-

Dali &

-


-








.

--.


.

./.


 
 

 

:

τσι κι αλλις η γλσσα εναι ασλγεια πνω στο Εναι.
                       Σφξε τη μια ομορφι να πιει το αμα η λλη.
                                                    Η κλαση λοιπν εναι η πατρδα μας.
 Βιογραφικ

     Ο Νκος Καροζος τανε ποιητς της πρτης μεταπολεμικς γενις. Η ποησ του χει χαρακτηρισθε ως φιλοσοφικ, θρησκευτικ, μυστικ, μα δεν εναι τσο η μεταφυσικ δισταση που τη διακρνει, αλλ μια υπαρξιακ πλησμον, που τον ωθε πρα απ τα ρια του εγ, προς τη συγχνευση με το αισθητ σμπαν. Σμφωνα με τον Ρντρικ Μπτον η σχση του με τον Υπερρεαλισμ εναι θολ κι χει προκαλσει ζωηρ και διιστμενα σχλια. Εξλλου, χει ποικιλοτρπως χαρακτηρισθε: λλοτε ως θρησκευτικς κι λλοτε ως φιλοσοφικς ποιητς. Πντως, αν και συχν αναφρεται στην ορθδοξη παρδοση, αυτ που φανεται να γυρεει εναι μλλον η βουβ κατδυση στον κσμο των υπαρκτν αντικειμνων παρ η υπρβασ του. Η ποησ του, με διφορους τρπους, αποτει φρο τιμς στον Παπαδιαμντη και τον Καβφη. Ο ποιητικς λγος που αναπτσσεται εναι πυκνς και συχν καταφεγει στις παρηχσεις.
     Γεννθηκε 17 Ιουλου 1926 στο Ναπλιο. Ο πατρας τανε δσκαλος στρατευμνος στο Εθνικ Απελευθερωτικ Μτωπο (Ε,Α,Μ,), διχτηκε στη διρκεια του εμφυλου κι εξορστηκε μετ τη συνθηκολγηση της Βρκιζας. Η μητρα του τανε κρη ιερωμνου και δασκλου.Οι γονες του, Κωνσταντνα Πιτσκη και Δημτρης Καροζος, συνβαλαν στα πρτα παιδικ χρνια στη διαμρφωση της προσωπικτητς του, πως κι ο ιερας και δσκαλος παππος του απ τη πλευρ της μητρας του που διθετε πλοσια βιβλιοθκη.



                              Με τους γονες του, παιδκι!

     Το 1944 ολοκληρνει τις γυμνασιακς σπουδς στη γεντειρ του κι εντσσεται στην ΕΠΟΝ Ναυπλου/Τμμα Διαφτισης. To 1945 εισγεται στη Νομικ Σχολ και στη Σχολ Πολιτικν Επιστημν Πανεπιστημου Αθηνν. Ιονιο του 1946 γλιτνει τη σλληψη κι εκτλεσ του απ την Οργνωση Χ. Την επμενη χρονι εξορζεται στην Ικαρα για πντε μνες. Το 1951 υπηρετε τη θητεα του στη Μακρνησο και το 1953 εξορζεται πλι στη Μακρνησο. Νοσηλετηκε στο 401 Στρατιωτικ Νοσοκομεο που απαλλχθηκε απ τη στρατιωτικ θητεα χωρς να υπογρψει δλωση μετανοας, για λγους υγεας.
     Το 1949 πραγματοποησε τη πρτη επσημη εμφνισ του στον χρο των γραμμτων με τη δημοσευση του ποιματς του Σμων ο Κυρηναος στο περιοδικ Ο Αινας μας. Η πρτη του ποιητικ συλλογ με ττλο Η επιστροφ του Χριστο εκδθηκε το 1954. Τιμθηκε με το Β' Κρατικ Βραβεο Ποησης (1963), το Βραβεο της Ομδας των Δδεκα (1963), το Α' Εθνικ Βραβεο Ποησης, απ κοινο με τους Τκη Βαρβιτσιτη και Μλτο Σαχτορη (1972) και το Α' Κρατικ Βραβεο Ποησης (1988).
Το 1955 παντρεεται τη Μαρα Δαρκη με την οποα χωρζει μετ απ μερικος μνες. Εγκαταλεπει τις σπουδς στη Νομικ και τη προοπτικ να γνει δικηγρος. Αρχζει να δημοσιεει ποιματα κι λλα πεζ κεμενα σε διφορα περιοδικ, πως τα Αθηνακ Γρμματα, Επιθερηση Τχνης, Να Εστα, Ευθνη, Σνορο και Διαγνιος. Το 1961 βραβεεται με το Β' Κρατικ Βραβεο Ποησης και το 1962 με το Α' Βραβεο Ποησης της Ομδας των Δδεκα. Το 1962 παντρεεται, για δετερη φορ, με τη Μαρη Μεμαρκη, με την οποα χωρζει το 1980. Τον Μη του 1967 συλλαμβνεται για δηλσεις που κανε σε βρος του Παττακο.



     Το διστημα 1983-84 και το 1986 εργζεται στο Γ' Πργραμμα ΕΡΑ κνοντας εκπομπς για τη λογοτεχνα. Το 1988 βραβεεται με το Κρατικ Λογοτεχνικ Βραβεο Ποησης. Αντιμετωπζει διφορα προβλματα υγεας (καρδιολογικ, διγνωση καρκνου). Νοσηλεεται σε διφορες κλινικς της Ελλδας και του εξωτερικο (Φλεβρης-Μρτης του 1986 στο Σωτηρα, Μρτης του 1989 διγνωση καρκνου, Φλεβρης-Μρτης του 1990 στο Λονδνο). Πεθανει στις 28 Σεπτμβρη 1990 στο Νοσοκομεο Υγεα.
     Παιδιθεν ασχολεται με το διβασμα ποησης και τη συγγραφ. Το 1944-45 πραγματοποιε τη πρτη δημοσευση ποιματς του στο περιοδικ της ΕΠΟΝ Να Γενι. Το 1949 δημοσιεει το πρτο του ποημα με ττλο Σμων ο Κυρηναος στο περιοδικ Ο Αινας μας, εν το 1953 τη πρτη ποιητικ συλλογ του με ττλο Η επιστροφ του Χριστο.



     Απ λους τους ποιητς της μεταπολεμικς γενις, αυτς που παρουσιζει τη μεγαλτερη δυσκολα ως προς την νταξ του σε κποια κατηγορα ομδα εναι ο Νκος Καροζος. Υποστηρικτς της Αριστερς στη διρκεια του Εμφλιου Πολμου και για καιρ αργτερα, απφυγε τη φανερ δσμευση και την ανοικτ, δημσια κφραση, που υιοθετσανε τσοι σγχρονο του σοσιαλιστς. Στη τελευταα δεκαετα της ζως του αποκρυξε το Μαρξισμ στο σνολ του: "Ο καπιταλισμς κανε ζο τον νθρωπο, ο μαρξισμς κανε ζο την αλθεια". Η σχση του με τον Υπερρεαλισμ εναι επσης θολ κι χει προκαλσει ζωηρ και διιστμενα σχλια.



     δη απ τα τλη της 10ετας του '60 ο Καροζος διγραφε πορεα λο και πιο μοναχικ. Αξζει μως να σημειωθε τι στην αρχ της καρριρας του η πστη του στη προσωπικ τχνη του ποιητ ταν, αν και ταπειν, ακλνητη, πολ περισστερο μλιστα απ πολλος συγχρνους του.
Στη δεκαετα του ’50 και του ’60, ταν γρφονται και εκδδονται οι πρτες συλλογς του, Ποιματα (1953-1961), Η λαφος των στρων (1962), Ο υπνσακκος (1964) και Πενθματα (1969), δο εναι οι κυραρχες ροπς στην ποησ μας: η πολιτικ και η υπαρξιακ. Και ο Καροζος, δεχνει πως ανκει ββαια στη δετερη ροπ. Εναι νας υπαρξιακς, που μως αντιδιαστλλεται απ’ τη συντεχνιακ παρδοση του εδους, γιατ εναι γειωμνος μες στο περιβλλον και ανοικτς προς την κοινωνικ περιοχ: ο δικς του ρωας δεν εναι, μυθοποιημνα κι αριστα, ο Ελπνορας, εναι αρκετ συγκεκριμνα "λληνας με βουλιαγμνα νειρα κι ανγγιχτος".



     Λυρικ εναι η ποηση των πρτων συλλογν του, που σημανει, πιο πολ απ ερωτικ, λατρευτικ, με κυραρχη την τση προς τη θωση...
Παρ' λο που χει χαρακτηριστε απ διφορους μελετητς ως φιλοσοφικς, θρησκευτικς μυστικς ποιητς, αυτ που εκφρζει, στη ποησ του δεν εναι τσο μια μεταφυσικ αντληψη για τον κσμο σο μια υπαρξιακ πλησμον, που τον ωθε πρα απ τα ρια του εγ, προς τη συγχνευση με το αισθητ σμπαν. Η θετικ (αν και χωρς μφαση) στση του απναντι στην ελληνορθδοξη παρδοση, προπαντς στις τρεις πρτες συλλογς του (Ποιματα, 1961, Η λαφος των στρων, 1962, Ο υπνσακκος, 1964), απορρει ακριβς απ την πεποθησ του τι αυτ η παρδοση εκφρζει μια πιο ερωτικ σχση με τον κσμο απ' σο ο δυτικς πολιτισμς. Αλλ στις τρεις επμενες συλλογς του (Πενθματα, 1969, Λευκοπλστης για μικρς και μεγλες αντινομες, 1971, Χορταριασμνα χσματα, 1974) διακρνεται λο και καθαρτερα η απελπισα του για το ακατρθωτο αυτς της υπρβασης, κι η βωση της παρξης ως δυστυχματος (κατ την κφραση του διου) γνεται απ εδ και πρα το κυραρχο γνρισμα του ργου του.



     Λξεις κι ννοιες ιδιατερα φορτισμνες, απ τη τερστια γλωσσικ εργαλειοθκη του ποιητ και την οντολογικ του αγωνα, αποτελονε τα στρα, αφθονονε σε λη τη ποιητικ του δημιουργα, εναι η ακραιφνς λεκτικ του φιλικτητα, ο Ιησος (η ανθρπινη δισταση μως), τραγικο πρωταγωνιστς των Ατρειδν και Λαβδακιδν (Αγαμμνων, Κλυταιμνστρα, Οιδπους). Τους ξαναδνει το θνατο μσα σε ρωτες και μοναχικτητα, η Γεωμετρα, οι στρεες γνσεις του στη Φυσικ (μοντρνα, αστροφυσικ, κβαντικ) που τις χειρζεται με φιλοσοφικ διεισδυτικτητα και με συνεχες αναφορς, το σμπαν, τα σωματδια, το φως και τλος να φαγοπτι που στνει στον κπο των εκφρσεων για τα δευτερλεπτα, περισστεροι απ εκοσι χαρακτηρισμο (φοβερ, σκληρ, γαλζια, σγκορμα, πικρ, κορσδες) τα παρασρουνε για να αναμοχλεσουν το φθαρτ, το στιγμιαο. Ασμνως φιλοξενομενοι των στχων του, ιδρυτς κοσμοθεωριν κι επανασττες (Λνιν, Μαχτμα). Ανογει εκολα μτωπο με τη διαδικασα της Ιστορας σε πολλ ποιματ του, για τη δικαωσ τους. Επικαλεται διαφορετικ εκδοχ της διαδραματισμνης Ιστορας, και την ξαναγρφει λλοτε ειρωνευμενος, λλοτε σοφτερος.



     Ο Νκος Καροζος απ την πρτη του κιλας συλλογ Ποιματα κινητοποιε την ευαισθησα του απναντι στην ελληνικ πρωτεουσα. Ττλοι ποιημτων πως Αθνα, η φλγα που το χρμα της εναι γαλζιο, Βραδιν Αθνα, Στην Αθνα. Η δια οπτικ συνεχζεται αργτερα και στη 2η συλλογ Η λαφος των στρων που Εννα ποιματα μες στην Αθνα, Στιγμς της Αθνας. Εναι γωνα λψεως απ' που η πλη νωπ ακμα στα μτια του ποιητ εναι τοιμη για αιχμαλωσα. Η ιστορικ και θρησκευτικ της ονττητα πλαισιωμνη απ ειδυλλιακ ατμσφαιρα επιτρπει ακμα στον νθρωπο τη γνιμη περιπλνηση, του επιτρπει ακμα να χει ατομικ κι εθνικ ταυττητα, ακμα κι η μοναξι χει κρος, δεν εναι ισοπεδωτικ. Εναι η Αθνα της Ελλδας, η Βαλκανικ -που ο ποιητς τη χρησιμοποιε σα σημεο αναφορς για να γενικεσει την ννοια της πλης. "Θ’ αναγγελω μια να ελπδα / χαρζω στη πλη το πολτιμο βλμμα μου". Μ’ αυτ το στχο (απ την λαφο των στρων) τονζεται μια διπλς μορφς αισιοδοξα. Αυτ που αφορ τον καινοργιο κοινωνικ, πολιτισμικ χρο κι εκενη που δηλνει τη πηγ μιας λλης εκφραστικς. Εναι νας στχος που αναγγλλει μιαν επιφοτηση πνω στην ννοια του στεως. Κι η αποκλυψη αρχζει πολμορφη, πολφωνη, απ τη κτιριακ δομ ως τον τρπο ζως.



Οι χαμηλς θερμοκρασες, πντως, δεν ευνοονται απ την ανγνωση της ποησς του κι αυτ πιθανν αποτελε να απ τα προβλματα στο ργο του. Η λλη μεγλη αδυναμα του, εντς κι εκτς εισαγωγικν, εναι οι ζωηρς του διαθσεις απναντι στη θεωρα. Συχν η ποιητικ του «υπονομεεται» απ ιδες και σχματα που απορρουν απ τη γλωσσολογα, τη φιλοσοφα, τη λογικ, τη φυσικ τη μεταφυσικ. Παρ τατα το ποιητικ χρισμα του Καροζου εναι δαιμονικ. Οι καλς συνθσεις του, για πολλος αξιλογους ποιητς της γενις του και για λλους διασημτερους, θα αποτελοσαν καυχματα. Κι σως, ακμη, δικαιομαστε να παρατηρσουμε τι οι μεγλες στιγμς του, συναριθμονται νετα στις κορυφσεις της ελληνικς ποησης για τον 20 αι.



     Απαιτε απ τον αναγνστη γνσεις που χουν απολεσθε σε καιρος εκκοσμικευμνης παιδεας πως εναι οι δικο μας. Και με λη του τη λαχτρα να συναντηθε με τον συνομιλητ του, τολμ να τον προκαλσει: «Μη με διαβζετε ταν δεν χετε / παρακολουθσει κηδεες αγνστων / στω μνημσυνα», γρφει στο τελευταο ποημα της συλλογς Πενθματα (1969). Μια λλη σημαντικ ιδιτητα της ποησς του εναι οι τρομερς διακυμνσεις στην ποιτητα των ποιημτων του. Υπρχουν ασλληπτες κορυφσεις αισθητικς τελειτητας (πως π.χ. «Ο μειλχιος τρπος του Βαρβαρσσα», «Ο Σολωμς στ’ νειρ μου», «Ο Ακραιος κυρ Αλξανδρος» και τσα λλα) με σπνιες γλωσσικς συλλψεις, για να ακολουθσουν μια σειρ καλ μτρια ποιματα, ως κατασκευς, που εναι ολοφνερο τι προσπαθε να εκβισει τη γραφ του ποιματος, σαν κατ παραγγελα.



ΡΗΤΑ:

Η λογικ εναι η μμονη ιδα των ψυχιτρων.

Η κλαση λοιπν εναι η πατρδα μας.

Σφξε τη μια ομορφι να πιει το αμα η λλη.

τσι κι αλλις η γλσσα εναι ασλγεια πνω στο Εναι.

Τποτα δεν αγγζει τις απριλιτικες βιολτες; τποτα -μονχα ο ακνθινος Ιησος.

Πλι τα ροχα μου σμερα στο καθαριστριο πλι σιδρωμα για λανθασμνο αριο δεν εμαστε στα καλ μας να υπρχουμε τσι ανελητα.

Εχα λοιπν εγκαταλεψει καθς βγαινα στο χρνο που ειν' χρονος το αχανς δεσμωτριο της γλσσας

Να ανταλλζεις νομσματα-στχους με απουσα, η χειρτερη μορφ να αναπνουμε.

ποιος λει εναι νικητς διαπρττει ανιαρ λθος ποιος λει πως εναι νικημνος διαπρττει σπαραχτικ λθος

Ο πρτος εναι πρτος κι ο δετερος δεν εναι τποτα.

Αν δεν μπορες να τους νικσεις, κνε τους να πονσουν.

Τη καλησπρα μου στα Ιδανικ σας.



ΕΡΓΑ:

Ποιητικς συλλογς
Σμων ο Κυρηναος, 1949
Η επιστροφ του Χριστο, 1953
Νες δοκιμς, 1954
Σημεο, 1955
Εκοσι ποιματα, 1955
Διλογοι, 1956
Ποιματα, 1961
Η λαφος των στρων, 1962
Ο υπνσακος, Ζαρβνος, 1964
Πενθματα, Αθνα, 1969.
Λευκοπλστης για μικρς και μεγλες αντινομες, 1971
Χορταριασμνα χσματα, Εγνατα, 1974
Απγονος της νχτας, Πολυπλνο, 1978
Δυναττητες και χρση της ομιλας, 1979,
Ο ζλος του μη-σχετικο με παρορματα, 1980
Μονολεκτισμο και ολιγλεκτα, 1980



Φαρτριον, 1981
Αναμνηστικ λθη, 1982
Αντισεισμικς τφος,1984
Συντρηση ανελκυστρων, 1986
Νεολιθηκ νυχτωδα στη Κροστνδη (Α Κρατικ Βραβεο της Ποησης το 1988), 1987
Ερυθρογρφος, 1988
Λογικ μεγλου σχματος, 1989
Ευρσεις απ κυαν κοβλτιο, 1991
Θραμβος χρνου, 1997
Οιδπους τυραννομενος κι λλα ποιματα 1998



Μεταφρσεις
Χρχε Λου Μπρχες-Ο δημιουργς κι λλα κεμενα, 1980

Πεζ-δοκμια
Μεταφυσικς εντυπσεις απτη ζωη ως το θατρο, 1966
Περ ζωγρφων, Galerie Titanium, 1988
Πεζ κεμενα, 1997



Επιτομ ργου

     Στις ποιητικς συλλογς απ το 1956 και μετ εγκατλειψε τiς λακωνικς ποιητικς εκφρσεις κι νοιξε δρμο στην αναλυτικ κφραση του πνεματος με κριους ξονες αναζητσεων τον ρωτα, το θνατο και το θε.


========================

 

Ασκσεις νθους Το Φως Εναι οσμο

Ραβδσεις τ' ουρανο
κεν της αφς και διρκεια
εναι το φως που δεν αντιμλησε στα στθη
κι η ματι να στρακο.

         Η Αγπη

Η αγπη δεν υπρχει στο σμα
δεν εναι καν το περιστρι
ταν χιονζει ευτυχα

δε τη βλπω στο γενετσιο μκρος.

           Ο Δρμος

χω τη μορα του ορυκτο
με προσμον χιλιετηρδων

ω ελπδα χοκ
τραγουδ τους καημος
κι εμαι δχως φων.

        Αντικρζω Μνος

Χαραυγ και τα δντρα θαλσσια…
Η ρα του Παρδεισου ροδζει ελαφρ
μεσ στη γενετσια καθαρτητα
που λειτουργε στα νερ.
Τι γλυκει μητρα η αρα κι ο λιος ευγενς…
Δεν κερστηκε νθρωπος
σο μεσ στο ξημρωμα.

                    Τα Δεσμ Της Ελευθερας.

Κατακτρινος γγελος, εκτυφλωτικ πορτοκλια, χρησιμτητα των κορυφογραμμν- η ποηση. Κι ψιστο σκουλκι- ο ποιητς.
Επε κποτε το αηδνι: "Θα γνω πθηκος". Κι γινε. Επε κποτε ο πθηκος: "Θα γνω αηδνι". Και δεν γινε, γιατ το κλαδ σπασε απ' τα πολλ του χοροπηδματα.
Ο ποιητς εναι σαλς. Ο ποιηματογρφος εναι σλος. Ο πρτος εναι θαμα της θετητας. Ο δετερος εναι θεατς της θετητας.
Ο ποιητς χει στα μτια του το αρχτυπο και ξρει πως η φση δεν οργζεται πραγματικ οτε με την ποια καταιγδα. Ο ποιηματογρφος χει στα μτια του το εγ του και παρνει στα σοβαρ τα δκρυ του. Φυσικ να φοβται, λοιπν, το βρυχηθμ των ερωτημτων, την δια στιγμ που ο ποιητς ποιμανει τα ερωτματα, με την απκριση που εναι ο διος.
Ο ποιητς ολκερος μπανει στα προβλματα, ο ποιηματογρφος περν πλι απ' τα προβλματα. Γι' αυτ διατυπθηκε μια μρα ο καημς: "χετε την ιδα πως να κνετε ποηση, ταν το αμα σας εναι καλ σιγουρεμνο στις φλβες;"...
Ο ποιητς χει πντα μες στην ψυχ του την ευλβεια, εν οι ευλαβες δεν χουν πντα μες στην ψυχ τους την ποηση.
Ο ποιηματογρφος ενδιαφρεται για τη διρκεια στη χρονικ προκταση. Ο ποιητς εναι διαρκς χωρς την παραμικρ χρονικ προκταση. Ο νας βλπει τον λιο και νιθει τη ζστη. Ο λλος βλπει τον λιο και νιθει το φως.
Ο ποιηματογρφος ακοει ελευθερα κι αφνει τα νχια του να μεγαλνουν. Ο ποιητς, αποκαλπτοντας μσα του την ελευθερα, κατορθνει τα δεσμ της.
Ο ποιητς χει λα του ποιηματογρφου. Ο ποιηματογρφος δεν χει τποτα του ποιητ.

       Μετ Το Δεπνο

Ξαφνικ νυχτερδα κι ολοθενες
υπερπληθρα σελνης.
Μα η αλθεια εν’ η σχατη μεταμρφωση πλνης
-φρενοπληξα.
Λες εμαι ρρωστος αλλ’ αυτ δεν υπκειται
στην ιατρικ. μπορ να ξεπεθανω.
Κι αναστοχζομαι κθοντας ρεμα
στην μνη μου καρκλα.
Διευθυντς του μηδενς
χω δικος μου χειρισμος
θρησκεας.
υφσταμαι τη ζω ωσν περιφραστικς γαλαξας
σιος του κακο και μρτυρας του πνου.
Χρμα η ξιπολι σε καλοκαρια ρωμαικα!

/ψ/ ο εργαζμενος το φως
απουσιζει με παρουσα

/ψ’/ η μυθοσοφα των ορφικν
ενδεχμενη

/ψ’’/ η σκψη εναι πντα μια εναντωση
στις βιολογικς πισεις

QUELYΦΟΣ

κποτε φτνει στο Στυλτη
κποτε φτνει τις ενενντα ημρες
του ερημτη
χωρς τροφ χωρς νερ χωρς τοι

COMME-ΩΔΙΑ

η σκψη γνωρζει το θνατο
κι ανατλλει
απ που θλει

          Ἡ Ὀρθοδοξα

Γλυκὸ ποὺ εἶναι τὸ σκοτδι στὶς εἰκνες τῶν προγνων
ἄμωμα χρια μεταληπτικὰ
ροῦχα ποὺ τ᾿ ἄδραξεν ἡ γαλνη καὶ δὲ γνωρζουν ἄνεμο
βαθιὰ τὸ ἐλησον ἀπ᾿ τοὺς ἄυλους βρχους
τὰ μτια σὰν καρποὶ εὐωδᾶτοι.
Κι ὁ ψλτης ὁλσωμος ἀνεβανει στὸ πλατνι τῆς φωνῆς
καημνε κσμε
θυμαμα ἡ γαλζια ὀσμὴ κι ὁ καπνὸς ἀσημνιος
κερὶ νὰ στζῃ ὁλονα στὰ παιδπουλα
καημνε κσμε
σὰ βγανουν - ὢ χαρὰ πρτη - μὲ τὸ Εὐαγγλιο καὶ μὲ τὶς λαμπδες
κ᾿ ὕστερα ἡ μεγλη χαρὰ νὰ συντροφεουν τ᾿ Ἅγια...
Ὁ παπα-Γιννης τυλιγμνος τ᾿ ἄσπρο του φελνι
καλὸς πατρας καὶ καλὸς παπποὺς μὲ τὸ σιρκο στὴ γενειδα
χρνια αἰῶνες χρνια καὶ νιτα πὄχει ἡ ὀμορφι!...

         Η ναστρη Φωτειντητα

Ὁ ἄνθρωπος ποὺ εἰσρμησε πιὰ στὴν ἀπτερη θλψη
μὲ δχως ἔστω ἕνα τριαντφυλλο
μ᾿ ἐκεῖνα τ᾿ ἀκατργαστα στὴν ὤχρα μεινεσμνα μτια
στὸ μισοσκπαστο ἐρημκκλησο σρνοντας
τὴ μεγλη ἀνπηρη σιωπὴ στὸ καροτσκι τῆς ὁμιλας
ἀνκαθεν ἤξερε τὴν ἄσωστη κατσταση-: πὼς εἴμαστε
καθημαγμνοι ἐρασιτχνες τοῦ Πραγματικοῦ
μ᾿ ἕνα μυστριο ποὺ βεβηλνει τὴ δινοια διχζοντας
πρὶν ἡ δορὰ τῆς θλασσας σηκσει τὸ ἀνστημα τοῦ Ἅδη.

Πολκρουνη ἡ θελλα σπζει τὰ ματογυλια της κι ὁ μγας
τρμος ἀδρχνει τὰ μελλομενα
σχηματζοντας ἀποστματα στὴ μνμη.
Κατχαμα τῆς ἀσγαστης σιγῇς ἕνα κινομενο
κειμλιο-σκουλῆκι.

Ἡ ζωὴ ποὺ μικρανει: ἡ μεγλη ἀλθεια.
Στὸν ὁποὺ πινει τὸ τσαπὶ γνεται τσπισμα
στὸν ὁποὺ πνει τὸ νερὸ γνεται πιμα.
Ἔρχεται ἔαρ ἀειπρθενο προφροντας ἀρματα
κρατεῖ μα κατμαυρη λεπττατη κλωστὴ
στὰ ὕπαιθρα τῆς νχτας
τὸ σημεῖο τοῦ γκινη ποὺ εἶν᾿ ἄγνωστο πρα...

Τα πουλι δλεαρ του Θεο

Θα περσουν αποπνω μας λοι οι τροχο
στο τλος
τα δια τα νειρ μας θα μας σσουν.
Αγπη μενε στην καρδι -
αυτς ας εναι ο κανν του τραγουδιο σου.
Με την αγπη
θα σηκσουμε την απελπισα μας
απ' τ' αμπρι του κορμιο.
Δεν εναι φορτο για τη χρα των αγγλων
η απελπισα.
Και προπαντς
ας μην αφσουμε την αγπη
να συνωστζεται με τσα αισθματα... 

              Αἴφνης

Αὐτὸ ποὺ λμε ὄνειρο δὲν εἶν᾿ ὄνειρο
ποὺ ἡ πλατιὰ πραγματικτητα δὲν εἶναι πραγματικ.
Κπου γελιμαι μὰ ἐκεῖ κιλας ὑπρχω ἀπλυτα,
σὰν τὸ σννεφο ποὺ ἀλλζει στὰ νωθρὰ δευτερλεπτα
ὄντας μονχα ἡ ἀκλεστη μεταμρφωση.
Καννα λιοντρι δὲν παραγνρισε τὸ θραμα
καὶ ἡ ππια δὲν ἔπαψε νὰ πιπιλζει τὴ λσπη·
τὸ χταπδι βγανει ἀπ᾿ τὸ ρηχὸ θαλμι του μὲ γαλαζπετρα
στὰ ξφωτα ἡ τγρη λησμονιται ἀνεπληπτα.
Νυχτνει καὶ σμερα. Ἡ ἀγωνα
λει πλι: θὰ βοσκσω τὸ μαῦρο.

Ἡ χρησιμτητα τῆς ἀπειλῆς

Ἔχουν ἀρχσει νὰ μὲ κυκλνουν ἐπικνδυνα οἱ ὧρες.
Ἀκοω τὰ φυλλματα σμερα
γνηκαν ἀνσυχα χορικ.
Πρπει νὰ ζσω τὶς ἀντστροφες δυνμεις.
Ὢ καρδι μου - τρομαχτικτερη σελνη!

         Βαθμδες

1.
Ἤτανε ὅλο τὸ πρωῒ σημαιοστολισμνο
καὶ τραγουδοῦσα.
Ὁλονα ἔρχονται πιὰ
σὰν ἀπὸ ἀντατο δικαστριο
φωνς.
Ψχνω μταια νὰ βρῶ τὴν αἴθουσα
πρπει νὰ μιλσω σὲ τσους
φλους με τὰ αἰνια τρα μτια.
Κινεῖται ὁ δρμος πρὸς τὸ μεσημρι.

2.
Ἂν εἴδατε τὴ μοναξιὰ ποτὲ πσω ἀπ᾿ τὸ τζμι
νὰ σᾶς ἀπειλεῖ
μ᾿ ἕνα μαχαρι σιωπὴ
ποὺ ἀργὰ θὰ σχσει τὸ δικὀ σας στῆθος
ὅπως φντασμα τὴν πρτα περνᾷ
μὲ γελαστὰ τὰ ἐξογκωμνα μῆλα
καὶ νὰ στκει-
θὰ μὲ ἀγαπσετε, εἶναι γυμνὸ
σαρθηκε αὐτὸ τὸ μεσημρι.

3.
Ὅλα κοστζουν ἕνα παξιμο.
Πρε μαζ σου τὸν ἔρωτα κ᾿ ἐκεῖνα τὰ ὄνειρα
ἔλα στὴν κτω γειτονιὰ καὶ πς: Κορνα γρμματα
ἐκεῖ ποὺ χνεται ἡ ψυχὴ νὰ βυθιστεῖς.
Θλω ν᾿ ἀκοσεις τὸ μεγλο μυστικὸ
γιὰ πντα πφτει ὁ καρπὸς ἀπ᾿ τὸ δντρο.
Ἐντοτοις ἐκεῖ ποὺ χνεται ὁ δρμος
νὰ τραβξεις.
Ὅ,τι νὰ σὲ καλσει
δὲν εἶναι γιὰ ἐπιστροφὴ
τὰ δκρυα κι ὁ πνος κοφτερὸς
εἶναι μσ᾿ στὸ παιχνδι.
Ὅποιες φωνὲς ἀκοσεις μὴ σὲ παρασρουν
σφξε τὴ μιὰ ὀμορφιὰ νὰ πιεῖ τὸ αἷμα ἡ ἄλλη.
Κορνα γρμματα νὰ παξεις
τὶς ὦρες καὶ τὰ χρνια
μνος με τὸν ἔρημο ἀντπαλο.

Τὸ δντρο τῶν ἀγνοημτων

Μιὰ συμφορὰ τυλγεται στὸ δντρο.
Ὅλοι οἱ ἀδικομενοι δντρα εἶναι
ἂν τὸ προτμησαν αὐτ, μονχα ν᾿ ἀδικοῦνται.
Ἡ συμφορὰ μὲ γινο χρῶμα
τυλγεται στὸ δντρο.
Ὢ δναμη τῆς ζωῆς
λιῶσε τῆς συμφορᾶς τὸ κεφλι.

Γαλζια σπλγχνα

Κτοικε τοῦ ὀνερου
μαζεω τὴ φων μου ἀπὸ κθε ἄκρη
καὶ τὸ ὑπλειμμ της αὐτὸ στὴ σινδνη τῶν δντρων
κ᾿ ἐκεῖνο κεῖ ψηλὰ στὸ σκουριασμνο βρχο
ὅπου ὀργζεται ὁ γερο-κρακας
συγκεντρνομαι
γιὰ τὴ μεγλη ἀποκλυψη
ρχνω στὸν ἄνεμο μακρσυρτη ἀγπη:
Τὴν θλω ἐγὼ τὴν ἀπελπισα μου
δὲν τὴν ἀνταλλσσω μὲ θαλπωρὴ ἄλλη
ἔχασα.
Μὰ χνουν καὶ τ᾿ ἄνθη
τ᾿ ἄνθη ἀνογουν τὸ μοναδικὸ παρθυρο...
Κλλιο νὰ πλανηθεῖ ὁ χαρταετς μου
δὲ θλω πιὰ ν᾿ ἀγγξω τὰ χρματ του
κλενω τὰ μτια μου γιὰ νὰ δῶ.
Εἶναι ἡ φωνὴ ποὺ μὲ διασχζει
κι ἄλλοτε ποὺ χτυπᾷ στὸν ἄκμονα
χλιες φορς.
Εἶναι ἡ φωνὴ ἀπὸ ἕνα βθος:
Γιὰ πντα νὰ μὴν ἔχεις
τποτα γιὰ τ᾿ ἀληθινὰ χρια
μονχος
ἀνμπορος ἐκστατικὸς
σ᾿ αὐτὴ τὴν ἄξαφνη γιορτὴ τοῦ δευτερολπτου
ποὺ παραδδεται ὁ κσμος.

Ἔρημος σὰν τὴ βροχ

Διαβανω ἀγιτρευτος μσ᾿ στ᾿ ὄνειρ μου
σὲ δχτυ μνος της πρτης σιωπῆς
ἔδειξα τὰ πτηνὰ διχζεται ὁ δρμος
ἡ ἀλθεια φαρδανει πντα τὴν ὁρμ.
Κ᾿ ἡ μοῖρα τῶν ἄστρων
θὰ εἶναι τφρα θὰ εἶναι μα μεγλη πυρικὴ
τρα μαθανω τὸ αἷμα μου
δχως τοὺς δροσεροὺς ὑκινθους
τρα σὲ βλπω δρμε τοῦ καλoῦ σὰν εἰδοποηση
μὲ κρνους
ἔχοντας τὸ σακολι τ᾿ ἀναστεναγμοῦ
κι ὅλο πηγανω
πηγανω
στὶς πηγς.

Ἕνα ἔρημο ἄνθος

Βαθτερο ἀπ᾿ τὴν ἀγπη καὶ τὴν ταραχὴ
ποὺ φρνει μσ᾿ στὸ στῆθος ἡ ἐπιθυμα
ζεῖ στὸ θαλσσιο βρχο ἕν᾿ ἄνθος ὁλομναχο.
Ποιὰ φωνὴ τὸ κυρεψε καὶ μοιζει σὰν νὰ δεχνει
τὴν ἄγνωστη γαλνη μὲ μικρὰ χρματα...
Εἶναι βγαλμνο στοὺς κινδνους τῆς χαρᾶς
ἀμριμνο σὰν ἰδα.

           Εἰκνα

Πῶς δοκιμζουν τὰ ὄργανα οἱ μουσικοὶ
πρὶν ἀπὸ ἔναρξη συναυλας

ἔτσι κι ἐγὼ τρα χειριζμενος λξεις

εὐαισθητισμὸς εὐαισθησα αἰσθητισμὸς
εὐαισθησα καὶ αἰσθητῆς τὸ εὐασθητον
εὐαισθησιακὸς εὐαισθησιζομαι εὐαισθησιασμὸς
εὖ καὶ αἰσθητικὸς καὶ αἰσθησιακὸς
αἰσθαντικὸς ἴσως
αἰσθ-ἴσως αἰσθαν-ἴσως
αἰσθ-ἀδελφ μου καὶ Ἐσθὴρ ἀπ᾿ τὴ Ββλο

ἀρχζει μὲ χειροκροτματα τὸ ποημα.

Ἡ συντομα τοῦ ὀνερου

Τρχει μσ᾿ στὰ χαρματα τὸ ἐλφι
ποὺ εἶναι ἡ χαρ μου τσος ἀντλαλος
ἐδῶ ποὺ κατοικῶ
ἕνα πουλὶ ἀπὸ καπνὸ ἀνρχεται στὸ ξημρωμα.
Ἰδοὺ ὁ Τρχων
ἔχει σφξει τὸ ἀρνὶ στὶς πηγὲς τῶν ὑδτων.
Θριαμβικὴ νεφλη ὄχημα παλαιὸ ἰδοὺ ὁ Τρχων
καὶ τὸ σρουν
ἄλογα τρυπημνα στὰ λμποντα πλευρ.
Μσα στὸ ὄχημα βρσκομαι καὶ πηγανω
πρὸς τὸν ἄγνωστο προορισμ μου.

Πντε Ποιματα μες στὸ Σκοτδι

Γυρζει μνος
στὰ χελη του παντνασσα σιωπὴ
συνχεια τῶν πουλιῶν τὰ μαλλι του.
Ὠχρὸς
μὲ βουλιαγμνα ὄνειρα κι ἀνγγιχτος
νερὸ τρεχμενο στὰ ῥεῖθρα, ὠχρὸς
ἕλληνας.
Πντα ὁ δρμος μσ᾿ στὰ μτια του
κ᾿ ἡ λμψη ἀπ᾿ τὴ φωτιὰ
ποὺ καταλει
τὴ νχτα.
Γυρζει μνος
στὰ χρια τοῦ κλαδὶ ἀπὸ ἐλιὰ
γεμτος πνο χνεται στὰ δειλινὰ
αἰσθνεται
πὼς ὅλα χθηκαν.
Μὴν τοῦ μιλᾶτε εἶναι ἄνεργος
τὰ χρια στὶς τσπες του
σὰν δυὸ χειροβομβδες.
Μὴν τοῦ μιλᾶτε δὲ μιλοῦν στοὺς καθρφτες.
Ἄνθη τῆς λεμονιᾶς
λουλοδια τοῦ ἀνμου
στεφνωσ τον Ἄνοιξη
τὸν κλθει ὁ θνατος.

Ἀπολλυσαι τῆς ἀσθενεας σου

Νηστεει ἡ ψυχ μου ἀπὸ πθη
καὶ τὸ σῶμα μου ὁλκληρο τὴν ἀκολουθεῖ.
Οἱ ἀπαρατητες μνο ἐπιθυμες -
καὶ τὸ κρανο μου ὁλημερὶς χῶρος μετανοας
ὅπου ἡ προσευχὴ παρνει τὸ σχῆμα θλου.

Κριε, ἀνῆκα στοὺς ἐχθρος σου.
Σὺ εἶσαι ὅμως τρα ποὺ δροσζεις
τὸ μτωπ μου ὡς γλυκτατη αὔρα.
Ἔβαλες μσα μου πνθος χαρωπὸ
καὶ γρω μου
ὅλα πιὰ ζοῦν καὶ λμπουν.
Σηκνεις τὴν πτρα - καὶ τὸ φδι
φεγει καὶ χνεται.
Ἀπ᾿ τὴν ἀνατολὴ ὡς τὸ βασλεμμα τοῦ ἥλιου
θυμᾶμαι πὼς εἶχες κποτε σρκα καὶ ὀστὰ γιὰ μνα.
Ἡ νχτα καθὼς τὴν πρσταξες ἀπαλὰ μὲ σκεπζει
κι ὁ ὕπνος - ποὺ ἄλλοτε ἔλεγα πὼς ὁ μανδας του
μὲ χλια σκοτδια εἶναι καμωμνος,
ὁ μικρὸς λυτρωτς, ὅπως ἄλλοτε ἔλεγα -
μὲ παραδδει ταπεινὰ στὰ χρια σου...
Μὲ τὴ χρη σου ζῶ τὴν πρτη λτρωσ μου.

               Εἴσοδος

Εἶναι μα θρα στὰ μτια κθε νεκροῦ
μὲ καει τρμος ἀπ᾿ τὴν ἡλικα
τῶν λουλουδιῶν ἔτσι γργορα ποὺ φεγουν
ἔτσι γργορα εἶναι μιὰ θρα βαμμνη μὲ τὴ σιωπὴ
κι ὁ θνατος μονλιθος.
Κρζει τ᾿ ἀηδνι μαῦρος κρακας καὶ θλει τὴ φων του
μὰ δὲν ἔχει γλῶσσα ἡ δετερη ζω μας. Καλὴ νχτα,
ποὺ λει ὁ θεατρνος ἢ ὁ ψευδοσκτεινος, δὲν ὑπρχει
κι οὔτε νχτα κακὴ κι ἀκμη οὔτε νχτα
εἶναι μονχα τὸ Δὲν τὸ Μὴ καὶ τ᾿ Ὄχι σὰν καρπὸς
τοῦ δντρου μὲ τ᾿ ὄνομα Ἐγὼ καὶ τ᾿ ἄλλο τ᾿ ὄνομα Ταξιδεω
κι ὅλα τὰ λγια μας ἐδῶ
φενκη κ᾿ ἐσωτερικὰ τηλφωνα
εἶναι μιὰ θρα φοβερὴ
γι᾿ αὐτὸ κρατοῦμε τουφκι τὸ τραγοδι:
Μιὰ θρα, θρα ἡ γκρμιση
τὸ σλιο τοῦ χελιδονιοῦ ποὺ φτιχνει μὲ τὰ φργανα
στὰ δντρα οὐρνιες φωλις.
Καὶ χωρζουμε σὲ φῶς καὶ σκοτδι τὸ Ἕνα.
Χωρζουμε τὸν Ὀδυρμὸ σὲ τφλωση καὶ θυσα.

                   Ρωγμς

Πλι στοὺς δρμους ὁποὺ ζσαμε τὴν προσωπδα
κκκινη μὲ σταλαγματιὲς χρυσοῦ
ττοια περιπτεια ττοια ὡραα ἐλπδα
μσ᾿ στὶς συνχειες τῶν ὀνερων ἔχω τὸν ἀμνὸ
δὲν πιστεω στὰ ποτμια ὁλονα τρχουν
δὲν πιστεω στὰ φλλα ὁλονα πφτουν
εἶναι θεα ἔνδον αἰθλη π᾿ ἀλλζει τὶς ὁρσεις
κι ὁ θνατος βαθανει τὴν τφρα.

       Ἡ εὐγνεια τῆς κωμωδας μας

Ὅταν ξεραθεῖ τὸ χαμομλι στὸν καλτερο ἥλιο τῆς χρονιᾶς
ἔρχονται βρδια νὰ γυρψει ἀπὸ δαῦτο κι ὁ φτωχὸς κι ὁ πλοσιος
κι ὅπως κυλει ζεστὸ μσα μας καὶ βλσαμο
κ᾿ εὐωδιζουν τὰ σπλγχνα κι ἁρμονζονται
φρνοντας κποιο αἴσθημα φαγωμνης πεταλοδας μὲ τὰ χνοδια της
ἕνα τποτα ἕνα χορτρι φρνοντας ὅλη τὴν εἰρνη
ἔτσι κι ὁ Ἰησοῦς ἕνα τποτα, μονχα φτυσμνος
μονχα ἡ μσα φλγα ποὺ λινει τὴν ἁφὴ
κι ὁ Θεὸς γυμνοπδης ἕν᾿ ἀρνὶ στὸν ἀρα
ψηλὰ στὸ δντρο τῆς βυσσινιᾶς τὸ καιμενο πρα στὴ δση.
Ἂ τ φριχτὸ ποὺ εἶναι τὸ νερὸ ἕνα τποτα κι ὁ ἀρατος
μᾶς ἔτυχε καθὼς τὸ μαχαρι στὸ λαιμὸ τοῦ κκορα.

        Χαρμσυνο λβδανο

Μσα στὴ βενζινρημο ξερθηκε κι ὁ πνος -
ἡ ἀγπη στὸ τασκι· πολιτικὸ κιγκλδωμα...
Ποιὰ φρκη εἶν᾿ τὸ φῶς ποὺ μ᾿ ἔχει ἅρπαξει
κι ὁ ἀμφβραχυς!
Κλαει κι ἀναδακρυνει ὁ χαλασμὸς ὀνματι
ὅραση
κ᾿ εἶναι σαλνι ἡ ματι μου σ᾿ αὐτὸ τ᾿ ἁλῶνι
τὸ φαρδὺ τοῦ φεγγαριοῦ
μὲ ἀργυρχροα ταμνα στὴν ἀπγνωση
χωρὶς τὴ γλῶσσα-μγαιρα νὰ διαγουμζει λθη
μσ᾿ ἀπ᾿ τῆς μνμης τὴ φορμλη.
Θαυματουργς τη θεωρα τοῦ τροχοῦ σας τὴ δασκλεψα
τὰ ἀσθητρια μαστζοντας
ἀγχιθανὴς ἀγχθεος ἀγχινεφὴς κι ἀεροβτης μνος
ὁ ἥλιος εἶναι τὸ πγιο προσθτει ἡ δαστριχη σελνη.
Δὲν παζω σοβαρτητα κι ἀναδεω φυσικοχημικὰ
συμπερσματα
τρελσωστος: ὀπτικὴ εὐφυα ὁ σερφης ἀνλβιος
ἀσπζομαι τὴ γῆ μὲ γοερς μου γονυκλισες ἀνφελος
ἐγὼ ἀνταλλσσω πυρὰ μονχα μὲ τὸ θνατο -
καταλαβανεις;
Ὅταν ξεμθαγα τὶς ἀλκοολικὲς βελνες ἀπ᾿ τὰ τρυπματα
ἡ ψυχανλυση τοῦ ἅγιου μαδοῦσε τὴ λμψη τοῦ καθρφτη
τὸ σῶμα σου ἀποπλει ὡσὰν χρτινο μὲ ξεφλουδσματα
χρνου
ἀπὸ χρυσζουσα ὀχιὰ τὸ πεπρωμνο σου δὲν ἐκκολφτηκε
κι ἀποπλει τὸ σῶμα σου
κρατντας ἠχητικὰ χμουρα
στὰ θηλυκὰ ἐρεπια τοῦ Ἠρδειου ὅπως αἰφνδια
μοῦ φνηκε πὼς ἔπιασε φωτιὰ
ἡ ἅρπα.
Ξημερνει μὲ ἀτμδη βουνὰ μντισσες φωνασκες κοτπουλα
χαρτορχτρες
ἀπεχθαρω τὴ στση μου μελτη
κι ὦ Θε μου ἂς μπρηγα νἄμπαινα κποτε γιὰ πντα
στὸν ὕπνο.

Τ εἶπα κποτε σ᾿ ἕναν ἱπτμενο

Σὰν ἀφαιρσεις ἀπὸ τὸν ἥλιο τὴν λαμαργη ἀστρονομα
δὲν εἶναι πιτερος ἀπὸ μιὰ πυγολαμπδα ποὺ διαστλλει
τὴν κνηση μσ᾿ στὸ ἄναυδο σκοτδι.
Δὲν ἔχει πσιμη σημασα νὰ σταλξουμε
τσιγγονικες ἀλθειες καὶ σταγονδια βεβαιτητας
δὲν ἔχει οὔτε μιὰ πρωτοτυπα ἡ ξεμυαλστρα ἡ ἐξυπνδα
πρωττυπος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ δικζει τὶς λξεις
ἐκεῖνος ποὺ βζει ποινὲς ὁλονα στὰ δχτυλ του
τὴν ὥρα ποὺ σρνουν ἔρημα τὴν ἄλαλη πνα.
Δὲν ἔχει μητρτητα ὁ ἴλιγγος
δὲν ἔχει πατρτητα ἡ νχτα.
Μλησα κι ἄλλοτε γι᾿ αὐτὰ τὰ χαρτνια.
Οἱ σκοτεινο μας σντροφοι: οἱ ἄκρες καὶ τὰ μκρη
μὲ τοῦ κκλου τ᾿ ἄγρια δῶρα μᾶς κοροιδεουν.
Ἔχοντας πιὰ ξεπσει ὁ γροντας Εὐκλεδης
εἶν᾿ ἀπβλητο τὸ μῆκος ὡς πρξη τοῦ σμπαντος
καὶ τὸ ὕψος ἀνερετη μελῳδα στὰ πλτη...
Τρβηξα τὴν σκονισμνη αἰωνιτητα σὰν κουρτνα
μὲ τση εὐκολα καὶ τ ῾χασα βλποντας
τὸ λγνο τποτα τῆς ἀναφρδιτης καμπλης!
Ὁ ἄγγελος ττε τοῦ ἔαρς μου φναξε: -Μὴ στενεεις,
ἁγαζε μονχα, μὴ σκοπεεις, κι ἀπ᾿ τὸ μειλχιο
δαιμνιο τῆς ἀγπης πιὸ πρ᾿ ἀκμη τρβα κι ἂς εἶπες
θὰ κομματισω τὸν κσμο γιὰ νὰ ματισω
τὴ δναμη τῆς ἀλθειας.
Ἔλα, λυτρσου τρα κι ἀπ᾿ τοῦ ἐρωτματος τὴν ἔλλειψη
νὰ γνεις ὀμορφτερος νὰ μενεις ὄντως μνος...

M' Αρπζει Απ' Το Λαιμ

Πεση, μ' αρπζει απ'το λαιμ
σ' αρπζει απ'το λαιμ
κι ας μη το ζτησε κανες

Υπο πεση, μια πλη υπο κατασκευ,
τη πυρπολε

Την οικογνεια στα δυο χωρζει
Τους ανθρπους
στους δρμους ξω τους βγζει.


Και εναι εντξει.
Εναι ο τρμος του να ξρεις
ποι το νημα σων γνονται στον κσμο

που βλπεις φλους καλος
να ουρλιζουν:  "Αφστε με να βγω"

Προσεχομαι στε το αριο
να με βρει ανεβασμνο

Πεση που στους ανθρπους ασκεται,
ανθρπους που εναι ξω στο δρμο.


Τριγρω βολοδρνω,
τα μυαλ μου στο πτωμα κλωτσω

Εναι απ τις μρες αυτς που ποτ δεν βρχει,
αλλ μας πνγουνε.

νθρωποι στους δρμους,
νθρωποι στους δρμους.


Εναι ο τρμος του να ξρεις
ποι το νημα σων γνονται στον κσμο

που βλπεις φλους καλος
να ουρλιζουν " Αφστε με να βγω"

Προσεχομαι στε το αριο να με ανεβσει,
να με ανεβσει, να με ανεβσει

Πεση που στους ανθρπους ασκεται,
ανθρπους που εναι ξω στο δρμο.


Την πλτη μου γρισα σε λα,
σαν νας ντρας τυφλς

κθισα σε να φρχτη,
αλλ δεν πιασε οτε αυτ

ρχομαι προσφροντας αγπη
αλλ εναι τσο κουρελιασμνη

Γιατ, γιατ, γιατ;
Αγπη.

Σαρδνια γλια υπ πεση,
λυγζουμε

Στον εαυτ μας μια ακμη ευκαιρα,
γιατ δεν δνουμε;

Γιατ δεν δνουμε στην αγπη
ακμη μια ευκαιρα;

Γιατ δεν μπορομε να δσουμε αγπη,
να δσουμε αγπη, να δσουμε αγπη,
να δσουμε αγπη, να δσουμε αγπη;

Γιατ εναι η αγπη κατιτς ξεπερασμνο
Και η αγπη σε προκαλε να νοιαστες,
γι' αυτος που κρμονται
στην κρη της νχτας

Και η αγπη σε προκαλε,
τρπο να νοιζεσαι για μας
λλο να βρεις

Και εναι αυτς
ο τελευταος χορς.


Ιδο εμες υπο πεση,
υπ πεση, υπ πεση...

Κτι Παρξενο

Κτι παρξενο
συμβανει στο δωμτι μου,
σαν πσει η νχτα.
να πουλ ολξαφνο,
με φτερουγσματα
που μαχαιρνουν τον αρα,
εισορμ κι στερα πλι
ησυχα επικρατε.
Ποτ μου δεν ετλμησα
το φως ν' ανοξω
και πντα λω
τι ν’ ναι το αλξαφνο πουλ,
τι πτρωμα να χει,
πς ραγε να συγκινε η μορφ του…
Πντως, ταν ξυπν
μες στης αυγς το σκοντημα
δεν εμαι παρ μνος στο δωμτιο
σωματικ στερεωμνος απ τον πνο
πιο γνριμος του θαντου απ χτες
εν η ψυχ προσμνει
το καινοργιο μνυμα του λιου,
πως πντα.

μως,
τι ν’ ναι το πουλ που ξαφνικ
σαν ερχομς πνος μσα στο πνεμα
σφζει την ησυχα του δωματου μου
και το αισθνομαι κοντ μου;
Ποτ νομζω δε θα μθω
κι σως, να εναι το πουλ αυτ,
λο το μυστικ εδ πρα.

     Στον Ουρανὸ

Στον ουρανὸ οι δυναττητες
εναι μνο συναρπαστικς.
Καθὼς κρεμμουνα στον αρα
κρατημνος απὸ να κτασπρο σννεφο
σε μυθικὴ οθνη της φαντασας
παρατηροσα τις τιμὲς
των στοιχεων του αματς μου
κι κουγα μα εκθαμβωτικὴ μουσικὴ πρξη
σχεδὸν εξωανθρπινη
πρoς τ᾿ αριστερὰ στο γεωγραφικὸ χρτη
στο σημεο που βρσκεται το βουνὸ Τρμος
τυλιγμνο πντοτε μ᾿αστραπὲς
και κπαγλες καταιγδες.
Εκε ανβηκα μα φορ.
Εκε πρωτκουσα το τραγοδι
που λεγε ανκουμε στα νερ.
Κι απ᾿την λλη λαμπε ο Εκκλησιαστς.
Απὸ καιρὸ γνριζα πως το αμα
περιχει λο το μυστριο
που δνεται με σημδια
στον ανθρπινο νου και πλρη ασυνχεια.
Μπως η κυκλοφορα;
διερωτθηκε ο λαμπρὸς. Και αιφνιδως
ρθε στο μυαλ μου ο Λεονρντο
που ξερε θεσπσιες ειδσεις απ᾿ το σμα.

  σμα Μικρ

Χθηκε αυτς ο οδοιπρος.
Εχε συνξει λγα φλλα
να κλαδ γεμτο φως
εχε πονσει.
Και τρα χθηκε…
Αγγζοντας αληθιν
πουλι στο ρεβος

αγγζει νους ουρανος
η προσευχ του μχη.
αρ μικρ αρ βαθ αρ
συντετριμμνο.


 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers