-

Dali &

-


-








.

--.


.

./.


 
 

 

Dupin Amantine Aurore Lucile ( ): ,

      Βιογραφικ

       Η Αμαντν Ωρρ Λυσλ Ντυπν
(Amantine Aurore Lucile Dupin), αργτερα Βαρνη Ντυντεβν (Dudevant)  τανε Γαλλδα μυθιστοριογρφος, δημοσιογρφος και πριμη φεμινστρια (προ της επινησης του ρου) που συνγραφε με το συγγραφικ ψευδνυμο Γεωργα Σνδη (George Sand). Η συγγραφας με το ελληνικ ψευδνυμο που υποστριξε τη γυναικεα χειραφτηση, ασυμββαστη κι ανατρεπτικ, γινε γνωστ για την εκκεντρικ της συμπεριφορ, το πλοσιο συγγραφικ της ργο αλλ και τις αμτρητες σχσεις της με μεγλες προσωπικτητες της εποχς της. Κπνιζε δημσια, πργμα που θεωρονταν προσβλητικ για γυνακα, φοροσε ανδρικ ροχα, που απαγορευταν και μλιστα χωρς να πρει δεια απ την αστυνομα -σε κποιες γυνακες δινταν δεια να φορνε παντελνια λγω επαγγλματος- και κατφερε να επικρατσει σ' ν ανδροκρατομενο περιβλλον ως ιστιμο μλος.
σο ζησε ταν μα απ τις πιο δημοφιλες συγγραφες στην Ευρπη, ντας δισημη απ τον Βκτορ Ουγκ και τον Ονορ ντε Μπαλζκ στην Αγγλα κατ τις 10ετες του 1830 και 1840. Αναγνωρζεται ως μα απ τις πιο αξιλογες συγγραφες κι εκπροσπους του ρομαντισμο στην Ευρπη, με πιτερα απ 70 μυθιστορματα στο ενεργητικ της και 50 τμους με διφορα ργα, συμπεριλαμβανομνων μυθιστορημτων, παραμυθιν, θεατρικν ργων και πολιτικν κειμνων. Ακολοθησε τα βματα της πργιαγιας της, Λουζ Ντυπν, που της τρεφε αμμριστο θαυμασμ. Τχθηκε υπρ των δικαιωμτων των γυναικν, επκρινε τη τελετ του γμου και πολμησε ενντια στις προκαταλψεις μιας συντηρητικς κοινωνας, πλεψε απναντι στις συμβσεις και κατφερε να κερδσει τη δικ της θση στη παγκσμια λογοτεχνα..
     Γεννθηκε στο Παρσι τη 1η Ιουλου 1804, απ τον Μωρς Ντυπν, πατρα αριστοκρατικς γενις και τη Σοφ Βικτουρ Ντελαμπρντ, μητρα κοινς καταγωγς, ανατρφηκε το μεγαλτερο μρος της παιδικς της ηλικας απ τη γιαγι της Μαρ Ωρρ ντε Σαξ στο πατρικ της κτμα, στο Νον, στη γαλλικ περιοχ του Μπερρ, μια τοπογραφα που αργτερα χρησιμοποιθηκε σε πολλ μυθιστορματ της. Η γιαγι της ταν νθα κρη του Μαυρικου της Σαξονας, στρατρχη της Γαλλας και νθου γιου του Αυγοστου Β' της Πολωνας, Ελκτωρα της Σαξονας. Η γιαγι της Μαρ-Ωρρ ντε Σαξ, μως, ταν οπαδς του Ζαν Ζακ Ρουσσ δλωνε θεη και φυσιολτρισσα, ταν εκενη που σκησε μεγλη επιρρο στη διαμρφωση της προσωπικτητς της. Η μικρ Ωρρ μεγλωσε υπ την επβλεψ της στην επαρχα Νον κι ζησε τα παιδικ της χρνια στη φση. Αγοροκριτσο απ μικρ, αρνιταν να παζει με κοκλες και προτιμοσε τα παιχνδια στο δρμο. λλωστε η αγροτικ ζω κι η εργατικ τξη αργτερα θα αποτελσουνε πηγ μπνευσης για το ργο της και θα την οδηγσουνε σε μελτες πριμης εθνογραφας. ταν κλεισε τα 13 η οικογνει της την στειλε στο Παρσι για σπουδς, σε οικοτροφεο που διεθυναν καλγριες. Η ασφυκτικ ζω μως ενς συντηρητικο ιδρματος δεν ταριαζε στο χαρακτρα της μικρς Ωρρ, που διβαζε φανατικ Ρουσσ, Σατωμπριν, Μπιρον και Σαξπηρ. τσι μετ απ 3 τη και με τη βοθεια της αγαπημνης της γιαγις, επστρεψε στο χωρι της.



     Το 1822, σε ηλικα 18 ετν, παντρετηκε τον (Φρανσου) Καζιμρ Ντυντεβν (Casimir Dudevant), γιο του βαρνου Ζαν-Φρανσου Ντυντεβν. Μαζ απκτησαν 2 παιδι: τον Μωρς (1823-1889) και τη Σολνζ (1828–1899). Ο σζυγς της μως αδιαφοροσε για τις καλλιτεχνικς της ανησυχες, ποτε κενη ρχισε να αναζητ τη τρυφερτητα και την αγπη σε παρνομους δεσμος, το 1825, εχε μια θυελλδη αλλ μλλον πλατωνικ σχση με τον νεαρ δικηγρο Aurelien de Seze,  μχρι που τελικ το 1831, στα 27, αποφσισε να εγκαταλεψει τον βαρνο. Εκενος δεν της αρνθηκε το διαζγιο κι η Ωρρ μετακμισε πλον μνιμα στη γαλλικ πρωτεουσα με τα παιδι της, σε μια εποχ που η πανοκλα θριζε. Εκενη μως ταν γεμτη ενθουσιασμ για το νο ξεκνημ της. Το ψευδνυμο Γεωργα Σνδη μλλον οφελεται στη συνεργασα της με τον Γλλο συγγραφα Juliet Sandeau, που εχε ερωτικ σχση. Μαζ συνγραψαν το πρτο της βιβλο. Ωστσο δεν αποκλεεται, η επιλογ ενς ελληνικο ονματος να οφελεται και στο γενικ κλμα φιλελληνισμο που επικρατοσε ττε στη γαλλικ κοινωνα. Αυτ της η απφαση προκυψε απ τη σφοδρ της επιθυμα να προκαλσει σγχυση σχετικ με την ταυττητ της κι τσι να αυξσει τις πιθαντητς της να εισχωρσει σ' ναν αμειγς ανδροκρατομενο εκδοτικ κσμο.. Η φιλα της με το διευθυντ της εφημερδας Λε Φιγκαρ, Ανρ ντε Λατος τη βοθησε ν' αρχσει λογοτεχνικ καρριρα. Το 1835, χρισε νομικ τον Ντυντεβν κι ανλαβε την επιμλεια των παιδιν τους.
     Αφο φησε τον ντρα της η Σνδη κανε λο και λιγτερο κρυφ τη προτμησ της στα αντρικ ροχα σε σχση με τα γυναικεα, αν και συνχισε να ντνεται γυναικεα σε κοινωνικς περιπτσεις. Αυτ η αντρικ αμφεση της δωσε δυναττητα να κυκλοφορε πιτερο ελεθερα στο Παρσι και της δωσε αυξανμενη πρσβαση σε μρη που θα εχαν αρνηθε σε μια γυνακα της κοινωνικς της θσης. Αυτ ταν μια αποκλνουσα πρακτικ για τον 19ο αι., ταν οι κοινωνικο κδικες -ιδιατερα της αντερης τξης- εχαν υψηλ σημασα. Ως συνπεια, χασε πολλ απ τα προνμια της ως Βαρνη. Κατ ειρωνικ τρπο, μρος των ηθν της εποχς αυτς επτρεπε σε γυνακες των υψηλτερων τξεων να ζουν σωματικ χωρισμνες απ τους συζγους τους χωρς να κακοχαρακτηρζονται, αν δεν επεδεκνυαν κποια προσβλητικ κι ασυνθιστη συμπεριφορ προς τον ξω κσμο. Ο Ουγκ σχολασε: "Η Γεωργα Σνδη δεν μπορε να προσδιορσει αν εναι νδρας γυνακα. Εκφρζω μεγλη εκτμηση για κθε συνδελφο μου, αλλ δεν εναι δικ μου θση να αποφασσω αν εναι η αδερφ μου ο αδερφς μου". Η παρισιν κοινωνα αναστατθηκε με τη συνθει της να κυκλοφορε ντυμνη αντρικ -με παντελνι, γιλκο, ρεντιγκτα και καπλο- και να καπνζει ππα δημοσως! Αυτ η αποκλνουσα συμπεριφορ, αν κι επικρθηκε ντονα και της στρησε τα προνμια που 'χε σα βαρνη, της δωσε πρσβαση σε μρη που ακμα και μια γυνακα της κοινωνικς της θσης δεν θα μποροσε να 'χει.



     H Σνδη εχε συνψει ρομαντικς σχσεις με τον μυθιστοριογρφο Ζυλ Σαντ (1831), τον συγγραφα Προσπρ Μεριμ (Prosper Merimee), τον δραματουργ Αλφρ ντε Μυσ (καλοκαρι 1833-Μρτης 1835), τον Λου-Χρυσστομο Μισλ (Louis-Chrysostome Michel), τον ηθοποι Πιερ-Φρανσου Μποκζ (Pierre-Francois Bocage), τον συγγραφα Σαρλ Ντιντιρ (Charles Didier), τον συνθτη Φελισιν Μαλεφ (Felicien Mallefille), τον Λου-Χρυσστομο Μισλ (Louis-Chrysostome Michel), τον Αλεξαντρ Μανσ (Alexandre Manceau), τον πολιτικ Λου Μπλανκ (Louis Blanc) και τον συνθτη Φρεντερκ Σοπν (1837-1847). Αργτερα στη ζω της αλληλογραφοσε με τον Γκυστβ Φλωμπρ και παρ τις ετερκλιτες ιδιοσυγκρασες τους, τελικ γιναν στενο φλοι. Εχε επσης μια στεν ρομαντικ σχση με την ηθοποι Μαρ Ντορβλ (Marie Dorval).Οι δυο τους συναντθηκαν Γανρη του 1833, ταν πειτα απ τη παρακολοθηση μας παρστασς της της, στειλε επιστολ που της εξφραζε την εκτμηση της. Η Σνδη γραψε για τη Ντορβλ, εν πολλ αποσπσματα τη περιγρφουν ως τσιμπημνη με αυτν.

   "Μνον σοι ξρουνε πσο διαφορετικ μασταν φτιαγμνοι μπορον να συνειδητοποισουνε πσο ενθουσιστηκα μαζ της...Ο Θες της εχε δσει τη δναμη να εκφρζει αυτ που νιωθε...ταν μορφη κι απλ. Δεν της εχανε διδξει ποτ τποτα, αλλ δεν υπρχε τποτα που να μην ξερε απ νστικτο. Δεν μπορ να βρω λξεις που να μπορ να περιγρψω το πσο ψυχρ κι ημιτελς εναι η δικ μου φση. Δεν μπορ να εκφρσω τποτα. Πρπει να υπρχει να εδος παρλυσης στον εγκφαλ μου που εμποδζει αυτ που νιθω να βρει ποτ μια μορφ μσω της οποας να μπορε να επιτχει επικοινωνα...ταν εμφανστηκε στη σκην, με τη κρεμασμνη της σιλουτα, το τονο βδισμ της, τη λυπημνη και διεισδυτικ ματι της... Μπορ να πω μνον τι τανε σα να κοιτοσα ν ενσαρκωμνο πνεμα".  ---Γ. Σ.

     Ο κριτικς θετρου Γκουστβ Πλανς (Gustave Planche) φανεται να τη προειδοποησε να μενει μακρυ της, ομοως, ο κμης Αλφρ Ντε Βιν (Alfred de Vigny), εραστς της Ντορβλ απ το 1831 ως το 1838, προειδοποησε την ηθοποι να μενει μακρυ απ την Σνδη, αποκαλντας τη "αυτ η καταραμνη λεσβα". Το 1840, η Ντορβλ παιξε πρωταγωνιστικ ρλο σ' ν ργο που γραψε η Σνδη, με ττλο Cosima κι οι δο γυνακες συνεργστηκαν στο σενριο. Ωστσο, το ργο δεν σημεωσε μεγλη επιτυχα κι ακυρθηκε μετ απ μνον 7 προβολς. Η Σνδη κι η Ντορβλ παρμειναν στενς φλες για το υπλοιπο της ζως.

     Στη Μαγιρκα μπορε κανες να επισκεφτε το (ττε εγκαταλειμμνο) Καρθουσιαν μοναστρι του Valldemossa, που πρασε το χειμνα του 1838-39 μαζ με τον Σοπν και τα παιδι της. Το ταξδι αυτ στη Μαγιρκα περιγρφηκε στο βιβλο της Un hiver a Majorque (νας χειμνας στη Μαγιρκα), που εκδθηκε το 1841. Ο Σοπν δη απ την αρχ της σχσης του με την Σνδη πασχε απ φυματωση σε πριμο στδιο, με αποτλεσμα ο κρος κι υγρς χειμνας εκε να επιδεινσει τα συμπτματα του. Η Σνδη κι ο Σοπν πρασαν επσης πολλ καλοκαρια στο εξοχικ αρχοντικ της Σνδη στη Νον απ το 1839 ως το 1846, εκτς του 1840. Εκε, ο Σοπν γραψε μερικ απ τα πιο δισημα ργα του, συμπεριλαμβανομνου του Fantaisie in F minor, Op. 49, Piano Sonata No. 3, Op. 58, and the Ballade No. 3 Op. 47.
     Στο μυθιστρημ της Lucrezia Floriani (Λουκρητα Φλορινι), εμπνεστηκε απ τον Σοπν τον χαρακτρα του ρρωστου πργκηπα της Αν. Ευρπης ονματι Κρολ. Στο μυθιστρημα τον φροντζει μια μεσλικη ηθοποις, η Λουκρητα, που υποφρει πολ απ τη στοργ της για τον Καρλ. Αν κι η Σνδη ισχυρστηκε τι δεν πλασε μα καρικατορα του Σοπν, η δημοσευση του βιβλου κι η ευρεα αναγνωρισιμτητα του στο κοιν μπορε αργτερα να ξυνε τις προστριβς μεταξ του ζευγαριο. Μετ το θνατο του Σοπν, η Σνδη καψε μεγλο μρος της αλληλογραφας τους, αφνοντας μνο 4 επιστολς των δυο τους. 3 απ' αυτς δημοσιετηκαν στη σειρ Classiques Garnier το 1968. Μα λλη ρξη ανμεσα στο ζευγρι προκλθηκε απ την ευνοκ στση που διατρησε ο Σοπν απναντι στην κρη της Σνδη, Σολνζ και συνχισε να 'χει θερμς σχσεις αφτου εκενη μαζ με τον σζυγο της, Ογκστ Κλεζνγκερ (Auguste Clesinger), ρθανε σε αντιπαρθεση με τη Σνδη για χρματα. Η Σνδη εξλαβε την υποστριξη του Σοπν απναντι στη Σολνζ σαν προδοσα, επιβεβαινοντας τι ο Σοπν πντα αγαποσε τη Σολνζ.
     Ο γιος της Μωρς, αντιπαθοσε τον Σοπν, θελε να 'χει τη πρωτοκαθεδρα και τον αντιμετπιζε σαν αντπαλ του. Επσης ο διος αφαρεσε 2 προτσεις απ να γρμμα που γραψε η Σνδη στον Σοπν ταν το δημοσευσε, επειδ νιωθε τι ταν υπερβολικ τρυφερ απναντι του και στη Σολνζ. Ο Σοπν κι η Σνδη χρισαν 2 τη πριν απ το θνατ του για διφορους λγους. Ο Σοπν επστρεψε στο Παρσι μετ απ μια περιοδεα στο Ηνωμνο Βασλειο, για να πεθνει στη Place Vendome το 1849. Η Σνδη απουσαζε απ τη κηδεα του.
     Η Σνδη δεν εχε λλη επιλογ απ το να γρφει για το θατρο λγω οικονομικν δυσκολιν. Στη Νον, σκησε ακμη και τα καθκοντα του γιατρο του χωριο, χοντας σπουδσει ανατομα και βοτανοθεραπεα με το γιατρ Deschartres. Αλλ δεν περιοριζταν μνο στη Νον αλλ ταξδεψε και στη Γαλλα, και συγκεκριμνα με τον μεγλο της φλο Charles Robin-Duvernet στο Chateau du Petit Coudray, στο εξωτερικ. Μαζ με τον Πιρ Λερο δρυσαν μια εφημερδα κι η Σνδη το 1848 συμμετεχε ενεργ στην επανσταση εναντον του βασιλι. Απογοητευμνη απ τη καταστολ της εργατικς εξγερσης τον Ιονιο της διας χρονις, εγκατλειψε τη πολιτικ και το Παρσι κι επστρεψε στη Νον.
     Π
θανε στη Νον, κοντ στο Chateauroux, στο τμμα Indre της Γαλλας στις 8 Ιουνου 1876, σε ηλικα 71 ετν. Τφηκε στο ιδιωτικ νεκροταφεο πσω απ το παρεκκλσι στο Nohant-Vic. Το 2003, η προοπτικ να μεταφερθονε τα λεψαν της στο Πνθεον, στο Παρσι, προκλεσε διαμχες.


                                     Ο Τφος της στη Νον

     Οι 1ες λογοτεχνικς αππειρς της τανε σε συνεργασα με τον συγγραφα Σαντ. Δημοσευσαν πολλς ιστορες μαζ με την υπογραφ του. Επσης, το 1ο δημοσιευμνο μυθιστρημ της, Rose et Blanche (1831), συγγρφηκε σε συνεργασα με τον Σαντ. τσι το 1832 εξδωσε το 1ο της ατομικ μυθιστρημ της , με το ψευδνυμο που την κανε δισημη, Γεωργα Σνδη, με ττλο, Ινδινα (Indiana, 1832), που κατγγειλε τις κοινωνικς συμβσεις και την υποκρισα του γμου. Η ηρωδα της, λλωστε, εγκατλειπε το σζυγ της για χρη του αληθινο ρωτα, πως δηλαδ περπου κανε και η δια.. Η επιτυχα της τανε τερστια, μλιστα ταν απ τις ελχιστες που κατφερνε να βγζει χρματα απ τα βιβλα της και γργορα το σπτι της στο Παρσι γινε το κντρο της καλλιτεχνικς ζως.
     Ο Μπαλζκ, ο Φραντς Λιστ, ο Προσπρ Μεριμ, ο Χινε εναι μνο μερικ απ τα ονματα των διανοομενων που ανκανε στον κκλο της, με πολλος απ τους οποους εχε κι ερωτικς σχσεις.
Μχρι την ηλικα των 27 ετν, ταν η πιο δημοφιλς συγγραφας της Ευρπης μεταξ και των δο φλων, δημοφιλστερη απ τον Ουγκ και τον Μπαλζκ στην Αγγλα στις 10ετες του 1830-40 και παρμεινε εξαιρετικ δημοφιλς λη τη ζω της και πολ μετ το θνατ της. Στις αρχς της καρριρας της, η δουλει της εχε μεγλη ζτηση. Το 1836 δημοσιεθηκε η 1η συλλογ των ργων της που κυκλοφρησε σε 24 τμους και στο μλλον κυκλοφρησαν ακμη περισστερες συλλογς απ διαφορετικος εκδτες. Συνολικ εκδθηκαν 4 ξεχωριστς εκδσεις των Ολοκληρωμνων ργων της σο βρισκταν εν ζω. Το 1880, τα παιδι της πουλσανε τα δικαιματα της λογοτεχνικς της περιουσας για 125.000 φργκα (που ισοδυναμονε τρα με 36 κιλ χρυσο 1.300.000 ευρ).
     Οι φμες διναν κι παιρναν κι οι κακς γλσσες της εποχς την χαρακτριζαν ακρεστη σεξουαλικ, λγοντας πως λλαζε μαζ με τους εραστς και τις φιλοσοφικς και πολιτικς απψεις της. Αυτ ββαια δεν ανταποκρνεται στη πραγματικτητα, αφο εχε μακροχρνιους δεσμος με τους μεγλους της ρωτες, εν υποστριζε τις σοσιαλιστικς της απψεις, πστευε πντα στη κοινωνικ δικαιοσνη και στην αξα της μρφωσης, εν υπερασπιζταν νθερμα τα δικαιματα των γυναικν, γι' αυτ και πολλο τη θεωρον μα απ τις πρτες φεμινστριες. Μλιστα ταν απ τις πρτες που διεκδκησε τον ττλο της συγγραφως, σε μια εποχ που κτι ττοιο για μια γυνακα θεωρονταν ως κι απαρδεκτο. Γοητευτικ και μοιραα, κανε πολλος νδρες να την ερωτευτον εκενη μως δωσε τη καρδι της σε 2 μνο: το ρομαντικ ποιητ Αλφρ ντε Μισ και τον μεγαλοφυ Σοπν με τον οποο συνζησε 8 χρνια.

     Εμπνευσμνη απ τις παιδικς της εμπειρες στην παιθρο γραψε τα αγροτικ μυθιστορματα La Mare du Diable (Ο Βλτος του Διαβλου, 1846), Francois le Champi (1847-8), La Petite Fadette (Η μικρ Φανττ, 1849), και Les Beaux Messieurs Bois-Dore. Στο βιβλο της Un hiver a Majorque (νας χειμνας στη Μαγιρκα) περιγρφει τη περοδο που ζησε κενη κι ο Σοπν στο νησ στα 1838-9. Στο συγγραφικ της ργο περιλαμβνονται κι λλα μυθιστορματα, πως τα βιβλα Indiana (Ινδινα, 1832), Lelia (Λλια, 1833), Mauprat (1837), Le Compagnon du Tour de France (1840), Consuelo (Κονσουλο, 1842-3) και Le Meunier d'Angibault (1845). Θεατρικ κι αυτοβιογραφικ της ργα εναι τα: Histoire de ma vie (Η Ιστορα της Ζως Μου, 1855), Elle et Lui (Αυτ & Αυτς, 1859, που αφηγεται τη σχση της με τον Μυσ) Journal Intime (μεταθαντια 1926, Ημερολγιο Της Καρδις) και Correspondence (Αλληλογραφα). Η Σνδη παιζε συχν τα θεατρικ της ργα στο μικρ της ιδιωτικ θατρο στο κτμα της στη Νον. γραψε επσης λογοτεχνικς κριτικς και πολιτικ κεμενα.



     Στη πριμη ζω της, τχθηκε υπρ των φτωχν και της εργατικς τξης κι υπερασπστηκε τα δικαιματα των γυναικν. ταν ξεκνησε η Επανσταση το 1848, το νθερμη ρεπουμπλικαν. Ξεκνησε τη δικ της εφημερδα, που εκδθηκε σ' ναν εργατικ συνεταιρισμ.
γινε πολιτικ ακμη πιο δραστρια μετ το 1841 κι οι ηγτες της εποχς της συχν λμβαναν υπψην τις συμβουλς της. ταν μλος της προσωρινς κυβρνησης του 1848, εκδδοντας μια σειρ απ φλογερ μανιφστα. Εν πολλο Ρεπουμπλικνοι φυλακστηκαν εξορστηκαν μετ το πραξικπημα του Λουδοβκου-Ναπολοντα Βοναπρτη το Δεκμβρη του 1851, η Σνδη παρμεινε στη Γαλλα, διατρησε μια ασαφ σχση με το νο καθεστς και διαπραγματετηκε ελαφρις και μειωμνες ποινς για τους φλους της. ταν επσης γνωστ για τους υπαινιγμος στα γραπτ της στη διρκεια της Παρισινς Κομμονας του 1871, που πρε θση για τη συνλευση των Βερσαλλιν κατ των κομμουνρδων, προτρποντς τους να αναλβουνε βαιη δρση κατ των ανταρτν. τανε τρομοκρατημνη απ τη βα της, γρφοντας: "Η φρικτ περιπτεια συνεχζεται. Εξαγορζουν, απειλον, συλλαμβνουν, κρνουν. χουνε καταλβει τα δημαρχεα, λα τα δημσια ιδρματα, λεηλατονε τα πολεμοφδια και τις προμθειες τροφμων".
Η γραφ της ταν εξαιρετικ δημοφιλς στη διρκεια της ζως της κι η δια χαιρε μεγλης εκτμησης απ τη λογοτεχνικ και πολιτιστικ ελτ της Γαλλας. Ο Ουγκ, στο επιτφιο που εκφνησε στη κηδεα της, επε "η λρα ταν μσα της".

   "Κλαω μια νεκρ, χαιρετ μια αθνατη. Η Γεωργα Σνδη ταν μα ιδα. ταν να ξεχωριστ μρος στην ιστορα μας. λλοι εναι σπουδαοι ντρες... Εκενη ταν μα σπουδαα γυνακα. Σε αυτ τη χρα που χρος της εναι να ολοκληρσει τη Γαλλικ Επανσταση και να ξεκινσει αυτ της ιστητας των δο φλων, για την ιστητα των ανθρπων χρειαζταν μα σπουδαα γυνακα. ταν απαρατητο ν' αποδειχθε τι μια γυνακα μπορε να χει λα τ' αντρικ χαρσματα χωρς να χνει καμμα απ τις αγγελικς της ιδιτητες, μπορε να 'ναι δυνατ χωρς να παει να 'ναι τρυφερ... Αυτ απδειξε η Γεωργα Σνδη".  ---Βκτωρ Ουγκ, Les funerailles de George Sand


     Ο Ντελακρου τανε στενς φλος της κι τρεφε σεβασμ για το λογοτεχνικ της χρισμα. Ο Φλωμπρ ταν εμφανς θαυμαστς της. Ο Μπαλζκ, που τη γνριζε προσωπικ, επε κποτε τι "αν κποιος πιστεει τι η Γεωργα Σνδη γρφει σχημα, εναι επειδ τα δικ του πρτυπα κριτικς εναι ανεπαρκ". Σημεωσε επσης τι η μεταχεριση της εικνας στα ργα της δειχνε τι η γραφ της εχε μια εξαιρετικ λεπττητα, χοντας την ικαντητα "να βζει στην ουσα την εικνα στη λξη". Ο Αλφρ Ντε Βιν την αποκαλοσε Σαπφ. Δεν θαμαζαν λοι οι σγχρονο της την δια τη γραφ της. Ο Μπωντλρ ταν νας σγχρονος κριτικς της που εχε πει: "Εναι ανητη, βαρει και φλαρη. Οι ιδες της για τα θη χουνε το διο βθος κρσης και λεπττητας συναισθματος με αυτς των καθαρστριων και των γκλειστων γυναικν… Το γεγονς τι υπρχουν ντρες που θα μποροσαν να ερωτευτον αυτ τη πρνη εναι πργματι μια απδειξη της ταπενωσης των ανδρν αυτς της γενις".
     Ο Ντοστογιφσκι διβασε πολλ απ τα πολυριθμα μυθιστορματα της Σνδη και μετφρασε το βιβο της La derniere Aldini το 1844, μνο και μνο για να μθει τι εχε δη εκδοθε στα ρωσικ. Σε ριμη ηλικα εξφρασε μια αμφλογη στση απναντ της. Για παρδειγμα, στη νουβλα του Notes from Underground (Σημεισεις απ το Υπγειο, 1864), εκφρζει ως εξς τα αισθματα του: "Σε αυτ το σημεο ξεκινω τις ευρωπακς, ανεξγητα υψηλς λεπττητες a la Γεωργα Σνδη". Η Βρετταν ποιτρια Ελζαμπεθ Μπρετ Μπρουνινγκ (1806–61) γραψε 2 ποιματα για τη Σνδη: To George Sand: A Desire (1853) και το George Sand: A Recognition. Ο Αμερικανς ποιητς Ουτμαν ανφερε το μυθιστρημα Consuelo της Σνδη ως το προσωπικ του αγαπημνο κι η συνχεια αυτο του μυθιστορματς της, La Comtesse de Rudolstadt (Η Κμισσα του Ροντολσταντ, 1843), περιχει τουλχιστον μερικ αποσπσματα που φανεται να σκησαν μεση επιρρο πνω του.
     Εκτς απ την επιρρο της στην αγγλικ και ρωσικ λογοτεχνα, η γραφ κι οι πολιτικς απψεις της επηρεσανε πολλος συγγραφες του 19ου αι. στην Ισπανα και τη Λατινικ Αμερικ, συμπεριλαμβανομνης της Gertrudis Gomez de Avellaneda, γεννημνη στη Κοβα συγγραφα που γραψε κι ζησε στην Ισπανα. Οι κριτικο χουν ανακαλψει δομικς και θεματικς ομοιτητες μεταξ της Indiana της Σνδη, που εκδθηκε το 1832 και της νουβλας κατ της δουλεας της Αvellaneda με ττλο Sab, που εκδθηκε το 1841. Στο 1ο επεισδιο του Προοιμου του Swann's Way (Απ τη μερι του Σουν, 1913) -το πρτο μυθιστρημα της σειρς In Search of Lost Time (Αναζητντας το χαμνο χρνο) του Μαρσλ Προυστ- νας νεαρς, ταραγμνος Μαρσλ ηρεμε απ' τη μητρα του καθς του διαβζει να απσπασμα απ το Francois le Champi, να μυθιστρημα που (αργτερα εξηγε) αποτελοσε μρος του δρου της γιαγις του, που περιλμβανε επσης τα βιβλα La Mare du Diable (Ο Βλτος του Διαβλου, 1846), La Petite Fadette (Η μικρ Φανττ, 1849) και Les Maitres Sonneurs (λα συγεγγραμνα απ τη Σνδη). πως σε πολλ επεισδια που αφορονε τη τχνη στο In Search of Lost Time, αυτ η αναδρομ περιλαμβνει και σχολιασμ του ργου.


                           Πορτρατο δια χειρς Ντελακρου

     Στο δοκμιο A Room of One's Own (να Δικ της Δωμτιο, 1929) της η Γουλφ αναφρει τη Σνδη μαζ με τους λιοτ και Σαρλτ Μπροντ, λγοντας "... λες τους θματα εσωτερικς διαμχης, πως αποδεικνουνε τα γραπτ τους, προσπθησαν αναποτελεσματικ να κρυφτονε πσω απ το νομα ενς ντρα". Συχνς λογοτεχνικς αναφορς της εμφανζονται στο Possession (1990) της Α.Σ. Μπιατ και στο ργο Voyage, το πρτο μρος της τριλογας The Coast of Utopia του (2002). Εμφανζεται στο μυθιστρημα Zorro (Ζορρ, 2005) της Ιζαμπλ Αλιντε, ως μα νεαρ κοπλα που ερωτετεεται τον τον Ντιγκο ντε λα Βγκα (Ζορρ). Τη Σνδη χουν υποδυθε η Μερλ μπερον στην ταινα A Song to Remember (1945), η Πατρσια Μρισον στην ταινα Song Without End (1960), η Ρζμαρι Χρις στη σειρ Notorious Woman (1974), η Τζοντι Ντιβις στη βρεττανοαμερικανικ ταινα του Τζιμς Λπιν Impromptu (1991) η Ζιλιτ Μπινς στη γαλλικ ταινα Τα Παιδι του αινα (Les Enfants du siecle, 1999). Επσης στην ταινα George Who? (George qui?), μια γαλλικ βιογραφικ ταινα του 1973 σε σκηνοθεσα Michele Rosier που πρωταγωνιστε η Anne Wiazemsky ως Σνδη. Στη πολωνικ ταινα του 2002 Chopin: Desire for Love σε σκηνοθεσα Jerzy Antczak, τη Σνδη υποδεται η Danuta Stenka. Στη γαλλικ ταινα Flashback (2021) σε σκηνοθεσα Caroline Vigneaux, την υποδεται η Suzanne Clement.

   "Μια απ τις πιο ξοχες αντιπροσπους του γυναικεου φλου, μια γυνακα ασγκριτη για τη δναμη του πνεματος και του ταλντου της, να νομα που στο εξς ανκει στην ιστορα. Η Γεωργα Σνδη εχε μαγψει τους Ρσους συγγραφες. Τα ργα της εμφανστηκαν στη Ρωσα στα μσα της δεκαετας του 1830... μουν δεκαξι χρονν, αν θυμμαι καλ, ταν διβασα για πρτη φορ κποια νουβλα, η οποα παραμνει να απ τα σημαντικτερα πριμα ργα της. Δεν μπορ να λησμονσω τον πυρετ που λη νχτα με τυρννησε απ ετοτη την ανγνωση. Δε θα σφλλω αν πω, απ' σα αναθυμομαι, τι η Γεωργα Σνδη κατλαβε δι μιας την πρτη θση ανμεσα στους συγγραφες των οποων ο αντλαλος της επιτυχας φτανε ως εμς απ' την Ευρπη. Οτε καν ο Ντκενς, που γινε γνωστς στη Ρωσα την δια εποχ, δεν μπρεσε να κατακτσει πως εκενη το κοιν... Η Γεωργα Σνδη δεν εναι νας μελετητς αλλ μια συγγραφας που κατρθωσε να σμιλψει αριστουργηματικ την εποχ μιας ανθρωπτητας πιο ευτυχισμνης. Αφιρωσε τη ζω της στο κυνγι ετοτης της χμαιρας, γιατ την πστεψε και την ανστησε μσα της. Εναι προνμιο των μεγλων ψυχν, εκενων που αγαπον βαθι την ανθρωπτητα, να φυλγουν την πστη αυτ μχρι το τλος".
 ---Ντοστογιφσκι



   "Στο δωμτι μου στην εξοχ, χω πορτρατο της προγνου μου στα νιτα της. Δεχνει συγκλονιστικ καλλον που ποζρει μπρος στο ζωγρφο, μλιστα μακιγιαρισμνη. Εξαιρετικ μελαχριν, εντελς αντθετα απ την ιδα που χουμε εμες για τις βρειες καλλονς. Τα μαλλι της, κατμαυρα σαν μελνι, εναι δεμνα πσω με αγκρφες με ρουμπνια, εν το μτωπο της, εντελς λεο και ακλυπτο, δεν χει τποτε το σεμν. Μεγλες κι ακατστατες τρσες πφτουνε πνω στο στθος της. Φορ την δια ρμπα απ χρυσ μπροκρ καλυμμνο με πολτιμα πετρδια και τον κκκινο βελοδινο μανδα με γονα ζιμπελνας που φοροσε ταν την βρκανε μσα στο φρετρο. Παραδχομαι πως αυτ η καλλον με το σκληρ χαμγελο δεν μο αρσει, μλιστα μετ την εκταφ το πορτρατο μου φρνει λγο φβο, το βρδυ, ταν με κοιτζει με τα λαμπερ της μτια. Μοιζει σαν να μο λει, "Με τι χαζομρες, καημενολα μου, εκφυλισμνο κτρωμα της περφανς μου ρτσας, ταλαιπωρες το φτωχ σου μυαλουδκι; Τ εναι αυτ η χμαιρα της ιστητας που γεμζει τα νειρ σου; Ο ρωτας δεν εναι αυτ που πιστεεις. Οι ντρες δεν θα γνουνε ποτ αυτ που ελπζεις. Δεν φτιχτηκαν για τποτ' λλο παρ για να τους κοροδεουν οι βασιλιδες, οι γυνακες κι οι διοι τους οι εαυτο. Η πιο ζωνταν και μλιστα η πιο θρησκευτικ απ' λες τις προδους του ανθρπινου πνεματος εναι, για να μιλσω τη γλσσα της δικς μου εποχς, η ννοια της αλληλεγγης. Οι νθρωποι λων των εποχν την αισθνονταν, ετε απ νστικτο ετε χρη στη πνευματικ τους διαγεια [...] Υπρχει μως κι να λλο εδος προσωπικς δουλεις, που την κνουμε πιο σπνια κι η οποα κατ τη γνμη μου χει εξσου μεγλη χρησιμτητα. Εναι το ν' αφηγηθες την εσωτερικ σου ζω, τη ζω της ψυχς, με λλα λγια την ιστορα του πνεματος και της καρδις σου, με σκοπ την αδελφικ διδαχ".  ---George Sand



ΡHTA:

* Υπρχει μια μνο ευτυχα σ' αυτν τη ζω: να αγαπς και ν' αγαπισαι.

* ποιος χει καλ καρδι δεν εναι ποτ βλκας.

* Παρδεισος εναι η νωση δυο ψυχν στο φιλ της αγπης.

* Το πνεμα ψχνει κι εναι η καρδι που βρσκει.

* Το αληθιν εναι υπερβολικ απλ. Πρπει να φτνεις σ' αυτ πντα μσα απ το πολπλοκο.

* Η κριτικ εναι πιο εκολη απ τη πρακτικ.

* Ειδικ στη Γαλλα, οι λξεις χουν μεγαλτερη εξουσα απ τις ιδες.



ΕΡΓΑ:

Προσωπικ

Voyage en Auvergne (autobiographical sketch, 1827)
Un hiver à Majorque (1842)
Histoire de ma vie (Story of My Life) (autobiography up to the revolution of 1848; 1855)

Noυβλλες

Rose et Blanche (1831, with Jules Sandeau)
Indiana (1832)
Valentine (1832)
Lélia (1833)
Andréa (1833)
Mattéa (1833)
Jacques (1833)
Kouroglou / Épopée Persane (1833)
Leone Leoni (1833)
André (1834)
La Marquise (1834)
Simon (1835)
Mauprat (1837)
Les Maîtres mosaïstes (The Master Mosaic Workers) (1837)
L'Orco (1838)
L'Uscoque (The Uscoque, or The Corsair) (1838)
Spiridion (1839)
Pauline (1839)
Horace (1840)
Le Compagnon du tour de France (The Journeyman Joiner, or the Companion of the Tour of France) (1840)


                                       Το πατρικ στη Νον

Consuelo (1842)
La Comtesse de Rudolstadt (Countess of Rudolstadt) (1843, a sequel to Consuelo)
Jeanne (1844)
Teverino (1845) (translated as Jealousy: Teverino)
Le Péché de M. Antoine (The Sin of M. Antoine) (1845)
Le Meunier d'Angibault (The Miller of Angibault) (1845)
La Mare au Diable (The Devil's Pool) (1846)
Lucrezia Floriani (1846)
François le Champi (The Country Waif) (1847)
La Petite Fadette (1849)
Château des Désertes (1850)
Histoire du véritable Gribouille (1851, translated as The Mysterious Tale of Gentle Jack and Lord Bumblebee)
Les Maîtres sonneurs (The Bagpipers) (1853)
Isidora (1853)
La Daniella (1857)
Les Beaux Messiers de Bois-Dore (The Gallant Lords of Bois-Dore or The Fine Gentlemen of Bois-Dore) (1857)
Elle et Lui (She and He) (1859)
Narcisse (1859)
Jean de la Roche (1859)
L'Homme de neige (The Snow Man) (1859)
La Ville noire (The Black City) (1860)
Marquis de Villemer (1860)
Valvedre (1861)
Antonia (1863)


                                                   Μνημεο της

Mademoiselle La Quintinie (1863)
Laura, Voyage dans le cristal (Laura, or Voyage into the Crystal) (1864)
Monsieur Sylvestre (1866)
Le Dernier Amour (1866, dedicated to Flaubert)
Mademoiselle Merquem (1868)
Pierre Qui Roule (A Rolling Stone) (1870)
Le Beau Laurence (Handsome Lawrence) (1870, a sequel to Pierre Qui Roule)
Malgretout (1870)
Cesarine Dietrich (1871)
Nanon (1872)
Ma Sœur Jeanne (My Sister Jeannie) (1874)
Flamarande (1875)
Les Deux Frères (1875, a sequel to Flamarande)
Marianne (1876)
La Tour de Percemont (The Tower of Percemont) (1876)



Θεατρικ

Gabriel (1839)
Cosima ou La haine dans l'amour (1840)
Les Sept cordes de la lyre (translated as A Woman's Version of the Faust Legend: The Seven Strings of the Lyre) (1840)
François le Champi (1849)
Claudie (1851)
Le Mariage de Victorine (1851)
Le Pressoir (1853)
French adaptation of As You Like It (1856)
Le Pavé (1862, The Paving Stone)
Le Marquis de Villemer (1864)
Le Lis du Japon (1866, The Japanese Lily)
L'Autre (1870, with Sarah Bernhardt)
Un Bienfait n'est jamais perdu (1872, A Good Deed Is Never Wasted)





=========================


                                              
Η Μαρη Πλη
(αποσπ.)

 "Η Γεωργα Σνδη θα ‘ναι καχημα του αινα μας και της χρας. Τποτα δε λεπει απ’ αυτ τη δοξασμνη γυνακα. Μεγλη καρδι σαν του Μπαρμπ, μεγλο πνεμα σαν του Μπαλζκ και ψυχ μεγλη σαν του Λαμαρτν".
Victor Hugo, Απ' σα χω δει (1887)

Κεφ. 1ο
 -"Γιατ εσαι θλιμμνος, φλε μου; Τι σε χει δυσαρεστσει; Εσαι νος και δυνατς, δεν χεις πατρα μνα, γυνακα παιδι, καννας δικς σου δεν υποφρει λοιπν. Εργζεσαι γργορα και σωστ.Δεν μνεις ποτ χωρς δουλει. Κανες δεν σε κακολογε που δεν εσαι απ εδ. Αντιθτως, σε εκτιμον για τον χαρακτρα σου και τα ταλντα σου, γιατ για εργτης εσαι μορφωμνος: ξρεις να διαβζεις, να γρφεις και να μετρς τσο καλ σχεδν σο νας υπλληλος. χεις μυαλ και λογικ, κι επσης εσαι ο πιο ωραος νδρας της πλης. Τλος, εσαι εκοσι τεσσρων ετν, τι ωραα ηλικα! Τι σου λεπει λοιπν, και γιατ, αντ να ρθεις για ναν περπατο και να κουβεντισεις μαζ μας την Κυριακ, κθεσαι μνος σου, σαν να θεωρες τι δεν εσαι σος με τους λλους, σαν να κρνεις τι εκενοι δεν εναι αντξιο σου";
     τσι μλησε ο Λου Γκοσ, ο μαχαιροποις, στον Ετιν Λαβοτ, τον λεγμενο Επτσπαθο, τον μαχαιροποι-οπλοποι. Κθονταν στον λιο, μπροστ σε μα απ τις πεντακσιες εξακσιες βιοτεχνες που στριμχνονται η μια πνω στην λλη στις δο χθες του χεμαρρου, στο μρος που λγεται η Τρπα της Κολσεως. Για να ακογεται η φων τους στην κρη αυτο του ορμητικο και θαυμσιου καταρρκτη, χρειζονταν τη συνθεια που εχαν να καταλαβανουν την ανθρπινη ομιλα στον αδικοπο θρυβο των σφυριν, στις διαπεραστικς κραυγς των εργαλεων και στο σφριγμα του καμινιο.
     Οι δυο εργτες τρωγαν εν συζητοσαν. Ο Γκοσ εχε μια γαβθα στα γνατ του, μια γαβθα νστιμη σοπα που του εχε φρει, με υπερφανο και σοβαρ φος, η μεγαλτερη κρη του που ταν πντε ετν. Η νεαρ μητρα, που κρατοσε να λλο παιδ στην αγκαλι της, εχε ακολουθσει τη μικρ για να την προσχει, και τρα το κορτσι και το αγρι κυλιντουσαν στην μμο, εν η γυνακα, βλποντας τον νδρα της να συζητει εμπιστευτικ, στεκταν με σεβασμ λγο πιο πσω, και ριχνε απλς κποιες ματις πτε πτε, για να δει αν τρωγε με ευχαρστηση. Ο Επτσπαθος τρωγε πως τρνε τα αγρια, στο πδι, και με την αδιαφορα αυτν που δεν χουν οτε σντροφο οτε μητρα. Τα χρια του ταν, πως του συντρφου του, γυμν, λερωμνα με μαρες μουντζορες, και το κεφλι του εκτεθειμνο στον καυτ λιο του μεσημεριο, σχετικ δροσι γι’ αυτος που ζουν στην κλαση του σιδηρουργεου. Ο Επτσπαθος δεν απντησε στον Γκοσ. Του σφιξε το χρι για να του δσει να καταλβει τι ταν ευγνμων για το ενδιαφρον του· μως χαμλωσε το κεφλι του και κοταξε τον χεμαρρο να κυλει.
 -"Λοιπν, λοιπν, επε ο μαχαιροποις, κτι δεν πει καλ με σνα! Υπρχει κτι που μπορομε να κνουμε; Μλα! Σε συμπαθ και θα θελα να σε βοηθσω".
 -"Ευχαριστ, φλε μου", απντησε ο νεαρς με κποια περηφνεια. "Ξρω τι χεις καλ καρδι, και αν σε εχα ανγκη, θα σου ζητοσα αυτ που χρειζομαι· αλλ δεν μου λεπει τποτα, και δεν θα σου κρψω τι, αν θελα, εμνα που με βλπεις, θα βγαζα δδεκα φργκα τη μρα".
 "Και γιατ δεν θλεις; Φοβσαι τι δεν αξζει τον κπο";
 -"χι· αλλ ταν θα καγομαι να διπλασισω το μεροκματ μου, θα χω καταφρει κτι περισστερο";
 -"Ναι, θα ξεκουρζεσαι περισστερο ταν σε ευχαριστε να ξεκουρζεσαι και τη μρα που θα θλεις να ξεκουραστες μια για πντα, θα εσαι ακμα νος. Αν δεν εχα οικογνεια να θρψω, κι αν εχα τα ταλντα σου, θα θελα, σε δκα χρνια απ τρα, να ανοξω μια δικ μου βιοτεχνα".
 -"Ναι, ναι, να γνεις αφεντικ, να πληρνεις και να επιβλπεις τους εργτες, να κρατς τα βιβλα, να εμπορεεσαι, για να αγορσεις, στερα απ λλα δκα χρνια, γη στην πνω πλη και να χτσεις να μεγλο σπτι που θα σε καταστρψει, επειδ σε κατλαβε η τρλλα του πλοτου; Ορστε η φιλοδοξα του ντπιου εργτη".
 -"Και λοιπν; Γιατ χι;", συνχισε ο Γκοσ. "Λγο μυαλ μαζ με τη δουλει κι ο εργτης μπορε να γνει μεγαλοαστς. Κοτα εκε, πνω απ τα κεφλια μας, πνω στην αναβαθμδα του βουνο, αυτος τους μορφους δρμους με τα σκαλοπτια, αυτ τα μονοπτια απ' που βλπουμε πενντα λεγες ορζοντα, αυτ τα λευκ και ροζ τεχη, αυτος τους ανθισμνους κπους, που χουνε κγκελα στεφανωμνα με πρασινδες, λ' αυτ χουνε βγει απ την βυσσο που ιδροκοπομε απ το πρω μχρι το βρδυ, ο νας στον τροχ και στη τανλια, κι ο λλος στη σιδερνια ρβδο και στο σφυρ. λοι αυτο οι πλοσιοι που, απ εκε ψηλ, μας κοιτζουν να ιδρνουμε, διαβζοντας τις εφημερδες τους κλαδεοντας τις τριανταφυλλις τους, εναι, παλιο σντροφοι, τα παιδι παλιν αρχιεργατν, οι οποοι κρδισαν αυτ που χουν, και που δεν περιφρονον τα λερωμνα πρσωπ μας και τις δερμτινες ποδις μας. Μπορομε να τους ζηλεουμε χωρς να τους μισομε, εφσον απ μας εξαρτται τουλχιστον απ κποιους απ εμς, να φτσουμε εκε που φτασαν. Κοτα! Δεν εναι μακρυ! Διακσια τριακσια μτρα βρχοι ανμεσα στην κλαση που εμαστε και στον παρδεισο που μας καλε, αυτ αντιστοιχε σε μια εικοσαετα θρρους κι επιμονς, αυτ εναι λο! Εγ που σου μιλω, το χω ονειρευτε αυτ!Αλλ ο ρωτας μου χτπησε την πρτα, και ρθαν τα παιδι. Αυτς που παντρεεται νος και χωρς οικονομες δεν χει πια πιθαντητες να τα βγλει πρα· χει μως τη γυνακα και τα παιδι του για να βρσκει παρηγορι! Να γιατ, εν εμαι καταδικασμνος να κνω πντα το διο πργμα σε λη τη ζω μου, δεν παραπονιμαι και δχομαι ,τι κι αν μου φρει η ζω.
 -"Αυτ εναι που σου αποδεικνει", επε ο Επτσπαθος, "τι υπρχουνε δο επιλογς: να μενεις φτωχς κι ευτυχισμνος, να δυστυχσεις για να πλουτσεις. Λοιπν! Εμαι ανμεσα σ' αυτς εδ τις δυο ιδες και δεν ξρω ποια να επιλξω. Να γιατ εμαι, χι θλιμμνος πως νομζεις, αλλ ανσυχος κι αλλζοντας σχδια κθε μρα μη μπορντας να βρω να που δεν θα με φοβζει".
 -"Νομζω τι εσαι απ' αυτος που ανακατεουνε πολ το φαγητ τους πνω στη φωτι και το αφνουν να καε. Βλπεις τη κακ πλευρ των πραγμτων και βλπεις πντα το ποτρι μισοδειο. Σε τι θα σου χρησιμεσει το μυαλ σου, αν χι για να δεις το καλ στη ζω σου; Εγ που δεν εμαι μορφωμνος, δεν το ψχνω και πολ. Κοιτ γρω μου κι αφο επλεξα να παντρευτ το κορτσι που αγαποσα, δεν με ενοχλε καθλου να θαφτ για πντα στη κτω πλη. Αντο στο περιποιημνο σπτι με τους χρυσαφνιους ανεμοδεκτες του να σφυρζουνε στον νεμο του κμπου! Αντο στο ρεμο νερκι μες στις μικρς γορνες! Αντο στο νειρο του νεαρο εργτη"!
 -"Σιγ! Η κλασ μας δεν εναι τσο σχημη σο θλουν να λνε! Τα μτια μου την χουνε συνηθσει κι λες αυτς τις ξλινες σκεπς που χουν μαυρσει απ τον καπν και τις κρεμαστς γφυρες που τρμουνε πνω απ' τους καταρρκτες και το συνονθλευμα απ υπστεγα που απλνουνε πνω απ' το νερ τα μεγλα κλαδι τους που εναι φορτωμνα με σταφλια, τις θολωτς καμρες, τους υπγειους δρμους που στηρζουν ορφους διαλυμνων σπιτιν κι που ακοω να τρζουν οι σιδερνιες ρβδοι πνω στις πλατφρμες, λοι οι θρυβοι που κνουνε το κεφλι σου να σπσει και που δεν εμποδζουνε τον τεχντη να σκφτεται ακμη και να ονειρεεται, λ' αυτ τα λερωμνα παιδι απ' τη κπνα και τα ρινσματα σιδρου που ξαναγνονται ρδινα τη Κυριακ και που στροβιλζονται σαν πεταλοδες στους βρχους αφο χουνε τρξει λη τη βδομδα γρω απ τις μηχανς σαν μυρμγκια. μλιστα, λ' αυτ χορεουν μπρος στα μτια μου και κελαηδονε στ' αυτι μου! Μου αρσει η τραχει μουσικ της δουλεις, κι αν τχει να σκεφτ κτι θλιβερ, εν χτυπω το αμνι μου, βγανω για λγο ξω, για να ρθω εδ και να κοιτξω το νερ και τον λιο να γελονε για να νισω περφανος και χαρομενος! Ναι, περφανος! Γιατ, τελικ, ζομε σ' να μρος που ο διβολος δεν θα το εχε διαλξει για κατοικα του κι εμες κατακτσαμε τη δικ μας, γκρεμσαμε να βουν, αναγκσαμε να ορμητικ ποτμι να δουλψει για εμς καλτερα απ' τι θα κνανε τριντα χιλιδες λογα, τλος τοποθετσαμε τις κμαρς μας, τα κρεβτια μας και τα τραπζια μας σε γκρεμος που τα παιδι μας βλπουνε και περνον απ δπλα τους χωρς να νιθουν φβο και σε καταρρκτες που το τρεμολιασμ τους τα νανουρζει ακμη καλτερα κι απ το τραγοδι των μανδων τους!..."
     Ξρεις τι εδ και τριακσια χρνια, απ πατρα σε γιο, σκβουμε αυτ το στεν φαργγι που τσες οικογνειες χουν βρει τρπο να στοιβαχτον, να βγλουν το ψωμ τους ακμα και να πλουτσουν; Κποιοι ξεκνησαν απ μικρο, με δικ τους ρσκο και κνδυνο, να μχονται απναντι στη φση και απναντι στις διαπιστεσεις και στους κινδνους του εμπορου, εμπδια πιο επμονα και πιο απειλητικ κι απ την δια τη φση. Και τρα, σε αυτ το μαρο ργμα του βρχου, σε αυτος τους κλιμακωτος καταρρκτες που ονομζουμε κτω πλη, εμες εμαστε περισστερα απ οκτ χιλιδες ζευγρια χρια που βρσκουν δουλει, οκτ χιλιδες νθρωποι κθε μρα γεμτοι σιγουρι για την επομνη και μπορντας τσι, με τη δουλει, να περσουμε απ τη νιτη στον θνατο χωρς πολλς δυσκολες και ανησυχες, εν εκε πνω, στη θση ενςθλιου οικισμο, υψνεται μια πλοσια πλη, μια πολχρωμη πλη με απαλ και χαρομενα χρματα που οι ταξιδιτες τη συγκρνουν με πλη της Ιταλας, μια σχεδν να πλη με σιντριβνια, με κτρια, με δρμους! Εναι κτι, φλε μου, να βρσκεσαι σε να μρος που οι νθρωποι δεν εναι οτε νωθρο οτε αναξιπιστοι, και δεν υπρχουν σχεδν καθλου κτοικοι της πνω πλης που δεν κοιτζουν με περηφνεια τους καπνος και τους κεραυνος της κτω πλης που ανεβανουν στον ουραν, σαν ψαλμωδα και λιβνι, προς τιμν εκενου που τους κανε να μεγαλσουν και να ευημερσουν".
 -"χεις δκιο", απντησε ο Επτσπαθος "και το περσσιο θρρος σου μου φτιχνει τη διθεση! Ναι, εναι μορφη, η κτω πλη μας, η μαρη πλη μας, πως τη λνε στα μρη μας. Θυμμαι την κπληξ μου ταν φτασα εδ για να μθω τη δουλει. μουν μλις δδεκα ετν, και λα τα χρνια μου τα εχα περσει στην εξοχ, εκοσι πντε λεγες απ εδ. Δεν ταν πολς καιρς που εχα χσει τον πατρα και τη μητρα μου, και μουν γεμτος πνο! Δεν μου εχε μενει καννας στον κσμο εκτς απ τον καλ νον μου, που με θυμθηκε, αν και εχε φγει πριν απ πολ καιρ απ την περιοχ, με ζτησε λγοντας τι θελε να μου μθει μια καλ τχνη, τη δικ του. Καθς οι γονες μου δεν μου εχαν αφσει τποτα, μουν πολ φτωχς· αλλ πντα αγαπμε τον τπο μας, και θυμμουν τσο λγο τον νον μου κινιωθα πολ δυστυχισμνος που πρεπε να τον υπακοσω. Αν ο δμαρχος και ο ιερας του χωριο μου δεν μου εχαν μιλσει με αυστηρτητα, θα εχα μενει. Συνεπς κλαιγα σε λη τη διαδρομ, και ταν μπκα στη Μαρη Πλη, ταν το κτι λλο! Με κυρευσε ο φβος. Ανβηκα τυχαα στην πνω πλη, ντροπιασμνος και δεν τολμοσα να μιλσω σε κανναν. ταν πρα την απφαση να ρωτσω για την κτω πλη, γλασαν μες στη μορη μου. "Για να βρεις την κτω πλη, αγρι μου, δεν ταν ανγκη να κνεις μια λεγα ανεβανοντας. Τρα, πρπει να ξανακατβεις· θα σου δεξουμε μως να μονοπτι λγο δσβατο που θα σε βγλει λο ευθεα." Και κατβηκα μσα απ τους κπους, πειτα κατ μκος του βρχου, και τλος στα δρομκια που περπατμε στα τυφλ, και τλμησα να ρωτσω για τον νον μου, τον μπαρμπα-Λαγκρ. Κατβαινε κι λλο, μου  απντησαν·  κατβαινε μχρι την Τρπα της Κολσεως, κι εκε θα δεις στα αριστερ σου το εργαστρι που δουλεει.
     Νμιζα τι με κοριδευαν: η Τρπα της Κολσεως! Εγ εμαι απ τον κμπο, και δεν ξερα σχεδν καθλου τους γκρεμος. Κι πειτα μια τρπα της κολσεως στη μση μιας πλης, μου φαινταν αδνατο! Ωστσο κουγα το βουητ του καταρρκτη· αλλ καθς εχε ρθει η νχτα και οι φλγες απ τους φορνους ανβαιναν κατ εκατοντδες κτω απ τα πδια μου, εδα ξαφνικ τον καταρρκτη φωτισμνο και κκκινο, και φαντστηκα τι βλεπα φωτι να τρχει και να πφτει. μουν τοιμος να φγω τρχοντας! Ωστσο πρα θρρος, τλμησα να ανβω σε μια κρεμαστ γφυρα. ταν μουν στη μση και νιωσα να αναπηδ πνω στα σρματα, νιωσα τι εμαι χαμνος. Τελικ φτασα εδ, που εμαστε, και βρκα το θρρος να κοιτξω την βυσσο. Το κεφλι μου στριφογριζε, με εχε πισει ζαλδα·παρλα αυτ η κατπληξη και οι νεωτερισμο με καναν να ξεχσω τη θλψη μου. Φανταζμουν τι βρσκομαι τσο μακρυ απ τον τπο μου που δεν θα μποροσα ποτ να ξαναγυρσω κι λεγα στον εαυτ μου: Εφσον, για σες μρες μου μνουν, εμαι στον πτο της κλασης, ας δομε πς εναι"!
     Την επομνη, ο νονς μου με πγε σε λες τις βιοτεχνες, σε λα τα εργαστρια, για να δω το μρος και να συνηθσω τα κατατπια. Στην αρχ θεωροσα τι λα αυτς οι βιοτεχνες που ταν κολλημνες η μα στην λλη ταν μνο μα, και δυσκολευμουν να καταλβω τι υπρχαν τσες διαφορετικς σα τα λματα που κανε το ποτμι στα βρχια. πειτα, κτω απ τα στγαστρα που κπνιζαν και πνω απ τις κρεμαστς γφυρες που χρευαν, εδα να πηγαινορχονται πολλο κατμαυροι νδρες και παιδι.
 -"Εναι οι οπλοποιο, οι μαχαιροποιο κι οι κλειθροποιο", μου επε ο νονς μου. "Εναι οι νθρωποι της φωτις. Κοτα πιο μακρυ αυτος που, μικρο και μεγλοι, εναι κτασπροι, πεντακθαροι, και τα χρια τους εναι τσο απαλ σο των δεσποινδων: εναι οι χαρτοποιο, οι νθρωποι του νερο. Κοτα καλ, αγρι μου, γιατ δεν χεις ξαναδε ποτ κτι παρμοιο. Δεν υπρχει τποτα εξσου μορφο στον κσμο απ το να βλπεις να δουλεουν λοι αυτο εδ οι νθρωποι, τσο δραστριοι, τσο ικανο, τσο ειδμονες τσο επιμελες ο καθνας στο στοιχεο του: κποιοι βγζουν απ το κσκινο μια μικρ στρση πολτο που ξρουν να την απλνουν και να τη χειρζονται σαν να κομμτι φασμα· οι λλοι στρβουν μια ακατργαστη μεταλλικ ρβδο και αφο την χουν σφυρηλατσει τσο γργορα και θαρραλα και αφο την περσουν απ το να χρι στο λλο, σε λιγτερο απ εκοσι λεπτ τη βλπεις να μετατρπεται σε να εχρηστο, ελαφρ, στρεο, γυαλιστερ και πανμορφο εργαλεο!
     Κι εγ, νμιζα τι ονειρευμουν… Πρασα τη μρα μου να παρατηρ, χωρς να με κουρζει, τη δουλει λων αυτν των επιδξιων χεριν που μοιαζαν να παζουν με ,τι εναι πιο ανθεκτικ πως και με ,τι εναι πιο εκαμπτο και μαλακ, τον βαμμνο χλυβα και τον χαρτοπολτ. Θεωρ τι το χαρτ με εντυπωσαζε ακμη περισστερο απ τη μαχαιροποια·μως το σδερο μου φαινταν πιο αρρενωπ, και μουν ευχαριστημνος που ο νονς μου με προριζε γι’ αυτ. Απ τη Δευτρα το πρω, με πγε στη δουλει. Ξρεις τι εδους νθρωπος εναι ο μπαρμπα-Λαγκρ και πς πασχζει ακμα με λσσα με το σδερο και τη φωτι παρ τα εβδομντα δο χρνια του.Με διταξε να τον κοιτξω κι ταν αφαιρομουν, κτι πολ φυσικ για την ηλικα μου, ορλιαζε σε σημεο που με κανε να τρμω και με απειλοσε με το σφυρ του σαν να θελε να μου ανοξει το κεφλι.
     Δεν τον φοβμουν για πολ καιρ ακμα. Σντομα εδα τι ταν ο καλτερος νθρωπος που εχα γνωρσει ποτ, κι τι εν πντα εχε να οργισμνο φος, εχε τα μτια του πνω μου σαν να μουν το αγαπημνο του παιδ. Δεν καταχρστηκα σχεδν καθλου την καλοσνη του. Η πλξη το να μην κνω τποτα μου προκλεσε γργορα την επιθυμα να δουλψω. Ζλευα που βλεπα πιο μικρ παιδι απ εμνα να εναι δη χρσιμα και να φανονται πολ επιδξια. Φοβμουν λγο μπως με κοροδψουν· αλλ ο συναγωνισμς με κανε να ξεπερσω την ντροπ, και ξρεις τι μαθα τη δουλει μου το διο γργορα με αυτος που εχαν ξεκινσει πολ καιρ πριν απ εμνα.
     Να λοιπν δδεκα χρνια κιλας που δουλεω! Εδ και τσσερα χρνια δη βγζω σχεδν σα κι οι πιο επιδξιοι και η καλ διαγωγ μου μο επιτρπει να κνω κποιες οικονομες. Κανες δεν κνει παρπονα για εμνα‧ τα αφεντικ μου δεχνουν εμπιστοσνη, και αγαπ τη δουλει μου. Ξρω, αισθνομαι τι η δουλει εναι κτι μορφο, τελικ χω ,τι χρειζεται για να εμαι ευτυχισμνος, κι αν δεν εμαι, αναγνωρζω τι εναι δικ μου λθος!..."
     Ο Γκοσ πγε να απαντσει και να ρωτσει τον σντροφ του γι' αυτ τη τελευταα σκψη του, που βλεπε να ρχεται και πλι η κρυφ μελαγχολα μιας ανσυχης ψυχς, ταν το κουδονι του εργοστασου ειδοποησε τους εργτες τι το διλειμμα για το φαγητ εχε τελεισει. Αν και σχεδν λοι πληρνονταν με το κομμτι και χι με τη μρα, το κουδονι καλοσε αυτος που θελαν να κνουν το καθκον τους, και ο Γκοσ, αφο επστρεψε τη γαβθα στη γυνακα του και φλησε τα δο παιδι του, γρισε στη δουλει, εν υποσχθηκε στον εαυτ του να κνει τον φλο του να μιλσει μια λλη φορ. Εκενος μεινε στο χελος του Πηδματος της Κολσεως, βυθισμνος στις σκψεις του. ταν αποφσισε να ακολουθσει το παρδειγμα του Γκοσ, εδε, επιστρφοντας, τη γυνακα του φλου του, που τον πλησαζε για να του μιλσει.
 -"Επτσπαθε", του επε, "εκμυστηρετηκες στον νδρα μου αυτ που σε βασανζει";
 -"χι, Λιζ", απντησε εκενος "λλο πργμα συζητσαμε".
 -"Ε λοιπν!" συνχισε εκενη, "κανες λθος: ο Λου μου δνει καλς συμβουλς, και θα θελα να σε βοηθσει να καταλξεις σε μια απφαση. Γνωρζεις καλ τι δεν μπορες να μενεις πολ καιρ χωρς να μιλσεις στη Τονν: Εναι ναι χι. Δεν θα ταν συμπεριφορ ενς ντιμου νδρα αυτ!"
     Ο Επτσπαθος ανασκωσε τους μους του, χι με περιφρονητικ τρπο, αλλ αντιθτως με τρπο που δειχνε τι υπφερε πολ που δεν μποροσε να απαντσει πως επιθυμοσε η Λιζ. Λυπθηκε για το θλιμμνο φος του.
 -"λα να δειπνσεις σπτι μας απψε", συνχισε. "σως η καρδι σου σο πει να συμβουλευτες τον Γκοσ".
 -"Δεν του χεις πει τποτα δηλαδ";
 -"χι! Μου ζτησες να το κρατσω μυστικ και το κανα, επειδ υποσχθηκες τι θα το πεις ο διος".
 -"Εντξει λοιπν!" συνχισε ο Επτσπαθος, "δσε μου εκοσι τσσερις ρες ακμα,… εκτς κι αν ρθω να δειπνσω σπτι σας σμερα. Ναι! Θα ρθω,… θα προσπαθσω να ρθω!"
     Κι επστρεψε στη δουλει του, αφνοντας τη νεαρ γυνακα δυσαρεστημνη με αυτ την απντηση κι ανσυχη για το μλλον της Τονν.
(...)
     (τλος αποσπ.)
____________________

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers