ÐåæÜ

Ðïßçóç-Ìýèéá

Ï Dali & Åãþ

ÈÝáôñï-ÄéÜëïãïé

Äïêßìéá

Ó÷üëéá-Áñèñá

ËáïãñáöéêÜ

ÅíäéáöÝñïíôåò

ÊëáóóéêÜ

Áñ÷áßá Åëë Ãñáìì

ÄéáóêÝäáóç

ÐéíáêïèÞêç

ÅéêáóôéêÜ

Ðáãê. ÈÝáôñï

Ðëçñ-Ó÷ïë-Åðéêïéí.

Öáíôáóôéêü

Åñ. Ëïãïôå÷íßá

Ãëõðô./Áñ÷éô.

ÊëáóóéêÜ ÉÉ

 
 

ÊëáóóéêÜ 

ÊáæáíôæÜêçò Íßêïò: ÄéáíïçôÞò Áôßèáóïò ÁíÝíôá÷ôïò

(( Θαρρþ δεν εßμαι παρÜ τοýτο:
                        μια απροσκýνητη ψυχÞ. ))


    Βιογραφικü

     Ο Νßκος ΚαζαντζÜκης απü τους μεγαλýτερους σýγχρονους ¸λληνες ΛογοτÝχνες ΔιανοητÝς, Þτανε συγγραφÝας, δημοσιογρÜφος, πολιτικüς, μουσικüς, ποιητÞς και φιλüσοφος, με πλοýσιο λογοτεχνικü, ποιητικü και μεταφραστικü Ýργο. Αναγνωρßζεται ως Ýνας απü τους σημαντικüτερους σýγχρονους ¸λληνες λογοτÝχνες κι ως ο περισσüτερο μεταφρασμÝνος παγκοσμßως. ¸γινε ακüμη γνωστüτερος μÝσω της κινηματογραφικÞς απüδοσης των Ýργων του Ο Χριστüς ξανασταυρþνεται, Βßος και Πολιτεßα του ΑλÝξη ΖορμπÜ κι Ο Τελευταßος Πειρασμüς. ¹ταν Ýνας απü τους πιο σεβαστοýς απü το λαü κι απü τους πλÝον αναγνωρισμÝνους στο εξωτερικü συγγραφεßς. Απü το 1945 Ýως το 1948 Þταν πρüεδρος της Εταιρßας ΕλλÞνων Λογοτεχνþν.
     ΓεννÞθηκε στο ΗρÜκλειο ΚρÞτης, στις 18 ΦλεβÜρη 1883, ΠαρασκευÞ των ψυχþν κι üλοι εßπαν üτι θα γινüτανε δεσπüτης, σε μιαν εποχÞ μÜλιστα στην οποßα το νησß αποτελοýσε ακüμη τμÞμα της ΟθωμανικÞς Αυτοκρατορßας. Ο πατÝρας του, ΜιχÜλης ΚαζαντζÜκης (1856–1932), με καταγωγÞ απü τους ΒαρβÜρους (σημερινÞ ΜυρτιÜ, üπου βρßσκεται και το Μουσεßο ΚαζαντζÜκη), Þταν Ýμπορος γεωργικþν προúüντων και κρασιοý κι αργüτερα Ýμελλε να γßνει μßα απü τις πηγÝς Ýμπνευσης για τον ΚαπετÜν ΜιχÜλη, στο ομþνυμο μυθιστüρημα του γιου του. ΜεγÜλωσε σε περιβÜλλον αυστηρÜ θρησκευτικü κι υπερπατριωτικü, με το üραμα της απελευθÝρωσης της ΚρÞτης απü τους Τοýρκους. Η μητÝρα του Μαρßα ΧριστοδουλÜκη (1862–1932), με καταγωγÞ απü το χωριü Ασσυρþτοι, -το σημερινü ΚρυονÝρι του ΔÞμου ΜυλοποτÜμου στο νομü Ρεθýμνου. Εßχε 2 αδελφÝς, την Αναστασßα (1884) και την ΕλÝνη (1887) κι Ýναν αδελφü, το Γιþργο (1890), που πÝθανε σε βρεφικÞ ηλικßα. Στο ΗρÜκλειο Ýλαβε τη στοιχειþδη μüρφωση κι Ýπειτα το 1897 γρÜφτηκε στη ΓαλλικÞ ΕμπορικÞ ΣχολÞ του Τßμιου Σταυροý στη ΝÜξο, üπου διδÜχθηκε τη γαλλικÞ και την ιταλικÞ γλþσσα κι Þρθε σε 1η επαφÞ με τον δυτικü πολιτισμü. Το 1899 επÝστρεψε στο ΗρÜκλειο κι ολοκλÞρωσε τις γυμνασιακÝς σπουδÝς του.
     Σε μßα σχολικÞ παρÜσταση Ýπαιξε το ρüλο του ΚρÝοντα στη τραγωδßα του ΣοφοκλÞ, Οιδßπους Τýραννος. Η αναζÞτηση του νοÞματος της ζωÞς Þταν η δικÞ του εσωτερικÞ επανÜσταση στο κατεστημÝνο: "Να διαταρÜξω τη τÜξη συντρßβωντας το πρωτüκολλο ξεστρατßζοντας απü τους προγüνους. Να αλητÝψω στ' απαγορευμÝνα, στις αγÝρωχες κι επικßνδυνες περιοχÝς του αβÝβαιου. Να δεχτþ ατÜραχος -ακüμη πιüτερο: σαν ευλογßα- τη κατÜρα του πατÝρα και της μÜνας. Να Ýχω το θÜρρος να εßμαι μüνος".

---<---<---@
Και ποιÜ εßναι η πιο αψηλÞ εντολÞ; Ν' αρνηθεßς üλες τις παρηγοριÝς -θεοýς, πατρßδες, ηθικÝς, αλÞθειες- ν' απομεßνεις μüνος και ν' αρχßσεις να πλÜθεις εσý με μοναχÜ τη δýναμÞ σου, Ýνα κüσμο που να μη ντροπιÜζει τη καρδιÜ σου. ΠοιÜ 'ναι η πιο αντρßκεια χαρÜ; Ν' αναλαβαßνεις τη πÜσα ευθýνη.
---<---<---@

        Τις εγκýκλιες σπουδÝς του Ýκανε στην ιδιαßτερη πατρßδα του και στη ΝÜξο, üπου κατÜ τη 2eτßα 1897-9 εßχε καταφýγει η οικογÝνειÜ του, λüγω της κρητικÞς εξÝγερσης εναντßον των τουρκικþν δυνÜμεων κατοχÞς. Το 1902 Þρθε στην ΑθÞνα κι Üρχισε να φοιτÜ στη ΝομικÞ. Αποφοßτησε με Üριστα και στο πτυχßο του μÜλιστα φαßνεται κι η υπογραφÞ του ΚωστÞ ΠαλαμÜ, που Þτανε γραμματÝας στο πανεπιστÞμιο, θÝση μßα και μοναδικÞ τüτε. ΣυνÝχισε τις μεταπτυχιακÝς σπουδÝς του στο Παρßσι, üπου και συνÜντησε τον Ýναν απü τους 3 μεγÜλους δασκÜλους του, τον Henri Bergson -οι Üλλοι 2 Þταν ο ¼μηρος κι ο Dante. Ο Bergson τοý ενÝπνευσε το üραμα της προσωπικÞς λýτρωσης του ανθρþπου απü τα δεσμÜ και τα πρÝπει χωρßς την αναμονÞ μιας μεταθανÜτιας δικαßωσης. "Σωτηρßα δεν υπÜρχει", Ýλεγε. "Οι Üνθρωποι, ο καθÝνας χωριστÜ, λυτρþνουν το θεü τους, γßνονται ΣωτÞρες του Θεοý. Εßσαι ελεýθερος Üνθρωπος, üχι μισθοφüρος. Να παλεýεις χωρßς να καταδÝχεσαι να ζητÜς ανταμοιβÞ, αυτü εßναι η αληθινÞ ελευθερßα". Τον ßδιο χρüνο με το πτυχßο, αρχßζει ουσιαστικÜ η σταδιοδρομßα του στα γρÜμματα και στη σκÝψη. ΣυνεργÜζεται με το περιοδικü ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ και την εφημερßδα ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ, üπου δημοσιεýει χρονογραφÞματα με το ψευδþνυμο Ακρßτας.



     Το 1906 δημοσιεýεται και το 1ο βιβλßο του, ¼φις & Κρßνο, με το ψευδþνυμο ΚÜρμα ΝιρβαμÞ, για να ακολουθÞσουνε την ßδια χρονιÜ το δοκßμιο Η Αρρþστια του Αιþνος κι Ýπειτα το θεατρικü Ýργο Ξημερþνει. Το τελευταßο το υπÝβαλε στον Παντελßδειο Δραματικü Αγþνα κι επαινÝθηκε, δßχως üμως οýτε αυτü οýτε κανÝνα Üλλο εκεßνη τη χρονιÜ να βραβευθεß. Την επüμενη χρονιÜ υπÝβαλε ανεπιτυχþς κι αυτÞ τη φορÜ 2 ακüμη θεατρικÜ του Ýργα στον ßδιο διαγωνισμü, το ¸ως πüτε;, το οποßο παινÝθηκε, και το ΦασγÜ, ενþ Ýγραψε κι Ýνα μυθιστüρημα, τις ΣπασμÝνες ΨυχÝς. ΑκολουθÞσανε 2 ακüμη θεατρικÜ Ýργα, η μονüπρακτη τραγωδßα Κωμωδßα και το Η Θυσßα, το οποßο δημοσιεýθηκε αργüτερα με τον τßτλο Ο ΠρωτομÜστορας. Το τελευταßο υποβλÞθηκε το 1910 στον ΛασσÜνειο Δραματικü Αγþνα και κÝρδισε το 1ο βραβεßο, ενþ διασκευÜστηκε και σε λιμπρÝτο απü τον Μανþλη Καλομοßρη ο οποßος το μελοποßησε σε üπερα.
    ΠαρÜλληλα αρθρογραφοýσε σε διÜφορες εφημερßδες και περιοδικÜ με τα ψευδþνυμα Ακρßτας, ΚÜρμα ΝιρβαμÞ και ΠÝτρος Ψηλορεßτης, ενþ το 1907 ξεκßνησε μεταπτυχιακÝς σπουδÝς στο Παρßσι. ΣημαντικÞ επßδραση στον ΚαζαντζÜκη εßχαν οι διαλÝξεις του Ανρß Μπεργκσüν, τις οποßες παρακολουθοýσε και τον οποßο παρουσßασε στην ΑθÞνα με Ýνα δοκßμιü του το 1912, H. Bergson. Το 1909 επÝστρεψε στην ΕλλÜδα κι εξÝδωσε στο ΗρÜκλειο τη διατριβÞ του επß υφηγεσßα Ο Φρειδερßκος Νßτσε εν τη Φιλοσοφßα του Δικαßου και της Πολιτεßας. Το 1910 εγκαταστÜθηκε μüνιμα στην ΑθÞνα και το 1911 παντρεýτηκε τη ΓαλÜτεια Αλεξßου, στην εκκλησßα του Αγßου Κωνσταντßνου, στο νεκροταφεßο Ηρακλεßου κι αυτü γιατß φοβüτανε τον πατÝρα του, που δεν την Þθελε για νýφη.. Στον Α´ Βαλκ. Πüλ., το 1912, κατατÜχθηκε εθελοντÞς, αλλÜ τελικÜ διορßστηκε στο γραφεßο του πρωθυπουργοý Ελευθερßου ΒενιζÝλου.
    Απü το 1907 ως το 1909 εßναι εγκατεστημÝνος στο Παρßσι για ανþτερες σπουδÝς στα νομικÜ. ΠαρÜλληλα παρακολουθεß μαθÞματα του Ανρß Μπερξüν, απü τον οποßο κι επηρεÜστηκε βαθýτατα. ΕπιστρÝφοντας δημοσιεýει σε συνÝχειες (30/8/1909-7/2/10), στο περιοδικü ΝΟΥΜΑΣ, τις ΣπασμÝνες ΨυχÝς. Ακüμα, κριτικÜ μελετÞματα στα περιοδικÜ ΝΕΑ ΖΩΗ της ΑλεξÜνδρειας και ΠΑΝΑΘΗΝΑΙΑ.
 Το 1910 Ýρχεται να εγκατασταθεß στην ΑθÞνα, μαζß με τη ΓαλÜτεια Αλεξßου (1881-1962), παßρνει μÝρος στη κßνηση για την ßδρυση του Εκπαιδευτικοý Ομßλου. ΜεταφρÜζει Νßτσε, Μπερξüν, ΔαρβßνοΤζÝημς, Μπßχνερ, ΠλÜτωνα. Ο ΠαντελÞς ΠρεβελÜκης, φßλος και βιογρÜφος του, θεωρεß πως τüτε Üναψε κι η 1η σπßθα που θα Ýδινε Ýπειτα απü 24 χρüνια την Οδýσεια. Το 1914, μÝσω των δραστηριοτÞτων του Εκπαιδευτικοý Ομßλου γνωρßζεται με τον Σικελιανü συνÜπτουνε φιλßα και μαζß ταξιδεýουνε το ¢γιον ¼ρος üπου διÝμειναν περßπου 40 μÝρες, ενþ περιηγÞθηκαν και σε πολλÜ ακüμη μÝρη της ΕλλÜδας αναζητþντας "τη συνεßδηση της γης και της φυλÞς τους": ΑθÞνα, Ελευσßνα, Δελφοß, Κüρινθος, ΜυκÞνες, ¢ργος, ΤεγÝα, ΣπÜρτη, ΜυστρÜς κ.α.. Προσπαθεß ν' ασχοληθεß βιοποριστικÜ με μεταλλευτικÝς επιχειρÞσεις για Ýνα μÞνα στη ΠρÜστοβα της ΜÜνης, μαζß με τον μεταλλωρýχο Γιþργη ΖορμπÜ.
    Το 1922 επισκÝφτηκε τη ΒιÝννη, üπου Þρθε σε επαφÞ με το Ýργο του Σßγκμουντ Φρüυντ και τις βουδιστικÝς γραφÝς. ΕπισκÝφθηκε ακüμη τη Γερμανßα, ενþ το 1924 Ýμεινε 3 μÞνες στην Ιταλßα. Τη περßοδο 1923–1926 πραγματοποßησε επßσης αρκετÜ δημοσιογραφικÜ ταξßδια στη ΣοβιετικÞ ¸νωση, τη Παλαιστßνη, τη Κýπρο και την Ισπανßα, üπου του παραχþρησε συνÝντευξη ο δικτÜτορας Πρßμο ντε ΡιβÝρα. Τον Οκτþβρη του 1926 πÞγε στη Ρþμη και πÞρε συνÝντευξη απü τον Μπενßτο Μουσολßνι. Επßσης, εργÜστηκε ως ανταποκριτÞς των εφημερßδων Ακρüπολις, Ελεýθερος Λüγος, Ελεýθερος Τýπος, Η ΚαθημερινÞ κ.Ü. Εßχε, βÝβαια, γνωριστεß με την ΕλÝνη Σαμßου, το 1924 (το διαζýγιο με τη ΓαλÜτεια εκδüθηκε το 1926), με την οποßα Ýζησε 21 χρüνια χωρßς γÜμο. Παντρεýτηκαν το 1945 κι αυτü γιατß με τον καλü του φßλο, το Σικελιανü και τη 2η γυναßκα του, θα πÞγαιναν στις ΗΠΑ. Το 1925 συνελÞφθη στο ΗρÜκλειο της ΚρÞτης, αλλÜ κρατÞθηκε μüνο για 24 þρες, επειδÞ απü το 1924 εßχε αναλÜβει τη πνευματικÞ ηγεσßα μιας κομμουνιστικÞς οργÜνωσης δυσαρεστημÝνων προσφýγων και παλαιμÜχων απü τη ΜικρασιατικÞ εκστρατεßα. Αυτü το επεισüδιο αναφÝρεται κι απü τον ΠρεβελÜκη και την ¸λλη Αλεξßου.  Το 1927 εκδßδει την ΑσκητικÞ και το 1928, μαζß με τον ελληνορουμÜνο πεζογρÜφο ΠαναÀτ ΙστρÜτι, τον οποßο εßχε γνωρßσει τον προηγοýμενο χρüνο στη ΣοβιετικÞ ¸νωση, μιλÜνε σε συγκÝντρωση, στο ΘÝατρο ΑΛΑΜΠΡΑ, για τη πορεßα και τις επιτεýξεις της σοσιαλιστικÞς επανÜστασης στη Ρωσßα. ΟργανωτÞς της συγκÝντρωσης ο ΔημÞτρης Γληνüς. Ακολουθεß δικαστικÞ δßωξη ομιλητþν κι οργανωτÞ.
     Η δßκη ορßσθηκε στις 3 Απρßλη, αναβλÞθηκε μερικÝς φορÝς και δεν Ýγινε ποτÝ. Τον Απρßλη ξαναβρÝθηκε στη Ρωσßα, üπου γρÜφει Ýνα κινηματογραφικü σενÜριο για το ρωσικü κινηματογρÜφο με θÝμα απü τη ΕλληνικÞ ΕπανÜσταση του 1821, Το Κüκκινο ΜαντÞλι. Τον ΜÜη του 1929 απομονþθηκε σε αγρüκτημα στη Τσεχοσλοβακßα, üπου ολοκλÞρωσε στα ΓαλλικÜ τα μυθιστορÞματα Τüντα-ΡÜμπα (Toda-Raba, μετονομασßα του αρχικοý τßτλου Moscou a crié) και Kapétan Élia. Τα Ýργα αυτÜ εντÜσσονταν στη προσπÜθειÜ του να καταξιωθεß διεθνþς ως συγγραφÝας. Η γαλλικÞ Ýκδοση του μυθιστορÞματος Toda-Raba Ýγινε με το ψευδþνυμο Nikolaï Kazan. Το 1930 θα δικαζüτανε, πÜλι, για αθεúσμü, για την ΑσκητικÞ. Η δßκη ορßσθηκε για τις 10 Ιουνßου, αλλÜ κι αυτÞ δεν Ýγινε ποτÝ.

---<---<---@
Γιατß το Φως εßναι Ýνα, αδιαßρετο κι οπουδÞποτε νικÞσει Þ νικηθεß, νικÜει και νικιÝται και μÝσα σου.
---<---<---@

     Στο διÜστημα 1929-33 συνεχÞ ταξßδια σε: Γερμανßα, Γαλλßα, Ισπανßα. To 1931 επÝστρεψε στην ΕλλÜδα κι εγκαταστÜθηκε εκ νÝου στην Αßγινα, üπου ανÝλαβε τη συγγραφÞ ενüς γαλλοελληνικοý λεξικοý. ΜεταφρÜζει Ýμμετρα τη "Θεßα Κωμωδßα" του ΔÜντη (1931) και γρÜφει μεγÜλο μÝρος των ωδþν, που αργüτερα θα ενσωματωθοýνε στις "Τερτσßνες" (1960). Απü το 1933 ως το 1944 εγκαθßσταται μüνιμα πλÝον στην Αßγινα, αν κι οι απουσßες του εßναι συχνÝς: ταξßδι σε Ιαπωνßα και Κßνα (1935) και δημοσßευση των εντυπþσεþν του στην ΑΚΡΟΠΟΛΗ (1938), ταξßδι στην Αγγλßα (1939) και δημοσßευση των εντυπþσεþν του σε βιβλßο (1941).



     Το ßδιο διÜστημα δημοσιεýει, πλÞθος κειμÝνων και μεταφρÜσεις Ισπανþν λυρικþν στο περιοδικü ΚΥΚΛΟΣ (1933). ¸κδοση του μυθιστορÞματος Ο Βραχüκηπος στην Ολλανδßα και στη ΧιλÞ. Δημοσßευση στη ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ του 1ου μÝρους του "ΦÜουστ" του Γκαßτε. ¸κδοση της Θεßας Κωμωδßας. Το 1942 εκφρÜζει την επιθυμßα να πÜρει μÝρος στην αντßσταση. Αρχßζει τον ßδιο χρüνο να συνεργÜζεται με τον Ι. ΚακριδÞ για τη μετÜφραση της ΙλιÜδας. ΓρÜφει τα θεατρικÜ Καποδßστριας και Κωνσταντßνος Παλαιολüγος. Το 1945 ενεργüτερη συμμετοχÞ του στα πολιτικÜ πρÜγματα. Πρüεδρος ΣοσιαλιστικÞς ΕργατικÞς ¸νωσης. ΟνομÜζεται Υπουργüς 'Ανευ Χαρτοφυλακßου (26/11/45-11/1/46) στη ΚυβÝρνηση Σοφοýλη. ΠροβÜλλεται η υποψηφιüτητÜ του ως Ακαδημαúκοý αλλÜ τελικÜ δεν εκλÝγεται για 2 ψÞφους.  Το ΝοÝμβρη του 1945 παντρεýτηκε την ΕλÝνη Σαμßου, στον ¢ι-Γιþργη τον Καρýτση, με κουμπÜρους τον ¢γγελο και την ¢ννα Σικελιανοý. Επßσης, ναρκοθετεßται απü πολιτικοýς συντηρητικοýς κýκλους η υποψηφιüτητÜ του, üπως και του Σικελιανοý, για το Βραβεßο Νüμπελ Λογοτεχνßας. Αρχßζει μιαν ιδιαßτερα παραγωγικÞ περßοδο, η τελευταßα της ζωÞς του: γρÜφει τη τραγωδßα Σüδομα & Γüμορρα, το μυθιστüρημα Ο Χριστüς Ξανασταυρþνεται, τις τραγωδßες Χριστüφορος Κολüμβος και ΘησÝας (1948-1949). Το 1952 μια μüλυνση στο μÜτι τον υποχρÝωσε να νοσηλευτεß για μεγÜλο διÜστημα στην Ολλανδßα και το Παρßσι, χωρßς ωστüσο αποτÝλεσμα. Η μüλυνση Þτανε προχωρημÝνη, με αποτÝλεσμα να χÜσει τελικÜ την üραση απü το δεξß του μÜτι.
     Το 1953 τελειþνει το μυθιστüρημα Ο Τελευταßος Πειρασμüς κι η Εκκλησßα ζητÜ τον διωγμü του, αν και δεν Ýχει ακüμα κυκλοφορÞσει το βιβλßο. Επßσης το Βατικανü γρÜφει το βιβλßο στον Πßνακα (Index) των απαγορευμÝνων αναγνωσμÜτων.
Την ßδια εποχÞ κι η Ορθüδοξη Εκκλησßα επιχειρεß τη δßωξÞ του για ιεροσυλßα επικαλοýμενη ορισμÝνες σελßδες του ΚαπετÜν ΜιχÜλη κι ολüκληρο τον Τελευταßο Πειρασμü. Ο ßδιος, απαντþντας στην απειλÞ, γρÜφει στους ιερÜρχες: "Μου δþσατε μßα κατÜρα, ¢γιοι πατÝρες, σας δßνω κι εγþ μßα ευχÞ: σας εýχομαι να 'ναι η συνεßδησÞ σας τüσο καθαρÞ üσο εßναι η δικÞ μου και να 'στε ηθικοß και θρÞσκοι üσο εßμαι εγþ". ΑνÜλογη Þταν η απÜντησÞ του και προς το Βατικανü: "Adtuum, Domine, tribunal appello". (Στο δικαστÞριü Σου, Κýριε, ασκþ Ýφεση). ΤελικÜ με παρÝμβαση του ΠατριÜρχη Αθηναγüρα που 'χε δηλþσει üτι τα Ýργα του συγγραφÝα κοσμοýνε τη πατριαρχικÞ βιβλιοθÞκη, η Εκκλησßα δε θα προχωρÞσει στον αφορισμü. 
Αποφασßζει να ταξιδÝψει για φορÜ στη Κßνα, μÝσω ΠρÜγας και Μüσχας. Δυστυχþς η υγεßα του Ýχει κλονιστεß ιδιαßτερα εκεß στη Κßνα, γιατß Ýπρεπε να εμβολιαστεß για ευλογιÜ και χολÝρα. Το εμβüλιο, üμως, κακοφüρμισε και του γýρισε σε γÜγγραινα και με Ýξοδα της κυβÝρνησης της Κßνας μεταφÝρθηκε πρþτα στη ΚοπεγχÜγη της Δανßας κι ýστερα στο ΦρÜιμπουρκ (Freiburg im Breisgau) της Γερμανßας για νοσηλεßα. Η δυνατÞ του κρÜση βοÞθησε στη θεραπεßα της γÜγγραινας. ΠροσβλÞθηκε, üμως, απü ασιατικÞ γρßπη, βαρειÜς μορφÞς, που τον οδÞγησε τελικÜ στο θÜνατο. Εντοýτοις, σýμφωνα με Üλλες μαρτυρßες, εßχε εμφανιστεß λευχαιμßα στον ΚαζαντζÜκη κατÜ το χειμþνα του 1938, 19 χρüνια πριν απ' το τÝλος του και λÝγεται πως αυτü Þταν η αιτßα να γßνει üλη αυτÞ η επιβÜρυνση, σε συνδυασμü φυσικÜ με τη γρßππη. ΤελικÜ εκεß στο ΦρÜιμπουργκ πεθαßνει στις 26 Οκτþβρη 1957, σ' ηλικßα 74 ετþν. Η σορüς του μεταφÝρθηκε στην ΑθÞνα, αλλÜ η Εκκλησßα της ΕλλÜδος αρνÞθηκε να την εκθÝσει σε λαúκü προσκýνημα. Το προσκýνημα Ýγινε, τελικÜ, στον μητροπολιτικü ναü του Ηρακλεßου. Δεν εψÜλλει νεκρþσιμος ακολουθßα, αλλÜ πλÞθος κüσμου ακολοýθησε το νεκρü στη ταφÞ του, στα ενετικÜ τεßχη της πüλης. Αργüτερα, στον τÜφο του θα χαραχθεß η επιγραφÞ που ο ßδιος εßχε επιλÝξει:

---<---<---@
Δεν ελπßζω τßποτα. Δεν φοβοýμαι τßποτα. Εßμαι λÝφτερος.
---<---<---@



      Tαξßδεψε üσο λßγοι: Ýκανε πολýμηνα ταξßδια σε Ρωσßα, Ιαπωνßα, Κßνα, Γαλλßα, Γερμανßα, Αυστρßα, Αßγυπτο, ΝÜξο, ΑθÞνα, Παρßσι, ¢γιον ¼ρος, Καýκασο, Κýπρο, Παλαιστßνη, ΣινÜ, Τσεχοσλοβακßα, Αγγλßα, Ολλανδßα, Γιουγκοσλαβßα, Ελβετßα, Ιταλßα κι Ισπανßα, üπου παρακολοýθησε τον εμφýλιο πüλεμο ως ανταποκριτÞς της ΚαθημερινÞς κι Ýζησε μεγÜλα διαστÞματα της ζωÞς του σε ΒιÝννη, Βερολßνο, Λονδßνο, Παρßσι, και τη γαλλικÞ Αντßμπ. Εμπνεýστηκε απü τα ταξßδια του, κατÝγραψε τις εμπειρßες του, Ýγινε πολßτης του κüσμου. Ωστüσο, üπως
συνÞθιζε να λÝει, "üπου πÜω κρατþ πÜντα ανÜμεσα στα δüντια μου, σα φýλλο δÜφνης, την ΕλλÜδα".
    ΥπÞρξε μεγÜλος στοχαστÞς του καιροý του. Τßποτα δεν τον ικανοποιοýσε. Βρισκüτανε σε συνεχÞ αναζÞτηση. Εργαζüταν ακατÜπαυστα, μÝρα και νýχτα, γρÜφοντας και ξαναγρÜφοντας, μεταφρÜζοντας, μελετþντας. Για μεγÜλα διαστÞματα απομονωνüτανε για να εργαστεß -συχνÜ στο ¢γιον ¼ρος, που το επισκÝφθηκε 1η φορÜ το 1914 με το Σικελιανü üταν ονειρεýονταν να δημιουργÞσουν μια καινοýργια θρησκεßα, σ' Ýνα αγρüκτημα στη Τσεχοσλοβακßα, στη Πομπηßα Þ την Αßγινα, üπου απÝκτησε 1η φορÜ σταθερÞ κατοικßα. Πßστευε πÜντα πως "μια απü τις πιο νüμιμες χαρÝς του ανθρþπου εßναι να μοχτÜει και να βλÝπει πως ο μüχτος του φÝρνει καρπü".
    ¹τανε βαθýτατα πολιτικοποιημÝνος. ΛÜτρης του ορÜματος της ΜεγÜλης ΕλλÜδας, συνεργÜστηκε με το ΒενιζÝλο ως τη ΜικρασιατικÞ ΚαταστροφÞ. Εκεß, τον θεþρησε υπεýθυνο κι απογοητευμÝνος αποσýρθηκε. Το 1922 στρÜφηκε στο σοσιαλισμü κι ßδρυσε τη 1η ΠολιτικÞ ΣοσιαλιστικÞ ΟμÜδα στο ΗρÜκλειο, μ' Ýμβλημα το τρßπτυχο Ελευθερßα-Δημοκρατßα-Σοσιαλισμüς. ¸κανε επανειλημμÝνα ταξßδια στη Ρωσßα, σκÝφτηκε να εγκατασταθεß μüνιμα εκεß, Ýγραψε σενÜρια για τη ΡωσικÞ ΕπανÜσταση και τον ΛÝνιν κι αντιμετþπισε δßωξη στην ΑθÞνα ως οργανωτÞς, με το Γληνü και κεντρικüς ομιλητÞς, με τον Παναúτ ΙστρÜτι, σε μια μεγÜλη συγκÝντρωση για το σοβιετικü πεßραμα. Αργüτερα, μετÜ την ΑπελευθÝρωση, θα ηγηθεß ενüς μικροý κüμματος με τη φιλοδοξßα να ενþσει üλες τις ομÜδες της μη κομμουνιστικÞς ΑριστερÜς, με την οποßα βρισκüταν Þδη σε ρÞξη. Οι συνεντεýξεις που πÞρε ως δημοσιογρÜφος απü τον Ισπανü δικτÜτορα Πρßμο ντε ΡιβÝρα, τον Ιταλü Μπενßτο Μουσολßνι το 1926, κι απü τον στρατηγü ΦρÜνκο στη διÜρκεια του ισπανικοý εμφýλιου πολÝμου, γßναν αιτßα να αντιμετωπßσει επικρßσεις.
     Αξιζει εδþ στο τÝλος να μνημονÝψω πως προτÜθηκε 9 χρονιÝς για το Βραβεßο Νüμπελ, με συνολικÜ 14 διαφορετικÝς προτÜσεις:

 * Το 1947, απü τον καθηγητÞ της ΦιλοσοφικÞς ΣχολÞς του Πανεπιστημßου Αθηνþν Νßκο ΒÝη, που εßχε προτεßνει, την ßδια χρονιÜ, για βρÜβευση και τον ¢γγελο Σικελιανü, με διαφορετικÞ πρüταση

 * Το 1950, απü τον ΓιÜλμαρ Γκοýλμπεργκ (Hjalmar Gullberg) της ΣουηδικÞς Ακαδημßας, σε μια κοινÞ πρüταση με τον ¢γγελο Σικελιανü

 * Το 1951, με 2 διαφορετικÝς προτÜσεις απü τον Σουηδü συγγραφÝα Σßγκφριντ Σßβερτζ (Sigfrid Siwertz) μια απü κοινοý με τον Σικελιανü και μια μüνο του


 * Το 1952, απü την ¸νωση Νορβηγþν ΣυγγραφÝων


 * Το 1953, απü τον Χανς ΧÜιμπεργκ (Hans Heiberg), πρüεδρο της ¸νωσης Νορβηγþν ΣυγγραφÝων


 * Το 1954, απü τον ΧÝνρυ ¼λσον (Henry Olsson), της ΣουηδικÞς Ακαδημßας


 * Το 1955, με 2 προτÜσεις, μια απü τον καθηγητÞ Λüρεντζ ¸κχοφ (Lorentz Eckhoff) του πανεπιστημßου του ¼σλο και μια απü την Εταιρεßα ΕλλÞνων Λογοτεχνþν


 * Το 1956, με 3 προτÜσεις, μια την Εταιρεßα ΕλλÞνων Λογοτεχνþν, μια απü τον καθηγητÞ ΓιοχÜννες ΑντρÝασον ΝτÜλε (Johannes Andreasson Dale) του Πανεπιστημßου του ¼σλο (προτεßνοντας στην ßδια πρüταση και τον Ρþσο συγγραφÝα ΜιχαÞλ Σüλοχοφ) και μια απü τον καθηγητÞ Ελληνικþν του Πανεπιστημßου της Γενεýης ΣαμουÝλ Μπο-Μποβý (Samuel Baud-Bovy)


 * Το 1957, με 2 προτÜσεις, μια απü την Εταιρεßα ΕλλÞνων Λογοτεχνþν και μια απü τον Samuel Baud-Bovy.

     Κι αυτü για να καταλÜβουμε ßσως καλλßτερα περß του πüση μαλακßα μας δÝρνει! (Αυτü εßναι δικü μου! Π.Χ.)
 



      Σημαντικü ρüλο στη ζωÞ του παßξανε κι οι γυναßκες. Παντρεýτηκε 2 φορÝς -το 1911 με την ΓαλÜτεια Αλεξßου, Ηρακλειþτισσα διανοοýμενη που διατÞρησε το επþνυμο ΚαζαντζÜκη και μετÜ το διαζýγιü τους, και το 1945 με την ΕλÝνη Σαμßου, πιστÞ σýντροφü του στα ταξßδια και στις πνευματικÝς αναζητÞσεις απü το 1924, üταν γνωριστÞκανε 1η φορÜ στην ΑθÞνα, σ' Ýνα διÜλειμμα των συνεχþν μετακινÞσεþν του στον κüσμο. ¹ταν Üνθρωπος ανÞσυχος, ανικανοποßητος, ιδιüρρυθμος. Ο Νßκος ΚαζαντζÜκης βραβεýτηκε πολλÝς φορÝς με ελληνικÜ και διεθνÞ βραβεßα για το μεγÜλο συγγραφικü του Ýργο και τη δημüσια δρÜση του. Το 1946 η Εταιρεßα ΕλλÞνων Λογοτεχνþν τον πρüτεινε για το βραβεßο Νüμπελ μαζß με τον ¢γγελο Σικελιανü. Και το 1956, προσωπικÜ υποψÞφιος αυτÞ τη φορÜ, θα χÜσει το Νüμπελ τη τελευταßα στιγμÞ, ýστερα κι απü παρεμβÜσεις αθηναúκþν κýκλων που τον αντιμετωπßζανε σαν πολιτικÜ ακραßο κι ηθικÜ επικßνδυνο.
    Ο Νßκος ΚαζαντζÜκης υπÞρξε πολυγραφüτατος. ΑσχολÞθηκε σχεδüν με κÜθε εßδος λüγου: ποßηση (δραματικÞ, επικÞ, λυρικÞ), δοκßμιο, μυθιστüρημα (στα ΕλληνικÜ και στα ΓαλλικÜ), ταξιδιωτικÝς εντυπþσεις, αλληλογραφßα, παιδικü μυθιστüρημα, μετÜφραση (απü τα Αρχαßα ΕλληνικÜ, ΓαλλικÜ, ΙταλικÜ, ΑγγλικÜ, ΓερμανικÜ και ΙσπανικÜ), κινηματογραφικÜ σενÜρια, ιστορßα, σχολικÜ βιβλßα, παιδικÜ βιβλßα (διασκευÞ και μετÜφραση), λεξικÜ (γλωσσικÜ και εγκυκλοπαιδικÜ), δημοσιογραφßα, κριτικÞ, αρθρογραφßα. Κατα τη προσωπικÞ μου γνþμη ο καλλßτερος λüγιος και λογοτÝχνης που Ýχει βγÜλει τουλÜχιστον μÝχρι στιγμÞς - 3/3/2019 - η χþρα μας. -

========================


                                           
ΑσκητικÞ

Salvatores Dei

                                                  Πρüλογος

     Ερχüμαστε απü μια σκοτεινÞ Üβυσσο. ΚαταλÞγουμε σε μια σκοτεινÞ Üβυσσο. Το μεταξý φωτεινü διÜστημα το λÝμε ΖωÞ. Ευτýς ως γεννηθοýμε, αρχßζει κι η επιστροφÞ. Ταυτüχρονα με το ξεκßνημα κι ο γυρισμüς. ΚÜθε στιγμÞ πεθαßνουμε. Γι' αυτü πολλοß διαλÜλησαν: Σκοπüς της ζωÞς εßναι ο θÜνατος.
     Μα κι ευτýς ως γεννηθοýμε, αρχßζει κι η προσπÜθεια να δημιουργÞσουμε, να συνθÝσουμε, να κÜμουμε την ýλη ζωÞ. ΚÜθε στιγμÞ γεννιοýμαστε. Γι' αυτü πολλοß διαλÜλησαν: Σκοπüς της εφÞμερης ζωÞς εßναι η αθανασßα.

     Στα πρüσκαιρα ζωντανÜ σþματα τα δυο τοýτα ρÝματα παλεýουν:

   α) ο ανÞφορος, προς τη σýνθεση, προς τη ζωÞ, προς την αθανασßα.

   β) ο κατÞφορος, προς την αποσýνθεση, προς την ýλη, προς το θÜνατο.

Και τα δυο ρÝματα πηγÜζουν απü τα Ýγκατα της αρχÝγονης ουσßας. Στην αρχÞ η ζωÞ ξαφνιÜζει, σαν παρÜνομη φαßνεται, σαν παρÜ φýση, σαν εφÞμερη αντßδραση στις σκοτεινÝς αιþνιες πηγÝς, μα βαθýτερα νιþθουμε: η ΖωÞ εßναι κι αυτÞ Üναρχη, ακατÜλυτη φüρα του Σýμπαντου.

     Αλλιþς, ποýθε η περανθρþπινη δýναμη που μας σφεντονßζει απü το αγÝννητο στο γεννητü και μας γκαρδιþνει. φυτÜ, ζþα, ανθρþπους, στον αγþνα; Και τα δυο αντßδρομα ρÝματα εßναι Üγια. ΧρÝος μας λοιπüν να συλλÜβουμε τ' üραμα που χωρÜει κι εναρμονßζει τις δυο τερÜστιες τοýτες Üναρχες, ακατÜλυτες ΟρμÝς και με τ' üραμα τοýτο να ρυθμßσουμε το στοχασμü μας και την πρÜξη.


Η ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ

ΠΡΩΤΟ ΧΡΕΟΣ

     ¹συχα, καθαρÜ, κοιτÜζω τον κüσμο και λÝω: ¼λα τοýτα που θωρþ, γρικþ, γεýουμαι, οσφραßνουμαι κι αγγßζω εßναι πλÜσματα του νου μου. Ο Þλιος ανεβαßνει, κατεβαßνει μÝσα στο κρανßο μου. Στο Ýνα μελßγγι μου ανατÝλνει ο Þλιος, στο Üλλο βασιλεýει ο Þλιος. Τ' Üστρα λÜμπουν μÝσα στο μυαλü μου, οι ΙδÝες, οι Üνθρωποι και τα ζþα βüσκουν μÝσα στο λιγüχρονο κεφÜλι μου, τραγοýδια και κλÜματα γιομþνουν τα στρουφιχτÜ κοχýλια των αυτιþν μου και τρικυμßζουν μια στιγμÞ τον αγÝρα. ΣβÞνει το μυαλü μου, κι üλα, ουρανüς και γης, αφανßζουνται.
 -"Εγþ μονÜχα υπÜρχω!" φωνÜζει ο νους. "ΜÝσα στα κατþγια μου, οι πÝντε μου ανυφÜντρες δουλεýουν, υφαßνουν και ξυφαßνουν τον καιρü και τον τüπο, τη χαρÜ και τη θλßψη, την ýλη και το πνÝμα. ¼λα ρÝουν τρογýρα μου σαν ποταμüς, χορεýουν, στροβιλßζουνται, τα πρüσωπα κατρακυλοýν σαν το νερü, το χÜος μουγκρßζει. Μα εγþ, ο Νους, με υπομονÞ, με αντρεßα, νηφÜλιος μÝσα στον ßλιγγο, ανηφορßζω. Για να μην τρεκλßσω να γκρεμιστþ, στερεþνω απÜνω στον ßλιγγο σημÜδια, ρßχνω γιοφýρια, ανοßγω δρüμους, οικοδομþ την Üβυσσο. ΑργÜ, με αγþνα, σαλεýω ανÜμεσα στα φαινüμενα που γεννþ, τα ξεχωρßζω βολικÜ, τα σμßγω με νüμους και τα ζεýω στις βαριÝς πραχτικÝς μου ανÜγκες. ΒÜνω τÜξη στην αναρχßα, δßνω πρüσωπο, το πρüσωπο μου, στο χÜος. Δεν ξÝρω αν πßσω απü τα φαινüμενα ζει και σαλεýει μια μυστικÞ, ανþτερη μου ουσßα. Κι οýτε ρωτþ, δε με νοιÜζει. Γεννοβολþ τα φαινüμενα, ζωγραφßζω με πλÞθια χρþματα φανταχτερÜ, γιγÜντιο Ýνα παραπÝτασμα μπροστÜ απü την Üβυσσο. Μη λες: "ΑναμÝρισε το παραπÝτασμα, να δω την εικüνα!" Το παραπÝτασμα, αυτü εßναι η εικüνα. Εßναι ανθρþπινο Ýργο, πρüσκαιρο, παιδß δικü μου, το βασßλειο μου ετοýτο. Μα εßναι στÝρεο, Üλλο στÝρεο δεν υπÜρχει, και μÝσα στην περιοχÞ του μονÜχα μπορþ γüνιμα να σταθþ, να χαρþ και να δουλÝψω. Εßμαι ο αργÜτης της Üβυσσος. Εßμαι ο θεατÞς της Üβυσσος. Εßμαι η θεωρßα κι η πρÜξη. Εßμαι ο νüμος. ¼ξω απü μÝνα τßποτα δεν υπÜρχει".

     Χωρßς μÜταιες ανταρσßες να δεις και να δεχτεßς τα σýνορα του ανθρþπινου νου, και μÝσα στ' αυστηρÜ τοýτα σýνορα αδιαμαρτýρητα, ακατÜπαυτα να δουλεýεις. Να ποιο εßναι το πρþτο σου χρÝος.

     Με αντρεßα, με σκληρüτητα στερÝωσε πÜνω στο σαλευüμενο χÜος το καταστρüγγυλο, το καταφþτιστο αλþνι του νου, ν' αλωνßσεις, να λιχνßσεις, σα νοικοκýρης, τα σýμπαντα. ΚαθαρÜ να ξεχωρßσεις κι ηρωικÜ να δεχτεßς τις πικρÝς γüνιμες τοýτες, ανθρþπινες, σÜρκα απü τη σÜρκα μας, αλÞθειες:

   α) Ο νους του ανθρþπου φαινüμενα μονÜχα μπορεß να συλλÜβει, ποτÝ την ουσßα.

   β) Κι üχι üλα τα φαινüμενα, παρÜ μονÜχα τα φαινüμενα της ýλης.

   γ) Κι ακüμα στενþτερα: üχι καν τα φαινüμενα τοýτα της ýλης, παρÜ μονÜχα τους μεταξý τους συνειρμοýς.

   δ) Κι οι συνειρμοß τοýτοι δεν εßναι πραγματικοß, ανεξÜρτητοι απü τον Üνθρωπο. Εßναι κι αυτοß γεννÞματα του ανθρþπου.

   ε) Και δεν εßναι οι μüνοι δυνατοß ανθρþπινοι, παρÜ μονÜχα οι πιο βολικοß για τις πραχτικÝς και νοητικÝς του ανÜγκες.

     ΜÝσα στα σýνορα τοýτα, ο νους εßναι ο νüμιμος απüλυτος μονÜρχης. ΚαμιÜ Üλλη εξουσßα στο βασßλειο του δεν υπÜρχει. Αναγνωρßζω τα σýνορα τοýτα, τα δÝχουμαι μ' εγκαρτÝρηση, γενναιüτητα κι αγÜπη, κι αγωνßζουμαι μÝσα στην περιοχÞ τους Üνετα σα να 'μουν ελεýτερος.

     ΥποτÜζω την ýλη, την αναγκÜζω να γßνει καλüς αγωγüς του μυαλοý μου. Χαßρουμαι τα φυτÜ, τα ζþα, τους ανθρþπους, τους θεοýς σαν παιδιÜ μου. ¼λο το Σýμπαντο το νιþθω να σοφιλιÜζει απÜνω μου και να με ακολουθÜει σα σþμα. Σε Üξαφνες φοβερÝς στιγμÝς αστρÜφτει μÝσα μου:
 -"¼λα τοýτα εßναι παιχνßδι σκληρü και μÜταιο, δßχως αρχÞ, δßχως τÝλος, δßχως νüημα".
     Μα ξαναζεýουμαι, πÜλι, γοργÜ στον τροχü της ανÜγκης κι üλο το Σýμπαντο ξαναρχινÜει γýρα τρογýρα μου την περιστροφÞ του.

     Πειθαρχßα, να η ανþτατη αρετÞ. ¸τσι μονÜχα σοζυγιÜζεται η δýναμη με την επιθυμßα και καρπßζει η προσπÜθεια του ανθρþπου.
     Να πως με σαφÞνεια και με σκληρüτητα να καθορßζεις την παντοδυναμßα του νου μÝσα στα φαινüμενα και την ανικανüτητα του νου πÝρα απü τα φαινüμενα, πριν να κινÞσεις για τη λýτρωση. Αλλιþς δεν μπορεßς να λυτρωθεßς.

ΔΕΥΤΕΡΟ ΧΡΕΟΣ

     Δε δÝχουμαι τα σýνορα, δε με χωροýν τα φαινüμενα, πνßγουμαι! Την αγωνßα τοýτη βαθιÜ, αιματερÜ να τη ζÞσεις, εßναι το δεýτερο χρÝος.

     Ο νους βολεýεται, Ýχει υπομονÞ, του αρÝσει να παßζει, μα η καρδιÜ αγριεýει, δεν καταδÝχεται αυτÞ να παßξει, πλαντÜει και χιμÜει να ξεσκßσει το δßχτυ της ανÜγκης. Να υποτÜξω τη γης, το νερü, τον αγÝρα, να νικÞσω τον τüπο και τον καιρü, να νιþσω με ποιους νüμους αρμολογοýνται κι Ýρχουνται και ξανÜρχουνται οι αντικαθρεφτισμοß που ανεβαßνουν απü την πυρωμÝνην Ýρημο του νου, τι αξßαν Ýχει; ¸να μονÜχα λαχταρßζω: Να συλλÜβω τι κρýβεται πßσω απü τα φαινüμενα, τι εßναι το μυστÞριο που με γεννÜει και με σκοτþνει, κι αν πßσω απü την ορατÞ ακατÜπαυτη ροÞ του κüσμου κρýβεται μια αüρατη ασÜλευτη παρουσßα. Αν ο νους δεν μπορεß, δεν εßναι Ýργο του να επιχειρÞσει πÝρα απü τα σýνορα την ηρωικÞν απελπισμÝνην Ýξοδο, να 'ταν να μποροýσε η καρδιÜ μου! ΠÝρα! ΠÝρα! ΠÝρα! ΠÝρα απü τον Üνθρωπο ζητþ το αüρατο μαστßγι που τον βαρÜει και τüνε σπρþχνει στον αγþνα. ΠÝρα απü τα ζþα ενεδρεýω να δω το πρüσωπο το αρχÝγονο που μÜχεται δημιουργþντας, συντρßβοντας, ξαναχýνοντας τις αρßφνητες μÜσκες να τυπωθεß στο ρεοýμενο κρÝας. ΠÝρα απü τα φυτÜ αγωνßζουμαι να ξεχωρßσω τα πρþτα παραπατÞματα του Αüρατου μÝσα στη λÜσπη. Μια προσταγÞ μÝσα μου:

 -ΣκÜψε! Τß βλÝπεις;

 -Ανθρþπους και πουλιÜ, νερÜ και πÝτρες!

 -ΣκÜψε ακüμα! Τß βλÝπεις;

 -ΙδÝες κι ονεßρατα, αστραπÝς και φαντÜσματα.

 -ΣκÜψε ακüμα! Τß βλÝπεις;

 -Δε βλÝπω τßποτα! Νýχτα βουβÞ, πηχτÞ σα θÜνατος. Θα 'ναι ο θÜνατος.

 -ΣκÜψε ακüμα!

 -Αχ! Δεν μπορþ να διαπερÜσω το σκοτεινü μεσüτοιχο! ΦωνÝς γρικþ και κλÜματα, φτερÜ γρικþ στον Üλλον üχτο!

 -Μη κλαις! Μη κλαις! Δεν εßναι στον Üλλον üχτο! Οι φωνÝς, τα κλÜματα και τα φτερÜ εßναι η καρδιÜ σου!

     ΠÝρα απü το νου, στον ιερü γκρεμü της καρδιÜς, ακροποδßζω τρÝμοντας. Το Ýνα μου πüδι αδρÜχνεται απü το σßγουρο χþμα, το Üλλο ψÜχνει στα σκοτεινÜ απÜνω απü την Üβυσσο. Ψυχανεμßζουμαι πßσω απ' üλα τοýτα τα φαινüμενα μια μαχüμενη ουσßα. ΘÝλω να σμßξω μαζß της. Ψυχανεμßζουμαι πως κι η μαχüμενη ουσßα πολεμÜει πßσω απü τα φαινüμενα να σμßξει με την καρδιÜ μου. Μα το σþμα στÝκεται ανÜμεσα και μας χωρßζει. Ο νους στÝκεται ανÜμεσα και μας χωρßζει.

     Ποιü εßναι το χρÝος μου; Να συντρßψω το σþμα, να χυθþ να σμßξω με τον Αüρατο. Να σωπÜσει ο νους, ν' ακοýσω τον Αüρατο να φωνÜζει.

     Περπατþ στ' αφρüχειλα της Üβυσσος και τρÝμω. Δυο φωνÝς μÝσα μου παλεýουν.

     O νους:
 -"Γιατß να χανüμαστε κυνηγþντας το αδýνατο; ΜÝσα στον ιερü περßβολο των πÝντε αιστÞσεων χρÝος μας ν' αναγνωρßσουμε τα σýνορα του ανθρþπου".

     Μα μια Üλλη μÝσα μου φωνÞ, ας την ποýμε Ýχτη δýναμη, ως την ποýμε καρδιÜ, αντιστÝκεται και φωνÜζει:
 -"¼χι! ¼χι! ΠοτÝ μην αναγνωρßσεις τα σýνορα του ανθρþπου! Να σπας τα σýνορα! Ν' αρνιÝσαι ü,τι θωροýν τα μÜτια σου! Να πεθαßνεις και να λες: ΘÜνατος δεν υπÜρχει"!

     Ο νους:
 -"Λαγαρü κι ανÝλπιδο εßναι το μÜτι μου και θεÜται τα πÜντα. Η ζωÞ εßναι Ýνα παιχνßδι, μια παρÜσταση που δßνουν οι πÝντε θεατρßνοι του κορμιοý μου. ΚοιτÜζω με απληστßα, με ανεßπωτη περιÝργεια, και δεν Ýχω την αφÝλεια του χωριÜτη να πιστÝψω, και ν' ανÝβω πÜνω στη σκηνÞ επεμβαßνοντας στην αιματερÞ κωμωδßα. Εßμαι ο θαματοποιüς φακßρης που ακßνητος, καθοýμενος στο σταυροδρüμι των αιστÞσεων, θεÜται να γεννιÝται και ν' αφανßζεται ο κüσμος, θεÜται τα πλÞθη να σαλεýουν και να φωνÜζουν στα πολýχρωμα μονοπÜτια της ματαιüτητας. ΚαρδιÜ, απλοúκÞ καρδιÜ, γαλÞνεψε κι υποτÜξου"!

     Μα η καρδιÜ ανατινÜζεται και φωνÜζει:
 -"Εßμαι ο χωριÜτης και πηδþ απÜνω στη σκηνÞ κι επεμβαßνω στην πορεßα του κüσμου! Δε ζυγιÜζω, δε μετρþ, δε βολεýουμαι! Ακολουθþ το βαθý μου χτυποκÜρδι".
     Ρωτþ, ξαναρωτþ χτυπþντας το χÜος: Ποιος μας φυτεýει στη γης ετοýτη χωρßς να μας ζητÞσει την Üδεια; Ποιος μας ξεριζþνει απü τη γης ετοýτη χωρßς να μας ζητÞσει την Üδεια; Εßμαι Ýνα πλÜσμα εφÞμερο, αδýναμο, καμωμÝνο απü λÜσπη κι ονεßρατα. Μα μÝσα μου νογþ να στροβιλßζουνται üλες οι δυνÜμες του Σýμπαντου. ΘÝλω μια στιγμÞ, προτοý με συντρßψουν, ν' ανοßξω τα μÜτια μου και να τις δω. 'Αλλο σκοπü δε δßνω στη ζωÞ μου. ΘÝλω να βρω μια δικαιολογßα για να ζÞσω και να βαστÜξω το φοβερü καθημερινü θÝαμα της αρρþστιας, της ασκÞμιας, της αδικßας και του θανÜτου. Ξεκßνησα απü Ýνα σκοτεινü σημεßο, τη ΜÞτρα. Οδεýω σ' Ýνα Üλλο σκοτεινü σημεßο, το ΜνÞμα. Μια δýναμη με σφεντονÜει μÝσα απü το σκοτεινü βÜραθρο. μια Üλλη δýναμη με συντραβÜει ακατÜλυτα στο σκοτεινü βÜραθρο. Δεν εßμαι ο κατÜδικος που τον πüτισαν κρασß για να θολþσει το μυαλü του. με λαγαρÜ τα φρÝνα, νηφÜλιος, δρασκελþ το ανÜμεσα στους δυο γκρεμοýς μονοπÜτι. Και μÜχουμαι πως να γνÝψω στους συντρüφους, προτοý πεθÜνω. Να τους δþσω το χÝρι μου, να προφτÜσω να συλλαβßσω και να τους ρßξω Ýναν ακÝραιο λüγο. Να τους πω τι φαντÜζουμαι πως εßναι τοýτη η πορεßα και κατÜ που ψυχανεμßζουμαι πως πÜμε. Και πως ανÜγκη να ρυθμßσουμε üλοι μαζß το περπÜτημα και την καρδιÜ μας.

     ¸να σýνθημα, σα συνωμüτες, Ýνα λüγο απλü να προφτÜσω να πω στους συντρüφους! Ναι, σκοπüς της Γης δεν εßναι η ζωÞ, δεν εßναι ο Üνθρωπος. Ýζησε χωρßς αυτÜ, θα ζÞσει χωρßς αυτÜ. Εßναι σπßθες εφÞμερες της βßαιης περιστροφÞς της. Ας ενωθοýμε, ας πιαστοýμε σφιχτÜ, ας σμßξουμε τις καρδιÝς μας, ας δημιουργÞσουμε εμεßς, üσο βαστÜει ακüμα η θερμοκρασßα τοýτη της Γης, üσο δεν Ýρχουνται σεισμοß, κατακλυσμοß, πÜγοι, κομÞτες να μας εξαφανßσουν, ας δημιουργÞσουμε Ýναν εγκÝφαλο και μιαν καρδιÜ στη Γης, ας δþσουμε Ýνα νüημα ανθρþπινο στον υπερανθρþπινον αγþνα!
     Τοýτη η αγωνßα εßναι το δεýτερο χρÝος.

ΤΡΙΤΟ ΧΡΕΟΣ

     Ο νους βολεýεται. ΘÝλει να γιομþσει μ' Ýργα μεγÜλα τη φυλακÞ του, το κρανßο. Να χαρÜξει στους τοßχους ρητÜ ηρωικÜ, να ζωγραφßσει στις αλυσßδες του φτεροýγες ελευτερßας.
     Η καρδιÜ δε βολεýεται. ΧÝρια χτυποýν απüξω απü τη φυλακÞ της, φωνÝς ερωτικÝς αφουκρÜζεται στον αγÝρα κι η καρδιÜ, γιομÜτη ελπßδα, αποκρßνεται τινÜζοντας τις αλυσßδες. και σε μιαν αστραπÞ της φαßνεται πως Ýγιναν οι αλυσßδες φτεροýγες. Μα γρÞγορα η καρδιÜ πÝφτει πÜλι αιματωμÝνη, Ýχασε πÜλι την ελπßδα και την ξαναπιÜνει ο ΜÝγας Φüβος.
     ΚαλÞ η στιγμÞ, παρÜτα πßσω σου το νου και την καρδιÜ, τρÜβα μπροστÜ, κÜμε το τρßτο βÞμα. Γλßτωσε απü την απλοúκÞ Üνεση του νου που βÜνει τÜξη κι ελπßζει να υποτÜξει τα φαινüμενα. Γλßτωσε απü τον τρüμο της καρδßας που ζητÜει κι ελπßζει να βρει την ουσßα. Νßκησε το στερνü, τον πιο μεγÜλο πειρασμü, την ελπßδα.
     Τοýτο εßναι το τρßτο χρÝος.
     Πολεμοýμε γιατß Ýτσι μας αρÝσει, τραγουδοýμε κι ας μην υπÜρχει αυτß να μας ακοýσει. Δουλεýουμε, κι ας μην υπÜρχει αφÝντης, σα βραδιÜσει, να μας πλερþσει το μεροκÜματο μας. Δεν ξενοδουλεýουμε. Εμεßς εßμαστε οι αφÝντες. το αμπÝλι τοýτο της Γης εßναι δικü μας, σÜρκα μας κι αßμα μας. Το σκÜβουμε, το κλαδεýουμε, το τρυγοýμε, πατοýμε τα σταφýλια του, πßνουμε το κρασß, τραγουδοýμε και κλαßμε, ορÜματα κι ΙδÝες ανηφορßζουν στην κεφαλÞ μας.
     Σε ποια εποχÞ του αμπελιοý σου Ýλαχε ο κλÞρος να δουλεýεις; Στα σκÜμματα; Στον τρýγο; Στα ξεφαντþματα; ¼λα εßναι Ýνα.
     ΣκÜβω και χαßρουμαι üλον τον κýκλο του σταφυλιοý, τραγουδþ μÝσα στη δßψα και στο μüχτο μου, μεθυσμÝνος απü το μελλοýμενο κρασß. Κρατþ το γιομÜτο ποτÞρι και ξαναζþ το μüχτο του παπποý και του προπÜππου. Κι ο ιδρþτας της δουλειÜς τρÝχει κρουνüς στο αψηλü καταμÝθυστο κρανßο.
     Εßμαι Ýνα σακß γιομÜτο κρÝας και κüκαλα, αßμα, ιδρþτα και δÜκρυα, επιθυμßες και ορÜματα. Κυλιοýμαι μια στιγμÞ στον αγÝρα, πνÝω, χτυπÜει η καρδιÜ μου, ο νους μου φÝγγει, και ξαφνικÜ η γης ανοßγει και χÜνουμαι. ΜÝσα στο εφÞμερο ραχοκüκαλü μου δυο αιþνια ρÝματα ανεβοκατεβαßνουν. ΜÝσα στα σωθικÜ μου Ýνας Üντρας και μια γυναßκα αγκαλιÜζουνται. Αγαπιοýνται και μισοýνται, παλεýουν. Ο Üντρας πλανταμÝνος φωνÜζει:
 -"Εßμαι η σαγßτα που θÝλει να σκßσει το στημüνι, να τιναχτεß üξω απü τον αργαλειü της ανÜγκης. Να ξεπερÜσω το νüμο, να συντρßψω τα κορμιÜ, να νικÞσω το θÜνατο. Εßμαι ο Σπüρος!"
     Κι η Üλλη βαθιÜ μαυλιστικÞ φωνÞ, η γυναικßσια, αποκρßνεται γαληνεμÝνη και σßγουρη:
 -"ΚÜθουμαι διπλοπüδι απÜνω στο χþμα, αμολþ τις ρßζες μου βαθιÜ στα μνÞματα. ΔÝχουμαι το σπüρο ακßνητη και τον θρÝφω. Εßμαι üλη γÜλα κι ανÜγκη. Και λαχταρþ να γυρßσω πßσω, να κατεβþ στο ζþο, να κατεβþ πιο χαμηλÜ, στο δÝντρο, μÝσα στις ρßζες και στα χþματα, να μη σαλεýω. Κρατþ, σκλαβþνω την πνοÞ, δεν την αφÞνω να πετÜξει. μισþ τη φλüγα που ανεβαßνει. Εßμαι η ΜÞτρα!"
     ΑφουκρÜζουμαι τις δυο φωνÝς τους. δικÝς μου εßναι κι οι δυο και τις χαßρουμαι και καμιÜ δεν αρνιÝμαι. ¸νας χορüς των πÝντε αιστÞσεων εßναι η καρδιÜ μου. ¸νας αντßχορος της απÜρνησης των πÝντε αιστÞσεων εßναι η καρδιÜ μου.
     Αρßφνητες δυνÜμες ορατÝς κι αüρατες αγÜλλουνται και με ακολουθοýν, üταν με αγωνßα, ενÜντια στο παντοδýναμο ρÝμα, ανηφορßζω. Αρßφνητες δυνÜμες ορατÝς κι αüρατες ανακουφßζουνται και γαληνεýουν üταν, κατηφορßζοντας, γυρßζω πßσω στα χþματα. ΡÝει η καρδιÜ μου. Δε ζητþ την αρχÞ και το τÝλος του κüσμου. Ακολουθþ το φοβερü ρυθμü του και πÜω.
     ΑποχαιρÝτα τα πÜντα κÜθε στιγμÞ. Στýλωνε τη ματιÜ σου αργÜ, παθητικÜ στο καθετß και λÝγε: ΠοτÝ πια!
     ΑγνÜντευε γýρα σου: ¼λα τοýτα τα κορμιÜ που κοιτÜς θα σαπßσουν. Σωτηρßα δεν υπÜρχει.
     Κοßταξε: Ζοýνε, δουλεýουν, αγαποýν, ελπßζουν. Κοßταξε πÜλι: Τßποτα δεν υπÜρχει!
     Ανεβαßνουν απü τα χþματα οι γενεÝς των ανθρþπων και ξαναπÝφτουν πÜλι στα χþματα. ΣωριÜζεται, πληθαßνει, ανεβαßνει ως τον ουρανü η αρετÞ κι η προσπÜθεια του ανθρþπου.
     Που πÜμε; Μη ρωτÜς! ΑνÝβαινε, κατÝβαινε. Δεν υπÜρχει αρχÞ, δεν υπÜρχει τÝλος. ΥπÜρχει η τωρινÞ τοýτη στιγμÞ, γιομÜτη πßκρα, γιομÜτη γλýκα, και τη χαßρουμαι üλη.
     ΚαλÞ εßναι η ζωÞ, καλüς ο θÜνατος, η Γης στρογγυλÞ και στερεÞ, σα στÞθος γυναικüς στις πολυκÜτεχες παλÜμες μου.
     Δßνουμαι σε üλα. Αγαπþ, πονþ, αγωνßζουμαι. Ο κüσμος μου φαντÜζει πλατýτερος απü το νου, η καρδιÜ μου Ýνα μυστÞριο σκοτεινü και παντοδýναμο.
     Αν μπορεßς, ΨυχÞ, ανασηκþσου απÜνω απü τα πολýβουα κýματα και πιÜσε μ' Ýνα κλωθογýρισμα του ματιοý σου üλη τη θÜλασσα. ΚρÜτα καλÜ τα φρÝνα σου να μη σαλÝψουν. Κι ολομεμιÜς βυθßσου πÜλι στο πÝλαγο και ξακλοýθα τον αγþνα.
     ¸να καρÜβι εßναι το σþμα μας και πλÝει απÜνω σε βαθιογÜλαζα νερÜ. Ποιος εßναι ο σκοπüς μας;
     Να ναυαγÞσουμε!
     Γιατß ο Ατλαντικüς εßναι καταρρÜχτης, η ΝÝα Γης υπÜρχει μονÜχα στην καρδιÜ του ανθρþπου, και ξαφνικÜ, σε στρüβιλο βουβü, θα βουλιÜξεις στον καταρρÜχτη του θανÜτου και συ κι üλη η γαλÝρα του κüσμου.
     ΧρÝος σου, Þσυχα, χωρßς ελπßδα, με γενναιüτητα, να βÜνεις πλþρα κατÜ την Üβυσσο. Και να λες: Τßποτα δεν υπÜρχει!
     Τßποτα δεν υπÜρχει! ΜÞτε ζωÞ, μÞτε θÜνατος. ΚοιτÜζω την ýλη και το νου σα δυο ανýπαρχτα ερωτικÜ φαντÜσματα να κυνηγιοýνται, να σμßγουν, να γεννοýν και ν´ αφανßζουνται, και λÝω:
 -"Αυτü θÝλω!"
     ΞÝρω τþρα. δεν ελπßζω τßποτα, δε φοβοýμαι τßποτα, λυτρþθηκα απü το νου κι απü την καρδιÜ, ανÝβηκα πιο πÜνω, εßμαι λεýτερος. Αυτü θÝλω. Δε θÝλω τßποτα Üλλο. Ζητοýσα ελευτερßα.

Η ΠΟΡΕΙΑ

     Μα ξÜφνου μια σπαραχτικιÜ κραυγÞ μÝσα μου: -"ΒοÞθεια!" Ποιος φþναξε; ΜÜζωξε τη δýναμη σου κι αφουκρÜσου. üλη η καρδιÜ του Üνθρωπου εßναι μια κραυγÞ. Ακοýμπησε απÜνω στο στÞθος σου να την ακοýσεις, κÜποιος μÝσα σου αγωνßζεται και φωνÜζει.
     ΧρÝος σου, σε πÜσα στιγμÞ, μÝρα και νýχτα, σε χαρÜ και σε θλßψη, μÝσα απü την καθημερινÞν ανÜγκη, να ξεχωρßσεις την ΚραυγÞ τοýτη, να την ξεχωρßσεις ορμητικÜ Þ συγκρατημÝνα, üπως βολεß στη φýση σου, γελþντας Þ κλαßγοντας, ενεργþντας Þ στοχαζüμενος, και να μÜχεσαι να νιþσεις ποιος εßναι αυτüς που κιντυνεýει και φωνÜζει. και πþς μποροýμε εμεßς να στρατευτοýμε, üλοι μαζß, και να τüνε λευτερþσουμε.
     ΜÝσα στην πιο μεγÜλη χαρÜ μας Ýνας μÝσα μας φωνÜζει:
 -"Πονþ! ΘÝλω να ξεφýγω απü τη χαρÜ σου! Πλαντþ!"
     ΜÝσα στην πιο μεγÜλη απελπισßα μας Ýνας μÝσα μας φωνÜζει:
 -"Δεν απελπßζουμαι! Παλεýω! Γαντζþνουμαι απÜνω απü την κεφαλÞ σου, ξεθηκαρþνω απü το σþμα σου, ξεθηκαρþνω απü τη γης, δε χωρþ σε μυαλÜ, σε ονüματα, σε πρÜξες!"
     ΜÝσα απü την πιο πλατιÜ αρετÞ μας Ýνας ανασηκþνεται, απελπισμÝνος, και φωνÜζει:
 -"ΣτενÞ εßναι η αρετÞ, δεν μπορþ ν' αναπνÝψω. Μικρüς, στενüς εßναι ο ΠαρÜδεισος, δε με χωρÜει. Σαν Üνθρωπος μου φαßνεται ο Θεüς σας, δεν τον θÝλω!"
     Ακοýω την Üγρια κραυγÞ κι ανατινÜζουμαι. ΜÝσα μου, η αγωνßα που ανηφορßζει συντÜζεται, για πρþτη φορÜ, σε ακÝραιη ανθρþπινη φωνÞ, στρÝφεται κατÜ πρüσωπο και με φωνÜζει καθαρÜ, με τ' üνομα μου, με τ' üνομα του γονιοý μου και της ρÜτσας μου!
     Εßναι η μεγÜλη κρßσιμη στιγμÞ. Εßναι το σýνθημα της Πορεßας. Αν δεν ακοýσεις την ΚραυγÞ τοýτη να σκßζει τα σωθικÜ σου, μην ξεκινÞσεις! Ξακλοýθα με υπομονÞ, με υποταγÞ την ιερÞ θητεßα σου στον πρþτο, στο δεýτερο, στον τρßτο βαθμü της προετοιμασßας. Κι αφουκρÜζου: Στον ýπνο, στον Ýρωτα, στη δημιουργßα, σε μιαν αφιλüκερδÞ σου περÞφανη πρÜξη Þ μÝσα σε βαθιÜ απελπισμÝνη σιωπÞ, ξÜφνου μπορεß ν´ ακοýσεις την ΚραυγÞ και να κινÞσεις.
     Ως τþρα Ýρεε η καρδιÜ μου, ανÝβαινε, κατÝβαινε με το Σýμπαντο. Μα ως Üκουσα την ΚραυγÞ, το σπλÜχνο μου και το Σýμπαντο χωρßστηκαν σε δυο στρατüπεδα.
      ΚÜποιος μÝσα μου κιντυνεýει, σÞκωσε τα χÝρια του και μου φωνÜζει:
 -"Σþσε με!" ΚÜποιος μÝσα μου ανεβαßνει, παραπατÜει και φωνÜζει: "ΒοÞθεια!"
     ΠοιÜ στρÜτα απü τις δυο αιþνιες να διαλÝξω; ΞαφνικÜ νογþ, απü την απüφαση μου τοýτη κρÝμεται üλη μου η ζωÞ. ΚρÝμεται üλη η ζωÞ του Σýμπαντου. Απü τις δυο στρÜτες, διαλÝγω τον ανÞφορο. Γιατß; Χωρßς νοητÜ επιχειρÞματα, χωρßς καμιÜ βεβαιüτητα. ΚατÝχω πüσο ανÞμπορος στην κρßσιμη τοýτη στιγμÞ εßναι ο νους κι üλες οι μικρÝς βεβαιüτητες του ανθρþπου. ΔιαλÝγω τον ανÞφορο, γιατß κατÜ κει με σπρþχνει η καρδιÜ μου.
 -"ΑπÜνω! ΑπÜνω! ΑπÜνω!" φωνÜζει η καρδιÜ μου και την ακολουθþ μ' εμπιστοσýνη.
     Νιþθω, αυτü ζητÜει απü μÝνα η τρομερÞ αρχÝγονη ΚραυγÞ. Πηδþ στο πλευρü της! Ταυτßζω τημοßρα μου μαζß της.
     ΚÜποιος μÝσα μου αγωνßζεται ν´ ανασηκþσει Ýνα βÜρος, ν´ αναμερßσει τη σÜρκα και το νου, νικþντας τη συνÞθεια, την τεμπελιÜ και την ανÜγκη. Δεν ξÝρω απü που Ýρχεται και που πÜει. ΜÝσα στο εφÞμερο στÞθος μου αδρÜχνω την πορεßα του, αφουκρÜζουμαι το αγκομαχητü του, ανατριχιÜζω αγγßζοντας τον. Ποιος εßναι; ΣτÞνω το αυτß, θÝτω σημÜδια, οσμßζουμαι τον αγÝρα. Ανηφορßζω, ψÜχνοντας προς τα πÜνω, αγκομαχþντας.
     Αρχßζει η φοβερÞ, η μυστικÞ Πορεßα.

Α' ΣΚΑΛΟΠΑΤΙ: ΕΓΩ

     Δεν εßμαι καλüς, δεν εßμαι αγνüς, δεν εßμαι Þσυχος! ΑβÜσταχτη εßναι η ευτυχßα κι η δυστυχßα μου, εßμαι γιομÜτος Üναρθρες φωνÝς και σκοτÜδι. Κυλιοýμαι üλο δÜκρυα κι αßματα μÝσα στη ζεστÞ τοýτη φÜτνη της σÜρκας μου. Φοβοýμαι να μιλÞσω. Στολßζουμαι με ψεýτικα φτερÜ, φωνÜζω, τραγουδþ, κλαßω, για να συμπνßγω την ανÞλεη κραυγÞ της καρδιÜς μου.
     Δεν εßμαι το φως, εßμαι η νýχτα, μα μια φλüγα λοχßζει ανÜμεσα στα σωθικÜ μου και με τρþει. Εßμαι η νýχτα που την τρþει το φως. Με κßντυνο, βαρυγκομþντας, τρεκλßζοντας μÝσα στο σκοτÜδι, πασκßζω να τιναχτþ απü τον ýπνο, να σταθþ λßγη þρα, üσο μπορþ, ορθιος.
     Μια μικρÞ ανυπüταχτη πνοÞ μÜχεται μÝσα μου απελπισμÝνα να νικÞσει την ευτυχßα, την κοýραση και το θÜνατο. ΓυμνÜζω σαν Üλογο πολεμικü το σþμα μου, το συντηρþ λιτü, γερü, πρüθυμο. Το σκληραγωγþ και το σπλαχνßζουμαι. 'Αλλο Üλογο δεν Ýχω. Συντηρþ το μυαλü μου ακοßμητο, λαγαρü, ανÞλεο. Το αμολþ να παλεýει ακατÜλυτα και να κατατρþει, φως αυτü, το σκοτÜδι της σÜρκας. Αλλο αργαστÞρι να κÜνω το σκοτÜδι φως δεν Ýχω.
     Συντηρþ την καρδιÜ μου φλεγüμενη, γενναßα, ανÞσυχη. Νιþθω στην καρδιÜ μου üλες τßς ταραχÝς και τις αντινομßες, τις χαρÝς και τις πßκρες της ζωÞς. Μα αγωνßζουμαι να τις υποτÜξω σ' Ýνα ρυθμü ανþτερο απü το νου, σκληρüτερο απü την καρδιÜ μου. Στο ρυθμü του Σýμπαντου που ανηφορßζει.
      Η ΚραυγÞ κηρýχνει μÝσα μου επιστρÜτεψη. ΦωνÜζει:
 -"Εγþ, η ΚραυγÞ, εßμαι ο Κýριος ο Θεüς σου! Δεν εßμαι καταφýγι. Δεν εßμαι σπßτι κι ελπßδα. Δεν εßμαι ΠατÝρας, δεν εßμαι Γιος, δεν εßμαι ΠνÝμα. Εßμαι ο Στρατηγüς σου! Δεν εßσαι δοýλος μου μÞτε παιχνßδι στις απαλÜμες μου. Δεν εßσαι φßλος μου, δεν εßσαι παιδß μου. Εßσαι ο σýντροφος μου στη μÜχη. ΚρÜτα γενναßα τα στενÜ που σου μπιστεýτηκα. μην τα προδþσεις! ΧρÝος Ýχεις και μπορεßς στο δικü σου τον τομÝα να γßνεις Þρωας. ΑγÜπα τον κßντυνο. Τß εßναι το πιο δýσκολο; Αυτü θÝλω! Ποιü δρüμο να πÜρεις; Τον πιο κακοτρÜχαλον ανÞφορο. Αυτüν παßρνω κι εγþ. Ακλοýθα μου! Να μÜθεις να υπακοýς. ΜονÜχα üποιος υπακοýει σε ανþτερο του ρυθμü εßναι λεýτερος. Να μÜθεις να προστÜζεις. ΜονÜχα üποιος μπορεß να προστÜζει εßναι αντιπρüσωπος μου απÜνω στη γης ετοýτη. Ν' αγαπÜς την ευθýνη. Να λες: Εγþ, εγþ μονÜχος μου Ýχω χρÝος να σþσω τη γης. Αν δε σωθεß, εγþ φταßω. Ν' αγαπÜς τον καθÝνα ανÜλογα με τη συνεισφορÜ του στον αγþνα. Μη ζητÜς φßλους, να ζητÜς συντρüφους! Να 'σαι ανÞσυχος, αφχαρßστητος, απροσÜρμοστος πÜντα. ¼ταν μια συνÞθεια καταντÞσει βολικÞ, να τη συντρßβεις. Η μεγαλýτερη αμαρτßα εßναι η ευχαρßστηση. Ποý πÜμε; Θα νικÞσουμε ποτÝ; Προς τι üλη τοýτη η μÜχη; Σþπα! Οι πολεμιστÝς ποτÝ δε ρωτοýνε!"
     Σκýβω κι αφουκρÜζουμαι την πολεμικÞ τοýτη ΚραυγÞ στα σωθικÜ μου. Αρχßζω και μαντεýω τοπρüσωπο του Αρχηγοý, ξεκαθαρßζω τη φωνÞ του, δÝχουμαι με χαρÜ και με τρüμο τις σκληρÝς εντολÝς του.
     Ναι, ναι, δεν εßμαι τßποτα. ¸νας αχνüς φωσφορισμüς απÜνω στην ογρÞ πεδιÜδα, Ýνα Üθλιο σκουλÞκι που σοýρνεται κι αγαπÜει, φωνÜζει και μιλÜει για φτεροýγες, μια þρα, δυο þρες κι ýστερα το στüμα του φρÜζει με χþματα. 'Αλλη απüκριση οι σκοτεινÝς δυνÜμες δε δßνουν.
     Μα μÝσα μου, μια ΚραυγÞ ανþτερη μου φωνÜζει αθÜνατη. Τι, θÝλοντας και μη, εßμαι κι εγþ, σßγουρα, Ýνα κομμÜτι απü τ' ορατü κι αüρατο Σýμπαντο. Εßμαστε Ýνα. Οι δυνÜμες που δουλεýουν εντüς μου, οι δυνÜμες που με σπρþχνουν και ζω, οι δυνÜμες που με σπρþχνουν και πεθαßνω εßναι, σßγουρα και δικÝς του δυνÜμες.
     Δεν εßμαι Ýνα μετÝωρο αρßζωτο στον κüσμο. Εßμαι χþμα απü το χþμα του και πνοÞ απü την πνοÞ του. Δε φοβοýμαι μοναχüς, δεν ελπßζω μοναχüς, δε φωνÜζω μοναχüς μου. Μια παρÜταξη μεγÜλη, μια φüρα του Σýμπαντου φοβÜται, ελπßζει, φωνÜζει μαζß μου.
     Εßμαι Ýνα πρüχειρο γιοφýρι, και ΚÜποιος αποπÜνω μου περνÜει και γκρεμßζουμαι ξοπßσω του. ¸νας ΑγωνιστÞς με διαπερνÜει, τρþει τη σÜρκα μου και το μυαλü μου, ν' ανοßξει δρüμο, να γλιτþσει απü μÝνα.
     ¼χι εγþ, Αυτüς φωνÜζει!

Β': Η ΡΑΤΣΑ
     Η ΚραυγÞ δεν εßναι δικÞ σου. Δε μιλÜς εσý, μιλοýν αρßφνητοι πρüγονοι με το στüμα σου. Δεν πεθυμÜς εσý, πεθυμοýν αρßφνητες γενεÝς απüγονοι με την καρδιÜ σου.
     Οι νεκροß σου δεν κεßτουνται στο χþμα. ΓÝνηκαν πουλιÜ, δÝντρα, αγÝρας. ΚÜθεσαι στον ßσκιο τους, θρÝφεσαι με τη σÜρκα τους, αναπνÝς το χνüτο τους. ΓÝνηκαν ΙδÝες και πÜθη, κι ορßζουν τη βουλÞ σου και την πρÜξη.
     Οι μελλοýμενες γενεÝς δε σαλεýουν μÝσα στον αβÝβαιο καιρü, μακριÜ απü σÝνα. Ζουν, ενεργοýν και θÝλουν μÝσα στα νεφρÜ και στην καρδιÜ σου.
     Το πρþτο σου χρÝος πλαταßνοντας το εγþ σου εßναι, στην αστραπüχρονη τοýτη στιγμÞ που περπατÜς στη γης, να μπορÝσεις να ζÞσεις την απÝραντη πορεßα, την ορατÞ και την αüρατη, του εαυτοý σου.
     Δεν εßσαι Ýνας. Εßσαι Ýνα σþμα στρατοý. Μια στιγμÞ κÜτω απü τον Þλιο φωτßζεται Ýνα απü τα πρüσωπα σου. Κι ευτýς σβÞνει κι ανÜβει Üλλο, νεþτερο σου, ξοπßσω σου.
     Η ρÜτσα σου εßναι το μεγÜλο σþμα, το περασμÝνο, το τωρινü και το μελλοýμενο. Εσý εßσαι μια λιγüστιγμη Ýκφραση, αυτÞ εßναι το πρüσωπο. Εσý εßσαι ο ßσκιος, αυτÞ το κρÝας.
     Δεν εßσαι λεýτερος. Αüρατα μυριÜδες χÝρια κρατοýν τα χÝρια σου και τα σαλεýουν. ¼ταν θυμþνεις, Ýνας προπÜππος αφρßζει στο στüμα σου. ¼ταν αγαπÜς, Ýνας πρüγονος σπηλιþτης μουγκαλιÝται. ¼ταν κοιμÜσαι, ανοßγουν οι τÜφοι μÝσα στη μνÞμη και γιομþνει βουρκüλακες η κεφαλÞ σου.
     ¸νας λÜκκος αßμα εßναι η κεφαλÞ σου, και μαζþνουνται κοπÜδια κοπÜδια οι γßσκιοι των πεθαμÝνων και σε πßνουν να ζωντανÝψουν.
 -"Μην πεθÜνεις, για να μην πεθÜνουμε!" φωνÜζουν μÝσα σου οι νεκροι. "Δεν προφτÜσαμε να χαροýμε τις γυναßκες που πεθυμÞσαμε, πρüφτασε συ, κοιμÞσου μαζß τους! Δεν προφτÜσαμε να κÜμουμε Ýργα τις ΙδÝες μας, κÜμε τις Ýργα εσý! Δεν προφτÜσαμε να συλλÜβουμε και να στερεþσουμε το πρüσωπο της ελπßδας μας, στερÝωσε το εσý! ΤÝλεψε το Ýργο μας! ΤÝλεψε το Ýργο μας! ΜÝρα νýχτα μπαινοβγαßνουμε στο κορμß σου και φωνÜζουμε. ¼χι, δε φýγαμε, δε ξεκορμßσαμε απü σÝνα, δεν κατεβÞκαμε στη γης. ΜÝσα απü τα σωθικÜ σου ξακλουθουμε τον αγþνα. Λýτρωσε μας"!
     Δε φτÜνει ν' ακοýς μÝσα σου τη βουÞ των προγüνων. Δε φτÜνει να τους νιþθεις να παλεýουν μπροστÜ απü το κατþφλι του νου σου. ¼λοι χýνουνται να πιαστοýν απü το ζεστü μυαλü σου, ν' ανÝβουν πÜλι στο φως της μÝρας.
     Μα εσý να ξεδιαλÝγεις. Ποιος πρüγονος να γκρεμιστεß πßσω στα τÜρταρα του αßματου σου και ποιος ν' ανηφορßσει πÜλι στο φως και στο χþμα. Μην τους λυπÜσαι! ΚÜθου Üγρυπνος στην καταβüθρα της καρδιÜς σου και ξεδιÜλεγε. Τοýτος ο ßσκιος, να λες, εßναι ταπεινüς, σκοτεινüς, σα ζþο. να φýγει! Τοýτος εßναι σιωπηλüς και φλεγüμενος, πιο ζωντανüς απü μÝνα. Ας πιει το αßμα μου üλο! Φþτισε το σκοτεινü αßμα των προγüνων, σýνταξε τις κραυγÝς τους σε λüγο, καθÜρισε τη βοýληση τους, πλÜτυνε το στενü τους ανÞλεο μÝτωπο.
     Αυτü εßναι το δεýτερο σου χρÝος.
     Γιατß δεν εßσαι μονÜχα σκλÜβος. Ευτýς ως γεννÞθηκες, μια νÝα πιθανüτητα γεννÞθηκε μαζß σου, Ýνας λεýτερος σκιρτημüς τρικυμßζει τη μεγÜλη ζοφερÞ καρδιÜ του σογιοý σου.
     ΦÝρνεις, θες δε θες, Ýνα νÝο ρυθμü. Μια νÝα επιθυμßα, μια νÝα ΙδÝα, μια θλßψη καινοýρια. Θες δε θες, πλουτßζεις το πατρικü σου το σþμα.
     ΚατÜ που θα κινÞσεις; Πþς θ' αντικρßσεις τη ζωÞ και το θÜνατο, την αρετÞ και το φüβο; ¼λη η γενεÜ καταφεýγει στο στÞθος σου και ρωτÜει και προσδοκÜει με αγωνßα. ¸χεις ευθýνη. Δεν κυβερνÜς πια μονÜχα τη μικρÞ ασÞμαντη ýπαρξη σου. Εßσαι μια ζαριÜ üπου για μια στιγμÞ παßζεται η μοßρα του σογιοý σου. ΚÜθε σου πρÜξη αντιχτυπÜει σε χιλιÜδες μοßρες. ¼πως περπατÜς, ανοßγεις, δημιουργüς την κοßτη üπου θα μπει και θα üδÝψει ο ποταμüς των απüγονων. ¼ταν φοβÜσαι, ο φüβος διακλαδþνεται σε αναρßθμητες γενεÝς και εξευτελßζεις αναρßθμητες ψυχÝς μπροστÜ και πßσω σου. ¼ταν υψþνεσαι σε μια γενναßα πρÜξη, η ρÜτσα σου αλÜκερη υψþνεται και αντρειεýει.
 -"Δεν εßμαι Ýνας! Δεν εßμαι Ýνας!" Τ' üραμα τοýτο κÜθε στιγμÞ να σε καßει. Δεν εßσαι Ýνα Üθλιο λιγüστιγμο κορμß. πßσω απü την πÞλινη ρεοýμενη μÜσκα σου Ýνα πρüσωπο χιλιοχρονßτικο ενεδρεýει. Τα πÜθη σου κι οι ΙδÝες σου εßναι πιο παλιÜ απü την καρδιÜ κι απü το μυαλü σου.
     Το σþμα σου το αüρατο εßναι οι πεθαμÝνοι πρüγονοι κι οι απüγονοι οι αγÝννητοι. Το σþμα σου τ' ορατü εßναι οι Üντρες, οι γυναßκες και τα παιδιÜ που ζουν της εδικÞς σου ρÜτσας.
     ΜονÜχα εκεßνος λυτρþθηκε απü την κüλαση του εγþ του που νιþθει να πεινÜει üταν Ýνα παιδß της ρÜτσας του δεν Ýχει να φÜει, και να σκιρτÜει πασßχαρος üταν Ýνας Üντρας και μια γυναßκα του σογιοý του φιλιοýνται. ¼λα τοýτα εßναι μÝλη του μεγÜλου ορατοý κορμιοý σου. ΠονÜς και χαßρεσαι σκορπισμÝνος ως τα πÝρατα της Γης μÝσα σε χιλιÜδες ομοαßματα κορμιÜ. ¼πως μÜχεσαι για το μικρü σου το σþμα, πολÝμα και για το μεγÜλο. ΠολÝμα üλα τοýτα τα κορμιÜ σου να γßνουνε δυνατÜ, λιτÜ, πρüθυμα. Να φωτιστεß ο νους τους, να χτυπÜει η καρδιÜ τους φλεγüμενη, γενναßα, ανÞσυχη.
     Πως μπορεßς να 'σαι δυνατüς, φωτεινüς, γενναßος, αν οι αρετÝς τοýτες δε τρικυμßζουν αλÜκερο το μεγÜλο σου το σþμα; Πþς μπορεßς να σωθεßς, αν δε σωθεß αλÜκερο σου το αßμα; ¸νας απü τη ρÜτσα σου να χαθεß, σε συντραβÜει στο χαμü του. ¸να μÝλος του κορμιοý και του νου σου σαπßζει.
     Να ζεις βαθιÜ, üχι σαν ΙδÝα, παρÜ ως σÜρκα κι αßμα, την ταυτüτητα τοýτη. Εßσαι Ýνα φýλλο στο μÝγα δÝντρο της ρÜτσας. Να νιþθεις το χþμα ν' ανεβαßνει απü τις σκοτεινÝς ρßζες και ν' απλοκαμιÝται στα κλαριÜ και στα φýλλα.
     Ποιüς εßναι ο σκοπüς σου; Να μÜχεσαι να πιαστεßς στÝρεα απü το κλαρß κι εßτε σα φýλλο εßτε σαν Üνθος εßτε σαν καρπüς να σαλεýει μÝσα σου, ν' ανανεþνεται και ν' αναπνÝει αλÜκερο το δÝντρο.
     Το πρþτο σου χρÝος, εχτελþντας τη θητεßα σου στη ρÜτσα, εßναι να νιþσεις μÝσα σου üλους τους πρüγονους. Το δεýτερο, να φωτßσεις την ορμÞ τους και να συνεχßσεις το Ýργο τους. Το τρßτο σου χρÝος, να παραδþσεις στο γιο τη μεγÜλη εντολÞ να σε ξεπερÜσει.
     Αγωνßα μÝσα σου. ΚÜποιος παλεýει να φýγει, να ξεσκιστεß απü τη σÜρκα σου, να γλιτþσει απü σÝνα. ¸νας σπüρος στα νεφρÜ σου, Ýνας σπüρος στο μυαλü σου δε θÝλει πια να 'ναι μαζß σου, δε χωρÜει πια στο σπλÜχνο σου, μÜχεται για ελευτερßα.
 -"ΠατÝρα, δε χωρþ στην καρδιÜ σου, θÝλω να τη συντρßψω, να περÜσω ΠατÝρα, μισþ το σþμα σου, ντρÝπουμαι που εßμαι κολλημÝνος μαζß σου, θα φýγω! ΚατÜντησες Üλογο οκνü, τα πüδια σου πια δεν μποροýν ν' ακλουθοýν το ρυθμü της καρδιÜς μου. ΒιÜζουμαι. Θα πεζÝψω, θα καβαλÞσω Üλλο κορμß και θα σε αφÞσω στο δρüμο"!
     Κι εσý, ο πατÝρας, χαßρεσαι γρικþντας την καταφρονετικιÜ φωνÞ του παιδιοý σου.
 -"¼λα, üλα για το γιο μου!" φωνÜζεις. "Εγþ δεν εßμαι τßποτα. Εγþ εßμαι ο πßθηκος, αυτüς ο Üνθρωπος. Εγþ εßμαι ο Üνθρωπος, αυτüς ο γιος του ανθρþπου"!
     Μια δýναμη μÝσα σου, ανþτερη σου, διαπερνÜει συντρßβοντας το κορμß σου και το νου σου και φωνÜζει:
 -"Παßξε το τωρινü και το σßγουρο, παßξε το για το μελλοýμενο κι αβÝβαιο! Μη κρατÜς τßποτα για υστερνÞ. Μου αρÝσει ο κßντυνος. Μπορεß να χαθοýμε, μπορεß να σωθοýμε. Μη ρωτÜς! Απßθωνε κÜθε στιγμÞ στα χÝρια του κßντυνου τον κüσμον üλο! Εγþ, ο σπüρος του αγÝννητου, τρþγω τα σωθικÜ της ρÜτσας σου και φωνÜζω"!

Γ': Η ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑ
     Δε μιλÜς εσý. ΜÞτε εßναι η ρÜτσα μονÜχα μÝσα σου που φωνÜζει. μÝσα σου οι αρßφνητες γενεÝς των ανθρþπων. 'Ασπροι, κßτρινοι, μαýροι, χιμοýν και φωνÜζουν.
     Λευτερþσου κι απü τη ρÜτσα. ΠολÝμα να ζÞσεις üλο τον αγωνιζüμενον Üνθρωπο. Κοßτα τον πþς ξεμασκÜλισε απü τα ζþα, πþς μÜχεται να σταθεß üρθιος, να ρυθμßσει τßς Üναρθρες κραυγÝς, να συντηρÞσει τη φλüγα ανÜμεσα στις πυροστιÝς, να συντηρÞσει το νου ανÜμεσα στα κüκαλα της κεφαλÞς του.
     ¸λεος να σε κυριÝψει για το πλÜσμα τοýτο που ξεκüρμισε Ýνα πρωß απü τους πßθηκους, γυμνü, ανυπερÜσπιστο, χωρßς κÝρατα και δüντια, μονÜχα με μια σπßθα φωτιÜ στο μαλακü του το καýκαλο. Δεν ξÝρει απü που Ýρχεται και κατÜ που πÜει. Μα θÝλει, αγαπþντας, δουλεýοντας, σκοτþνοντας, να κυριÝψει τη γης.
     Κοßταξε τους ανθρþπους, λυπÞσου τους. Κοßταξε τον εαυτü σου ανÜμεσα στους ανθρþπους, λυπÞσου τον. ΜÝσα στο θαμπü σοýρουπο της ζωÞς αγγßζουμε ο Ýνας τον Üλλον, ψαχνüμαστε, ρωτοýμε, αφουκραζüμαστε. ΦωνÜζουμε βοÞθεια! ΤρÝχουμε. ΞÝρουμε πþς τρÝχουμε να πεθÜνουμε, μα δεν μποροýμε να σταματÞσουμε. ΤρÝχουμε. Μια λαμπÜδα κρατοýμε και τρÝχουμε. Το πρüσωπο μας, μια στιγμÞ, φωτßζεται, μα βιαστικÜ παραδßνουμε τη λαμπÜδα στο γιο μας κι εýτýς σβÞνουμε, κατεβαßνουμε στον 'Αδη.
     Η μÜνα κοιτÜει μπροστÜ, κατÜ την κüρη. Η κüρη κοιτÜει κι αυτÞ μπροστÜ, πÝρα απü του αντρüς της το κορμß, κατÜ το γιο. Να πþς πορεýεται στη γης ετοýτη ο Αüρατος.
     ¼λοι, χωρßς Ýλεος, κοιτÜζουμε καταμπροστÜ, σπρωγμÝνοι απü τερÜστιες πßσω μας αλÜθευτες σκοτεινÝς δυνÜμες.
     Σηκþσου απÜνω απü το πρüσκαιρο μετερßζι του κορμιοý σου, κοßταξε πßσω τους αιþνες. Τß βλÝπεις; Ζþα γιομÜτα τρßχες κι αßματα ανεβαßνουν απü τη λÜσπη ανταρεμÝνα. Ζþα γιομÜτα τρßχες κι αßματα κατεβαßνουν απü τα κορφοβοýνια ανταρεμÝνα. Σμßγουν μουγκρßζοντας οι δυü στρατοß σαν Üντρας με γυναßκα και γßνουνται Ýνας βþλος αßμα, μυαλü και λÜσπη.
     Κοßταξε. Οι λαοß ανεβαßνουν σα χλüη απü τα χþματα και πÝφτουν πÜλι στα χþματα, λßπασμα γονερü για τις μελλοýμενες σπορÝς. Κι η γης παχαßνει απü τη στÜχτη, απü τα αßματα κι απü τα μυαλÜ των ανθρþπων. Αρßφνητοι χÜνουνται μεσοστρατßς, γεννιοýνται και πεθαßνουν στεßροι. Καταβüθρες ξαφνικÜ ανοßγουνται μες στο σκοτÜδι, γκρεμßζουνται λαοß, προστÜγματα δßχως συνοχÞ γρικιοýνται μÝσα στην ακατÜστατη βουÞ και το ανθρþπινο κοπÜδι ταρÜζεται και σκορπßζει.
     ΞαφνικÜ μαντεýουμε κÜτωθε και γýρα μας και μÝσα στην Üβυσσο της καρδιÜς μας τις τυφλÝς, αχüρταγες, χωρßς καρδιÜ, χωρßς μυαλü δυνÜμες. Σ' Ýνα πÝλαγο τρικυμισμÝνο αρμενßζουμε, το νιþθουμε σε μιαν κßτρινη αστραπÞ, σ' Ýνα τσüφλι μπιστευτÞκαμε τα πλοýτη μας, τα παιδιÜ και τους θεοýς μας.
     Κýματα σκοτεινÜ, πηχτÜ, üλο αßματα οι αßþνες ανεβοκατεβαßνουν. Η κÜθε στιγμÞ εßναι μια Üβυσσο που ανοßγει. ΑγνÜντευε το σκοτεινü πÝλαγο χωρßς να τρεκλßζεις, κοßταζε κατÜματα την Üβυσσο, κÜθε στιγμÞ, χωρßς φαντασßα, αναßδεια και φüβο. Χωρßς φαντασßα, αναßδεια και φüβο. Μα δε φτÜνει. ΚÜμε Ýνα βÞμα ακüμα. πολÝμησε να δþσεις νüημα στ' ασυνÜρτητα παλÝματα του ανθρþπου.
     Γýμναζε την καρδιÜ σου να κυβερνÜει üσο μπορεß πιο απλüχωρη παλαßστρα. Ανακýκλωνε σ' Ýναν αιþνα, υστÝρα σε δυο αιþνες, υστÝρα σε τρεις, σε δÝκα, σε üσους αιþνες αντÝχεις, την πορεßα του ανθρþπου. Γýμναζε το μÜτι σου να θεÜται να κινοýνται λαοß σε μεγÜλα χρονικÜ διαστÞματα. Βυθßζου στ' üραμα τοýτο με υπομονÞ, με αγÜπη κι υψηλÞ αφιλοκÝρδεια, ωσüτου αγÜλια εντüς σου ο κüσμος ν' ανασÜνει: να φωτιστοýν οι αγωνιζüμενοι, να σμßξουν στην καρδιÜ σου και ν' αναγνωριστοýν αδερφοß. Η καρδιÜ σμßγει ü,τι ο νους χωρßζει, ξεπερνÜει την παλαßστρα της ανÜγκης και μετουσιþνει το πÜλεμα σε αγÜπη.
     Ακροπüδιζε στον αχüρταγο γκρεμü και πολÝμα να συντÜξεις τ' üραμα. ΑνασÞκωσε την πολýχρωμη καταπαχτÞ του μυστÞριου. Τ' Üστρα, τις θÜλασσες, τους ανθρþπους, τις ΙδÝες. Δþσε μορφÞ και νüημα στην Üμορφη, Üμυαλη απεραντοσýνη. ΠεριμÜζωξε στην καρδιÜ σου üλες τις τρομÜρες, ανασýνθεσε üλες τις λεπτομÝρειες. ¸νας κýκλος εßναι η λýτρωση. κλεßσε τον!
     Τß θα πει ευτυχßα; Να ζεις üλες τις δυστυχßες. Τß θα πει φως; Να κοιτÜς με αθüλωτο μÜτι üλα τα σκοτÜδια.
     Εßμαστε Ýνα γρÜμμα ταπεινü, μια συλλαβÞ, μια λÝξη απü τη γιγÜντια Οδýσσεια. Εßμαστε βυθισμÝνοι σ' Ýνα γιγÜντιο τραγοýδι και λÜμπουμε üπως λÜμπουν τα ταπεινÜ χοχλÜδια üσο εßναι βυθισμÝνα στη θÜλασσα.
     Ποιü εßναι το χρÝος μας; Ν' ανασηκþσουμε το κεφÜλι απü το κεßμενο, μια στιγμÞ, üσο αντÝχουν τα σπλÜχνα μας και ν' αναπνÝψουμε το υπερπüντιο τραγοýδι. Να σμßξουμε τις περιπÝτειες, να δþσουμε νüημα στο ταξßδι, να παλεýουμε ακατÜλυτα με τους ανθρþπους, με τους θεοýς και με τα ζþα, κι αργÜ, υπομονετικÜ, να μολþνουμε μÝσα στα φρÝνα μας, μελοýδι απü το μελοýδι μας, την ΙθÜκη. Σαν Ýνα νησß, αργÜ, με φοβερüν αγþνα, υψþνεται μÝσα απü τον ωκεανü του ανýπαρχτου το Ýργο του ανθρþπου.
     ΜÝσα στο μερüνυχτα στερεοýμενο τοýτο αλþνι οι γενεÝς δουλεýουν, αγαποýν, ελπßζουν, αφανßζουνται. ΝÝες γενεÝς πατοýν τα κουφÜρια των πατÝρων, συνεχßζουν το Ýργο απÜνω στην Üβυσσο και μÜχουνται να μερþσουν το τρομερü μυστÞριο. Πþς; καλλιεργþντας Ýνα χωρÜφι, φιλþντας μια γυναßκα, μελετþντας μιαν πÝτρα, Ýνα ζþο, μιαν ΙδÝα.
     ¸ρχουνται σεισμοß, το νησß σαλεýει, μια γωνιÜ γκρεμßζεται, μια Üλλη ανεβαßνει απü τ' ανÞλιαγα κýματα.
     ¸νας αργÜτης πελαγßσιος εßναι ο νους, κι εßναι η δουλειÜ του να μολþνει το χÜος.
     Απ' üλες τοýτες τις γενεÝς, Üπ' üλες τις δυστυχßες και τις χαρÝς, απü τους Ýρωτες, απü τους πολÝμους, απü τις ΙδÝες, αναδßνεται μια φωνÞ αγνÞ και γαλÞνια. αγνÞ και γαλÞνια, γιατß περιÝχει üλες τις αμαρτßες και τις ανησυχßες του αγωνιζüμενου ανθρþπου και τις ξεπερνÜει κι ανεβαßνει.
     ΜÝσα απ' üλο τοýτο το ανθρþπινο υλικü Ýνας ανηφορßζει με τα χÝρια, με τα πüδια, πνιμÝνος στα δÜκρυα και στα αßματα κι αγωνßζεται να σωθεß. Να σωθεß απü ποιüν; Απü το κορμß που τον περικλεßνει, απü το λαü που τον αναβαστÜει, απü τη σÜρκα, απü την καρδιÜ κι απü τα φρÝνα του ανθρþπου.
 -"Κýριε, ποιüς εßσαι; ΣÜν ΚÝνταυρος υψþνεσαι μπροστÜ μου, με τα χÝρια στον ουρανü τανυσμÝνα, με τα πüδια καρφωμÝνα στη λÜσπη".
 -"Εßμαι Εκεßνος που αιþνια ανεβαßνει"!
 -"Γιατß ανεβαßνεις; Ξενεφρßζεσαι, αγωνιÜς, μÜχεσαι να ξεθηκαρþσεις απ' το ζþο. Απ' το ζþο κι απü τον Üνθρωπο. Μη με αφÞνεις"!
 -"ΜÜχουμαι, ανεβαßνω, για να μην πνιγþ. Απλþνω τα χÝρια μου, πιÜνουμαι απ' üλα τα ζεστÜ κορμιÜ, σηκþνω απÜνω απü το μυαλü το κεφÜλι μου για ν´ αναπνÝψω. ολοýθε πνßγουμαι, πουθενÜ δε χωρþ"!
 -"Κýριε, γιατß τρÝμεις";
 -"ΦοβÜμαι! Ο σκοτεινüς ανÞφορος δεν Ýχει τελειωμü. Μια φλüγα εßναι η κεφαλÞ μου κι αιþνια ξεκορμßζει. μα το πνÝμα της νýχτας αιþνια φυσÜει να με σβÞσει. Ο αγþνας μου üλος πÜσα στιγμÞ κιντυνεýει. Ο αγþνας μου üλος σε κÜθε κορμß κιντυνεýει. Πατþ παραπατþ μÝσα στις σÜρκες, σαν Ýνας νυχτωμÝνος στρατοκüπος, και φωνÜζω: ΒοÞθεια"!

Δ': Η ΓΗΣ
     Δε φωνÜζεις εσý. Δε φωνÜζει η ρÜτσα σου μÝσα στο εφÞμερο στÞθος σου. Δε φωνÜζουν μüνον οι Üσπρες, οι κßτρινες, οι μαýρες γενεÝς των ανθρþπων στην καρδιÜ σου. Η Γης αλÜκερη, με τα νερÜ και τα δÝντρα της, με τα ζþα, με τους ανθρþπους και τους θεοýς της μÝσα στο στÞθος σου φωνÜζει. Ανασηκþνεται η Γης μÝσα στα φρÝνα σου και θωρÜει για πρþτη φορÜ αλÜκερο το σþμα της. ΑνατριχιÜζει. Εßναι Ýνα ζþο που τρþει, γεννÜει, σαλεýει, θυμÜται. ΠεινÜει,τρþει τα παιδιÜ της -φυτÜ, ζþα, ανθρþπους, ιδÝες- τ' αλÝθει στα σκοτεινÜ σαγüνια της, τα ξαναπερνÜει απü το κορμß της και τα ξαναχýνει στο χþμα. ΘυμÜται, αναμαυλÜει τα πÜθη της. ΜÝσα στην καρδιÜ μου το μνημονικü της ανοßγει, απλþνεται, κυριεýει τον καιρü.
     Δεν εßναι τοýτη η καρδιÜ που πηδÜει και χτυπÜει μÝσα στο αßμα. Εßναι η Γης αλÜκερη. ΣτρÝφεται πßσω της και ξαναζεß το φοβερü ανηφüρισμÜ της στο χÜος.
     Θυμοýμαι μιαν ατÝλειωτη ερημιÜ απü Üναρχη φλεγüμενη ýλη. Καßγουμαι! Περνþ τον Üμετρο ανοργÜνωτο καιρü, ολομüναχος, απελπισμÝνος, κραυγÜζοντας στην Ýρημßα. Κι αργÜ η φλüγα καταλαγιÜζει, η μÞτρα της ýλης δροσερεýει, ζωντανεýει η πÝτρα, και θρýβεται. Κι ανεβαßνει τρÝμοντας στον αγÝρα Ýνα μικρü, πρÜσινο φýλλο. ΠιÜνεται απü το χþμα, στερεþνεται, σηκþνει το κεφÜλι του και τα χÝρια, αρπÜζει τον αγÝρα, το νερü, το φως, αρμÝγει το Σýμπαντο. ΑρμÝγει το Σýμπαντο και θÝλει να το περÜσει απü το λιγνü σαν την κλωστÞ κορμß του και να το κÜμει ανθü, καρπü και σπüρο. Να το κÜμει αθÜνατο.
     ΑνατριχιÜζει η θÜλασσα, σκßζεται σε δυο κι ανεβαßνει απü το λασπερü βυθü της Ýνα λιμασμÝνο, ανÞσυχο, αüμματο σκουλÞκι.
     ΝικÞθηκε το βÜρος, ανασηκþθηκε η πλÜκα του θανÜτου, προβαßνουν γιομÜτα Ýρωτα και πεßνα οι στρατιÝς τα δÝντρα και τα ζþα.
     Κοιτþ τη Γης με το λασπωμÝνο μυαλü της κι ανατριχιÜζω ξαναζþντας τον κßντυνο. Μποροýσα να βουλιÜξω, να χαθþ μÝσα στις ρßζες τοýτες που πßνουν μ' ευδαιμονßα τη λÜσπη. μποροýσα να πλαντÜξω μÝσα στο χοντρü τοýτο μυριοζÜρωτο τομÜρι Þ να σπαρÜζω αιþνια μÝσα στο αιματερü σκοτεινü καýκαλο του παμπÜλαιου πρüγονου.
     Μα γλßτωσα. ΠÝρασα τα παχιüφλουδα φυτÜ, πÝρασα τα ψÜρια, τα πουλιÜ, τα θεριÜ, τους πιθÞκους. ¸καμα τον Üνθρωπο. ¸καμα τον Üνθρωπο και τþρα μÜχουμαι να τον ξεκÜμω!
 -"Δε χωρþ! Δε χωρþ! ΘÝλω να ξεφýγω!"
     Η κραυγÞ τοýτη αιþνια ρÞμαζε και κÜρπιζε τα σωθικÜ του κüσμου. Πηδοýσε απü σþμα σε σþμα, απü γενεÜ σε γενεÜ, απü εßδος σε εßδος, ολοÝνα πιο σαρκοβüρα και πιο δυνατÞ. ¼λοι οι γονιοß φωνÜζουν:
 -"ΘÝλω να γεννÞσω γιον ανþτερο μου!"
     Στις φοβερÝς στιγμÝς που η ΚραυγÞ περνÜει απü το κορμß μας, νιþθουμε μια προανθρþπινη δýναμη ανÞλεη να μας σπρþχνει. ¸να χεßμαρρο βουερü, λασπερü απü πßσω μας, γιομÜτο αßμα, δÜκρυα, ιδρþτα, αλαλαγμοýς χαρÜς, ηδονÞς και θανÜτου.
     ¸νας Üνεμος ερωτικüς φυσÜει απÜνω στη Γης, ßλιγγος κυριεýει üλα τα ζωντανÜ και σμßγουν στη θÜλασσα, στις σπηλιÝς, στον αγÝρα, κÜτω απü το χþμα, μεταγγßζοντας απü κορμß σε κορμß μια μεγÜλη ακατανüητη αγγελßα. Και τþρα μονÜχα εμεßς,νογþντας πßσω μας την Ýφοδο, θαμπÜ αρχινοýμε και μαντεýουμε γιατß πÜλευαν, γεννοýσαν και πÝθαιναν τα ζþα, και πßσω τους τα φυτÜ, και πßσω üλη η ανοργÜνωτη εφεδρεßα.
     ¸λεος, ευγνωμοσýνη και σÝβας μας κυριεýει για τους παλιοýς μας συντρüφους στη μÜχη. Δοýλευαν, αγαποýσαν και πÝθαιναν για ν' ανοßξουν το δρüμο να περÜσουμε.
     ¼μοια κι εμεßς, μÝσα στην ßδια ηδονÞ, παρÜφορα κι αγωνßα, δουλεýουμε για κÜποιον 'Αλλον, που σε κÜθε γενναßα μας πρÜξη προχωρÜει κι Ýνα βÞμα. ¼λος μας ο αγþνας θα 'χει πÜλι Ýνα σκοπü ανþτερο μας, üπου θα χρησιμÝψουν και θ' αγιÜσουν οι μüχτοι μας, οι αθλιüτητες και τα εγκλÞματα.
     Μια Ýφοδο εßναι τοýτη! Μια πνοÞ χιμÜει, τρικυμßζει, καρποβολÜει την ýλη, περνÜει τα ζþα, δημιουργÜει τον Üνθρωπο, πιÜνεται απü πÜνω του σαν üρνιο αρπαχτικü και στρηνιÜζει.
     Εßναι η σειρÜ μας! Μας δουλεýει, κατεργÜζεται εντüς μας την ýλη και την κÜνει πνÝμα, πατÜει το μυαλü μας, πηδÜει καβÜλα στο σπÝρμα και μÜχεται, κλοτσþντας πßσω το κορμß μας, να ξεφýγει.
     Σα να 'ναι üλη η ζωÞ ετοýτη τ' ορατü αιþνιο κυνÞγι ενüς αüρατου Γαμπροý, που κυνηγÜει απü κορμß σε κορμß την αιωνιüτητα, την αδÜμαστη Νýφη. Κι εμεßς, üλο το ψßκι της γαμÞλιας πομπÞς, φυτÜ, ζþα, Üνθρωποι, χιμοýμε τρÝμοντας προς τη μυστικÞ παστÜδα. Και καθÝνας κρατÜει με δÝος τα ιερÜ σýμβολα του γÜμου:
      ¢λλος το Φαλλü, Üλλος τη ΜÞτρα.

ΤΟ ΟΡΑΜΑ

     ¢κουσες την ΚραυγÞ και κßνησες. ΠÝρασες απü αγþνα σε αγþνα üλες τις πολεμικÝς θητεßες του στρατευüμενου ανθρþπου.
     ΠολÝμησες μÝσα στο μικρü τσαντßρι του κορμιοý σου, μÜνα, στενÞ σου φÜνταξε η παλαßστρα, πνßγουσουν, και χýθηκες να ξεφýγεις.
     ΣτρατοπÝδεψες στη ρÜτσα σου, γιüμωσες χÝρια και καρδιÝς, ανÜστησες με το αßμα σου τους φοβεροýς προγüνους και κßνησες μαζß με τους νεκροýς, τους ζωντανοýς και τους αγÝννητους να πολεμÞσεις.
     Και μονομιÜς üλες οι ρÜτσες κßνησαν μαζß σου, το ßερü στρÜτεμα του ανθρþπου ανασυντÜχτηκε ξοπßσω σου, üλη η γης βοýισε σα στρατüπεδο.
     ΑνÝβηκες, κι απü αψηλÞ κορφÞ αλÜκερο το σχÝδιο της μÜχης διακλαδþθηκε μÝσα στους γýρους του μυαλοý σου κι üλες οι αντιμαχüμενες εκστρατεßες Ýσμιξαν στο μυστικü στρατüπεδο της καρδιÜς σου.
     Κι απü πßσω συντÜχτηκαν τα ζþα και τα φυτÜ, σα μεταγωγικÜ στα μαχüμενα μπροστÜ στρατÝματα του ανθρþπου.
     Τþρα η Γης αλÜκερη πιÜστηκε απÜνω σου, Ýγινε κορμß σου, φωνÜζει μÝσα στο χÜος. Πþς να πολιορκÞσω με λüγια το φοβερü τοýτο δρÜμα; Σκýβω στο χÜος κι αφουκρÜζουμαι. ¸νας ανεβαßνει αγκομαχþντας μυστικü, επικßντυνο ανÞφορο.
     ΜοχτÜει, αγωνßζεταιμε πεßσμα ν' ανηφορßσει. Μα βρßσκει εμπüδιο αντßδρομÞ του ορμÞ: ¸νας κατεβαßνει βιαστικÜ μυστικü, καλüβολο πολý κατÞφορο. Η ΠνοÞ, μÝσα στο ρÝμα το πηχτü που κατεβαßνει, μελßζεται, στροβιλßζεται και μια στιγμÞ, üσο βαστÜει κÜθε ζωÞ, σοζυγιÜζουνται οι δυο αντßδρομες επιθυμßες.
     Να πþς γεννιοýνται τα κορμιÜ, να πþς δημιουργιÝται ο κüσμος κι ισορροποýνε μÝσα στα ζωντανÜ οι δυο αντιστρατευüμενες δυνÜμες.
     Μια στιγμÞ, τον ¸να που ανηφορßζει τον περιτυλßγει σφιχτÜ Ýνα σþμα αγαπημÝνο, το σþμα του, και του αργοπορÜει το ανÝβασμα. Μα γρÞγορα, με τον Ýρωτα, με το θÜνατο, του ξεφεýγει. Κι εξακολουθεß την πορεßα. ΠατÜει το Üψυχο, πλÜθει το φυτü και το γιομþνει. Στρατοπεδεýει αλÜκερος. αλÜκερος, θα πει: μαζß με τη λαχτÜρα και τη δýναμη να ξεφýγει. Ανασηκþνεται λßγο, αναπνÝει με κüπο, πνßγεται. ΠαρατÜει στα φυτÜ üσο βÜρος, üση νÜρκη κι ακινησßα μπορεß, αλαφρþνει και πηδÜει, αλÜκερος πÜλι, πιο πÝρα και πιο πÜνω, δημιουργþντας τα ζþα, και στρατοπεδεýει αλÜκερος στα νεφρÜ τους. ΑλÜκερος, πÜλι, θα πει: μαζß με τη λαχτÜρα και τη δýναμη να ξεφýγει.
     Τα σþματα αναπνÝνε, θρÝφουνται, ταμιεýουν δυνÜμες, και σε μια στιγμÞ ερωτικÞ συντρßβουνται, ξοδεýουν τα πÜντα κι αδειÜζουν, για ν' αφÞσουν στο γιο την ψυχÞ τους. Ποιαν ψυχÞ; Την ορμÞ προς τ' απÜνω!
     Λαγαρßζεται αργÜ, με αγþνα, ανÜμεσα απü τα κορμιÜ τους, παρατÜει πÜνω τους üσα πÜθη, üση σκλαβιÜ, ανημποριÜ και σκοτÜδι μπορεß. Κι ανασηκþνεται πÜλι, πιο ανÜλαφρος, και χιμÜει να ξεφýγει. κι η ορμÞ τοýτη για την ελευτερßα, παλεýοντας με την ýλη, αργÜ δημιουργÜει την κεφαλÞ του ανθρþπου. Και τþρα, το νιþθουμε με τρüμο, μÜχεται πÜλι να ξεφýγει απü πÜνω μας, να μας παραπετÜξει με τα φυτÜ και τα ζþα, να πηδÞξει πιο πÝρα. ¹ρθε χαρÜ και πßκρα μεγÜλη! η στιγμÞ να παραπεταχτουμε κι εμεßς, οι πρωτοπüροι, στην εφεδρεßα.
     Πßσω απü τη ροÞ του κορμιοý και του μυαλοý μου, πßσω απü τη ροÞ της ρÜτσας μου και των ανθρþπων, πßσω απü τη ροÞ των ζþων και των φυτþν, βλÝπω τρÝμοντας τον Αüρατο που πατÜει üλα τα ορατÜ κι ανεβαßνει. Και κÜτω απü τη βαριÜ, αßματωμÝνη του πατοýσα γρικþ üλα τα ζωντανÜ να συντρßβουνται. ΑγÝλαστο εßναι το πρüσωπο του, βουβü, σκοτεινü, πÝρα απü τη χαρÜ κι απü τη θλßψη, πÝρα απü την ελπßδα.
     ΤρÝμω. Εßσαι συ ο Θεüς μου; Το σþμα σου εßναι γιομÜτο μνÞμη. Σαν Ýνας χρüνια φυλακισμÝνος ξüμπλιασες με αλλüκοτα δÝντρα και μαλλιαροýς δρÜκους, μ´ αιματερÝς περιπÝτειες, με κραυγÝς και χρονολογßες τα μπρÜτσα σου και το στÞθος. Κýριε, Κýριε, μουγκαλιÝσαι σα ζþο! Τα πüδια σου εßναι γιομÜτα αßμα και λÜσπη. Τα χÝρια σου εßναι γιομÜτα αßμα και λÜσπη. ΒαριÜ σα μυλüπετρα εßναι τα σαγüνια σου κι αλÝθουν. ΠιÜνεσαι απü τα δÝντρα, απü τα ζþα, πατÜς τον Üνθρωπο, φωνÜζεις. Ανηφορßζεις τον ατÝλειωτο μαýρο γκρεμü του θανÜτου και τρÝμεις.
     Που πας; Πληθαßνει ο πüνος, πληθαßνει το φως και το σκοτÜδι. Κλαις, πιÜνεσαι απÜνω μου, θρÝφεσαι με το αßμα μου, αντρειεýεις και λαχτßζεις την καρδιÜ μου. Σε κρατþ στο στÞθος μου, σε φοβοýμαι και σε σπλαχνßζουμαι.
     Σα να θÜψαμε ΚÜποιον που τον θαρροýσαμε νεκρü και τþρα τον ακοýμε μÝσα στη νýχτα να φωνÜζει: "ΒοÞθεια!" Κι ανασηκþνει με αγþνα την ταφüπετρα, την ψυχÞ και το κορμß μας, üλο πιο αψηλÜ, üλο πιο λεýτερα αναπνÝοντας. ΚÜθε λüγος, κÜθε πρÜξη, κÜθε ΙδÝα εßναι η βαριÜ του ταφüπετρα και την ανασηκþνει. Και το κορμß μου κι üλος ο κüσμος που αγναντεýουμε, ουρανüς και γης, εßναι η ταφüπετρα, κι ο Θεüς αγωνßζεται να την ανασηκþσει.
     Τα δÝντρα φωνÜζουν, τα ζþα, τ' Üστρα: "Χανüμαστε!" Δυο χÝρια, μεγÜλα ßσαμε τον ουρανü, πετιοýνται απü κÜθε ζωντανü και ζητοýν βοÞθεια. Με τα γüνατα κλειδωμÝνα στο πιγοýνι, με τα χÝρια απλωμÝνα κατÜ το φως, με τις πατοýσες των ποδιþν στη ρÜχη, Ýνα κουβÜρι, στριγμþνεται ο Θεüς στο κÜθε μüριο σÜρκας.
     ¼ταν ανοßγω Ýνα καρπü, τÝτοιος μου ξεσκεπÜζεται μÝσα μου ο σπüρος. ¼ταν μιλþ με τους ανθρþπους, αυτü ξεκρßνω μÝσα στο χοντρü, πηχτολÜσπωτο μυαλü τους. Ο Θεüς μÜχεται στο κÜθε πρÜμα, με τα χÝρια τανυσμÝνα προς το φως. Ποιü φως; ¼ξω κι απÜνω απü κÜθε πρÜμα! Δεν εßναι μονÜχα ο πüνος η ουσßα του Θεοý μας, μÞτε η ελπßδα στη μελλοýμενη ζωÞ εßτε στην επßγεια τοýτη, μÞτε η χαρÜ κι η νßκη. ΚÜθε θρησκεßα, υψþνοντας σε λατρεßα μια απü τις αρχÝγονες üψες τοýτες του Θεοý, στενεýει την καρδιÜ και το νου μας. Η ουσßα του Θεοý μας εßναι ο ΑΓΩΝΑΣ. ΜÝσα στον αγþνα τοýτον ξετυλßγουνται και δουλεýουν αιþνια ο πüνος, η χαρÜ κι η ελπßδα. Το ανηφüρισμα, ο πüλεμος με το αντßδρομο ρÝμα, γεννÜει τον πüνο. Μα ο πüνος δεν εßναι ο απüλυτος μονÜρχης. Η κÜθε νßκη, η κÜθε προσωρινÞ ισορρüπηση στο ανηφüρισμα γιομþνει χαρÜ το κÜθε ζωντανü, που αναπνÝει, θρÝφεται, ερωτεýεται και γεννÜει. Μα μÝσα απü τη χαρÜ κι απü τον πüνο αναπηδÜει αιþνια η ελπßδα να ξεφýγουμε απü τον πüνο, να πλατýνουμε τη χαρÜ. Κι αρχßζει πÜλι το ανηφüρισμα. Ο πüνος. Και ξαναγεννιÝται η χαρÜ και ξαναπηδÜει η νÝα ελπßδα.
     ΠοτÝ δεν κλεßνει ο κýκλος. Δεν εßναι κýκλος. εßναι Ýνας στρüβιλος που αιþνια ανεβαßνει, πλαταßνοντας, τυλßγοντας, ξετυλßγοντας, τον τρισυπüστατον αγþνα. Ποιüς εßναι ο σκοπüς του αγþνα τοýτου; ¸τσι ρωτÜει ο κακομοßρης, συφεροντολüγος πÜντα, νους του ανθρþπου, ξεχνþντας πως η ΜεγÜλη ΠνοÞ δε δουλεýει μÝσα σε ανθρþπινο καιρü, τüπο κι αιτιüτητα.
     Η ΜεγÜλη ΠνοÞ εßναι ανþτερη απü τ' ανθρþπινα τοýτα ρωτÞματα. ¸χει πλοýσιες, πολυπλÜνητες ορμÝς, που για το λιγüπνοο νου μας φαντÜζουν αντßφασες, μα μÝσα στην ουσßα της θεüτητας αδερφþνουνται και πολεμοýν üλες μαζß, πιστÝς παραστÜτισσες.
     Η αρχÝγονη ΠνοÞ διακλαδßζεται, ξεχýνεται, μÜχεται, αποτυχαßνει, πετυχαßνει, ασκεßται. Εßναι το Ρüδο των ΑνÝμων!
     Αρμενßζουμε κι εμεßς και ταξιδεýουμε, θÝλοντας το και μη, ξÝροντας το κι ασýνειδα, μες στις θεúκÝς απüπειρες. ¸χει λοιπüν κι εμÜς η πορεßα μας στοιχεßα αιþνια, χωρßς αρχÞ και τÝλος, βοηθÜει το Θεü, κιντυνεýει μαζß του.
     ΠοιÜ εßναι η ορμÞ, Üπ' üλες τις ορμÝς του Θεοý, που ο Üνθρωπος μπορεß να συλλÜβει; Τοýτη μονÜχα: Μια κüκκινη γραμμÞ απÜνω στη γης ξεκρßνουμε, μιαν κüκκινη αιματερÞ γραμμÞ, που με αγþνα ανηφορßζει απü την ýλη στα φυτÜ, απü τα φυτÜ στα ζþα, απü τα ζþα στον Üνθρωπο.
     Ο ακατÜλυτος τοýτος προανθρþπινος ρυθμüς εßναι απÜνω στη γης ετοýτη η μüνη ορατÞ οδοιπορßα του Αüρατου. ΦυτÜ, ζþα, Üνθρωποι, εßναι τα σκαλοπÜτια που δημιουργÜει ο Θεüς για να πατÞσει και ν' ανÝβει. Δýσκολος, φοβερüς, ατÝλειωτος ανÞφορος. ΣτÞν Ýφοδο τοýτη ο Θεüς θα νικÞσει, θα νικηθεß; ΥπÜρχει νßκη; ΥπÜρχει νικημüς; Το σþμα μας θα σαπßσει, θα ξαναγυρßσει στο χþμα, μα Εκεßνος που μια στιγμÞ το διαπÝρασε τι θα γßνει;
    Μα üλες τοýτες οι Ýγνοιες εßναι κατþτερες, κι üλες οι ελπßδες κι οι απελπισßες εξαφανßζουνται μÝσα στο λιμασμÝνο, χωνευτü στρüβιλο του Θεοý. Ο Θεüς γελÜει, θρηνÜει, σκοτþνει, μας βÜνει φωτιÜ και μας αφÞνει μεσοστρατßς, αποκαψßδια! Κι εγþ χαßρουμαι νιþθοντας ανÜμεσα στα δυο μελßγγια μου, σαν ανοιγοσφÜλιγμα ματιοý, την αρχÞ και το τÝλος του κüσμου. Συμπυκνþνω σε μιαν αστραπüχαρη στιγμÞ τη σπορÜ, το φýτρωμα, το Üνθισμα, το κÜρπισμα και την εξαφÜνιση του κÜθε δÝντρου, ζþου, ανθρþπου, Üστρου και θεοý.
     ¼λη η Γης Ýνας σπüρος φυτεμÝνος μÝσα στους γýρους του μυαλοý μου. ¼,τι αρßφνητα χρüνια πολεμÜει μÝσα στη σκοτεινÞ μÞτρα της ýλης να ξετυλιχτεß και να καρπßσει, μÝσα στο κεφÜλι μου ξεσπÜει σα μια μικρÞ βουβÞ αστραπÞ. Αχ! την αστραπÞ τοýτη ν' ατενßζουμε, να την κρατÞσουμε μια στιγμÞ, να την οργανþσουμε σε ανθρþπινο λüγο! Τη στιγμιαßα τοýτη αιωνιüτητα που τα κλεßνει üλα, περασμÝνα και μελλοýμενα, να τη στερεþσουμε, μα δßχως να χαθεß üλο το γιγÜντιο ερωτικü στροβßλισμα σε λεχτικÞν ακινησßα!
     Σα μια κιβωτü η κÜθε λÝξη, και χορεýουμε γýρα της, με ανατριχßλα νογþντας το Θεü σα φοβερü της περιεχüμενο. ¼,τι ζεις στην Ýκσταση ποτÝ δε θα μπορÝσεις να το στερεþσεις σε λüγο. ¼μως μÜχου ακατÜπαυτα να το στερεþσεις σε λüγο. ΠολÝμα με μýθους, με παρομοßωσες, με αλληγορßες, με κοινÝς και σπÜνιες λÝξες, με κραυγÝς και με ρßμες να του δþσεις σÜρκα, να στερεþσει! ¼μοια κÜνει κι ο Θεüς, ο ΜÝγας Εκστατικüς. ΜιλÜει, μÜχεται να μιλÞσει, με θÜλασσες και με φωτιÝς, με φτερÜ, με χρþματα, με κÝρατα, με νýχια, με αστερισμοýς και πεταλοýδες, με ανθρþπους, üπως μπορεß, για να στερεþσει την Ýκσταση του.
     Εßμαι κι εγþ, σαν κÜθε πρÜμα ζωντανü, στο κÝντρο του παγκüσμιου στροβßλου. Εßμαι το μÜτι των τερÜστιων ποταμþν, κι üλα γýρα μου χορεýουν, κι ο κýκλος στενεýει ολοÝνα ορμητικüτερος και χýνουνται ουρανüς και γης στην κüκκινη καταβüθρα της καρδßας μου. Κι ο Θεüς με αντικρßζει με τρüμο κι αγÜπη. 'Αλλη ελπßδα δεν Ýχει. και λÝει: "Τοýτος ο Εκστατικüς, που üλα τα γεννÜει, τα χαßρεται και τα εξαφανßζει, τοýτος ο Εκστατικüς εßναι ο Γιος μου"!

Η ΠΡΑΞΗ

Α': ΣΧΕΣΗ ΘΕΟΥ ΚΙ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
     Η στερνÞ, η πιο ιερÞ μορφÞ της θεωρßας εßναι η πρÜξη.
     ¼χι να βλÝπεις πþς πηδÜει η σπßθα απü τη μια γενεÜ στην Üλλη, παρÜ να πηδÜς, να καßγεσαι μαζß της.
     Η πρÜξη εßναι η πλατýτερη θýρα της λýτρωσης. ΑυτÞ μονÜχα μπορεß να δþσει απüκριση στα ρωτÞματα της καρδιÜς. Μες στις πολýγυρες περιπλοκÝς του νου, αυτÞ βρßσκει το συντομþτερο δρüμο. ¼χι βρßσκει. ΔημιουργÜει δρüμο, κüβοντας δεξÜ ζερβÜ την αντßσταση της λογικÞς και της ýλης.
     Γιατß αγωνßστηκες πßσω απü τα φαινüμενα κυνηγþντας τον Αüρατο; Γιατß üλη ετοýτη η πολεμικÞ, η ερωτικÞ πορεßα ανÜμεσα απü τη σÜρκα σου, απü τη ρÜτσα, απü τον Üνθρωπο, απü τα φυτÜ κι απü τα ζþα; Γιατß, πÝρα απü τους Üθλους τοýτους, ο γÜμος ο μυστικüς, ο τÝλειος εναγκαλισμüς, η βακχικÞ μαινüμενη επαφÞ μÝσα στο σκοτÜδι και στο φως;
     Για να φτÜσεις Üπ' üπου κßνησες. στο εφÞμερο, παλλüμενο, μυστηριþδικο σημεßο της ýπαρξης σου, με νÝα μÜτια, με νÝα αυτιÜ, με νÝα γÝψη, üσφρηση κι αφÞ, με φρÝνα καινοýρια.
     Το βαθý, ανθρþπινο χρÝος μας εßναι üχι να ξεδιαλýνουμε και να φωτßσουμε το ρυθμü της πορεßας του Θεοý, παρÜ να προσαρμüσουμε, üσο μποροýμε, μαζß του το ρυθμü της μικρÞς, λιγüχρονης ζωÞς μας. ¸τσι μονÜχα κατορθþνουμε να Ýχτελουμε κÜτι αιþνιο εμεßς οι θνητοß, γιατß συνεργαζüμαστε με κÜποιον ΑθÜνατο. ¸τσι μονÜχα νικοýμε τη λεπτομÝρεια, τη θανÜσιμη αμαρτßα, νικοýμε τη στενüτητα του μυαλοý μας, μετουσιþνουμε τη σκλαβιÜ τουχωματÝνιου υλικοý, που μας δüθηκε να δουλÝψουμε, σ' ελευτερßα.
     ΜÝσα σε üλα τοýτα, πÝρα Üπ' üλα τοýτα, üλοι οι Üνθρωποι κι οι λαοß, üλα τα φυτÜ και τα ζþα, üλοι οι θεοß κι οι δαιμüνοι, σαν Ýνας στρατüς, ορμοýν προς τ' απÜνω, συνεπαρμÝνοι απü μιαν ακατανüητη, ακαταμÜχητη ΠνοÞ. Την ΠνοÞ τοýτη μαχüμαστε να κÜμουμε ορατÞ, να της δþσουμε πρüσωπο, να την τυλßξουμε μÝσα σε λÝξες, σε αλληγορßες και στοχασμοýς και ξüρκια, να μη μας φýγει. Μα δε χωρÜει στα εßκοσι τÝσσερα γρÜμματα που αραδιÜζουμε. ΞÝρουμε, üλες τοýτες οι λÝξες, οι αλληγορßες, οι στοχασμοß και τα ξüρκια εßναι πÜλι μια νÝα μÜσκα που κρýβει την Αβυσσο. Μα Ýτσι μονÜχα, περιορßζοντας την απεραντοσýνη, μποροýμε, μÝσα στα σýνορα του νεοχαραγμÝνου ανθρþπινου κýκλου, να δουλÝψουμε.
    Τι θα πει να δουλÝψουμε; Να γιομþσουμε τον κýκλο τοýτον με πεθυμιÝς, με ανησυχßες και με πρÜξες, ν' απλωθοýμε και να φτÜσουμε τα σýνορα, να μη χωροýμε πια, να ραÀζουν και να γκρεμßζουνται. ¸τσι, δουλεýοντας τα φαινüμενα, πληθαßνουμε, πλαταßνουμε την ουσßα. Γι' αυτü υστÝρα απü την επαφÞ μας με την ουσßα, ο γυρισμüς μας στα φαινüμενα Ýχει ανυπολüγιστη αξßα.
     Εßδαμε τον ανþτατο κýκλο των στροβιλιζüμενων δυνÜμεων. Τον κýκλο αυτüν τον ονοματßσαμε Θεü. Μποροýσαμε να του δþσουμε ü,τι Üλλο üνομα θÝλαμε: 'Αβυσσο, ΜυστÞριο, Απüλυτο ΣκοτÜδι, Απüλυτο Φως, ¾λη, ΠνÝμα, Τελευταßα Ελπßδα, Τελευταßα Απελπισßα, ΣιωπÞ. Μα τον ονοματßσαμε Θεü, γιατß τ' üνομα τοýτο μονÜχα ταρÜζει βαθιÜ, απü προαιþνιες αφορμÝς, τα σωθικÜ μας. Κι η ταραχÞ τοýτη εßναι απαραßτητη για ν' αγγßξουμε σþμα με σþμα, πÝρα απü τη λογικÞ, τη φοβερην ουσßα.
     ΜÝσα στο γιγÜντιο τοýτον κýκλο της θεüτητας, χρÝος Ýχουμε να ξεχωρßσουμε και να συλλÜβουμε καθαρÜ το μικρü πýρινο τüξο της εποχÞς μας. ΑπÜνω στην αδιüρατη τοýτη φλüγινη καμπýλη, βαθιÜ, μυστικÜ νογþντας την ορμÞ αλÜκερου του κýκλου, οδεýουμε αρμονικÜ με το Σýμπαντο, παßρνουμε φüρα και πολεμοýμε. ¸τσι η εφÞμερη πρÜξη μας, συνειδητÜ ακλουθþντας τη φüρα του Σýμπαντου, δεν πεθαßνει μαζß μας. Δε χÜνεται σε μυστικÞ Üνεργη ενατÝνιση αλÜκερου του κýκλου, δεν καταφρονÜει την Üγια, ταπεινÞ καθημερινÞ ανÜγκη. Μες στο στενü ματωμÝνο της αυλÜκι, σκυφτÞ, δουλεýει στÝρεα, Üνετα νικþντας, μÝσα σ' Ýνα μικρü σημεßο καιροý και τüπου, τον καιρü και τον τüπο, γιατß το σημεßο αυτü ακολουθÜει τη θεúκιÜν ορμÞ αλÜκερου του κýκλου.
     Δε νοιÜζουμαι Üλλες εποχÝς κι Üλλοι λαοß τι πρüσωπο Ýδωκαν στην τερÜστια απρüσωπην ουσßα. Τη γιüμωσαν με ανθρþπινες αρετÝς, με αμοιβÝς και τιμωρßες, με βεβαιüτητες. ¸δωκαν στις ελπßδες και στους φüβους τους Ýνα πρüσωπο, υπüταξαν σ' Ýνα ρυθμü την αναρχßα τους, βρÞκαν μιαν ανþτερη δικαιολογßα να ζÞσουν και να δουλÝψουν. ¸καμαν το χρÝος τους. Μα εμεßς ξεπερÜσαμε σÞμερα τις ανÜγκες τοýτες, συντρßψαμε τη μÜσκα τοýτη της 'Αβυσσος, δε χωρÜει πια κÜτω απü το παλιü προσωπεßο ο Θεüς μας. Ξεχεßλισε η καρδιÜ μας απü νÝες αγωνßες, απü λÜμψη και σιωπÞ καινοýρια. Το μυστÞριο αγρßεψε, πλÞθυνε ο Θεüς. Οι σκοτεινÝς δυνÜμες ανεβαßνουν, πληθαßνουν κι αυτÝς, üλο το ανθρþπινο νησß σαλεýει.
     Ας σκýψουμε στην καρδιÜ μας κι ας αντικρßσουμε με γενναιüτητα την 'Αβυσσο. Ας επιχειρÞσουμε να πλÜσουμε πÜλι το νÝο σýγχρονο πρüσωπο του Θεοý μας με τη σÜρκα και με το αßμα μας! Γιατß ο Θεüς μας δεν εßναι Ýνας αφηρημÝνος στοχασμüς, μια λογικÞ ανÜγκη, Ýνα αρμονικü αψηλü οικοδüμημα απü συλλογισμοýς και φαντασßες. Δεν εßναι Ýνα κατακÜθαρο, ουδÝτερο, μÞτε αρσενικü μÞτε θηλυκü, Üοσμο, αποσταγμÝνο κατασκεýασμα του μυαλοý μας. Εßναι Üντρας και γυναßκα, θνητüς κι αθÜνατος, κοπριÜ και πνÝμα. ΓεννÜει, γονιμοποιεß και σκοτþνει, Ýρωτας μαζß και θÜνατος, και πÜλι ξαναγεννÜει και σκοτþνει. απλüχωρα χορεýοντας πÝρα απü τα σýνορα της λογικÞς, που αυτÞ δεν μπορεß να χωρÝσει αντινομßες.
     Ο Θεüς μου δεν εßναι παντοδýναμος. Αγωνßζεται, κιντυνεýει κÜθε στιγμÞ, τρÝμει, παραπατÜει σε κÜθε ζωντανü, φωνÜζει. ΑκατÜπαυτα νικιÝται και πÜλι ανασηκþνεται, γιομÜτος αßμα και χþματα και ξαναρχßζει τον αγþνα. Εßναι üλος πληγÝς, τα μÜτια του εßναι γιομÜτα φüβο και πεßσμα, τα σαγüνια και τα μελßγγια του εßναι συντριμμÝνα. Μα δεν παραδßνεται, ανεβαßνει, με τα πüδια, με τα χÝρια, δαγκÜνοντας τα χεßλια, ανεβαßνει ανÝνδοτος.
     Ο Θεüς μου δεν εßναι πανÜγαθος. Εßναι γιομÜτος σκληρüτητα, Üγρια δικαιοσýνη, και ξεδιαλÝγει, ανÞλεα, τον καλýτερο. Δε σπλαχνßζεται, δε νοιÜζεται για ανθρþπους και ζþα, μÞτε γι' αρετÝς κι ΙδÝες. ¼λα τοýτα τ' αγαπÜει μια στιγμÞ, τα συντρßβει αιþνια και διαβαßνει. Εßναι μια δýναμη που χωρÜει τα πÜντα, που γεννÜει τα πÜντα. Τα γεννÜει, τ' αγαπÜει, και τ' αφανßζει. Κι αν ποýμε: ο Θεüς εßναι Ýνας Üνεμος ερωτικüς που συντρßβει τα κορμιÜ για να περÜσει, κι αναθυμηθοýμε πως πÜντα μÝσα στο αßμα και στα δÜκρυα, ανÞλεα εξαφανßζοντας τ' Üτομα, δουλεýει ο Ýρωτας, τüτε λßγο πιüτερο προσεγγßζουμε το φοβερü του το πρüσωπο.

     Ο Θεüς μου δεν εßναι πÜνσοφος. Το μυαλü του εßναι Ýνα κουβÜρι απü φως και σκοτÜδι και πολεμÜει να το ξετυλßξει μÝσα στο λαβýρινθο της σÜρκας. ΠαραπατÜει, ψαχουλεýει. Αγγßζει δεξιÜ, γυρßζει πßσω. στρÝφεται ζερβÜ, οσμßζεται. ΑγωνιÜ πÜνω στο χÜος. ΣουρτÜ, μοχτþντας, ψÜχνοντας ακαταμÝτρητους αιþνες, νιþθει αργÜ να φωτßζουνται οι λασπεροß γýροι του μυαλοý του. ΜπροστÜ απü το βαρý κατασκüτεινο κεφÜλι του, με ανεßπωτον αγþνα αρχßζει και δημιουργÜει μÜτια για να δει, αφτιÜ για ν' ακοýσει.
     Ο Θεüς μου μÜχεται χωρßς καμιÜ βεβαιüτητα. Θα νικÞσει; Θα νικηθεß; Τßποτα δεν εßναι βÝβαιο στο Σýμπαντο, ρßχνεται στο αβÝβαιο, παßζει, κÜθε στιγμÞ, τη μοßρα του üλη. ΠιÜνεται απü τα ζεστÜ κορμιÜ, Üλλο μετερßζι δεν Ýχει. ΦωνÜζει βοÞθεια. Κηρýχνει σε üλο το Σýμπαντο επιστρÜτεψη. ΧρÝος μας, γρικþντας την ΚραυγÞ, να τρÝξουμε κÜτω απü τις σημαßες του, να πολεμÞσουμε μαζß του. ¹ να σωθοýμε, Þ να χαθοýμε μαζß του.
     Ο Θεüς κιντυνεýει. Δεν εßναι παντοδýναμος, να σταυρþνουμε τα χÝρια, προσδοκþντας τη σßγουρη νßκη. Δεν εßναι πανÜγαθος να προσδοκοýμε μ' εμπιστοσýνη πως θα μας λυπηθεß και θα μας σþσει.
     Ο Θεüς, μÝσα στην περιοχÞ της εφÞμερης σÜρκας μας, κιντυνεýει αλÜκερος. Δεν μπορεß να σωθεß, αν εμεßς με τον αγþνα μας δεν τον σþσουμε. Δεν μποροýμε να σωθοýμε, αν αυτüς δε σωθεß.
     Εßμαστε Ýνα. Απü το τυφλü σκουλÞκι στο βυθü του ωκεανοý ως την απÝραντη παλαßστρα του Γαλαξßα, Ýνας μονÜχα αγωνßζεται και κιντυνεýει, ο εαυτüς μας. Και στο μικρü, το χωματÝνιο στÞθος μας, Ýνας μονÜχα αγωνßζεται και κιντυνεýει, το Σýμπαντο. ΚαλÜ πρÝπει να νιþσουμε πως δεν οδεýουμε απü ενüτητα Θεοý στην ßδια πÜλι ενüτητα του Θεοý. Δεν οδεýουμε απü Ýνα χÜος σε Üλλο χÜος. Οýτε απü Ýνα φως σε Üλλο φως Þ απü Ýνα σκοτÜδι σε Üλλο σκοτÜδι. Τß αξßα θα 'χε τüτε η ζωÞ μας τοýτη; Τß αξßα θα 'χε αλÜκερη η ζωÞ;
     Μα κινÞσαμε απü Ýνα χÜος παντοδýναμο, απü μιαν αξεδιÜλυτη, πηχτÞ, φως και σκοτÜδι Üβυσσο. Και μαχüμαστε üλοι: ΦυτÜ, ζþα, Üνθρωποι, ιδÝες, στο λιγüστιγμο τοýτο διÜβα της ατομικÞς ζωÞς, να ρυθμßσουμε εντüς μας το ΧÜος, να λαγαρßσουμε την Üβυσσο, να κατεργαστοýμε μες στα κορμιÜ μας üσο πιüτερο σκοτÜδι μποροýμε, να το κÜμουμε φως.

     Δε μαχüμαστε για το εγþ μας, μÞτε για τη ρÜτσα, μÞτε για την ανθρωπüτητα. Δε μαχüμαστε για τη Γης, μÞτε για ΙδÝες. ¼λα τοýτα εßναι πρüσκαιρα και πολýτιμα σκαλοπÜτια του Θεοý που ανηφορßζει. και γκρεμßζουνται, ευθýς ως τα πατÞσει ο Θεüς ανεβαßνοντας.
     Στη μικρüτατη αστραπÞ της ζωÞς μας, νιþθουμε να πατÜει πÜνω μας αλÜκερος ο Θεüς και ξαφνικÜ νογοýμε: Αν Ýντονα üλοι πεθυμÞσουμε, αν οργανþσουμε üλες τις ορατÝς κι αüρατες δυνÜμες της γης και τις ρßξουμε προς τ' απÜνω, αν παντοτινÜ Üγρυπνοι üλοι μαζß παραστÜτες παλÝψουμε. το Σýμπαντο μπορεß να σωθεß.
     ¼χι ο Θεüς θα μας σþσει. Εμεßς θα σþσουμε το Θεü, πολεμþντας, δημιουργþντας, μετουσιþνοντας την ýλη σε πνÝμα.
     Μα μπορεß üλος μας ο αγþνας να πÜει χαμÝνος. Αν κουραστοýμε, αν λιγοψυχÞσουμε, αν μας κυριÝψει πανικüς, üλο το Σýμπαντο κιντυνεýει.

     Η ζωÞ εßναι στρατιωτικÞ θητεßα στην υπηρεσßα του Θεοý. ΚινÞσαμε σταυροφüροι να λευτερþσουμε, θÝλοντας και μη, üχι τον 'Αγιο ΤÜφο, παρÜ το Θεü το θαμμÝνο μÝσα στην ýλη και μες στη ψυχÞ μας. ΚÜθε κορμß, κÜθε ψυχÞ εßναι 'Αγιος ΤÜφος. 'Αγιος ΤÜφος εßναι ο σπüρος του σιταριοý. Ας τüνε λευτερþσουμε! 'Αγιος ΤÜφος εßναι το μυαλü. ΜÝσα του κεßτεται ο Θεüς και παλεýει με το θÜνατο. Ας τρÝξουμε βοÞθεια!
     Ο Θεüς δßνει το σýνθημα της μÜχης κι ορμþ κι εγþ στην Ýφοδο τρÝμοντας. Εßτε παραπομεßνω λιποτÜχτης εßτε πολεμÞσω γενναßα, πÜντα θα πÝσω στη μÜχη. Μα τη μια φορÜ ο θÜνατος μου εßναι στεßρος. Μαζß με το κορμß μου χÜνεται, σκορπßζεται στον Üνεμο κι η ψυχÞ μου. Την Üλλη, κατεβαßνω στη γης, σαν τον καρπü, γιομÜτος σπüρο. Κι η πνοÞ μου, παρατþντας το κορμß μου να σαπßζει, οργανþνει νÝα κορμιÜ και συνεχßζει τη μÜχη.
     Η προσευκÞ μου δεν εßναι κλαψοýρισμα ζητιÜνου μÞτε ερωτικιÜ εξομολüγηση. ΜÞτε ταπεινüς απολογισμüς εμπορÜκου: "σου 'δωκα, δþσε μου". Η προσευκÞ μου εßναι αναφορÜ στρατιþτη σε στρατηγü. "Αυτü Ýκαμα σÞμερα, να πþς πολÝμησα να σþσω στον εδικü μου τομÝα αλÜκερη τη μÜχη, αυτÜ τα εμπüδια βρÞκα, Ýτσι στοχÜζουμαι αýριο να πολεμÞσω".
     ΚαβαλÜρηδες οδεýουμε στο λιοπýρι η κÜτω απü σιγανÞ βροχÞ. εγþ κι ο Θεüς μου. και κουβεντιÜζουμε χλωμοß, πεινασμÝνοι, ανυπüταχτοι.
 -"ΑρχηγÝ!" κι εκεßνος στρÝφει κατÜ με το πρüσωπο του κι ανατριχιÜζω αντικρßζοντας την αγωνßα του. ΤραχειÜ εßναι η αγÜπη μας, καθüμαστε στο ßδιο τραπÝζι, πßνουμε το ßδιο κρασß στη χαμηλÞ τοýτη ταβÝρνα της Γης. Κι ως σκουντροýμε τα ποτÞρια μας, αχοýν σπαθιÜ, τινÜζουνται μßση κι Ýρωτες, μεθοýμε, ορÜματα σφαγÞς ανεβαßνουνε στα μÜτια μας, πολιτεßες γκρεμßζουνται μÝσα στα μυαλÜ μας, κι εßμαστε κι οι δυο λαβωμÝνοι και κουρσεýουμε, ξεφωνþντας απü τους πüνους, Ýνα μεγÜλο ΠαλÜτι.


Β': ΣΧΕΣΗ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΙ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
     ΠοιÜ εßναι η ουσßα του Θεοý μας; Ο αγþνας για την ελευτερßα. ΜÝσα στο ακατÜλυτο σκοτÜδι μια φλογερÞ γραμμÞ ανηφορßζει και σημαδεýει την πορεßα του Αüρατου.

     Ποιü εßναι το χρÝος μας; Ν' ανεβαßνουμε την αιματερÞ τοýτη γραμμÞ μαζß του.
     Καλü εßναι ü,τι ορμÜει προς τ' απÜνω και βοηθÜει το Θεü ν' ανηφορßσει. Κακü εßναι ü,τι βαραßνει προς τα κÜτω, κι αμποδÜει το Θεü ν' ανηφορßσει.
     ¼λες οι αρετÝς κι οι κακßες παßρνουν τþρα καινοýρια αξßα, λευτερþνουνται απü τη στιγμÞ κι απü το χþμα, υπÜρχουν απüλυτα μÝσα στον Üνθρωπο, πριν και μετÜ τον Üνθρωπο, αιþνιες. Γιατß η ουσßα της ηθικÞς μας δεν εßναι η σωτηρßα του ανθρþπου, που αλλÜζει μÝσα στον καιρü και στον τüπο, παρÜ η σωτηρßα του Θεοý, που μÝσα απü λογÞς λογÞς ρεοýμενες ανθρþπινες μορφÝς και περιπÝτειες εßναι πÜντα ο ßδιος, ο ακατÜλυτος ρυθμüς που μÜχεται για ελευτερßα.

     ¢θλιοι εßμαστε οι Üνθρωποι, Üκαρδοι, μικροß, τιποτÝνιοι. Μα μÝσα μας, μια ουσßα ανþτερη μας, μας σπρþχνει ανÞλεα προς τ' απÜνω.
     ΜÝσα απü την ανθρþπινη τοýτη λÜσπη, θεßα τραγοýδια ανÜβρυσαν, ΙδÝες μεγÜλες, Ýρωτες σφοδροι, μια Ýφοδο ακοßμητη, μυστηριþδικη, χωρßς αρχÞ και τÝλος, χωρßς σκοπü, πÝρα απü κÜθε σκοπü. ΤÝτοιος βþλος λÜσπη εßναι η ανθρωπüτητα, τÝτοιος βþλος λÜσπη εßναι ο καθÝνας μας.

     Ποιü εßναι το χρÝος μας; Να μαχüμαστε ν' ανθßσει Ýνα μικρü λουλοýδι απÜνω στο λßπασμα τοýτο της σÜρκας και του νου μας.
     ΠολÝμα απü τα πρÜματα, πολÝμα απü τη σÜρκα, απü την πεßνα, απü το φüβο, πολÝμα απü την αρετÞ κι απü την αμαρτßα να δημιουργÞσεις Θεü.
     Πþς ξεκινÜει το φως απü Ýνα Üστρο και χýνεται μÝσα στη μαýρη αιωνιüτητα κι οδοιπορÜει αθÜνατο; Το Üστρο πεθαßνει, μα το φως ποτÝ του. ΤÝτοια κι η κραυγÞ της ελευτερßας.
     ΠολÝμα, απü την πρüσκαιρη συνÜντηση των αντßδρομων δυνÜμεων που αποτελεß την ýπαρξÞ σου, να δημιουργÞσεις ü,τι αθÜνατο μπορεß ο θνητüς απÜνω στον κüσμο τοýτο: Μια ΚραυγÞ. ΑυτÞ, παρατþντας στο χþμα το κορμß που το γÝννησε, οδοιπορÜει και δουλεýει αιþνια.
     ¸νας Ýρωτας σφοδρüς διαπερνÜει το Σýμπαντο. Εßναι σαν τον αιθÝρα: σκληρüτερος απü το ατσÜλι, μαλακüτερος απü τον αγÝρα. Ανοßγει, διαπερνÜει τα πÜντα, φεýγει, ξεφεýγει. Δεν αναπαýεται στη θερμÞ λεπτομÝρεια, δε σκλαβþνεται στο αγαπημÝνο σþμα. Εßναι ¸ρωτας Στρατευüμενος. Πßσω απü τους þμους του αγαπημÝνου αγναντεýει τους ανθρþπους να σαλεýουν και να βογκοýν σαν κýματα, αγναντεýει τα ζþα και τα φυτÜ να σμßγουν και να πεθαßνουν, αγναντεýει το Θεü να κιντυνεýει και του φωνÜζει:
 -"Σþσε με"!
     Ο ¸ρωτας; Πως αλλιþς να ονοματßσουμε την ορμÞ που, ως ματιÜσει την ýλη, γοητεýεται και θÝλει να τυπþσει απÜνω της την üψη της; Αντικρßζει το σþμα και θÝλει να το περÜσει, να σμßξει με την Üλλη κρυμμÝνη στο σþμα τοýτο ερωτικÞ κραυγÞ, να γενοýν Ýνα, να χαθοýν, να γßνουν αθÜνατες μÝσα στο γιο. Ζυγþνει την ψυχÞ και θÝλει να σοφιλιÜσει, να μην υπÜρχουν εγþ και συ. ΦυσÜει απÜνω στη μÜζα τους ανθρþπους και θÝλει, συντρßβοντας τις αντßστασες του νου και του κορμιοý, να σμßξουν üλες οι πνοÝς, να γßνουν Üνεμος σφοδρüς, ν' ανασηκþσουν τη γης! Στις πιο κρßσιμες στιγμÝς, ο ¸ρωτας συναρπÜζει και σμßγει με βßα τους ανθρþπους, οχτροýς και φßλους, καλοýς και κακοýς, εßναι μια πνοÞ ανþτερη τους, ανεξÜρτητη απü την επιθυμßα κι απü τα Ýργα τους. Εßναι η πνοÞ του Θεοý, η αναπνοÞ του, απÜνω στη γης!
     Κατεβαßνει απÜνω στους ανθρþπους, üπως του αρÝσει. Σα χορüς, σαν Ýρωτας, σαν πεßνα, σα θρησκεßα, σα σφαγÞ. Δε μας ρωτÜει. ΜÝσα στη σκÜφη της γης, στις κρßσιμες τοýτες þρες, ο Θεüς μοχτÜει να ζυμþσει τις σÜρκες και τα μυαλÜ και να ρßξει μÝσα στον ανÞλεο στρüβιλο της περιστροφÞς του üλη τοýτη τη ζýμη και να της δþσει πρüσωπο. Το πρüσωπο του.
     Δεν πλαντÜζει απü αηδßα, δεν απελπßζεται μÝσα στα χωματÝνια, μουντÜ σωθικÜ τους. Δουλεýει, προχωρÜει, κατατρþει τη σÜρκα τους, πιÜνεται απü την κοιλιÜ, απü την καρδιÜ, απü το φαλλü, απü το νου του ανθρþπου. Δεν εßναι αυτüς αγαθüς οικογενειÜρχης, δε μοιρÜζει σε üλα τα παιδιÜ του ßσια το ψωμß και το μυαλü. Η Αδικßα, η Σκληρüτητα, η ΛαχτÜρα, η Πεßνα εßναι οι τÝσσερεις φορÜδες που οδηγοýν το Üρμα του απÜνω στην κακοτρÜχαλη μας τοýτη γης.
     Απü την ευτυχßα, απü την καλοπÝραση κι απü τη δüξα ποτÝ δεν πλÜθεται ο Θεüς, παρÜ απü την ντροπÞ, απü την πεßνα και τα δÜκρυα. Σε κÜθε κρßσιμη στιγμÞ, μια παρÜταξη Üνθρωποι ριψοκιντýνευαν μπροστÜ θεοφüροι και πολεμοýσαν, παßρνοντας απÜνω τους üλη την ευθýνη της μÜχης.
     Μια φορÜ κι Ýναν καιρü Þταν οι ιερεßς, οι βασιλιÜδες, οι αρχüντοι, οι αστοß και δημιουργοýσαν πολιτισμοýς, λευτÝρωναν τη θεüτητα. ΣÞμερα ο Θεüς εßναι αργÜτης, αγριεμÝνος απü τον κÜματο, απü την οργÞ κι απü την πεßνα. Μυρßζει καπνü, κρασß κι ßδρωτα. ΒλαστημÜει, πεινÜει, γεννÜει παιδιÜ, δεν μπορεß να κοιμηθεß, φωνÜζει στ' ανþγια και στα κατþγια της γης και φοβερßζει.
     Ο αγÝρας Üλλαξε, αναπνÝμε μιαν Üνοιξη βαριÜ, γιομÜτη σπüρους. ΦωνÝς σηκþνουνται. Ποιüς φωνÜζει; Εμεßς φωνÜζουμε, οι Üνθρωποι. Οι ζωντανοß, οι πεθαμÝνοι κι οι αγÝννητοι. Μα κι ευτýς μας πλακþνει ο φüβος και σωπαßνουμε. Ξεχνοýμε απü τεμπελιÜ, απü συνÞθεια, απü αναντρßα. Μα ξÜφνου πÜλι η ΚραυγÞ ξεσκßζει σαν αúτüς τα σωθικÜ μας. Γιατß δεν εßναι απüξω, δεν Ýρχεται απü αλÜργα για να ξεφýγουμε. ΜÝσα στην καρδιÜ μας κÜθεται η ΚραυγÞ και φωνÜζει.
 -"ΚÜψε το σπßτι σου!" φωνÜζει ο Θεüς. "¸ρχουμαι! ¼ποιος Ýχει σπßτι δεν μπορεß να με δεχτεß. ΚÜψε τις ΙδÝες σου σýντριψε τους συλλογισμοýς σου! ¼ποιος Ýχει βρει τη λýση δεν μπορεß να με βρει. Αγαπþ τους πεινασμÝνους, τους ανÞσυχους, τους αλÞτες. Αυτοß αιþνια συλλογιοýνται τη πεßνα, την ανταρσßα, το δρüμο τον ατÝλειωτο. ¸μενα! ¸ρχουμαι! ΠαρÜτα τη γυναßκα σου, τα παιδιÜ σου, τις ΙδÝες σου κι ακλοýθα μου. Εßμαι ο μÝγας ΑλÞτης. Ακλοýθα! ΠερπατÜ απÜνω απü τη χαρÜ κι απü τη θλßψη, απü την ειρÞνη, τη δικαιοσýνη, την αρετÞ! Εμπρüς! Σýντριψε τα εßδωλα τοýτα, σýντριψε τα, δε χωρþ! Συντρßψου και συ για να περÜσω!"
     ΦωτιÜ! Να το μÝγα χρÝος μας σÞμερα, μÝσα σε τüσο ανÞθικο κι ανÝλπιδο χÜος.
     Πüλεμο στους Üπιστους! Απιστοι εßναι οι ευχαριστημÝνοι, οι χορτασμÝνοι, οι στεßροι. Το μßσος μας εßναι χωρßς συβιβασμü, γιατß κατÝχει πþς καλýτερα, βαθýτερα απü τις ξÝπνοες φιλÜνθρωπες αγÜπες, δουλεýει τον Ýρωτα. Μισοýμε, δε βολευüμαστε, εßμαστε Üδικοι, σκληροß, γιομÜτοι ανησυχßα και πßστη, ζητοýμε το αδýνατο, σαν τους ερωτεμÝνους.
     ΦωτιÜ, να καθαρßσει η γης! Ν' ανοιχτεß Üβυσσο φοβερþτερη ακüμα ανÜμεσα καλοý και κακοý, να πληθýνει η αδικßα, να κατεβεß η Πεßνα και να θερßσει τα σωθικÜ μας, αλλιþς δε σωζüμαστε. Μια κρßσιμη βßαιη στιγμÞ εßναι η ιστορικÞ εποχÞ μας ετοýτη, Ýνας κüσμος γκρεμßζεται, Ýνας Üλλος δεν Ýχει ακüμα γεννηθεß. Η εποχÞ μας δεν εßναι στιγμÞ Ισορρüπησης, οπüταν η ευγÝνεια, ο συβιβασμüς, η ειρÞνη, η αγÜπη θα 'τανε γüνιμες αρετÝς. Ζοýμε τη φοβερÞ Ýφοδο, δρασκελßζουμε τους οχτροýς, δρασκελßζουμε τους φßλους που παραμονεýουν, κιντυνεýουμε μÝσα στο χÜος, πνιγüμαστε. Δε χωροýμε πια στις παλιÝς αρετÝς κι ελπßδες, στις παλιÝς θεωρßες και πρÜξες.
     Ο Üνεμος του ολÝθρου φυσÜει. αυτÞ εßναι σÞμερα η πνοÞ του Θεοý μας. Ας πÜμε μαζß του! Ο Üνεμος του ολÝθρου εßναι το πρþτο χορευτικü συνÝπαρμα της δημιουργικÞς περιστροφÞς. ΦυσÜει πÜνω απü τις κεφαλÝς κι απü τις πολιτεßες, γκρεμßζει τις ΙδÝες και τα σπßτια, περνÜει απü τις ερημιÝς, φωνÜζει:

 -"Ετοιμαστεßτε! Πüλεμος! Πüλεμος"!
    Τοýτη εßναι η εποχÞ μας, καλÞ Þ κακÞ, ωραßα Þ Üσκημη, πλοýσια Þ φτωχÞ, δεν τη διαλÝξαμε. Τοýτη εßναι η εποχÞ μας, ο αγÝρας που αναπνÝμε, η λÜσπη που μας δüθηκε, το ψωμß, η φωτιÜ, το πνÝμα! Ας δεχτοýμε παλικαρßσια την ανÜγκη. Πολεμικüς μας Ýλαχε ο κλÞρος, ας ζþσουμε σφιχτÜ τη μÝση μας, ας αρματþσουμε το κορμß, την καρδιÜ και το μυαλü μας! Ας πιÜσουμε τη θÝση μας στη μÜχη!
     Ο πüλεμος εßναι ο νüμιμος Üρχοντας του καιροý τοýτου. ΣÞμερα, Üρτιος, ενÜρετος Üνθρωπος εßναι μονÜχα ο πολεμιστÞς. Γιατι μονÜχα αυτüς, πιστüς στη μεγÜλη πνοÞ του καιροý μας, γκρεμßζοντας, μισþντας, επιθυμþντας, ακολουθÜει το σýγχρονο πρüσταγμα του Θεοý μας.
     Η ταýτιση μας τοýτη με το Σýμπαντο γεννÜει τις δυο ανþτατες αρετÝς της ηθικÞς μας: την ευθýνη και τη θυσßα. ΜÝσα μας, μες στον Üνθρωπο, μες στα σκοτεινÜ πλÞθη, χρÝος Ýχουμε να βοηθÞσουμε το Θεü, που πλαντÜει, να λευτερωθεß. ΚÜθε στιγμÞ πρÝπει να 'μαστε Ýτοιμοι για χÜρη του να δþσουμε τη ζωÞ μας. Γιατι η ζωÞ δεν εßναι σκοπüς, εßναι üργανο κι αυτÞ, üπως ο θÜνατος, üπως η ομορφιÜ, η αρετÞ, η γνþση. ¼ργανο τßνος; Του Θεοý που πολεμÜει για ελευτερßα.
     ¼λοι εßμαστε Ýνα, üλοι εßμαστε μια κιντυνεýουσα ουσßα. Μια ψυχÞ στην Üκρα του κüσμου που ξεπÝφτει, συντραβÜει στον ξεπεσμü της και την ψυχÞ μας. ¸να μυαλü στην Üκρα του κüσμου που βυθßζεται στην ηλιθιüτητα, γιομþνει τα μελßγγια μας σκοτÜδι. Γιατι Ýνας στα πÝρατα τ' ουρανοý και της γης αγωνßζεται. Ο ¸νας. Κι αν χαθεß, εμεßς Ýχουμε την ευθýνη. Αν χαθεß, εμεßς χανüμαστε. Να γιατß η σωτηρßα του Σýμπαντου εßναι και δικÞ μας σωτηρßα κι η αλληλεγγýη με τους ανθρþπους δεν εßναι πια τρυφερüκαρδη πολυτÝλεια παρÜ βαθιÜ αυτοσυντÞρηση κι ανÜγκη. ΑνÜγκη, üπως σ' Ýνα στρατο που μÜχεται, η σωτηρßα του παραστÜτη σου.
     Μα η ηθικÞ μας ανηφορßζει ακüμα αψηλüτερα. ¼λοι εßμαστε Ýνας στρατüς και μαχüμαστε. Μα δεν ξÝρουμε με βεβαιüτητα αν θα νικÞσουμε, δεν ξÝρουμε με βεβαιüτητα αν θα νικηθοýμε.
     ΥπÜρχει σωτηρßα, υπÜρχει Ýνας σκοπüς που τον υπηρετοýμε κι υπηρετþντας τον βρßσκουμε τη λýτρωση μας; Þ δεν υπÜρχει σωτηρßα, δεν υπÜρχει σκοπüς, üλα εßναι μÜταια κι η συνεισφορÜ μας δεν Ýχει καμιÜν αξßα;
     ΜÞτε το Ýνα μÞτε το Üλλο. Ο Θεüς μας δεν εßναι παντοδýναμος, δεν εßναι πανÜγαθος, δεν εßναι σßγουρος πως θα νικÞσει, δεν εßναι σßγουρος πως θα νικηθεß. Η ουσßα του Θεοý μας εßναι σκοτεινÞ, ωριμÜζει ολοÝνα, ßσως η νßκη στερεþνεται με κÜθε γενναßα μας πρÜξη, ßσως κι üλες τοýτες οι αγωνßες για λυτρωμü και νßκη εßναι κατþτερες απü τη φýση της θεüτητας. ¼,τι κι αν εßναι, εμεßς πολεμοýμε χωρßς βεβαιüτητα, κι η αρετÞ μας, μη üντας σßγουρη για την αμοιβÞ, αποχτÜει βαθýτατη ευγÝνεια.
     ¼λες οι εντολÝς αναστατþνουνται. Δε βλÝπουμε, δεν ακοýμε, δε μισοýμε, δεν αγαποýμε πια σαν πρþτα. Ανανεþνεται η παρθενßα της γης. Καινοýρια γÝψη παßρνει το ψωμß, το νερü, η γυναßκα. Καινοýρια, ανυπολüγιστη αξßα, η πρÜξη. ¼λα αποχτοýν απροσδüκητη αγιüτητα: η ομορφιÜ, η γνþση, η ελπßδα, ο οικονομικüς αγþνας, οι καθημερινÝς, τÜχατε ασÞμαντες, Ýγνοιες. Παντοý ανατριχιÜζοντας νογοýμε την ßδια γιγÜντια σκλαβωμÝνη ΠνοÞ να μÜχεται για ελευτερßα.
     ΚαθÝνας Ýχει το δρüμο τον εδικü του που τüνε φÝρνει στη λýτρωση. ¸νας την αρετÞ, Üλλος την κακßα. Αν ο δρüμος που οδηγÜει στη λýτρωση σου εßναι η αρρþστια, η ψευτιÜ, η ατιμßα, χρÝος σου να βυθιστεßς στην αρρþστια, στην ψευτιÜ, στην ατιμßα, για να τις νικÞσεις. Αλλιþς δε σþζεσαι.
     Αν ο δρüμος που οδηγÜει στη λýτρωση σου εßναι η αρετÞ, η χαρÜ, η αλÞθεια, χρÝος σου να βυθιστεßς στην αρετÞ, στη χαρÜ, στην αλÞθεια, για να τις νικÞσεις, να τις αφÞσεις πßσω σου. Αλλιþς δε σþζεσαι.
      Δεν πολεμοýμε τα σκοτεινÜ μας πÜθη με νηφÜλια, αναιμικιÜ, ουδÝτερη, πÜνω απü τα πÜθη αρετÞ. ΠαρÜ με Üλλα σφοδρüτερα πÜθη. ΑφÞνουμε τη θýρα μας ανοιχτÞ στην αμαρτßα. Δε βουλþνουμε τ' αφτιÜ μας να μην ακοýσουμε τις ΣειρÞνες. Δε δενüμαστε απü φüβο στο κατÜρτι μιας μεγÜλης ΙδÝας, μÞτε παρατοýμε το καρÜβι και χανüμαστε γρικþντας, φιλþντας τßς ΣειρÞνες. ΠαρÜ εξακολουθοýμε την πορεßα μας, αρπÜζουμε και ρßχνουμε τις ΣειρÞνες στο καρÜβι μας και ταξιδεýουν κι αυτÝς μαζß μας.

     Τοýτη εßναι, σýντροφοι, η καινοýρια ΑσκητικÞ μας!
     Ο Θεüς φωνÜζει στην καρδιÜ μου: "Σþσε με"!
     Ο Θεüς φωνÜζει στους ανθρþπους, στα ζþα, στα φυτÜ, στην ýλη: "Σþστε με"! 'Ακου την καρδιÜ σου κι ακλοýθα τον. Σýντριψε το σþμα σου κι ανÜβλεψε: ¼λοι εßμαστε Ýνα!
     ΑγÜπα τον Üνθρωπο, γιατß εßσαι συ.
     ΑγÜπα τα ζþα και τα φυτÜ, γιατι Þσουνα συ, και τþρα σε ακλουθοýν πιστοß συνεργÜτες και δοýλοι.
     ΑγÜπα το σþμα σου. Μüνο μ' αυτο στη γης ετοýτη μπορεßς να παλÝψεις και να πνεματþσεις την ýλη.
     ΑγÜπα την ýλη. ΑπÜνω της πιÜνεται ο Θεüς και πολεμÜει. ΠολÝμα μαζß του. Να πεθαßνεις κÜθε μÝρα. Να γεννιÝσαι κÜθε μÝρα. Ν' αρνιÝσαι ü,τι Ýχεις κÜθε μÝρα. Η ανþτατη αρετÞ δεν εúναι να 'σαι ελεýτερος, παρÜ να μÜχεσαι για ελευτερßα.
     Μη καταδÝχεσαι να ρωτÜς: "Θα νικÞσουμε; Θα νικηθοýμε;" ΠολÝμα! Η επιχεßρηση του Σýμπαντου, για μιαν εφÞμερη στιγμÞ, üσο ζεις, να γßνει επιχεßρηση δικÞ σου.

     Τοýτος εßναι, σýντροφοι, ο καινοýριος ΔεκÜλογος μας!

Γ': ΣΧΕΣΗ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΣΗΣ
     Ο κüσμος τοýτος, üλη η πλοýσια, απÝραντη σειρÜ τα φαινüμενα, δεν εßναι απÜτη, φαντασμαγορßα πολýχρωμη του αντικαθρεφτιζüμενου νου μας. ΜÞτε απüλυτη πραγματικüτητα, που ζει και μεταπλÜθεται ανεξÜρτητη απü τη δýναμη του νου μας, λεýτερη. Δεν εßναι η λαμπερÞ στολÞ που ντýνει το μυστικü σþμα του Θεοý. ΜÞτε το διÜφανü και σκοτεινü μεσüτοιχο αναμεσüς ανθρþπου και μυστηρßου.
     ¼λος τοýτος ο κüσμος που θωροýμε, γρικοýμε κι αγγßζουμε εßναι η προσιτÞ στις ανθρþπινες αßστησες, üλο Θεü συμπýκνωση των δυο τερÜστιων δυνÜμεων του Σýμπαντου.
     Μια δýναμη κατηφορßζει και θÝλει να σκορπßσει, ν' ακινητÞσει, να πεθÜνει. Μια δýναμη ανηφορßζει και ζητÜει ελευτερßα κι αθανασßα.
     Αιþνια τα δυο τοýτα στρατÝματα, τα σκοτεινÜ και φωτερÜ, τα στρατÝματα της ζωÞς και του θανÜτου, συγκροýονται. Τα ορατÜ για μας χνÜρια της σýγκρουσης τοýτης εßναι τα πρÜματα, τα φυτÜ, τα ζþα, οι Üνθρωποι.
     Αιþνια οι αντßθετες δυνÜμες συγκροýονται, σμßγουν, παλεýουν, νικοýν και νικιοýνται, συβιβÜζουνται και ξαναρχßζουν πÜλι να πολεμοýν σε üλο το Σýμπαντο. Απü τον αüρατο στρüβιλο σε μια στÜλα νερü ως τον απÝραντο αστροκατακλυσμü του Γαλαξßα. Στρατüπεδο αλÜκερου του Θεοý εßναι και το πιο ταπεινü Ýντομο κι η πιο μικρÞ ΙδÝα. ΜÝσα τους üλος ο Θεüς εßναι παραταγμÝνος σε κρßσιμη μÜχη. Και στο πιο ασÞμαντο μüριο γης κι ουρανοý ακοýω το Θεü μου να φωνÜζει: "ΒοÞθεια"!
     Το κÜθε πρÜμα εßναι αβγü, και μÝσα του το σπÝρμα του Θεοý ανÞσυχο, ακοßμητο δουλεýει. Αρßφνητες δυνÜμες απομÝσα του κι απüξω παρατÜζουνται και το υπερασπßζουν. Με το φως του μυαλοý, με τη φλüγα της καρδßας πολιορκþ την κÜθε φυλακÞ του Θεοý, ψÜχνοντας, δοκιμÜζοντας, χτυπþντας, ν' ανοßξω μÝσα στο φροýριο της ýλης θýρα, να δημιουργÞσω μÝσα στο φροýριο της ýλης τη θýρα της ηρωικÞς Ýξοδος του Θεοý μας.
     ΠολÝμα, ενεδρεýοντας με υπομονÞ τα φαινüμενα, να τα υποτÜξεις σε νüμους. ¸τσι ανοßγεις δρüμους στο χÜος και βοηθÜς το πνÝμα να βαδßσει.
     ΒÜλε τÜξη, την τÜξη του μυαλοý σου, στη ρεοýμενη αναρχßα του κüσμου. ΚαθαρÜ χÜραξε απÜνω στην Üβυσσο το σχÝδιο της μÜχης.
     ΠÜλεψε με τις φυσικÝς δυνÜμες, ανÜγκασε τις να ζευτοýν σε σκοπüν ανþτερο τους. ΛευτÝρωσε το πνÝμα που αγωνßζεται μÝσα τους και λαχταρÜει να σμßξει με το πνÝμα που αγωνßζεται στα σωθικÜ σου.
     ¼ταν στο χÜος ο Üνθρωπος παλεýοντας υποτÜξει μια σειρÜ φαινüμενα στους νüμους του μυαλοý του κι αυστηρÜ τους νüμους τοýτους περικλεßσει στο λüγο, ο κüσμος ανασαßνει, ταχτοποιοýνται οι φωνÝς, ξεκαθαρßζουνται τα μελλοýμενα κι üλες οι σκοτεινÝς ατÝλειωτες ποσüτητες των αριθμþν λευτερþνουνται υποταζüμενες στη μυστικÞ ποιüτητα.
     Με τη βοÞθεια του νου μας βιÜζουμε την ýλη να 'ρθει μαζß μας. Ξεστρατßζουμε τις δυνÜμες που κατηφοροýν, αλλÜζουμε το ρÝμα, μετουσιþνουμε τη σκλαβιÜ σε λευτερßα.
     Δε λευτερþνουμε μονÜχα Θεü παλεýοντας κι υποτÜζοντας τον ορατü γýρα μας κüσμο. Δημιουργοýμε Θεü.

 -"'Ανοιξε τα μÜτια σου", φωνÜζει ο Θεüς. "θÝλω να δω! Στýλωσε τ' αφτιÜ σου, θÝλω ν' ακοýσω! ΠÞγαινε μπροστÜ. εßσαι η κεφαλÞ μου"!
     Η πÝτρα σþζεται αν τη σηκþσουμε απü τη λÜσπη και τη χτßσουμε σ' Ýνα σπßτι Þ αν σκαλßσουμε απÜνω της το πνÝμα.
     Ο σπüρος σþζεται. Τß θα πει σþζεται; Λευτερþνει το μÝσα του Θεü, ανθßζοντας, καρπßζοντας, ξαναγυρßζοντας στο χþμα. Ας βοηθÞσουμε το σπüρο να σωθεß.
     Ο κÜθε Üνθρωπος Ýχει Ýνα κýκλο δικü του απü πρÜματα, απü δÝντρα, ζþα, ανθρþπους, ΙδÝες και τον κýκλο τοýτον Ýχει χρÝος αυτüς να τον σþσει. Αυτüς, κανÝνας Üλλος. Αν δεν τον σþσει, δεν μπορεß να σωθεß.
     Εßναι οι Üθλοι οι δικοß του που Ýχει χρÝος να τελÝψει προτοý πεθÜνει. Αλλιþς δε σþζεται. Γιατß η ßδια η ψυχÞ του εßναι σκορπισμÝνη, σκλαβωμÝνη στα πρÜματα τοýτα γýρα του, στα δÝντρα, στα ζþα, στους ανθρþπους, στις ΙδÝες, κι αυτÞ, την ψυχÞ του, σþζει τελþντας τους Üθλους.
     Αν εßσαι αργÜτης, δοýλευε τη γης, βüηθα τη να καρπßσει. ΦωνÜζουν οι σπüροι μÝσα απü τα χþματα, φωνÜζει ο Θεüς μÝσα απü τους σπüρους. ΛευτÝρωσε τον. ¸να χωρÜφι προσμÝνει απü σÝνα τη λýτρωση, μια μηχανÞ προσμÝνει απü σÝνα την ψυχÞ της. Πια δεν μπορεßς να σωθεßς, αν δεν τα σþσεις.
     Αν εßσαι πολεμιστÞς, μη λυπÜσαι, δεν εßναι στην περιοχÞ του χρÝους σου η συμπüνοια. Σκüτωνε τον οχτρü ανÞλεα. ΜÝσα απü το σþμα του οχτροý Üκου το Θεü να φωνÜζει: "Σκüτωσε το σþμα τοýτο, μ' εμποδßζει. Σκüτωσε το να περÜσω"!
     Αν εßσαι σοφüς, πολÝμα στο κρανßο, σκüτωνε τις ΙδÝες, δημιοýργα καινοýριες. Ο Θεüς κρýβεται μÝσα σε κÜθε ΙδÝα, üπως μÝσα σε σÜρκα. Σýντριψε την ΙδÝα, λευτÝρωσε τον! Δþσε του μιαν Üλλη ΙδÝα, πιο απλüχωρη, να κατοικÞσει.
     Αν εßσαι γυναßκα, αγÜπα. ΔιÜλεξε, ανÜμεσα Üπ' üλους τους Üντρες, με σκληρüτητα, τον πατÝρα των παιδιþν σου. Δε διαλÝγεις εσý. ΔιαλÝγει ο Üναρχος, ακατÜλυτος, ανÞλεος μÝσα σου αρσενικüς Θεüς. ΤÝλεψε üλο σου το χρÝος, το γιομÜτο πßκρα, Ýρωτα κι αντρεßα. Δþσε üλο σου το κορμß, το γιομÜτο αßμα και γÜλα. Να λες: Ετοýτος, που κρατþ στον κüρφο μου και τον βυζαßνω, θα σþσει το Θεü. Ας του δþσω το αßμα μου üλο και το γÜλα.
     ΒαθειÜ, απροσμÝτρητη η αξßα του ρεοýμενου τοýτου κüσμου: απü αυτüν πιÜνεται ο Θεüς κι ανεβαßνει. απü αυτüν θρÝφεται ο Θεüς και πληθαßνει. Ανοßγει η καρδιÜ μου, φωτßζεται ο νους, και μονομιÜς το φοβερü τοýτο στρατüπεδο του κüσμου μου ξεσκεπÜζεται ερωτικιÜ παλαßστρα.
     Δυο σφοδροß αντßθετοι Üνεμοι, ο Ýνας αρσενικüς, ο Üλλος θηλυκüς, συναντÞθηκαν και συγκροýονται σ' Ýνα σταυροδρüμι. ΣοζυγιÜστηκαν μια στιγμÞ, πýκνωσαν, γÝνηκαν ορατοß. Το σταυροδρüμι τοýτο εßναι το Σýμπαντο. Το σταυροδρüμι τοýτο εßναι η καρδιÜ μου.
     Απü το πιο σκοτεινü μüριο ýλης ως τον πιο μεγÜλο στοχασμü, μεταδßνεται ο χορüς της γιγÜντιας ερωτικιÜς σýγκρουσης. Η üλη εßναι η γυναßκα του Θεοý μου. Οι δυο μαζß παλεýουν, γελοýν και κλαßνε, φωνÜζουν μες στο θÜλαμο της σÜρκας. Γεννοβολοýν, μελßζουνται. Γιομþνουν στεριÜ και θÜλασσα κι αγÝρας απü φυτολüι, ζωολüι, ανθρωπολüι και πνÝματα, το αρχÝγονο ζευγÜρι μÝσα στο κÜθε ζωντανü αγκαλιÜζεται, διαμελßζεται και πληθαßνει.
     ¼λη η αγωνßα του Σýμπαντου συμμαζωμÝνη ξεσπÜει στο κÜθε ζωντανü και ο Θεüς μÝσα στη γλýκα, μÝσα στην πßκρα της σÜρκας κιντυνεýει. Μα τινÜζεται, πηδÜει απü τα φρÝνα κι απü τα λαγüνια, χιμÜει, πιÜνεται απü καινοýρια λαγüνια και φρÝνα, και ξεσπÜει πÜλι απαρχÞς ο αγþνας για την ελευτερßα.
     Για πρþτη φορÜ, απÜνω στη γης ετοýτη, μÝσα απü το νου κι απü την καρδιÜ μας, κοιτÜζει ο Θεüς τον αγþνα του. ΧαρÜ! ΧαρÜ! Δεν Þξερα πως ο κüσμος τοýτος εßναι τüσο Ýνα μαζß μου, πως üλοι εßμαστε Ýνας στρατüς, πως οι ανεμþνες και τ' Üστρα μÜχουνται, δεξÜ-ζερβÜ μου, και δε με γνωρßζουν, μα εγþ στρÝφουμαι και τους γνÝφω.
     Θερμü, αγαπημÝνο, γνþριμο, μυρßζοντας σαν το κορμß μου, εßναι το Σýμπαντο. ¸ρωτας μαζß και πüλεμος, σφοδρÞ ανησυχßα, επιμονÞ κι αβεβαιüτητα. Αβεβαιüτητα και τρüμος.

     Σε μια βßαιη αστραπÞ ξεχωρßζω: στην πιο αψηλÞ κορφÞ της δýναμης αγκαλιÜζουνται, το πιο στερνü, το πιο φοβερü αντρüγυνο: ο Τρüμος κι η ΣιγÞ.
     Κι ανÜμεσα τους μια Φλüγα.

Η ΣΙΓΗ

     Μια Φλüγα εßναι η ψυχÞ του ανθρþπου. Ýνα πýρινο πουλß, πηδÜει απü κλαρß σε κλαρß, απü κεφÜλι σε κεφÜλι, και φωνÜζει: "Δεν μπορþ να σταθþ, δεν μπορþ να καþ, κανÝνας δεν μπορεß να με σβÞσει"!
     ΔÝντρο φωτιÜ γßνεται ολομεμιÜς το Σýμπαντο. ΑνÜμεσα απü τους καπνοýς κι απü τις φλüγες, αναπαμÝνος στην κορυφÞ της πυρκαγιÜς, κρατþ αμüλευτο, δροσερü, γαλÞνιο, τον καρπü της φωτιÜς, το Φως.
     Απü την αψηλÞ τοýτη κορυφÞ κοιτÜζω την κüκκινη γραμμÞ που ανηφορßζει. ΤρεμÜμενο αßματερü φωσφüρισμα, που σοýρνεται σαν Ýντομο ερωτεμÝνο μÝσα απü τους αποβροχÜρικους γýρους του μυαλοý μου.
     Εγþ, ρÜτσα, Üνθρωποι, γης, θεωρßα και πρÜξη, Θεüς, φαντÜσματα απü χþμα και μυαλü, καλÜ για τις απλοúκÝς καρδιÝς που φοβοýνται, καλÜ για τις ανεμογγÜστρωτες ψυχÝς που θαρροýν πως γεννοýνε.
 -"Απü ποý ερχüμαστε; Ποý πηγαßνουμε; Τß νüημα Ýχει τοýτη η ζωÞ;" φωνÜζουν οι καρδιÝς, ρωτοýν οι κεφαλÝς, χτυπþντας το χÜος. Και μια φωτιÜ μÝσα μου κßνησε ν' απαντÞσει. Θα 'ρθει μια μÝρα, σßγουρα, η φωτιÜ να καθαρßσει τη γης. Θα 'ρθει μια μÝρα, σßγουρα, η φωτιÜ να εξαφανßσει τη γης. ΑυτÞ εßναι η ΔευτÝρα Παρουσßα.
     Μια γλþσσα πýρινη εßναι η ψυχÞ κι αγλεßφει και μÜχεται να πυρπολÞσει τον κατασκüτεινο üγκο του κüσμου. Μια μÝρα üλο το Σýμπαντο θα γßνει πυρκαγιÜ. Η φωτιÜ εßναι η πρþτη κι η στερνÞ προσωπßδα του Θεοý μου. ΑνÜμεσα σε δυο μεγÜλες πυρÝς χορεýουμε και κλαßμε. Λαμποκοποýν, αντηλαρßζουν οι στοχασμοι και τα κορμιÜ μας. ΓαλÞνιος στÝκουμαι ανÜμεσα στις δυο πυρÝς κι εßναι τα φρÝνα μου ακßνητα μÝσα στον ßλιγγο και λÝω: "Πολý μικρüς εßναι ο καιρüς, πολý στενüς εßναι ο τüπος ανÜμεσα στις δυο πυρÝς πολý οκνüς εßναι ο ρυθμüς ετοýτος της ζωÞς. Δεν Ýχω καιρü, δεν Ýχω τüπο να χορÝψω! ΒιÜζουμαι"! Κι ολομεμιÜς ο ρυθμüς της γης γßνεται ßλιγγος, ο χρüνος εξαφανßζεται, η στιγμÞ στροβιλßζεται, γßνεται αßωνιüτητα, το κÜθε σημεßο -θες Ýντομο, θες Üστρο, θες ΙδÝα- γßνεται χορüς. ¹ταν φυλακÞ, κι η φυλακÞ συντρßβεται κι οι φοβερÝς δυνÜμες μÝσα λευτερþνουνται και το σημεßο δεν υπÜρχει πια!

     Ο ανþτατος αυτüς βαθμüς της Üσκησης λÝγεται: ΣιγÞ. ¼χι γιατß το περιεχüμενο εßναι η ακρüτατη Üφραστη απελπισßα για η ακρüτατη Üφραστη χαρÜ κι ελπßδα. ΜÞτε γιατß εßναι η ακρüτατη γνþση, που δεν καταδÝχεται να μιλÞσει, για η ακρüτατη Üγνοια, που δεν μπορεß.
     ΣιγÞ θα πει: ΚαθÝνας, αφοý τελÝψει τη θητεßα του σε üλους τους Üθλους, φτÜνει πια στην ανþτατη κορφÞ της προσπÜθειας. πÝρα απü κÜθε Üθλο, δεν αγωνßζεται, δε φωνÜζει. ΩριμÜζει αλÜκερος σιωπηλÜ, ακατÜλυτα, αιþνια με το Σýμπαντο. ΑρμοδÝθηκε πια, σοφßλιασε με την Üβυσσο, üπως ο σπüρος του αντρüς με το σπλÜχνο της γυναßκας. Εßναι πια η Üβυσσο η γυναßκα του και τη δουλεýει, ανοßγει, τρþει τα σωθικÜ της, μετουσιþνει το αßμα της, γελÜει, κλαßει, ανεβαßνει, κατεβαßνει μαζß της, δεν την αφÞνει!
     Πþς μπορεßς να φτÜσεις στο σπλÜχνο της Üβυσσος και να την καρπßσεις; Αυτü δεν μπορεß να ειπωθεß, δεν μπορεß να στριμωχτεß σε λüγια, να υποταχτεß σε νüμους. καθÝνας Ýχει και τη λýτρωση τη δικÞ του, απüλυτα ελεýτερος.
     Διδασκαλßα δεν υπÜρχει, δεν υπÜρχει ΛυτρωτÞς που ν' ανοßξει δρüμο. Δρüμος ν' ανοιχτεß δεν υπÜρχει. ΚαθÝνας, ανεβαßνοντας απÜνω απü τη δικÞ του κεφαλÞ, ξεφεýγει απü το μικρü, üλο απορßες μυαλü του.
     ΜÝσα στη βαθειÜ ΣιγÞ, üρθιος, Üφοβος, πονþντας και παßζοντας, ανεβαßνοντας ακατÜπαυτα απü κορφÞ σε κορφÞ, ξÝροντας πως το ýψος δεν Ýχει τελειωμü, τραγουδÜ, κρεμÜμενος στην Üβυσσο, το μαγικü τοýτο περÞφανο ξüρκι:


   ΠΙΣΤΕΥΩ Σ' ΕΝΑ ΘΕΟ, ΑΚΡΙΤΑ, ΔΙΓΕΝΗ, ΣΤΡΑΤΕΥΟΜΕΝΟ, ΠΑΣΧΟΝΤΑ, ΜΕΓΑΛΟΔΥΝΑΜΟ, ΟΧΙ ΠΑΝΤΟΔΥΝΑΜΟ, ΠΟΛΕΜΙΣΤΗ ΣΤ' ΑΚΡΟΤΑΤΑ ΣΥΝΟΡΑ, ΣΤΡΑΤΗΓΟ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑ ΣΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΦΩΤΕΙΝΕΣ ΔΥΝΑΜΕΣ, ΤΙΣ ΟΡΑΤΕΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΑΟΡΑΤΕΣ.
   ΠΙΣΤΕΥΩ ΣΤ' ΑΝΑΡΙΘΜΗΤΑ, ΕΦΗΜΕΡΑ ΠΡΟΣΩΠΕΙΑ ΠΟΥ ΠΗΡΕ Ο ΘΕΟΣ ΣΤΟΥΣ ΑΙΩΝΕΣ ΚΑΙ ΞΕΚΡΙΝΩ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΑΦΤΗ ΡΟΗ ΤΟΥ ΤΗΝ ΑΚΑΤΑΛΥΤΗ ΕΝΟΤΗΤΑ.
   ΠΙΣΤΕΥΩ ΣΤΟΝ ΑΓΡΥΠΝΟ ΒΑΡΥΝ ΑΓΩΝΑ ΤΟΥ, ΠΟΥ ΔΑΜΑΖΕΙ ΚΑΙ ΚΑΡΠΙΖΕΙ ΤΗΝ ΥΛΗ. ΤΗ ΖΩΟΔΟΧΑ ΠΗΓΗ ΦΥΤΩΝ, ΖΩΩΝ ΚΙ ΑΝΘΡΩΠΩΝ.
   ΠΙΣΤΕΥΩ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ, ΤΟ ΧΩΜΑΤΕΝΙΟ ΑΛΩΝΙ, ΟΠΟΥ ΜΕΡΑ ΚΑΙ ΝΥΧΤΑ ΠΑΛΕΥΕΙ Ο ΑΚΡΙΤΑΣ ΜΕ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ.
  "ΒΟΗΘΕΙΑ!" ΚΡΑΖΕΙΣ, ΚΥΡΙΕ. "ΒΟΗΘΕΙΑ!" ΚΡΑΖΕΙΣ, ΚΥΡΙΕ, ΚΙ ΑΚΟΥΩ. ΜΕΣΑ ΜΟΥ ΟΙ ΠΡΟΓΟΝΟΙ ΚΙ ΑΠΟΓΟΝΟΙ ΚΙ ΟΙ ΡΑΤΣΕΣ ΟΛΕΣ ΚΙ ΟΛΗ Η ΓΗΣ, ΑΚΟΥΜΕ ΜΕ ΤΡΟΜΟ, ΜΕ ΧΑΡΑ, ΤΗΝ ΚΡΑΥΓΗ ΣΟΥ.
   ΜΑΚΑΡΙΟΙ ΟΣΟΙ ΑΚΟΥΝ ΚΑΙ ΧΥΝΟΥΝΤΑΙ ΝΑ ΣΕ ΛΥΤΡΩΣΟΥΝ, ΚΥΡΙΕ, ΚΑΙ ΛΕΝ: "ΕΓΩ ΚΑΙ ΣΥ ΜΟΝΑΧΑ ΥΠΑΡΧΟΥΜΕ".
   ΜΑΚΑΡΙΟΙ ΟΣΟΙ ΣΕ ΛΥΤΡΩΣΑΝ, ΣΜΙΓΟΥΝ ΜΑΖΙ ΣΟΥ, ΚΥΡΙΕ, ΚΑΙ ΛΕΝ: "ΕΓΩ ΚΑΙ ΣΥ ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΝΑ".
   ΚΑΙ ΤΡΙΣΜΑΚΑΡΙΟΙ ΟΣΟΙ ΚΡΑΤΟΥΝ, ΚΑΙ ΔΕ ΛΥΓΟΥΝ, ΑΠΑΝΩ ΣΤΟΥΣ ΩΜΟΥΣ ΤΟΥΣ, ΤΟ ΜΕΓΑ, ΕΞΑΙΣΙΟ, ΑΠΟΤΡΟΠΑΙΟ ΜΥΣΤΙΚΟ:
    ΚΑΙ ΤΟ ΕΝΑ ΤΟΥΤΟ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ!

                                                ΤΕΛΟΣ

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers