Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Κλασσικά 

Φέρμορ Πάτρικ Μάικ Λι: Ένα Ατέλειωτο, Ατέλειωτο Ταξίδι

     "Πόσο μου λείπει η Ελλάδα! Η Αγγλία δεν είναι ο κόσμος μου, είναι σα να ζω στη καρδιά ενός μαρουλιού. Εγώ χρειάζομαι καυτές πέτρες, αγκάθια, λιόδεντρα και φραγκόσυκα".
                                        Πάτρικ Λη Φέρμορ, σε φίλο του


  Βιογραφικό

      Ο σερ Πάτρικ "Πάντι" Μάικλ Λη Φέρμορ, (Patrick Michael Leigh Fermor 11/2/1915-10/6/2011) ήτανε αγγλοϊρλανδός ταξιδιωτικός συγγραφέας, λόγιος και στρατιώτης, που έπαιξε σημαντικό ρόλο στη Μάχη της Κρήτης κατά τη διάρκεια του Β' Παγκ. Πολ. Όσο ζούσε, θεωρείτο ως ένας "από τους μεγαλύτερους εν ζωή Βρετανούς περιηγητές", ενώ περιγράφηκε κάποτε από το BBC ως "κράμα ανάμεσα σε Ιντιάνα Τζόουνς, Τζέιμς Μποντ και Γράχαμ Γκριν".
     Γεννήθηκε στο Λονδίνο, γιος του Λιούις Λη Φέρμορ διακεκριμένου γεωλόγου και της Μύριελ Αϊλήν. Λίγο μετά τη γέννησή του η μητέρα του έφυγε, προκειμένου να συναντήσει τον πατέρα του στις Ινδίες, αφήνοντάς τον πίσω στην Αγγλία με μια άλλη οικογένεια. Ως παιδί είχε προβλήματα με τη δομή και τους περιορισμούς της ακαδημαϊκής πειθαρχίας. Για αυτό τον έστειλαν σε σχολείο για "δύσκολα παιδιά". Αργότερα αποβλήθηκε από το Κινγκς Σκουλ, του Καντέρμπουρι. Συνέχισε τη μάθησή του διαβάζοντας κείμενα στην Ελληνική και τα Λατινικά, έργα Σαίξπηρ κι ιστορία, με απώτερο στόχο τη Στρατιωτική Ακαδημία Σάντχερστ.
     Σε ηλικία 18 ετών, αντί να ακολουθήσει στρατιωτική σταδιοδρομία που προοριζόταν, πέρασε τη Μάγχη και ξεκίνησε να διασχίσει την Ευρώπη με τα πόδια, με προορισμό τη Κωνσταντινούπολη. Υποκινημένος από την ασίγαστη περιέργειά του για τον κόσμο, πραγματοποίησε αυτό το μυθικό κατόρθωμα, περνώντας από δοκιμασίες και περιπέτειες.
     Ξεκίνησε στις 8 Δεκέμβρη 1933, λίγο μετά την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία στη Γερμανία, με λίγα ρούχα, το Βιβλίο Αγγλικών Στίχων Οξφόρδης και τις Ωδές του Οράτιου. Κοιμόταν όπου εύρισκε, είτε σε αχυρώνες και καλύβες βοσκών, είτε σε σπίτια της αριστοκρατίας της Κεντρικής Ευρώπης, ακόμη και σε μοναστήρια. Δύο από τα περιηγητικά του έργα, "Η Εποχή Της Δωρεάς" 1977 και το "Ανάμεσα Στα Δάση Και Τα Νερά" 1986, περιγράφουν με λεπτομέρειες το ταξίδι του. Το 3ο βιβλίο εκδόθηκε αργότερα με τίτλο, "Ο Σπασμένος Δρόμος" 2013.

                 
                 Οι 2 πρώτοι τόμοι της μεγάλης του πεζοπορίας

     Έφτασε στη Κωνσταντινούπολη 1η Γενάρη 1935 και συνέχισε το ταξίδι του κατά μήκος της ελληνικής χερσονήσου, έμεινε στον Άθω και ταξίδεψε στην Ήπειρο, τη Μακεδονία και τη Στερεά Ελλάδα μαθαίνοντας τα ήθη και τη γλώσσα της χώρας που έμελλε να γίνει 2η πατρίδα του. Τον Μάρτη, ενεπλάκη με την εκστρατεία των βασιλικών δυνάμεων στη Μακεδονία ενάντια στην εξέγερση των φιλοβενιζελικών, του 1935.
     Στην Αθήνα, συνάντησε τη Μπαλάσα Καντακουζηνού (Bălaşa Cantacuzino), Ρουμάνα ευγενή της οικογένειας των Καντακουζηνών και την ερωτεύτηκε. Ζήσανε σ' ένα παλαιό νερόμυλο, έξω από τη πόλη, που έβλεπε προς τον Πόρο. Εκείνος έγραφε κι εκείνη ζωγράφιζε. Αργότερα μετακόμισαν στο Μπάλενι (Băleni), τον οίκο της οικογένειας των Καντακουζηνών στη Μολδαβία, ως το ξέσπασμα του Β' Παγκ. Πολ.

               
                             Η
Μπαλάσα Καντακουζηνού

     Με το ξέσπασμα του πολέμου κατατάχθηκε στην Ιρλανδική Φρουρά (Irish Guards), αλλά εξαιτίας της γνώσης που κατείχε ήδη για τον ελλαδικό χώρο, απεστάλη στο Σώμα Γενικών Καθηκόντων (General Service Corps) κι έγινε στρατιωτικός σύνδεσμος στην Αλβανία. Με τη κατάρρευση του Αλβανικού μετώπου βρέθηκε να πολεμά στη Κρήτη και την ηπειρωτική Ελλάδα. Κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής, επέστρεψε στη Κρήτη τρεις φορές, τη μία με αλεξίπτωτο.

             

     Ανήκε σε ολιγάριθμη ομάδα αξιωματικών που είχε στόχο την οργάνωση της αντίστασης του νησιού στη γερμανική κατοχή. Μεταμφιεσμένος βοσκός με το ψευδώνυμο Μιχάλης ή Filedem (Φιλεντέμ = φίλε μου Αδάμ), έζησε περισσότερα από 2 χρόνια στα βουνά. Με τον Γουίλιαμ Στάνλεϊ Μος ως υπαρχηγό, οδήγησε την ομάδα που συνέλαβε το 1944 τον Γερμανό διοικητή, Χάινριχ Κράιπε. Ο ίδιος δεν είχε ποτέ αναφερθεί στο περιστατικό στα βιβλία του. Η ιστορία της απαγωγής του Κράιπε έγινε γνωστή από το βιβλίο "I 'll Met Βy Moonlight" του Μος, υπαρχηγού του στο βουνό κι από τη ταινία που γυρίστηκε αργότερα με τον Ντερκ Μπόγκαρντ να ενσαρκώνει τον Φέρμορ. Οι Κρητικοί γιορτάζουν τη μέρα μνήμης της απαγωγής του Κράιπε, κοντά στις Αρχάνες.

                           
    Αντάρτης στη Κρήτη με μαύρο κροσσωτό μαντίλι & κρητική φορεσιά

     Μετά τον πόλεμο εργάστηκε για το Βρετανικό Ινστιτούτο. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1940 συνέχισε τα ταξίδια και το γράψιμο, αλλά πάντοτε επέστρεφε στην Ελλάδα. Περπάτησε την Ελλάδα από άκρη σ' άκρη με την ιδιότητα του περιηγητή. Κράτησε σημειώσεις, διάβασε την ιστορία του τόπου, βυθίστηκε στη μυθολογία, ανέτρεξε στην Ορθοδοξία, προκειμένου να καταλάβει τους Έλληνες. Το 1990 ανακηρύχθηκε επίτιμος διδάκτωρ της Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο του Κεντ ενώ υπήρξε αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.

    

     Η βρετανίδα ιστορικός Άρτεμις Κούπερ που γνώριζε τον Πάτρικ Λι Φέρμορ από παιδί, συγγραφέας της βιογραφίας του συμπατριώτη της, μιλά για τον ήρωα της Αντίστασης, τον συναρπαστικό ταξιδιωτικό λογοτέχνη, τον γοητευτικό φιλέλληνα.

    "Ήτανε φίλος της γιαγιάς μου και του πατέρα μου. Πόσο γοητευτικός άνθρωπος ήτανε, καλλιεργημένος, ευρυμαθής, ένας αυτοδίδακτος γλωσσολόγος κι ομιλητής τεσσάρων γλωσσών, διασκεδαστικός, ζεστός, κέρδιζε αμέσως όσους βρίσκονταν γύρω του. Ο ίδιος άνθρωπος ήτανε πολύ κλειστός σε ό,τι αφορούσε την ιδιωτική του ζωή".

     Η γιαγιά της ήταν η λαίδη Νταϊάνα Κούπερ, μια βρετανίδα καλλονή του Μεσοπολέμου, διάσημη στους καλλιτεχνικούς και πνευματικούς κύκλους της εποχής της. Η πρώτη φορά που θυμάται καθαρά τον Πάντι, όπως τονε λέγανε χαϊδευτικά οι φίλοι του στην Αγγλία, τον Μιχάλη για τους έλληνες φίλους του στη Κρήτη και στη Μάνη, ήταν στις Σπέτσες, που είχε σπίτι η γιαγιά της, πενηντάρη πια, να χορεύει χορούς ελληνικούς στις ταβέρνες και ν' απαγγέλλει τον "Υμνο Εις Την Ελευθερία" το βράδυ στη παραλία, με τους ψαράδες να τονε πλησιάζουνε για να του σφίξουνε το χέρι. Ήτανε τα χρόνια της δικτατορίας.

          
                        Με φίλους στη Καρδαμύλη

     Η Κούπερ μελέτησε το ημερολόγιό του, την αλληλογραφία, τις σημειώσεις, όλο το υλικό του αρχείου του Πάντι, που βρίσκεται τώρα στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Σκοτίας, μίλησε με όσους τον γνώριζαν. Το δύσκολο ήταν να πείσει τον ίδιο να της μιλήσει για τον εαυτό του.

   "Δε σταματούσε να μιλά, ήταν εκπληκτικός συζητητής, όλο αστεία και συναρπαστικές ιστορίες. Τον άκουγα κι αναρωτιόμουν πώς θα κατάφερνα να σηκώσω αυτό το παραπέτασμα και να μάθω τι κρύβεται από πίσω".

     Η ευκαιρία της δόθηκε ένα καλοκαίρι στη Καρδαμύλη, στο φιλόξενο σπιτικό που είχανε χτίσει εκεί με τη γυναίκα του Τζόαν το 1962. Έγραφε τον 3ο τόμο των περιπλανήσεών του στην Ευρώπη και παραπονιόταν για την ακαταστασία του γραφείου του. Η Άρτεμις προσφέρθηκε να τον βοηθήσει να βάλει τάξη στα χαρτιά του κι έτσι απέκτησε πρόσβαση στο προσωπικό του αρχείο. Κάθε φωτογραφία, κάθε σημείωμα, ήταν κι ένα πρόσχημα για ερωτήσεις κι ανέμελη συζήτηση. Κι εκείνος ήταν πρόθυμος να απαντήσει. Η βιογράφος προσπαθούσε να συγκρατήσει στη μνήμη της όσο περισσότερα μπορούσε. Ο Πάντι σιχαινότανε τα μαγνητόφωνα. Αργότερα, στο δείπνο, με ένα ποτήρι κρασί στο χέρι, θα τον ρωτούσε λεπτομέρειες, θα έλυνε απορίες, θα διασαφήνιζε σκοτεινά σημεία. Δούλεψαν έτσι σχεδόν ως τον θάνατό του.
     Ενα γεγονός για το οποίο σπανίως μιλούσε, που "τον στοίχειωνε σε όλη του τη ζωή", ήταν ένα ατύχημα που συνέβη στα βουνά της Κρήτης το Μάη του 1943. Βρισκόταν με μια ντουζίνα αντάρτες πάνω από τα Ανώγεια, όταν εντόπισαν κάτω στη κοιλάδα καμιά τρακοσαριά γερμανούς στρατιώτες. Οι Ελληνες άρχισαν να γεμίζουν τα τουφέκια τους. Πάνω στη φούρια, ο Πάντι πάτησε κατά λάθος τη σκανδάλη. Το όπλο του ήτανε γεμάτο και τραυμάτισε θανάσιμα τον οδηγό του Γιάννη Τζαγκαράκη.

                 
                            καλλιτεχνική πόζα στη σύζυγο

     Ο Πάντι θέλησε να κατεβεί αμέσως στο χωριό του Τζαγκαράκη, να μιλήσει στην οικογένειά του. Οι υπόλοιποι τον απέτρεψαν. Ήταν πόλεμος, οι καιροί ήταν επικίνδυνοι. Πήγε να βρει την οικογένεια του Τζαγκαράκη μετά τον πόλεμο, να ζητήσει συγχώρεση. Ήδη όμως ο αδελφός του είχε ξεκινήσει βεντέτα και τον αναζητούσε να τον σκοτώσει. Ηταν αυτός ο λόγος για τον οποίο δεν έφτιαξε το σπίτι του στην Κρήτη ο Πάντι; Εξηγεί η Κούπερ:

    "Ενας από τους λόγους. Ο άλλος ήταν ότι, μετά τη συμμετοχή του στη κρητική Αντίσταση, στη Κρήτη ήτανε δημόσιο πρόσωπο, θα περίμεναν όλοι να πάρει θέση, να εκφέρει γνώμη, να υπερασπιστεί τους φίλους του, να έχει παρουσία στο δημόσιο λόγο και στη τοπική πολιτική. Ο Πάντι ήθελε μια ήσυχη ζωή. Η παρεξήγηση με τους Τζαγκαράκηδες έληξε το 1972. Κι η βεντέτα λύθηκε με τρόπο κρητικό, με μία κουμπαριά. Ο Πάντι βάφτισε τη μικρανεψιά του Γιάννη Τζαγκαράκη και της έδωσε το όνομα Ιωάννα".

    
Η Ελλάδα τον κέρδισε. Μέχρι το θάνατό του ζούσε στη Μάνη, σ' ένα σπίτι που σχεδίασαν μαζί με τη γυναίκα του. Παντρεύτηκε το 1968 τη Τζόαν Ελίζαμπεθ Ράινερ, (Joan Elizabeth Rayner το γένος Eyres Monsell, κορη του Bolton Eyres-Monsell, 1ου υποκόμη του Μονσέλ, κι αξέχαστη φωτογράφο (φωτογραφίες δικές της περιλαμβάνονται στα βιβλία του συγγραφέα "Μάνη" και "Ρούμελη"), που τον συνόδεψε σε πολλά από τα ταξίδια του μέχρι το θάνατό της στη Καρδαμύλη -Ιούνης 2003 στην ηλικία των 91 ετών.

    
        Το ζεύγος Πάτρικ & Τζόαν σε -τί άλλο- κάποιο ταξίδι τους

    


   
                   Το σπίτι-ησυχαστήριό τους στη Καρδαμύλη

     Δεν απέκτησαν παιδιά. Ζούσαν μέρος του χρόνου σπίτι τους, σ' έναν ελαιώνα στη Μάνη (που έγραψε ομότιτλο βιβλίο, σε μετάφραση του προσωπικού του φίλου, πρώην Πρωθυπουργού Τζαννή Τζαννετάκη) και το υπόλοιπο στο Γουορτσέστερσαιρ. Το 2004 στις Τιμητικές Διακρίσεις Νέου Έτους ο Πάτρικ Λη Φέρμορ χρίστηκε ιππότης. Το 2007 ανέφερε πως αποφάσισε να χρησιμοποιήσει γραφομηχανή, έχοντας γράψει όλα τα βιβλία του ως τότε χειρόγραφα.

              

     Από τις ιστορίες του περίφημη είναι εκείνη για την απαγωγή του γερμανού στρατηγού Κράιπε τον Απρίλιο του 1944:

    "Δεν ήτανε κίνηση που θα επιτάχυνε την απελευθέρωση της Κρήτης, αλλά ο Πάντι, ο άλλος βρετανός αξιωματικός κι οι Κρητικοί που συμμετείχαν πίστευαν ότι θα ανέβαζε το ηθικό των κρητών αγωνιστών. Πέρασαν όλοι μαζί, με τον απαχθέντα Κράιπε, τη νύχτα στο βουνό. Με το χάραμα ο Πάντι ακούει τον στρατηγό να μουρμουρίζει στα λατινικά τον πρώτο στίχο από την ωδή του Οράτιου στον Θαλίαρχο. Αναγνωρίζοντας τον στίχο, απήγγειλε τη συνέχεια. Ο Πάντι γράφει ότι για μια στιγμή ο πόλεμος φαινόταν να έχει σταματήσει. Η σχέση του με τον Κράιπε στο υπόλοιπο της ομηρείας του είχε αλλάξει, με τον Πάτρικ να φέρεται να ζητά συγγνώμη από τον γερμανό στρατηγό καθώς του πατούσε τον λαιμό, μες στο αυτοκίνητο της απαγωγής και τον άλλο να απαντά πως κατανοεί πλήρως ότι κάτι τέτοιο υπαγορεύει η περίσταση. Αργότερα, το 1972, σε σχετική εκπομπή της ελληνικής τηλεόρασης, ο Κράιπε ρωτήθηκε πώς του φέρθηκαν οι απαγωγείς του κι απάντησε πως του φερθήκαν ιπποτικά".


      Ο Γερμανός Επιτελάρχης Κρήτης Heinrich Kreipe



Η ομάδα που αιχμαλώτισε τον Κράιπε: Γιώργος Τυράκης, William Moss, Λη Φέρμορ, Μανώλης Πατεράκης & Αντώνης Παπαλεωνίδας

    "Δε τον ενδιέφερε η πολιτική. Κάποιοι απογοητεύθηκαν που στη διάρκεια της χούντας δεν έλαβε θέση δημόσια εναντίον της. Εκείνος αισθανόταν ότι ως Βρετανός που ζούσε στην Ελλάδα, ως άτομο που δεν ήταν έλληνας υπήκοος, δεν είχε δικαίωμα να μιλήσει για ένα εσωτερικό ζήτημα των Ελλήνων. Η μοναδική φορά που ο Πάντι εξοργίστηκε για ζήτημα πολιτικό ήταν το 1955, με το Κυπριακό. Έκρινε ότι η πολιτική της Βρετανίας ήταν ηθικά αστήρικτη κι από άποψη στρατηγικής καταστρεπτική. Τον ενοχλούσε όμως ο τόνος των δημοσιευμάτων των αθηναϊκών εφημερίδων που συνέκριναν τη βρετανική κατοχή της Κύπρου με τη γερμανική κατοχή στην Ελλάδα και, χωρίς να υπερασπίζεται τη βρετανική πολιτική, προσπάθησε να υπερασπιστεί τη καλή πίστη στους βρετανούς πολιτικούς".



               

   
                      Εσωτερικοί χώροι: Γραφείο, βιβλιοθήκη

     Τότε ήταν που ήρθε σε μνημειώδη, προσωρινή, ρήξη με τον παλιό του φίλο Γιώργο Κατσίμπαλη. Κατσίμπαλης, Σεφέρης , Χατζηκυριάκος-Γκίκας, Λόρενς Ντάρελ, Π. Κανελλόπουλος, Τζαννετάκης, βρετανοί αριστοκράτες και καλλιτέχνες, μία ρουμάνα πριγκίπισσα, πολλές κατακτήσεις κι οι έλληνες ψαράδες και χωρικοί από τη Κρήτη ως τη Ρούμελη. Οι φίλοι του Λι Φέρμορ δε περιορίζονται σε τάξεις, φύλα ή ηλικίες. Με ποιους αισθανόταν καλύτερα; Πάλι μας απαντά η Κούπερ:

    "Με όλους ήταν άνθρωπος ευγενής, καλοπροαίρετος, γενναιόδωρος, που έκανε τους ανθρώπους γύρω του να αισθάνονται πιο ενδιαφέροντες, πιο ενθουσιώδεις με τη ζωή, καλά με τον εαυτό τους. Είναι σπουδαίο χάρισμα".



     Η βιογραφία της, καλύπτει όλα όσα έγιναν ακόμα και στη 10ετία του 1960 πια, όταν βρήκε το οικόπεδο στην Καρδαμύλη κι έχτισε το σπίτι, οι ρυθμοί της ζωής του ησύχασαν κι άρχισε το γράψιμο.  Οι αναμνήσεις από τις περιπλανήσεις του στην Ευρώπη, τον κατατάσσουν στους σημαντικούς συγγραφείς της αγγλόφωνης ταξιδιωτικής λογοτεχνίας.

    "Το γλαφυρό, περιγραφικό, πολυεπίπεδο ύφος του δε γνώρισε μιμητές, τα βιβλία του όμως δεν έπαψαν να τυπώνονται. Τον Μπρους Τσάτγουιν, που θεωρείται από μια άποψη διάδοχος του Πάντι, δεν τον διαβάζουν, για τον Πάντι υπάρχει όμως μεγάλο ενδιαφέρον. Το διαπίστωσα με αφορμή την έκδοση της βιογραφίας. Δεν έπαψε να διαβάζεται. Ο Πάντι, όπως κι άλλοι, ο λόρδος Βύρων για παράδειγμα, που συχνά τον συγκρίνουν, ένιωθε πιο ευτυχισμένος όταν βρισκόταν στο εξωτερικό. Οταν ξεκίνησε στα 18 του για το ταξίδι στην Κωνσταντινούπολη, ξαναβρήκε την απίστευτη χαρά του να μη πας πια σχολείο, να μην έχει κανείς προσδοκίες από σένα.
     Του άρεσε να βρίσκεται εκτός Αγγλίας. Αυτόματα αυτό τον τοποθέτησε στη περιφέρεια της βρετανικής λογοτεχνικής σκηνής. Δε μπορούσε να παρακολουθήσει από κοντά τις εξελίξεις, όμως δε μετάνιωσε ποτέ που έζησε στην Ελλάδα. Οταν μετακόμισαν εδώ με τη Τζόαν, είχαν ήδη ταξιδέψει πολύ, στην Ιταλία, στη Γαλλία, στην Ισπανία... Η Ελλάδα όμως ήταν πάντοτε το μέρος όπου ήθελαν να κατασταλάξουν
".

   

     Η κρίση μαινόταν ήδη επί δύο χρόνια στην Ελλάδα όταν πέθανε ο Πάντι, τον Ιούνη του 2011.

    "Δε μιλούσε γι' αυτή. Ήτανε πλέον ηλικιωμένος και καταβεβλημένος. Δε διάβαζε πια εφημερίδες και νομίζω πως δεν ήθελε να σκεφτεί πόσο σοβαρή ήταν η κρίση. Ποτέ όμως δεν είχε χάσει τη πίστη του στους Ελληνες. Ήξερε ότι θα τα βγάλετε πέρα, γιατί είχε ζήσει την Ελλάδα σε δύσκολες περιόδους της ιστορίας της και πάντοτε τα κατάφερνε".

     Ο Πάτρικ Μάικ Λη Φέρμορ έζησε στην Ελλάδα κι έγραφε γι’ αυτή περισσότερο από 40 χρόνια. Παρολαυτά παρέμενε αναμφισβήτητα Βρετανός. Και μπορεί να μιλούσε ελληνικά γρήγορα και με άνεση, αλλά διατηρούσε πάντα μία ευδιάκριτη βρετανική προφορά. Δε μπορούσε να ζήσει χωρίς αγγλικό τσάι, σκοτσέζικο ουίσκι και τους Times του Λονδίνου. Κι όμως ήταν πιο ευτυχισμένος εδώ από οπουδήποτε αλλού.

                 

     Στη παρουσίαση της βιογραφίας του, από τη Κούπερ, "Πάτρικ Λη Φέρμορ Μια περιπέτεια", ένα αληθινά ετερόκλητο κοινό με ανθρώπους από 17 έως 97 (τουλάχιστον) ετών συγκεντρώθηκε στο Μουσείο Μπενάκη, σε μια βραδιά μνήμης κι ιστορίας ποτισμένη με χιούμορ βρετανικό και πνεύμα ελληνικό, μια βραδιά που η γοητευτική ψυχή του βρετανού φάνηκε να αιωρείται για λίγο πάνω από το κατάμεστο αμφιθέατρο. Άνθρωποι που διψούσαν να θυμηθούν τον βρετανό συγγραφέα και να ξανακούσουν ή να ακούσουνε πρώτη φορά ιστορίες από τα ταξίδια του, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά σε μια ταραγμένη από τον Β' Παγκ. Πόλ. Ευρώπη, άκουσαν τη Κούπερ να ξεδιπλώνει τη προσωπικότητα του αγαπημένου της Πάντι, του δικού τους κυρ-Μιχάλη.

    

    
 Φημιζότανε για τη καλή του φυσική κατάσταση ακόμα κι όταν κάπνιζε 4-5 πακέτα τσιγάρα τη μέρα, ωστόσο υπέφερε κατά καιρούς από προβλήματα όρασης κι ακοής. Προς το τέλος της ζωής του είχε καρκίνο, αλλά γενικά ήτανε γυμνασμένος και δείπνησε στο τραπέζι τη τελευταία νύχτα της ζωής του.
    
Τους τελευταίους μήνες είχεν επιδεινωθεί η κατάστασή του, μάλιστα έκανε και μια τραχειοτομή εδώ στην Ελλάδα, αλλά καταλαβαίνοντας το τέλος, θέλησε να χαιρετήσει κάποιους φίλους στην Αγγλία και να επιστρέψει να πεθάνει στη Καρδαμύλη. Έτσι ξεκίνησε το τελευταίο του ταξίδι αλλά τελικά αυτό το ταξίδι δεν έμελλε να είχε επιστροφή.
     Ο Πάτρικ Λη Φέρμορ πέθανε στις 10 Ιούνη 2011, σε ηλικία 96 ετών, μετά από μακρά ασθένεια και θάφτηκε στο κοιμητήρι του Ντάμπλντον.
Αξίζει να σημειωθεί πως άφησε -πλην της γραπτής- και το σπίτι του κληρονομια στην Ελλάδα, με σκοπό να γίνει μουσείο.
     Kατά τη διάρκεια της πλούσιας ζωής του έγαψε τα εξής βιβλία:

   The Traveller's Tree (1950)
   The Violins of Saint-Jacques (1953)
    A Time to Keep Silence (1957), with photographs by Joan Eyres Monsell. This was an early publication from the Queen Anne Press, a company managed by Leigh Fermor's friend Ian Fleming.
    Mani: Travels in the Southern Peloponnese (1958)
    Roumeli: Travels in Northern Greece (1966)
    A Time of Gifts -On Foot to Constantinople: From the Hook of Holland to the Middle Danube (1977, published by John Murray)
    Between the Woods and the Water (1986)
    Three Letters from the Andes (1991)
    Words of Mercury (2003), edited by Artemis Cooper
    Introduction to Into Colditz by Lt Colonel Miles Reid, Michael Russell Publishing Ltd, Wilton (1983). The story of Reid's captivity in Colditz and eventual escape by faking illness so as to qualify for repatriation. Reid had served with Leigh Fermor in Greece and was captured there trying to defend the Corinth Canal bridge in 1941.
    Foreword of Albanian Assignment by Colonel David Smiley, Chatto & Windus, London (1984). The story of SOE in Albania, by a brother in arms of Leigh Fermor, who was later a MI6 agent.
    In Tearing Haste: Letters Between Deborah Devonshire and Patrick Leigh Fermor (2008), edited by Charlotte Mosley. Deborah Cavendish, Duchess of Devonshire, the youngest of the six Mitford sisters, was the wife of the 11th Duke of Devonshire.
   The Broken Road (2013), edited by Artemis Cooper from PLF's unfinished manuscript of the third volume of his account of his walk across Europe in the 1930s.[31]
    Abducting A General – The Kreipe Operation and SOE in Crete (2014)

     Κι εκτός του τίτλου του ιππότη, που τονε δέχτηκε το 2004 ενώ τον είχε αρνηθεί το 1991 (Knight Bachelor) κέρδισε και τα εξής βραβεία:

   1950 Heinemann Foundation Prize Literature για το "The Traveller's Tree"
   1978 WH Smith Literary Award για το "Η Εποχή Της Δωρεάς".
   1991 εκλέχτηκε Honorary Fellow of the Royal Society of Literature
   1995 Chevalier, Ordre des Arts et des Lettres
   2004 Lifetime Achievement Award of the British Guild of Travel Writers.
   2007 Η ελλ. κυβέρνηση τον έκανε Διοικητή του Τάγματος Του Φοίνικα.

     Τέλος να προσθέσω πως έχει αναγορευτεί επίτιμος δημότης Ηρακλείου, Καρδαμύλης και Γυθείου.

            
            ΥΠΉΡΞΕΝ ΈΤΙ ΤΟ ΆΡΙΣΤΟΝ ΕΚΕΊΝΟ, ΕΛΛΗΝΙΚΌΣ


      Σχόλιο δικό μου για τον Μιχάλη ταπεινό όσο ένα ποντικάκι

     Θα ξεκινήσω με τα αγαπημένα μου μαθηματικά: Η στατιστική είναι μια απλή επιστήμη και στηρίζεται στις πιθανότητες -τα λέω απλοϊκά. Πχ αν ρίξεις ένα νόμισμα θαρθει ή κορώνα ή γράμματα δηλαδή 50-50%. Η συνδυασμένη πιθανότητα είναι πχ το να ρίξεις ένα νόμισμα 5 φορές και ναρθει 5 φορές γράμματα. Δηλαδή 1/50χ1/50χ1/50χ1/50χ1/50 και χ 1 υποπολλαπλασιαστή που τώρα δε θυμάμαι καθώς πρέπει να προσδιοριστεί κι η συνέχεια με το ίδιο αποτέλεσμα. Ήδη είδαμε πόσο δύσκολο γίνεται!
     Τώρα θα επιστρέψω στο θέμα μου, κάνοντας μιαν ερώτηση: Πόσοι άνθρωποι στον κόσμο, θα παρατούσανε τη πατρίδα τους, την οικογένειά τους, τη πιθανή τους καρριέρα και θα πηγαίνανε σ' έναν όμορφο τόπο -ναι αλλά πλην όμως παντελώς άγνωστο; Πολλοί τη πατρίδα τους, απαντώ. Πολλοί την οικογένειά τους, ξαναπαντώ. Πολλοί τη καρριέρα τους, ξαναπαντώ χάριν της κουβέντας. Πόσοι όμως εξ αυτών και τα 3 μαζί; Ελάχιστοι, απαντώ. Και πόσοι εξ αυτών των πλέον πολύ ελαχίστων, θα ξεκινούσανε με τα πόδια ένα τεράστιο ταξίδι; Και πόσοι εξ αυτών θα γράφανε τόσον όμορφα για όλη αυτή τη περιπέτεια; Και πόσοι εξ αυτών θα γινόντουσαν λατρεμένοι στη χώρα που διαλέξανε; Και πόσοι εξ αυτών θα πολεμούσανε για κείνη και θα γίνονταν ήρωες εκεί; Και πόσοι εξ αυτών θα θέλανε να πεθάνουν στα χώματά της; Και πόσοι εξ αυτών θα αφήνανε και τη περιουσία τους σε αυτή τη χώρα ώστε να χρησιμοποιηθεί για κάποιο καλό σκοπό;
     Τις τελευταίες ερωτήσεις δε τις απαντώ, γιατί και δακρυσμένος γράφω, αλλά και γιατί δεν έχω απαντήσεις! Δεν έχω απαντήσεις γιατί δε νομίζω να υπήρχε έστω άλλος ένας που να έκανε αυτά που έκανε ο "Παντελής" μας. Ναι ο "Παντελής" μας ήταν ο εντελώς Μοναδικός -με το Μι Κεφαλαίο- πέρα από την απλή διαφορετικότητα και μοναδικότητα που διακατέχει το ανθρώπινο είδος.
     Ο κυρ-Παντελής μας -χωρίς εισαγωγικά πλέον- είναι ο πατέρας του Μοναδικού, ταλαντούχος ή όχι σα συγγραφέας, δε το εξετάζω αυτό τώρα, ήτανε κάτι σπανιότατο κι αξίζει να τιμηθεί. Φυσικά όχι από ποντικάκια σαν κι εμένα, αλλά από πιο ψηλά. Από ένα κράτος, μια κυβέρνηση, μια ακαδημία αθηνών -βάζω με μικρά αυτές τις λέξεις γιατί ντρέπομαι να βάλω κεφαλαίο προ ενός τέτοιου ανθρώπου, στην ίδια παράγραφο!
     Αυτό το βιογραφικό πρεπει να μπει σε κάθε σπίτι. Τα βιβλία του πρέπει να κοσμούνε κάθε μα κάθε βιβλιοθήκη. Κι ας μη τα διαβάσουμε αν δε μας αρέσει το διάβασμα. Προκαλώ, παρακαλώ επιτρέπω, παραινώ, να "κλέψετε" αυτό το άρθρο να το βάλετε σε δικό σας χώρο ή στο τοίχο σας κι ας μη πείτε τις πηγές.
     Θα κλείσω με τη φράση που του γράψαν οι συμπατριώτες του στη ταφόπλακά του, αφού γράψαν αγγλικά τα στοιχεία και τις ημερομηνίες του:

   ΥΠΉΡΞΕΝ ΈΤΙ ΤΟ ΆΡΙΣΤΟΝ ΕΚΕΊΝΟ, ΕΛΛΗΝΙΚΌΣ

   και θα προσθέσω ταπεινά:

   ΥΠΉΡΞΕΝ ΈΤΙ ΤΟ ΆΡΙΣΤΟΝ ΕΚΕΊΝΟ, ΜΟΝΑΔΙΚΌΣ!!!

---------------------------------------------------------------

Τη πατρική σου γη αφήνοντας
γύρεψε ξενικά ακρογιάλια παλικάρι
καλίτερη μια τύχη σε προσμένει εκεί.

Στα ενάντια μη λιποψυχάς:
τον απροσπέλαστο θα συναντήσεις Ίστρο
Τον παγερό βοριά και της Κανώπου
το ατάραχο βασίλειο
Κι όλους που τη γέννηση θωρούν
του Φοίβου και το γέρμα
Πιο ξακουστός που περπατά στα πέρατα,
στα πέρατα του κόσμου.

               ΤΙΤΟΣ ΠΕΤΡΏΝΙΟΣ ΆΡΜΠΙΤΕΡ

Τη πρώτη αλλάζω γνώμη και φωνάζω: "Φτάνει,
το δρόμο παίρνω για τη ξενητειά".
Μα τί λοιπόν, νυχτοήμερα θα σβήνω;
Οι στίχοι μου ανεμπόδιστοι, η ζήση μου
σα τον αγέρα λεύτερη, σα τρίστρατο ανοιχτή.

                              ΤΖΟΡΤΖ ΧΕΡΜΠΕΡΤ

Τώρα φευγάτη 'ναι η εποχή της δωρεάς
-αγόρια που μεστώσατε, λιωμένα χιόνια,
άβυσσε, που τα χρόνια θα γιομίσουν.
Τώρα σε στέρφα γη θα οικοδομήσουμε
χωρίς στολίδια, ζυγώσαμε τη νύχτα
τη δωδέκατη, το σύνορο του πόθου.

                                ΛΟΥΙΣ ΜΑΚ ΝΙΣ

------------------------------------------

            Εισαγωγικό Γράμμα στον Ζαν Φίλντινγκ

     (απόσπασμα συνοδευτικής επιστολής στα χειρόγραφα
            της Πορείας Στη Κωνσταντινούπολη
)

   Αγαπητέ Ζαν,

     καθώς μόλις κατάφερα να βάλω σε τάξη τις λεπτομέρειες αυτών των ταξιδιών μου, οι μέρες εκείνες ξανάρχονται στη μνήμη και πολλά κατοπινά γεγονότα μοιάζουν να γίνανε χθες.
     Έτσι, δυσκολεύομαι να πιστέψω πως έχουνε περάσει τρεις δεκαετιες από τη χρονιά του '42, όταν πρωτοσμίξαμε στη Κρήτη φορώντας κι οι δυο μαύρα κροσσωτά κεφαλομάντιλα, στιβάλια, κρατώντας χαντζάρια με λαβές από ασήμι και φιλντίσι, ζωνάρια κι αρνίσιες προβιές, βουτηγμένοι στη μουντζούρα ως το λαιμό.
     Κάμποσες άλλες συναντήσεις και περιπέτειες ακολούθησαν το πρώτο κείνο αντάμωμά μας στις πλαγιές του όρους Κέντρος κι ευτυχώς το είδος του άτακτου πολέμου μας έκρυβε μέσα του μεγάλα διαστήματα απραξίας στα καταφύγια των βουνών: στις ψηλές αετοκορφές, κάτω από σμήνη αστεριών ή χειμωνιάτικους σταλαγμίτες, ξαπλώναμε ανάμεσα στα βράχια κι αναπολούσαμε τη ζωή μας πριν από τον πόλεμο.

...

     Η επόμενη κίνηση ήταν κι η πρώτη ελεύθερη πράξη της ζωής μου κι όπως η τύχη έμελλε να αποδείξει, η πρώτη που είχε κάποιο νόημα. Όσα ακολούθησαν, που τα ξέρεις μόνον όπως μέσες άκρες στα διηγήθηκα, προσπάθησα να τα βάλω τώρα σε σειρά.
     Ελπίζω οι αναφορές στη Κρήτη να ξυπνήσουνε στη μνήμη σου, με την ίδια ζωντάνια, που ξυπνούν στη δική μου, τα δάση των πρίνων, τις σπηλιές και τις στάνες, όπου για πρώτη φορά εξομολογηθήκαμε ο ένας στον άλλο τις περιπέτειες της πρώτης νιότης μας.

                                                           Καρδαμύλη 1977


                 

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers