-

Dali &

-


-








.

--.


.

./.

 
 

 

Zelazny Roger Joseph:

        Βιογραφικ

     Ο Ρτζερ Ζελζνυ (Roger Zelazny) ταν Αμερικανς συγγραφας, μυθιστοριογρφος, συγγραφας ΕΦ και ποιητς, γνωστς και με το ψευδνυμο Χρισον Ντνμαρκ (Harrison Denmark), κερδζοντας την εκτμηση του κοινο, των συναδλφων του και των κριτικν. Σποδασε αγγλικ γλσσα στο Πανεπιστμιο Κολομπια, με μστερ στην αγγλικ γλσσα. Απ το 1962 δημοσευσε το 1ο του διγημα με ττλο "Passion Play" στο περιοδικ Amazing, αλλ εργστηκε για κποια χρνια στη Διεθυνση Κοινωνικς Ασφλισης της Βαλτιμρης (1962-1969) μχρι ν' αποφασσει ν' αφιερωθε ολοκληρωτικ στη συγγραφ. χει τιμηθε με τα βραβεα Επιστημονικς Φαντασας Νεμπιολα της νωσης Αμερικανν Συγγραφων Επιστημονικς Φαντασας και Χιογκο του αναγνωστικο κοινο.



     Γεννθηκε 13 Μη 1937 στο Euclid του Οχιο των ΗΠΑ, μοναχογις του Πολωνο μετανστη Joseph Frank Zelazny και της Ιρλανδο-αμερικνας Josephine Flora Sweet. Στη μση εκπαδευση, ταν εκδτης της σχολικς εφημερδας, παρλληλα, απ' τους ιδρυτς της Δημιουργικς Ομδας Γραφς. Το 1955 μπκε για σπουδς στο Western Reserve University, στη Βρεττανα κι αποφοτησε το 1959. Αμσως γινε δεκτς στο Πανεπιστμιο Κολομπια της Ν. Υρκης κι αποφοτησε το 1962, μ' εξειδκευση στο ελισσαβετιαν δρμα.

     Μεταξ 1962-9 εργζεται στο Social Security Administration στο Cleveland και μετ στη Baltimore, περνντας τον ελεθερο χρνο του γρφοντας ιστορες ΕΦ. Θεωρεται, μαζ με τον Σμουελ Ντιλινι (Samuel Delany) και τον Χρλαν λισον, απ τις αντιπροσωπευτικς μορφς του αμερικανικο νου κματος που στρψανε το ενδιαφρον της ΕΦ απ τον εξωτερικ κσμο της τεχνολογας στην εξερενηση του εσωτερικο κσμου μσω ψυχολογας, κοινωνιολογας, γλωσσολογας κ.λπ.



     ρχισε να δημοσιεει διηγματ του το 1962 και βρσκει αναγνριση το 1965, κερδζοντας 2 βραβεα Νμπιουλα κι να Χιογκο. Το τελευταο τανε για το μυθιστρημα του "This Immortal", και τα πρτα για το διγημα "Οι Πρτες Του Προσπου Του, Οι Λμπες Του Στματς Του" και για τον "Κυραρχο Των Ονερων". Σημαντικ ργα και τα τρα, φανερνουνε τη γοητεα που ασκονε σ' αυτν οι αρχετυπικς εικνες των μθων ετε εναι παλιτεροι πως οι αρχαιοελληνικο, ετε νετεροι, πως ο "Μμπυ Ντικ". Η αγπη του για τις μυθολογικς αναφορς εναι εμφανστερη στο "Lord Of Light" (1967), που κρδισε και βραβεο. Πρκειται για να ιδιοφυς ργο με καλοσχεδιασμνη πλοκ και θαυμσια αφγηση που μια ομδα ανθρπων σ' ναν λλον πλαντη υποδονται (και κατ μα ννοια γνονται) τους θεος του ινδικο πανθου, με τη βοθεια μιας ιδιατερα εξελιγμνης τεχνολογας, αναπαριστντας με τις προσωπικς τους διαμχες τη "Μαχαμπχαρτα".
     Ακολοθησε το "Isle Of Dead" (1969) και το "Creatures Of Light And Darkness" (1969), που κυριαρχον οι Θεο της Αιγυπτιακς μυθολογας. Την δια χρονι κυκλοφρησε και το "Damnation Alley", το πιο βαιο σως βιβλο του, που μεταφρθηκε πολ αλλαγμνο στον κινηματογρφο το 1977 απ τον Τζακ Σμιτ. Απ το 1970 ρχισε ν' απομακρνεται προς το χρο της φαντασας με τη σειρ μυθιστορημτων "'Aμπερ", μα επιστρφει στην  το 1975 κερδζοντας το Χιογκο και το Νμπιουλα με τη νουβλα "Home Is The Hangman".



     Συνχισε συνεργασα με τον Φλιπ Ντικ στο "Deus Ire" (1976), κπως αντιφατικ μυθιστρημα κι εξακολοθησε να γρφει παρακολουθντας το ρεμα της εποχς κι αφομοινοντας στοιχεα της 10ετας του '80, πως γνεται φανερ περισστερο στο μυθιστρημα "Coils" (1982), που 'γραψε σε συνεργασα με τον Φρεντ Σαμπερχγκεν και το διγημα "Η Βασλισσα Των Διδων".
     πεσε πολ νωρς θμα της μορας των λογοτεχνν που γρφουν στο ζενθ της ντασης και του οστρου τους -την αναπφευκτη πτση, ταν οι μμονες ιδες κι οι ανησυχες τους προυνε συγκεκριμνη μορφ. Οι εππονες εξερευνσεις του στο χρο του εσωδιαστματος και στους τρπους με τους οποους οι νθρωποι αντιδρον στις βαθις ψυχικς προκλσεις και τις κρσεις της εξλιξης της προσωπικτητας τους φνηκαν να τον εξντλησαν για να διστημα. Αργτερα δειξε κποια σημδια δημιουργικς ανκαμψης, χρη στην αναζωπρωση του εδους απ το αμφιλεγμενο κνημα των τεχνοπνκ.
     Πθανε στις 14 Ιουνου 1995 απ καρκνο, σ' ηλικα 58 ετν.


=========================


                                  Ο Πυρετς Του Συλλκτη 

 -"Τ κνεις εκε πρα νθρωπε";
 -"Μεγλη ιστορα".
 -"Και μ' αρσουν οι μεγλες ιστορες. Κτσε κτω και λγε. χι! χι πνω μου"!
 -"Συγνμη. Λοιπν για λα φταει ο θεος μου, ο απστευτα ζπλουτος..."
 -"Στσου. Τ πα να πει ζπλουτος";
 -"Ε, πολ πολ πλοσιος".
 -"Και πλοσιος";
 -"Μμ. Πολλ λεφτ".
 -"Τ εναι τα λεφτ";
 -"Να στη πω την ιστορα χι";
 -"Ναι, αλλ να τη καταλβω κιλας".
 -"Λυπμαι, Βρχε, αλλ κι εγ δε βγζω κρη".
 -"Λθο με λνε".
 -"Εντξει, Λθε. Ο θεος μου, που εναι πολ σπουδαος νθρωπος, θα μ' γραφε υποτθεται στην Ακαδημα του Διαστματος, αλλ δε μ' γραψε. Θερησε καλτερη τη φιλελεθερη μρφωση και μ' βαλε με το ζρι στο δικ του το στριμμνο κολλγιο για να ειδικευτ στις εξωγινες ανθρωπτητες. Ως εδ εντξει";
 -"χι, αλλ η κατανηση δεν αποτελε υποχρεωτικ ορισμ της αναγνρισης".
 -"Αυτ λω κι εγ. Ποτ μου δεν κατλαβα το θεο Σδνε, αλλ αναγνωρζω κλλιστα τα εξωφρενικ του γοστα, το νστικτο του αρπακτικο και τη πρστυχη επιμον του ν' ανακατνεται σε ξνες υποθσεις. Τ' αναγνωρζω τσο που μου ανακατεουνε το στομχι. Δε μπορ να κνω κι αλλις. Εναι νας σαρκοβρος οικογενειακς δεινσαυρος που 'χει τη μανα να περν πντα το δικ του. Δυστυχς χει κι λο το χρμα της οικογνειας στα χρια του οπτε, πως το ωωτ πεται του ψψη, πντα περν το δικ του".
 -"Αυτ το χρμα θα εναι σπουδαο πργμα".
 -"Τσο, που μ' φερε δκα χιλιδες τη φωτς μακρυ, σε τοτο δω τον κσμο χωρς νομα, που, ενημερωτικ, μλις ονμασα Ντνχιλ".
 -"Το ζαττ που πετ χαμηλ τρει πολ, πργμα που εξηγε το γιατ πετ χαμηλ..."
 -"Το παρατρησα. Αυτ εδ εναι φυτικ πντως, τσι δεν εναι";
 -"Ναι".
 -"Ωραα, οπτε το σακκολιασμα δε θα 'ναι δσκολο".
 -"Τ εναι το σακκολιασμα";
 -"Το να βζεις κτι σ' να τσουβλι για να το μεταφρεις κπου αλλο".
 -"Σα να φεγεις ταξδι";
 -"Ναι".
 -"Τ θα σακκουλισεις";
 -"Εσνα, Λθε".
 -"Ποτ δε συμπθησα τα σορτα-φρτα..."
 -"Κοτα να δεις, Λθε, ο θεος μου εναι συλλκτης βρχων κι εσαστε η μοναδικ φυλ λλογων πετρωμτων του γαλαξα. Κι εσ, ειδικ, εσαι το μεγαλτερο δεγμα που 'χω βρει ως τρα. Το αντιλαμβνεσαι";
 -"Ναι, αλλ δεν το θλω".
 -"Μα, γιατ; Θα 'σαι ο ρχοντας της συλλογς του. Κτι σα μονφθαλμος στη χρα των τυφλν, αν μου επιτρπεις μια τοπη παρομοωση".
 -"Σε παρακαλ, δε σου επιτρπω. Ακογεται απασια. Πες μου, πς κι μαθε ο θεος σου για τον κσμο μας";
 -"νας καθηγητς μου μου διβασε για τοτο το μρος απ να παλι ημερολγιο διαστημοπλοου. Εκενος τανε συλλκτης παλιν ημερολογων απ διαστημπλοια. Το ημερολγιο τανε κποιου Κυβερντη Φρχιλ, που πριν απ κμποσους αινες εχε προσεδαφιστε εδ κι κανε διεξοδικς διαλξεις στο λα σου".
 -"Τ καλς γερκος ο Βρωμκαιρος Φρχιλ! Εναι καλ; Δστου χαιρετισμος".
 -"χει πεθνει".
 -"Πς";
 -"Πεθαμνος. Καποτ. Πουφ. Πει. Ντμπολ".
 -"Ω, τι κρμα! Πτε συνβη; Φαντζομαι θα ταν γεγονς υψηλς αισθητικς".
 -"Δεν χω ιδα. Αλλ μλησα για το θμα στο θεο μου κι εκενος αποφσισε να σας προσθσει στη συλλογ του. Κι τσι βρθηκα εδ -εκενος μ' στειλε".
 -"Ειλικριν, σο κι αν με κολακεει η προτμησ σου, μου εναι αδνατο να σε συνοδψω. χω φτσει σχεδν στην ρα μου για ντμπολ".
 -"Ξρω, τα χω διαβσει λα για το ντμπολ στο ημερολγιο του Φρχιλ προτο το δσω στο θεο Σδνε. Εκενες τις σελδες τις σκισα. Θλω να 'ναι εκε κοντ ταν συμβε. Οπτε θα κληρονομσω τα λεφτ του και θ' αυτοπαρηγορηθ με ,τι πανκριβο τρπο υπρχει για να ξεχσω τη στεναχρια μου που δεν πγα στην Ακαδημα. Πρτα-πρτα θα γνω αλκοολικς, στερα πινω τον ποδγυρο - μλλον θα ξεκινσω ανποδα..."
 -"Μα θλω ντμπολ εδ πρα, ανμεσα στα προσφιλ μου αντικεμενα"!
 -"Αυτς εδ εναι λοστς. Θα σε ξεκολλσω".
 -"τσι και δοκιμσεις θα σου ρθει να ντμπολ ξεγυρισμνο".
 -"Δεν μπορες. Προτο πισουμε την κουβντα μτρησα τη μζα σου. Θλεις τουλχιστον οχτ μνες, υπ Γινες Συνθκες, σπου να φτσεις σε μγεθος για ντμπολ".
 -"Εντξει, μπλφαρα.Αλλ δεν χεις λεος; Αναπαομαι δω για αινες κι αινες, απ μικρ-μικρ βοτσαλκι, πως κι οι γονες μου πριν απ μνα. Με υπομον αμτρητη κι εκλεκτικτητα αυστηρ μεγλωνα τη συλλογ μου απ τομα, φτιχνοντας τη πιο ραφιντη μοριακ δομ σ' λη τη γειτονι. Και να με ξεριζνουνε τρα, που φτνει η ρα του ντμπολ, ε, αυτ εναι - τελεως αλθινο εκ μρους σου".
 -"Μη το παρνεις κατκαρδα. Σου υπσχομαι να συλλξεις τα πιο φνα τομα που υπρχουνε στη Γη. Θα ταξιδψεις σε μρη που ποτ λλος Λθος δε πτησε".
 -"Μικρ παρηγορι. Θλω να δουν οι φλοι μου".
 -"Φοβμαι πως αυτ αποκλεεται".
 -"Εσαι πολ σπλαχνος Γινος. Εχομαι να 'σαι κοντ μου την ρα του ντμπολ".
 -"Σκοπεω να 'μαι σο μακρυ γνεται και να προετοιμζομαι για αχαλνωτες ακολασες".
     Βοηθοσης της υπο-Γ βαρτητας του Ντνχιλ, ο Λθος κλησε εκολα στο πλι του διαστημικο ημιφορτηγο, σακκουλιστηκε και τοποθετθηκε στην αποθκη δπλα στον ατομικ αντιδραστρα. Εξαιτας του τι το διαστημπλοιο ταν να απλ σπρ ημιφορτηγ μικρν αποστσεων, ειδικ διαμορφωμνο απ τον ιδιοκττη του, ο οποος εχε αφαιρσει μεγλο μρος απ τα μολυβνια διαφργματα, ο Λθος νιωσε να ξαφνικ ηφαιστειδες φοντωμα ανκουστης μθης, πρσθεσε ταχτατα σπνια κομμτια στη συλλογ του και πραγματοποησε ντμπολ επιτπου.
     Ορθθηκε μεγαλπρεπα σα μανιτρι κι στερα σρωσε με τερστια κματα τις πεδιδες του Ντνχιλ. πολλο νεαρο Λθοι κατβηκαν σα βροχ απ τους κονιορτος των ουρανν γοερ διαλαλντας την οδνη της γννησς τους κατακλζοντας ολκληρο το φσμα συχνοττων της κοιντητας.
 -"Μπρβο δισπαση", ακοστηκε το σχλιο ενς μακρινο γετονα, μσα απ τον στατικ ηλεκτρισμ "και μλιστα νωρτερα απ το αναμενμενο. Να και το θερμικ κμα"!
 -"Τλειο ντμπολ", συμφνησε κι λλος νας. "Ποτ δε χνεις αν εσαι προσεκτικς συλλκτης".
____________________

Roger Joseph Zelazny
"Collector 's Fever" 1964
μτφρ.:Γιργος Γολας
___________________________________________

                 Ο νθρωπος Που Αγπησε Μια Φαλι

     Τοτη εναι η ιστορα του Τζων ντεν και μιας Φαλι και κανες δεν τη γνωρζει καλτερα απ μνα. Ακοστε τη...

     ρχισε κενη τη βραδι εν ο ντεν σεργινιζε -γιατ αυτ μποροσε να το κνει- στις πιο αγαπημνες του τοποθεσες σε κενο τον κσμο. Αντμωσε τη Φαλι κοντ στο Φαργγι των Νεκρν τανε καθισμνη σ' να βρχο, με τα φτερ της απ φως να τρεμοσβνουν, πλι και πλι, και μετ να χνονται εντελς, σπου κτι που μοιαζε με ανθρπινο κορτσι φνηκε καθισμνο εκε. τανε σαν μια κοπλα ντυμνη στα λευκ κι κλαιγε, με τις μακρις μαρες μποκλες της να πφτουν απαλ γρω απ τη μση της.
     Τη πλησασε μσα σε κενο το απκοσμο φως απ το ετοιμοθνατο, σχεδν πεθαμνο λιο, που τα ανθρπινα μτια δεν μποροσαν να υπολογσουν αποστσεις να συλλβουν σωστ την προοπτικ (αν και τα δικ του μποροσαν), κι ακομπησε το δεξ του χρι στον μο της. Τη χαιρτησε και της μλησε με λγια παρηγορις. Ωστσο θα λεγε κανες τι ο ντεν ταν σαν να μην υπρχε καθλου. Η κοπλα συνχισε να κλαει, κι ασημνια ρυκια σχηματστηκαν στα μγουλ της που εχαν το χρμα του χιονιο του γυμνο κκαλου. Τα αμυγδαλωτ μτια της κοταζαν μπροστ σαν να βλεπαν απ μσα του, και τα μακρι νχια της χνονταν στις παλμες της, και παρ' λα αυτ δεν βγαζαν αμα.
     Ο ντεν κατλαβε ττε τι ταν αλθεια τα σα λεγαν για τις Φαλι -τι τα μτια τους μποροσαν να δουν μονχα τι ταν ζωνταν αλλ ποτ κτι νεκρ κι τι στη μορφ ταν σαν τις πιο ωραες γυνακες στο σμπαν. ντας νεκρς ο διος, ο ντεν στθηκε για μια στιγμ να αναλογιστε τις συνπειες αν ξαναγιντανε ζωντανς, προσωριν ββαια.
     τανε γνωστ τι οι Φαλι ρχονταν να συντροφψουν τον νθρωπο να μνα πριν το θνατ του -εκενους τους σπνιους ανθρπους που συνχιζαν ακμη να πεθανουν- και περνοσαν μαζ του τον τελευταο μνα της ζως του. Στο διστημα αυτ του πρσφεραν κθε δυνατ απλαυση που ταν δυνατ να νισει να ανθρπινο πλσμα. τσι, ταν φτανε η μρα για το φιλ του θαντου, το φιλ που ρουφοσε και τη τελευταα στλα ζως απ το κορμ του, εκενος αποδεχταν το θνατο με προθυμα κι αξιοπρπεια. Τον αποδεχταν; Κτι ακμη περισστερο -τον αποζητοσε! Γιατ τανε τση η μαγικ δναμη των Φαλι πνω σε λα τα πλσματα που, στερα απ αυτ την εμπειρα, δεν τους απμενε τποτα λλο να ποθσουν απ τοτη τη ζω.
     Ο Τζων ντεν αναλογστηκε τη ζω και το θνατ του, στη κατσταση του κσμου στον οποο βρισκταν, τη φση των καθηκντων του και της κατρας που τον βραινε... και τη Φαλι. ταν το πιο πανμορφο πλσμα που εχε δει ποτ σε λα τα τετρακσιες χιλιδες χρνια της παρξς του. Και η θα της τον κανε να αγγξει το σημεο κτω απ την αριστερ μασχλη του που ενεργοποιοσε τον απαρατητο μηχανισμ για να ξαναγυρσει στον κσμο των ζωντανν.
     Το πλσμα ανασκρτησε μλις νιωσε το γγιγμ του γιατ, ξαφνικ τρα ο ντεν ξαναποκτοσε τις αισθσεις της ζως, το κορμ του ταν πλι σρκα, και το διο σρκα, ζεστ και θηλυκι ταν κι εκενη που γγιζε. Κατλαβε τι για μια ακμη φορ το γγιγμ του εχε να γγιγμα ντρα. Επε:
 -"Γεια σου, και μη κλαις", κι εκεινη τις επανλαβε.
     Η φων της τανε σαν αρα, που ο ντεν εχε ξεχσει, που θρζε μσα σε φυλλωσις που επσης εχε ξεχσει, με λη τη δροσι, τις ευωδις και τα χρματ τους. λα ξαναγρισαν σαν χεμαρρος στη θμησ του, τσι, ταν την κουσε να τον ρωτ:
 "Απ που ξεφτρωσες, νθρωπε; Πριν απ μια στιγμ δεν σουν εδ".
 -"ρχομαι απ το Φαργγι των Νεκρν", της αποκρθηκε.
 -"σε με να αγγξω το πρσωπ σου". Ο ντεν γνεψε καταφατικ κι εκενη πλωσε το χρι της. "Εναι παρξενο που δεν σ' νιωσα να πλησιζεις".
 -"Παρξενος εναι και τοτος ο κσμος", της απντησε.
 -"Αυτ εναι αλθεια", γνεψε εκενη. "Εσαι το μοναδικ ζωνταν πλσμα πνω του".
 -"Πως σε λνε;" τη ρτησε ο ντεν.
 -"Μπορες να με φωνζεις Σθια", αποκρθηκε εκενη.
 -"Κι εμνα Τζων. Τζων ντεν".
 -"ρθα για να μενω μαζ σου, να σου προσφρω παρηγορι κι ηδον", του επε, και ο ντεν κατλαβε τι η τελετουργα ρχιζε.
 -"Γιατ κλαιγες ταν σε βρκα;"
 -"Γιατ νμιζα τι δεν υπρχε καννας σε τοτο τον κσμο και γιατ μουν τσο κουρασμνη απ τα ταξδια μου" του απντησε. "Μνεις εδ κοντ;"
 -"χι πολ μακρι", της απντησε. "Μλλον κοντ, θα 'λεγα".
 -"Θα με πας εκε;" του ζτησε. -"Στο μρος που ζεις".
 -"Μετ χαρς".
     Κατηφριζαν ολονα και πιο βαθι στο Φαργγι, εν ολγυρ τους απλνονταν τα λεψανα των πλασμτων που εχαν ζσει κποτε. Ωστσο η Σθια δε φαινταν να βλπει τποτε απ λα αυτ. Περπατοσε με τα μτια καρφωμνα στο πρσωπ του 'Ωντεν και με το χρι της ακουμπισμνο στο μπρτσο του.
 -"Γιατ ονομζεις τοτο το μρος Φαργγι των Νεκρν;" τον ρτησε.
 -"Γιατ βρσκονται εδ, ολγυρ μας, τα πλθη των νεκρν".
 -"Δε νιθω τποτα".
 -"Το ξρω".
     Δισχισαν τη Κοιλδα των Ωστν, που εκατομμρια κκαλα νεκρν απ πμπολες φυλς και κσμους του σμπαντος ταν σωριασμνα ολγυρ τους, αλλ εκενη δεν βλεπε τποτε απ λα αυτ. Εχε ρθει στο κοιμητρι λων των κσμων, αλλ οτε που το καταλβαινε αυτ. Εχε συναντσει το φροντιστ, το νεκροφλακ του, αλλ δεν ξερε τι ταν εκενος που περπατοσε δπλα της τρικλζοντας σαν μεθυσμνος. Ο Τζων ντεν την οδγησε σπτι του. Δεν ταν στα αλθεια εκε η κατοικα του, αλλ θα γινταν τρα. Μπανοντας ενεργοποησε τα αρχαα ηλεκτρονικ κυκλματα τα οποα βρσκονταν μσα στο σπτι που φλιαζε στη πλαγι του βουνο. Σαν απντηση, φτα λμψανε στους τοχους, φτα που ποτ δεν τα εχε χρειαστε ως ττε αλλ που τα χρειαζταν τρα.
     Η πρτα κλεισε συρτ πσω τους κι η θερμοκρασα ανβηκε φτνοντας σε φυσιολογικ εππεδα ζεστασις. Φρσκος αρας ρχισε να κυκλοφορε στο χρο. Ο ντεν τον ροφηξε στα πνευμνια του και τον βγαλε πλι, απολαμβνοντας αυτ τη ξεχασμνη ασθηση. Η καρδι του χτυποσε πλι στο στθος του, κτι κκκινο και ζεστ που του θμιζε τον πνο και τη χαρ. Για πρτη φορ εδ και αμτρητα χρνια ετομασε φαγητ και βγαλε να μπουκλι κρασ απ τα βαθι, σφραγισμνα κελρια. Πσοι λλοι θα μποροσαν να αντξουν τα σα εχε αντξει εκενος; σως κανες. Η Σθια τονε συντρφεψε στο γεμα, τσιμπολογντας απ το πιτο της, δοκιμζοντας λγο απ το κθετι, τργοντας ελχιστα. Απ την λλη μερι, εκενος καταβρχθισε απστευτες ποστητες. πιαν και το κρασ τους και νιωσαν ευτυχες.
 -"Πολ παρξενος τοτος ο τπος", παρατρησε κποια στιγμ εκενη. "Που κοιμσαι;"
 -"Συνθιζα να κοιμμαι εκε", της απντησε, δεχνοντας να δωμτιο που σχεδν εχε ξεχσει τι υπρχε.
     Μπκανε και της δειξε το χρο. Εκενη του γνεψε προς το κρεβτι, προσκαλντας τον να γευτε τις ηδονς της σρκας. Εκενη τη νχτα κανε ρωτα μαζ της, πολλς φορς, με να γριο πθος που καψε το αλκολ απ τις φλβες του κι δωσε μια βαιη θηση στη ζω του. ταν κτι σαν πενα, αλλ ακμα πιο δυνατ. Την λλη μρα, ταν ο ετοιμοθνατος λιος ριξε τις χλωμς σαν απ φεγγαρφωτο πινελις του στην Κοιλδα των Οστν, ο ντεν ξπνησε. Η Σθια τρβηξε το κεφλι του πνω στο στθος της, μην χοντας κοιμηθε η δια, και τον ρτησε:
 -"Τι εναι εκενο που σε ωθε Τζων ντεν; Δεν εσαι σαν τους ανθρπους που ζουν και πεθανουν. Εσ δχεσαι τη ζω σχεδν σαν νας Φαλι, ρουφντας απ αυτ τι μπορες και ζντας τη με να ρυθμ που μαρτυρ μια ασθηση χρνου που καννας νθρωπος δε θα μποροσε να χει. Πες μου, τι ακριβς εσαι;"
 -"Εμαι κποιος που ξρει", της απντησε. -"Εμαι κποιος που ξρει τι οι μρες ενς ανθρπου εναι μετρημνες και που πασχζει να τις διαθσει ανλογα, καθς νιθει να του τελεινουν".
 -"Εσαι παρξενος", επε η Σθια. "Πες μου, σε ευχαρστησα;"
 -"Περισστερο απ το καθετ που γνρισα ποτ", τη διαβεβαωσε.
     Η Σθια αναστναξε κι ο ντεν αναζτησε τα χελη της για μια ακμα φορ. φαγαν πρωιν μαζ, και μετ βγκαν να σεργιανσουν στην Κοιλδα των Οστν. Εκενος δεν μποροσε τρα να διακρνει τις αποστσεις οτε να συλλβει σωστ την προοπτικ κι εκενη δεν μποροσε να δει οτιδποτε που εχε ζσει κποτε αλλ τρα ταν νεκρ. Οι δυο τους κθισαν σε να βραχκι κι ο ντεν της δειξε το σκφος που μλις εχε φτσει απ τον ουραν. Η Σθια κοταξε προς το σημεο που δειχνε το χρι του. Της εξγησε τι τα ρομπτ εχαν κιλας αρχσει να ξεφορτνουν απ τα αμπρια του σκφους τα λεψανα των νεκρν απ τους διφορους κσμους. Αλλ σο κι αν η Σθια κοταζε προς τα κει, ταν αδνατον να δει τη σκην που της περιγραφε. Ακμη και ταν τον πλησασε να ρομπτ και του δωσε να υπογρψει τις αποδεξεις παραλαβς των νεκρν, η Σθια οτε βλεπε οτε καταλβαινε τι γινταν.
     Στις μρες που ακολοθησαν, η ζω του ρχισε να αποκτ μια ονειρικ ψη, γεμτη με τις απολασεις που του χριζε η Σθια, αν και με κποιες αναπφευκτες πινελις οδνης. Εκενη τον βλεπε συχν να κνει μορφασμος πνου, και τον ρωτοσε σχετικ, απορντας για την κφρασ του. Ο ντεν γελοσε πντα και απαντοσε. "Ο πνος κι η ηδον εναι συχν πολ κοντ το να στο λλο", κτι ανλογο.
     Καθς οι μρες κυλοσαν, η Σθια ρχισε να ετοιμζει το φαγητ, να του τρβει τις πλτες, να του ετοιμζει το ποτ του και να του απαγγλλει κποια ποιματα που ο ντεν εχε αγαπσει κποτε.
     νας μνας. Ο ντεν ξερε τι σε να μνα λα θα τελεωναν. Οι Φαλι τι και αν ταν, πλρωναν για τη ζω που παιρναν με τις απολασεις της σρκας. Πντοτε ξεραν πτε πλησαζε η τελευταα ρα ενς ανθρπου. Και απ την ποψη αυτ, διναν πντοτε περισστερα απ σα παιρναν. Η ζω ταν κτι το φευγαλο και πρσκαιρο, τσι και αλλις, και οι Φαλι την καναν πιο πλοσια πριν την προυν μαζ τους. σως το καναν για να συντηρσουν τη δικ τους, σαν ανττιμο για τις υπηρεσες που εχαν προσφρει' ποιος ξρει;
     Ο Τζων ντεν ξερε τι καμα Φαλι σε ολκερο το σμπαν δεν εχε γνωρσει ποτ νθρωπο σαν κι αυτν. Η Σθια ταν σαν φλντισι' με το κορμ της πτε κρο και πτε καυτ στα χδια του, το στμα της μια μικροσκοπικ φλγα που φοντωνε τι γγιζε, με τα δντια της σαν μυτερς βελνες και τη γλσσα της σαν την καρδι του λουλουδιο. Κι τσι ο ντεν νιωσε κποτε να ξυπν μσα του κενο που λεγταν αγπη για τη Φαλι που λεγταν Σθια.
     Τποτε δεν πρεπε να συμβε στα αλθεια πρα απ αυτ την αγπη. Ο ντεν ξερε τι τον θελε, για να τον χρησιμοποισει τελικ, και ταν σως ο μοναδικς νθρωπος στο σμπαν που ταν σε θση να ξεγελσει να πλσμα του εδους της. Εχε την τλεια μυνα τσο ενντια στη ζω σο και ενντια στο θνατο. Τρα που ταν πλι νθρωπος, και ζωντανς, κλαιγε συχν ταν το αναλογιζταν. Του μενε παραπνω απ νας μνας ζω. Του μεναν σως τρεις και τσσερις μνες. τσι τοτος ο μνας ταν να τμημα που το πλρωνε μετ χαρς για τα σα εχε να του προσφρει η Φαλι.
     Η Σθια ργωνε το κορμ του και το αποστργγιζε απ κθε στλα ηδονς που κρυβαν τα κουρασμνα νερα του. Τον λλαζε μεταμορφνοντς τον σε φλγα, σε πγο, σε μικρ παιδ, σε γρο... ταν οι δυο τους ταν μαζ, τα συναισθματ του ταν ττοια που σκεφτταν τι δεν θα 'ταν κι σκημη ιδα να αποδεχτε το θνατο στο τλος του μνα που δη πλησαζε γοργ. Γιατ χι; ξερε τι σκπιμα η Σθια τον εχε γεμσει με τη παρουσα της. Αλλ τι παραπνω θα εχε να του προσφρει μετ η ζω; Τοτο το πλσμα που εχε ρθει πρα απ τα στρα του εχε προσφρει τι θα μποροσε ποτ να ποθσει νας ντρας. Τον εχε περσει απ τη βπτιση του πθους και τον εχε χρσει με τη γαλνη που ακολουθε μετ. σως η τελικ λθη του τελευταου της φιλιο ταν η ιδανικ λση.
     Ο ντεν την ρπαξε και την σφιξε πνω του. Η Σθια δεν τον καταλβαινε, αλλ ανταποκρθηκε. Τη λτρεψε ττε, και παρ λγο αυτ να γνει ο χαμς του. Υπρχει κτι που λγεται αρρστια και που χτυπ λα τα ζωνταν πλσματα. Αυτς το ξερε καλτερα απ τον κθε θνητ. Εκενη δεν μποροσε να το καταλβει' ταν να πλσμα με μορφ γυνακας που δε γνριζε παρ μονχα τι εχε σχση με τη ζω. τσι ποτ δεν επιχερησε να της εξηγσει, αν και με την κθε μρα που περνοσε τα φιλι της γνονταν πιο φλογερ και πιο αλμυρ. Το καθνα τους του φαινταν να εναι η ολονα και πιο πυκν σκι, η ολονα πιο σκοτειν, πιο βαρι και πιο παρξενη, του μοναδικο πργματος που ο ντεν ξερε τι λαχταροσε πιτερο απ καθετ. Και η μρα θα 'ρχταν. Και ρθε. Την σφιγγε πνω του και τη χιδευε, και οι μρες συνχιζαν να φυλλορροον γρω τους.
     Ο ντεν ξερε, καθς παραδινταν στα παιχνδια της, στο μεγαλεο των χειλιν της και στα στθη της, τι σαν λους σοι εχαν γνωρσει τις Φαλι, εχε παγιδευτε απ τη δναμη της σαγνης τους. Η δναμη τους αυτ ταν και η αδυναμα τους. Μια Φαλι ταν η Ιδανικ Γυνακα. Μσα απ την αδυναμα τους γεννιταν η επιθυμα να ευχαριστσουν. Ο ντεν ποθοσε να ενωθε και να γνει να με τη χλωμ εικνα του κορμιο της, να βυθιστε μσα στους κκλους των ματιν της και να μη ξαναβγε ποτ απ εκε.
     Εχε νικηθε, το 'ξερε. Γιατ πως χνονταν οι μρες γρω του, τσι χανταν και η δναμ του. Μλις και μπρεσε να συρθε για να πλησισει και να υπογρψει τις αποδεξεις που του φερε το ρομπτ, τσακζοντας πλευρ και θρυμματζοντας κρανα με το φοβερ βμα του. Για μια στιγμ ζλεψε το μηχνημα που στεκταν μπροστ του. ταν δχως φλο, δχως πθη και πθους, απλυτα αφοσιωμνο στο καθκον. Πριν το αφσει να φγει, ο ντεν το ρτησε:
 -"Πες μου, τι θα κανες αν διθετες επιθυμες και συναντοσες κτι που σου πρσφερε λα σα πθησες ποτ;"
 -"Θα -προσπαθοσα να το- κρατσω", απντησε το ρομπτ, με κκκινα φωτκια να αναβοσβνουν γρω στο κεφλι του. στερα κανε μεταβολ κι απομακρνθηκε αργ, αφνοντας πσω του το Μεγλο Κοιμητρι.
 -"Σωστ", μουρμορισε, μονολογντας ο ντεν, -"μονχα που αυτ εναι αδνατο να γνει".
     Η Σθια δεν τον καταλβαινε. Εκενη τη τριακοστ πρτη μρα επστρεψαν στο μρος που εχαν ζσει μαζ να μνα τρα κι ο ντεν νιωσε να τον κυριεει, δυνατς και πανσχυρος, ο φβος του θαντου. Η Σθια ταν πιο υπροχη απ κθε λλη φορ κι ο ντεν φοβταν τοτη τη τελευταα συνντηση.
 -"Σε αγαπ", της επε τελικ, κτι που το λεγε για πρτη φορ, κι εκενη τον φλησε.
 -"Το ξρω", του αποκρθηκε, -"κι φτασε σχεδν η ρα να με αγαπσεις ολοκληρωτικ. Πριν απ τη τελευταα πρξη αγπης, Τζων ντεν, πες μου να πργμα: τι εναι εκενο που σε ξεχωρζει; Πως ξρεις σο καννας θνητς για πργματα που δεν εναι ζω; Πως με πλησασες εκενη την πρτη βραδι δχως να το καταλβω;"
 -"Εναι γιατ εμαι δη νεκρς", της αποκρθηκε. "Δεν μπορες να το δεις ταν κοιτξεις στα μτια μου;"
 -"Δεν καταλαβανω" μουρμορισε εκενη.
 -"Ττε φλησ με και ξχασ το. Εναι καλτερα τσι".
     μως η Σθια ταν περεργη και επμεινε.
 -"Πως γνεται και πετυχανεις αυτ την ισορροπα ανμεσα στη ζω και σε εκενο που δεν εναι ζω, αυτ το κτι που σου επιτρπει να χεις συνεδηση κι ωστσο χι ζω;"
 -"Υπρχουνε συσκευς μσα σε τοτο το σμα που χω την ατυχα να κατοικ. Αν αγγξω αυτ το σημεο κτω απ την αριστερ μασχλη μου, οι πνεμονς μου θα σταματσουν να ανασανουν και η καρδι μου να χτυπ. Ταυτχρονα θα μπει σε λειτουργα να ηλεκτρο-χημικ σστημα σαν εκενο που διαθτουν τα ρομπτ- ναι, τα ρομπτ εναι αρατα για τα μτια σου, το ξρω. Αυτ εναι η ζω μου μσα στο θνατο. Εναι κτι που το ζτησα ο διος, γιατ με τρμαζε η ιδα της τελικς εκμηδνισης. τσι προσφρθηκα εθελοντικ να γνω ο νεκροφλακας του σμπαντος, γιατ σε τοτο τον τπο δεν υπρχουν λλοι που να με βλπουν και να νιθουν αποτροπιασμ απ το νεκρικ παρουσιαστικ μου. Γι' αυτ εμαι αυτ που εμαι. Φλησ με και κνε με να δεχτ το θνατο".
     Αλλ χοντας πρει τη μορφ γυνακας, σως ντας γυνακα απ την αρχ, η Φαλι που λεγταν Σθια εξακολουθοσε να νιθει περιργεια.
 -"Εδ αγγζεις επες;" τον ρτησε, και τον γγιξε στο σημεο κτω απ την αριστερ μασχλη.
     Με τη πρξη της αυτ ο ντεν χθηκε απ τα μτια της, και ταυτχρονα νιωσε να κυριαρχε πλι μσα του η ψυχρ λογικ ανεξρτητη απ κθε συνασθημα. Κι επειδ ακριβς δεν νιωθε πια συνασθημα, ο ντεν δεν ξανγγιξε το κρσιμο σημεο για να ξαναζσει. Αντθετα στθηκε αθατος να την παρακολουθε, καθς τον αναζητοσε παντο στα μρη που εχε ζσει κποτε.
     Η Σθια τον αναζτησε σε κθε γωνι, σε κθε τρπα και κθε κρυψνα, και ταν δεν μπρεσε να ξαναβρε καννα ζωνταν νθρωπο εκε, ρχισε πλι να κλαει γοερ, πως τη νχτα που την εχε πρωτοδε. στερα τα φτερ της εμφανστηκαν πλι στη ρχη της, τρεμοσβνοντας πλι και πλι, αδναμα, πριν υλοποιηθον εντελς. Μετ το πρσωπ της λιωσε και το κορμ της διαλθηκε. Στη θση της μεινε μια στλη απ σπθες που στροβιλστηκε για λγο μπροστ του πριν σβσει κι αυτ. Αργτερα εκενη τη τρελ νχτα, ταν ο ντεν απκτησε πλι την ικαντητα να διακρνει αποστσεις και να χει την ασθηση της προοπτικς, ρχισε να την αποζητ.

     Αυτ ταν η ιστορα του Τζων ντεν, του μοναδικο ανθρπου που αγπησε ποτ μια Φαλι κι ζησε -αν μπορε να το πει κανες αυτ ζω. Και κανες δεν τη ξρει καλτερα απ μνα.
     Καμα θεραπεα για την αρρστια του δεν βρθηκε ποτ. Και ξρω τι εξακολουθε να τριγυρζει εκε, στο Φαργγι των Νεκρν, και να στοχζεται κοιτζοντας γρω του τους σκελετος. Πτε πτε κοντοστκεται δπλα στο βρχο που τη γνρισε, ανοιγοκλενοντας τα μτια του με δκρυα που δεν υπρχουν, κι αναρωτιται για την απφασ του.
     τσι χει το πργμα, και το δδαγμα μπορε να εναι τι η ζω (και σως και η αγπη) εναι πιο δυνατ απ εκενο που περιχει. μως μονχα μια Φαλι θα μποροσε να σας απαντσει με σιγουρι, αλλ οι Φαλι δεν ρχονται πια εδ...
________________________________

Roger Zelazny
"The Man Who Loved The Faioli" 1967
μτφρ.: Γιργος Μπαλνος
_________________________________

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers