Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Ο Dali & Εγώ 

μ. ΣΥΝΟΜΙΛΩΝΤΑΣ ΜΕ ΤΟΝ DALI: Η Μακέτα

 

Σταυρωμένος Σαιν Χουάν 


     (Ένας Εσταυρωμένος που ίπταται κι ίσταται, χωρίς να στηρίζεται πουθενά και καλύπτει τα πάντα. Ένας άνθρωπος πάνω στο Σταυρό, να στέκεται χωρίς καρφιά. Στρεβλά δάχτυλα μαρτυρούν πως θα 'θελε να το αποφύγει, ωστόσο είναι/ήταν στο χέρι του και δε το 'κανε. Κάτω, απλοί άνθρωπο, ψαράδες, αγνοώντας τον ή ίσως και να ξέρουν, δείχνουν νηφάλιοι, ήρεμοι, αγωνιστές εξ ίσου όσο κι αυτός με τους δικούς τους σταυρούς, επίσης επιλεγμένους ή έστω μη έχοντας άλλες επιλογές. Ουρανός και Γη στην Αιώνια ..."Μάχη". Ποιητές και βιοπαλαιστές. Το πέρασμα από τη μιά όχθη στην άλλη. Εναλλαγή. Κοινοί στόχοι. Κοινό τέλος. Συγγενική ενδιάμεση προσπάθεια κι η τραγικότητα που μπορεί να υπάρχει σε τούτο!)

     Τούτη δω ειναι η ιστορία μιας μακέτας, που γεννήθηκε στο μυαλό ενός αγοριού, μεγάλωσε μαζί του, χάρισε τέρψη σε πολλά μάτια και γνώρισε πολλές περιπέτειες. Τόσες περιπέτειες που καμιά μακέτα δε νομίζω να γνώρισε ποτέ. Αλλά στο τέλος...
     Γεννήθηκε στο μυαλό ενός αγοριού και σιγά-σιγά άρχισε να παίρνει μορφή, από το χαρτζιλίκι του. Το αγόρι, πρωτότοκο, -είχεν ένα μικρό αδελφό-, ήταν γόνος πάμπτωχης οικογένειας. Ο πατέρας τουφέκιζε το μεροκάματο κι η μάννα έπαιρνε δουλειά "φασόν" στο σπίτι, έναντι αστείας αμοιβής. Ο μεγάλος λοιπόν, συνέλαβε την ιδέα κι άρχισε να τη φτιάχνει το 1992. Του πήρε περίπου πέντε χρόνια να την ολοκληρώσει και συνολικά του κόστισε πάνω από ενάμισυ εκατομμύριο. 'Οταν πια ήταν τελειωμένη, ήταν χάρμα ιδέσθαι. Κανείς από την οικογένεια δε βαρυγκόμησε ποτέ, για τα χρήματα που πήγαιναν σ' αυτή. Μάλιστα κάθονταν με τις ώρες, στον ελεύθερο χρόνο τους και την απολάμβαναν.
     Ήταν μια μακέτα τραίνου με δυο σιδηροτροχιές, με σταθμό, αίθουσα αναμονής, κόσμο να περιμένει εκεί, φαναράκια και λαμπίτσες, ένα βουνό με το καθιερωμένο τούνελ, σπιτάκια, σχολείο, εκκλησία, δασάκι, λουλουδάκια και γενικά ό,τι θα μπορούσε κανείς να φανταστεί επί πραγματικώ, υπήρχε και στη μακέτα. Έπαιρνε τάση από το ρεύμα του σπιτιού κι είχε τέλεια συνδεσμολογία, ρυθμισμένη με ακρίβεια κι όταν τη βάζανε σε λειτουργία, ήτανε σκέτη απόλαυση. Ο γιος ήτανε περιζήτητος στα μεγάλα μαγαζιά παιχνιδιών, αλλά είχε εμπρός τις εξετάσεις και το στρατιωτικό κι έτσι δεν ενδιαφερόταν, παρόλο που 'βγαζε κανένα μεροκάματο που και που. Του τη ζητούσανε πάνω από δυο εκατομμύρια αλλά αυτό δεν ήθελε να το ακούσει κανείς, από την οικογένεια, ούτε κι ο ίδιος φυσικά. 
     Έφτασε η χρονιά του χρηματιστηρίου, όπου όλα κυλούσαν τρελλά κι αμέσως μετά ο μεγάλος σεισμός του 1999. Το ιδιόκτητο σπιτάκι τους, έπαθε μεγάλη ζημιά, πλέον "μη κατοικίσιμο", πέσανε κομμάτια του παντού, μα -ω του θαύματος- δεν έπαθε τίποτε η μακέτα. Η οικογένεια το πανηγύρισε, μέσα στη τρομερή της δυστυχία. Όταν όμως σφίξανε τα πράματα, αναγκάστηκε να τη πουλήσει, 1.300.000 δρχ. και το πανηγύρισε γιατί πέτυχε τη καλύτερη δυνατή τιμή, μιας κι όλοι τους έδιναν 1.200.000 και μόνον ένας τους έδινε 1.250.000! Εκεί πάνω στη στεναχώρια τους, ο πατέρας έπαθε καρδιακό και κόντεψε να πεθάνει. Το προλάβανε στο "παρατρίχα", γιατί είχε μια βουλωμένη αρτηρία. Η οικογένεια το πανηγύρισε, που σώθηκε ο πατέρας, ωστόσο έπρεπε να εγχειριστεί άμεσα. Η ουρά στα κρατικά νοσοκομεία ήταν μεγάλη, όμως η οικογένεια πανηγύρισε γιατι βρήκε δωροδοκώντας, ένα μέσο κι επίσπευσε τις διαδικασίες. Συνολικό κόστος εγχείρησης, πλην ταμείου συν τη δωροδοκία, 1.000.000 δρχ περίπου. Τα υπόλοιπα 300 χιλιάρικα, είχαν ήδη ξοδευτεί προς βιοπορισμό κι έτσι η μακέτα, έσβυσε και σα ποσό πλέον από πάνω τους. Η οικογένεια που πια δεν είχε σπίτι, ούτε και μακέτα και θα τα 'φερνε πολύ δύσκολα βόλτα απ' εδώ και πέρα, πανηγύρισε γιατί είχε σωθεί ο πατέρας.
     Η μακέτα δεν έμεινε ούτε μέρα, στο μαγαζί όπου πουλήθηκε. Αφήνωντας καθαρό κέρδος 300.000 δρχ. μεταπουλήθηκε 1.600.000 σε κάποιον εκκεντρικό, τρελούτσικο, εργένη επιχειρηματία, που 'τανε μανιώδης συλλέκτης. Κι αυτός μαγεύτηκε, απ' αυτή και πρόσθεσε άλλες 300.000 δρχ. πάνω της, σε κάποια κομάτια και το συμπλήρωμα ενός ρυακιού που χυνότανε σε μια λιμνούλα. Καθότανε κι αυτός με τις ώρες και τη χάζευε. Όμως ήταν ήδη "ανοιχτός" στις επιχειρήσεις του και σε συνδυασμό με τη συνεχόμενη πτώση του χρηματιστηρίου, πτώχευσε. Μην αντέχοντας το κακό, αυτοκτόνησε ένα απόβραδο, τη παραμονή που θα 'ρχονταν οι κλητήρες, για τη δήμευση της περιουσίας του. Ένα ζευγάρι υπηρέτες που 'χε στο σπίτι, πρόλαβαν κι άρπαξαν τη μακέτα, σαν αμοιβή, για τα καθυστερούμενα τους κι όπως αυτή δεν ήταν καταγραμμένη στα βιβλία, διέλαθε της προσοχής των κλητήρων.
     Το ζευγάρι δεν είχε παιδιά -εκείνος γύρω στα 45 κι εκείνη 35- μα ήταν αγαπημένο, μέχρι κείνες τις μέρες. Όμως η ανεργία τους, χτύπησε άσχημα στον άντρα, που άρχισε να πίνει ξαφνικά. Δεν έβγαινε να ψάξει για δουλειά, αντίθετα έβγαινε για να πιει. Εκείνη πήγαινε σε σπίτια καθαρίστρια και το λιγοστό της μεροκάματο, το 'παιρνε αυτός και το 'κανε πιοτί. Πέρασε καιρός έτσι κι όταν πια είχε γίνει αλκοολικός, τότε θυμήθηκε τη μακέτα. Την έστησε, τη σύνδεσε κι άρχισε κι αυτός να υποκύπτει στα θέλγητρά της. Όταν δεν ήταν για πιοτό, καθόταν με τις ώρες και τη χάζευε. Οι σκηνές με τη συμβία του είχανε γίνει πολύ άσχημες, μα κείνη δεν έβγαζε κουβέντα.
     Δεχόταν χυδαίο υβρεολόγιο και ξύλο αγόγγυστα, μέχρι που κάποιος 32αρης μπεκιάρης και κομψευόμενος, την άρχισε στενή πολιορκία. Έπειτα από μεγάλη πάλη, με τον εαυτό της και τα ήθη, αφέθηκε να ενδώσει σ' αυτό τον παράνομο δεσμό. Έτσι ξεχνούσε και τις ύβρεις και το ξύλο του προκομένου της, ο οποίος δεν έβγαινε τώρα πια έξω για πιοτό. Το παράγγελνε να του το φέρνει, κάθε που σχόλαγε, το 'πινε λαίμαργα χαζεύοντας τη μακέτα, γινόταν "τάβλα", την έβριζε, την έδερνε και μόλις έπεφτε ξερός, εκείνη λάκιζε να βρει το "φως" και τη "χαρά" της όπως έλεγε τον "παράνομο"! Όταν όμως το ...φως της βαρέθηκε, γιατί βρήκε μιαν άλλη "περιστέρα", εκείνη διάλυσε.
     Τσάκισε σα κλαράκι και τίποτε πια δε μπορούσε να γεμίσει το τεράστιο κενό που 'νιωθε. 'Αρχισε να μην αντέχει πια τίποτε και μετά από τρομερή σκηνή με το κτήνος της, πήρε μεγάλη κι υστερική απόφαση. Περίμενε να ξεραθεί πρώτα στον ύπνο αυτός, πήρε ένα μεγάλο μαχαίρι και πλησίασε να του κόψει το λαρύγγι. Όταν τονε πλησίασε, κραδαίνωντας υστερικά το μαχαίρι κι είδε το ήρεμο πρόσωπό του, να 'ναι ξένοιαστο, δε βάσταξε, να τονε σφάξει. Στράφηκε προς τη μακέτα, που ξεχασμένη ανοιχτή, έκανε πάντα την ίδια ατέρμονη παράσταση και ξέσπασε πάνω της, όλη τη συσσωρευμένη μανία της. Την έκανε κομματάκια και παραλίγο μάλιστα να τη χτυπήσει το ρεύμα. Έπειτα αποκαμωμένη, άφησε το μαχαίρι να πέσει στο πάτωμα κι έπεσε κι εκείνη για ύπνο. Όταν όμως εκείνος ξύπνησε κι είδε τη μακέτα διαλυμένη, θόλωσε! Ήπιε το υπόλοιπο μπουκάλι, τη ξύπνησε την έδειρε κι όταν εκείνη πάσχισε, για πρώτη φορά ν' αμυνθεί, αυτός έσκυψε, έπιασε από κάτω το μαχαίρι και την έσφαξε χωρίς να το σκεφτεί.
     Έτσι απλά την έσφαξε! Όταν το πρωί, ήρθε η αστυνομία να τον μαζέψει, τονε βρήκε να ροχαλίζει τύφλα στο μεθύσι κι εκείνη, σφαγμένη σα τραγί να κείτεται στο πάτωμα. Κανείς δεν έδωσε σημασία στη κατεστραμμένη μακέτα, που 'τανε ποτισμένη στο αίμα. Κι όμως...
     Τούτη δω ήταν η ιστορία μιας μακέτας, που γεννήθηκε στο μυαλό ενός αγοριού, μεγάλωσε μαζί του, χάρισε τέρψη σε πολλά μάτια και γνώρισε πάμπολλες περιπέτειες. Τόσες περιπέτειες, που καμιά μακέτα δε νομίζω να γνώρισε ποτέ, αλλά στο τέλος, γεμάτη αίματα, έκλεισε το μικρό της κύκλο, ξεχασμένη κι άχρηστη!

                                                                 Αρχές Φλεβάρη 2002

 

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers