-

Dali &

-


-








.

--.


.

./.

 
 

 

Nietzsche Friedrich Wilhelm:

 
                                    Βιογραφικ

     Στη μικρ πλη του Ρκεν στον κλπο Λτζεν, πεδιν περιοχ νοτιοδυτικ της Λειψας, στις 15 Οκτβρη 1844 κι ακριβς στις 10.00 π.μ. γεννθηκεν ο Φρντριχ Ντσε (Friedrich Wilhelm Nietzsche). Επειδ η γενθλιος ημρα συνπιπτε με τα 49α γενθλια του Πρσου βασιλι Φρντριχ Βλχελμ Δ', πρε το βαφτιστικ του κι ο μεγλος φιλσοφος, μιας κι ο πατρας του εχε διοριστε Δμαρχος στη πλη αυτ, απ κενον. Οι παπποδες του ταν επσης υπουργο και λουθηρανο στο θρσκευμα, εν ο παππος απ τη μερι του πατρα του, Φρντριχ Αγουστος Λοντβιχ Ντσε, ταν απ τους μεγαλτερους μελετητς της προτεσταντικς αρεσης, μ' αρκετ συγγρματα στο ενεργητικ του.
    Στα 4 του χασε τον πατρα του, Καρλ Λοντβιχ (1813-1849), απ εγκεφαλικ, -πθανε τρελς- κι 6 μνες αργτερα, πθανε κι ο 2ετς μλις, αδερφς του, Τζζεφ. Η οικογνεια μετακμισε στο κοντιν χωρι Νουμπουργκ Ντερ Σαλε, που και διμεινε με τη μητρα του Φραντζσκα, (1826-1897), τη γιαγι του απο τη μερι του πατρα, τις 2 αδερφς του πατρα του και τη μικρτερη του αδερφ, Τερζα-Ελζαμπεθ-Αλεξνδρα (1846-1935), για 8 χρνια. Απ τα 14 ως τα 19 του, φοτησε κει κοντ, στο πολ καλ σχολεο Schulpforta και προετοιμστηκε για το πανεπιστμιο. Εκε συνντησε τον ισβιον "ακλουθ" του, που επηρασεν λη την υπλοιπη ζω του, τον Πλ Ντεσν (Paul Deussen), -στις προσχρησε σ' αυτν το 1861- που επρκειτο να γνει μγας ιστορικς της φιλοσοφας κι ιδρυτς της Κοινωνας Σοπενουερ.
     Τα καλοκαρια του, στις διακοπς, τα περνοσε στο Νουμπουργκ, που κι εχεν ιδρσει μια μικρ μουσικ και λογοτεχνικ λσχη, τη GERMANIA, με μουσικ επκεντρο, το μουσικ του εδωλο, τον Richard Wagner κι γινεν ιδιατερα γνωστ περιγραφικ, ως Zeitschrift für Musik. Ο φηβος Ντσε, διβασεν επσης τα γραπτ των γερμανν ρομαντικν, Φρντριχ Χλντερλιν (Friedrich Hölderlin) και Ζαν-Πωλ Ρχτερ (Jean-Paul Richter), καθς και την αμφισβητομενη "Απομυθοποηση Του Ιησο", (Life Οf Jesus Critically Examined - Das Leben Jesu kritisch Βearbeitet, 1848). χοντας μεγαλσει σ' αυστηρ θρησκευτικ περιβλλον και θλοντας να μη μοισει του πατρα του, αμφισβτησε καθετ τη χριστιανικ και δλωσεν θεος.
     χοντας ολοκληρσει μ' επιτυχα τον πρτο αυτ κκλο σπουδν του, μπκε στο Πανεπιστμιο της Βννης το 1864, στο τμμα θεολογας και φιλολογας, μα γργορα τη προσοχ του κρδισεν αποκλειστικ η δετερη, μ' ιδιατερην μφαση στη μελτη κι επεξγηση αρχαων, κλασσικν και βιβλικν κειμνων. Αφο παρακολοθησε με πθος, ενδιαφρουσες διαλξεις, απ εμπνευσμνους διδασκλους, γργορα καθιερθηκε μσω των θαυμσιων δοκιμων του κι ειδικ για κενα που αφοροσαν τους, Αριστοτλη, Θογνι και Σιμωνδη. Το 1865 γνρισε τις διδαχς και τα γραπτ του Σοπενουερ κι επηρεστηκε βαθι.
     Στα 23 του κατατχτηκε στον στρατ, στο ιππικ σνταγμα πυροβολικο, εν επστρεψε να μενει με τη μητρα του στο Νουμπουργκ. Προσπαθντας να στηριχτε πνω στη σλα ενς ιδιατερα απεθαρχου αλγου, πφτει και τραυματζεται σοβαρ στο στρνο. Παρνει δεια λγων μηνν μα κι ταν επιστρφει χωρς να 'χει θεραπευτε, αποστρατεεται. Το τραμα τοτο δε θεραπετηκε ποτ εντελς. Επιστρφει στο Πανεπιστμιο της Λειψας και το Νομβρη του 1868 συναντιται, στο σπτι ενς κοινο τους φλου, με τον Βγκνερ. Μοιρστηκαν τον διον ενθουσιασμ για τον Σοπενουερ και με δεδομνη τη λατρεα του για τη μουσικ του, οι δυο ντρες γνανε πολ καλο φλοι. Ο Βγκνερ εχεν ισχυρ προσωπικτητα, εχε περπου την ηλικα του πατρα του Ντσε κι επσης, εχε φοιτσει κι εκενος στο Πανεπιστμιο Λειψας, τσι η φιλικ τους σχση τανε σχεδν "οικογενειακ" αν και θυελλδης ενοτε, επηρεαζντας επσης τη μετπειτα πορεα του. Το παραδχτηκε κι ο διος 20 χρνια μετ.



     Κενη τη χρονι, νας απ τους δασκλους του, τονε συστνει σα φιλλογο, στο Πανεπιστμιο της Βασιλεας. Το πανεπιστμιο αυτ, του προσφρει τη θση κι τσι σ' ηλικα μλις 24 ετν, αποκτ την δρα του καθηγητ κλασσικς φιλολογας, τον Μη του 1869. Εκε καμε κι λλες σημαντικς γνωριμες μ' λλους καθηγητς και καλλιργησε τη φιλα του με τον Βγκνερ, κνοντς του επισκψεις τακτικ, στο σπτι του στη Λουκρνη. Κατ τη διρκεια του γαλλο-πρωσσικο πολμου, το 1870-1, υπηρτησε σα νοσοκμος, μα η υγεα του εχε κι λλες επιπλοκς, τσο στο παλι του τραμα, σο κι απ λλες νσους που κλλησε, πως διφθερτιδα και δυσεντερα. κτοτε η υγεα του, μχρι το τλος της ζως του, δεν ανκαμψε ποτ.
     λη του η εμπειρα απ τις σπουδς, τ' αναγνσματα, τις διαλξεις, τη λατρεα στον Σοπενουερ και τον θαυμασμ στη μουσικ του Βγκνερ, καθς κι η απογοτευσ του απ τον σγχρονο γερμανικ τρπο ζως, μετουσιθηκε στο πρτο του βιβλο με ττλο "Η Γνεση Της Τραγωδας", που πρωτοδημοσεψε σ' ηλικα 28 ετν. Ο Βγκνερ σπευσε, αν κι αναρμδιος, να το παινσει, μα ν ισχυρ κριτικ ρπισμα απ τον νεαρ και πολλ υποσχμενο φιλλογο Ulrich Von Wilamowitz-Möllendorff (1848-1931), δωσεν σχημη στμπα στο βιβλο, στον χρο των μελετητν.
     Την 6ετα 1872-9 συνχισε να διαμνει στη Βασιλεα, αλλ επισκεπττανε συχν τον Βγκνερ στο καινοργιο του σπτι στη Μπρουτ, στη Γερμανα. Στη πρτη του επσκεψην εκε, γνρισε τη Μαλβντα Μισενμπουργκ (1872) και στη δετερη, να χρνο μετ, συνντησε κποιον νεαρ, ονματι Πωλ Ρε. Τους συνδσανε πολλ και τους τρεις και γνανε φλοι. Το 1876, σ' ηλικα 32 ετν, ζτησε σε γμο μιαν ολλανδζα σπουδστρια πινου στη Γενεη, τη Mathilde Trampedach, χωρς μως αποτλεσμα. Κατ τη διρκειαν αυτς της περιδου επσης, γραψε μερικς μελτες για τον σγχρονο γερμανικ πολιτισμ, διαποτισμνες απ την αθεστικ διδασκαλα του David Strauss, τις ιδες του Σοπενουερ, τη μουσικν μπνευση του Βγκνερ. Στα 1878 γραψε το "Προλευση Των Ηθικν Συναισθημτων" με την αρωγ του Πωλ Ρε κι αυτ το βιβλο σμανε το τλος της φιλας του με τον Βγκνερ, γιατ ο μουσικς πστεψε πως δικρινε μες στις σελδες του, σχημες περιγραφς για το πρσωπ του.
     Παρ τη συλλογικν απρριψη του πρτου του βιβλου, παρμενεν αξιοσβαστος στο Πανεπιστμιο της Βασιλεας, αλλ η υγεα του επιδεινθηκε ξαφνικ κι ρχισε να χει προβλματα ρασης, ημικρανες, ιλγγους κι εμετ, τσι στε οδηγθηκε σε παρατηση, τον Ιονη του 1879. Απ ττε ξεκνησε να ζει ως "πατρης, περιπλανμενος τσιγγνος, πολτης του κσμου νευ υπηκοτητας", κατ τα δικ του ειρωνικ σχλια. Τοτο γιατ εχεν απαρνηθε τη γερμανικ του υπηκοτητα, χωρς παρλληλα να λβει την ελβετικ. τσι ρχισε να περιηγεται διφορες πλεις (Νκαια, Σιλς-Μαρα, Λειψα, Τορνο, Γνοβα, Ρεκορο, Μεσσνη, Ρπαλο, Φλωρεντα, Βενετα και Ρμη), με συχνς επιστροφς στο Νουμπουργκ, στη μητρα του. Σε μιαν απ αυτς τις περιηγσεις βρθηκε στη Ρμη, το 1882 κι σπευσε να επισκεφτε τη φλη του Μαλβντα, χοντας δη λβει γνση για τον ενθουσιασμ του φλου Ρε, για κποια νεαρ ρωσδα, τη Λου Σαλομ. τανε ττε 38 ετν.

                              
                                    Η Λου                                                     Ο Ντσε 38 ετν

     Μια μρα που η Λου Σαλομ εχεν επισκεφτε τη βασιλικ του Αγου Πτρου, εμφανστηκε μπρος της κποιος ντρας με φλογερ και βαθ, θλιμμνο βλμμα, γοητευτικς και μ' να παχ μουστκι. Μλις την εδε κοντοστθηκε κι αναφνησεν αυθρμητα:
 -"Απ ποια στρα πσαμε για να συναντηθομε εδ";
     Εκενη κεραυνοβολθηκεν απ το ντονο βλμμα του που "ανακλοσεν αυτ που συνβαινε μσα του, αντθετα απ τις φευγαλες εξωτερικς εκφρσεις". Σε λιγκι ο φιλσοφος τανε βαθι ερωτευμνος και μιλοσε μ' ενθουσιασμ στους φλους του γι' αυτν. Η Φραντζ βερμπερκ, σζυγος ενς απ' αυτος, γραψε στον ντρα της: "Εκενος βρσκεται στην ηλικα, που μια ρνηση κποιο λθος, δσκολα υποφρονται, εν κενη βρσκεται σ' αντθεση με την οικογνει της και τη κοινωνα. Υπρχει μεγλη πιθαντητα να πληγωθε ο μεγαλτερος..."
     Η κατσταση αυτ ταν αρκετ σνθετη και καθλου ευνοκ. Ο Ρε εχε τον χρνο να την ερωτευτε μες απ τη συναναστροφ, τη κουβντα και τους περιπτους τους. Ο Ντσε την ερωτετηκε κεραυνοβλα. Ο Ρε κι ο Ντσε τανε φλοι. Η Λου εχεν δη απορρψει τον Ρε, μα κενος μενε τριγρω της με την ελπδα να πετχει κτι καλτερο, ντας θλιμμνος απ την απρριψη. Ο Ντσε δεν βλεπε λγο για να νιθει ανησυχα γιατ εχε διακρνει στα μτια της το τι ενδιδε μλλον στο φλερτ του. Η κυρα-Λους, αντθετα, αποφσισε να γυρσει στη Ρωσα, αφνοντας τη κρη της στη Γερμανα, σε κποια φλη. Ο Ντσε, με τον Ρε, τις πρφτασε στο Μιλνο και τις πεισε να κνουνε μιαν εκδρομ στη λμνη ρτα. Μπρεσε τελικ να ξεμοναχισει τη Λου και να κνουνε μαζ να περπατο στο Μντε Σκο, μια σχετικ μικρ δασδης βουνοπλαγι, με διστικτα παλαι κτρια. Η μητρα κι ο Ρε, κουρστηκαν να περπατον κι οι δυο τους πρανε το μονοπτι, υποτθεται για καμμιν ρα, μα γυρσαν αργ τ' απγευμα κι οι δυο φανερ ταραγμνοι.
     Τι συνβη μεταξ τους το απγευμα κενο, δεν γινε γνωστ, αλλ εναι αλθεια πως η γοητεα του τηνε παρσυρε για κμποσο. Η δια θα πει, χρνια μετ: "Αν φλησα τον Ντσε στο Μντε Σκο, δε το θυμμαι πια.." Ο Ντσε, αντθετα, της γραψε λγο μετ: "Σας οφελω τ' ομορφτερον νειρο της ζως μου". Αργτερα, πολ αργτερα, ταν εχε συνλθει κπως απ το σοκ, εχε πει: " Η Λου της ρτα, ταν ν λλο πλσμα..." ταν επισκφτηκε τους βερμπεκ, λγο μετ, τον εδανε σε μια πρωτφαντη διθεση. "Μιλοσε συνχεια για τη Λου κι τανε σα να 'χε κερδσει τον κσμον λο".
     Ο Ντσε συνντησεν ντονες αντιδρσεις απ' το στεν του περιβλλον. Η μητρα κι η αδερφ του προσπθησαν να τονε μεταπεσουν. Στην αρχ η μητρα του κι ταν εκενος προσπθησε να ζητσει τη βοθεια της Ελζαμπετ, που 'χανε πιο στεν σχση, κντρα στη μητρα, τη βρκε πρτη φορ, απναντ του. Στο μεταξ πρεπε να βρεθε τρπος στε ν' αναβληθε η επιστροφ της Λου στη Ρωσα κι εδ υπρχει μια τραγικ ειρωνεα. Ο Ντσε γνριζε τον ρωτα του Ρε με κποια νεαρ ρωσδα. Ο Ρε εχε πληροφορηθε τον ρωτα του Ντσε για κποια νεαρ κοπλα. Δεν εχαν ακμα συνδσει τα γεγοντα και δε γνωρζανε πως επρκειτο για το διο πρσωπο. τσι για κμποσο διστημα, προσπαθοσανε κι οι δυο να εξασφαλσουνε παρταση στην δια κοπλα, ψχνοντας ιδες και της βρκανε μια θαυμσια πρταση για μια μελτη που θα τη κρατοσε μακρι τη φυγ της για καν χρνο. Μταια η μαμα-Λους πσχιζε να τη μεταπεσει, -η Λου ταν Αγριστο Κεφλι, λλη μια φορ.
     ταν η Λου κι ο Ντσε συναντηθκανε στη Λουκρνη, της πρτεινε γμο, ανοιχτ και ξεκθαρα, μα κενη του εξγησε πως δε πρπει να 'χει αυταπτες, ακμα κι αν αποφσιζε να μην επιστρψει στη Ρωσα και να παραμενει στη Γερμανα με τους νους φλους της. Φεγει για τη Πρωσσα και φιλοξενεται λγες μρες απ την οικογνεια του Ρε κι εκε διαπιστνει πως μεταξ των δυο φλων θα προτιμοσε τον μικρτερο και πιο ισορροπημνο. Ο Ντσε ττε μνο συλλαμβνει την υποψα πως ο Ρε κι η Λου χουνε ...κτι και το συλλαμβνει ...ανποδα! Πιστεει πως οι δυο τους του παζουνε παιχνδι πσω απ τη πλτη του, για να χουνε κλυψη στον δεσμ τους και να τους βοηθσει να πετχουνε την αναβολ της αναχρησης. Ττε κνει κτι ... ποταπ: Συνθτει μια φωτογραφα, σε κποιο δισημο ττε, ελβετ φωτογρφο, τον Jules Bonnet, με τους τρεις τους, που η Λου εναι πνω σ' να κρο κι οι δυο τους, Ντσε και Ρε, εναι ζεμνοι! Η Λου κρατ και τα γκμια τους και το μαστγιο που τους κεντρζει.


                             Η... επμαχη φωτoγραφα

     Η κνηση αυτ και σα σλληψη και σαν υλοποηση, μαρτυρ απ μνη της το πως θα πρπει να 'νιωσε ο φιλσοφος ττε. Πολ αργτερα θα συμβουλψει δια στματος Ζαρατοστρα: "ταν πηγανετε στη γυνακα μη λησμονετε το μαστγιο!"
     Η Λου εχεν υποσχεθε πως μετ τον Ρε, θα επισκεφτε το σπτι του Ντσε για να μενει κι εκε λγες μρες μαζ μ' αυτν και την αδερφ του κι θελε να κρατσει το λγο της. Περσανε μια μρα μαζ που εκενη τανε κλειστ κι απμακρη, εν κενος της εκμυστηρετηκε τι τονε χριζε απ τον Βγκνερ. ταν την εδε τσι, την φησε για να επισκεφτε τη Βασιλεα και τους βερμπεκ, που τον εδανε "κουρασμνο και με αδυναμα συγκντρωσης". Τον Ιολιο, η Λου πηγανει στο Φεστιβλ Βγκνερ, -για τον οποον εχεν ακοσει τσα πολλ- στη Μπεροτ και τονε γνωρζει απ κοντ. "Εξ αιτας του μικρο του αναστματος, ταν ορατς μνο για κλσματα δευτερολπτου, πως ακριβς το νερ του συντριβανιο που αναπηδ ξαφνικ πριν πσει". Μετ, με συνοδεα την αδερφ του Ντσε, πηγανουνε στο Νουμπουργκ. Εκε για μιαν ακμα φορ νιθει τη γοητεα του φιλσοφου. Εδ οφελουμε να πομε, πως ταν απ τα πρτα πρσωπα που αναγνρισαν αμσως την ιδιοφυα του, τον καιρ που λοι τον εχανε για εκκεντρικ.
     Την δια στιγμ πληροφοροσε τον Ρε για ,τι συνβαινε στο σπτι. "Πσω απ τον Ντσε υπρχουνε κρυψνες και μυστικ περσματα, πως σ' να παλι κστρο κι εναι κει που σως να κρβεται ο πραγματικς του χαρακτρας. Περνμε μως ευχριστες ρες καθισμνοι σ' να παγκκι κει που αρχζει το δσος. Τι ωραα εναι να γελς, να ονειρεεσαι, να μιλς το βρδι, ταν οι τελευταες αχτδες του λιου λμπουνε μες απ τα κλαδι..." Πρπει να πομε πως η Λου εχε κερδσει και μιαν λλη μχη: Εχε πεσει τη μητρα της να την αφσει στη Δυτικν Ευρπη. Ο Ντσε ενθαρρυμνος, εχεν απολασει αυτ τη συντροφι.
     Η αδερφ του, κουγε τρομαγμνη αυτς τις συζητσεις. Οι τρποι της Λου, οι διαφορς της, το πεσμα κι η αδιαφορα της στα κοινωνικ και θρησκευτικ θματα, την καναν να τη διαβλλει σ' λο τον περγυρο και στον διο τον αδερφ της. "Πως μπρεσεν ο αδερφς μου να συνδσει τ' νομ του μ' να ττοιο υποκεμενο; Η Λου καυχιτανε πντα για τη κακα της και ττε ο καημνος ο Φριτς προσπαθοσε να γνεται σο πιο κακς μποροσε. Η Λου εναι πραγματικ η προσωποποηση της φιλοσοφας του αδερφο μου: ο τρελς εγωισμς που καταστρφει λα σα του εμποδζουνε τη πορεα, η παντελς λλειψη ηθικς", γραφε σε κποια φλη της. Ο Ντσε ρθε σε ρξη με την οικογνει του κι ταν του ζτησαν να τη διξει, φυγε μαζ της σ' να μικρ διαμρισμα στη Λειψα. Μα κι εκε δχτηκε τα πυρ τους, τι και καλ, τρα που 'τανε μνος μαζ της, ταν ευλωτος στις επιθσεις της και τελικ ταν ο διος αυτς που διωξε τη Λου μακρι.
     Αυτ λο φερε τη ρξη. Η Λου φησε τον Ντσε και πγε γργορα να συναντσει τον Ρε και να μενει μαζ του στο Βερολνο. Μνει πλον μονχος με λγους πια φλους: τους βερμπεκ, τον Γκαστ και τη Μαλβντα. Διαπιστνει πσον ντονα προσκολλημνος τανε με τη παρα της Λου και του Ρε. Οι δυο τους τον επισκπτονται στη Λειψα μα δε νιθει πλον το δσιμο του με κενην πως στο Νουμπουργκ. Αργτερα θα της γρψει: "Να θυμσαι αυτ: ο μοχθηρς εγωισμς πως ο δικς σου, η απουσα συναισθημτων προς τους λλους, εναι χαρακτηριστικ που απεχθνομαι πιτερο. Αντο αγαπητ μου Λου, δε θα ξανασυναντηθομε ποτ. Προσπθησε να δσεις στους λλους κι ιδιατερα στον φλο Πωλ, αυτ που δεν δωσες σε μνα".
     Ο Ντσε κατπεσε πολ, κατπιν τοτων. Περιπεσε σε κατθλιψη κι αυτ το βεβαινουν οι βερμπεκ, τους οποους επισκφθηκε και τον εδανε σκτο συντρμμι. Μλιστα οι υπαινιγμο που φηνε, οδηγοσανε τη σκψη τους ακμα και στην αυτοκτονα. Πνω που πιστψανε πως εχε χσει τη μχη, εκενος επστρεψε δυναμικ μ' να νο βιβλο, το "Ομοφυλοφιλικη Επιστμη" (1882) και σα να μην φτανε τοτο, τον πιασε μια ...κρση δημιουργικ κι ρχισε να γρφει πυρετωδς. Στη συνχεια, ακολοθησαν: "τσι Μλησε Ο Ζαρατοστρα" (1883-5), "Πρα Απ Το Καλ Και Το Κακ" (1886), "Γενεαλογα Της Ηθικς" (1887), και στη τελευταα πιο δημιουργικ του χρονι τα: "Η Περπτωση Βγκνερ" (1888), "Το Λυκφως Των Ειδλων" (1888), "Ο Αντχριστος" (1888), "Ιδ Ο 'Ανθρωπος" (1888) και "Ντσε Εναντον Βγκνερ" (1888)!
     Το πρω της 3 Γενρη 1889, παθε μια διανοητικ διαταραχ, που φησε κουσορι σ' λη την υπλοιπη ζω του. Πνω σε τοτο, τονε χτυπ το λογο μιας μαξας και κει καταρρει για να μην επανλθει ποτ. Μερικο υποστηρζουνε πως υπρξε θμα της σφιλης, (πρτη διγνωση στο νοσοκομεο της Βασιλεας), λλοι πως φταιξε το τραμα στον στρατ, μερικο λλοι λνε πως φταξαν οι ουσες που παιρνε σαν ηρεμιστικ για να κατευνζει το ταραχδες πνεμα του, τλος, μερδα ατμων υποστηρζει πως φταιξε η κληρονομικτητα στο ευασθητο νευρικ του σστημα, πως στον πατρα του. Η ακριβς αιτα παραμνει ακμα ασαφς. Σημασα χει πως αγωνστηκε να εκδσει τα κεμεν του, γνωρζοντας πως θα 'χανε πολιτικ και κοινωνικν επδραση στο γενικ σνολο. Δυστυχς δεν ζησε πολ και λογικς, στε να το δει να συμβανει. Πρλαβεν μως σε μιαν αναλαμπ του να δσει μια θαυμσια σειρ διαλξεων το 1888, στο Πανεπιστμιο της Κοπεγχγης.
     Τα 1889-90 τα πρασε απ νοσοκομεα σε σανατρια, μχρι που τονε πρε η μητρα του πσω στο Νουμπουργκ, που τονε περιθαλψε για 7 συνεχ χρνια. Μετ τον θνατ της, το 1897, ανλαβεν η αδερφ του και σε μια προσπθεια να φρεσκρει τη μνμη των λλων για τον αδερφ της, κανε μια μεγλη προσπθεια και συγκντρωσε τα γραπτ του, σ' να μεγλο σπτι που νοκιασε στον λφο της Βαμρης. Εκε συγκντρωσε τα χειργραφ του κι φηνε τους επισκπτες να τα κοιτζουνε, ταυτχρονα παρατηρντας και τον ανκανο πια φιλσοφο.
     Στις 25 Αυγοστου 1900, ο μεγλος Ντσε λυτρθηκε απ τα βσανα τοτου του κσμου, πιθανν απ πνευμονα, λγο πριν κλεσει τα 56 του χρνια. Θφτηκε στον οικογενειακ τφο, πσω απ την εκκλησα του Ρκεν, στον κλπο Λτζεν, εκε που 'χε γεννηθε και μεγαλσει και που εκε επσης βρσκονται θαμμνες η μητρα κι η αδερφ του
.


======================


                          Πρα Απ Το Καλ Και Το Κακ
  (αποσπσματα)

     Το ευρωπακ υβρδιο ανθρπου -νας αρκετ σχημος πληβεος, χρειζεται σγουρα μια ενδυμασα: χρειζεται την ιστορα σα ντουλπα για τις ενδυμασες του. Αντιλαμβνεται, ββαια, τι καμι δεν του ταιριζει απλυτα -αλλζει και ξαναλλζει. Ας δει κανες τον 19 αι. σε σχση μ' αυτς τις γργορες προτιμσεις κι αλλαγς της μασκαρτας του στιλ· ας δει επσης τις στιγμς της απελπισας, επειδ «τποτε δεν μας ταιριζει». Μταια παρουσιαζμαστε σα ρομαντικο κλασικο φλωρεντινο μπαρκ «εθνικο», στα θη και στις τχνες: τποτε «δε μας πηγανει»! Το «πνεμα» μως, ειδικ το «ιστορικ πνεμα», βλπει πλεονκτημα ακμη και σ' αυτ την απελπισα: ξαν και ξαν δοκιμζουμε να λλο κομμτι του παρελθντος και της ξενικτητας, το φορμε, το βγζουμε και προπαντς το μελετμε -εμαστε η πρτη μελετηρ εποχ στο θμα των ενδυμασιν, εννο των ηθικν, των ρθρων πστης, των καλλιτεχνικν γοστων και των θρησκειν, προετοιμασμνοι πως καμι λλη εποχ για το καρναβλι του μεγλου στιλ, για το πιο πνευματδες αποκριτικο γλιο κι ευθυμα για τα υπερβατικ ψη της ψιστης ανοησας και της γενικς αριστοφανικς κοροδας. σως να 'χουμε ανακαλψει ακριβς εδ τη περιοχ της επινησς μας, τη περιοχ που κι εμες ακμη μπορομε να 'μαστε πρωττυποι, σως επσης παρωδο της παγκσμιας ιστορας και παλιτσοι του Θεο -σως να εξακολουθε να 'χει κποιο μλλον ακριβς το γλιο μας, σμερα που τποτε δεν χει πια μλλον!

     Η ιστορικ ασθηση ( η ικαντητα να μαντεουμε γργορα την ιεραρχα των αξιολογσεων σμφωνα με τις οποες νας λας, μια κοινωνα, ν ανθρπινο ον χει ζσει, το «μαντικ νστικτο» για τις σχσεις αυτν των αξιολογσεων, για τη σχση της αυθεντας των αξιν με την αυθεντα των ενεργν δυνμεων): αυτ η ιστορικ ασθηση, για την οποα εμες οι Ευρωπαοι μπορομε να ισχυριζμαστε πως εναι

ειδικτητ μας, ρθε σε μας ως επακολοθημα της τρελς και μαγεμνης ημιβαρβαρτητας στην οποα εχε περιλθει η Ευρπη λγω της δημοκρατικς ανμειξης των τξεων και των φυλν, μνον ο 19 αι. ξρει αυτ την ασθηση, ως κτη του ασθηση. Το παρελθν κθε μορφς και τρπου ζως, κουλτουρν που παλιτερα βρσκονταν κοντ η μια στην λλη, πνω στην λλη, κυλ μσα σε μας, τις «μοντρνες ψυχς», τα νστικτ μας τρα αναρρουν προς λες τις κατευθνσεις, εμες οι διοι εμαστε να εδος χους: στο τλος, πως επα πιο πριν, το «πνεμα» βλπει το πλεονκτημ του σε λα αυτ.

     Μσω της ημιβαρβαρτητς μας στο σμα και στις επιθυμες χουμε κρυφ πρσβαση παντο που δεν εχε μια ευγενς εποχ και προπαντς πρσβαση στο λαβρινθο των ανολοκλρωτων κουλτουρν και σε κθε ημιβαρβαρτητα που υπρξε μχρι τρα πνω στη γη και στο βαθμ που το σημαντικτερο μρος της ανθρπινης κουλτορας μχρι τρα ταν ημιβαρβαρτητα, η «ιστορικ ασθηση» σημανει σχεδν την ασθηση και το νστικτο για καθετ, το γοστο και τη γλσσα για καθετ: πρμα που αποδεικνει πως εναι μια μη ευγενς ασθηση.

     Για παρδειγμα, απολαμβνουμε τον μηρο και πλι: σως εναι το ευτυχστερο προχρημ μας το τι ξρουμε πς να εκτιμσουμε τον 'μηρο, που οι νθρωποι μιας ευγενος κουλτορας (πως οι Γλλοι του 17 αι., σαν τον Σεντ Εβρεμν, που τονε κατηγοροσε για το ευρ πνεμα του και σαν τον τελευταο αντλαλ τους, τον Βολταρο) δε μποροσαν και δε μπορον να αφομοισουν τσο εκολα -τον μηρο, τον οποο δσκολα επτρεπαν στον εαυτ τους να τον απολασουν. Το κατηγορηματικ Ναι κι χι της γεσης τους, η εκολα προκαλομενη αηδα τους, η διστακτικ επιφλαξη τους απναντι σε καθετ ξνο, ο φβος τους για την ανοστι ακμη και μιας ζωηρς περιργειας και γενικ κενη η απροθυμα μιας ευγενος κι αυτρκους κουλτορας να δεχτε μια καινοργια επιθυμα, μιαν ανικανοποηση με τη δικ της κουλτορα, να θαυμασμ για ,τι εναι ξνο: λα αυτ τους προδιαθτουν να βλπουν με δυσμνεια ακμη και τα καλτερα πργματα στον κσμο, που δεν εναι ιδιοκτησα τους και που δε μπορον να γνουν λεα τους και καμι ασθηση δεν εναι τσο ακατανητη σε ττοιους ανθρπους σο η ιστορικ ασθηση κι η δουλοπρεπς πληβεα περιργει της.

     Το διο ισχει και για τον Σαξπηρ, αυτ την εκπληκτικ ισπανικ, μαυριτανικ, σαξονικ σνθεση γοστων, που πνω της νας Αθηναος απ τον κκλο του Αισχλου θα 'χε μισοπεθνει απ' τα γλια απ την ενχληση: εμες μως δεχμαστε ακριβς αυτ την γρια πολυχρωμα, αυτ το μπρδεμα του πιο λεπτο, του πιο χονδροειδος και του πιο τεχνητο, με μια μυστικ εμπιστοσνη κι εγκαρδιτητα, τον απολαμβνουμε σαν μια καλλιτεχνικ εκλπτυνση προορισμνη ακριβς για μας κι αφηνμαστε να ενοχληθομε απ τους απωθητικος ατμος και την εγγτητα με τον αγγλικ χλο που ζουν η τχνη και το γοστο του Σαξπηρ τσο λγο σο και στη Κγια της Νπολι, που συνεχζουμε το δρμο μας μαγεμνοι και πρθυμοι, μ' λες τις αισθσεις μας ανοιχτς, σο κι αν γεμζουνε τον αρα οι οχετο των λακν γειτονιν. Εμες οι νθρωποι της «ιστορικς ασθησης»: χουμε ως ττοιοι τις αρετς μας, δε χωρ αμφιβολα γι' αυτ δεν χουμε φιλοδοξες, εμαστε ανιδιοτελες, μετριοπαθες, γενναοι, γεμτοι αυτοπερνκηση, γεμτοι αφοσωση, πολ ευγνμονες, πολ υπομονετικο, πολ πρθυμοι, με λα αυτ, δεν χουμε, σως, «πολ γοστο». Ας το ομολογσουμε τελικ στον εαυτ μας: αυτ που εμες οι νθρωποι της «ιστορικς ασθησης» βρσκουμε δυσκολτερο να συλλβουμε, να νισουμε, να γευτομε, να αγαπσουμε, αυτ που κατ βθος μας βρσκει προκατειλημμνους και σχεδν εχθρικος, εναι ακριβς ,τι εναι πλρες κι εντελς ριμο σε κθε τχνη και κουλτορα, το πραγματικ ευγενς στα ργα και στους ανθρπους, η στιγμ τους της λεας θλασσας και της αλκυνειας αυτρκειας, το χρυσ και το ψυχρ που δεχνουν λα τα πργματα ταν χουν φτσει στην ολοκλρωσ τους.
     σως η μεγλη μας αρετ της ιστορικς ασθησης να βρσκεται σε αναγκαα αντθεση με το καλ γοστο, με κθε ριστο γοστο τουλχιστον κι ακριβς τις σντομες μικρς κι ψιστες ευτυχες συγκυρες και μεταμορφσεις της ανθρπινης ζως, τσι πως λμπουν εδ κι εκε, τις επικαλομαστε μνο με τη μεγαλτερη δυσκολα, μνο με τον μεγαλτερο δισταγμ, μνο με τον μεγαλτερο καταναγκασμ: εκενες τις θαυμαστς στιγμς που μια μεγλη δναμη σταματοσε θεληματικ μπρος στο απεριριστο και στο απροσμτρητο, που μια αφθονα λεπτς χαρς με τον αιφνδιο περιορισμ και την απολθωση, με το να εσαι στρεος και να καθορζεις τον εαυτ σου, γινταν αντικεμενο απλαυσης πνω σε να δαφος που εξακολουθοσε να τρμει.
     Το μτρο μς εναι ξνο, ας το παραδεχτομε. Αυτ που μας κεντρζει εναι το απραντο, το μετρο. Σαν τον καβαλρη πνω στο λογο που τρχει μπρος αφρισμνo, αφνουμε να μας πσουν τα χαλινρια μπροστ στο απραντο, εμες οι μοντρνοι νθρωποι, σα μισοβρβαροι και δε φτνουμε στη δικ μας ευδαιμονα παρ μνον εκε που διατρχουμε περισστερο κνδυνο.

     Ηδονισμς, πεσιμισμς, ωφελιμισμς, ευδαιμονισμς: λοι αυτο οι τρποι σκψης που μετρον την αξα των πραγμτων σμφωνα με την ηδον και τον πνο, δηλαδ σμφωνα με συνοδς καταστσεις και πρεργα, εναι πρτου πλνου τρπι σκψης κι απλοκτητες, που καθνας που 'χει συνεδηση δημιουργικν δυνμεων και συνεδηση καλλιτχνη, δεν θα τις δει δχως κοροδα, αν κι χι δχως οκτο. Οκτος για σας! Αυτ, σγουρα, δεν εναι οκτος για τη κοινωνικ «αθλιτητα», οκτος για τη «κοινωνα» με τους αρρστους της και τους τυχος της, οκτος για τους φαλους και τους τσακισμνους απ την αρχ που κετονται παντο γρω μας κι ακμη λιγτερο εναι οκτος για τα γκρινιρικα, καταπιεσμνα, εξεγειρμενα στρματα των δολων, τα οποα αποβλπουν στην κυριαρχα, που την ονομζουν «ελευθερα». Ο δικς μας οκτος εναι νας αντερος, πιο μακρθωρος οκτος, βλπουμε πς μικρανει τον εαυτ του ο νθρωπος, πς τον μικρανετε εσες! Κι υπρχουν στιγμς που βλπουμε τον δικ σας οκτο με απεργραπτη αγωνα, ταν αμυνμαστε εναντον αυτο του οκτου -ταν βρσκουμε τη σοβαρτητ σας πιο επικνδυνη απ οποιαδποτε επιπολαιτητα. Θλετε αν εναι δυνατν -και δεν υπρχει πιο τρελ «αν εναι δυνατ»- να εξαλεψετε τον πνο. Κι εμες; Πργματι φανεται τι εμες θα θλαμε να γνει πιο σχημος και πιο μεγλος απ' ,τι ταν ποτ! Η ευημερα, πως την εννοετε εσες- αυτ δεν εναι σκοπς, αυτ φανεται σε μας τλος! Μια κατσταση που κνει γργορα τον νθρωπο καταγλαστο κι αξιοπεριφρνητο -που κνει επιθυμητ τη καταστροφ του! Η πειθαρχα του πνου, του μεγλου πνου -κι δε ξρετε πως αυτ η πειθαρχα μνο δημιοργησε κθε ανψωση του ανθρπου μχρι σμερα; Κενη η νταση της ψυχς στην ατυχα, που καλλιεργε τη δναμ της, ο τρμος της στη θα της μεγλης καταστροφς, η επινοητικτητ της κι η ανδρεα της στο να υφσταται, ν' αντχει, να ερμηνεει, να εκμεταλλεεται την ατυχα κι ,τι λλο εχε ποτ απ βθος, μυστριο, μσκα, πνεμα, πανουργα και μεγαλεο, δεν της δθηκαν μσω του πνου, μσω της πειθαρχας του μεγλου πνου;
     Στον νθρωπο, δημιοργημα και δημιουργς εναι ενωμνα: στον νθρωπο υπρχει λη, κομμτι, περσσεια, πηλς, λσπη, τρλα, χος αλλ στον νθρωπο υπρχει επσης δημιουργς, γλπτης, σκληρτητα του σφυριο, ο θεκς παρατηρητς κι η βδομη ημρα, καταλαβανετε αυτ την αντθεση; Κι ,τι ο οκτος σας εναι για το «δημιοργημα στον νθρωπο», για κενο που πρπει να διαμορφωθε, να σπσει, να σφυρηλατηθε, να κομματιαστε, να πυρακτωθε, να ραφιναριστε, κενο που πρπει να υποφρει -και θα υποφρει; Κι ο δικς μας οκτος, δεν καταλαβανετε για ποιον εναι ο αντθετος οκτος μας ταν προστατεει τον εαυτ του απ' το δικ σας οκτο θεωρντας τον τη χειρτερη απ' λες τις εκθηλνσεις και τις εξασθενσεις; Οκτος λοιπν εναντον οκτου! Αλλ, για να το πω λλη μια φορ, υπρχουν αντερα προβλματα απ τα προβλματα της ηδονς και του πνου και του οκτου και κθε φιλοσοφα που πραγματεεται μνον αυτ εναι αφλεια.

     Εμες οι αμοραλιστς! Αυτς ο κσμος που μας αφορ, που εμες πρπει να φοβμαστε και ν' αγαπομε, αυτς ο σχεδν αρατος, μη ακουμενος κσμος του λεπτο διατζειν, του λεπτο υπακοειν, νας κσμος του «σχεδν» απ κθε ποψη, σοφιστικς, τραχς, αγκαθερς, τρυφερς: ναι, εναι καλ προστατευμνος απναντι σε αδξιους παρατηρητς και φιλικ περιργεια! Εμαστε μπλεγμνοι σ' να στρεο δχτυ καθηκντων και δε μπορομε να βγομε απ' αυτ. Σ' αυτ εμαστε κι εμες «νθρωποι του καθκοντος»! Μερικς φορς, εναι αλθεια, μπορε να χορεουμε μες στις «αλυσδες» μας κι ανμεσα στα «ξφη» μας συχν, εναι εξσου αλθεια, τρζουμε τα δντια μας και δυσφορομε ανυπμονα με τη κρυφ σκληρτητα του κλρου μας. Αλλ ,τι και να κνουμε, οι βλκες και τα φαινμενα εναι εναντον μας και λνε «αυτο εναι νθρωποι δχως καθκον», -χουμε πντα τρελος και φαινμενα εναντον μας!

     Εντιμτητα -αν υποτεθε τι αυτ εναι δικ μας αρετ, απ την οποα δε μπορομε ν' απαλλαχτομε, εμες τα ελεθερα πνεματα- λοιπν, θλουμε να δουλψουμε πνω σ' αυτ με λη τη κακα και την αγπη μας και να μη κουραζμαστε να «τελειοποιομαστε» μες στη δικ μας αρετ, τη μνη που μας χει απομενει: μακρι η λμψη της ν' απλωθε μια μρα πνω απ' αυτ τη γερασμνη κουλτορα και τη ζοφερ της σοβαρτητα σα χρυσωμνο μπλε κοροδευτικ απογευματιν φως! Κι αν μολατατα η εντιμτητ μας κουραστε μια μρα κι αναστενξει και τεντσει τα μλη της και μας βρει πολ σκληρος και θελσει να της εναι τα πργματα πιο καλ, πιο εκολα, πιο τρυφερ, σαν να ευχριστο ελττωμα: ας μενουμε σκληρο, εμες οι τελευταοι στωικο! Και ας στελουμε βοθεια στην εντιμτητ μας οτιδποτε διαβολικ χουμε μσα μας -την αηδα μας για το χονδροειδς και το τυχαο, το να προσβλπουμε στο απαγορευμνο μας, το τυχοδιωκτικ θρρος μας, την οξεα κι ενοχλητικ περιργει μας, τη πιο λεπτ, μεταμφιεσμνη και πνευματικ θληση για δναμη κι υπερνκηση του κσμου, που περιπλανιται πληστα σ' λες τις σφαρες του μλλοντος, -ας τρξουμε να βοηθσουμε τον «Θε» μας με λους τους «διαβλους» μας! Εναι πιθαν να μας παρεξηγσουν και να μας προυν για κτι που δεν εμαστε: τ σημασα χει! Οι νθρωποι θα πονε: «η ‘εντιμτητ’ τους εναι η διαβολικτητ τους και τποτε παραπνω!» Και τι σημασα χει!

     Ακμη κι αν εχαν δκιο! λοι οι θεο μχρι σμερα δεν ταν ττοιοι διβολοι που γιναν γιοι και ξαναβαφτστηκαν; Και τι ξρουμε τελικ απ μας; Και πς θλει να ονομζεται το πνεμα, που μας οδηγε (εναι ζτημα ονομτων); Και πσα πολλ πνεματα βρσκονται μσα μας; Η εντιμτητ μας, ημν των ελεθερων πνευμτων -ας φροντσουμε να μη γνει ματαιοδοξα μας, στολδι κι επδειξ μας, σνορ μας,

ηλιθιτητ μας! Κθε αρετ τενει προς την ηλιθιτητα, κθε ηλιθιτητα προς την αρετ. «Ηλθιος μχρι αγιτητας» λνε στη Ρωσα -ας φροντσουμε να μη γνουμε τελικ απ εντιμτητα γιοι και βαρετο! Δεν εναι η ζω εκατ φορς πολ σντομη -για να τη βαριμαστε; Θα πρεπε να πιστεουμε στην αινια ζω...
     Ας μου συγχωρεθε η ανακλυψη τι κθε ηθικ φιλοσοφα μχρι τρα ταν βαρετ κι υπνωτικ κι τι «η αρετ» δεν βλφτηκε για μνα απ τποτε λλο περισστερο απ' ,τι απ τη βαρεττητα των συνηγρων της, μ' αυτ δεν θλω να αγνοσω τη γενικ χρησιμτητ τους. Εναι σημαντικ να σκπτονται σο το δυνατν λιγτεροι νθρωποι για την ηθικ κατ συνπεια, εναι πολ σημαντικ να μη γνει μια μρα ενδιαφρουσα η ηθικ! Αλλ μην ανησυχετε! Και σμερα εναι πως ταν πντα: δεν βλπω κανναν στην Ευρπη, που να χει ( να διαδδει) κποια ιδα τι η σκψη για την ηθικ μπορε να γνει επικνδυνη, πουλη, παραπλανητικ, τι θα μποροσε να περικλεει μιαν ολθρια μορα! Δετε, για παρδειγμα, τους ακοραστους, αναπφευκτους εγγλζους ωφελιμιστς και πσο αδξια και τιμημνα πατον, προχωρον, πνω στα χνη του Μπνθαμ (μια ομηρικ μεταφορ το λει αυτ ακριβστερα), πως εχε πατσει κι αυτς στα χνη του Ελβτιους (χι δεν ταν επικνδυνος νθρωπος αυτς ο Ελβτιους, ο ανμελος συγκλητικς, πως τον λεγε ο Γκαλινι). Καμι καινοργια σκψη, καμι λεπττερη αλλαγ και μετατροπ μιας παλις σκψης, οτε καν μια πραγματικ ιστορα

λων εκενων των πραγμτων που γιναν αντικεμενο σκψης παλιτερα: συνολικ, μια αδνατη φιλολογα, αν υποτεθε τι δεν ξρει κανες πς να τη φουσκσει με λγη κακα. Γιατ και μσα σ' αυτος τους μοραλιστς (τους οποους γενικ πρπει να διαβζει κανες μ' επιφλαξη, αν πρπει ββαια να τους διαβσει) γλστρησε κενο το παλι αγγλικ ελττωμα που λγεται υποκρισα κι εναι ηθικς ταρτουφισμς, τοτη τη φορ κρυμμνος κτω απ τη να μορφ της επιστημονικτητας, δεν λεπει επσης νας μυστικς αγνας με τψεις συνεδησης, απ τις οποες πρπει φυσικ να υποφρει μια ρτσα παλιν πουριτανν. (Ο μοραλιστς δεν εναι το αντθετο του πουριτανο; Δηλαδ ως στοχαστς που παρνει την ηθικ σαν κτι συζητσιμο, ξιο ερωτηματικν, κοντολογς σαν πρβλημα; Το ηθικολογεν δεν εναι αμοραλικ;) Τελικ λοι θλουν λοι να δσουν δκιο στην αγγλικ ηθικ: στο βαθμ που η ανθρωπτητα η «γενικ ωφλεια» η «ευτυχα της πλειοψηφας», χι! η ευτυχα της Αγγλας πρπει να εξυπηρετηθε καλτερα. Θα 'θελαν μ' λες τους τις δυνμεις ν' αποδεξουν τι η προσπθεια για την αγγλικ ευτυχα, εννο για μδα κι νεση (κι ως υπρτατο στχο μια θση στο Κοινοβολιο), εναι ταυτχρονα ο αληθινς δρμος της αρετς και μλιστα τι κθε αρετ που υπρξε ποτ στον κσμο ενσαρκωνταν σε μια ττοια προσπθεια.
     Καννα απ' αυτ τα δυσκνητα, ανσυχα στη συνεδηση αγελαα ζα (που αναλαμβνουν να υπερασπιστον την υπθεση του εγωισμο ως υπθεση της γενικς ευημερας) δεν θλει να μθει να μυριστε πως η «γενικ ευημερα» δεν εναι ιδεδες, νας στχος μια ννοια που μπορε να συλληφθε, αλλ μνον να εμετικ, πως, αυτ που εναι σωστ για ναν δεν μπορε κατ καννα τρπο να εναι σωστ για ναν λλο, τι η απατηση για μια ηθικ για λους εναι επιζμια ακριβς για τους αντερους ανθρπους, κοντολογς πως υπρχει μια ιεραρχα μεταξ ανθρπου κι ανθρπου, κατ συνπεια και μεταξ ηθικς κι ηθικς. Εναι να μετριοπαθς κι εντελς μτριο εδος ανθρπων, αυτο οι γγλοι ωφελιμιστς, κι πως επαμε: στο βαθμ που εναι βαρετο δε μπορε να εκτιμ κανες αρκετ τη χρησιμτητ τους. Θα 'πρεπε ακμα να τους ενθαρρνουμε: πργμα που εν μρει επιδικεται στους ακλουθους στχους:

 

                                       Γεια σας, αργο εργτες,

                                      Πντα «σο αργτερα τσο καλτερα»

                                      Αλγιστοι απ' το κεφλι ως τα πδια,

                                      Δχως ενθουσιασμ, δχως αστεα,

                                      Αμεωτα μτριοι,

                                      Δχως ευφυα και δχως πνεμα!

 

     Στις ψιμες εποχς, που μπορον να 'ναι περφανες για την ανθρωπι τους, παραμνει τσος πολς φβος, τσος πολς δεισιδαμoνας φβος για το «γριο και σκληρ ζο», του οποου η υποδολωση αποτελε τη περηφνια κενων των πιο ανθρπινων εποχν, στε ακμη κι απτς αλθειες παραμνουν, θαρρες απ γενικ συμφωνα, ανεπωτες για αινες, επειδ δνουν την εντπωση τι μπορον να βοηθσουν στε να ξανρθει στη ζω κενο το γριο, επιτλους σκοτωμνο ζο. σως ριψοκινδυνεω κτι ταν αφνω μια ττοια αλθεια να μου ξεφγει: ας την πισουν λλοι πλι και ας της δσουν τσο πολ «γλα ευσεβν σκψεων» να πιει, στε να μενει συχη και ξεχασμνη στη παλι γωνι της.
     Πρπει να ξεμθουμε αυτ που ξραμε για τη σκληρτητα και ν' ανοξουμε τα μτια μας πρπει τελικ να γνουμε ανυπμονοι, στε να μην περιφρονται πια ενρετα κι αυθδικα ττοιες προπετες ογκδεις πλνες πως, για παρδειγμα οι πλνες παλιν και καινοργιων φιλοσφων σχετικ με τη τραγωδα. λα σχεδν σα ονομζουμε «αντερη κουλτορα», βασζονται στη πνευματικοποηση και την εμβθυνση της σκληρτητας, -αυτ εναι η δικ μου πρταση. Κενο το «γριο ζο» δεν χει σκοτωθε καθλου, ζει, ακμζει, απλς θεοποιθηκε. Αυτ που αποτελε την οδυνηρ ηδον της τραγωδας εναι η σκληρτητα. αυτ που χει ευχριστο αποτλεσμα στον λεγμενο τραγικ οκτο, και κατ βση σε κθε υπροχο πργμα ς πνω στις πιο υψηλς και λεπτς ανατριχλες της μεταφυσικς, αντλε τη γλυκτητ του αποκλειστικ απ το ανακατεμνο μσα του συστατικ της σκληρτητας. Αυτ που οι Ρωμαοι στην αρνα, οι χριστιανο στην κσταση του Σταυρο, οι Ισπανο στις πυρς και τις ταυρομαχες, οι σημερινο Γιαπωνζοι, που συνωθονται στις τραγωδες, ο παριζινος συνοικιακς εργτης που χει μια νοσταλγα για αιματηρς επαναστσεις, η βαγκνερστρια, που «βινει» τον Tριστνo κι Ιζλδη με τη θλησ της σε αναστολ, αυτ που απολαμβνουν λοι αυτο και θλουν να το πιουν με μυστικ δψα εναι το φλτρο της μεγλης Κρκης «σκληρτητας». Εδ, ββαια, πρπει να βγλουμε απ τη μση την αλλοτιν χοντροκφαλη ψυχολογα, που 'ξερε να διδσκει για τη σκληρτητα μνον ,τι γεννιται απ τη θα του ξνου πνου: υπρχει επσης μια φθονη, υπερφθονη απλαυση του δικο μας πνου, μια απλαυση το να κνουμε τον εαυτ μας να υποφρει και παντο που επιτρπει ο νθρωπος να πεθεται να αρνεται τον εαυτ του με τη θρησκευτικν ννοια, να αυτοακρωτηριζεται, πως μεταξ των Φοινκων και των ασκητν γενικ να παραιτεται απ τις χαρς των αισθσεων, ν' αποσαρκνεται, να νιθει συντριβ, να προβανει σε πουριτανικος σπασμος μετανοας, να ανατμνει τη συνεδηση και να προβανει στη πασκαλικ θυσα της δινοιας, δελεζεται κρυφ κι ωθεται απ' τη σκληρτητ του, απ κενες τις επικνδυνες ανατριχλες της σκληρτητας που στρφονται εναντον του εαυτο του. Ας προσξουμε, τλος, τι ακμη κι ο νθρωπος της γνσης, ταν αναγκζει το πνεμα του σε γνση που 'ναι αντθετη προς τη κλση του πνεματς του και συχν ενντια στην επιθυμα της καρδις του, λγοντας χι εκε που θα θελε να καταφσκει, ν' αγαπ, να λατρεει, ενεργε ως καλλιτχνης και μεταμορφωτς της σκληρτητας σε κθε περπτωση που παρνουμε τα πργματα σοβαρ και σε βθος υπρχει πργματι νας βιασμς, μια επιθυμα να κνουμε κακ στη θεμελιδη θληση του πνεματος, που ακατπαυστα θλει τη φαινομενικτητα και την επιφανειακτητα, σε κθε επιθυμα μας για γνση υπρχει δη σταγνα σκληρτητας.

     σως να μην εναι μεσα κατανοητ σα επα παραπνω για μια «θεμελιδη θληση του πνεματος»: αφστε με να εξηγηθ. Το κτι που διατζει και που ο λας το ονομζει «πνεμα» θλει να εναι κριος μσα του και γρω του και να νιθει κριος: απ την πολλαπλτητα χει τη θληση για απλτητα, μια θληση που συνδει κι εξημερνει, που διψ για κυριαρχα και που εναι πραγματικ φτιαγμνη για κυριαρχα. Οι ανγκες και οι ικαντητς του εναι διες με κενες που οι φυσιολγοι αναγνωρζουν για οτιδποτε ζει, αναπτσσεται και πολλαπλασιζεται. Η δναμη του πνεματος να ιδιοποιεται ,τι εναι ξνο γνεται φανερ σε μια ισχυρ κλση να εξομοινει το καινοργιο με το παλι, να απλουστεει το πολπλοκο, να παραβλπει ν' αποκροει τι εναι καθ' ολοκληραν αντιφατικ: το διο πως υπογραμμζει αυθαρετα, αποσπ και παραποιε για δικ του φελος ορισμνα γνωρσματα και γραμμς απ αυτ που του εναι ξνο, απ κθε κομμτι«εξωτερικο κσμου». Η πρθεσ του σ' λ' αυτ εναι η ενσωμτωση νων «εμπειριν», η τακτοποηση καινοργιων πραγμτων μσα σε παλι πλασια, η ανπτυξη δηλαδ· ακριβστερα, το ασθημα της ανπτυξης, το ασθημα της αυξανμενης δναμης. Η δια αυτ θληση εξυπηρετεται απ μια φαινομενικ αντθετη ενρμηση του πνεματος, μια αιφνδια απφαση για γνοια, για αυθαρετο αποκλεισμ, να κλεσιμο των παραθρων του, μια εσωτερικ ρνηση αυτο του λλου πργματος, μια ρνηση να το αφσει να πλησισει, να εδος αμυντικς στσης απναντι σε πολλ απ' σα μπορον να γνουν αντικεμενα γνσης, μια ικανοποηση με το σκοτδι, με τους κλειστος ορζοντες, μια κατφαση και γκριση της γνοιας: λ' αυτ εναι απαρατητα ανλογα με το βαθμ της δναμης του πνεματος να ιδιοποιεται, τη «πεπτικ» του δναμη, για να χρησιμοποισω μια μεταφορ και πργματι το «πνεμα» μοιζει περισστερο απ' οτιδποτε λλο με στομχι. Εδ ανκει επσης η περιστασιακ θληση του πνεματος να αφεθε να απατηθε, σως με την κακβουλη ιδα τι αυτ δεν εναι τσι, αλλ τι απλς τηρονται τα προσχματα, μια χαρ με κθε αβεβαιτητα και πολυσημανττητα, μια ξχειλη απλαυση με την ιδιρρυθμη στεντητα και μυστικτητα μιας γωνις, με την υπερβολικ εγγτητα, με το πρτο πλνο, με το μεγαλοποιημνο, με το μειωμνο, με το μετατοπισμνο, με το ωραιοποιημνο, μια απλαυση με την ιδιομορφα λων αυτν των εξωτερικεσεων της δναμης. Τλος εδ ανκει επσης εκενη η χι αβλαβς ετοιμτητα του πνεματος να απατ λλα πνεματα και να προσποιεται μπροστ τους, εκενη η συνεχς πεση κι θηση μιας δημιουργικς, διαμορφωτικς, μεταβαλλμενης δναμης: εδ το πνεμα απολαμβνει τη πολυειδα και το δλο των μασκν του, απολαμβνει επσης και το ασθημα της σιγουρις που του προσφρει αυτ το πργμα, διτι ακριβς μσω των πρωτεκν τεχνν του εναι καλτερα κρυμμνο και προστατευμνο!

     Σ' αυτ τη θληση για επφαση, για απλοστευση, για μσκα, για μανδα, κοντολογς για επιφνεια, γιατ κθε επιφνεια εναι μανδας, αντιτθεται κενη η υπροχη κλση του ανθρπου της γνσης, που 'χει και θλει να 'χει, βαθι, πολπλευρη κι ολοκληρωτικ ποψη των πραγμτων: ως να εδος σκληρτητας της διανοητικς συνεδησης και γοστου, που κθε γενναος στοχαστς θ' αναγνωρσει στον εαυτ του, με τη προπθεση πως χει σκληρνει κι οξνει για πολ καιρ την ποψ του για τον διο του τον εαυτ κι εναι συνηθισμνος στην αυστηρ πειθαρχα και στην αυστηρ γλσσα. Θα πει «υπρχει κτι σκληρ στην κλση του πνεματς μου». Ας προσπαθσουν να τον αποτρψουν γι' αυτ οι ενρετοι και αξιαγπητοι! Πργματι, θα ταν πιο ευγενικ αν, αντ για σκληρτητα, μας καταλγιζαν «κρατη εντιμτητα» -εμς τα ελεθερα, πολ ελεθερα, πνεματα- και μπως θα εναι αυτ κποτε η μεταθαντια φμη μας; Στο μεταξ -γιατ θα περσει πολς καιρς σπου να συμβε αυτ- θα 'μαστε οι λιγτερο διατεθειμνοι να ντυθομε με ττοιου εδους ηθικ λεκτικ πολια και κρσια: λη η δουλει μας μχρι τρα μας κνει να σιχαινμαστε ακριβς αυτ το γοστο και την εθυμη χλιδ του.

     Υπρχουν ωραες, λαμπερς, ηχηρς, γιορταστικς λξεις: εντιμτητα, αγπη για αλθεια, αγπη για σοφα, αυτοθυσα για χρη της γνσης, ηρωισμς του φιλαλθους, -υπρχει κτι σ' αυτς που κνει τη περηφνια των ανθρπων να φουσκνει. Εμες μως οι ερημτες οι αρκτμυες, χουμε πειστε εδ και πολ καιρ, με λη τη μυστικτητα της συνεδησης ενς ερημτη, τι κι αυτ η ξια λεκτικ παρτα ανκει στα παλι ψετικα στολδια, κουρλια και χρυσσκονη της ανθρπινης ματαιοδοξας κι τι πρπει να ξαναγνωριστε κτω κι απ' αυτ τα κολακευτικ χρματα κι επιχρωματσεις το βασικ κεμενο νθρωπος-φση. Διτι το να μεταφρσουμε τον νθρωπο πσω στη φση· να θσουμε υπ λεγχο τις πολλς μταιες και αλλοπρσαλλες ερμηνεες και δευτερεοντα νοματα τα οποα ορνιθοσκλισαν και ζωγρφισαν μχρι τρα πνω σ' αυτ το αινιο βασικ κεμενο ανθρπου-φσης· να κνουμε στε στο εξς να στκεται μπροστ στον νθρωπο τσι πως στκεται αυτς δη, σκληρυμνος απ την πειθαρχα της επιστμης, μπροστ στην λλη φση, με τα ατρμητα μτια ενς Οιδποδα και τα σφραγισμνα αφτι ενς Οδυσσα, κουφς στα δλια καλσματα των παλιν μεταφυσικν πουλολγων, οι οποοι για πρα πολ καιρ του ψαλλαν: «εσαι κτι παραπνω! εσαι αντερος! εσαι λλης καταγωγς!» Αυτ μπορε να εναι να σπνιο και τρελ καθκον, αλλ εναι καθκον -ποιος θα το αρνιταν! Γιατ το διαλγουμε εμες, αυτ το τρελ καθκον;  για να θσω αλλις το ερτημα: «γιατ γενικ η γνση;» Ο καθνας θα μας ρωτσει γι' αυτ. Κι εμες, πιεσμνοι κατ' αυτ τον τρπο, εμες που χουμε θσει στον εαυτ μας το διο ερτημα εκατ φορς, δεν βρκαμε και δε μπορομε να βρομε καλλτερη απντηση...

                                                                                                      1886

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers