικής κατοχής όμως λιποτάκτησε και κατέφυγε στο αντάρτικο, στρατεύτηκε στον Ε.Λ.Α.Σ.. Στην Αθήνα, όπου έζησε ως το θάνατό του, επέστρεψε μετά την απελευθέρωση.

Ανήκει μεταξύ 1945-50 στους πλέον προβεβλημένους αριστερούς συγγραφείς: δημοσιεύει αντιστασιακά διηγήματα, συμμετέχει στη συντακτική επιτροπή του περιοδικού Ελεύθερα Γράμματα κι είναι αναγνωρισμένος από τους ιδεολογικούς του αντιπάλους. Παρολαυτά, δεν εντάσσεται ποτέ στον κομματικό μηχανισμό, συγκρούεται με το σταλινικό του πυρήνα και γρήγορα απομακρύνεται από τους πολιτικούς του συντρόφους. Παραμένει μέχρι το τέλος δεμένος με τον πολιτικό του οραματισμό (ό,τι κι αν μπορεί να σημαίνει για μας σήμερα ο όρος «αταξική κοινωνία») κι η επανέκδοση του έργου του συνιστά μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για να μελετήσουμε τις αναζητήσεις των πεζογράφων της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς τόσο στο θεματογραφικό όσο και στο μορφολογικό επίπεδο.
Έχει γράψει διηγήματα, μυθιστορήματα, θεατρικά έργα κι ένα δοκίμιο. Εργάστηκε κατά καιρούς σε διάφορες εφημερίδες και περιοδικά, στο ραδιόφωνο, στη τηλεόραση καθώς και σε πολλούς εκδοτικούς οίκους, σαν μεταφραστής κι επιμελητής εκδόσεων. Μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών και της Εταιρίας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων. Πολλά έργα του έχουν μεταφραστεί σε ξένες γλώσσες: ρουμανικά, γαλλικά, δανέζικα, σουηδικά, γερμανικά. Τιμήθηκε με 3 βραβεία: Εθνικής Αντίστασης, Παγκοσμίου Διαγωνισμού Διηγήματος και Κρατικό.
Η συλλογή διηγημάτων του ΜατωμέναΧρόνια τιμήθηκε με το Α΄ Βραβείο Εθνικής Αντίστασης (1945). Το διήγημα Νεράιδα Του Βυθού βραβεύτηκε στον Παγκόσμιο Διαγωνισμό Διηγήματος που οργάνωσε το εκδοτικό συγκρότημα New York Herald Tribune το 1950-1951. Πήραν μέρος 23 χώρες και κρίθηκαν, συνολικά, πάνω από 100.000 διηγήματα. Στη τελική κατάταξη κατέλαβε μιαν από τις 2ες θέσεις, με διαφορά μιας ψήφου από τα 4 πρώτα και περιελήφθη στην έκδοση «World Prise Stories» του αγγλικού εκδοτικού οίκου Odhams όπου δημοσιεύτηκαν τα 45 καλύτερα διηγήματα του διαγωνισμού καθώς και τη Δανέζικη Ανθολογία: «Τριάντα Μαιτρ Του Διηγήματος» των Jens Kruusse & Ole Storm, κι έχει ανθολογηθεί στη «Μοραΐτικη Πεζογραφία» του Νίκου Καράμπελα. Στην Ελλάδα, ο διαγωνισμός έγινε από τη Καθημερινή με κριτική επιτροπή τους Κων. Τσάτσο, Κλ. Παράσχο κι Αιμ. Χουρμούζιο. Το ίδιο διήγημα μεταφρασμένο στα γαλλικά, αγγλικά κι ινδικά ανθολογήθηκε σε μιαν ανθολογία με τίτλο Τα Καλλίτερα Διηγήματα Του Κόσμου.

Μετέφρασε Ντοστογιέφσκυ, Τσβάιχ, Κρόνιν, Μωρουά, Μωριάκ, Στάινμπεκ, Μπροντέ κ.ά. Εργάσθηκε ως δημοσιογράφος στις εφημερίδες «Δημοκρατικός Τύπος», «Ελληνική Ημέρα» κ.ά. Συνεργάσθηκε στα περ. «Νέα Εστία», «Φιλολογική Πρωτοχρονιά», «Οικογένεια», «Λογοτεχνικό Ημερολόγιο», «Ταχυδρόμος» κ.ά. Διασκεύασε επίσης με πολλή επιτυχία, για το θέατρο, το έργο του Γ. Χάσεκ «Ο καλός στρατιώτης Σβέικ» και τον «Δον Καμίλλο» του Γκουαρέσκι. Άλλα έργα του θεατρικά είναι «Επιστροφή από το Μπούχεβαλντ» (1946), «Η χρυσή φυλακή» (1959) «Ο Διάκος» (1961) και το ιστορικό δοκίμιο «Ι. Σοφιανόπουλος – ένας επαναστάτης χωρίς επανάσταση» (1962). Ενώ έχει προηγηθεί το πασίγνωστο μυθιστόρημά του «Μεθυσμένη Πολιτεία» (1948) ακολουθούν η συλλογή διηγημάτων του «Ο Χαμένος Παράδεισος» (1965), το «Πένθιμο Εμβατήριο» (1978), τα θεατρικά του «Ο Λεγεωνάριος» και «Κάτω οι γυναίκες» και θεατρικές διασκευές του από έργα Ντοστογιέφσκι, Τσέχωφ, και άλλων. Έργα του έχουν μεταφραστεί και κυκλοφορήσει σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Το λογοτεχνικό του έργο έχει, γενικά, κοινωνιστικό χαρακτήρα, ο ρεαλισμός του όμως δεν είναι ποτέ πεζός, δεν ξεπέφτει στο νατουραλισμό ούτε, πολύ περισσότερο, στον κοινωνικό βερμπαλισμό. Διαπνέεται πάντοτε από μια ποιητική διάθεση και διανθίζεται με λεπτό και πικρό χιούμορ που φθάνει ως τον σαρκασμό. Αντλεί τα θέματά του κυρίως από τη ζωή της ελληνικής επαρχίας και η συμπάθειά του στρέφεται προς τους αδύναμους και τους αδικημένους από την κοινωνία ή τη φύση που βασανίζονται είτε από τους άλλους είτε από τον ίδιο τους τον εαυτό, από την πλήξη της επαρχίας, από τη φτώχεια, τη σεξουαλική πείνα και την εξαθλίωση.
Έγραψε "Το Πένθιμο Εμβατήριο", καθαρά πολιτικό μυθιστόρημα, που στρέφεται εναντίον της ηγεσίας του ΚΚΕ, στην οποία καταλογίζει όλα τα λάθη που οδήγησαν στον εμφύλιο και την ήττα. Το βιβλίο κυκλοφορεί 3 μόλις χρόνια μετά (1978) το "Κιβώτιο" του 'Αρη Αλεξάνδρου (1975) κι αποτελεί μ' αυτό, μιαν ιστορική πραγματικότητα, μιαν οξύτατη κομματική κριτική, μιαν ανελέητη εκ των ένδον επίθεση, που δε διστάζει μπροστά στο παραμικρό. Έγραψεν επίσης τη "Μεθυσμένη Πολιτεία", τα "Ματωμένα Χρόνια", τον "Χαμένο Παράδεισο", το θεατρικό "Επιστροφή Από Το Μπούχεβαλντ", το "Θάλαμοι Σιωπής", τα "Χρονικά", "Παράβαση Καθήκοντος", "Διάκος", το εκπληκτικό δοκίμιο "Ι. Σοφιανόπουλος: Ένας Επαναστάτης Χωρίς Επανάσταση" κ.ά. Αξίζει να σημειωθεί πως έχαιρε ιδιαίτερης εκτίμησης στο εξωτερικό, εκτός από τις καλές κριτικές που έλαβε στη πατρίδα του.

Πέθανε 17 Ιουνίου 1991, σ' ηλικία 77 ετών.
Ο Σωτήρης Πατατζής, από τους πρώτους μεταπολεμικούς πεζογράφους, που στρέφουν τον αναγνώστη στην Κατοχή, στην Αντίσταση και στον Εμφύλιο, καταγράφει, εκτός των άλλων, τον αφάνταστο βασανισμό απροσμέτρητων κατακτημένων, χωρίς να σιωπά για τα θύματα μεταξύ των κατακτητών. Κατορθώνει την πάλη, ανάμεσα στα ανελέητα πλήγματα και την αντιμετώπισή τους, να την μετουσιώσει σε τέχνη του πεζού λόγου, αμέσως μετά την απελευθέρωση, σε ηλικία μόλις τριάντα ενός ετών. Πολύ νωρίς κατακτά τη θέση μεταξύ της Ιστορίας και της Λογοτεχνίας και παραμένει μέχρι την Απελευθέρωση. Νέος προβληματιζόμενος, με πλήθος αντιστασιακών βιωμάτων αλλά άγνωστος στα Γράμματα ως το 1945. Το καλοκαίρι εκείνου του έτους εκπλήσσει το αναγνωστικό κοινό του περιοδικού «Ελεύθερα Γράμματα», με το εξαιρετικό, αντιστασιακό διήγημα υπό τον τίτλο «Ich… τέσσερα» -Εγώ… το τέσσερα. Επιβεβαιώνει την συγγραφική του ωριμότητα το 1946, συλλογή αντιστασιακών διηγημάτων, τα «Ματωμένα Χρόνια», η οποία όμως κατασχέθηκε υπό το φάσμα του Εμφυλίου, παρά τη θετική αποδοχή της όχι μόνο από την αριστερή αλλά και από τη συντηρητική κριτική. Επανεκδίδεται το 1965 με πρόταξη είκοσι δύο «Χρονικών» της Αντίστασης, αναφερόμενων σε καίριες ιστορικές τραγωδίες της Κατοχής, από το «Μονοδέντρι» της Σπάρτης μέχρι το «Κομμένο Άρτας», καθώς και σε μορφές, εμφανείς ή αφανείς, όπως ο Άρης Βελουχιώτης ή ο Θανάσης Σούμπλης.
Αφηγητής άμεσης παραστατικότητας ο Σ. Πατατζής, τόσο στα διηγήματά του, όσο και στα «Χρονικά» που γράφονται με σκοπό την προβολή της ιστορικής αλήθειας και όχι της λογοτεχνικής του δυνατότητας, παρουσιάζει αυτούσια τη φασιστική βαρβαρότητα και ανεξήγητη. Διαβάζουμε στο κείμενο «Χορτιάτης»: «Να λιώνεις το κρανίο ενός μωρού χτυπώντας το στον τοίχο; Τι εξήγηση να δώσεις πια σε τούτη την πράξη; Ποια “λογική πολέμου” να επικαλεσθείς; Δεν βρίσκεις τίποτα, δεν υπάρχει έδαφος για να πατήσεις». Αντίθετα, η Αντίσταση, κάποτε και «παράλογη» σύμφωνα με τον κοινό νου, έχει λογική αφετηρία: «…Ζούσαμε σ’ ένα κλίμα τραγικό…», υπενθυμίζει ο συγγραφέας στον πρόλογο της έκδοσης του 1965, που αναφέρθηκε. «…αναμετριόμαστε κάθε μέρα και κάθε νύχτα με το θάνατο –πώς μπορούσε μια τέτοια εποχή να μην έχει και τους ήρωές της και τις τραγικές της διαστάσεις, και τους ωραίους της ανθρώπους;».

Φεύγοντας από τη ζωή ο Σωτήρης Πατατζής, το 1991, κληροδότησε πλούσιο, πολυδιάστατο και λογοτεχνικής καταξίωσης έργο. Ενδεικτικά, το γνωστό μυθιστόρημα «Μεθυσμένη Πολιτεία», τα βιβλία διηγημάτων με τίτλους «Χαμένος Παράδεισος» και «Το Χάος», από τα θεατρικά του την «Επιστροφή από το Μπούχενβαλντ» και τη θεατρική διασκευή του «Καλού Στρατιώτη Σβέικ» καθώς και δημοφιλείς μεταφράσεις. Η συλλογή διηγημάτων «Νεράιδα του Βυθού» περιλάμβανε το ομότιτλο αριστοτεχνικό διήγημα, που είχε επιφυλάξει στον συγγραφέα το βραβείο του καλύτερου ελληνικού διηγήματος, το 1951. Τη «Νεράιδα» χώριζε από τον συγκρατούμενό της μια μεσοτοιχία, όπου γραφόταν μια ιδιόμορφη, εξαιρετική ερωτική ιστορία, με σήματα Μορς! Καταδικασμένη από την πραγματικότητα, κρίθηκε ως ένα από τα ωραιότερα διηγήματα στο πλαίσιο του Παγκόσμιου Διαγωνισμού Διηγήματος, που είχε προκηρύξει η New York Herald Tribune και θριάμβευσε μεταφρασμένη σε πενήντα δύο γλώσσες.
Ο πόλεμος έκανε όλους τους κατακτημένους «παιδιά της ίδιας μάνας – της Συφοράς», γράφει ο Σ. Πατατζής, παρά τις διαφοροποιήσεις τους. Στις συνταρακτικές σελίδες που απαρτίζουν τα «Ματωμένα Χρόνια», οι πολλοί της «σκλαβωμένης πολιτείας» έχουν περιέλθει στο ανύπαρκτο έλεος της πανταχού παρούσας βίας, του θανάτου και της πείνας. Ο θάνατος στο αλβανικό μέτωπο εξακολουθεί να αφήνει άφωνη τη μάνα, το καράβι του Ερυθρού Σταυρού με το σιτάρι-σωτηρία αργεί, η βύθισή του γιγαντώνει ανεξέλεγκτη την απόγνωση του πατέρα με το μικρό, ετοιμοθάνατο από την πείνα παιδί του. Ένας νέος άνδρας ξέρει ότι διπλανοί του δίνουν στα παιδιά τους το επικίνδυνο σκυλίσιο κρέας. Ξεκίνησε τη ζωή του με όνειρα κοινωνικής ανάδειξης –«θα γίνω δικαστής» έλεγε- αλλά τώρα η πόλη «για τ’ αλλού… δεν έχει οδό» και με μακάβριους φόβους, χωρίς τη διάθεση της αντίστασης, προκαλεί ο ίδιος τους πυροβολισμούς του εχθρού. Αντίθετα, κάποιοι νέοι πιστεύουν ότι μια οργάνωση θ’ αλλάξει τον κόσμο, γράφουν την παράνομη εφημεριδούλα τους, για να τους αναγκάσει τελικά η έφοδος των Γερμανών να παραδεχτούν ότι οι νεκροί θα γράψουν την ιστορία της υπέροχης οργάνωσης, όχι με μελάνι· με αίμα.
Ίσως, πάντοτε οι νεκροί να συνεχίζουν τον αγώνα, για ένα δίκαιο κόσμο, ωστόσο την ιστορία της Ελληνικής Αντίστασης ένα μεγάλο τμήμα του ελληνικού λαού την έγραφε. Προσθέτουμε, όμως, ότι αχαρακτήριστο ρόλο διαδραμάτισαν, ένα σημαντικό ποσοστό της «ιδιότυπης» αστικής τάξης, με αδίστακτη ιδιοτέλεια καθώς και οι νεόπλουτοι της μαύρης αγοράς, σύμφωνα με την ιστορική έρευνα για την οικονομική κατάσταση της καθημαγμένης Ελλάδας επί Κατοχής και μετά τη λήξη της.

Στη "Μεθυσμένη Πολιτεία" του, ένα παλιό μυθιστόρημα που δικαιώνει την φήμη του -και μάλιστα χωρίς τυμπανοκρουσίες-καθώς ενώ γράφτηκε το 1948 τρεις 10ετίες μετά, το 1980,στεκόταν σθεναρά όρθιο απέναντι στον χρόνο σαν τηλεοπτική σειρά- που όπως λένε οι γνωρίζοντες τα του χώρου έμεινε στην ιστορία σαν μια από τις καλύτερες που έχουν βασιστεί σε λογοτεχνικό έργο-σε μια μεταβατική φάση όταν είχε αρχίσει να διαφαίνεται σαν πολύ πιθανή μια αλλαγή πολιτικών δεδομένων που κανένας δεν μπορούσε να φανταστεί πως ακριβώς θα γινόταν(η αλλαγή ντε) ή τι θα την αποτελούσε και ύστερα κι απ΄αυτό, άλλες τρεις δεκαετίες μετά, στις μέρες μας δηλαδή,παραμένει ζωντανό κι ενδιαφέρον,έχει πράγματα σημαντικά να ξαναβάλει κι όχι μόνον να χρησιμεύει στο μάθημα της νεοελληνικής λογοτεχνίας σαν κείμενο που αποτύπωσε μιαν εποχή που πέρασε κι άφησε κι αυτή τα σημάδια της-άρα πάντα θα μας απασχολεί,ας το πω έτσι,ακαδημαϊκά-αλλά να διαβάζεται σαν αυτό που πραγματικά έχουμε ανάγκη: θαρραλέα κατάδυση στην ανθρώπινη ψυχή ασχέτως του κοινωνικού ενδύματος και του ρόλου που της αναθέτει ή της επιβάλλει η συγκυρία,διαχρονικό δηλαδή και γι αυτό σημαντικό μυθιστόρημα μιας εθνικής λογοτεχνίας με τσαγανό και όραμα.
Ο Πατατζής μέσα από την παραμονή ενός μπουλουκιού όσο κρατούν οι παραστάσεις του σε μια μικρή πόλη-την δική του γενέτειρα,την Μεσσήνη της Πελοποννήσου-(κατα) γράφει την απώλεια και ως απώλεια στην αφήγησή του δεν νοείται ο θάνατος μα κι άλλα,λιγότερο ή περισσότερο συνήθη και πάντως ποικίλα,αρχίζοντας από το να χαθεί η αθωότητα της έστω και δύσκολης παιδικής ηλικίας ενός ορφανού κοριτσιού που πρέπει να τα βγάλει πέρα με την ενήλικη ζωή του στο μεσοδιάστημα δυο πολέμων έως και το να συντριβεί η σαν τις αλκυονίδες μέρες ενός κρύου Γενάρη προκύψασα ερωτική ελπίδα ενός ξοφλημένου- από έναν υποκριτικό περίγυρο που δεν κοιτά τα χάλια του θεωρούμενου έτσι - γυμνασιάρχη επαρχιακού σχολείου.

Την απώλεια σε όλα της τα επίπεδα και τις εκδοχές,αυτήν που προκαλείται από τα ατομικά, μικρά ή μεγάλα,καθημερινά ή έκτακτα οικογενειακά γεγονότα που σημαδεύουν τους βίους των απλών ανθρώπων,εκείνων που ο μεγάλος μας Γιάννης Ρίτσος τους έλεγε ανώνυμους αγίους,αλλά και από τα κοινωνικοϊστορικά,αυτά που αποτελούν το απαράλλαχτο σκηνικό της ανθρώπινης ιστορίας από καταβολής κόσμου,αυτά που συμβαίνουν πέρα από την βούληση των ατόμων,που προκαλούνται από τις φωτισμένες ή τις φρικαλέες επιλογές των δυνατών -κυρίως απ΄αυτές-και βαραίνουν ύστερα με την θλιβερή σκιά τους γενιές και γενιές.
Ο Πατατζής αφηγείται τριτοπρόσωπα,αλλά καταλαβαίνουμε από φράσεις τύπου "στην μικρή μας πόλη" ότι ο αφηγητής είναι αποστασιοποιημένα εκείνος,σαν ένας από τους κατοίκους που έχει παρακολουθήσει τα γεγονότα και μας τα μεταφέρει με γλυκόπικρο χιούμορ που συχνά στο κείμενο γίνεται εύστοχος σαρκασμός,με γλαφυρότητα,ακρίβεια και σχεδόν γραμμικά ως προς τον χρόνο , διανθίζοντάς τα με λίγες αναγκαίες αναδρομές στο παρελθόν τις οποίες σαν ιστορίες δεν θα έλεγα καν εγκιβωτισμένες μα πληροφορίες στην σωστή στιγμή ίσα ίσα για να μάθουμε κάποια πράγματα για τα δυο πιο χαρακτηριστικά πρόσωπα που σηκώνουν το αλληγορικό βάρος:την Ρένα που είναι η ενζενί του θιάσου και τα πάντα περιστρέφονται γύρω της καθώς γίνεται από την πρώτη στιγμή το αντικείμενο του πόθου,του φθόνου,της αγάπης,του ενδιαφέροντος τέλος πάντων όλων,ανδρών και γυναικών και τον Μπε,τον ευαίσθητο "τρελό"της πόλης,που είναι πιο καλός και σωστός από πολλούς από τους επιφανείς της πολιτειούλας κι ας μιλά αυτός μες στη μοναξιά του με τις κατσίκες του που τους έχει δώσει κι ανθρώπινα ονόματα.
Όμως κι όλα τ' άλλα πρόσωπα έχουν διαχρονικό ενδιαφέρον. Θα τολμήσω να πω ότι έστω και με παραλλαγές (και ήταν έκπληξή μου,την ομολογώ)ακόμα και στις μέρες μας-σιγά δηλαδή ποιες είναι οι μέρες μας,κάνουμε σαν να έπαψε να γίνεται μάχη ανάμεσα στο καλό και στο κακό-τα συναντάς:

Ο Παμεινώντας,ο πλούσιος έμπορος που δεν είναι όμως το αμόρφωτο και φιλάργυρο τομάρι που θα περίμενε κάποιος,ο κάποτε ποιητής και τώρα τιποτένιος θιασάρχης,ο αλκοολικός καρατερίστας ο επονομαζόμενος Σούρας ή Κολοκυθολούλουδο,οι ηττημένες μαραμένες πρώην πρωταγωνίστριες σαν εκείνην με το γελοίο όνομα Μπέμπα,ο μοναχικός γυμνασιάρχης,η γεροντοκόρη γαλλικού που την φωνάζουν Φραγκόκοτα,το φασιστόμουτρο ο θεολόγος,ο γιατρός που δεν είναι ντόπιος αλλά έχει μείνει εκεί βλέποντας τις ανάγκες τους για να τους βοηθήσει και όντως το πράττει ανιδιοτελώς κι αυτοί του αντιγυρίζουν αχαριστία παραδομένοι στις δεισιδαιμονίες τους,ο άτεκνος διοικητής της αστυνομίας που κυνηγάει μάταια τον περιβόητο επαναστάτη Πελοπίδα,ο ίδιος ο Πελοπίδας ,θετικά σμιλεμένος χαρακτήρας επαναστάτη απρόσμενα προσγειωμένου,λάτρη της ζωής και όχι του δήθεν ηρωικού σε αντιδιαστολή με τον θεωρητικούρα ηθοποιό με το παρατσούκλι Μιζέριας διανοούμενο της συμφοράς που τον νοιάζει ένα ηρωικό φαίνεσθαι γιατί κατά βάθος φοβάται την πάλη που δεν φαίνεται να τελειώνει ποτέ στην μίζερη γήινη ζωή του,ο τσιφούτης φαρμακοποιός και η φαντασμένη γυναίκα του,ο ταβερνιάρης με την δικιά του γυναίκα,βίαιη και αυταρχική αυτή και πολλοί ακόμα που πηγαινοέρχονται σε μικρές και μεγάλες πολιτείες ανά τους αιώνες και στην παγκόσμια λογοτεχνία , χαρακτήρες παρμένοι από την ζωή των ανθρώπων που παρά το πέρασμα τόσων χρόνων δεν φαίνεται ν΄αλλάζει.
Εδώ θα μπορέσετε να δείτε όλο το σήριαλ "Μεθυσμένη Πολιτεία" από το αρχείο της ΕΡΤ:
------------------------------------------------
Ο Ανέστος Γυρεύει Την Ευτυχία
Άλλοτε γύριζε από τόπο σε τόπο δουλεύοντας σ' ασβεστοκάμινα ή σε κανένα καρβουνάδικο ή σε τίποτα ξυλοκόπους. Του άρεσε πολύ να ζει πάνω στα βουνά ή σε μέρη αποτραβηγμένα όπου σπάνια τον έβλεπαν οι γυναίκες. Όχι πως δε τις ήθελε τις γυναίκες, ίσα-ίσα μάλιστα. Μόλις δεν είχε δουλειά και ξάπλωνε κάτω από τον ίσκιο κάποιου δέντρου, όλο γυναίκες χοροπηδούσανε στο μυαλό του. Ήξερε όμως πως ήταν γραφτό του να μην αγγίξει ποτέ αυτά τα πλάσματα. Γιατί ήτανε κακομούτσουνος και στραβοπιασμένος. Η άτιμη η μύτη του έγερνε λίγο δεξιά, όπως κι η κάτω μασέλα κι ο λαιμός του μα και το κορμί του ολάκερο. Τονε κοίταζες κι έλεγες πως ο Θεός, αφού τον έπλασε, μετάνιωσε αμέσως και τούδωσε μια γερή σφαλιάρα για να τον γκρεμίσει στο χάος. Αλλά δεν τον πέτυχε καλά και δεν τον γκρέμισε. Μόνο λίγο που τον στράβωσε και τον άφησε να πλέει στη ζωή του έτσι, σα μπαταρισμένο καράβι. Κατά τ' άλλα, ο Ανέστος ήτανε πολύ γερό κόκαλο. Μπορούσε να κατεβεί από τη κορφή του βουνού μ' ένα τσουβάλι κάρβουνα στη πλάτη ή να ξεριζώσει με δυο κασμαδιές μια πουρναρόριζα, σα νάτανε κοκκινογούλι.
Είχεν έρθει στο χωριό με κάτι ασβεστάδες. Λογαριάζανε να στήσουν το καμίνι τους λίγο πιο πάνω από κείνο τον λόφο, όπου ήτανε το "σπίτι του Αμερικάνου". Οι φύλακες του Μουσείου όμως δε τους άφησαν, γιατί εκεί κοντά υπήρχαν αρχαία ερείπια και μπορεί οι ασβεστάδες να κλέβανε τη νύχτα μάρμαρα ή τίποτα θεμέλια αρχαίων σπιτιών και να τάριχναν στο καμίνι τους για να τα κάμουν ασβέστη. Τα μάζεψε λοιπόν η κομπανία κι έφυγε. Ο Ανέστος όμως ξέμεινε, γιατί λέει, του άρεσε πάρα πολύ εκείνο το έρημο σπίτι του Αμερικάνου. Ρώτησε αν θα μπορούσε να μείνει κει μέσα και του είπανε πως είναι λεύτερος να καθίσει σε δαύτο ώσπου να τον κομματιάσει καμιά νύχτα, το φάντασμα του Αμερικάνου. Γιατί βέβαια το σπίτι ήτανε στοιχειωμένο και πολλοί που έτυχε να περάσουν από κει πέρα τη νύχτα, είχαν δει κι ακούσει πολλά.
Εξάλλου δε μπορούσες να το πεις καλά-καλά σπίτι γιατί ήτανε μια παράγκα ξύλινη που καθώς στηριζότανε σε τέσσερα πέτρινα πόδια, έμοιαζε πάρα πολύ με φωληά πελαργού. Ο Αμερικάνος τόχτισε έτσι γιατί μουρλάθηκε. Είχε πάει στην Αμερική για να πλουτίσει αλλά έγινε φθισικός κι αποφάσισε να γυρίσει πίσω, γιατί όλοι οι γιατροί που τον είδανε στο Μπόστον, τούπανε πως η πατρίδα του έχει σπουδαίο ήλιο και πως θα τονε θεραπεύσει μέσα σε τρεις μήνες, το πολύ. Καθώς γύριζεν όμως, τονε κούνησε τον άνθρωπο η θάλασσα, κουρκούτιασε το μυαλό του και του κόλλησε η ιδέα πως είναι πελαργός. Έλεγε πως ήρθε από το Μπόστον φτερουγώντας κι όταν τέλειωσε το σπίτι, στεκόταν όλη τη μέρα όρθιος στο χαγιάτι και λιαζότανε, ακουμπώντας πότε στόνα πόδι, πότε στάλλο, σαν τους πελαργούς. Σε τρεις μήνες μέσα, μόλις ήρθε ο χειμώνας και δεν είχε πια ήλιο, αυτοκτόνησε.
Το σπίτι ρήμαξε γρήγορα. Γκρεμίστηκε τόνα του πόδι κι έγυρε ολάκερο κατά τα δεξιά, ακριβώς σαν τον Ανέστο. Οι βροχές έγλυψαν το πράσινο χρώμα του κι οι άνεμοι ξεχαρβάλωσαν τα παραθύρια. Όλα τους σχεδόν στηρίζονται τώρα μόνο στη μια ριζέλα κι όταν είναι γαλήνη, τα βλέπεις να κρέμονται ασάλευτα προς τα κάτω, σαν τα χέρια ενός νεκρού που τον κρατάς από τη μέση. Όταν όμως ξεσπά καμμιά θύελλα, ο αγέρας σφυρίζει δαιμονισμένα μες από τις χαραμάδες, οι σκοροφαγωμένες πόρτες τρίζουνε κι οι τσίγκοι στο χαγιάτι θρηνούνε πένθιμα και σου φέρνουνε στο νου χίλιες-δυο ιστορίες για βασανισμένες ψυχές που δέρνονται τη νύχτα.
Ο Ανέστος όμως δε τα φοβότανε τα φαντάσματα. Πίστευε πως τα στοιχειά δεν είναι τίποτ' άλλο παρ' ανθρωπάκια που βασανιστήκανε στη ζωή τους πολύ. Τα λυπόταν, αλλά δε τα φοβότανε καθόλου και κάτι τούλεγε πως κάποτε θα στοίχειωνε κι εκείνος. Γύριζε όλη μέρα στον λόγγο, ξερίζωνε αγριοκουμαριές, αγριοπουρναριές και σκοίνα, πάστωνε σε σωρούς τις ρίζες τους και περίμενε ώσπου να περάσει ο έμπορας. Μόλις σουρούπωνε, κατέβαινε στο χωριό, γέμιζε το παγούρι ούζο, αγόραζε ψωμί, τυρί, εληές, κρεμμύδια και ξαναγύριζε στον λόφο. Αν τύχαινε να περάσει μπροστά σε καμμιά νέα γυναίκα, έσκυβε κι έκανε πως δένει τα κορδόνια του παπουτσιού του. Όταν όμως εκείνη προσπερνούσε, γύριζε το κεφάλι του, μισάνοιγε το στόμα και στεκόταν έτσι κάμποση ώρα ακίνητος κοιτάζοντας αφαιρεμένα τα μαλλιά της που κυμάτιζαν ανάλαφρα.
Εκείνο το βράδυ, όταν σταμάτησε η βροχή, το γύρισε σε παγωνιά κι έκανε πολύ κρύο. Η νύχτα ωστόσο, ήταν όμορφη και τα σπασμένα μάρμαρα μπροστά στο Μουσείο, αστράφτανε κάτω από το γεναριάτικο φως. Ο Ανέστος είχε μείνει πολλές ώρες στο χωριό, πίνοντας ούζο με τον γερο-Νέστορα. Παράξενο γεροντάκι, αλήθεια, τούτος ο άνθρωπος. Ήταν άσπρος και γαλήνιος σαν τα σπασμένα αγάλματα του Μουσείου και σου μιλούσε για τις γυναίκες μ' ένα τρόπο που αναπαυόταν η ψυχή σου να τον ακούς.
Στα νειάτα του, τον είχε πιάσει μια άγρια δίψα να γνωρίσει άγνωστους τόπους κι άγνωστους ανθρώπους. Μπαρκάρησε λοιπόν σε φορτηγό και ταξίδεψε σαράντα ολόκληρα χρόνια. Γνώρισε όλους τους τόπους κι όλους τους ανθρώπους της γης, τώρα όμως λέει πως αυτό δεν ωφέλησε σε τίποτα και πως άδικα ξόδεψε τη ζωή του σ' αυτή τη κουταμάρα. Γιατί, ακούς, δεν υπάρχουν άγνωστοι άνθρωποι κι άγνωστοι τόποι. Όλα πάνω στη μικρή μας γη είναι ίδια, απελπιστικά ίδια και μπορείς θαυμάσια να γίνεις σοφός, χωρίς να ταξιδέψεις καθόλου. Φτάνει μόνο να σηκώσεις μια φορά τα μάτια σου στον ουρανό και να κοιτάξεις προσεκτικά τ' αστέρια ή να σκύψεις μια φορά από το παράθυρό σου και να παρακολουθήσεις προσεχτικά μια κηδεία που θα περά τον δρόμο. Όταν σηκώθηκε να φύγει ο γέρος, άδειασε το ποτήρι του και του είπε σιγά-σιγά:
-"Όσο τώρα για τον έρωτα που λες πως δε τονε γνώρισες, ναι... είναι μια ευτυχία ο έρωτας. Αλλά η ευτυχία, να ξέρεις, μοιάζει με το γαλάζιο χρώμα της θάλασσας. Μόλις τη κλείσεις στη χούφτα σου τη θάλασσα, πάει... χάνεται το γαλάζιο χρώμα". Μισόκλεισε τα μάτια του κι ύστερα από μια μικρή παύση, πρόσθεσε εύθυμα: "Ωστόσο οι γυναίκες είναι πλάσματα λιγότερο ηλίθια από τους άντρες. Μην ανησυχείς, για τη μύτη σου και νάσαι σίγουρος πως δε τις πειράζει πολύ. Γιατί αυτές το ξέρουνε πως η μύτη δε χρησιμεύει διόλου στον έρωτα".
Ο Ανέστος γέλασε δυνατά, πολύ δυνατά -πρώτη φορά στη ζωή του είχε γελάσει έτσι. Κρέμασε το παγούρι στη ζώνη του και πήρε το δρόμο για τον λόφο. Ήτανε τόσο ζαλισμένος, ώστε μόλις πέρασε μπροστά από το Μουσείο κι είδε απ' έξω τις αναστηλωμένες κολώνες, του φανήκαν όλες σα γυναικεία μπούτια, σηκωμένα κατά τον ουρανό. Κι όταν έστριψε κι είδε να βγαίνει από το τζάκι του άσπρος καπνός, δε φοβήθηκε διόλου, παρ' όλο που ο καπνός αυτός, καθώς λύγιζε στον αγέρα, έμοιαζε λίγο με πελαργό. Είπε μάλιστα πως θάταν ωραίο να τούκανε καμμιάν επίσκεψη απόψε ο Αμερικάνος. Θα τονε κέρναγε ούζο και θα τονε ρωτούσε αν έβλεπε και τις γυναίκες σα πελαργίνες. Όταν όμως έσπρωξε απότομα τη πόρτα, πάγωσε από τρόμο. Μπρος στο αναμμένο τζάκι, στεκότανε μια γυναίκα μισόγυμνη και στέγνωνε τα εσώρρουχά της. Μόλις τον είδε έμπηξε μια φοβισμένη κραυγή και τυλίχτηκε όπως μπορούσε με το ρούχο πούχε απλώσει στη φωτιά.
Ο Ανέστος κοκκάλωσε στη θέση που βρισκότανε και δε μπορούσε να κάνει βήμα, ούτε μπρος, ούτε πίσω. Κοίταζε τους άσπρους ώμους της γυναίκας που αστράφταν από τη φωτιά και για μια στιγμή, του πέρασε η σκέψη πως αυτό το πλάσμα, μπορεί νάτανε καμμιά από κείνες τις αρχαίες θεές του Μουσείου που στέκονται έτσι ασάλευτες, γέρνοντας με χάρη έτσι προς τα μπρος το κορμί τους. Ύστερα όμως θυμήθηκε αυτό που του είπε μια μέρα ο φύλακας, ότι δηλαδή οι αρχαίοι θεοί δεν κατοικούσαν στον ουρανό, αλλά στον Όλυμπο. Από τότε έχασε κάθε ιδέα για τη δύναμη των αρχαίων θεών και τους θεωρούσε εντελώς ανίκανους και για το παραμικρό θαύμα. Γιατί βέβαια τι θαύμα μπορούσε να σου κάνει ένας θεός που έμενε στα κατσάβραχα του Ολύμπου μαζί με τους σαρακατσανέους; Είχε περάσει πολλές φορές ο Ανέστος από τον Όλυμπο κι έβρισκε πως το βουνό αυτό ήταν κατάλληλο μόνο για να κρύβονται στις σπηλιές του οι κατσικοκλέφτες -δε θα μπορούσε λοιπόν αυτή να κάνει το παραμικρό θαύμα κι αν ακόμα υποθέσουμε πως είναι θεά. Ετοιμάστηκε να πάει κοντά για να βεβαιωθεί περισσότερο, αλλά την ίδια στιγμή η γυναίκα γύρισε το κεφάλι της και φώναξε λίγο θυμωμένα:
-"Πήγαινε έξω χριστιανέ μου να ντυθώ"!
-"Ναι... Ναι... πολύ ευχαρίστως", μουρμούρισε ο Ανέστος και βγήκε πάλι έξω σκουντουφλώντας. Ξεκρέμασε το παγούρι από τη ζώνη, ήπιε πολλές ρουφηξιές κι άνοιξε λίγο το πουκάμισό του για να χτυπήσει το στήθος του, ο παγωμένος αγέρας.
-"Εντάξει... Έλα τώρα", φώναξε σε λίγο από μέσα η γυναίκα.
-"Ναι... Ναι... πολύ ευχαρίστως", μουρμούρισε πάλι ο Ανέστος.
-"Μπήκα για τη βροχή", του είπε κείνη κάπως ντροπαλά.
-"Ναι... Ναι... πολύ άτιμο πράμα η βροχή"!
-"Νόμισα πως δε μένει κανείς εδώ μέσα, δικό σου είναι το σπίτι";
-"Ναι... δηλαδή... δικό μου πες".
-"Θα μπορέσω να μείνω απόψε δω; Αύριο θα φύγω πρωί-πρωί".
-"Όχι, όχι να μη φύγεις!" φώναξε δυνατά ο Ανέστος. Εκείνη τρόμαξε λίγο από την αγριοφωνάρα του και τον κοίταξε με μεγάλη απορία.
-"Γιατί να μη φύγω;" ψιθύρισε. Αμέσως ο Ανέστος τάχασε. 'Αρχισε να στρίβει τα δάχτυλά του και κοίταζε δώθε-κείθε πανικόβλητα, σα να γύρευε μια τρύπα για να χωθεί μέσα.
-"Ναι... βέβαια... γιατί να μη φύγεις... γιατί να μη φύγεις;" μουρμούριζε μες από τα δόντια του κι έψαχνε ταραγμένα στις τσέπες του για να βρει τσιγάρα. Τα δάχτυλά του όμως άγγιξαν το παγούρι που κρεμότανε στη ζώνη του. Το τράβηξε γρήγορα-γρήγορα και της το πρόσφερε με μια απότομη κίνηση. "Πιες λίγο", της είπε κοιτάζοντας αλλού, "πιες να ζεσταθούνε τα πλεμόνια σου". Εκείνη κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. Του είπε πως περπατούσε όλη μέρα και θάθελε καλύτερα να της έδινε λίγο ψωμί αν είχε. "Ναι... Ναι... πολύ ευχαρίστως", έκανε πάλι ο Ανέστος. Έστρωσε το σακάκι του ανάποδα και σώρωσε μπρος στα πόδια της ψωμί, τυρί, εληές και κρομμύδι. Εκείνη άρχισε αμέσως να τρώει λαίμαργα με μεγάλες μπουκιές κι είχε σκύψει το κεφάλι σα να ντρεπότανε πολύ για τη λαιμαργία ή για τη πείνα της.
-"Πηγαίνω στην Αθήνα", του είπε τεντώνοντας τον λαιμό της για να καταπιεί μια πελώρια μπουκιά. "Έχω κει πέρα ένα μπάρμπα πολύ πλούσιο που θέλει να με σπουδάσει. Δε ξέρω ακριβώς αν θα με στείλει να γίνω μοδίστρα ή νοσοκόμα, οπωσδήποτε όμως, σ' ένα χρόνο το πολύ, θάμαι μια κυρία με τα όλα μου". Σταμάτησε και σα να μετάνιωσε ξαφνικά για όλα τούτα τα ψέμματα, πρόσθεσε σιγότερα: "Φτάνει να μη τάχει τινάξει ο μπάρμπας μου... Γιατί υποφέρει, ξέρεις από το σηκότι του..."
Όταν απόφαγε, έβγαλε έναν αναστεναγμό, ακούμπησε τις πλάτες της στον τοίχο, του χαμογέλασε και τον ρώτησε πως θα πιει τώρα λιγάκι νερό. Αμέσως ο Ανέστος πετάχτηκε πάνω, άρπαξε τη στάμνα και κατέβηκε τσακιστός κάτω να της φέρει φρέσκο νερό από το πηγάδι. Μόλις γύρισε, έπλυνε πολλές φορές το κύπελλο, το γέμισε και της το πρόσφερε τρέμοντας. Ύστερα κατέβηκε πάλι κάτω, έφερε κούτσουρα για τη φωτιά, στερέωσε τα παραθυρόφυλλα και της έριξε στις πλάτες το σακάκι του. Ένιωθε μια περίεργη ηδονή υπηρετώντας αυτό το όμορφο πλασματάκι. Τη στιγμή που τούλεγε "ευχαριστώ πολύ", φουσκώναν τα στήθεια του από περηφάνεια και πνιγόταν από μια άγνωστη χαρά. Μισόκλεινε τα μάτια του και σκεφτότανε τι ωραία θάναι να μπουκάρει τώρα δω μέσα ένας λύκος. Θα πεταγόταν αυτός πάνω, θα τον άρπαζε από το λαιμό και θα τον έπνιγε σα γατί, μπρος στα μάτια της. Το ίδιο ακριβώς θάκανε αν ξεμύταγε πουθενά και το φάντασμα του Αμερικάνου. Ήτανε καθισμένοι μπρος στο τζάκι, αντικρυστά ο ένας από τον άλλο και σώπαιναν.
Η γυναίκα είχε ακουμπήσει το κεφάλι της στον τοίχο κι ανάσαινε με θόρυβο. Σε μια στιγμή ο Ανέστος πρόσεξε πως είχε καρφώσει τα μάτια της στο δασύτριχο στήθος του. Κουμπώθηκε γρήγορα-γρήγορα, έσκυψε το κεφάλι του κι άρχισε να ξύνει μηχανικά το γόνατό του. Πέρασε έτσι μισή ώρα δίχως ν' ανταλλάξουν λέξη. Τέλος, τα μάτια της γυναίκας γλάριασαν. 'Αφησε το κορμί της να συρθεί λίγο προς τα κάτω, έγυρε το κεφάλι στο στήθος της κι αποκοιμήθηκε. Τώρα πια μπορούσε ο Ανέστος να τη κοιτάζει άφοβα. Σηκώθηκε σιγά-σιγά και πατώντας στα νύχια, στήθηκε από πάνω της όρθιος. Με μάτια γουρλωμένα και με τ' αφτί τεντωμένο, προσπαθούσε ν' ακούσει κάτι, δίχως να ξέρει τι. Η καρδιά του χτυπούσε γρήγορα σαν του πουλιού. 'αξαφνα κατάλαβε πως όλο του το αίμα είχε μαζευτεί στο πρόσωπό του και στριφογύριζε δαιμονισμένα γύρω από τα μάτια του. 'Αρπαξε πάλι το παγούρι, ρούφηξε άπληστα πολλές γουλιές και βγήκε στο χαγιάτι τρέχοντας.
Στηρίχτηκε στο μεσαίο στύλο κι άφησε το βλέμμα του να πλανηθεί τριγύρω. Εδώ ήτανε κάποτε, λέει, μια μεγάλη πολιτεία με πέτρινα σπίτια, αγάλματα θεών και μαρμάρινες κολώνες. Έπιανε όλη τη πλαγιά του λόφου κι έφτανε ως την άκρη της θάλασσας. Κι όμως... Όλα τούτα τα μάρμαρα, λυώσανε σα νάτανε ζαχαρένια. Σωριαστήκανε τα σπίτια τόνα πάνω στ' άλλο, κυλήσανε τα νερά, φέρανε χώματα κι η πελώρια πολιτεία θάφτηκε όμορφα-όμορφα. Ύστερα οι ανέμοι κουβαλήσανε σπόρους και στολίσανε τον τάφο της με αγριοκουμαριές, αγριοπούρναρα και σκοίνα. Η παγωνιά που στην αρχή του χάιδευε το πρόσωπο ευχάριστα, άρχισε τώρα να του βελονιάζει ολόκληρο το κορμί. Ανατρίχιασε. Σκέφτηκε αμέσως πως κι η γυναίκα θα πρέπει να κρύωνε και προσπάθησε να θυμηθεί πως έγινε και δεν την έβαλε να ξαπλώσει στα στρωσίδια του, που τάχε τυλιγμένα μπόγο στο πατάρι.
Ξαναμπήκε λοιπόν μέσα, κατέβασε τα ρούχα από το πατάρι, τ' άπλωσε δίπλα στο τζάκι και πέρασε πολλές φορές το χέρι του πάνω στο στρώμα για να βεβαιωθεί πως δεν υπάρχουν ψίχουλα ή χαλίκια ή τίποτα ξεραμένα αγριοκούμαρα. Ύστερα έσκυψε πάνω από τη γυναίκα, ακούμπησε το δάχτυλό του στο γόνατό της και λογάριαζε να της πει: "Ε, σήκω να ξαπλώσεις στα στρώματα". Από το κορμί της όμως ερχότανε μια παράξενη ζέστα που πέρασε στα παγωμένα του δάχτυλα κι έλυωσε μέσα του κάθε φωνή και κάθε σκέψη. 'Αφησε ολόκληρη τη παλάμη του ν' ακουμπήσει αλαφρά-αλαφρά στη πύρινη αυτή σάρκα. Ύστερα όμως φαίνεται πως θάκανε και κάτι άλλο, γιατί η γυναίκα έμπηξε μια δυνατή φωνή και πετάχτηκε πάνω. Ο Ανέστος έμεινε με το χέρι κρεμασμένο στον αέρα. Κοίταζε τριγύρω του φοβισμένα κι έμοιαζε πολύ μ' ένα παιδί που ξέρει καλά πως έσπασε κάτι κι είναι έτοιμο να βάλει τα κλάματα. Ήθελε να τη ρωτήσει γιατί φώναξε, αλλά ψιθύρισε χαμένα:
-"Έξω κάνει πολύ κρύο..." Εκείνη στεκόταν αμίλητη, βλέποντας τον με απορία. Ύστερα του γύρισε τις πλάτες και κοίταζε σκεφτικά το στρώμα που της ετοίμασε. Ο Ανέστος είχε σκύψει το κεφάλι του και για πολλή ώρα έστιβε τα δάχτυλά του. Τέλος, μουρμούρισε παραπονεμένα: "Δε θα το ξανακάνω... Δε θα το ξανακάνω ποτέ"! Αλλά και πάλι η γυναίκα δε του μίλησε. Μόνο που χαμογέλασε αδιόρατα. Πήγε στο στρώμα, κάθισε ήσυχα-ήσυχα πάνω, αγκάλιασε τα γόνατά της και κοίταζε αφαιρεμένα τη φωτιά.
Τότε ο Ανέστος στάθηκε μπρος στο παράθυρο και σα να κουβέντιαζε με κάποιον που περνούσε απ' έξω, άρχισε να μιλάει μασημένα και μπερδεμένα για πουρναρόριζες και ξυλέμπορους, για το γαλάζιο χρώμα της θάλασσας, για τις στραβές μύτες, για την ερημιά του ανθρώπου και για το φάντασμα του Αμερικάνου. Τέλος της είπε, πως κάποτε θα βρει κι αυτός μια γυναίκα, θα δουλέψει σα σκυλί και μέσα σ' έξη μήνες μοναχά, θα τη κάνει κυρία με τα όλα της, ανώτερη ακόμα κι από μοδίστρα. Εκείνη δε φαινόταν να τον ακούει. Εξακολουθούσε να κοιτάζει αφαιρεμένα τη φωτιά. Όταν όμως ο Ανέστος σώπασε, γύρισε το κεφάλι της και τον κοίταξε σοβαρά κι επίμονα, σα νάψαχνε να βρει στο πρόσωπό του, κάτι. Στο τέλος πήρε μια βαθειά ανάσα και τούπε:
-"Έλα να σου πω..." Ο Ανέστος πλησίασε φοβισμένα. "Κάθησε δίπλα μου. Εδώ. Α μπράβο... 'Ακου τώρα: Δεν έχω κανένα μπάρμπα στην Αθήνα. Κατάλαβες";
-"Δεν έχεις κανένα μπάρμπα στην Αθήνα", μουρμούρισε σαν ηχώ κι ο Ανέστος κουνώντας ηλίθια το κεφάλι του.
-"Είχα μονάχα μια μητρυιά που μ' έσπαζε στο ξύλο. Τόσκασα να πάω στην Αθήνα να δουλέψω σε φάμπρικα. Είμαι κι εγώ παντέρμη, κατάλαβες";
-"Ναι, κατάλαβα. Είσαι κι εσύ παντέρμη". Μισάνοιξε τα χείλια της και φάνηκε πως κάτι ήθελε να του πει ακόμα, αλλά μετάνιωσε. 'Αφησε το κορμί της να πέσει πίσω, άπλωσε τα χέρια της στα πλάγια και καρφώνοντας πάλι το βλέμμα της στο στήθος του, ψιθύρισε:
-"'Αντε λοιπόν, καληνύχτα..."
-"Καληνύχτα, καληνύχτα", μουρμούρισε κι αυτός κι έκανε να σηκωθεί. Εκείνη όμως δεν τον άφησε. Τούπιασε το χέρι, το κράτησε κάμποση ώρα στη χούφτα της κι ύστερα τ' ακούμπησε απαλά-απαλά πάνω στο γόνατό της...
* * *
Την άλλη μέρα το πρωί, μόλις βγήκε ο Ανέστος στο χαγιάτι κι έριξε μια ματιά γύρω του, νόμισε για μια στιγμή πως βρισκότανε σε μια καινούργια χώρα. Δεν αναγνώρισε μήτε τα βουνά, μήτε τη θάλασσα. Οι άσπρες κολώνες και τα σκόρπια δώθε-κείθε μάρμαρα, είχανε πάρει μια ελαφριά ρόδινη απόχρωση και μοιάζανε με παράξενα λουλούδια ενός άλλου κόσμου, άγνωστου. Πήγε τρέχοντας στο χωριό. Θ' αγόραζε αμέσως πράσινο χρώμα για να ξαναβάψει το σπίτι, καινούργιες ριζέλες για τα παράθυρα και θα κουβαλούσε σήμερα κιόλας, πέτρα για να στερεώσει τη γκρεμισμένη κολώνα. Γύρω-γύρω θα φύτευε αγιόκλημα και πάνω από το πηγάδι, μια πέργκολα. Τα ψώνισε όλα γρήγορα-γρήγορα και την ώρα πούβγαινε λαχανιασμένος από το χωριό, έπεσε πάνω στον γερο-Νέστορα.
-"Γερο-λύκο! Γερο-λύκο!" του φώναξε χαρούμενα. "Που πας";
-"Πάω να ρίξω μια ματιά στο χωράφι".
-"Σπουδαία! Καθώς θα περνάς από τον λόφο, θα δεις ένα πολύ μεγάλο θάμα". Γέλασε δυνατά και σφίγγοντάς του το μπράτσο, πρόσθεσε: "Έχω σπίτι μου μια γυναίκα πεντάμορφη".
-"Πεντάμορφη;" έκανε ο γερο-Νέστορας. "Δε μου φαίνεται διόλου παράξενο. Όλες οι γυναίκες της γης είναι πεντάμορφες τη πρώτη μέρα".
-"Τη λένε Παναγιώτα", συνέχισε κείνος πνιγμένα, "θα παντρευτούμε... Τα συμφωνήσαμε χτες το βράδυ. Μούδωσε τον λόγο της της τιμής της πως θα μου κάνει κι ένα παίδαρο μ' ολόισια μύτη. Το φαντάζεσαι";
-"Ναι, δεν είναι και πολύ δύσκολο να κρατήσει τον λόγο της".
-"Για σκέψου όμως, για σκέψου το καπετάνιε μου; Νάσαι στροβοπιασμένος, να μην ελπίζεις σε τίποτα, σε τίποτα! Κι άξαφνα..."
Όταν φτάσανε στο σπίτι, ο γερο-Νέστορας κάρφωσε το έμπειρο βλέμμα του πάνω στη γυναίκα. Παρατήρησε πρώτα-πρώτα πως αλλοιθώριζε λιγάκι, τα μαλλιά της πέφτανε στους ώμους σα φυτίλια κι ο λαιμός της ήτανε γεμάτος φακίδες. Χαμογελούσε όμως με πολλή αθωότητα παρ' όλο που το κορμί και τα χείλη της δείχνανε πλάσμα φιλήδονο. Κούνησε το κεφάλι του και τούπε:
-"Έχεις δίκηο Ανέστο. Είναι πεντάμορφη".
***
Ύστερα από τρία χρόνια, τ' αγιόκλημα είχε φουντώσει και σκαρφάλωνε ως τη στέγη. Η πέργκολα του πηγαδιού έβγαλε τα πρώτα σταφύλια κι η Παναγιώτα κράτησε τον λόγο της: Τούκανε ένα παίδαρο μ' ολόισια μύτη. Τον τέταρτο χρόνο όμως ο Ανέστος τα παράτησε όλα και πήγε στον πόλεμο. Όταν γύρισε δε βρήκε μήτε τ' αγιόκλημα, μήτε τη Παναγιώτα με το παιδί. Δεν είδε πουθενά μήτε το σπίτι και για μια στιγμή νόμισε πως πήρε άλλο δρόμο που τον έφερε σε μια χώρα εφιαλτική. Στο χωριό όμως, τον έπιασε ο παπάς και του εξήγησε πως ακριβώς είχε το πράμα. Πάνω στον λόφο είχε καταυλιστεί ένα τάγμα. Κάποιο πρωινό λοιπόν, με τα χαράματα, πέσανε πάνω του πενήντα θεριά από τον αγέρα κι όργωσαν όλη τη περιοχή με τις βόμβες τους. Η Παναγιώτα, λέει, κοιμότανε κείνη την ώρα με το παιδί κι είχε το παράθυρό της ανοιχτό για ν' ανασαίνει καλύτερα το άρωμα που 'ρχόταν από το αγιόκλημα. Δεν έκλαψε ο Ανέστος. Ούτε έκλαψε, ούτε φώναξε, ούτε βλαστήμησε. Κούνησε μόνο το κεφάλι του λυπημένα κι είπε ψυχρά, σχεδόν αδιάφορα:
-"Ναι... Είχε πολύ δυνατό άρωμα το αγιόκλημα..."
Τρεις βδομάδες συνέχεια χωνότανε μέσα στους λάκκους που ανοίξαν οι βόμβες κι έψαχνε επίμονα κι αφαιρεμένα. Αναποδογύριζε τις πέτρες, σκάλιζε τα χώματα με τα νύχια του κι άνοιγε διάφορες τρύπες με την ουρά ενός τηγανιού. Έψαχνε έτσι όλη τη μέρα με πείσμα κι όταν σουρούπωνε, καθότανε σ' ένα βραχάκι και κοίταζε ολόισια μπροστά του, κατά τα σπασμένα μάρμαρα. Εκεί τονε βρήκε ο γερο-Νέστορας ένα βραδάκι που γύριζε από το χωράφι του. Ακούμπησε το χέρι στις πλάτες του και χτυπώντας τον αλαφρά, τούπε:
-"Ανέστο, πρέπει να φύγεις απ' αυτό το μέρος. Να πας κάπου αλλού".
-"Μα... Δεν είναι παντού το ίδιο;" ρώτησε κείνος κουρασμένα. Ο γερο-Νέστορας ξεροκατάπιε.
-"Έχεις δίκηο, που να σε πάρει η οργή..." μουρμούρισε χτυπώντας νευριασμένα τα δάχτυλά του, "αλλά πάλι ... τι διάβολο ψάχνεις όλη τη μέρα σα πεινασμένος λύκος; Τι ζητάς να βρεις";
-"Γερο-καπετάνιε", ψιθύρισε ο Ανέστος σα να μη τον άκουσε, "μούχες πει μια μέρα κάτι για το γαλάζιο χρώμα της θάλασσας. Ε λοιπόν... Να! Την έβαλα στη χούφτα μου τη θάλασσα και πάει... χάθηκε το γαλάζιο χρώμα!" κι έσκυψε πάνω από το κεφάλι του και πρόσθεσε με σιγανή φωνή σα να του εμπιστευότανε κάποιο μυστικό: "Η Παναγιώτα είναι κάτω από τα πόδια μας".
-"Σύμφωνοι".
-"Έχει πάει στη πολιτεία των Αρχαίων. Πήρε το παιδί και τράβηξε προς τα κάτω για περισσότερη ασφάλεια".
-"Ναι, υπάρχει εκεί κάτω πολλή ασφάλεια... Εσύ όμως πρέπει να τραβήξεις για κάνα άλλο μέρος".
-"Μα... Δεν είναι παντού το ίδιο;" τονε ρώτησε πάλι κουρασμένα.
-"Ε, ναι... που να σε πάρει η οργή", φώναξε νευριασμένα ο γέρος, "παντού και πάντοτε είναι το ίδιο. Μη πα και λες πως ο πόνος των ανθρώπων γεννήθηκε τούτη τη στιγμή; 'Ακου λοιπόν, να σου πω... " Σταμάτησε άξαφνα, σηκώθηκε όρθιος και πιάνοντάς τον από το χέρι τούπε αυστηρά: "Έλα κοντά μου..."
Κατεβήκανε τη πλαγιά του λόφου και περνώντας μες από τις αναστηλωμένες κολώνες μπήκανε στο Μουσείο. Εκεί ο γερο-Νέστορας τον πήγε μπροστά από μια επιτύμβια πλάκα και του φώναξε θυμωμένος ακόμα:
-"Κοίτα δω. Η ιστορία τούτη γίνηκε πριν από δυο-δυόμιση χιλιάδες χρόνια".
Ήταν ένα ανάγλυφο που παρίστανε μια γυναίκα μ' ένα παιδί κι έναν άντρα. Η γυναίκα στεκότανε τρία σκαλιά πιο κάτω από τον άντρα και το παιδί κρατιόταν από το φουστάνι της. Ήτανε πολύ όμορφη. Χαμογελούσε λυπημένα κι έδινε το χέρι της στον άντρα πούσκυβε λίγο από πάνω της και φαινότανε πως την ικέτευε με σπαραγμό ν' ανεβεί τη σκάλα. Κείνη όμωε έγερνε το κορμί της προς τα πίσω με μια κίνηση εντελώς αέρινη κι ήτανε σα να του λέει: "Όχι, όχι αγαπημένε μου, δε μπορώ να κάνω αυτό που μου ζητάς. Δε μπορώ..."
-"Αυτός είμαι γω..." μουρμούρισε ο Ανέστος.
-"Ναι, αυτός είσαι συ", τούπε απότομα ο γερο-Νέστορας. "Βλέπεις καλά πως είχανε κι αυτοί ένα παιδί μ' ολόισια μύτη".
-"Αλήθεια, είναι ολόισια η μυτούλα του", μουρμούρισε πάλι ο Ανέστος και δείχνοντάς του κάτι γράμματα που υπήρχανε στο κάτω μέρος της πλάκας, ρώτησε: "Τι γράφει εδώ"; Ο γέρος έσκυψε και διάβασε αργά-αργά:
ΔΩΡΟΘΕΗ ΧΡΗΣΤΗ ΧΑΙΡΕ
-"Τι παναπεί αυτό";
-"Ε, να... την αποχαιρετάει. Της λέει, να πούμε: Αντίο Δωροθέα μου".
-"Δωροθέα; Δωροθέα είπες";
-"Ναι".
-"Μήπως λέει Παναγιώτα"; Ο γέρος δεν απάντησε αμέσως. Τονε κοίταξε κάμποση ώρα αφαιρεμένα και τέλος μουρμούρισε παράξενα:
-"Μπορεί να λέει και Παναγιώτα. Οπωσδήποτε, είτε Δωροθέα πεις, είτε Παναγιώτα, είναι το ίδιο πράμα. Εντελώς το ίδιο". Τον έπιασε από τον αγκώνα και τονε τράβηξε κατά τη πόρτα. Εκεί στάθηκε και τονε ρώτησε: "Και τώρα τί λες";
-"Λέω να τους ανάψουμε κανά κεράκι".
Ο φύλακας που τους άκουσε, γέλασε δυνατά και του 'πε πως αυτό απαγορεύεται, πρώτον γιατί είναι αμαρτία και δεύτερον, γιατί είναι κουταμάρα.
-"Λοιπόν; Τί θα κάνεις; Θα φύγεις;" επέμεινε ο γερο-Νέστορας.
-"Όχι", του λέει με πείσμα ο Ανέστος, "θα ξαναχτίσω το σπίτι".
***
Έχωσε όλους τους λάκκους και ξανάχτισε το σπίτι όπως ήτανε. Γύρω-γύρω φύτεψε αγιόκλημα και κοντά στο πηγάδι έβαλε μια πέργκολα. Κι όταν φούντωσε τ' αγιόκλημα κι έβγαλε τα πρώτα της σταφύλια η πέργκολα, έγινε το μεγάλο θάμα: Έκλεινε τη θάλασσα στη χούφτα του και δε χανότανε το γαλάζιο χρώμα. Γιατί ο Θεός άφηνε τη Παναγιώτα ν' ανεβαίνει κάθε βράδυ στον απάνω κόσμο. Μένανε μαζί ως τα χαράματα, ανασαίνοντας το άρωμα που 'βγαζε το αγιόκλημα. Κουβεντιάζανε σιγά, χαιδεύανε την ολόισια μύτη του παιδιού τους και κάπου-κάπου, η Παναγιώτα του 'πιανε το χέρι, το κρατούσε κάμποσην ώρα στη χούφτα της κι ύστερα τ' ακούμπαγε απαλά-απαλά, πάνω στο γόνατό της...
Περιμένοντας Ένα Καράβι
Η γυναίκα του η Άννα πρήστηκε και πέθανε. Να πεθάνεις είναι εύκολο πράμα. Κάποτε μάλιστα είναι κι όμορφο. Κλείνεις τα μάτια, κλείνεις το στόμα, κλείνεις τ’ αφτιά – κι άσε τους ανθρώπους να βογγάνε πάνω στη γη. Η Άννα το ’κλεισε το στόμα της προτού πεθάνει, από τότε που το πρώτο τους παιδί σκοτώθηκε στον πόλεμο της Αλβανίας. Δε μιλούσε ποτέ. Όλη τη μέρα στεκότανε βουβή και κοίταζε ολόισα μπροστά της, επίμονα κι απελπισμένα, σα να ’θελε να τρυπήσει τον τοίχο με κείνο το σβησμένο βλέμμα. Ο άντρας της πήγαινε κοντά της και την παρηγορούσε.
― Μίλησε Αννούλα, πες κάτι. Όταν δε μιλάς σκουριάζει η γλώσσα σου. Μας βρήκε η μπόρα δίχως σκεπή. Ο πόλεμος είναι μια μπόρα. Κάποτε θα περάσει. Κι όλοι οι άνθρωποι θα πούνε: Αχ! Ε, τι λες;
Εκείνη όμως δε μιλούσε. Μονάχα μια φορά του ’δειξε το μονάκριβο Μιχαλάκη τους που πρήστηκε και είπε :
― Θα πεθάνει.
Αυτός πήγε να την αγκαλιάσει που επί τέλους μίλησε. Ξαφνικά όμως σκοτείνιασε το μούτρο του κι έσφιξε το κεφάλι του παιδιού του στον κόρφο του.
― Όχι, δε θα πεθάνει. Είσαι η στρίγγλα και γυρεύεις να το φας. Δε θα πεθάνει. Το πρήξιμο δεν είναι βόλι. Εκείνον τον έφαγε βόλι καφτό, το ξέρεις!
Η Άννα κάρφωσε πάλι τα μάτια της στον τοίχο και δεν ξαναμίλησε. Κι ο Μιχαλάκης όλο βογγούσε ξαπλωμένος στο πάτωμα. Τότε αυτός πήγε στο παράθυρο και κολλώντας το μάγουλό του στο τζάμι, έβλεπε τους ανθρώπους που περπατούσαν κάτω στο δρόμο βιαστικοί και ταραγμένοι. Σα φοβισμένα πουλιά, έτσι είναι τα πουλιά, όταν φτερουγίζει πάνω απ’ το κεφάλι τους το γεράκι. Ο δυνατός αγέρας έσπρωχνε τους ανθρώπους που τρεκλίζανε σα μεθυσμένοι. Κι οι πιπεριές του δρόμου, αναμαλλιασμένες κουνιόνταν πέρα δώθε κ’ έλεγες πως τώρα θα ξεριζωθούν και θ’ αρχίσουν να χοροπηδάνε σαν θεότρελα κορίτσια.
― Άννα, της είπε πάλι μαλακά. Έρχεται ένα καράβι με σιτάρι. Το γράφουν όλες οι εφημερίδες. Η εφημερίδα, το ξέρεις, δεν μπορεί να γράφει ψέματα. Όμως πώς να πλευρίσει με τούτο το διαβολόκαιρο; Χμ. Εκείνος που έχει τα γένια έχει και τα χτένια. Το καλό είναι που έρχεται. Όλες οι μηχανές του φουλ. Θα μου πεις: Κι αν το μπομπαρδίσουνε; Όχι, δεν το μπομπαρδίζουνε. Έχει τη σημαία με τον κόκκινο σταυρό. Αυτό είναι μεγάλο πράμα. Χίλια ντελφίνια το πάνε από μπρος και χίλια από πίσω. Το ντελφίνι, Αννούλα, είναι ευλογημένο πράμα. Και το καράβι είναι ευλογημένο. Για τη μπόμπα, μη μου μιλάς. Είναι σύνεργο του διαβόλου. Μα δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Το καράβι θα ’ρθει. Καρτέρα λίγο και θα ιδείς.
Η Άννα όμως ήτανε πολύ βιαστική. Δεν μπορούσε να περιμένει. Πέθανε κείνο τ’ απόγεμα κοιτάζοντας πάντα ολόισα μπροστά της. Έκλεισε τα μάτια, έκλεισε τ’ αφτιά. Το στόμα το ’χε κλείσει ζωντανή. Και τώρα βόγγαγε συ Μιχαλάκη όσο θέλεις. Και συ καράβι μου μπορείς να δέρνεσαι ασταμάτητα στο πέλαγος, να γίνεις ένα φάντασμα και ποτέ σου να μην ξαποστάσεις σε λιμάνι. Ναι, κάποτε είναι ωραίο πράμα να πεθαίνεις. Αυτός δεν έκλαψε. Μόνο σταύρωσε τα χέρια και της είπε :
― Άννα γιατί μου το ’κανες αυτό;
Ο Μιχάλης δεν κατάλαβε τίποτα. Ήτανε πάντα τυλιγμένος με τις κουρελούδες εκεί στη γωνία. Δεν είχανε κρεβάτι. Τίποτα δεν είχανε πια. Τα πούλησαν όλα. Κι έχασκε η καμαρούλα τους άδεια, κρύα και θλιβερή, ακριβώς σαν γεροντοκόρη δίχως μπροστινά δόντια που σε υποδέχεται χαμογελώντας φριχτά. Περίμενε να περάσει κείνο το κάρο της Δημαρχίας που μάζευε τους φτωχούς νεκρούς από τους δρόμους της Αθήνας. Μα δεν πέρασε. Κ’ έμεινε ξάγρυπνος όλη τη νύχτα κοντά της και κοντά στο Μιχαλάκη του που όλο βογγούσε. Δεν μπορούσε να τους δει έτσι καθώς κολυμπούσαν και οι τρεις τους στο σκοτάδι· πού να το βρεις το φως; Όμως τους ένιωθε πολύ κοντά του. Η Άννα έτσι αμίλητη ήτανε και ζωντανή. Κι έτσι κολυμπούσαν κάθε βράδυ στο σκοτάδι. Στιγμές στιγμές ξεχνούσε πως η Άννα ήτανε νεκρή. Σηκωνότανε, πήγαινε στο τζάκι κι έβλεπε την πηχτή νύχτα που κρεμότανε από τον ουρανό. Αχ! ωραία ήτανε έτσι. Ας μην ξημερώσει ποτέ. Κι ας μην ακούσει το κάρο που θα χοροπηδάει στο χαλασμένο δρόμο. Μόνο τούτα τα βογγητά, θεέ μου!
― Μη βογγάς, είπε στο παιδί. Τι καταλαβαίνεις με τα βογγητά;
Ο Μιχαλάκης δεν απάντησε.
― Σου μιλάω, μ’ ακούς; Ε; Θέλεις να γίνεις και συ σαν τη μάνα σου; Να μη μιλάς ποτέ;
Κι όταν ο Μιχάλης ξαναβόγγηξε, όρμησε κατά πάνω του αγριεμένος και τον έπιασε από το λαιμό.
― Άτιμο παιδί, θα σε πνίξω. Σου αρέσει να με σφάζεις. Σου αρέσει, ναι. Λοιπόν και γω, θα ‘ρθει ώρα που… Κι έσφιξε δυνατά το λαιμό του παιδιού.
Ο Μιχάλης ξύπνησε κι έβγαλε μια πνιγμένη κραυγή:
-Μάνα.
Και τότε αυτός, τρομαγμένος, σήκωσε τα μάτια κι είδε την αυγή που χαμογελούσε γαλήνια πέρα απ’ τα τζάμια. Πήρε τα δάχτυλά του απ’ το λαιμό του παιδιού κι άρχισε να του χαϊδεύει τα μαλλιά.
― Φώναξέ τη, φώναξέ τη. Μπορεί και να ‘ρθει, όταν θ’ ακούσει τη δική σου φωνή.
Ύστερα στάθηκε μια στιγμή κοιτάζοντας την ατάραχη αυγή. Έτριψε τα μάτια του και πέρασε την παλάμη του στο μέτωπό του.
― Όχι, δε θα ‘ρθει, Μιχαλιό μου. Είναι κουφοί οι νεκροί. Μην τη φωνάζεις. Μόνο να βογγάς. Βόγγηξε όσο θέλεις, σου το λέω εγώ. Οι άνθρωποι γι’ αυτό έρχονται στη γη.
Σηκώθηκε κι έφερνε βόλτες σκυφτός. Κι όλο μουρμούριζε : "Γι’ αυτό έρχονται, γι’ αυτό έρχονται".
Όταν ξημέρωσε καλά, οι άνθρωποι άρχισαν πάλι να πηγαινόρχουνται βιαστικοί κι ανήσυχοι, κάτω στο δρόμο. Σε λίγο φάνηκε το κάρο. Ένας άνθρωπος τον βοήθησε και την έβγαλαν έξω. Της φίλησε τα μαλλιά κι ύστερα την πέταξαν πάνω σε άλλους νεκρούς. Κι έφυγε η Άννα. Πριν τους θάψουν θα τους γδύσουν αυτούς. Μα τι πειράζει. Δεν ντρέπουνται οι νεκροί. Όταν μπήκε πάλι μέσα του φάνηκε πως η καμαρούλα τους είχε αδειάσει πιο πολύ. Κι η ζωή του άδειασε ξαφνικά, σαν το γεμάτο τσουβάλι που σκίστηκαν οι ραφές του καθώς το σήκωνε ο γερανός. Κρέμεται πια το άδειο τσουβάλι στο γάτζο. Κι ο αγέρας το κουνάει πέρα δώθε. Σκέπασε καλά το Μιχαλάκη του και κατέβηκε στο δρόμο. Στη γωνία ένας γέρος έχει απλωμένο το χέρι του δίχως να βγάζει μιλιά. Οι βιαστικοί σπρώχνουν με τους ώμους τους τ’ απλωμένο χέρι. Όμως ο γέρος το ξαναφέρνει στη θέση του με μια αφάνταστη επιμονή. Αυτό του ’κανε μεγάλη εντύπωση. Στάθηκε μπροστά του και τον κοίταζε πολλή ώρα. Κι έτσι άξαφνα, χωρίς να ξέρει γιατί, τον ρώτησε :
― Πεινάς;
Ο γέρος τον κοίταξε μια στιγμή σα ζώο που πεθαίνει και δεν του μίλησε.
― Να κάνεις υπομονή, του είπε πάλι. Όξω το πέλαγος έχει φουρτούνα, πώς θέλεις να πλευρίσει;
Όμως ο γέρος, σα να μην τον άκουγε, κοίταζε αμίλητος τα μάτια των περαστικών. Κι αυτός σήκωσε τους ώμους και προσπέρασε. "Θα ‘ναι σαν την Άννα" σκέφτηκε. Πλανήθηκε άσκοπα πολλές ώρες και κατά το μεσημέρι βρέθηκε στο Πασαλιμάνι. Κάθησε στο μουράγιο και αγνάντευε πέρα μακριά τη θάλασσα. Πόση θολούρα έχει εκεί κάτω! Μπροστά του ένα παιδί κάτι σιγυρίζει μέσα σε μια βάρκα. Όταν τελείωσε, κουλούριασε ένα σκοινί στο δεξί του χέρι και του φώναξε :
― Κρεμανταλά μου, πιάστο! Και το πέταξε πάνω στο μουράγιο.
Πήρε το σκοινί και κοίταξε το παιδί σαστισμένα.
― Τι μου το δίνεις;
― Τράβηξέ το μωρέ να πλευρίσω! Μπα!
Το τράβηξε. Το παιδί άπλωσε τα χέρια του για να μη χτυπήσει η βάρκα στο μουράγιο. Ύστερα έβγαλε από τη βάρκα με προσοχή έναν τενεκέ σκεπασμένο με βρεμένα πανιά. Ήρθε κοντά του και τον κοίταξε με περιφρόνηση.
― Είσαι βουνίσιος; του είπε.
― Εγώ; Γιατί ρωτάς;
― Ρωτάω. Σου πέταξα το παλαμάρι και συ… Μμμ. Βλέπω κοιτάζεις τη θάλασσα με μεγάλο μεράκι. Μήπως λογαριάζεις να πνιγείς;
― Να πνιγώ! Έκανε βυθίζοντας το βλέμμα του στο βρώμικο βυθό του λιμανιού. Ύστερα ρώτησε το παιδί αφαιρεμένα :
― Τι έχεις μέσα στον τενεκέ;
― Κορδόνια.
― Κορδόνια; Α να χαθείς.
---Ρε μπάρμπα μου, με βλέπεις και βγαίνω απ’ τη θάλασσα, τι θέλεις να ’χω μέσα;
― Ξέρω γω;
― Καλά κάνεις και δεν ξέρεις.
Άρπαξε τον τενεκέ τον έβαλε στον ώμο του. Προτού να φύγει γύρισε και του ’πε :
― Αν θέλεις να πνιγείς βρες κανένα άλλο μέρος. Θα μαζευτεί πολύς κόσμος εδώ και θα ’ρθούνε και πολισμάνοι. Εγώ μόλις βλέπω πολισμάνους μου φαίνεται πως βλέπω τ’ άντερά μου.
Πήγε καμιά εικοσαριά βήματα περπατώντας με μια βιασμένη γρηγοράδα, γέρνοντας το κορμάκι του από το βάρος του τενεκέ. Ξαφνικά σταμάτησε και γύρισε πίσω. Ακούμπησε τον τενεκέ μπροστά στα πόδια του και χώνοντας το χέρι του κάτω από τα βρεμένα πανιά, έβγαλε τρία χοντρά ψάρια.
― Πάρτα. Μόλις τα φας μπορείς να ζήσεις τρεις μέρες. Γιατί να πνιγείς;
Αυτός πήρε τα ψάρια και δε μπόρεσε να μιλήσει. Θόλωσαν τα μάτια του. Έγιναν όπως και η θάλασσα εκεί στο βάθος. Τέλος έκλεισε το κεφάλι του παιδιού στις χούφτες του.
― Καλό μου, χρυσό παιδί. Μοιάζεις με το Μιχαλιό, το ξέρεις;
― Τι είναι αυτός ο Μιχαλιός;
― Ένα ορφανό είναι. Θα του τα ψήσω.
Καθώς μιλούσε ζούλαγε με τα δάχτυλά του την τρυφερή σάρκα των ψαριών. Ένιωθε μια παράξενη ηδονή γι’ αυτό. Κι όλο μουρμούριζε : "Θα του τα ψήσω, θα του τα ψήσω". Ξαφνικά σούφρωσε τα φρύδια του κι έγινε πολύ σκυθρωπός.
― Κατεργάρη, είπε σιγά. Είναι σκοτωμένα με δυναμίτη.
― Ναι. Κ’ ύστερα;
― Κ’ ύστερα… Θεότρελο παιδί. Άμα σε πάρουν χαμπάρι οι γερμανοί θα σε στήσουν στον τοίχο.
Το παιδί στάθηκε μια στιγμή σκεφτικό. Ύστερα έσκυψε απότομα κι έβαλε πάλι τον τενεκέ στον ώμο του.
― Ας με στήσουν, μουρμούρισε. Γεια σου.
Το κοίταζε μέχρι που χάθηκε σ’ ένα στενό δρόμο. Έχωσε κι αυτός τα ψάρια στην τσέπη του και περπατούσε άσκοπα πάνω στο μουράγιο. Πέρα, μακριά η θάλασσα γινόταν όλο και πιο σκοτεινή. Φαντάστηκε κείνο το καράβι ν’ ανεβοκατεβαίνει στα κύματα και να πορεύεται στα τυφλά, όπως η τύχη. Πού να πρωταράξει η Τύχη; Οι άνθρωποι απλώνουν τα κοκαλιάρικα χέρια τους και τη φωνάζουν από παντού. Είναι τόσο πολλοί οι άνθρωποι! Στα σκαλιά του μουράγιου είδε τρεις ναυτικούς ξυπόλυτους. Έχουν τα χέρια τους πλεγμένα μπροστά στα γόνατα και σφιγμένοι ο ένας κοντά στον άλλο, κοιτάζουν αμίλητοι τα νύχια των ποδιών τους. Κατέβηκε κι αυτός. Ήταν ωραία εδώ. Ο αγέρας δεν το ‘πιανε καθόλου. Μπορείς να κοιτάς τη θάλασσα και να φαντάζεσαι τ’ αγκομαχητό του καραβιού.
― Εγώ λέω πως θα ’ρθεί, τους είπε άξαφνα. Σε λίγο θα ιδούμε τον καπνό του.
Ο πιο γέρος σήκωσε το κεφάλι του και τον κοίταξε.
― Ποιος θα ’ρθεί; Ρώτησε.
― Το καράβι. Ένα καράβι φέρνει σιτάρι, τι περιμένετε λοιπόν εσείς;
Ο ακρινός ήταν ένας παράξενος άνθρωπος. Είχε μια μούρη μακριά σαν τ’ αλόγου, κοκαλιάρικη και γεμάτη σπυριά. Θα ’τανε πολύ νέος, μα τα πιο πολλά του δόντια είχανε πέσει. Και κείνα που μένανε ήταν κατακίτρινα και μεγάλα σαν κουκιά. Έμοιαζε στ’ αλήθεια μ’ ένα γέρικο κοκαλιασμένο άλογο που ψόφησε κάνοντας μια στερνή γκριμάτσα πόνου. Σήκωσε κι αυτός το κεφάλι και τον ρώτησε :
― Εσύ περιμένεις το καράβι;
― Ναι.
Ο γέρος κάτι μουρμούρισε. Και τότε ο αλογομούρης άρχισε να γελάει δυνατά κουνώντας μπρος πίσω το κορμί του, σα να ‘θελε να πάρει φόρα να πέσει στη θάλασσα.
― Τι χασκαρίζεις εσύ! Θα ’ρθεί, περίμενε και θα ιδείς. Σήμερα θα ζήσει μονάχα αυτός που μπορεί να περιμένει. Εγώ της είπα : «Καλή μου Άννα, καρτέρα λίγο».
Ο γέρος σηκώθηκε και είπε αργά.
― Για ποια Άννα μιλάς;
Κι ο αλογομούρης μουρμούρισε.
― Άφησέ τον. Είναι τρελός.
Ο γέρος όμως τον κοίταξε με πολλή συμπόνια. Ύστερα τον έπιασε απ’ το μανίκι και τον κούνησε, όπως κάνει κανείς όταν θέλει να ξυπνήσει έναν άνθρωπο κοιμισμένο.
― Εγώ, του είπε, σου δείχνω τη θάλασσα και σου λέω : «Να η ζωή». Μπορείς να παλέψεις με τα κύματα; Είμαστε σαν τα μπρίκια που τα βρήκε ο γαρμπής. Ποιος θα γλιτώσει; Μονάχα κείνο που μπορεί να παλέψει. Λοιπόν, το καράβι, καλέ μου άνθρωπε, βούλιαξε.
― Βούλιαξε;
― Ναι. Τι είναι ένα καράβι φορτηγό; Ένας αθώος άνθρωπος που τον σφάζουν. Αυτό είναι. Λοιπόν στον πόλεμο πάντα αθώοι σφάζουνται.
― Εσύ… Πώς το ξέρεις ότι βούλιαξε;
― Εμείς εδώ μόνο αυτά τα πράγματα ξέρουμε. Πότε φτάνουν τα καράβια, πότε ξεκίνησαν, τι φορτίο κουβαλάνε. Ακόμα και τι ρότα έχουνε μπορούμε να σου πούμε.
Αυτός έπλεξε τα χέρια του μ’ απελπισία και κοίταζε πέρα στη σκοτεινιασμένη θάλασσα, όπως η Άννα κοίταζε τον τοίχο. Όλα θόλωσαν μέσα του και μπροστά του. Τα ξάρτια κάποιου καϊκιού μισοβουλιαγμένου στο λιμάνι μπλέχτηκαν με τον κρύο σταχτερό ορίζοντα. Πόσο πλησίασε ο ορίζοντας! Γλίστρησε αθόρυβα προς τη γη και την έζωσε σα μιαν απέραντη θολή φωτιά. Ο κόσμος στένεψε γύρω του. Έγινε ένας μικρούτσικος κύκλος που όλο κ’ έκλεινε γυρεύοντας να τον πνίξει. Κι η μορφή της Άννας μπερδεύτηκε μες στο μυαλό του με την εικόνα κάποιου καραβιού που βούλιαζε στ’ ανοιχτά, ενώ γύρω του μούγγριζαν λαίμαργα τα κύματα. Έχωσε τα χέρια του στην τσέπη του κι άγγιξε τα ψάρια· τα ’σφιξε με δύναμη και μουρμούρισε : "Έτσι, ε;". Ύστερα ανέβηκε τα σκαλιά κι έφυγε τρέχοντας. Περνώντας μπροστά από το γέρο πάλι κοντοστάθηκε. Του ’πιασε κι αυτός το απλωμένο χέρι και το κούνησε δυνατά, έτσι όπως κάνει κανείς όταν θέλει να ξυπνήσει έναν κοιμισμένο.
― Βούλιαξε, δυστυχισμένε άνθρωπε, του είπε.
Στο σπίτι, ο Μιχάλης του βογγούσε πάντα. Έσκυψε, του χάιδεψε τα μαλλιά και πιάνοντας ένα ψάρι από την ουρά το κούναγε πάνω από το κεφάλι του. «Μιχαλιό, Μιχαλιό», έκανε χαρούμενος. Το παιδί άνοιξε μια στιγμή τα μάτια του, τα τέντωσε κι ύστερα πάλι τα ‘κλεισε. Αυτός σηκώθηκε και πήγε ν’ ανάψει τη φωτιά. Τότε είδε πως δεν είχε ξύλα. Έψαξε παντού για να βρει ένα σανίδι. Τίποτα. Στο τέλος πήρε μια μικρή πιατοθήκη και την έσπασε. Έβαλε τα ξύλα στη σειρά κι όταν θέλησε να την ανάψει δε βρήκε σπίρτα. Άρχισε πάλι να ψάχνει παντού. Και κει που κοίταζε στα συρτάρια και στις τρύπες, ρώτησε σε μια στιγμή :
― Άννα, πού έβαλες τα σπίρτα;
Στο τέλος απελπίστηκε. Τον έπνιξε κι η οργή. Κάθησε στο παράθυρο έτσι για να ηρεμήσει μια στιγμή. Ναι, οργή ήτανε αυτό. Θύμωνε με την Άννα που του ’φυγε έτσι ξαφνικά, με το Μιχάλη που δεν έπαυε ποτέ, με το καράβι που κόλλησε στα ανοιχτά , με τον εαυτό του τον ίδιο – μ’ όλα.
Έμπηξε τα νύχια στις χούφτες τους κ’ ήθελε να δώσει μια γροθιά στο τζάμι και να φωνάξει. Να μπήξει μια κραυγή που θα δρόσιζε τούτη τη λαύρα που έκαιγε στα στήθια του : "Άτιμοι άνθρωποι, άτιμε Θεέ".
Ακούμπησε το μάγουλό του στο τζάμι κι ένιωσε ένα ξαλάφρωμα γλυκό με το κλάμα. Έκλαψε αθόρυβα πολύ. Ύστερα, έτσι μηχανικά, άρχισε να παίζει απλώνοντας τα δάκρυά του πάνω στο γυαλί. Και τότε! Πίσω από το τζάμι ένας παράξενος κόσμος άρχισε να χορεύει. Τα πράγματα ξέφυγαν από τα καθιερωμένα σχήματά τους και η κίνησή τους πήρε έναν αλλόκοτο ρυθμό. Κι έβλεπε κάτω στο δρόμο μούτρα πλατσωτά με τα μάτια χαμένα στις τεράστιες διογκώσεις των μήλων. Πελώρια κεφάλια που ταλαντεύονταν μ’ αβεβαιότητα πάνω στα στραγγισμένα κορμιά. Και τις πιπεριές που δέρνονταν σα χαροκαμένες μάνες.
Όπου να ’τανε θ’ άρχιζε να πέφτει η νύχτα. Ο ίσκιος της πλανιότανε κιόλας πάνω στις ψηλές σκεπές και στο βάθος των δρόμων. Ξαφνικά μες στα μουγγρητά τ’ αγέρα ήρθε κι άλλο μούγγρισμα. Θα ‘λεγες πως σπαράζει το βουνό κ’ οι αναστεναγμοί του ξέφευγαν απ’ τις σπηλιές και κυλούσαν στους δρόμους της πολιτείας. Ήταν κάποια διαδήλωση. Έφτασαν ουρλιάζοντας μπροστά στο σπίτι του – ένας χείμαρρος από οργισμένα φαντάσματα. Έμοιαζαν όλοι μεταξύ τους, στη γύμνια, στην ξυπολυσιά, στη δίψα για τη ζωή. Ήταν τα παιδιά της μάνας – της Συφοράς. Εκεί μέσα μπορούσες να φωνάξεις. Να βρίσεις τους ανθρώπους, να βρίσεις και το θεό. Ν’ αφήσεις τον πόνο σου και την οργή σου να ξεσπάσουν. Είσαστε όλοι μαζί εκεί. Κι όλες οι φωνές γίνονται μια φωνή δυνατή.
Βγήκε στην πόρτα. Είχε ακόμα τα ψάρια στην τσέπη του. Ζυγιάστηκε μια στιγμή σαν τη σταγόνα του νερού που κρέμεται πάνω στο φύλλο της ιτιάς. Βλέπει το ποτάμι η σταγόνα και δειλιάζει : "Πού θα με βγάλει τάχα τούτος ο χείμαρρος που μουγγρίζει;" Όμως έρχεται ξαφνικά ένας αγέρας δυνατός και τινάζει το φύλλο της ιτιάς. Κλείνει τα μάτια η σταγόνα και γίνεται ένα με τη θολή μάζα του νερού. Προχωρεί μαζί του. Η μοίρα του ποταμιού είναι πια και δική της μοίρα. Ένιωθε μια πρωτόγονη ζεστασιά ανάμεσα σε τούτα τα βασανισμένα πρόσωπα με τα φλογισμένα μάτια. Δίπλα του βαδίζει ένας ψηλός άντρας με μουστάκι και με μια φανέλα ναυτική. Κι όπως τον θαύμαζε – πώς του ’ρθε; ― του ‘σφιξε το μπράτσο δυνατά : "Αδερφέ μου".
Ο ψηλός άντρας γύρισε, και κοίταξε μια στιγμή και χαμογέλασε.
― Είναι για το καράβι που βούλιαξε; του είπε πάλι.
― Όχι είναι για ψωμί.
― Ψωμί! Μπράβο. Και για σπίρτα πρέπει να φωνάξουμε. Στην τσέπη μου έχω τρία ψάρια ωμά.
― Πρώτα απ’ όλα είναι το ψωμί.
― Έχεις δίκιο. Εκείνο το καράβι έφερνε ψωμί. Είσαι ναυτικός;
― Ήμουνα κάποτε…
― Μπράβο. Εγώ σου δείχνω τη θάλασσα και σου λέω : «Να η ζωή». Λοιπόν αύριο, να το ξέρεις, θα πάω να ρίξω δυναμίτες εγώ.
Όταν πέρασαν μπροστά από το γέρο στάθηκε μια στιγμή και του ’πιασε τ’ απλωμένο χέρι.
― Περιμένεις, τι περιμένεις; Σου είπανε: βούλιαξε! Εγώ σου δείχνω τη θάλασσα και…Όχι, κάθησε στη γωνιά σου. Δεν είσαι εσύ γι’ αυτά.
Στην πλατεία, μπροστά στο Υπουργείο, τους χτύπησαν οι χωροφύλακες. Η νύχτα ξεχύθηκε ορμητικά στους δρόμους της Αθήνας. Ο ψηλός άντρας με τη ναυτική φανέλα του ’σφιξε δυνατά το χέρι. Ύστερα του φάνηκε πως τον τράβηξαν σε μια γωνιά. Ένα χλιαρό υγρό τον γαργαλούσε στον κόρφο. Κι όλα γύρω του άλλαζαν όψη σα να τα ’βλεπε πάλι μέσα από το δακρυσμένο τζάμι του παραθυριού του. Θόλωσαν στο μυαλό του οι εικόνες. Δεν μπορούσε να πει αν έβλεπε όνειρο ή στ’ αλήθεια γίνονταν όλα αυτά. Του φάνηκε λοιπόν πως η Άννα έψενε τα ψάρια σε μια κατακόκκινη φωτιά.
Κι όλο μιλούσε, μιλούσε.
Είδε κι ένα άλογο γονατισμένο που ξαφνικά ορθώθηκε κι άρχισε να καλπάζει αφηνιασμένα στον κάμπο. Αυτό το άλογο έγινε σιγά σιγά περήφανο καράβι. Κι ο κάμπος, μια θάλασσα γαλήνια.
Κι όσο το καράβι σίμωνε στη στεριά, τόσο η νύχτα γινότανε πιο μαύρη, πιο μαύρη!