...στο σκοτάδι, στην ανυπαρξία, στη σοβαροφάνεια... στη πατρίδα...
Βιογραφικό
Ο Σάμιουελ Μπέκετ γεννήθηκε μια Μεγάλη Παρασκευή, στις 13 Απρίλη 1906 στο Φοξρόκ (Foxrock), νότια του Δουβλίνου, στην Ιρλανδία. Από το 1937 ζει στο Παρίσι κι εκεί πεθαίνει στις 22 Δεκέμβρη 1989. Όπως κι ο Μπέρναρ Σω ή ο Όσκαρ Ουάιλντ, προερχόταν από προτεσταντικήν οικογένεια μεσαίας τάξης, συνεπώς η ανατροφή του ήτανε σχεδόν ενός κουάκερου, όπως είχε πει κάποτε κι ο ίδιος σε μια του συνέντευξη. Ειπώθηκεν έτσι, πως η μόνιμη ενασχόλησή του με το πρόβλημα του είναι και της ταυτότητας του εαυτού, μπορεί να προέρχεται από την ανάγκη ενός Αγγλο-Iρλανδού να βρει τη δική του απάντηση στο ερώτημα: «Ποιός είμαι;»
Μετά από μιαν ιδιαιτέρως επιτυχημένη περίοδο πρώτων σπουδών, που αντίθετα με τις εντυπώσεις που δημιουργούνε τα γραπτά του, διακρίθηκεν όχι μόνο στα μαθήματά του, αλλά και στις κοινωνικές εκδηλώσεις και τα τυπικά βρετανικά παιχνίδια. Τελείωσε το Κολέγιο Τρίνιτι στο Δουβλίνο, το 1927 και γνώριζε ήδη Γαλλικά κι Ιταλικά. Η επιτυχία του άνοιξε τις πόρτες για να διδάξει στη Γαλλία, στην Εκόλ Νορμάλ (École Normale Supérieure), που έφτασε το 1928, εγκαινιάζοντας τη μακρόχρονη σχέση του με το Παρίσι.
Εκεί συνδέθηκε με τον Τζέημς Τζόις (James Joyce) με στενή αλλά κι εύθραυστη φιλία, συγγραφέα που τότε βρισκόταν αυτοεξόριστος στο Παρίσι κι ήταν ήδη διάσημος για τον περίφημο "Οδυσσέα" του και γρήγορα έγινε μέλος του στενού κύκλου του. Η επίδρασή του, στάθηκε σημαντική γι' αυτόν, μάλιστα δε, θεωρείται πως από κείνον έμαθε να χρησιμοποιεί τη σιωπή ως όπλο ενάντια σε κρίσιμες επιθέσεις. Ο συμπατριώτης του ποιητής και κριτικός Thomas MacGreevy, που 'χε προηγηθεί στη θέση του λέκτορα των αγγλικών στην École Νormale κι ήταν δημοφιλής μεταξύ της παρισινής πρωτοπορίας της δεκαετίας του '20, τον εισήγαγε στον κύκλο φίλων του, ο οποίος περιελάμβανε, μεταξύ άλλων, τους J. Joyce, Richard Aldington, και τη Nancy Cunard. Το 1929 δημοσίευσε στο επαναστατικό λογοτεχνικό περιοδικό TRANSITION, ένα δοκίμιό του με τίτλο "Δάντης...Μπρούνο...Βίκο...Τζόις" (Dante... Bruno...Vico... Joyce).
Το 1930 είναι Λέκτορας Γαλλικών στο Trinity College, στο Δουβλίνο. Κερδίζει το πρώτο του λογοτεχνικό βραβείο για το ποίημά του, "Whoroscope", όπου κυριαρχούν οι ιδέες του Γάλλου φιλόσοφου René Descartes σχετικά με τα θέματα χρόνου και παροδικότητας της ζωής. Το ποίημα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις THE HOURS PRESS στο Παρίσι, σ' 100 αντίτυπα. 'Αλλη σημαντική επιρροή μετά την Ιρλανδία και τον Τζόις ήταν ο Προυστ (Marcel Proust), για το έργο του ο Μπέκετ έγραψε ένα δοκίμιο το 1931, παραγγελία ενός άγγλου εκδότη (από τις εκδόσεις Chatto & Windus). Στο δοκίμιο αυτό βρίσκονται ήδη διατυπωμένες ορισμένες από τις σκέψεις του που αναγνωρίζονται στα επόμενα έργα του, όπως π.χ. για τη τέχνη και τον καλλιτέχνη, για τον οποίο «η μόνη δυνατή πνευματική ανάπτυξη έχει να κάνει με την έννοια του βάθους... και η τέχνη είναι η αποθέωση της μοναξιάς. Δεν υπάρχει επικοινωνία γιατί δεν υπάρχει όχημα γι' αυτήν». Μεταφράστηκε και παρουσιάστηκε και στα γαλλικά από την Edith Fournier (εκδ. Minuit, 1990). Ουσιαστικά ήταν η πρώτη απόπειρα να κωδικοποιήσει τις λογοτεχνικές απόψεις του.
Αυτή η στάση άρχισε να γίνεται λίγον αργότερα εμφανής και στη ζωή του, καθώς γρήγορα εγκατέλειψε την επιτυχημένη του καριέρα στο Τρίνιτι. Ακολούθησαν τα χρόνια της περιπλάνησης με γράψιμο ποιημάτων και διηγημάτων, περίεργες δουλειές και ταξίδια από το Λονδίνο στο Παρίσι κι από κει στη Γαλλία και τη Γερμανία. Το 1938 εγκαθίσταται οριστικά στο Παρίσι. Μια μέρα δέχτηκε ληστρική επίθεση από έναν αλήτη, που τελικά τον μαχαίρωσε. Λόγω της σοβαρότητας της κατάστασής του, μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο. Όταν κάποια στιγμή, αργότερα, στα σκαλοπάτια του δικαστηρίου συνάντησε τον παραλίγο δολοφόνο του και τον ρώτησε για ποιό λόγο του επιτέθηκε, κείνος απάντησε: -«Δε ξέρω, κύριε!» Στο νοσοκομείο τον επισκεπτόταν πολύ συχνά η Σουζάν Ντεσεβό-Ντιμενίλ (Suzanne Deschevaux-Dumesnil), με την οποία γνωρίζονταν από τη πρώτη περίοδο διαμονής του κει και που τελικά έγινε γυναίκα του. Δημοσίευσε το μυθιστόρημα "Murphy".
Όταν ξέσπασε ο Β' Παγκ. Πολ., έμεινε στο Παρίσι και μετά την ήττα του γαλλικού στρατού πέρασε στην αντίσταση. Συνεργάστηκε με αντιστασιακές ομάδες (δουλεύοντας σαν «ταχυδρόμος», μεταφέροντας ή γράφοντας μηνύματα) εναντίον των Γερμανών κατακτητών. Στις αντιστασιακές ομάδες ο Péron, που υπήρξε φίλος του από τα σπουδαστικά χρόνια στο Trinity College, ήταν εκείνος που τον στρατολόγησε. Δε χρειάστηκε πολύ για να πειστεί, αφού κατά τη περίοδο της παραμονής του στη Γερμανία, τη 10ετία του '30 είχε παρακολουθήσει μ' αποστροφή την άνοδο του ναζισμού. Είχε αναγνωρίσει τη φυλετική έχθρα που έκρυβε στις ρίζες του ο εθνικοσοσιαλισμός κι είχε επισημάνει από πρώτο χέρι τον αντίκτυπο του αντισημιτισμού στους καλλιτέχνες που συνάντησε στο Αμβούργο, που διώχθηκαν απλά και μόνον επειδή δεν ήσαν 'Αρειοι! Αλλά και στο Παρίσι ένιωσε τη φρίκη των χιτλερικών, κυρίως βλέποντας το έδαφος να φεύγει από τα πόδια του με το χαμό φίλων του που συλλαμβάνονταν και στέλνονταν στα στρατόπεδα, είτε εκτελούνταν. Όταν οι Γερμανοί συνέλαβαν κι «εξαφάνισαν» τον Πολ Λεόν, που ήτανε και φίλος του Joyce και διετέλεσε και γραμματέας του, ο Μπέκετ θεώρησε ότι δε μπορούσε να μένει ουδέτερος.
Μέχρι το 1942 έμεινε στο Παρίσι όταν η δράση της ομάδας στην οποία συμμετείχε, προδόθηκε από ένα καθολικό ιερέα κι έτσι κάποιοι από τους συντρόφους του συνελήφθησαν. Ο Μπέκετ με τη Σουζάν αναγκάστηκαν να περάσουν στην ελεύθερη ζώνη, στη νότια Γαλλία, στην ελεύθερη ζώνη με την Ισπανία, διαφεύγοντας τη σύλληψη για 10 λεπτά. Κατευθύνθηκαν πεζοπορώντας σ' ένα μικρό χωριό, στη Roussillon. Στη διάρκεια των 2 ετών παραμονής του εκεί, όπου εργάστηκε κάνοντας αγροτικές δουλειές, στη μεγάλη ένδεια και κάποια δυσκολία, μέχρι το τέλος του πολέμου, βοήθησε τους Μακί σε σαμποτάζ εναντίον του γερμανικού στρατού στα βουνά του Vaucluse.
Για την αντιστασιακή του δράση του απονεμήθηκε από τον Στρατηγό Charles de Gaulle ο Σταυρός Του Πολέμου (Croix de Guerre) και το Μετάλλιο Της Αντίστασης (Medaille de la Resistance). Στη συμμετοχή του στην αντίσταση παραπέμπει ο Ίγκλετον για να δείξει πως ανεξάρτητα από τον αφηρημένο χαρακτήρα του έργου του, ο συγγραφέας είχε ενεργό δράση και μάλιστα στον χώρο της αριστεράς. Τονίζει μάλιστα πως στη πραγματικότητα το έργο του εμφανίζει μιαν ορισμένη μορφή ρεαλισμού που το καθιστά ικανό να υπηρετεί καλύτερα την υπόθεση της ανθρώπινης χειραφέτησης, σε σχέση με τις ουτοπίες που βλέπουν προς τα άστρα. Μετά τη λήξη του πολέμου, από το 1945, αρχίζει να γράφει μόνο στα γαλλικά.
Σε μια περίοδο έντονης δημιουργικότητας (1946-47) έγραψε το πρώτο του (3πρακτο) έργο για 17 πρόσωπα, με τον ελληνικό τίτλο "Eλευθερία" (Eleutheria), που αποτυπώνει και τη προσωπική του αναζήτηση της ελευθερίας (εκδ. Minuit, Παρίσι, 1995, μετ. αγγλ. από τον Michael Brodsky). Κάποια στιγμή ο Jean Vilar επιδίωξε να το ανεβάσει, αλλά προσέκρουσε στην άρνησή του να υπάρξει σύμπτυξη του έργου. Στις αρχές του 1951 δημοσίευσε το "Μολόι" (Molloy), 7 μόλις μήνες αργότερα, ακολούθησε "Ο Μαλόουν Πεθαίνει" (Malone Meurt) και μετά 2 χρόνια ο "Ακατονόμαστος" (The Unnamable στ' αγγλ. και L' Innommable γαλλ.). Πρόκειται για τα τρία αφηγήματα της περίφημης τριλογίας του που κι ο ίδιος θεωρούσε ως εξαιρετική στιγμή της πεζογραφικής του παραγωγής.
Στις 5 Γενάρη 1953 ανέβηκε στο Παρίσι στο Théâtre de Babylone, το έργο "Περιμένοντας Τον Γκοντό", σε σκηνοθεσία του Roger Blin, στον οποίο είχε δώσει το κείμενο του έργου ο Τριστάν Τζαρά που ήταν θαυμαστής του Μπέκετ. Ο σκηνοθέτης ερμήνευσε τον Πότζο και τους άλλους ρόλους έπαιξαν: Εστραγκόν ο Pierre Latour, Βλαντιμίρ ο Lucien Raimbourg, Λάκι ο Jean Martin, Αγόρι ο Serge Lecointe. Σύμφωνα με μια μαρτυρία της Ruby Cohn, ο Roger Blin είχε πει πως η ιδανική διανομή θα 'πρεπε να περιλαμβάνει τον Charlie Chaplin (Βλαντιμίρ), τον Buster Keaton (Εστραγκόν) και τον Charles Laughton (Πότζο)!
Το έργο "Το Τέλος Του Παιχνιδιού" παρουσιάστηκε τη 1η Απρίλη 1957, στο θέατρο Royal Court του Λονδίνου, σε σκηνοθεσία Roger Blin, ο οποίος ερμήνευσε τον Χαμ και τους άλλους ρόλους ερμήνευσαν οι Jean Martin (Κλοβ), Georges Adet (Ναγκ) και Χριστίνα Τσίγκου (Νελ). Τον ίδιο μήνα παρουσιάστηκε και στο Studio des Samps Elysées στο Παρίσι, με την ίδια διανομή, μόνο που το ρόλο της Νελ ερμήνευσε η Germaine de France. "H Τελευταία Μαγνητοταινία Του Κραπ" (Krapp's Last Tape, γαλλ. μετ. La Dernière Bande) -το μονόπρακτο αυτό έργο- γράφτηκε το 1958 και πρωτοπαίχτηκε στις 28 Οκτώβρη του ίδιου χρόνου, στο Λονδίνο, στο θέατρο Royal Court (κοινό πρόγραμμα με το "Τέλος Του Παιχνιδιού"), σε σκηνοθεσία Donald McWhinnie, μ' ερμηνευτή τον Patrick Magee.
Στις 14 Γενάρη 1960, ο Alan Schneider μ' ερμηνευτή τον Donald Davis ανέβασε το έργο στο Provincetown Playhouse της Νέας Υόρκης, στις 12 Σεπτέμβρη 1961 στο θέατρο East End, (Νέα Υόρκη) και στις 8 Ιουνίου 1965 στο θέατρο Cherry Lane με τον George Bartenieff. Μεταφράστηκε στα γερμανικά με τον τίτλο Das Letzte Band και στις 5 Οκτώβρη 1969 παίχτηκε στο Θέατρο Schiller, στο Βερολίνο, σε σκηνοθεσία του ίδιου του Μπέκετ μ' ερμηνευτή τον Martin Held.
Η Ρουθ Γουάιτ έκανε μιαν επιτυχημένη ερμηνεία το 1961 στη Νέα Υόρκη στη 1η παρουσίαση του έργου στην αγγλική γλώσσα (17 Σεπτέμβρη 1961, 28 παραστάσεις), στο θέατρο Cherry Lane, σε σκηνοθεσία του Alan Schneider με τον John C. Becher (Γουίλι). Η Ruth White κέρδισε πολλά βραβεία κι επαίνους για την ερμηνεία της και στο θέατρο Billy Rose (12/10/1968-26/10/1968) με τους Wyman Pendleton (Γουίλι) και Sada Thompson (Γουίνι). Στη 1η παρουσίαση του έργου στο Παρίσι, το 1963, η Madeleine Renaud πέτυχεν επίσης μια δυνατή ερμηνεία κι η προσωπικότητά της καθιέρωσε μιαν εξαιρετική Γουίνι. Η γαλλίδα ηθοποιός μετέτρεψε το ρόλο σε κατόρθωμα υποκριτικής τέχνης κι από τότε περιόδευσε στις ΗΠΑ παίζοντας το ρόλο της στα γαλλικά.
Το 1969 του απονεμήθηκε το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Αρνήθηκε να πάει στη Σουηδία να το παραλάβει κι ούτε επέτρεψε στον Ιρλανδό Πρέσβυ να το παραλάβει αντ' αυτού. Απλώς έστειλε τον εκδότη του, Jérôme Lindon, να παραλάβει το βραβείο κι εκείνος έκανε ταξίδι στη Τυνησία. Το βραβείο συνοδεύτηκε κι από το ποσό των 73.000 δολαρίων, το οποίο σε μεγάλο μέρος ξοδεύτηκε από τον Μπέκετ στην οικονομική στήριξη φίλων του και νέων πνευματικών δημιουργών. Ίσως ήταν μια καλή στιγμή για την 18μελή Σουηδική Ακαδημία η επιλογή ενός καθαρόαιμου ανθρώπου της λογοτεχνίας, αφού στο παρελθόν αρκετές φορές η επιλογή του νικητή υπαγορεύτηκε περισσότερο από γεωγραφικά, πολιτικά και θρησκευτικά κριτήρια παρά από λογοτεχνικά. Ήταν ο 2ος Ιρλανδός που έπαιρνε Νόμπελ, μετά τον ποιητή William Butler Yeats (1923). Ο επίσης Ιρλανδός George Bernard Shaw είχε τιμηθεί με το βραβείο ως Βρετανός. Πάντως, η Ακαδημία δέχεται πως τιμάται η χώρα που κατοικεί κι εργάζεται ο τιμώμενος, συνεπώς ο Μπέκετ που εγκαταστάθηκε στη Γαλλία από το 1937 κι έγραψε τα περισσότερα έργα του στα γαλλικά, μάλλον ως Γάλλος τιμήθηκε.
Το συγγραφικό έργο του, ένα έργο ιδιαίτερα πλούσιο, αποτελείται από ποιήματα, πεζά (διηγήματα και μυθιστορήματα) και θεατρικά έργα, τα σημαντικότερα από τα οποία γράφτηκαν στις 10ετίες του '50 και του '60. 'Αλλο έργο του επίσης είναι κα το "Πώς Είναι" που γράφτηκε στα γαλλικά. Ιδιαίτερα τα θεατρικά, που από τη 10ετία του '50 συνδέθηκαν με το Θέατρο Του Παραλόγου, του δώσανε παγκόσμια φήμη κι το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1969, αλλά και πριν, το 1961, είχε βραβευτεί με το Διεθνές Βραβείο Εκδοτών στο Φορμεντόρ της Ισπανίας. Θεωρείται ο μεγαλύτερος θεατρικός συγγραφέας του 20ού αι. κι επηρέασε όσο κανείς άλλος όλη τη σύγχρονη λογοτεχνία. Τίποτα δεν είναι ίδιο μετά απ' αυτόν. Ο ίδιος είχε πει όταν ήταν νέος ακόμα πως "Ο συγγραφέας της εποχής μας πρέπει να εφεύρει μια γλώσσα που να εμπεριέχει το χάος". Κι αυτό ακριβώς δημιούργησε. Δίγλωσσος συγγραφέας, έγραψε τόσο στ' αγγλικά όσο και στα γαλλικά.
Μπορεί να συνοψίσει κανείς πως το θέμα που τον απασχόλησε σ' όλη του τη ζωή είναι η ανημπόρια, η άγνοια κι η αδυναμία του ανθρώπου. Στα έργα του είναι διάχυτος ο μηδενισμός, η ματαιότητα και το πνευματικόν αδιέξοδο. Το τυπικό όμως χαρακτηριστικό του είναι το παράλογο. Τα πρόσωπα που δημιουργεί φαίνονται να 'ναι τα τελευταία μιας κοινωνίας που καταρρέει ή μάλλον αυτοί που επιζήσαν από ένα καταστροφικό, συναισθηματικό και πνευματικό κατακλυσμό. Φαρμακερό χιούμορ σε συνδυασμό με παράξενο και παγερό λυρισμό, συναντά κανείς στα έργα του.
Μαζί με τον Ευγένιο Ιονέσκο και τον Αρτούρ Ανταμόφ, θεωρείται ως ο κύριος εκπρόσωπος του πρωτοποριακού θεάτρου μετά τον Β' Παγκ. Πολ. Στα έργα του, σταδιακά, η έστω και μικρή φανταστική πλοκή, μετουσιωνέται με τη πάροδο των ετών σε καθαρό μονόλογο, για να τονε συντρίψει κι αυτόν μέχρις ασυναρτησίας, στο μεταγενέστερο έργο του "Πώς Είναι".

Σκίτσο για το Θέατρο Του Παραλόγου & μια αστεία φωτό του για τον ίδιο λόγο
Στις 22 Δεκέμβρη 1989 ο Σάμιουελ Μπέκετ πέθανε, σ' ηλικία 83 ετών και τάφηκε στο νεκροταφείο του Μονπαρνάς στο Παρίσι. Στις 17 Ιουλίου του ίδιου χρόνου είχε πεθάνει η Σουζάν Ντεσεβό-Ντιμενίλ.

το σπίτι του στη Γαλλία κι η τελευταία του κατοικία στο Μονπαρνάς
-----------------------------------------------------------------------
Διωγμένος
Τα σκαλοπάτια δεν ήταν πολλά. Τα είχα μετρήσει χιλιάδες φορές, ανεβαίνοντας ή κατεβαίνοντας, αλλά πόσα ήταν το μυαλό μου δεν το συγκρατούσε. Ποτέ δεν κατάλαβα αν πρέπει να πεις ένα, με το ένα πόδι στο πεζοδρόμιο, δυο όταν το άλλο πόδι πατά στο πρώτο σκαλοπάτι κι ούτω καθεξής ή μήπως το πεζοδρόμιο δε θα 'πρεπε να υπολογίζεται. Στο ίδιο δίλημμα σκόνταφτα και στο κεφαλόσκαλο. Κι από την αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή από τη κορφή προς τα κάτω, το ίδιο ήταν, η έκφραση υστερεί. Δεν ήξερα από που ν' αρχίσω και που να τελειώσω, αυτό ήταν το πρόβλημα. Κατέληξα λοιπόν σε τρεις εντελώς διαφορετικούς αριθμούς, χωρίς ποτέ να μάθω ποιος απ' όλους ήταν ο σωστός. Κι όταν λέω ότι δεν έχω συγκρατήσει τον αριθμό στο νου μου, θέλω να πω πως εκεί, στο νου μου, δε βρίσκεται πια κανείς από τους τρεις αριθμούς. Αν έπρεπε μάλιστα να βρω έναν απ' αυτούς, εκεί που είναι σίγουρο πως θα βρίσκονται, στο νου μου, θα τον έβρισκα, αλλά κείνο μόνο και δίχως να είμαι σε θέση από αυτόν να συναγάγω τους άλλους δυο. Αλλά και τους δυο να εντόπιζα, δε θα 'ξερα τον τρίτο. Όχι, για να τους ξέρω και τους τρεις, θα 'πρεπε, στο νου μου, να βρω και τους τρεις. Οι αναμνήσεις σε σκοτώνουν. Δεν πρέπει λοιπόν να σκέφτεσαι όσα αγαπάς ή μάλλον καλύτερα να τα σκέφτεσαι, ειδάλλως διατρέχεις τον κίνδυνο να τα βρεις, λίγο-λίγο, στο νου σου. Να τα σκέφτεσαι λοιπόν λίγο, πολλές φορές τη μέρα, κάθε μέρα, μέχρι να βουλιάξουνε για πάντα στο βούρκο. Είναι βασικό. 'Αλλωστε δεν έχει και μεγάλη σημασία πόσα είναι τελικά τα σκαλοπάτια. Σημασία έχει να θυμάσαι ότι δεν ήταν πολλά κι εγώ το θυμήθηκα. Δεν φαίνονταν πολλά ακόμα και στο παιδί, που 'ξερε κι άλλα σκαλοπάτια, που τα 'βλεπε καθημερινά, τ' ανέβαινε, τα κατέβαινε, έπαιζε κει κότσια ή άλλα παιχνίδια που θα ξεχνούσε τ' όνομά τους. Πώς θα 'πρεπε λοιπόν να φανούν στον άντρα που ανοικονόμητος ξεπετάχτηκε από κει μέσα; Συνεπώς το πέσιμο δεν ήταν σοβαρό. 'Ακουσα πέφτοντας τη πόρτα να κλείνει με πάταγο κι ενώ ακόμα έπεφτα, αισθάνθηκα ανακουφισμένος. Γιατί τούτο σήμαινε πως δε τρέχανε ξοπίσω μου με μπαστούνι να με ξυλοκοπήσουν στη μέση του δρόμου και μπρος στον κόσμο. Αν τέτοια ήταν η πρόθεσή τους, δεν θα 'χανε κλείσει τη πόρτα, θα την άφηναν ανοιχτή, ώστε ν' απολαύσουν τη τιμωρία μου όσοι είχανε συγκεντρωθεί στο διάδρομο, να τους γίνει ίσως και μάθημα. Τούτη τη φορά αρκέστηκαν να με διώξουνε με τις κλωτσιές και τίποτα παραπάνω. Μέχρι να προσγειωθώ στο χαντάκι, είχα τον χρόνο να ολοκληρώσω τούτο τον συλλογισμό. Υπ' αυτές τις συνθήκες τίποτα δεν με υποχρέωνε να σηκωθώ αμέσως. Στήριξα τον αγκώνα στο πεζοδρόμιο, είναι αστείο τι θυμάται κανείς, έγειρα το αφτί στη παλάμη κι άρχισα ν' αναλογίζομαι τη κατάστασή μου, οικεία ωστόσο. Ο ήχος όμως, αμυδρός αλλ' αλάνθαστος, της πόρτας που 'κλεινε και πάλι, μ' έβγαλε από τη ρέμβη μου, όπου ήδη ένα ολόκληρο τοπίο έπαιρνε μορφή, με λευκάκανθα κι άγρια τριαντάφυλλα, του ονείρου, όλο χάρη, κοίταξα προς τα πάνω αλαφιασμένος, τα χέρια στο πεζοδρόμιο και τα πόδια έτοιμα να κάνουν φτερά. Ήταν μονάχα το καπέλο μου που, διαγράφοντας κύκλους στον αέρα, ερχόταν καταπάνω μου. Το έπιασα και το φόρεσα. Για το Θεό που πίστευαν ήταν απόλυτα σωστοί, θα μπορούσαν να το είχαν κρατήσει, αλλά το καπέλο δεν ήταν δικό τους, δικό μου ήταν, κι έτσι μου το έδωσαν. Η μαγεία όμως είχε χαθεί. Το καπέλο πώς να το περιγράψω; Και γιατί; Όταν το κεφάλι μου απέκτησε δεν θα έλεγα τις οριστικές αλλά τις μέγιστες δυνατές διαστάσεις, ο πατέρας μού είπε, Έλα, γιε μου, θ' αγοράσουμε το καπέλο σου, λες κι εκείνο προϋπήρχε, σε τόπο προκαθορισμένο, ανέκαθεν. Προχώρησε κατευθείαν προς το καπέλο. Εμένα δεν μου 'πεφτε λόγος, ούτε του καπελά. Έχω συχνά αναρωτηθεί μήπως ο πατέρας ήθελε να με ταπεινώσει, μήπως ζήλευε που ήμουν νέος και ωραίος, φρέσκος τουλάχιστον, σε αντίθεση με κείνον που 'ταν ήδη μεγάλος, με πρόσωπο κόκκινο και πρησμένο. Από κείνη τη μέρα μου απαγορεύτηκε να βγαίνω έξω χωρίς καπέλο, ν' ανακατεύει ο αέρας τα όμορφα καστανά μαλλάκια μου. Το 'βγαζα καμιά φορά σε δρόμους έρημους και το κρατούσα στο χέρι, αν και έτρεμε το φυλλοκάρδι μου. Όφειλα να το βουρτσίζω καθημερινά, πρωί απόγευμα. Τ' αγόρια της ηλικίας μου, που 'χα πότε-πότε την υποχρέωση να συγχρωτίζομαι, με κορόιδευαν. Έλεγα όμως στον εαυτό μου δεν είναι στ' αλήθεια το καπέλο που τους φταίει, κάνουνε πλάκα με το καπέλο επειδή είναι λίγο πιο φανταχτερό από τα υπόλοιπά μου, άλλωστε δεν διακρίνονται και για τη φινέτσα τους. Πάντα μου προκαλούσε κατάπληξη η έλλειψη φινέτσας των συνομηλίκων μου, σε μένα που η ψυχή νυχθημερόν παράδερνε αναζητώντας τον εαυτό της. Ίσως και να 'ταν απλώς ευγενείς, όπως εκείνοι που κάνουνε πλάκα με τη μύτη του καμπούρη. Όταν ο πατέρας πέθανε θα μπορούσα να 'χα απαλλαγεί από το καπέλο, τίποτα δε μ' εμπόδιζε, δεν το 'κανα. Να το περιγράψω, αλλά πώς; Κάποια άλλη φορά, κάποια άλλη φορά. Σηκώθηκα και ξεκίνησα. Ξεχνώ πόσων χρόνων ήμουν. Απ' όσα μου είχαν μόλις συμβεί, τίποτα δεν άξιζε να γίνει ανάμνηση. Μήτε κοιτίδα, μήτε μνήμα, για οτιδήποτε. Ή μάλλον τόσες άλλες κοιτίδες, τόσα άλλα μνήματα, που τα έχω χαμένα. Δεν θα ήταν πάντως υπερβολή να πω ότι βρισκόμουν στο άνθος της ηλικίας μου, είχα όλες μου τις δυνάμεις, κάπως έτσι θαρρώ το λένε. Ω, ναι, τις είχα. Διέσχισα τον δρόμο, και στράφηκα να δω το σπίτι που μ' έδιωξε, εγώ που ουδέποτε κοιτούσα πίσω όταν έφευγα. Πόσο όμορφο ήταν! Γεράνια στα παράθυρα. Έχω εντρυφήσει στα γεράνια. Είναι ζόρικα, όμως τελικά κατάφερα να τα κουμαντάρω, θαύμαζα πάντα την πόρτα του σπιτιού, ψηλά, στην κορυφή της μικρής σκάλας. Να την περιγράψω. Αλλά πώς; Πόρτα πράσινη, συμπαγής, από πάνω της κάτι σαν στέγαστρο το καλοκαίρι με άσπρες και πράσινες ρίγες, μια τρύπα για το θορυβώδες σφυρηλατημένο μάνταλο, και μια χαραμάδα για τις επιστολές, ένα μπρούντζινο καπάκι στερεωμένο στις άκρες με ελατήρια την προστάτευε από τη σκόνη, τις μύγες και τα πουλάκια. Αρκετά με την περιγραφή. Δεξιά κι αριστερά από την πόρτα δυό κολονάκια ίδιου χρώματος, στο δεξί ήταν το κουδούνι. Κουρτίνες συμβατικού γούστου. Ακόμα και ο καπνός που υψωνόταν από την καμινάδα έμοιαζε πριν διαλυθεί πιο μελαγχολικός και μπλάβος από των γειτόνων. Κοίταξα το τρίτο και τελευταίο πάτωμα κι είδα -εξωφρενικό!- το παράθυρό μου ορθάνοιχτο. Επιχείρηση γενικής καθαριότητας ήταν σε εξέλιξη. Σε λίγες ώρες θα έκλειναν το παράθυρο, θα τραβούσαν τις κουρτίνες και θα ψέκαζαν όλο το μέρος μ' απολυμαντικό. Τους ήξερα. Με πόση ευχαρίστηση θα πέθαινα σε κείνο το σπίτι. Σαν σε παραίσθηση είδα την πόρτα να ανοίγει και τα πόδια μου να βγαίνουν έξω. Ήξερα ότι δεν θα κατασκόπευαν πίσω απότις κουρτίνες, αν το 'θελαν, θα το είχαν κάνει, έτσι δεν φοβόμουν να κοιτάξω. Τους ήξερα. Είχαν επιστρέψει στη φωλιά τους, και καταγίνονταν με τις ασχολίες τους. Να τους είχα φταίξει σε κάτι. Την πόλη δεν τη γνώριζα καλά, εκεί γεννήθηκα, εκεί έκανα τα πρώτα μου βήματα, έπειτα όλα τα επόμενα, τόσα, που θεώρησα ότι κάθε ίχνος μου είχε χαθεί, λάθος. Έβγαινα τόσο λίγο! Μία στις τόσες θα πήγαινα ως το παράθυρο και τραβώντας τις κουρτίνες κοίταζα έξω. Όμως επέστρεφα βιαστικά στο βάθος του δωματίου, στο κρεβάτι μου. Ένιωθα δυσφορία με τόσο αέρα τριγύρω μου, μου φέρνανε σύγχυση τόσες προοπτικές, Πάντως την εποχή εκείνη ήξερα ακόμα πώς να συμπεριφερθώ όταν ήταν απολύτως αναγκαίο. Κοίταξα όμως πρώτα τον ουρανό, εκεί απ' όπου κάθε βοήθεια, εκεί που δρόμοι δεν υπάρχουν, εκεί όπου ελεύθερα περιπλανιέσαι σαν σε έρημο, εκεί όπου το βλέμμα δεν σκοντάφτει πουθενά, όπου κι αν στραφεί, παρά μόνο πάνω στα ίδια του τα όρια. Νεότερος νόμιζα ότι η ζωή θα ήταν καλύτερη στο μέσο μιας πεδιάδας, πήγα λοιπόν στο ξέφωτο του Luneburg. Ξέφωτα υπήρχαν κι άλλα, πολύ πιο κοντινά, αλλά μια φωνή μού έλεγε διαρκώς, Είναι το πάρκο του Luneburg που χρειάζεσαι. Ίσως είχε να κάνει με το Lune. Όπως αποδείχτηκε πάντως, το ξέφωτο του Luneburg ήταν εντελώς απογοητευτικό. Επέστρεψα σπίτι απογοητευμένος αλλά ταυτόχρονα κι ανακουφισμένος. Ναι, δίχως να ξέρω το γιατί, την απογοήτευσή μου, που ήταν και συχνότερη παλιότερα, ακολουθούσε, το πολύ μ' ένα λεπτό διαφορά, ένα αίσθημα μεγάλης ανακούφισης. Ξεκίνησα. Βάδισμα και το δικό μου. Τα κάτω άκρα άκαμπτα, λες και η φύση μού είχε στερήσει τα γόνατα, τα πόδια, δεξί κι αριστερό, σε αφύσικη απόσταση το ένα απ' το άλλο, εκτός του άξονα βηματισμού. Αντιθέτως, ο κορμός, σαν ρυθμισμένος από αντισταθμιστικό μηχανισμό, να μοιάζει με σακούλα που δίχως σχήμα κλυδωνίζεται ανεξέλεγκτα, ακολουθώντας τους απρόβλεπτους κραδασμούς της λεκάνης. Προσπάθησα πολλές φορές να διορθώσω τα ελαττώματά μου, να λυγίσω τα γόνατα, να περπατήσω ευθυγραμμίζοντας το ένα πόδι πίσω από τ' άλλο, να κρατήσω ίσιο το στήθος, καθώς όμως είχα τουλάχιστον πέντε ή έξι, το αποτέλεσμα ήταν πάντα το ίδιο -έχανα την ισορροπία μου κι έπεφτα. Ένας άντρας πρέπει να βαδίζει δίχως να το σκέφτεται, όπως αναπνέει, κι όταν βάδιζα χωρίς να το σκέφτομαι, βάδιζα όπως ακριβώς περιέγραψα, κι όταν το σκεφτόμουν έφερνα εις πέρας μερικά βήματα αξιέπαινης εκτέλεσης και μετά έπεφτα. Αποφάσισα λοιπόν να είμαι ο εαυτός μου. Όσο για τη στάση, θαρρώ πως, εν μέρει τουλάχιστον, οφείλεται σε μια συγκεκριμένη κλίση από την οποία ποτέ δεν απαλλάχτηκα, άφησε το σημάδι της, όπως ήταν άλλωστε αναμενόμενο, την περίοδο που εντυπώνονται όλα αυτά που καθορίζουν τη διαμόρφωση του χαρακτήρα, αναφέρομαι στην περίοδο που εκτείνεται ως εκεί που φτάνει το μάτι, από τα πρώτα μπουσουλήματα πίσω από την καρέκλα μέχρι την Τρίτη βαθμίδα και την ολοκλήρωση των σπουδών μου. Τότε απέκτησα την αξιοθρήνητη συνήθεια να κυκλοφορώ ως το βράδυ με το παντελόνι κατουρημένο ή και χεσμένο ακόμα, αυτό συνέβαινε τακτικά κάθε πρωί μεταξύ δέκα και δέκα και μισή, και να επιμένω να τελειώσω έτσι τη μέρα μου, σαν να μη συνέβαινε τίποτα. Η ιδέα και μόνο ότι θ' άλλαζα παντελόνι, ή θα το εκμυστηρευόμουν στη μητέρα μου, που ένας θεός ξέρει πως μόνο να με βοηθήσει ήθελε, με τρέλαινε, το γιατί δεν το ξέρω, έτσι μέχρι την ώρα του ύπνου σερνόμουν με τους μικρούς μου μηρούς να βρωμούν και να συγκαίγονται, κολλώντας ως τον ποπό μου -αποτέλεσμα της ακράτειάς μου. Από εκεί λοιπόν ο επιφυλακτικός τρόπος βαδίσματος, με τα πόδια άκαμπτα και ανοιχτά, και το απελπιστικό πήγαιν' έλα του στέρνου, χωρίς αμφιβολία για να διώχνει τη βρώμα, να δίνει την εντύπωση πως ήμουν όλο χαρά και ευθυμία, ανέμελος, και να καθιστά αληθοφανείς τις εξηγήσεις μου για την ακαμψία των κάτω άκρων που απέδιδα σε κληρονομική ρευματοπάθεια. Σε τούτη την προσπάθεια ξοδεύτηκε ο νεανικός μου ενθουσιασμός, όσον διέθετα, έγινα πριν της ώρας μου πικρός και φιλύποπτος, ερωτεύτηκα το κρυφτούλι και τη στάση μου μπρούμυτα. 'Αθλιες νεανικές λύσεις, που δεν προσφέρουν καμία εξήγηση. Περιττές λοιπόν οι προφυλάξεις, αποφαινόμαστε δίχως φόβο, η ομίχλη δεν πρόκειται να διαλυθεί. Ο καιρός ήταν θαυμάσιος. Προχώρησα προς τα κάτω βαδίζοντας όσο το δυνατόν πιο κοντά στο πεζοδρόμιο. Και το πιο πλατύ πεζοδρόμιο δεν είναι ποτέ αρκετά πλατύ για μένα, όταν βρίσκομαι σε κίνηση, άλλωστε απεχθάνομαι να ενοχλώ όσους μου είναι άγνωστοι. Ένας αστυνομικός με σταμάτησε και είπε, ο δρόμος για τ' αυτοκίνητα, το πεζοδρόμιο για τους πεζούς. Σαν απόφθεγμα από την Παλαιά Διαθήκη. Ανέβηκα λοιπόν στο πεζοδρόμιο, έτοιμος να ζητήσω συγγνώμη, κι έμεινα εκεί, παρά το ανεκδιήγητο στριμωξίδι, κάνοντας τουλάχιστον είκοσι βήματα, ώσπου ρίχτηκα καταγής για να μη χτυπήσω ένα παιδί. Φορούσε, θυμάμαι, ένα μικρό λουρί με κουδουνάκια, μπορεί και να έπαιρνε τον εαυτό μου γι' αλογάκι, γιατί όχι. Ευχαρίστως θα το είχα συνθλίψει γιατί απεχθάνομαι τα παιδιά, χάρη θα του έκανα, φοβόμουν όμως τις συνέπειες. Καθένας είναι γονιός, κι έτσι δεν μπορείς να ελπίζεις. Θα έπρεπε στους πολυσύχναστους δρόμους να έχουν ειδικές λωρίδες γι'αυτά τα απαίσια μικρά πλάσματα, για τα καροτσάκια, τα τσέρκια, τα γλυκά, τα πατίνια, τα τροχοπέδιλα, τους παππούδες, τις γιαγιάδες, τις νταντάδες, τα μπαλόνια, τις μπάλες, με μια λέξη, για όλη τη σιχαμερή τους μικρή ευτυχία. Έπεσα λοιπόν συμπαρασύροντας και μια γριά σκεπασμένη με πούλιες και δαντέλες, θα ζύγιζε σίγουρα πάνω από εκατό κιλά. Έβαλε τις φωνές και μαζεύτηκε κόσμος. Ήλπιζα να είχε σπάσει τον μηρό της, οι ηλικιωμένες σπάνε εύκολα τους μηρούς τους, αν και όχι τόσο, όχι και τόσο. Εξαφανίστηκα μέσα στη γενική σύγχυση μουρμουρίζοντας ακατάληπτες βρισιές, σαν να ήμουν εγώ το θύμα, και ήμουν, μόνο που δεν θα μπορούσα να το αποδείξω. Τα παιδιά ή τα μωρά δεν τα λιντσάρουν ποτέ, ό,τι και αν κάνουν, εξ ορισμού θεωρούνται αθώα. Προσωπικά ευχαρίστως θα τα λιντσάριζα, δεν εννοώ ότι θα σήκωνα χέρι πάνω τους, όχι, βίαιος άνθρωπος δεν είμαι, θα ενθάρρυνα όμως άλλους να το κάνουν και στη συνέχεια θα τους κερνούσα ένα ποτό. 'Αρχισα πάλι να τρεκλίζω, όταν με σταμάτησε και δεύτερος αστυνομικός, ίδιος κι απαράλλαχτος με τον πρώτο, τόσο που αναρωτήθηκα μήπως ήταν όντως ο ίδιος. Μου υπέδειξε ότι το πεζοδρόμιο ήταν για όλους, λες κι ήταν αυτονόητο ότι εγώ δεν θα μπορούσα ν' ανήκω σ' αυτούς. Μήπως θα θέλατε, ρώτησα, δίχως να σκεφτώ ούτε στιγμή τον Ηράκλειτο, να κατεβώ στο ρείθρο; Κατεβείτε όπου θέλετε, είπε εκείνος, αφήστε όμως χώρο και για τους άλλους. Αν δε μπορείτε να κυκλοφορείτε όπως όλοι, είπε, προτιμότερο να μένετε σπίτι σας, άντε στο καλό. Είχε πετύχει διάνα. Κι ότι μου απέδωσε ένα σπίτι δεν ήταν μικρή ικανοποίηση. Εκείνη τη στιγμή πέρασε μια κηδεία, κάτι όχι ασυνήθιστο άλλωστε. Μεγάλη αναμπουμπούλα από καπέλα και ταυτοχρόνως αναταραχή από αμέτρητα δάχτυλα. Εγώ πάντως, αν έφτανα στο σημείο να κάνω τον σταυρό μου, θα έβαζα τα δυνατά μου να τον κάνω σωστά, μύτη, αφαλός, αριστερή ρώγα, δεξιά ρώγα. Εκείνοι ήταν βάναυσοι και απρόσεκτοι, σαν να είχε καρφωθεί ένα κουβάρι στον σταυρό, χωρίς καμία αξιοπρέπεια, τα γόνατα κάτω από το πηγούνι, τα χέρια όπως όπως. Οι πιο ένθερμοι παρέμεναν ακίνητοι μουρμουρίζοντας. Όσο για τον αστυνομικό, κορδώθηκε σε στάση προσοχής, έκλεισε τα μάτια και χαιρέτισε. Πίσω από τα παράθυρα των αμαξών είδα ανθρώπους να θρηνούν και να εξιστορούν χειρονομώντας, σκηνές, δίχως άλλο, από τη ζωή του εκλιπόντος εν Χριστώ αδελφού, ή αδελφής. Μου φαίνεται πως έχω ακούσει ότι η διακόσμηση της νεκροφόρας διαφέρει από άντρα σε γυναίκα, αν και δεν ξέρω ποια είναι η διαφορά. Έκλαναν κι έχεζαν τα άλογα, λες και πήγαιναν σε πανηγύρι. Γονατιστό δεν είδα κανέναν. Αλλά για μας το τελευταίο ταξίδι τελείωνε γρήγορα, κανείς λόγος να επιταχύνουμε το βήμα, η τελευταία άμαξα με το υπηρετικό προσωπικό προσπέρασε, το διάλειμμα τελείωσε, απομακρύνθηκαν οι περαστικοί, πίσω στα δικά μας. Σταμάτησα λοιπόν για τρίτη φορά, αυτό θέλησα κι ανέβηκα σε μιαν άμαξα. Σαν εκείνες που μόλις είχα δει να περνούν, γεμάτες κόσμο που συζητούσε έντονα, προφανώς θα μου είχε κάνει εντύπωση. Ένα μεγάλο μαύρο κουτί είναι, κουνιέται και ταλαντεύεται πάνω στις σούστες, με παράθυρα μικρά, μαζεύεσαι σε μια γωνιά, μυρίζει κλεισούρα. Ένιωθα το καπέλο μου να χτυπά στη σκεπή. Λίγο μετά έσκυψα μπροστά κι έκλεισα το παράθυρο. Έπειτα ξανακάθισα πίσω, με την πλάτη στο άλογο. Λαγοκοιμόμουν, όταν μια φωνή με έκανε να πεταχτώ, του αμαξά. Πεπεισμένος ότι δεν επρόκειτο να τον ακούσω μέσα από το παράθυρο, είχε ανοίξει την πόρτα. Είδα μόνο το μουστάκι του. Για πού; είπε. Είχε κατεβεί από τη θέση του για να με ρωτήσει. Κι εγώ που νόμιζα ότι ήμουν ήδη πολύ μακριά. Προσπάθησα να θυμηθώ το όνομα κάποιου δρόμου ή μνημείου. Είναι η άμαξά σας για πούλημα; του είπα. Προσθέτοντας, δίχως το άλογο. Τι να το έκανα το άλογο; Αλλά και την άμαξα τι θα την έκανα; Θα μπορούσα μήπως να τεντωθώ εκεί μέσα; Ποιος θα μου 'φερνε φαγητό; Στο ζωολογικό κήπο, είπα. Θα ήταν ασυνήθιστο μια πρωτεύουσα σαν αυτή να μην έχει ζωολογικό κήπο. Προσθέτοντας, μη πάτε πολύ γρήγορα. Εκείνος γέλασε. Σαν να είχε βρει διασκεδαστική τη προτροπή να μη πάει γρήγορα στο ζωολογικό κήπο. Ή το ενδεχόμενο να μείνει δίχως άμαξα. Εκτός κι αν ήταν εξαιτίας μου, αν είχε τόσο μεταμορφωθεί η άμαξα από την παρουσία μου, το πρόσωπό μου, που ο αμαξάς βλέποντάς με εκεί με το κεφάλι στις σκιές της σκεπής και τα γόνατα στηριγμένα στο παράθυρο, να αμφέβαλλε αν ήταν δική του η άμαξα, αν ήταν άμαξα. Έριξε μια βιαστική ματιά στο άλογο και βεβαιώθηκε. Σάμπως ξέρει κανείς ποτέ γιατί γελά; Πάντως το γέλιο του δεν κράτησε πολύ, άρα μάλλον δεν γελούσε με μένα. Έκλεισε την πόρτα και σκαρφάλωσε στη θέση του. Σε λίγο το άλογο ξεκίνησε. Όσο παράξενο κι αν φαίνεται την περίοδο εκείνη είχα ακόμα λίγα χρήματα. Το μικρό ποσό, δώρο του πατέρα μου και κληροδοτημένο δίχως όρους, ακόμη αναρωτιέμαι μήπως μου το είχαν κλέψει. Έπειτα τίποτα. Κι όμως η ζωή συνεχιζόταν, μέχρι ενός σημείου μάλιστα καταπώς ήθελα. Το μεγάλο μειονέκτημα που έχει αυτή η κατάσταση, η οποία θα μπορούσε να οριστεί ως μηδενική αγοραστική δυνατότητα, ήταν ότι έπρεπε να βρίσκεσαι διαρκώς σε κίνηση. Πώς να σου φέρουν -για παράδειγμα- φαγητό σπίτι όταν είσαι απένταρος. Αναγκάζεσαι να βγαίνεις έξω και να μετακινείσαι, τουλάχιστον μια φορά τη βδομάδα. Μ' αυτές τις συνθήκες δύσκολο να 'χεις και διεύθυνση σπιτιού, ακατόρθωτο. Πληροφορήθηκα επομένως με καθυστέρηση ότι έψαχναν να με βρουν για μια δική μου υπόθεση. Ούτε ξέρω με ποιο τρόπο. Γιατί εφημερίδες δεν διάβαζα, κι ούτε θυμάμαι να είχα μιλήσει σε άνθρωπο εκείνα τα χρόνια, τρεις τέσσερις φορές το πολύ κι αυτό για φαγητό. Όπως και να 'ναι, μάλλον θα το μυρίστηκα κάπως, ειδάλλως ούτε εγώ υπήρχε περίπτωση να επισκεφθώ τον κύριο Nidder, τον δικηγόρο, παράξενο που ορισμένα ονόματα δεν ξεχνιούνται με τίποτα, ούτε κι εκείνος να με δεχτεί. Επιβεβαίωσε την ταυτότητά μου. Του πήρε κάποια ώρα. Του έδειξα τα μεταλλικά αρχικά στη φόδρα του καπέλου μου, όχι ότι αποδείκνυαν κάτι, αλλά αύξαιναν τις πιθανότητες. Υπογράψτε, μου είπε. Έπαιζε μ' έναν κυλινδρικό χάρακα που έριχνε κάτω και βόδι. Μετρήστε τα, μου είπε. Παρούσα ήταν και μια νέα γυναίκα, μάλλον μάρτυρας επί πληρωμή. Παράχωσα το μάτσο με τα χαρτονομίσματα στην τσέπη μου. Δεν κάνετε καλά, μου είπε. Είχα την εντύπωση πως έπρεπε να μου ζητήσει να τα μετρήσω, προτού υπογράψω, αυτό θα ήταν το σωστό. Αν χρειαστεί, είπε, πού μπορώ να σας βρω; Μόλις κατέβηκα τα σκαλιά έκανα μια σκέψη. Κι επέστρεψα για να τον ρωτήσω από πού προέρχονταν τα χρήματα, προσθέτοντας ότι είχα κάθε δικαίωμα να ξέρω. Μου είπε κάποιο γυναικείο όνομα που έχω ξεχάσει. Ίσως και να με είχε χορέψει στα γόνατά της όταν ήμουν ακόμα στις φασκιές, να μου είχε κάνει κούνια-μπέλα. Μερικές φορές αυτό αρκεί. Στις φασκιές, το τονίζω, γιατί οποτεδήποτε μετά θα ήταν πολύ αργά για κούνια-μπέλα. Χάρη σε κείνο το ποσό είχα ακόμα λίγα χρήματα. Πολύ λίγα. Κατανεμημένα στη ζωή που θα ακολουθούσε ήταν αμελητέα, εκτός κι αν οι προβλέψεις μου ήταν αδικαιολόγητα απαισιόδοξες. Χτύπησα το χώρισμα δίπλα από το καπέλο μου και πίσω ακριβώς από την πλάτη του αμαξά, αν υπολόγιζα σωστά. Ένα σύννεφο σκόνης σηκώθηκε από την ταπετσαρία. Πήρα από τη τσέπη μου μια πέτρα και χτύπησα με τη πέτρα, ώσπου ο αμαξάς σταμάτησε. Παρατήρησα ότι σ' αντίθεση με τα περισσότερα τροχοφόρα που κόβουνε ταχύτητα πριν σταματήσουν, η άμαξα κοκάλωσε μεμιάς. Περίμενα. Η άμαξα σείστηκε ολόκληρη. Πρέπει να μ' άκουγε ο αμαξάς, πάνω στο ψηλό του κάθισμα. Είδα το άλογο όπως με τα ίδια μου τα μάτια. Δεν είχε χαλαρώσει, όπως σε άλλες σύντομες στάσεις, παρέμενε σε εγρήγορση, με τ' αφτιά ορθωμένα. Κοίταξα έξω από το παράθυρο, είχαμε ξεκινήσει πάλι. Ξαναχτύπησα στο χώρισμα, μέχρι που η άμαξα σταμάτησε. Ο αμαξάς κατέβηκε βρίζοντας. Κατέβασα το παράθυρο για να τον αποτρέψω ν' ανοίξει την πόρτα. Πιο γρήγορα, πιο γρήγορα. Είχε γίνει κατακόκκινος, σαν παντζάρι. Θυμός ή ο δυνατός άνεμος. Του είπα ότι τον μίσθωνα για όλη την ημέρα. Απάντησε ότι στις τρεις είχε μια κηδεία. Α, οι νεκροί. Του είπα πως είχα αλλάξει γνώμη, και δεν ήθελα πλέον να πάω στον ζωολογικό κήπο. Ας μην πάμε στον ζωολογικό κήπο, είπα. Μου απάντησε ότι εκείνον δεν τον ένοιαζε πού θα πηγαίναμε, αρκεί να μην ήταν μακριά, για το ζώο. Κι έπειτα μιλάνε για την ιδιαιτερότητα του λόγου των πρωτόγονων. Τον ρώτησα αν ήξερε κάποιο φαγάδικο. Προσθέτοντας, θα φάτε μαζί μου. Σε τέτοια μέρη προτιμούσα να είμαι μαζί με κανονικό πελάτη. Υπήρχε ένα μεγάλο, μακρόστενο τραπέζι, με δυο ισομήκεις πάγκους, από τη μια και την άλλη πλευρά. Στο τραπέζι μού μίλησε για τη ζωή του, τη γυναίκα του, το ζώο, έπειτα πάλι για τη ζωή του, πόσο φοβερή ήταν η ζωή που έκανε, κυρίως εξαιτίας του χαρακτήρα του. Με ρώτησε αν αντιλαμβανόμουν τι σήμαινε να κυκλοφορείς έξω βρέξει-χιονίσει. Έμαθα ότι υπήρχαν ακόμη αμαξάδες που περνούσαν τη μέρα τους αναπαυτικά μες στη ζέστη, περιμένοντας με την άμαξα στη σειρά τον πελάτη που θα τους ξεκουνούσε. Συνηθιζόταν παλιότερα, αλλά στις μέρες μας πρέπει να ακολουθείς άλλες μεθόδους, αν θέλεις να βάλεις κάτι στην άκρη για τα γεράματα. Του περιέγραψα την κατάστασή μου, τι είχα χάσει και τι έψαχνα. Κάναμε και οι δυο μας γενναίες προσπάθειες για να εξηγήσουμε, για να καταλάβουμε. Κατάλαβε ότι δεν είχα πια δωμάτιο κι ότι χρειαζόμουν άλλο, αλλά μέχρι εκεί, τα υπόλοιπα του διέφευγαν. Του είχε καρφωθεί η ιδέα, και κανείς δεν μπορούσε να του τη βγάλει απ' το νου, πως έψαχνα για επιπλωμένο δωμάτιο. Έβγαλε από τη τσέπη του μιαν εφημερίδα, χθεσινή ή και προχθεσινή και διέτρεξε τις μικρές αγγελίες, υπογραμμίζοντας πεντέξι απ' αυτές μ' ένα λεπτό μολύβι, το ίδιο που αμφιταλαντευόταν πάνω απ' όσες ενδεχομένως αποκλείονταν. Δίχως αμφιβολία υπογράμμισε όσα θα υπογράμμιζε αν ήταν εκείνος στη θέση μου ή όσα ήταν στην ίδια γειτονιά, χάρη του ζώου. Θα 'χε μπερδευτεί αν του 'χα πει πως εκτός απόνα κρεβάτι δεν αντέχω άλλα έπιπλα στο δωμάτιο κι ότι όλα, ακόμα και το κομοδίνο, έπρεπε ν' απομακρυνθούνε προτού συγκατατεθώ να πατήσω οπουδήποτε το πόδι μου. Γύρω στις τρεις ξυπνήσαμε το άλογο και ξεκινήσαμε. Ο αμαξάς πρότεινε να κάτσω δίπλα του, αλλά εγώ εδώ και ώρα ονειρευόμουν να μπω στην άμαξα, το οποίο κι έκανα. Επισκεφθήκαμε μεθοδικά, τη μία μετά την άλλη, νομίζω, όλες τις διευθύνσεις που 'χεν υπογραμμίσει. Η μικρή χειμωνιάτικη μέρα κόντευε να τελειώσει. Έχω καμιά φορά την εντύπωση ότι αυτές είναι και οι μοναδικές μέρες που είδα, κυρίως τη μαγική κείνη ώρα, λίγο πριν σβήσουν στο σκοτάδι. Οι διευθύνσεις που 'χεν υπογραμμίσει, ή μάλλον σημειώσει με σταυρό, όπως κάνουν οι απλοί άνθρωποι, αποδείχτηκαν, η μία μετά την άλλη, άχρηστες και τις διέγραφε, τη μία μετά την άλλη, μονοκοντυλιά. Μετά μου 'δωσε την εφημερίδα, με τη συμβουλή να τη φυλάξω, για να είμαι σίγουρος ότι δεν θα ξανακοιτούσα κει που είχα ήδη δει -μάταια. Μολονότι τα παράθυρα ήταν κλειστά, η άμαξα έτριζε και στους δρόμους είχε φασαρία, τον άκουγα να τραγουδά, καθώς τρανταζόταν ολομόναχος και μετεωριζόταν πάνω από το κάθισμά του. Είχε προτιμήσει εμένα από την κηδεία, κι αυτό ήταν γεγονός διά βίου μη αμφισβητήσιμο. Τραγουδούσε, Εκείνη είναι μακριά από τη χώρα όπου κοιμάται ο νεαρός ήρωας, άλλα λόγια δεν θυμάμαι. Κάθε φορά που σταματούσαμε, κατέβαινε από τη θέση του και βοηθούσε κι εμένα να κατέβω από τη δική μου. Χτυπούσα το κουδούνι που μου υποδείκνυε και συχνά χανόμουν μέσα στο σπίτι. Περίεργο συναίσθημα, το θυμάμαι, μετά από τόσο καιρό, ολόγυρά μου ένα σπίτι. Με περίμενε στο πεζοδρόμιο και με βοηθούσε να ξανανέβω στην άμαξα. Θεέ μου, τον είχα σιχαθεί τον αμαξά. Σκαρφάλωσε στη θέση του και ξεκινήσαμε. Κάποια στιγμή συνέβη το εξής. Σταμάτησε. Πετάχτηκα μουδιασμένος κι ετοιμάστηκα να κατεβώ. Καθώς όμως δεν ήρθε να μου ανοίξει την πόρτα και να μου προσφέρει το μπράτσο του, αναγκάστηκα να κατεβώ μόνος μου. 'Αναβε τις λάμπες. Αγαπώ τις λάμπες πετρελαίου, παρόλο που μαζί με τα κεριά κι αν εξαιρέσεις τ' άστρα, είναι από τα πρώτα φώτα που γνώρισα. Τον ρώτησα αν μπορούσα ν' ανάψω την άλλη λάμπα, μια κι εκείνος είχε ήδη ανάψει τη μία. Μου έδωσε το κουτί με τα σπίρτα, σήκωσα το κυρτό γυαλί πάνω στα τσιγκέλια, άναψα κι αμέσως το έκλεισα, να κάψει το φιτίλι, φωτεινά, σταθερά, προφυλαγμένο από τον αέρα στο σπιτάκι μου. Χαρά που ένιωσα. Όχι ότι διακρίναμε και κάτι με το φως από αυτές τις λάμπες, εκτός από το αδρό περίγραμμα του αλόγου, όμως οι άλλοι μας έβλεπαν από μακρυά, δύο κίτρινες λάμψεις να αρμενίζουν αργά στον αέρα. Όταν το αμάξωμα έστριβε, ένα μάτι διαγραφόταν κόκκινο ή πράσινο αναλόγως με την περίσταση, ρόμβος ανάγλυφος, με την ευκρίνεια υαλογραφίας. Αφού είχαμε ελέγξει και την τελευταία διεύθυνση, ο αμαξάς πρότεινε να με πάει σ' ένα ξενοδοχείο που ήξερε, θα ήμουν άνετα εκεί. Έτσι μάλιστα, αμαξάς-ξενοδοχείο, υπήρχε κάποια σχέση. Συστημένος από εκείνον, δεν θα μου έλειπε τίποτα. Όλες οι ανέσεις, είπε, κλείνοντάς μου το μάτι. Τοποθετώ τη συνομιλία μας στο πεζοδρόμιο, μπροστά από το σπίτι, απ' όπου είχα μόλις βγει. Θυμάμαι κάτω από τη λάμπα τα καπούλια του αλόγου, νοτερά και καμπύλα, στο χερούλι της πόρτας την παλάμη του αμαξά μέσα σε μάλλινο γάντι. Η σκεπή της άμαξας μού έφτανε στον λαιμό. Πρότεινα να πιούμε ένα ποτό. Το άλογο δεν είχε φάει και δεν είχε πιει τίποτα όλη μέρα. Το επισήμανα στον αμαξά, αλλά μου απάντησε ότι το ζώο δεν έτρωγε τίποτα, πριν γυρίσει στον στάβλο. Κάτι, το παραμικρό να έτρωγε στη διάρκεια της μέρας, ένα μήλο ή έναν κύβο ζάχαρη, του έφερνε πόνους στο στομάχι, κωλικούς, δεν μπορούσε να κάνει ούτε βήμα, μπορεί και να τα τίναζε. Γι'αυτό κι όταν για οποιονδήποτε λόγο ο αμαξάς έπρεπε να το αφήσει από τα μάτια του, του έδενε τα σαγόνια με ένα λουρί, να μην υποφέρει από τους καλόκαρδους περαστικούς. Ύστερα από μερικά ποτά ο αμαξάς με παρακάλεσε να κάνω στον ίδιο και στη γυναίκα του την τιμή να περάσω τη νύχτα σπίτι τους. Δεν ήταν μακριά. Φέρνοντας στο μυαλό μου τα συναισθήματα εκείνης της μέρας, με το μέγιστο πλεονέκτημα της απόστασης, θαρρώ ότι είχαμε κάνει τελικά βόλτες γύρω από το σπίτι του. Έμεναν πάνω από έναν στάβλο, στο πίσω μέρος μιας αυλής. Ιδεώδες μέρος για μένα, θα μπορούσα να είχα βολευτεί. Με σύστησε στη γυναίκα του, που είχε ένα κώλο τεράστιο, έπειτα έφυγε και μας άφησε μόνους. Μένοντας μόνη μαζί μου εκείνη ήταν εμφανώς αμήχανη. Μπορούσα να την καταλάβω, γιατί κι εγώ δεν είμαι τυπικός σ' αυτές τις περιστάσεις. Κανείς λόγος να τελειώσει ή να συνεχίσει. Το αφήνεις να τελειώσει. Είπα λοιπόν ότι θα κατέβαινα στον στάβλο για να κοιμηθώ. Ο αμαξάς διαμαρτυρήθηκε. Εγώ επέμενα. Επέστησε την προσοχή της γυναίκας του στην πυώδη φλύκταινα που είχα στο κεφάλι μου, από ευγένεια είχα βγάλει το καπέλο. Πρέπει να το αφαιρέσει, είπε εκείνη. Ο αμαξάς κατονόμασε κάποιο γιατρό για τον οποίο έτρεφε μεγάλη εκτίμηση επειδή τον είχε βοηθήσει σε κάποιο πρόβλημα στις κενώσεις. Αν θέλει να κοιμηθεί στον στάβλο, είπε η γυναίκα του, άφησέ τον να κοιμηθεί στον στάβλο. Ο αμαξάς πήρε τη λάμπα από το τραπέζι, πέρασε μπροστά κι άρχισε να κατεβαίνει τις σκάλες, ή μάλλον τη σκαλίτσα που οδηγούσε στον στάβλο, αφήνοντας τη γυναίκα του στο σκοτάδι. Πάνω στ' άχυρα, σε μια γωνιά για τα άλογα, έστρωσε χάμω μια κουβέρτα αφήνοντάς μου κι ένα κουτί σπίρτα μήπως και θελήσω να δω κάτι μες στη νύχτα. Τι έκανε το άλογο όλη αυτή την ώρα, δεν θυμάμαι. Ξαπλωμένος στο σκοτάδι, άκουγα τους ήχους που έβγαζε καθώς έπινε, δεν έχουν όμοιό τους, τα ποντίκια να τρέχουν αλαφιασμένα, και τις πνιχτές φωνές του αμαξά και της γυναίκας του από πάνω να με σχολιάζουν. Έσφιξα στο χέρι το κουτί με τα σπίρτα, ένα μεγάλο κουτί με σπίρτα ασφαλείας. Τη νύχτα σηκώθηκα κι άναψα ένα. Η φλόγα δεν άντεξε πολύ, εντόπισα όμως την άμαξα. Ξαφνικά με κατέλαβε κι αμέσως μετά με εγκατέλειψε η επιθυμία να βάλω φωτιά στον στάβλο. Στα σκοτεινά βρήκα την άμαξα, άνοιξα την πόρτα, τα ποντίκια όρμησαν έξω, εγώ σκαρφάλωσα μέσα. Καθώς προσπαθούσα να βολευτώ αντιλήφθηκα ότι η άμαξα δεν ήταν πλέον σηκωμένη κι ήταν φυσικό μια και οι ρυμοί ακουμπούσαν στο έδαφος. Καλύτερα έτσι, μπορούσα να ξαπλώσω πίσω με τα πόδια ψηλά στην απέναντι θέση. Πολλές φορές στη διάρκεια της νύχτας ένιωσα το άλογο να με κοιτάζει από το παράθυρο και τα ρουθούνια του ν' ανασαίνουν. Τώρα που δεν ήταν ζεμένο θα έπρεπε να του προκαλεί κατάπληξη η παρουσία μου στην άμαξα. Είχα ξεχάσει την κουβέρτα και κρύωνα, όχι όμως και τόσο ώστε να πάω να την πάρω. Από το παράθυρο της άμαξας έβλεπα το παράθυρο του στάβλου, όλο και πιο καθαρά. Βγήκα από την άμαξα. Το σκοτάδι δεν ήταν πηχτό, μπορούσα να διακρίνω στον στάβλο το παχνί, το ράφι, τα χάμουρα να κρέμονται, τι άλλο, κουβάδες και βούρτσες. Πήγα στην πόρτα αλλά δεν μπορούσα να την ανοίξω. Το άλογο δεν έπαιρνε τα μάτια του από πάνω μου. Μα δεν κοιμούνται ποτέ τα άλογα; Είχα την εντύπωση ότι ο αμαξάς θα έπρεπε να το είχε δέσει κάπου, στο παχνί για παράδειγμα. Αναγκάστηκα να φύγω από το παράθυρο. Δεν ήταν εύκολο. Αλλά και τι είναι εύκολο; Πέρασα πρώτα από μέσα το κεφάλι, τα χέρια ακουμπούσαν στο χώμα της αυλής, και τίναζα τα πόδια να ξεσφηνωθούν από την κάσα. Θυμάμαι πως ξερίζωνα με τα δυο μου χέρια τούφες τούφες το χορτάρι στη προσπάθειά μου να ελευθερωθώ. Έπρεπε να είχα βγάλει το παλτό μου και να το είχα ρίξει από το παράθυρο, αλλά αυτό σημαίνει ότι θα έπρεπε να το είχα σκεφτεί. Δεν είχα προλάβει να βγω από την αυλή όταν έκανα μια σκέψη. Αδυναμία. Γλίστρησα ένα χαρτονόμισμα στο κουτί με τα σπίρτα, επέστρεψα στην αυλή και ακούμπησα στο περβάζι του παραθύρου, απ' όπου μόλις είχα βγει, το κουτί. Το άλογο ήταν στο παράθυρο. Προχώρησα μερικά βήματα στο δρόμο, γύρισα στην αυλή και πήρα το χαρτονόμισμα. 'Αφησα τα σπίρτα, δεν ήταν δικά μου. Το άλογο ακόμα στο παράθυρο. Θεέ μου, το είχα σιχαθεί το παλιάλογο. Είχε αρχίσει να χαράζει. Δεν ήξερα πού βρισκόμουν. Κατευθύνθηκα προς την ανατολή, προς τα κει που νόμιζα ότι ο ήλιος θα ανατείλει, να βρεθώ στο φως το συντομότερο, θα προτιμούσα τον ορίζοντα μιας θάλασσας ή μιας ερήμου. Αν είμαι έξω πρωί, τραβώ να συναντήσω τον ήλιο, αν είμαι απόγευμα, τον ακολουθώ μέχρι να βρεθώ κάτω, ανάμεσα στους νεκρούς. Γιατί είπα αυτή την ιστορία, δεν το ξέρω. Θα μπορούσα κάλλιστα να είχα πει μια άλλη. Ίσως μια άλλη φορά να μπορέσω να πω κάποια άλλη. Ψυχές ζώσες, να δείτε πόσο μοιάζουν μεταξύ τους.
TΕΛΟΣ
_________________________________
Περιμένοντας Τον Γκοντό
ιλαροτραγωδία σε 2 πράξεις
ΠΡΟΣΩΠΑ
Εστραγκόν
Βλαντιμίρ
Λάκι
Πότζο
Αγόρι
-----------------------------------------------------------------------------
Πράξη 1η: (εξοχικός δρόμος. δέντρο. βραδάκι. ο Εστραγκόν είναι καθισμένος σ' ένα λοφάκι και προσπαθεί να βγάλει τις μπότες του. τις τραβά και με τα δυο χέρια, ξεφυσώντας. τα παρατά, εξαντλημένος, ξεκουράζεται λίγο και προσπαθεί ξανά. όπως και πριν. έρχεται ο Βλαντιμίρ.)

Εστραγκόν. (παρατά ξανά τη προσπάθεια). Δε γίνεται τίποτα.
Βλαντιμίρ. (προχωρώντας με μικρές, κοφτές δρασκελιές). Αρχίζω να το πιστεύω. Σ' όλη μου τη ζωή προσπάθησα να πείσω τον εαυτό μου λέγοντας: Βλαντιμίρ λογικέψου, δεν έκανες ακόμα όλες τις προσπάθειες. Και ξανάρχιζα τον αγώνα. (αναπολεί τον αγώνα του μ' ονειροπόλο ύφος. στρέφεται στον Εστραγκόν). Ορίστε, είσαι δω πάλι.
Εστρ. Είμαι;
Βλαντ. Χαίρομαι που σε ξαναβλέπω. Νόμιζα πως είχες φύγει για πάντα.
Εστρ. Κι εγώ έτσι νόμιζα.
Βλαντ. Μαζί ξανά επιτέλους! Πρέπει να το γιορτάσουμεν αυτό. Αλλά πώς; (σκέφτεται). Σήκω να σ' αγκαλιάσω.
Εστρ. (κακόκεφα). Όχι τώρα, όχι τώρα.
Βλαντ. (θιγμένος, με παγερό τόνο). Μπορώ να ρωτήσω που πέρασε τη νύχτα η Αυτού Υψηλότητα;
Εστρ. Σ' ένα χαντάκι.
Βλαντ. (με θαυμασμό). Σ' ένα χαντάκι, πού;
Εστρ. (χωρίς να κάνει καμμιά χειρονομία). Εκεί πέρα.
Βλαντ. Και δε σε δείρανε;
Εστρ. Να με δείρουν; Ναι... πως... βέβαια, με δείρανε.
Βλαντ. Η ίδια παρέα όπως συνήθως;
Εστρ. Η ίδια; Δε ξέρω.
Βλαντ. Όταν το σκέφτομαι... όλ' αυτά τα χρόνια... αλλά για μένα... πού θα ήσουν; (αποφασιστικά). Δε θα 'σουνα τίποτ' άλλο παρά ένα μάτσο κόκαλα τώρα, το δίχως άλλο.
Εστρ. Και τί μ' αυτό;
Βλαντ. (θλιμμένα). Είναι πάρα πολύ για έναν άντρα. (παύση. εύθυμα). Από την άλλη μεριά, ποιό τ' όφελος να ερωτεύεσαι σήμερα, αυτό λέω εγώ. Θα 'πρεπε να το 'χαμε σκεφτεί πριν από ένα εκατομμύριο χρόνια, στη δεκαετία του εννενήντα.
Εστρ. Α σταμάτα τις ανοησίες και βοήθησέ με να βγάλω αυτό το καταραμένο πράμα.
Βλαντ. Χέρι-χέρι από τη κορφή του Πύργου του 'Αιφέλ, ανάμεσα στους πρώτους. Τώρα είναι πολύ αργά. Ούτε που θα μας άφηναν ν' ανέβουμε. (ο Εστραγκόν τραβά με μανία τη μπότα του). Τί κάνεις εκεί;
Εστρ. Βγάζω τη μπότα μου. Δε σου 'τυχε ποτέ;
Βλαντ. Τις μπότες πρέπει να τις βγάζουμε κάθε μέρα. Κουράστηκα να στο λέω. Γιατί δεν μ' ακούς;
Εστρ. (αδύναμα). Βοήθα με!
Βλαντ. Πονά;
Εστρ. Πονά! Ρωτά αν πονά!
Βλαντ (θυμωμένα). Κανείς δεν υποφέρει ποτέ εκτός από σένα. Θα 'θελα ν' ακούσω τι θα 'λεγες αν είχες αυτό που 'χω γω.
Εστρ. Πονά;
Βλαντ. Πονά! Ρωτά αν πονά!
Εστρ. (δείχνοντας). Μπορείς να το κουμπώσεις παρολαυτά.
Βλαντ. (γέρνει και γονατίζει). Πράγματι. (κουμπώνει το παντελόνι του). Ποτέ να μη παραμελείς αυτά τα μικροπράματα της ζωής.
Εστρ. Τί νομίζεις, πάντα περιμένεις τη τελευταία στιγμή.
Βλαντ. (σκεφτικά). Τη τελευταία στιγμή... (συλλογίζεται). Η ελπίδα καθυστέρησε την αρρώστια, ποιός το 'πε αυτό;
Εστρ. Γιατί δε με βοηθάς;
Βλαντ. Μερικές φορές το νιώθω να 'ρχεται, παρολαυτά. Μετά γίνομαι ιδιόρρυθμος. (βγάζει το καπέλο του, κοιτά μέσα, το ψάχνει, το κουνά, το ξαναφορά). Πώς να το πω; Ανακουφίστηκα και ταυτόχρονα... (ψάχνει τη λέξη)... τρομοκρατήθηκα. (μ' έμφαση). ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΗΘΗΚΑ στη κυριολεξία. (ξαναβγάζει το καπέλο, κοιτά μέσα). Περίεργο. (χτυπά τη κορφή σα να θέλει να διώξει ένα ξένο σώμα, ξανακοιτά μέσα, το ξαναφορά). Δε γίνεται τίποτα. ( ο Εστραγκόν, με μιαν υπέρτατη προσπάθεια, καταφέρνει να βγάλει τη μπότα. κοιτά μέσα της, τη ψηλαφίζει, τη γυρίζει ανάποδα, τη τινάζει, κοιτάζει το πάτωμα για να δει αν έχει πέσει τίποτα έξω, δε βρίσκει τίποτε, ξαναψάχνει μέσα, κοιτάζοντας τυφλά μπρος του). Λοιπόν;
Εστρ. Τίποτα
Βλαντ. Δείξε μου.
Εστρ. Δεν έχω να σου δείξω τίποτα.
Βλαντ. Προσπάθησε να τη ξαναβάλεις.
Εστρ. (εξετάζοντας το πόδι του). Ας πάρει λίγον αέρα.
Βλαντ. Ορίστε ένας άνθρωπος που κατηγορεί τις μπότες του για το ελάττωμα των ποδιών του. (ξαναβγάζει το καπέλο, κοιτά μέσα, το ψηλαφίζει, το χτυπά στη κορφή, φυσά μέσα του, το ξαναφορά). Γίνεται ανησυχητικό. (σιγή. ο Βλαντιμίρ έχει πέσει σε βαθιά συλλογή, ο Εστραγκόν τραβά τα δάχτυλα του ποδιού του). Ο ένας από τους κλέφτες τη γλύτωσε. (παύση) Είναι λογικό ποσοστό. (παύση) Γκογκό.
Εστρ. Τί;
Βλαντ. Ας υποθέσουμε πως μετανιώσαμε.
Εστρ. Να μετανιώσουμε για ποιό πράμα;
Βλαντ. Ω... (σκέφτεται). Δε χρειάζεται να μπούμε σε λεπτομέρειες.
Εστρ. Πού γεννηθήκαμε;
Βλαντ. (ξεσπά σε βροντερά γέλια που τα πνίγει αμέσως. βάζει το χέρι του στη λεκάνη του ενώ το πρόσωπό του συστρέφεται) Δε πρέπει να γελά κανείς πια.
Εστρ. Φοβερή στέρηση.
Βλαντ. Μόνο να χαμογελά. (χαμογελά ξαφνικά μέχρι τ' αφτιά, εξακολουθεί να χαμογελά, σταματά το ίδιο ξαφνικά) Δεν είναι το ίδιο. Δε γίνεται τίποτα. (παύση) Γκογκό.
Εστρ. Τί είναι;
Βλαντ. Διάβασες ποτέ τη Βίβλο;
Εστρ. Τη Βίβλο... (σκέφτεται). Πρέπει να της έρριξα καμμιά ματιά.
Βλαντ. Θυμάσαι τα Ευαγγέλια;
Εστρ. Θυμάμαι τους χάρτες της Ιερής Χώρας. Ήτανε χρωματιστοί. Πολύ ωραίοι. Η Νεκρή Θάλασσα ήταν ανοιχτή γαλάζια. Και μόνο που τη κοίταγα διψούσα. Εκεί πρέπει να πάμε, έλεγα, εκεί θα περάσουμε το μήνα του μέλιτος. Θα κολυμπάμε. Θα 'μαστε ευτυχισμένοι.
Βλαντ. Θα 'πρεπε να γίνεις ποιητής.
Εστρ. Ήμουν. (δείχνει τα κουρέλια του). Δεν είναι φανερό; (σιγή)
Βλαντ. Πού 'χα μείνει... Πώς είναι το πόδι σου;
Εστρ. Πρήζεται άσχημα.
Βλαντ. Α ναι, οι δυο κλέφτες. Θυμάσαι την ιστορία;
Εστρ. Όχι.
Βλαντ. Θα περάσει κι η ώρα. (παύση). Δυο κλέφτες, που σταυρωθήκανε μαζί με τον Σωτήρα μας. Ό ένας...
Εστρ. Με τον ποιό μας;
Βλαντ. Τον Σωτήρα μας. Δυο κλέφτες. Ο ένας υποτίθεται πως σώθηκε κι ο άλλος... (ψάχνει για το αντίθετο του 'σώθηκε' )... καταδικάστηκε.
Εστρ. Σώθηκε από τί;
Βλαντ. Από τη κόλαση.
Εστρ. Φεύγω. (δε κινείται).
Βλαντ. Κι όμως... (παύση)... πώς είναι -ελπίζω να μη σ' ενοχλεί αυτό- πώς είναι που από τους τέσσερις Ευαγγελιστές μόνον ένας να μιλά για ένα κλέφτη που σώθηκε; Οι τέσσερίς τους ήταν εκεί -ή εκεί γύρω- και μόνον ένας μιλά για ένα κλέφτη που σώθηκε. (παύση). Έλα Γκογκό, γύρισε τη μπάλα, δε μπορείς μια φορά;
Εστρ. (με υπερβολικόν ενθουσιασμό). Αυτό το βρίσκω εξαιρετικά ενδιαφέρον.
Βλαντ. Ο ένας από τους τέσσερις. Από τους άλλους τρεις, οι δυο δεν αναφέρουνε τίποτα κι ο τρίτος λέει πως κι οι δυο τους τον έβρισαν.
Εστρ. Ποιόν;
Βλαντ. Τί;
Εστρ. Τί είναι όλ' αυτά; Ποιόν έβρισαν;
Βλαντ. Τον Σωτήρα.
Εστρ. Γιατί;
Βλαντ. Γιατί δε τους έσωσε.
Εστρ. Από τη κόλαση;
Βλαντ. Βλάκα! Από το θάνατο
Εστρ. Νόμισα πως είπες από τη κόλαση.
Βλαντ. Από το θάνατο, από το θάνατο.
Εστρ. Ε και λοιπόν;
Βλαντ. Τότε οι δυο απ' αυτούς πρέπει να καταδικάστηκαν.
Εστρ. Και γιατί όχι;
Βλαντ. Μα ο ένας από τους τέσσερις λέει πως σώθηκε ο ένας από τους δυο.
Εστρ. Λοιπόν; Δε συμφωνούν. Αυτό είναι όλο.
Βλαντ. Μα ήτανε κι οι τέσσερις εκεί. Και μόνον ένας μιλά για ένα κλέφτη που σώθηκε. Γιατί να πιστέψουμε αυτόν κι όχι τους άλλους;
Εστρ. Ποιός τονε πιστεύει;
Βλαντ. Όλοι. Είναι η μόνη εκδοχή που ξέρουν.
Εστρ. Οι άνθρωποι είναι εντελώς αγράμματοι πίθηκοι. (σηκώνεται με κόπο, βαδίζει κουτσαίνοντας στο αριστερό πόδι, σταματά, κοιτά μακρυά με το χέρι μπρος στα μάτια του, μετά βαδίζει με το δεξί πόδι να κουτσαίνει, κοιτά μακριά. ο Βλαντιμίρ τονε παρακολουθεί, μετά πηγαίνει και σηκώνει τη μπότα, κοιτά μέσα, τη πετά βιαστικά)
Βλαντ. Φτου! (φτύνει. ο Εστραγκόν πηγαίνει στο κέντρο, σταματά με τη πλάτη στο κοινό).
Εστρ. Ενθαρρυντικές προοπτικές. (στρέφεται στον Βλαντιμίρ). Πάμε.
Βλαντ. Δε μπορούμε.
Εστρ. Γιατί όχι;
Βλαντ. Περιμένουμε τον Γκοντό.
Εστρ. (απελπισμένα). Α! (παύση). Είσαι βέβαιος πως ήτανε σ' αυτό το μέρος.
Βλαντ. Τί;
Εστρ. Που θα περιμέναμε.
Βλαντ. Είπε κατά τις τρεις. (κοιτάζουνε το δέντρο). Βλέπεις κανέν άλλο;
Εστρ. Τί είναι;
Βλαντ. Δε ξέρω. Ιτιά.
Εστρ. Που 'ναι τα φύλλα;
Βλαντ. Θα μαραθήκανε.
Εστρ. Δε κλαίει πια.
Βλαντ. Ή ίσως δεν είναι η εποχή.
Εστρ. Μου φαίνεται περισσότερο σα θάμνος.
Βλαντ. Χαμόδεντρο.
Εστρ. Σα θάμνος.
Βλαντ. Α! Τί υπαινίσσεσαι; Πως ήρθαμε σε λάθος μέρος;
Εστρ. Θα 'πρεπε να βρίσκεται δω.
Βλαντ. Δεν είπε στα σίγουρα πως θα 'ρχότανε.
Εστρ. Κι αν δεν έρθει;
Βλαντ. Θα ξαναρθούμε αύριο.
Εστρ. Κι ύστερα μεθαύριο.
Βλαντ. Ίσως.
Εστρ. Κι ούτω καθ' εξής.
Βλαντ. Το θέμα είναι...
Εστρ. Ώσπου να 'ρθει.
Βλαντ. Είσαι άσπλαγχνος
Εστρ. Ήρθαμε δω χτες.
Βλαντ. Α όχι, κάνεις λάθος.
Εστρ. Τί κάναμε χτες;
Βλαντ. Τί κάναμε χτες;
Εστρ. Ναι.
Βλαντ. Γιατί... (θυμωμένα). Τίποτα δεν είναι βέβαιο όταν είσαι συ μπροστά.
Εστρ. Κατά τη γνώμη μου είμαστε δω.
Βλαντ. (κοιτάζοντας γύρω). Αναγνωρίζεις το μέρος;
Εστρ. Δεν είπα αυτό.
Βλαντ. Λοιπόν;
Εστρ. Δεν έχει διαφορά.
Βλαντ. Παρολαυτά... κείνο το δέντρο...(γυρίζοντας προς το κοινό)... κείνος ο βάλτος.
Εστρ. Είσαι σίγουρος πως ήταν απόψε;
Βλαντ. Τί;
Εστρ. Που θα τονε περιμέναμε.
Βλαντ. Είπε Σάββατο. (παύση). Νομίζω...
Εστρ. Νομίζεις.
Βλαντ. Πρέπει να 'χω κρατήσει σημείωση. (ψάχνει τις τσέπες και βγάζει διάφορα άχρηστα μικροπράματα).
Εστρ. (πολύ πονηρά). Μα ποιό Σάββατο; Κι είναι Σάββατο; Δεν είναι μάλλον Κυριακή; (παύση). Ή Δευτέρα; (παύση). Ή Παρασκευή;
Βλαντ. (κοιτάζοντας αγριεμένα γύρω λες κι η ημερομηνία είναι γραμμένη στο τοπίο). Δεν είναι δυνατό!
Εστρ. Ή Πέμπτη;
Βλαντ. Τί θα κάνουμε;
Εστρ. Αν ήρθε χτες και δεν είμαστε δω, μπορείς να 'σαι σίγουρος ότι δε θα ξανάρθει σήμερα.
Βλαντ. Μα είπες πως είμαστε δω χτες.
Εστρ. Μπορεί να κάνω λάθος. (παύση). Σε πειράζει να πάψουμε να μιλάμε για ένα λεπτό;
Βλαντ. (αδύναμα). Εντάξει. (ο Εστραγκόν κάθεται στο λοφάκι. ο Βλαντιμίρ βαδίζει ανήσυχα μπρος πίσω, σταματώντας πότε-πότε για να κοιτάξει μακριά. ο Εστραγκόν κοιμάται. ο Βλαντιμίρ σταματά μπρος του). Γκογκό!... Γκογκό!... ΓΚΟΓΚΟ!
Εστρ. (ξυπνά απότομα. επανέρχεται στη φρίκη της κατάστασης του). Κοιμόμουν. (απεγνωσμένα). Γιατί δε μ' αφήνεις ποτέ να κοιμηθώ;

Βλαντ. Ένιωθα μόνος.
Εστρ. Είδα όνειρο.
Βλαντ. Μη μου το πεις.
Εστρ. Ονειρεύτηκα πως...
Βλαντ. ΜΗ ΜΟΥ ΤΟ ΠΕΙΣ!
Εστρ. (δείχνει προς το σύμπαν). Αυτό είναι αρκετό για σένα; (σιωπή). Δεν είναι ευγενικό εκ μέρους σου Ντιντί. Σε ποιόν να πω τους προσωπικούς μου εφιάλτες αν δε μπορώ να τους πω σε σένα;
Βλαντ. 'Αστους να μείνουνε προσωπικοί. Ξέρεις πως δε μπορώ να το υποφέρω αυτό.
Εστρ. (ψυχρά). Υπάρχουνε φορές που αναρωτιέμαι μήπως θα 'τανε καλύτερα να χωρίσουμε.
Βλαντ. Δε θα πήγαινες μακρυά.
Εστρ. Αυτό θα 'τανε πολύ άσχημο, πράγματι πολύ άσχημο. (παύση). Δε θα 'τανε Ντιντί, πολύ άσχημο; (παύση) Όταν σκέφτεσαι την ομορφιά του δρόμου. (παύση) Τη καλωσύνη των περαστικών. (παύση. καλοπιάνοντάς τον). Δε θα 'ταν άσχημο Ντιντί;
Βλαντ. Ηρέμησε.
Εστρ. (με ηδυπάθεια). Ηρέμησε... ηρέμησε... Το αγγλικό τροπάρι. (παύση). Ξέρεις το ανέκδοτο του 'Αγγλου στο μπουρδέλο;
Βλαντ. Ναι.
Εστρ. Πες μου το.
Βλαντ. Α σταμάτα!
Εστρ. Ένας 'Αγγλος που 'χε πιει λίγο παραπάνω απ' το κανονικό μπαίνει σε μπουρδέλο. Η τσατσά ρωτά αν θέλει ξανθιά μελαχρινή ή κοκκινομάλλα. Συνέχισε συ.
Βλαντ. ΣΤΑΜΑΤΑ! (ο Βλαντιμίρ βγαίνει βιαστικά. ο Εστραγκόν σηκώνεται και τον ακολουθεί στην άκρη της σκηνής και κάνει χειρονομίες σα θεατής που ενθαρρύνει πυγμάχο. μπαίνει ο Βλαντιμίρ τονε παραμερίζει, διασχίζει τη σκηνή με σκυφτό κεφάλι. ο Εστραγκόν κάνει ένα βήμα προς το μέρος του και σταματά).
Εστρ. (ευγενικά). Ήθελες να μου μιλήσεις. (σιωπή. ο Εστραγκόν κάνει ένα βήμα μπρος). Είχες κάτι να μου πεις; (σιωπή. άλλο ένα βήμα μπρος). Ντιντί...
Βλαντ. (δίχως να στραφεί). Δεν έχω τίποτα να σου πω.
Εστρ. (βαδίζει μπρος). Είσαι θυμωμένος; (σιγή. βαδίζει μπρος). Συγχώρησέ με. (σιγή. βαδίζει μπρος. ο Εστραγκόν βάζει το χέρι στον ώμο του Βλαντιμίρ). Έλα Ντιντί. (σιγή). Δως μου το χέρι σου. (ο Βλαντιμίρ μισογυρνά). Αγκάλιασέ με! (ο Βλαντιμίρ γίνεται άκαμπτος) Μην είσαι πεισματάρης! (ο Βλαντιμίρ μαλακώνει. αγκαλιάζονται. ο Εστραγκόν κάνει πίσω). Βρωμοκοπάς σκόρδο!

Βλαντ. Είναι για τα νεφρά. (σιωπή. ο Εστραγκόν κοιτά προσεχτικά το δέντρο). Τί κάνουμε τώρα;
Εστρ. Περιμένουμε.
Βλαντ. Ναι μα ενώ περιμένουμε;
Εστρ. Τί θα 'λεγες να κρεμαστούμε;
Βλαντ. Μμμ... θα μας προκαλούσε στύση!
Εστρ. (πολύ ερεθισμένος). Στύση!
Βλαντ. Μ' όλα τα επακόλουθα. Όπου πέφτει, μανδραγόρες φυτρώνουνε. Να γιατί στριγγλίζουν όταν τα τραβάς πάνω. Δε το 'ξερες;
Εστρ. Ας κρεμαστούμε αμέσως!
Βλαντ. Από 'να κλαδί; (πηγαίνουνε προς το δέντρο). Δε θα το εμπιστευόμουν.
Εστρ. Πάντα μπορούμε να δοκιμάσουμε. 
Βλαντ. Προχώρα.
Εστρ. Μετά από σένα.
Βλαντ. Όχι εσύ πρώτα.
Εστρ. Γιατί εγώ;
Βλαντ. Είσαι πιο ελαφρύς από μένα.
Εστρ. Γι' αυτό μόνο!
Βλαντ. Δε καταλαβαίνω.
Εστρ. Χρησιμοποίησε τη λογική σου, δε μπορείς;
Βλαντ. (χρησιμοποιεί τη λογική του. τελικά...). Παραμένω στο σκοτάδι...
Εστρ. (με προσπάθεια) Ο Γκογκό είναι ελαφρύς, το κλαδί δεν έσπασε, ο Γκογκό πέθανε. Ο Ντιντί είναι βαρύς, το κλαδί έσπασε, ο Ντιντί είναι μόνος. Επειδή...
Βλαντ. Δε το 'χα σκεφτεί αυτό.
Εστρ. Αν σε κρεμάσει, θα κρεμάσει οτιδήποτε.
Βλαντ. Μα είμαι πιο βαρύς από σένα;
Εστρ. Έτσι μου λες εσύ. Εγώ δε ξέρω. Υπάρχει ακόμα μια ευκαιρία. Ή σχεδόν...
Βλαντ. Λοιπόν τί κάνουμε;
Εστρ. Ας μη κάνουμε τίποτα. Είναι πιο ασφαλές.
Βλαντ. Ας περιμένουμε να δούμε τι θα πει.
Εστρ. Ποιός;
Βλαντ. Ο Γκοντό.
Εστρ. Καλή ιδέα.
Βλαντ. Ας περιμένουμε ώσπου να μάθουμε ακριβώς πως είμαστε.
Εστρ. Από την άλλη μεριά, ίσως στη βράση κολλά το σίδερο.
Βλαντ. Έχω περιέργεια ν' ακούσω τι έχει να προτείνει. Μετά θα το πάρουμε ή θα το αφήσουμε.
Εστρ. Τί του ζητήσαμε ακριβώς;
Βλαντ. Δεν ήσουν εκεί;
Εστρ. Δε μπορούσα ν' ακούσω.
Βλαντ. Ω τίποτε πολύ συγκεκριμένο.
Εστρ. Ένα είδος προσευχής
Βλαντ. Ακριβώς.
Εστρ. Μιαν αόριστη ικεσία.
Βλαντ. Ακριβώς.
Εστρ. Και τί αποκρίθηκε;
Βλαντ. Ότι θα 'βλεπε.
Εστρ. Ότι δε μπορούσε να υποσχεθεί τίποτα.
Βλαντ. Ότι θα 'πρεπε να το σκεφτεί.
Εστρ. Στην ησυχία του σπιτιού του.
Βλαντ. Θα συμβουλευότανε την οικογένειά του.
Εστρ. Τους φίλους του.
Βλαντ. Τους αντιπροσώπους του.
Εστρ. Τους ανταποκριτές του.
Βλαντ. Τα βιβλία του.
Εστρ. Τον τραπεζικό του λογαριασμό.
Βλαντ. Πριν πάρει μιαν απόφαση.
Εστρ. Είναι φυσιολογικό.
Βλαντ. Δεν είναι;
Εστρ. Νομίζω πως είναι.
Βλαντ. Κι εγώ έτσι νομίζω. (σιγή).
Εστρ. (ανήσυχα). Κι εμείς;
Βλαντ. Συγγνώμη;
Εστρ. Είπα: Κι εμείς;
Βλαντ. Δε καταλαβαίνω.
Εστρ. Πού μπαίνουμε;
Βλαντ. Μπαίνουμε;
Εστρ. Σκέψου με την ησυχία σου.
Βλαντ. Μπαίνουμε με τα χέρια και τα γόνατά μας.
Εστρ. Τόσον άσχημα;
Βλαντ. Ο Θεός σου επιθυμεί να βεβαιώσει τα προνόμιά του;
Εστρ. Δεν έχουμε δικαιώματα πια;
Βλαντ. (γελά πνιχτά όπως πριν και μετά χαμογελά). Θα μ' έκανες να γελάσω, αν δεν απαγορευόταν.
Εστρ. Χάσαμε τα δικαιώματά μας;
Βλαντ. (κατηγορηματικά). Απαλλαγήκαμε απ' αυτά. (σιγή. μένουν άπραγοι με χέρια κρεμασμένα, κεφάλια πεσμένα, γόνατα λυγισμένα).
Εστρ. (αδύναμα). Δεν είμαστε δεμένοι; (παύση). Δεν είμαστε...
Βλαντ. 'Ακου! (αφουγκράζονται περίεργα άκαμπτοι).

Εστρ. Δεν ακούω τίποτα.
Βλαντ. Σσς! (αφουγκράζονται σκυμμένοι μαζί). Ούτε γω. (στενάζουν ανακουφισμένοι χαλαρώνουνε και χωρίζονται).
Εστρ. Μου 'δωσες μια λαχτάρα.
Βλαντ. Νόμιζα πως ήταν αυτός.
Εστρ. Ποιός;
Βλαντ. Ο Γκοντό.
Εστρ. Μπα! Ο άνεμος στις καλαμιές.
Βλαντ. Θα μπορούσα να ορκιστώ πως άκουσα ξεφωνητά.
Εστρ. Και γιατί να ξεφωνίσει;
Βλαντ. Στο άλογό του. (σιγή).
Εστρ. (επιθετικά) Πεινώ.
Βλαντ. Θέλεις ένα καρότο;
Εστρ. Μόνον αυτό υπάρχει;
Βλαντ. Μπορεί να 'χω μερικά γογγύλια.
Εστρ. Δώσε μου ένα καρότο. (ο Βλαντιμίρ ψάχνει στις τσέπες του, βγάζει ένα γογγύλι και του το δίνει. κείνος το δαγκώνει λίγο. θυμωμένα). Είναι γογγύλι!
Βλαντ. Ω συγγνώμη! Θα 'παιρνα όρκο πως είναι καρότο. (ψάχνει ξανά, δε βρίσκει παρά μόνο γογγύλια). Όλα είναι γογγύλια. (ψάχνει). Περίμενε, το βρήκα. (βγάζει ένα καρότο και του το δίνει). Ορίστε αγαπητέ μου. (ο Εστραγκόν το σκουπίζει στο μανίκι κι αρχίζει να το τρώει). Δώσε μου το γογγύλι. (του δίνει πίσω το γογγύλι και το βάζει στη τσέπη). Κάντο να διαρκέσει, είναι το τέλος τους.

Εστρ. Σου 'κανα μιαν ερώτηση.
Βλαντ. Α.
Εστρ. Απάντησες;
Βλαντ. Πώς είναι το καρότο;
Εστρ. Είναι ένα καρότο.
Βλαντ. Τόσο το καλύτερο, τόσο το καλύτερο. (παύση). Τί θα 'θελες να μάθεις;
Εστρ. Το ξέχασα. (μασουλά). Αυτό είναι που μ' ενοχλεί. (κοιτά το καρότο σα να 'ναι κάτι πολύ σπουδαίο, το κουνά ανάμεσα στον δείκτη και τον αντίχειρα). Ποτέ δε θα ξεχάσω αυτό το καρότο. (πιπιλά την άκρη του στοχαστικά). Α ναι! τώρα θυμάμαι.
Βλαντ. Λοιπόν;
Εστρ. (με το στόμα του γεμάτο, ανέκφραστα). Δεν είμαστε δεμένοι!
Βλαντ. Δεν ακούω λέξη απ' όσα λες.
Εστρ. (μασουλά και καταπίνει). Σε ρωτώ αν είμαστε δεμένοι.
Βλαντ. Δεμένοι;
Εστρ. Δεμένοι.
Βλαντ. Τί εννοείς, δεμένοι;
Εστρ. Κάτω.
Βλαντ. Αλλά σε ποιόν; Με ποιόν;
Εστρ. Με τον άνθρωπό σου.
Βλαντ. Με το Γκοντό; Δεμένοι με το Γκοντό; Τί ιδέα; Ούτε να το συζητάς! (παύση). Για την ώρα.
Εστρ. Τ' όνομά του είναι Γκοντό;
Βλαντ. Νομίζω.
Εστρ. Για φαντάσου. (μαζεύει ό,τι απομένει από το καρότο με το κομμάτι του φύλλου, το στριφογυρνά μπρος στα μάτια του). Περίεργο, όσο τρως τόσο χειρότερο γίνεται.
Βλαντ. Σε μένα συμβαίνει το ανάποδο.
Εστρ. Μ' άλλα λόγια;
Βλαντ. Συνηθίζω στη γεύση όσο τρώω.
Εστρ. (μετά παρατεταμένη σκέψη). Είναι αυτό το ανάποδο;
Βλαντ. Ζήτημα ιδιοσυγκρασίας.
Εστρ. Χαρακτήρα.
Βλαντ. Δε μπορείς να κάνεις τίποτα γι' αυτό.
Εστρ. Δεν ωφελεί να παλεύεις.
Βλαντ. Τα πράματα είναι όπως είναι.
Εστρ. Δεν ωφελεί να ξεφεύγεις.
Βλαντ. Η ουσία δεν αλλάζει.
Εστρ. Δε γίνεται τίποτα. (προσφέροντάς του το υπόλοιπο καρότο). Θες να το αποτελειώσεις; (με μια τρομερή κραυγή, με σφιγμένο το χέρι, πετά το καρότο. μένουν ασάλευτοι και μετά ορμάνε μαζί ξάφνου στα παρασκήνια. σταματά στα μισά, τρέχει πίσω και μαζεύει το καρότο, το χώνει στη τσέπη, τρέχει προς τον Βλαντιμίρ. κουλουριασμένοι μαζί με κυρτωμένους ώμους μαζεύονται, περιμένουν. μπαίνουν ο Πότζο κι ο Λάκι. ο Πότζο τον οδηγεί μ' ένα σχοινί περασμένο στο λαιμό, έτσι που ο Λάκι είναι ο πρώτος που προβάλλει ενώ τον ακολουθεί το σχοινί, που 'ναι αρκετά μακρύ για να του επιτρέψει να φτάσει στη μέση της σκηνής πριν φανεί ο Πότζο. ο Λάκι κρατά μια βαριά βαλίτσα, ένα πτυσσόμενο σκαμνί, ένα εκδρομικό καλάθι κι ένα βαρύ πανωφόρι. ο Πότζο κρατά ένα μαστίγιο)
Πότζο. (αποκαμωμένος). Εμπρός! (κρότος μαστιγίου. διασχίζουνε τη σκηνή. ο Λάκι περνά δίπλα στους Βλαντιμίρ κι Εστραγκόν και βγαίνει. ο Πότζο στη θέα των δυο φίλων σταματά απότομα. το σχοινί τεντώνεται. ο Πότζο το τραβά βίαια). Πίσω! (θόρυβος από τον Λάκι που πέφτει μαζί μ' όλες τις αποσκευές. οι Βλαντιμίρ κι Εστραγκόν στρέφονται προς αυτόν, νιώθοντας επιθυμία αλλά και φόβο να τονε βοηθήσουν. ο Βλαντιμίρ κάνει ένα βήμα προς το Λάκι, ο Εστραγκόν τονε κρατά από το μανίκι).

Βλαντ. 'Ασε με να φύγω!
Εστρ. Μείνε κει που 'σαι!
Πότζο. Πρόσεχε! Είναι διεστραμμένος με τους ξένους. (οι Βλαντιμίρ κι Εστραγκόν στρέφονται προς τον Πότζο).
Εστρ. (χαμηλόφωνα) Είναι αυτός;
Βλαντ. Ποιός;
Εστρ. (προσπαθώντας να θυμηθεί τ' όνομα) Εεε...
Βλαντ. Ο Γκοντό;
Εστρ. Ναι.
Πότζο. Να συστηθώ: Πότζο
Βλαντ. (στον Εστραγκόν) Κάθε άλλο!
Εστρ. Είπε Γκοντό.
Βλαντ. Κάθε άλλο!
Εστρ. (δειλά στον Πότζο). Δεν είσαι ο κύριος Γκοντό, κύριε;
Πότζο. (με απειλητική φωνή) Είμαι ο Πότζο! (σιγή) ο Πότζο! (σιγή) Σημαίνει τίποτα για σας αυτό τ' όνομα; (σιγή) Λέω, σημαίνει τίποτα για σας αυτό τ' όνομα; (οι δυο τους κοιτάζονται ερωτηματικά).
Εστρ. (προσποιείται ότι ψάχνει). Μπότζο... Μπότζο...
Βλαντ. (παρόμοια) Πότζο... Πότζο...
Πότζο. ΠΠΠΟΤΤΤΖΖΟΟ!
Εστρ. Α! Πότζο... για να δω... Πότζο... Πότζο...
Βλαντ. Είναι Πότζο ή Μπότζο;
Εστρ. Πότζο... όχι φοβάμαι...όχι δε μου φαίνεται ότι (ο Πότζο προχωρεί απειλητικά).
Βλαντ. (συμφιλιωτικά). Ήξερα κάποτε μιαν οικογένεια με τ' όνομα Γκότζο. Η μητέρα είχε βλεννόρροια.
Εστρ. (βιαστικά). Δεν είμαστε απ' αυτά τα μέρη, κύριε...
Πότζο. (σταματώντας). Είστε ανθρώπινα πλάσματα, παρολαυτά. (βάζει γυαλιά) Από το ίδιο είδος με μένα. (ξεσπά σε τρανταχτά γέλια). Από το ίδιο είδος με τον Πότζο! Φτιαγμένοι κατ' ομοίωσιν του Θεού!
Βλαντ. Λοιπόν, ξέρετε...
Πότζο. (επιτακτικά). Ποιός είναι ο Γκοντό;
Εστρ. Ο Γκοντό;
Πότζο. Με πέρασες για τον Γκοντό.
Εστρ. Ω, όχι κύριε, ούτε στιγμή, κύριε.
Πότζο. Ποιός είναι;
Βλαντ. Ω είναι ένας... ένας κάποιος γνωστός.
Εστρ. Μπα, τί γνωστός; Μόλις που τονε ξέρουμε.
Βλαντ. Σωστά... Δε τονε ξέρουμε πολύ καλά... αλλά παρολαυτά...
Εστρ. Προσωπικά, ούτε που θα τονε γνώριζα αν τον έβλεπα.
Πότζο. Με πέρασες γι' αυτόν.
Εστρ. (μαζεύεται μπρος στον Πότζο). Είναι που... καταλαβαίνετε... το σκοτάδι... το άγχος... η αναμονή... ομολογώ... φαντάστηκα μια στιγμή...
Πότζο. Η αναμονή; Ώστε τονε περιμένατε;
Βλαντ. Ξέρετε...
Πότζο. Εδώ; Στη γη μου;
Βλαντ. ...δεν είχαμε κακό σκοπό.
Εστρ. Είχαμε καλή πρόθεση.
Πότζο. Ο δρόμος είναι λεύτερος για όλους.
Βλαντ. Έτσι το 'δαμε κι εμείς.
Πότζο. Είναι ντροπή, αλλά να που 'στε δω.
Εστρ. Δε μπορούμε να κάνουμε τίποτα γι' αυτό.
Πότζο. (με μεγαλόψυχη χειρονομία). Ας μη πούμε άλλα γι' αυτό. (τραβά το σχοινί) Πάνω γουρούνι! (παύση). Κάθε φορά που πέφτει κοιμάται. (τραβά το σχοινί). Πάνω γουρούνι! (θόρυβος από το Λάκι καθώς σηκώνεται και μαζεύει τις αποσκευές του. ο Πότζο τραβά το σχοινί). Πίσω! (μπαίνει ο Λάκι προς τα πίσω). Σταμάτα! (ο Λάκι σταματά). Γύρνα! (ο Λάκι γυρνά στους Βλαντιμίρ & Εστραγκόν, αδύναμα). Κύριοι, χαίρομαι που σας γνώρισα. (μπρος στη δύσπιστην έκφρασή τους). Ναι, ναι, ειλικρινά χαίρομαι. (τραβά το σχοινί). Πιο κοντά! (ο Λάκι προχωρά). Σταμάτα! (ο Λάκι σταματά). Ναι, ο δρόμος φαίνεται μακρύς όταν ταξιδεύει κανείς μόνος για... (συμβουλεύεται το ρολόι του)... ναι... (υπολογίζει)... ναι... έξι ώρες, σωστά, έξι ολάκερες ώρες και δε φάνηκε ψυχή. (στο Λάκι). Πανωφόρι! (ο Λάκι αφήνει κάτω το σάκο, προχωρεί, δίνει το πανωφόρι, ξαναπηγαίνει στη θέση του, σηκώνει το σάκο και το καλάθι). Κράτα αυτό! (ο Πότζο απλώνει το μαστίγιο. ο Λάκι προχωρεί και καθώς και τα δυο του χέρια είναι πιασμένα, παίρνει το μαστίγιο με το στόμα, μετά επιστρέφει στη θέση του. ο Πότζο αρχίζει να φορά το πανωφόρι, σταματά) Πανωφόρι! (ο Λάκι αφήνει το σάκο, το καλάθι και το σκαμνί, προχωρά, βοηθά τον Πότζο να βάλει το παλτό, ξαναπηγαίνει στη θέση του, σηκώνει το σάκο το καλάθι και το σκαμνί). Μύρισε φθινόπωρο απόψε. (ο Πότζο τελειώνει το κούμπωμα του παλτού, σκύβει, επιθεωρεί τον εαυτό του, ορθώνει το κορμί). Μαστίγιο! (ο Λάκι προχωρεί, σκύβει, ο Πότζο αρπάζει το μαστίγιο από το στόμα του κι επιστρέφει στη θέση του ξανά). Ναι κύριοι, δε μπορώ να κάνω για πολύ δίχως τη παρέα των ομοίων μου. (βάζει γυαλιά και κοιτά τους δυο ομοίους του). Ακόμα κι όταν η ομοιότητα είναι ατελής. (βγάζει τα γυαλιά). Σκαμνί! (ο Λάκι αφήνει το σάκο και το καλάθι, προχωρά ανοίγει το σκαμνί, το βάζει κάτω, επιστρέφει στη θέση του, σηκώνει το σάκο και το καλάθι). Πιο κοντά! (ο Λάκι αφήνει κάτω σάκο και καλάθι, προχωρά, μετακινεί το σκαμνί, ξαναπηγαίνει στη θέση του, σηκώνει το σάκο και το καλάθι. ο Πότζο κάθεται κάτω, βάζει τη λαβή του μαστιγίου στο στήθος του Λάκι και σπρώχνει). Πίσω! (ο Λάκι κάνει ένα βήμα πίσω). Κι άλλο! (ο Λάκι κάνει άλλο ένα βήμα πίσω) Σταμάτα! (ο Λάκι σταματά. στους Βλαντιμίρ & Εστραγκόν). Να γιατί, με την άδειά σας, προτείνω να χρονοτριβήσω μαζί σας μια στιγμή, πριν επιχειρήσω να πάω πιο πέρα. Καλάθι! (ο Λάκι προχωρά, δίνει το καλάθι, ξαναπηγαίνει στη θέση του). Ο φρέσκος αγέρας ανοίγει την όρεξη. (ανοίγει το καλάθι, βγάζει ένα κομμάτι κοτόπουλο κι ένα μπουκάλι κρασί) Καλάθι! (ο Λάκι προχωρεί σηκώνει το καλάθι γυρίζει στη θέση του). Κι άλλο! (ο Λάκι κάνει ένα βήμα πίσω). Βρωμά! Ευτυχισμένες μέρες! (πίνει από το μπουκάλι, το βάζει κάτω κι αρχίζει να τρώει. σιωπή. οι Βλαντιμίρ, Εστραγκόν, επιφυλακτικά στην αρχή, μετά πιο τολμηρά, αρχίζουν να περικυκλώνουν το Λάκι, επιθεωρώντας τον πάνω-κάτω. ο Πότζο τρώει το κοτόπουλο λαίμαργα, πετώντας τα καλογλυμμένα κόκαλα. ο Λάκι βουλιάζει αργά, ώσπου ο σάκος και το καλάθι αγγίζουνε το έδαφος, μετά ορθώνεται με τίναγμα κι αρχίζει να βουλιάζει πάλι. ρυθμός κάποιου που κοιμάται όρθιος στα πόδια του).

Εστρ. Τί τον ενοχλεί;
Βλαντ. Φαίνεται κουρασμένος.
Εστρ. Γιατί δεν αφήνει κάτω τους σάκους;
Βλαντ. Πού να ξέρω; (τονε περικυκλώνουνε). Πρόσεχε!
Εστρ. Πες του κάτι.
Βλαντ. Κοίτα!
Εστρ. Τί;
Βλαντ. (δείχνοντας). Ο λαιμός του!
Εστρ. (κοιτάζοντας το λαιμό του). Δε βλέπω τίποτα.
Βλαντ. Εδώ.
Εστρ. (πηγαίνει δίπλα στο Βλαντιμίρ). Ω!
Βλαντ. Πονά;
Εστρ. Είναι το σχοινί.
Βλαντ. Είναι το τρίψιμο
Εστρ. Είναι αναπόφευκτο.
Βλαντ. Είναι ο κόμπος.
Εστρ. Είναι ο ερεθισμός. (συνεχίζουνε την επιθεώρηση, επιμένοντας στο πρόσωπο).
Βλαντ. (απρόθυμα). Δε φαίνεται άσχημα.
Εστρ. (σηκώνοντας τους ώμους με πικρόχολον ύφος). Έτσι λες;
Βλαντ. Ένας ασήμαντος θηλυπρεπής.
Εστρ. Κοίτα τονε που σαλιαρίζει.
Βλαντ. Είναι αναπόφευκτο.
Εστρ. Κοίτα τον ανόητο.
Βλαντ. Ίσως είναι ηλίθιος.
Εστρ. Κρετίνος.
Βλαντ. (κοιτάζοντας προσεκτικότερα). Μοιάζει με βρογχοκήλη.
Εστρ. (ομοίως). Δεν είναι βέβαιο.
Βλαντ. Ξεφυσά.
Εστρ. Είναι αναπόφευκτο.
Βλαντ. Και τα μάτια του.
Εστρ. Τί έχουνε;
Βλαντ. Γουρλώσανε.
Εστρ. Μου φαίνεται σα να 'ναι η τελευταία του ανάσα.
Βλαντ. Δεν είναι βέβαιο. (παύση). Κάνε του μιαν ερώτηση.
Εστρ. Θα 'τανε καλό;
Βλαντ. Τί διακινδυνεύουμε;
Εστρ. (δειλά). Κύριε...
Βλαντ. Πιο δυνατά.
Εστρ. Κύριε...
Πότζο. 'Αστον ήσυχο! (στρέφονται προς τον Πότζο που, αφού τελείωσε το φαγητό του, σκουπίζει το στόμα με την ανάποδη του χεριού). Δε βλέπεις ότι θέλει να ξεκουραστεί; Καλάθι! (βγάζει ένα σπίρτο κι αρχίζει ν' ανάβει τη πίπα του. ο Εστραγκόν βλέπει τα κόκαλα του κοτόπουλου στο πάτωμα και τα κοιτά λαίμαργα. καθώς ο Λάκι δε κινείται, ο Πότζο πετά το σπίρτο θυμωμένα και τραβά το σχοινί). Καλάθι! (ο Λάκι ξεκινά, σχεδόν πέφτει, συνέρχεται, προχωρά, βάζει το μπουκάλι μες στο καλάθι, επιστρέφει στη θέση του. ο Εστραγκόν κοιτά τα κόκαλα. ο Πότζο βγάζει άλλο σπίρτο κι ανάβει τη πίπα του). Τί περιμένεις, δεν είναι δουλειά του. (τραβά μια ρουφηξιά από τη πίπα, τεντώνει τα πόδια). Α! Καλύτερα έτσι.
Εστρ. (δειλά). Παρακαλώ κύριε...
Πότζο. Τί είναι καλέ μου άνθρωπε;
Εστρ. Εεε... τέλειωσες με το ... δε χρειάζεσαι τα... εεε... τα κόκαλα, κύριε;
Βλαντ. (σοκαρισμένος). Δε μπορούσες να περιμένεις;
Πότζο. Όχι, όχι, καλά κάνει και ρωτά. Χρειάζομαι τα κόκαλα; (τα σγαρλίζει με την άκρη του μαστιγίου). Όχι, προσωπικά δε τα χρειάζομαι άλλο. (ο Εστραγκόν κάνει ένα βήμα προς τα κόκαλα). Αλλά... (ο Εστραγκόν κοντοστέκεται) ...αλλά στη θεωρία, τα κόκαλα πηγαίνουνε στον κομιστή. Επομένως, αυτόν πρέπει να ρωτήσουμε. (ο Εστραγκόν στρέφεται προς το Λάκι, διστάζει). Έλα, έλα μη φοβάσαι, ρώτα τονε, θα σου πει. (ο Εστραγκόν στρέφεται προς το Λάκι, σταματά μπρος του).
Εστρ. Κύριε... συγνώμη, κύριε...
Πότζο. Σου μιλάνε, γουρούνι! Απάντησε! (στον Εστραγκόν) Δοκίμασε ξανά.
Εστρ. Με συγχωρείτε, κύριε, τα κόκαλα... δε θέλετε τα κόκαλα; (ο Λάκι τονε κοιτά παρατεταμένα).
Πότζο. (μ' έκσταση). "Κύριε!" (ο Λάκι σκύβει το κεφάλι). Απάντησε! Τα θες ή δε τα θες; (σιγή. στον Εστραγκόν). Είναι δικά σου. (ο Εστραγκόν τρέχει απότομα στα κόκαλα, τα μαζεύει κι αρχίζει να τα ροκανίζει). Δε μ' αρέσει. Ποτέ δεν ήξερα πως θ' αρνιόταν ένα κόκαλο. (κοιτά το Λάκι ανήσυχα). Ωραία θα 'ταν αν έπεφτεν άρρωστος μπρος μου! (ρουφά τη πίπα του).
Βλαντ. (ξεσπώντας). Είναι σκάνδαλο! (σιωπή. αναστατωμένος ο Εστραγκόν σταματά να μασουλά, κοιτά τους Πότζο και Βλαντιμίρ εναλλάξ. ο Πότζο είναι επιφανειακά ήρεμος κι ο Βλαντιμίρ σαστισμένος).
Πότζο. (στο Βλαντιμίρ). Υπαινίσσεσαι τίποτε συγκεκριμένο;
Βλαντ. (τραυλίζοντας αποφασιστικά). Το να μεταχειρίζεσαι έτσι έναν άνθρωπο... (δείχνει προς το Λάκι)... έτσι... νομίζω πως... όχι... μιαν ανθρώπινην ύπαρξη... όχι... είναι σκάνδαλο!
Εστρ. (συνεχίζει να μασουλά, δίχως να πτοείται). Είναι ντροπή!
Πότζο. Είσαι αυστηρός. (στο Βλαντιμίρ) Πόσων ετών είσαι, αν δεν είναι αδιάκριτη ερώτηση; (σιγή) Εξήντα; Εβδομήντα; (στον Εστραγκόν). Πόσων ετών θα 'λεγες πως είναι;
Εστρ. Έντεκα.
Πότζο. Είμαι θρασύς. (χτυπά τη πίπα του στο μαστίγιο και σηκώνεται). Πρέπει να πηγαίνω. Ευχαριστώ για τη συντροφιά σας. (σκέφτεται). Εκτός κι αν καπνίσω άλλη μια πίπα πριν φύγω. Τί λέτε; (δε λένε τίποτα). Ω δεν είμαι φανατικός καπνιστής, είμαι πολύ μικρός καπνιστής, δε συνηθίζω να καπνίζω δυο πίπες, τη μια πάνω στην άλλη, αυτό κάνει (βάζει το χέρι στη καρδιά, αναστενάζοντας). τη καρδιά μου να χτυπά γοργά. (σιγή). Είναι η νικοτίνη, τη ρουφά κανείς παρά τις προφυλάξεις του. (αναστενάζει). Ξέρετε πως είναι; (σιγή). Μα ίσως δε καπνίζετε; Ναι; Όχι; Δεν έχει σημασία. (σιγή). Αλλά πως θα καθίσω τώρα, δίχως καμώματα, τώρα που 'χω σηκωθεί; Δίχως να φαίνεται... θέλω να πω... δίχως να φαίνομαι να τρεκλίζω... Αφήστε με να δω... (σκέφτεται).
Εστρ. Α! Έτσι είναι καλύτερα. (βάζει τα κόκαλα στη τσέπη του).
Βλαντ. Ας πηγαίνουμε.
Εστρ. Τόσο σύντομα;
Πότζο. Μια στιγμή. (τραβά το σχοινί). Σκαμνί! (δείχνει με το μαστίγιό του. ο Λάκι ξαναπηγαίνει στη θέση του). Έγινε! (γεμίζει τη πίπα).
Βλαντ. (ορμητικά). Πάμε!
Πότζο. Ελπίζω να μη σας διώχνω. Περιμένετε λίγο ακόμα, δε θα το μετανιώσετε.
Εστρ. (μυρίζεται ευσπλαχνία). Δε βιαζόμαστε.
Πότζο. (αφού ανάβει τη πίπα). Η δεύτερη δεν είναι ποτέ τόσο γλυκειά... (βγάζει τη πίπα από το στόμα και την εξετάζει)... όσο η πρώτη εννοώ... (ξαναβάζει τη πίπα στο στόμα). Αλλά είναι γλυκειά παρολαυτά.
Βλαντ. Πηγαίνω.
Πότζο. Δε μπορεί ν' ανεχτεί άλλο τη παρουσία μου. Ίσως δεν είμαι ιδιαιτέρως ανθρώπινος, αλλά ποιός νοιάζεται; (στο Βλαντιμίρ). Σκέψου δυο φορές πριν κάμεις κάτι απερίσκεπτο. Υπόθεσε πως φεύγεις τώρα, ενώ είναι ακόμα μέρα. (κοιτάζουν όλοι τον ουρανό). Ωραία. (παύουν να κοιτούν). Τί συμβαίνει σ' αυτή τη περίπτωση στο ραντεβού σας μ' αυτόν τον ...Γκοντέ... Γκοντό... Γκοντέν... τέλος πάντων, καταλαβαίνετε ποιον εννοώ, που 'χει το μέλλον σας στα χέρια του... (παύση)... τουλάχιστον το άμεσο μέλλον σας.
Βλαντ. Ποιός στο 'πε;
Πότζο. Μου ξαναμιλά! Αν αυτό συνεχιστεί για πολύ ακόμα, σύντομα θα 'μαστε παλιοί φίλοι.
Εστρ. Γιατί δεν αφήνει κάτω τις αποσκευές;
Πότζο. Θα χαιρόμουνα πολύ να τονε γνωρίσω. Όσο περισσότερο κόσμο γνωρίζω, τόσο πιο ευτυχής γίνομαι. Από το πιο ταπεινό πλάσμα φεύγει κανείς πιο σοφός, πιο πλούσιος, πιο συνειδητοποιημένος για την ευτυχία του. Ακόμα κι εσείς...(τους κοιτάζει επιδεικτικά με τη σειρά για να βεβαιωθεί ότι κι οι δυο κατάλαβαν)... ακόμα κι εσείς, ποιός ξέρει, θα 'χετε προσθέσει στο απόθεμά μου...
Εστρ. Γιατί δεν αφήνει κάτω τις αποσκευές;
Πότζο. ...μα αυτό θα με ξάφνιαζε.
Βλαντ. Σου κάνανε μιαν ερώτηση.
Πότζο. (ευχαριστημένος). Ερώτηση! Ποιός; Τί; Πριν από μια στιγμή μ' αποκαλούσες κύριο κι έτρεμες, τώρα μου κάνεις ερωτήσεις; Τίποτε καλό δε θα βγει απ' αυτό!
Βλαντ. (στον Εστραγκόν). Νομίζω πως ακούει.
Εστρ. (περιστρέφεται γύρω από το Λάκι). Τί;
Βλαντ. Μπορείς να τονε ρωτήσεις τώρα. Είναι πανέτοιμος.
Εστρ. Να τονε ρωτήσω τί;
Βλαντ. Γιατί δεν αφήνει κάτω τις αποσκευές.
Εστρ. Αναρωτιέμαι.
Βλαντ. Ρώτα τον, δε μπορείς;
Πότζο. (που 'χει παρακολουθήσει αυτή τη συζήτηση μ' ανησυχία και προσοχή. φοβάται πως η ερώτηση πάει χαμένη). Θες να μάθεις γιατί δεν αφήνει κάτω τις αποσκευές, όπως τις αποκαλείς;
Βλαντ. Ακριβώς.
Πότζο. (στον Εστραγκόν). Είσαι σίγουρος ότι συμφωνείς μ' αυτό;
Εστρ. Ξεφυσά σα φάλαινα.
Πότζο. Η απάντηση είναι αυτή. (στον Εστραγκόν). Αλλά μείνε ήρεμος, σε ικετεύω, με κάνεις νευρικό!
Βλαντ. Εδώ!
Εστρ. Τί είναι;
Βλαντ. Είναι έτοιμος να μιλήσει. (ο Εστραγκόν πηγαίνει πλάι στο Βλαντιμίρ. ακίνητοι, πλάι-πλάι, περιμένουν).
Πότζο. Ωραία! Είναι όλοι έτοιμοι; Με κοιτούν όλοι; (κοιτά το Λάκι, τραβά το σχοινί. ο Λάκι σηκώνει το κεφάλι). Κοίτα με γουρούνι! (ο Λάκι τονε κοιτά). Ωραία! (βάζει τη πίπα στη τσέπη, βγάζει ένα μικρό ψεκαστήρα και ψεκάζει το λαρύγγι του, ξαναβάζει το ψεκαστήρα στη τσέπη). Είμαι έτοιμος. Ακούν όλοι; Είναι όλοι έτοιμοι; Με κοιτούν όλοι; (τους κοιτά όλους με τη σειρά, τραβά το σχοινί). Γουρούνι! (ο Λάκι σηκώνει το κεφάλι). Δε μ' αρέσει να μιλώ στο κενό. Ωραία. Για να δω. (σκέφτεται).
Εστρ. Φεύγω!
Πότζο. Τί ακριβώς ήθελες να μάθεις;
Βλαντ. Να, αυτός...
Πότζο. (θυμωμένα). Μη με διακόπτεις! (παύση. πιο ήρεμα). Αν μιλάμε όλοι μαζί, δε θα πάμε ποτέ πουθενά. (παύση). Τί έλεγα; (ο Βλαντιμίρ μιμείται κάποιον που μεταφέρει βαρύ φορτίο. ο Πότζο τονε κοιτά σαστισμένος).
Εστρ. (βίαια). Αποσκευές. (δείχνει στο Λάκι). Γιατί; Κράτα τες πάντα! (γέρνει ξεφυσώντας). Ποτέ μη τις βάλεις κάτω. (ανοίγει τα χέρια, ισιώνει το κορμί μ' ανακούφιση). Γιατί;
Πότζο. Α! Δε μπορούσες να το πεις από πριν; Γιατί δε νιώθει άνετα; Ας προσπαθήσουμε να το ξεκαθαρίσουμε. Δεν έχει το δικαίωμα να το κάνει; Βέβαια το 'χει. Έπεται πως δε θέλει. Υπάρχει αιτιολογία για σας. Και γιατί δε θέλει; (παύση). Κύριοι, ο λόγος είναι αυτός.
Βλαντ. (στον Εστραγκόν). Σημείωσέ το αυτό.
Πότζο. Θέλει να μ' εντυπωσιάσει, για να τονε κρατήσω.
Εστρ. Τί;
Πότζο. Ίσως δε κατάλαβα καλά. Θέλει να μ' εξευμενίσει για να παραιτηθώ από την ιδέα να φύγω μαζί του. Όχι, ούτε αυτό δεν είναι ακριβές.
Βλαντ. Θες να τονε ξεφορτωθείς;
Πότζο. Θέλει να με... αλλά δε θα το κάνει.
Βλαντ. Θες να τονε ξεφορτωθείς;
Πότζο. Φαντάζετε πως όταν δω πόσο καλά κρατά, θα μπω στον πειρασμό να τονε κρατήσω σ' αυτή τη κατάσταση.
Εστρ. Τονε βαρέθηκες;
Πότζο. Φαντάζετε πως όταν τονε δω ακούραστο θα μετανιώσω για την απόφασή μου. Αυτό είναι το άθλιο σχέδιό του. Σα να 'μουνα κανένας σκλαβος! (κοιτούν κι οι τρεις το Λάκι). Ο 'Ατλας, ο γιος του Βούδα. (σιγή). Λοιπόν, αυτό είναι νομίζω. Τίποτ' άλλο; (ψεκαστήρας).
Βλαντ. Θες να τονε ξεφορτωθείς;
Πότζο. Παρατήρησε ότι θα μπορούσα εξίσου καλά να 'μουνα στα παπούτσια του κι αυτός στα δικά μου. αν η τύχη δε το 'χε θελήσει αλλιώς. Στο καθένα ό,τι πρέπει.
Βλαντ. Θες να τονε ξεφορτωθείς;
Πότζο. Ορίστε;
Βλαντ. Θες να τονε ξεφορτωθείς;
Πότζο. Θέλω. Αλλ' αντί να τονε διώξω μακριά, όπως θα μπορούσα να κάνω, εννοώ αντί απλά να τονε διώξω με κλωτσιές στα πισινά, από τη καλωσύνη της καρδιάς μου, τονε πηγαίνω στο πανηγύρι, όπου ελπίζω να πιάσω μια καλή τιμή γι' αυτόν. Η αλήθεια είναι ότι δε μπορείς να διώξεις τέτοια πλάσματα. Το καλύτερο θα 'ταν να τα σκοτώσεις! (ο Λάκι κλαίει).
Εστρ. Κλαίει.
Πότζο. Τα παλιόσκυλα έχουνε πιότερη αξιοπρέπεια. (προσφέρει το μαντίλι του στον Εστραγκόν). Παρηγόρησέ τονε λοιπόν αφού τονε λυπάσαι. (ο Εστραγκόν διστάζει). Εμπρός! (ο Εστραγκόν παίρνει το μαντίλι). Σκούπισε τα δάκρυά του, θα νιώσει λιγότερο εγκαταλειμμένος. (ο Εστραγκόν διστάζει).
Βλαντ. Εδώ, δώστο σε μένα. Θα το κάνω γω. (ο Εστραγκόν αρνείται να δώσει το μαντίλι με παιδικές χειρονομίες).
Πότζο. Βιάσου πριν σταματήσει. (ο Εστραγκόν πλησιάζει το Λάκι και κάνει να σκουπίσει τα μάτια του ο Λάκι τονε κλωτσά δυνατά στα καλάμια. ο Εστραγκόν πετά το μαντίλι, οπισθοχωρεί, τρεκλίζει στη σκηνή ουρλιάζοντας από πόνο). Μαντίλι! (ο Λάκι αφήνει κάτω σάκο και καλάθι, μαζεύει το μαντίλι και του το δίνει, ξαναγυρίζει στη θέση του και τα ξανασηκώνει).
Εστρ. Ω! το γουρούνι! (τραβά το μπατζάκι). Με σακάτεψε!
Πότζο. Στο 'πα πως δε τ' αρέσουν οι ξένοι.
Βλαντ. (στον Εστραγκόν). Δείξε μου. (του δείχνει το πόδι του. στον Πότζο θυμωμένα). Αιμορραγεί!
Πότζο. Καλό σημάδι.
Εστρ. (στο 'να πόδι). Ποτέ ξανά δε θα περπατήσω!
Βλαντ. (τρυφερά). Θα σε μεταφέρω 'γω. (παύση)... Αν χρειαστεί.
Πότζο. Σταμάτησε να κλαίει. (στον Εστραγκόν). Τον αποκατέστησες, πράγματι. (λυρικά). Τα δάκρυα του κόσμου είναι σταθερή ποσότητα. Για καθένα που κλαίει, κάπου αλλού κάποιος άλλος σταματά. Το ίδιο ισχύει και για το γέλιο. (γελά). Ας μη κακολογούμε λοιπόν τη γενιά μας, δεν είναι διόλου πιο δυστυχισμένη από τους προκατόχους της. (παύση). Ας μη μιλάμε ούτε καλά γι' αυτή. (παύση. διακριτικά). Είναι αλήθεια πως ο πληθυσμός της γης έχει αυξηθεί.
Βλαντ. Προσπάθησε να περπατήσεις. (ο Εστραγκόν κάνει λίγα κουτσά βήματα, σταματά μπρος στο Λάκι και τονε φτύνει, μετά πηγαίνει και κάθεται στο λοφάκι).
Πότζο. Μάντεψε ποιός με δίδαξε όλα τούτα τα ωραία πράματα. (παύση. δείχνοντας το Λάκι) Ο Λάκι μου.
Βλαντ. (κοιτάζοντας τον ουρανό). Θα 'ρθει ποτέ η νύχτα;
Πότζο. Αλλά γι' αυτόν όλες μου οι σκέψεις, όλα μου τα αισθήματα, θα 'τανε συνηθισμένα πράματα. (παύση. μ' ασυνήθιστη σφοδρότητα). Επαγγελματικές έγνοιες! (πιο ήρεμα). Ομορφιά, χάρη, αλήθεια του πρώτου νερού, ήξερα πως όλα ήτανε πέρ' από μένα. Έτσι πήρα την απόφαση.
Βλαντ. (θαμπωμένος από την επιθεώρηση τ' ουρανού). Την απόφαση;
Πότζο. Αυτό έγινε περίπου πριν εξήντα χρόνια... (κοιτά το ρολόι του)... ναι περίπου εξήντα. (ορθώνεται περήφανα). Δε θα σκεφτόσουν να με κοιτάξεις, θα σκεφτόσουν; Σε σύγκριση μ' αυτόν φαίνομαι νεαρός, έτσι; (παύση). Καπέλο! (ο Λάκι αφήνει κάτω καλάθι και σάκο και βγάζει το καπέλο. τα μακριά λευκά μαλλιά του πέφτουνε στο πρόσωπο. βάζει το καπέλο κάτω από τη μασχάλη και σηκώνει σάκο και καλάθι). Τώρα κοίτα. (ο Πότζο βγάζει το καπέλο. είναι τελείως φαλακρός. ξαναβάζει το καπέλο). Είδες;
Βλαντ. Και τώρα τονε διώχνεις; Ένα τέτοιο παλιό και πιστόν υπηρέτη; (ο Πότζο ταράζεται όλο και περισσότερο). Αφού του ξεζούμισες ό,τι καλό είχε, τονε πετάς σα... σα μπανανόφλουδα; Ειλικρινά...
Πότζο. (στενάζοντας και σφίγγοντας με τα χέρια το κεφάλι). Δε μπορώ ν' αντέξω άλλο... τον τρόπο που γκρινιάζει... δεν έχεις ιδέα... είναι τρομερό... πρέπει να φύγει... (ανεμίζει τα χέρια)... Θα τρελαθώ... (καταρρέει, με το κεφάλι στα χέρια)... Δεν αντέχω άλλο... (σιγή. όλοι κοιτούνε τον Πότζο).
Βλαντ. Δε μπορεί να το αντέξει.
Εστρ. Δε μπορεί άλλο.
Βλαντ. Θα τρελαθεί.
Εστρ. Είναι τρομερό.
Βλαντ. (στο Λάκι). Πώς τολμάς; Είναι απαίσιο! Ένα τόσο καλό αφέντη! Να τονε σταυρώνεις έτσι! Μετά τόσα χρόνια; Τρομερό!
Πότζο. (κλαίγοντας). Ήταν τόσο ευγενικός... τόσο περιποιητικός... κι εξυπηρετικός... ο καλός μου άγγελος... και τώρα... με σκοτώνει...
Εστρ. (στο Βλαντιμίρ). Θέλει να τον αντικαταστήσει;
Βλαντ. Τί;
Εστρ. Θέλει να πάρει κάποιος τη θέση του ή όχι;
Βλαντ. Δε νομίζω.
Εστρ. Τί;
Βλαντ. Δε ξέρω.
Εστρ. Ρώτα τον.
Πότζο. (πιο ήρεμα). Κύριοι, δε ξέρω τι μ' έπιασε ξαφνικά. Συγχωρέστε με. Ξεχάστε όλα όσα είπα. (ολοένα και περισσότερο, ο παλιός του εαυτός). Δε θυμάμαι τί ήταν, αλλά μπορείτε να 'στε σίγουροι ότι δεν υπήρχε ούτε μια λέξη αλήθειας σ' αυτά. (ορθώνει το κορμί, χτυπώντας το στήθος). Φαίνομαι σαν άνθρωπος που μπορεί να 'ναι πλασμένος να υποφέρει; Ειλικρινά; (ψάχνει στις τσέπες). Τί έκανα τη πίπα μου;
Βλαντ. Ωραίο βράδυ θα 'χουμε.
Εστρ. Αξέχαστο.
Βλαντ. Και δε τελείωσε.
Εστρ. Προφανώς όχι.
Βλαντ. Είναι μόνον η αρχή.
Εστρ. Είναι τρομερό.
Βλαντ. Χειρότερο από τη παντομίμα.
Εστρ. Το τσίρκο.
Βλαντ. Το μιούζικ-χολ.
Εστρ. Το τσίρκο.
Πότζο. Πού πήγε αυτή η πίπα;
Εστρ. Είναι γελοίος. Λες κι έχασε τα ρούχα του. (δυνατά γέλια).
Βλαντ. Θα επιστρέψω. (πηγαίνει βιαστικά προς τα παρασκήνια).
Εστρ. Στο τέλος του διαδρόμου, αριστερά.
Βλαντ. Κράτα τη θέση μου. (βγαίνει).
Πότζο. Έχασα τη Καπ & Πέτερσόν μου!
Εστρ. (τραντάζεται από τα γέλια). Θα με πεθάνει αυτός!
Πότζο. (κοιτά πάνω). Μήπως είδατε... (βλέπει ότι λείπει ο Βλαντιμίρ) Ω! έφυγε! Χωρίς να πει αντίο! Πώς μπόρεσε; Θα μπορούσε να περιμένει!
Εστρ. Θα 'χε σκάσει.
Πότζο. Ω! (παύση). Ω, τότε βέβαια σ' αυτή τη περίπτωση...
Εστρ. Έλα δω.
Πότζο. Γιατί;
Εστρ. Θα δεις.
Πότζο. Θες να σηκωθώ;
Εστρ. Γρήγορα! (ο Πότζο σηκώνεται, πάει πλάι του κι εκείνος δείχνει μακριά). Κοίτα!
Πότζο. (αφού βάζει γυαλιά). Πω πω!
Εστρ. Τέλειωσαν όλα! (μπαίνει ο Βλαντιμίρ μελαγχολικός. σπρώχνει το Λάκι από το δρόμο του, κλωτσά το σκαμνί, πηγαινοέρχεται ταραγμένος).
Πότζο. Δεν είναι φχαριστημένος.
Εστρ. (στο Βλαντιμίρ) Έχασες κέρασμα. Κρίμα! (ο Βλαντιμίρ σταματά, ισιώνει το σκαμνί, πηγαινοέρχεται πιο ήρεμος).
Πότζο. Ηρέμησε. (κοιτάζοντας γύρω). Πράγματι όλα κοπάζουν. Μεγάλη ηρεμία πέφτει. (υψώνοντας το χέρι). 'Ακου! Ο Παν κοιμάται.
Βλαντ. Θα 'ρθει ποτέ η νύχτα; (κι οι τρεις τους κοιτάνε στον ουρανό).
Πότζο. Δε σου 'ρχεται να φύγεις ώσπου να 'ρθει;
Εστρ. Λοιπόν, βλέπεις;
Πότζο. Ε, είναι πολύ φυσικό, πολύ φυσικό. Εγώ ο ίδιος στη θέση σας, αν είχα ραντεβού μ' ένα Γκοντέν... Γκοντέ... Γκοντό... τέλος πάντων, ξέρετε ποιον εννοώ, θα περίμενα ώσπου να σκοτεινιάσει πριν τα παρατήσω. (κοιτά το σκαμνί). Θα 'θελα πολύ να καθίσω, μα δε ξέρω πως να το κάνω.
Εστρ. Μπορώ να βοηθήσω καθόλου;
Πότζο. Αν μου ζητούσες ίσως.
Εστρ. Τί;
Πότζο. Να καθίσω.
Εστρ. Αυτό θα 'τανε βοήθεια;
Πότζο. Θαρρώ ναι.
Εστρ. Μπρος. Κάθισε, κύριε, σε παρακαλώ.
Πότζο. Όχι, όχι, δε θα το σκεφτόμουν καν! (παύση. παράμερα). Ζήτα το πάλι.
Εστρ. Έλα, έλα, πάρε το κάθισμα, σ' εκλιπαρώ, θα πάθεις πνευμονία.
Πότζο. Αλήθεια; Το πιστεύεις;
Εστρ. Μα είναι απόλυτα βέβαιο.
Πότζο. Δίχως άλλο, έχεις δίκιο. (κάθεται) Τα κατάφερα πάλι! (παύση). Σ' ευχαριστώ αγαπητέ μου... (συμβουλεύεται το ρολόι)... μα πρέπει, ειλικρινά, να πηγαίνω, αν θέλω να κρατήσω το πρόγραμμά μου.
Βλαντ. Ο χρόνος σταμάτησε.
Πότζο. (κολλώντας το ρολόι στ' αφτί) Μη το πιστεύεις, κύριε, μη το πιστεύεις. (ξαναβάζει το ρολόι στη τσέπη). Ό,τι θες αλλά όχι αυτό.
Εστρ. (στον Πότζο). Όλα του φαίνονται μαύρα σήμερα.
Πότζο. Εκτός από το στερέωμα! (γελά ευχαριστημένος μ' αυτό το ευφυολόγημα). Αλλά βλέπω τι συμβαίνει, δεν είσαι απ' αυτά τα μέρη, δε ξέρεις τι μπορούν να κάνουνε τα δειλινά μας. Να σου πω; (σιγή. ο Εστραγκόν καταπιάνεται με τη μπότα πάλι κι ο Βλαντιμίρ με το καπέλο του). Δε μπορώ να σου αρνηθώ. (ψεκαστήρας). Λίγη προσοχή αν θέλετε. (Βλαντιμίρ & Εστραγκόν συνεχίζουν το βιολί τους, ο Λάκι έχει μισοκοιμηθεί. ο Πότζο χτυπά το μαστίγιο αδύναμα). Τί συμβαίνει με τούτο το μαστίγιο; (σηκώνεται και το χτυπά πιο δυνατά, τελικά μ' επιτυχία. ο Λάκι αναπηδά, το καπέλο του Βλαντιμίρ, η μπότα του Εστραγκόν, το καπέλο του Λάκι, πέφτουνε στο έδαφος. ο Πότζο πετά κάτω το μαστίγιο). 'Αχρηστο είναι πια τούτο το μαστίγιο. (κοιτά τους Βλαντιμίρ & Εστραγκόν). Τί έλεγα;
Βλαντ. Πάμε.
Εστρ. Μα βγάλε αυτό το βάρος από τα πόδια σου, σ' εκλιπαρώ, θα πεθάνεις.
Πότζο. Πράγματι. (κάθεται. στον Εστραγκόν). Πώς σε λένε;
Εστρ. 'Ανταμ.
Πότζο. (που δεν άκουσε). Α ναι! Η νύχτα. (σηκώνει το κεφάλι). Μα γίνε λίγο πιο προσεχτικός, για τ' όνομα του Θεού, αλλιώς δε θα πάμε ποτέ πουθενά. (κοιτά τον ουρανό). Κοίτα. (όλοι κοιτάνε τον ουρανό εξόν του Λάκι που ξαναλαγοκοιμάται και του τραβά πάλι το σχοινί). Θα κοιτάξεις τον ουρανό, γουρούνι! (ο Λάκι κοιτά τον ουρανό). Τί ασυνήθιστο υπάρχει σ' αυτόν; Ένας ουρανός. Χλωμός και φωτεινός όπως οποιοσδήποτε ουρανός αυτή την ώρα. (παύση). Σ' αυτά τα γεωγραφικά πλάτη. (παύση). Όταν ο καιρός είναι καλός. (λυρικά). Πριν από μιαν ώρα... (κοιτά το ρολόι. πεζά)... περίπου... (λυρικά)... μόλις είχαμε μπει... (διστάζει. πεζά)... ας πούμε στις δέκα το πρωί... (λυρικά)... αδιάκοποι χείμαρροι από κόκκινο και λευκό φως, που τώρα αρχίζει να χάνει τη λαμπρότητά του, να γίνεται χλωμό... (χειρονομεί και με τα δυο χέρια και σταδιακά ηρεμεί)... χλωμό, όλο και πιο χλωμό, πιο χλωμό, ώσπου... (δραματική παύση, πλατειά χειρονομία δυο χεριών που τινάζονται)... πφφ! Τέλειωσε! Σταματά να ξεκουραστεί. Αλλά... (με το χέρι σηκωμένο σε παραίνεση)... πίσω απ' αυτό το πέπλο ευγένειας και γαλήνης, η νύχτα ορμά... (ζωηρά) και θα ξεσπάσει πάνω μας...(κροταλίζει τα δάχτυλα)... ποπ! Έτσι! (η έμπνευση τον εγκαταλείπει). Ακριβώς όταν τη περιμένουμε λιγότερο. (σιγή. άκεφα). Να πως γίνεται σ' αυτή τη κακιά γη.
Εστρ. Αρκεί να ξέρει κανείς.
Βλαντ. Μπορεί να περιμένει κανείς την ώρα του.
Εστρ. Ξέρει κανείς τί να περιμένει.
Βλαντ. Δε χρειάζεται ν' ανησυχεί άλλο.
Πότζο. Απλά να περιμένει.
Βλαντ. Έχουμε συνηθίσει σ' αυτό. (παίρνει το καπέλο, κοιτά μέσα, το κουνά, το φορά).
Πότζο. Πώς με βρήκατε; (οι Βλαντιμίρ & Εστραγκόν τονε κοιτούν ανέκφραστα). Καλά; Ωραία; Μέτρια; Αξιολύπητα; Κατηγορηματικώς άσχημα;
Βλαντ. (που καταλαβαίνει πρώτος). Ω, πολύ καλά, πάρα πολύ καλά.
Πότζο. (στον Εστραγκόν). Κι εσείς κύριε;
Εστρ. Ω, δίσκος, ήχος καμπάνας, δίσκος, δίσκος, δίσκος, καμπάνας.
Πότζο. (φλογερά). Βλογημένοι να 'στε κύριοι, βλογημένοι! (παύση). Είχα τόσην ανάγκη από ενθάρρυνση. (παύση). Εξασθένησα λίγο προς το τέλος, δε το προσέξατε;
Βλαντ. Ω, ίσως, αλλά πάρα πολύ λίγο.
Εστρ. Νόμιζα ήτο σκόπιμον.
Πότζο. Βλέπετε η μνήμη μου είναι ελαττωματική. (σιγή).
Εστρ. Στο μεταξύ, τίποτα δε συμβαίνει.
Πότζο. Το βρίσκετε βαρετό;
Εστρ. Κάπως.
Πότζο. (στο Βλαντιμίρ). Κι εσείς κύριε;
Βλαντ. Έχω διασκεδάσει και καλύτερα. (σιγή).
Πότζο. (παλεύει μέσα του). Κύριοι, υπήρξατε... ευγενικοί μαζί μου.
Εστρ. Διόλου.
Βλαντ. Τί ιδέα!
Πότζο. Ναι, ναι υπήρξατε σωστοί. Έτσι, που αναρωτιέμαι αν μπορώ να κάνω κάτι με τη σειρά μου γι' αυτούς τους τίμιους ανθρώπους, που περνάνε τόσο... τόσο πληκτικά.
Εστρ. Ακόμα και δέκα φράγκα θα 'ταν ευπρόσδεκτα.
Βλαντ. Δεν ήμαστε ζητιάνοι!
Πότζο. Μπορώ να κάνω κάτι, αναρωτιέμαι, για να τους ευθυμήσω; Τους έδωσα κόκαλα, τους μίλησα για τούτο και για τ' άλλο, ερμήνευσα το σούρουπο, ομολογουμένως. Αλλά ήταν αρκετά; Αυτό με βασανίζει, ήταν αρκετά;
Εστρ. Ακόμα και πέντε.
Βλαντ. (στον Εστραγκόν, αγανακτισμένα). Αρκετά!
Εστρ. Δε θα μπορούσα να δεχτώ λιγότερα.
Πότζο. Είναι αρκετά; Δίχως άλλο. Αλλά είμαι ανοιχτοχέρης. Είναι στο χαρακτήρα μου. Σήμερα το βράδυ. Τόσο το χειρότερο για μένα. (τραβά το σχοινί, ο Λάκι τονε κοιτά). Γιατί θα υποφέρω γι' αυτό, δεν υπάρχει αμφιβολία. (παίρνει το μαστίγιο). Τί προτιμάτε; Θα τονε βάλουμε να χορέψει ή να τραγουδήσει ή να σκεφτεί ή...
Εστρ. Ποιόν;
Πότζο. Ποιόν; Ξέρετε σεις οι δυο να σκέφτεστε;
Βλαντ. Σκέφτεται;
Πότζο. Βέβαια. Δυνατά. Μάλιστα, σκεφτότανε πολύ έξυπνα κάποτε, μπορούσα να τον ακούω για ώρες. Τώρα... (ανατριχιάζει). Τόσο το καλύτερο για μένα. Λοιπόν, θα θέλατε να σκεφτεί κάτι για μας;
Εστρ. Θα προτιμούσα να χορέψει, θα 'τανε πιο διασκεδαστικό.
Πότζο. Όχι αναγκαία.
Εστρ. Ντιντί, δε θα 'τανε πιο διασκεδαστικό;
Βλαντ. Θα μου άρεσε πολύ να τον ακούω να σκέφτεται.
Εστρ. Ίσως θα μπορούσε να χορέψει πρώτα και να σκεφτεί μετά, αν δεν είναι πάρα πολύ να του το ζητήσουμε.
Βλαντ. (στον Πότζο). Είναι δυνατόν αυτό;
Πότζο. Ασφαλώς, τίποτα πιο απλό. Είναι η φυσική τάξη (γελά κοφτά).
Βλαντ. Τότε, ας χορέψει. (σιγή).
Πότζο. Ακούς γουρούνι;
Εστρ. Δεν αρνιέται ποτέ;
Πότζο. Αρνήθηκε μια φορά. (σιγή). Χόρεψε άθλιε! (ο Λάκι αφήνει κάτω καλάθι, σάκο, πανωφόρι και σκαμνί, προχωρά μπρος, στρέφεται στον Πότζο και χορεύει. σταματά).
Εστρ. Αυτό είναι όλο;
Πότζο. Πάλι! (ο Λάκι εκτελεί τις ίδιες κινήσεις. σταματά).
Εστρ. Πφφ! Το κάνω το ίδιο καλά κι εγώ. (μιμείται το Λάκι, παραλίγο να πέσει). Με λίγη εξάσκηση.
Πότζο. Χόρευε φαραντόλ, φλινγκ, μπράουλ, τζιγκ, φαντάνγκο κι ακόμα το χορό με τη τσαμπούνα. Χοροπηδούσε. Από χαρά. Τώρα αυτό είναι το καλύτερο που μπορεί να κάνει. Ξέρετε πως το αποκαλεί;
Εστρ. Η Αγωνία Του Αποδιοπομπαίου Τράγου.
Βλαντ. Το Σκληρό Σκαμνί.
Πότζο. Το Δίχτυ. Νομίζει ότι μπερδεύτηκε σε δίχτυ.
Βλαντ. (συστρέφεται νευρικά). Θα υπάρχει κάποιο νόημα σ' αυτό... (ο Λάκι κάνει να γυρίσει στα φορτία του).
Πότζο. Όου! (ο Λάκι γίνεται άκαμπτος).
Εστρ. Για πες μας για κείνη τη φορά που αρνήθηκε.
Πότζο. Ευχαρίστως, ευχαρίστως. (ψάχνει τις τσέπες του). Περιμένετε. (συνεχίζει να ψάχνει). Τί έγινε ο ψεκαστήρας μου; (ψάχνει). Λοιπόν, τώρα δεν είναι... (κοιτά πάνω, κατάπληξη ζωγραφίζεται στο πρόσωπό του. άτολμα). Δε μπορώ να βρω τον εξολοθρευτή μου!
Εστρ. (άτονα). Το αριστερό μου πνευμόνι είναι πολύ εξασθενημένο! (βήχει αδύναμα. με ηχηρό τόνο). Αλλά το δεξί μου πνευμόνι είναι γερό σα καμπάνα!
Πότζο. (φυσικά). Δεν έχει σημασία! Τί έλεγα; (σκέφτεται). Περιμένετε. (σκέφτεται). Λοιπόν τώρα δεν είναι που... (σηκώνει το κεφάλι). Βοηθήστε με!
Εστρ. Περίμενε!
Βλαντ. Περίμενε!
Πότζο. Περιμένετε! (κι οι τρεις τους βγάζουνε τα καπέλα ντέρμπι, -που φοράν όλοι εξ αρχής-, πιέζουνε τα μέτωπά τους, συγκεντρώνονται).
Εστρ. (θριαμβευτικά). Α!
Βλαντ. Το βρήκε.
Πότζο. (ανυπόμονα). Λοιπόν;
Εστρ. Γιατί δεν αφήνει κάτω τις αποσκευές του;
Βλαντ. Ανοησίες!
Πότζο. Είσαι σίγουρος;
Βλαντ. Που να πάρει, μας το 'πες κιόλας!
Πότζο. Σας το 'πα κιόλας;
Εστρ. Μας το 'πε κιόλας;
Βλαντ. Όπως και να 'χει, τις άφησε κάτω.
Εστρ. (ρίχνει ματιές στο Λάκι). Ώστε έτσι; Και λοιπόν;
Βλαντ. Αφού τις άφησε κάτω, είναι αδύνατο να τονε ρωτήσουμε γιατί δε το κάνει.
Πότζο. Πολύ λογικό!
Εστρ. Και γιατί τις άφησε κάτω;
Πότζο. Απάντησέ μας σ' αυτό.
Βλαντ. Για να χορέψει.
Εστρ. Πράγματι!
Πότζο. Πράγματι! (σιγή. φοράνε τα καπέλα τους).
Εστρ. Τίποτα δε συμβαίνει, κανείς δεν έρχεται, κανείς δε φεύγει, είναι τρομερό!
Βλαντ. (στον Πότζο). Πες του να σκεφτεί.
Πότζο. Δώστου το καπέλο του.
Βλαντ. Το καπέλο του;
Πότζο. Δε μπορεί να σκεφτεί χωρίς το καπέλο του.
Βλαντ. (στον Εστραγκόν) Δώστου το καπέλο του.
Εστρ. Εγώ; Μετ' απ' αυτά που μου 'κανε; Ποτέ!
Βλαντ. Θα του το δώσω γω. (δε κινείται).
Εστρ. (στον Πότζο). Πες του να πάει να το πάρει.
Πότζο. Είναι προτιμότερο να του το δώσεις εσύ.
Βλαντ. Θα του το δώσω. (σηκώνει το καπέλο κι απλώνοντας το χέρι, το προσφέρει στο Λάκι, που δε κινείται).
Πότζο. Πρέπει να το βάλεις στο κεφάλι του.
Εστρ. (στον Πότζο). Πες του να το πάρει.
Πότζο. Είναι προτιμότερο να του το βάλει στο κεφάλι.
Βλαντ. Θα το βάλω γω στο κεφάλι του. (περιτριγυρίζει το Λάκι, πηγαίνει πίσω του, τονε πλησιάζει προσεχτικά, του βάζει το καπέλο στο κεφάλι κι οπισθοχωρεί γοργά. ο Λάκι δε κινείται. σιγή).
Εστρ. Τί περιμένει;
Πότζο. Κάντε πίσω! (οι Βλαντιμίρ & Εστραγκόν ξεμακραίνουν, τραβά το σχοινί. ο Λάκι τονε κοιτά). Σκέψου, γουρούνι! (σιγή. ο Λάκι αρχίζει να χορεύει). Σταμάτα! (σταματά). Εμπρός! (ο Λάκι προχωρά). Σταμάτα! (σταματά). Εμπρός! (προχωρά). Σταμάτα! (σταματά). Σκέψου! (σιγή).
Λάκι. Από την άλλη μεριά, σε σχέση με...
Πότζο. Σταμάτα! (σταματά). Πίσω! (κάνει πίσω). Σταμάτα! (σταματά). Γύρνα! (ο Λάκι στρέφεται προς το κοινό). Σκέψου!
(ο Λάκι ξεκινά έν ασυνάρτητο κι ακατάσχετο λογύδριο, χώρις στίξη και νόημα και που διαρκεί κάμποσο, όπου οι ακούοντές του αντιδρούνε σταδιακά ως εξής: Βλαντιμίρ & Εστραγκόν, με μεγάλη προσοχή, Πότζο αποθαρρυμένα, βαρυεστημένα κι αηδιασμένα. Βλαντ & Εστρ αρχίζουν να διαμαρτύρονται και τα βάσανα του Πότζο μεγαλώνουν. Βλαντ & Εστρ εντείνουνε πάλι τη προσοχή τους, ο Πότζο βογγά ολοένα και πιο ταραγμένος. Βλαντ & Εστρ διαμαρτύρονται βίαια, ο Πότζο αναπηδά, τραβά το σχοινί. Γενική κατακραυγή. ο Λάκι τραβά το σχοινί, τρεκλίζει, ξεφωνίζει το κείμενό του. Τέλος, κι τρεις τους ρίχνονται πάνω του ενώ κείνος παλεύει και προσπαθεί να συνεχίσει το λογύδριο, προς το τέλος και μετά την επίθεση των τριών, αλαλάζει τις τελευταίες φράσεις).


Πότζο. Το καπέλο του! (ο Βλαντιμίρ αρπάζει το καπέλο του Λάκι, που πέφτει κάτω. σιγή απόλυτη. λαχάνιασμα από τους ...νικητές).
Εστρ. Εκδικήθηκε! (ο Βλαντιμίρ εξετάζει το καπέλο, κοιτά μέσα του).
Πότζο. Δώστο μου! (αρπάζει το καπέλο, το ρίχνει στο πάτωμα, το πατά). Υπάρχει ένας σκοπός στη σκέψη του!
Βλαντ. Αλλά θα μπορέσει να περπατήσει;
Πότζο. Να περπατήσει ή να συρθεί! (κλωτσά τον πεσμένο Λάκι) Πάνω γουρούνι!
Εστρ. Μπορεί να πέθανε.
Βλαντ. Θα τονε σκοτώσεις.
Πότζο. Πάνω κάθαρμα! (τραβά το σχοινί). Βοηθήστε με!
Βλαντ. Πώς;
Πότζο. Σηκώστε τον επάνω! (Βλαντ & Εστρ σηκώνουν όρθιο το Λάκι, τον αφήνουν και ξαναπέφτει).
Εστρ. Το κάνει επίτηδες!
Πότζο. Πρέπει να τονε κρατήσετε. (παύση) Ελάτε, μπρος σηκώστε τον!
Εστρ. Δε πάει στο διάολο!
Βλαντ. Έλα, άλλη μια φορά.
Εστρ. Για ποιούς μας περνά; (σηκώνουνε το Λάκι, τονε κρατάν όρθιο).

Πότζο. Μη τον αφήσετε να φύγει! (Βλαντ & Εστρ τρεκλίζουνε). Μη κινείστε! (φέρνει τσάντα και καλάθι στο Λάκι). Κράτα τα γερά! (τα βάζει στα χέρια του Λάκι μα κείνος τα πετά κάτω αμέσως). Μη τον αφήσετε να φύγει! (τα ξαναβάζει στα χέρια του Λάκι κι εκείνος με τ' άγγιγμά τους σιγά-σιγά συνέρχεται και τα πιάνει). Κρατάτε τονε γερά! Τώρα μπορείτε να τον αφήσετε. (Βλαντ & Εστρ απομακρύνονται κι ο Λάκι στραβοπατά, παραπαίει, μα καταφέρνει να παραμείνει ορθός, με τσάντα και καλάθι στα χέρια. ο Πότζο κάνει μερικά βήματα πίσω, χτυπά το μαστίγιο). Μπρος! (ο Λάκι παραπατά προς τα μπρος). Πίσω! (το ίδιο και προς τα πίσω) Γύρνα! (γυρνά). Τα κατάφερε! Μπορεί να περπατήσει. (στρέφεται προς τους άλλους δυο). Σας ευχαριστώ κύριοι... κι επιτρέψτε μου...(ψάχνει τις τσέπες του)... επιτρέψτε μου να σας ευχηθώ... (ψάχνει)... τί το 'κανα το ρολόι μου; (ψάχνει). Ένα γνήσιο άλογο κυνηγιού κύριοι, με φοβερό μηχανισμό! (κλαίει μ' αναφιλητά). Ο μπαμπάς μου το 'δωσε! (ψάχνει στο πάτωμα και μαζί του ψάχνουνε κι άλλοι δυο. αναποδογυρίζει με το πόδι του, τα υπολείμματα του καπέλου του Λάκι). Λοιπόν, τώρα δεν είναι αυτό που...
Βλαντ. Ίσως είναι στο στομάχι σου.
Πότζο. Περιμένετε! (διπλώνεται στα δυο να φτάσει με τ' αφτί του το στομάχι του, αφουγκράζεται. σιγή). Δεν ακούω τίποτα. (γνέφει να πλησιάσουν. Βλαντ & Εστρ πάνε κοντά και σκύβουνε στο στομάχι του). Σίγουρα, θα 'πρεπε ν' ακούμε το τικ-τακ.
Βλαντ. Σιωπή! (όλοι ακούνε διπλωμένοι στα δυο).

Εστρ. Ακούω κάτι.
Πότζο. Που;
Βλαντ. Είναι η καρδιά.
Πότζο. (απογοητευμένα). Ανάθεμα!
Βλαντ. Σιωπή!
Εστρ. Ίσως σταμάτησε. (ισιώνουνε τα κορμιά τους).
Πότζο. Ποιός από σας μυρίζει τόσον άσχημα;
Εστρ. Αυτός έχει δύσοσμην αναπνοή κι εμένα βρωμάνε τα πόδια μου.
Πότζο. Πρέπει να πηγαίνω.
Εστρ. Και τ' άλογό σου;
Πότζο. Πρέπει να τ' άφησα στο κτήμα. (σιγή).
Εστρ. Τότε αντίο.
Πότζο. Αντίο.
Βλαντ. Αντίο.
Πότζο. Αντίο. (σιγή. κανείς δε κινείται).
Βλαντ. Αντίο.
Πότζο. Αντίο.
Εστρ. Αντίο. (σιγή).
Πότζο. Κι ευχαριστώ.
Βλαντ. Ευχαριστώ.
Πότζο. Τίποτα.
Εστρ. Ναι, ναι.
Πότζο. Όχι, όχι.
Βλαντ. Ναι, ναι.
Εστρ. Όχι, όχι. (σιγή).
Πότζο. Δε νομίζω πως μπορώ... (παρατεταμένος δισταγμός)... να φύγω.
Εστρ. Αυτή είναι η ζωή. (ο Πότζο στρέφεται, απομακρύνεται από το Λάκι προς τα παρασκήνια, τραβώντας το σχοινί).
Βλαντ. Παίρνεις λάθος δρόμο.
Πότζο. Πρέπει να πάρω φόρα. (έχοντας φτάσει στο τέλος του σχοινιού, σταματά, στρέφεται και φωνάζει). Κάντε πίσω! (Βλαντ & Εστρ παραμερίζουνε. κοιτάνε τον Πότζο. χτύπημα μαστιγίου). Μπρος! Εμπρός!
Εστρ. Εμπρός!
Βλαντ. Εμπρός! (ο Λάκι απομακρύνεται).
Πότζο. Πιο γρήγορα! (Βλαντ & Εστρ ανεμίζουνε τα καπέλα τους καθώς περνά με το Λάκι μπρος). Εμπρός! Εμπρός! (έτοιμος να εξαφανιστεί με τη σειρά του, σταματά και στρέφεται. το σχοινί τεντώνει. θόρυβος από το Λάκι που τρεκλίζει). Σκαμνί! (ο Βλαντ του φέρνει το σκαμνί κι αυτός το πετά στο Λάκι). Αντίο.
Βλαντ & Εστρ (ανεμίζουνε τα καπέλα τους). Αντίο! Αντίο!
Πότζο. Πάνω γουρούνι! (θόρυβος από το Λάκι που σηκώνεται). Μπρος! (βγαίνουνε κι οι φωνές του ακούγονται όλο και πιο απομακρυσμένες). Πιο γρήγορα! Μπρος! Αντίο! Γουρούνι! Γιπ! Αντίο! (παρατεταμένη σιγή).
Βλαντ. Έτσι πέρασε κι η ώρα.
Εστρ. Θα 'χε περάσει οπωσδήποτε.
Βλαντ. Ναι αλλά όχι και τόσο γρήγορα. (παύση).
Εστρ. Τί κάνουμε τώρα;
Βλαντ. Δε ξέρω.
Εστρ. Ας πηγαίνουμε.
Βλαντ. Δε μπορούμε.
Εστρ. Γιατί όχι;
Βλαντ. Περιμένουμε τον Γκοντό.
Εστρ. (απελπισμένα). Α! (παύση).
Βλαντ. Πώς αλλάξανε!
Εστρ. Ποιοί;
Βλαντ. Αυτοί οι δυο.
Εστρ. Αυτό είναι το θέμα. Ας συζητήσουμε λιγάκι.
Βλαντ. Έτσι δεν είναι;
Εστρ. Τί;
Βλαντ. Αλλάξανε.
Εστρ. Κατά πάσα πιθανότητα. Όλοι αλλάζουν. Μόνο μεις δε μπορούμε.
Βλαντ. Πολύ πιθανόν. Είναι βέβαιο. Δε τους είδες;
Εστρ. Θαρρώ πως τους είδα μα δε τους ξέρω.
Βλαντ. Ναι τους ξέρεις.
Εστρ. Όχι δε τους ξέρω.
Βλαντ. Τους ξέρουμε σου λέω. Ξεχνάς τα πάντα. (παύση. στον εαυτό του). Εκτός κι αν δεν είναι οι ίδιοι...
Εστρ. Γιατί δε μας αναγνωρίζουνε τότε;
Βλαντ. Αυτό δε σημαίνει τίποτα. Κι εγώ προσποιήθηκα ότι δε τους αναγνώρισα. Κι έπειτα κανείς ποτέ δε μας αναγνωρίζει.
Εστρ. Ξέχνα το. Αυτό που χρειαζόμαστε... Όου! (ο Βλαντ δεν αντιδρά). Όου!
Βλαντ. (στον εαυτό του). Εκτός κι αν δεν είναι το ίδιο...
Εστρ. Ντιντί! Είναι το άλλο πόδι! (πηγαίνει κουτσαίνοντας προς το λοφάκι).
Βλαντ. Εκτός κι αν δεν είναι το ίδιο...
Αγόρι. (από μακριά). Κύριε! (ο Εστρ σταματά κι οι δυο κοιτάζουνε προς τη φωνή).
Εστρ. Απομακρυνόμαστε πάλι.
Βλαντ. Πλησίασε παιδί μου. (μπαίνει το Αγόρι δειλά. σταματά).
Αγόρι. Κύριε 'Αλμπερτ...;
Βλαντ. Ναι.
Εστρ. Τί θέλεις;
Βλαντ. Πλησίασε. (το Αγόρι δε κινείται).
Εστρ. (βίαια). Θα πλησιάσεις; (το Αγόρι προχωρεί διστακτικά). Τί σε κράτησε τόσον αργά;
Βλαντ. Έχεις κάποιο μήνυμα από τον κύριο Γκοντό;
Αγόρι. Μάλιστα κύριε.
Βλαντ. Λοιπόν τί είναι;
Εστρ. Τί σε κράτησε τόσον αργά; (το Αγόρι τους κοιτά με τη σειρά, μη ξέροντας σε ποιόν πρέπει ν' απαντήσει).
Βλαντ. (στον Εστρ). 'Ασε τον ήσυχο.
Εστρ. (βίαια). Εσύ άσε με ήσυχο! (προχωρώντας στο Αγόρι). Ξέρεις τί ώρα είναι;
Αγόρι. (μαζεύεται). Δε φταίω γω κύριε.
Εστρ. Και ποιός φταίει; Εγώ;
Αγόρι. Φοβόμουνα κύριε.
Εστρ. Τί φοβόσουν; Εμάς; (παύση). Απάντησέ μου!
Βλαντ. Ξέρω τί είναι, φοβότανε τους άλλους.
Εστρ. Πόσην ώρα είσαι δω;
Αγόρι. Λίγην ώρα κύριε.
Βλαντ. Φοβόσουνα το μαστίγιο;
Αγόρι. Μάλιστα κύριε.
Βλαντ. Τους δυο μεγαλόσωμους άντρες;
Αγόρι. Μάλιστα κύριε.
Βλαντ. Τους ξέρεις;
Αγόρι. Όχι κύριε.
Βλαντ. Είσαι ντόπιος; (σιγή). Ανήκεις σ' αυτά τα μέρη;
Αγόρι. Μάλιστα κύριε.
Εστρ. Είναι όλα ψέμματα. (τραντάζοντας το Αγόρι από τους ώμους). Πες μας την αλήθεια.
Αγόρι. (τρέμοντας). Μα είναι αλήθεια κύριε!

Βλαντ. Δε τον αφήνεις ήσυχο; Τί έχεις πάθει; (ο Εστρ λευτερώνει το Αγόρι, απομακρύνεται σκεπάζοντας το πρόσωπό του με τα χέρια του. ο Βλαντ και το Αγόρι τονε παρατηρούν. ο Εστρ ρίχνει τα χέρια και το πρόσωπό του είναι συσπασμένο). Τί σου συμβαίνει;
Εστρ. Είμαι δυστυχισμένος.
Βλαντ. Μη μου πεις! Από πότε;
Εστρ. Έχω ξεχάσει.
Βλαντ. Τί περίεργα παιγνίδια που παίζει η μνήμη! (ο Εστρ προσπαθεί να μιλήσει, το μετανιώνει, κουτσαίνει στη θέση του, κάθεται κάτω κι αρχίζει να βγάζει τις μπότες του. στο Αγόρι). Λοιπόν;
Αγόρι. Ο κύριος Γκοντό...
Βλαντ. Σ' έχω δει πριν, έτσι δεν είναι;
Αγόρι. Δε ξέρω κύριε.
Βλαντ. Δε με ξέρεις;
Αγόρι. Όχι κύριε.
Βλαντ. Αυτή είναι η πρώτη σου φορά;
Αγόρι. Μάλιστα κύριε. (σιγή).
Βλαντ. Λόγια, λόγια! (παύση). Μίλα!
Αγόρι. (ορμητικά). Ο κύριος Γκοντό μου 'πε να σας πω, ότι δε θα 'ρθει απόψε, αλλά οπωσδήποτε αύριο. (σιγή).
Βλαντ. Αυτό είναι όλο;
Αγόρι. Μάλιστα κύριε. (σιγή).
Βλαντ. Εργάζεσαι για τον κύριο Γκοντό;
Αγόρι. Μάλιστα κύριε.
Βλαντ. Τί κάνεις;
Αγόρι. Προσέχω τις κατσίκες, κύριε.
Βλαντ. Είναι καλός μαζί σου;
Αγόρι. Μάλιστα κύριε.
Βλαντ. Δε σε χτυπά;
Αγόρι. Χτυπά τον αδελφό μου, κύριε.
Βλαντ. Α, έχεις αδελφό;
Αγόρι. Μάλιστα κύριε.
Βλαντ. Τί κάνει;
Αγόρι. Προσέχει τα πρόβατα, κύριε.
Βλαντ. Και γιατί σένα δε σε χτυπά;
Αγόρι. Δε ξέρω κύριε.
Βλαντ. Πρέπει να σ' αγαπά.
Αγόρι. Δε ξέρω κύριε. (σιγή).
Βλαντ. Σου δίνει αρκετά για να φας; Σε τρέφει καλά;
Αγόρι. (διστάζει). Πολύ καλά κύριε.
Βλαντ. Δεν είσαι δυστυχισμένος; Μ' ακούς;
Αγόρι. (διστάζει πάλι). Μάλιστα κύριε.
Βλαντ. Λοιπόν;
Αγόρι. Δε ξέρω κύριε.
Βλαντ. Δε ξέρεις αν είσαι δυστυχισμένος ή όχι;
Αγόρι. Όχι κύριε.
Βλαντ. Είσαι στην ίδια κατάσταση με μένα. (σιγή). Πού κοιμάσαι;
Αγόρι. Στη σοφίτα κύριε.
Βλαντ. Μαζί με τον αδελφό σου;
Αγόρι. Μάλιστα κύριε.
Βλαντ. Στο σανό;
Αγόρι. Μάλιστα κύριε. (σιγή).
Βλαντ. Εντάξει, μπορείς να πηγαίνεις.
Αγόρι. Τί να πω στον κύριο Γκοντό, κύριε;
Βλαντ. Πες του... (διστάζει)... πες του ότι μας είδες. (παύση). Μας είδες, έτσι δεν είναι;
Αγόρι. Μάλιστα κύριε. (κάνει μερικά βήματα και βγαίνει τρέχοντας. το φως εξασθενίζει. γίνεται νύχτα. το φεγγάρι φαίνεται πίσω, ανεβαίνει στον ουρανό, μένει ακίνητο, ρίχνοντας χλωμό φως στη σκηνή).
Βλαντ. Επιτέλους! (ο Εστρ σηκώνεται και πάει προς το Βλαντ κρατώντας μια μπότα σε κάθε χέρι. τις αφήνει κάτω στην άκρη της σκηνής και κοιτά το φεγγάρι). Τί κάνεις;

Εστρ. Χλώμιασε από τη κούραση.
Βλαντ. Ε;
Εστρ. Που σκαρφάλωσε στον ουρανό και κοιτά τους ομοίους μας.
Βλαντ. Τις μπότες σου, τί κάνεις με τις μπότες σου;
Εστρ. (στρέφεται και κοιτά τις μπότες). Τις αφήνω δω. (παύση). Ένας άλλος θα 'ρθει, ακριβώς όπως...όπως...όπως εγώ, αλλά με μικρότερα πόδια και θα τονε κάνουν ευτυχή.
Βλαντ. Μα δε μπορείς να φύγεις ξυπόλητος!
Εστρ. Ο Χριστός αυτό έκανε.
Βλαντ. Ο Χριστός! Τί έχει να κάνει ο Χριστός μαζί μας; Πας να συγκρίνεις τον εαυτό σου με το Χριστό;
Εστρ. Σ' όλη μου τη ζωη αυτό έκανα.
Βλαντ. Αλλά κει που ζούσε, είχε ζέστη, ήτανε στεγνά!
Εστρ. Ναι και τονε σταυρώσανε γρήγορα. (σιγή).
Βλαντ. Δεν έχουμε τίποτα να κάνουμε δω.
Εστρ. Ούτε πουθενά αλλού.
Βλαντ. Α Γκογκό μη συνεχίζεις έτσι. Αύριο όλα θα 'ναι καλύτερα.
Εστρ. Πώς τα βγάζεις πέρα;
Βλαντ. Δεν άκουσες τί είπε το παιδί;
Εστρ. Όχι.
Βλαντ. Είπε πως ο Γκοντό οπωσδήποτε θα 'ρθει αύριο. (παύση). Τί λες γι' αυτό;
Εστρ. Τότε το μόνο που 'χουμε να κάνουμε είναι να περιμένουμε δω.
Βλαντ. Είσαι τρελός; Πρέπει να 'χουμε κάλυψη. (του πιάνει το χέρι). Έλα. (τονε σέρνει πίσω του. αρχικά ο Εστρ παραδίνεται μα μετά αντιστέκεται. σταματούν).
Εστρ. (κοιτάζοντας το δέντρο). Κρίμα που δεν έχουμε λίγο σχοινί;
Βλαντ. Έλα. Κάνει κρύο. (τονε σέρνει πίσω. όπως πριν).
Εστρ. Θύμησέ μου να φέρω ένα κομμάτι σχοινί αύριο.
Βλαντ. Ναι, έλα. (τονε σέρνει πίσω. όπως πριν).
Εστρ. Πόσο καιρό είμαστε μαζί τώρα;
Βλαντ. Δε ξέρω. Ίσως πενήντα χρόνια.
Εστρ. Θυμάσαι τη μέρα που ρίχτηκα στο Ροδανό;
Βλαντ. Είχαμε τρύγο.
Εστρ. Μ' έβγαλες έξω.
Βλαντ. Όλ' αυτά πεθάνανε και θαφτήκαν.
Εστρ. Τα ρούχα μου στεγνώσανε στον ήλιο.
Βλαντ. Δεν είναι καλό να γυρνάς πίσω σ' αυτά. Έλα. (τονε σέρνει πίσω. όπως πριν).
Εστρ. Περίμενε.
Βλαντ. Κρυώνω!
Εστρ. Περίμενε! (απομακρύνεται). Αναρωτιέμαι μήπως θα 'μαστε καλύτερα μόνοι, έκαστος για πάρτη του. (διασχίζει τη σκηνή και κάθεται στο λοφάκι). Δεν είμαστε φτιαγμένοι για τον ίδιο δρόμο.
Βλαντ. (χωρίς θυμό). Δεν είναι βέβαιο.
Εστρ. Όχι, τίποτα δεν είναι βέβαιο. (ο Βλαντ διασχίζει τη σκηνή και κάθεται δίπλα στον Εστρ).
Βλαντ. Μπορούμε ακόμα να φύγουμε αν νομίζεις ότι θα 'τανε καλύτερα.
Εστρ. Δεν αξίζει τον κόπο τώρα. (σιγή). Λοιπόν πάμε;
Βλαντ. Ναι πάμε. (δε κινούνται).
ΑΥΛΑΙΑ 1ης Πράξης 
Πράξη 2η
(επόμενη μέρα, ίδια ώρα & μέρος. οι μπότες του Εστρ στο κέντρο, τα τακούνια μαζί, τα δάχτυλα των ποδιών στραμμένα προς τα έξω. το καπέλο του Λάκι στο ίδιο μέρος. το δέντρο έχει 4-5 φύλλα. μπαίνει ο Βλαντ ταραγμένος. σταματά, κοιτά ώρα πολλή το δέντρο, μετά ξάφνου αρχίζει να κινείται πυρετωδώς γύρω απ' τη σκηνή. σταματά μπρος στις μπότες, σηκώνει μια τη κοιτά, τη μυρίζει, δείχνοντας αηδία, τη ξαναβάζει προσεχτικά κάτω. πηγαινοέρχεται, σταματά στη δεξιά άκρη και κοιτά μακριά, σκιάζοντας τα μάτια με το χέρι. πηγαινοέρχεται. σταματά στην αριστερή άκρη, όπως πριν. πηγαινοέρχεται. σταματά ξαφνικά κι αρχίζει να τραγουδά δυνατά).
Βλαντ. Ένας σκύλος μπήκε μέσα... (άρχισε με πολύ ψηλές νότες, σταματά, καθαρίζει το λαιμό του και συνεχίζει).
Ένας σκύλος μπήκε μέσα στη κουζίνα
κι έκλεψε μια κόρα ψωμιού
μετά ήρθε ο μάγειρας με μια κουτάλα
και τονε χτύπησε ώσπου πέθανε.
Τότε ήρθαν όλοι οι σκύλοι τρέχοντας
κι έσκαψαν στο σκύλο ένα τάφο...
(σταματά, συλλογίζεται).
κι έγραψαν πάνω στη ταφόπετρα
για να το δούν οι σκύλοι που θα έρχονταν.
Ένας σκύλος ήρθε στη κουζίνα
κι έκλεψε μια κόρα ψωμιού
Μετά ήρθε ο μάγειρας με μια κουτάλα
και τονε χτύπησε ώσπου πέθανε
Τότε ήρθαν όλοι οι σκύλοι τρέχοντας
κι έσκαψαν στο σκύλο ένα τάφο...
(σταματά, συλλογίζεται, συνεχίζει λέγοντας το ίδιο ξανά και ξανά... Μένει μια στιγμή σιωπηλός κι ακίνητος, μετά αρχίζει να κινείται πυρετωδώς στη σκηνή. σταματά μπρος στο δέντρο, συνεχίζει, σταματά μπρος στις μπότες, το ίδιο, σταματά στη δεξιά άκρη της σκηνής, το ίδιο, στην αριστερή άκρη, κοιτάζει μακριά. μπαίνει ο Εστρ από δεξιά, ξυπόλητος με το κεφάλι σκυμμένο. διασχίζει αργά τη σκηνή. ο Βλαντ στρέφεται και τονε βλέπει).
Βλαντ. Πάλι εσύ! (ο Εστρ σταματά αλλά δε σηκώνει κεφάλι, ο Βλαντ πηγαίνει προς το μέρος του). Έλα να σ' αγκαλιάσω.
Εστρ. Μη μ' αγγίζεις! (ο Βλαντ κάνει πίσω θυμωμένος).
Βλαντ. Θες να φύγω μακριά; (παύση). Γκογκό! (παύση. ο Βλαντ τονε παρατηρεί προσεκτικά). Σε χτυπήσανε; (παύση). Γκογκό! (ο Εστρ παραμένει σιωπηλός με κεφάλι σκυμμένο). Πού πέρασες τη νύχτα;
Εστρ. Μη μ' αγγίζεις! Μη με ρωτάς! Μη μου μιλάς! Μείνε μαζί μου!
Βλαντ. Σ' άφησα ποτέ;
Εστρ. 'Ασε με να φύγω.
Βλαντ. Κοίταξέ με. (ο Εστρ δε σηκώνει κεφάλι. επιθετικά). Κοίταξέ με λοιπόν! (ο Εστρ σηκώνει το κεφάλι κοιτιούνται ώρα πολλή και μετά ξάφνου αγκαλιάζονται χτυπώντας ο ένας τον άλλο στη πλάτη. το αγκάλιασμα σταματά. ο Εστρ που δε στηρίζεται πια κοντεύει να πέσει).
Εστρ. Τί μέρα!
Βλαντ. Ποιός σε χτύπησε; Πες μου.
Εστρ. 'Αλλη μια μέρα αντέξαμε.
Βλαντ. Όχι ακόμα.
Εστρ. Για μένα τέλειωσε και την αντέξαμε, ό,τι κι αν συμβεί. (σιγή). Σ' άκουσα που τραγουδούσες.
Βλαντ. Σωστά, το θυμάμαι.
Εστρ. Αυτό με θανάτωσε. Είπα μέσα μου, είναι ολομόναχος, νομίζει πως έφυγα για πάντα και τραγουδά.
Βλαντ. Δεν είναι κανείς κύριος των αισθημάτων του. Όλη τη μέρα νιώθαμε σε μεγάλη φόρμα. (παύση). Δε σηκώθηκα τη νύχτα ούτε μια φορά!
Εστρ. (λυπημένα). Βλέπεις; Ουρείς καλύτερα όταν δεν είμαι μαζί σου.
Βλαντ. Μου 'λειψες... και ταυτόχρονα ήμουν ευτυχισμένος. Δεν είναι περίεργο;
Εστρ. (σοκαρισμένα). Ευτυχισμένος;
Βλαντ. Ίσως δεν είναι η σωστή λέξη.
Εστρ. Και τώρα;
Βλαντ. Τώρα;... (χαρούμενα). Να 'σαι πάλι... (αδιάφορα). Να 'μαστε πάλι... (σκυθρωπά). Να 'μαι πάλι...
Εστρ. Βλέπεις; Νιώθεις χειρότερα όταν είμαι μαζί σου. Κι εγώ νιώθω καλύτερα μόνος.
Βλαντ. (πειραγμένος). Τότε γιατί έρχεσαι πάντα πίσω σουρνάμενος;
Εστρ. Δε ξέρω.
Βλαντ. Όχι, αλλά ξέρω 'γω. Είναι επειδή δε ξέρεις πως ν' απολογηθείς. Δε θα τους άφηνα να σε χτυπήσουν.
Εστρ. Δε θα μπορούσες να τους σταματήσεις.
Βλαντ. Γιατί όχι;
Εστρ. Ήτανε δέκα.
Βλαντ. Όχι, εννοώ πριν σε χτυπήσουν. Θα σ' είχα μποδίσει να κάνεις ό,τι κι αν έκανες.
Εστρ. Δεν έκανα τίποτα.
Βλαντ. Τότε γιατί σ' έδειραν;
Εστρ. Δε ξέρω.
Βλαντ. Α όχι Γκογκό. Η αλήθεια είναι πως υπάρχουνε πράματα που σου ξεφεύγουν που σε μένα δε θα ξεφεύγανε, πρέπει να το καταλαβαίνεις μόνος σου.
Εστρ. Σου λέω δεν έκανα τίποτα.
Βλαντ. Ίσως δεν έκανες. Αλλά είναι ο τρόπος που κάνεις το καθετί. Πρόσεχε λοιπόν αν θες να συνεχίσεις να ζεις.
Εστρ. Δεν έκανα τίποτα.
Βλαντ. Και θα πρέπει να 'σουν ευτυχισμένος, πολύ ευτυχισμένος αν το 'ξερες.
Εστρ. Ποιό πράμα;
Βλαντ. Που 'σαι μαζί μου ξανά.
Εστρ. Νομίζεις;
Βλαντ. Πες πως είσαι ακόμα και στα ψέμματα.
Εστρ. Τί πρέπει να πω;
Βλαντ. Πες, είμαι ευτυχισμένος.
Εστρ. Είμαι ευτυχισμένος.
Βλαντ. Το ίδιο κι εγώ.
Εστρ. Το ίδιο κι εγώ.
Βλαντ. Είμαστε ευτυχισμένοι.
Εστρ. Είμαστε ευτυχισμένοι. (σιγή). Τί κάνουμε τώρα που 'μαστε ευτυχισμένοι;
Βλαντ. Περιμένουμε τον Γκοντό. (ο Εστρ αναστενάζει. σιγή). Τα πράματα έχουν αλλάξει από χτες.
Εστρ. Τα πάντα κινούνται αργά.
Βλαντ. Κοίτα το δέντρο.
Εστρ. Δεν είναι ποτέ το ίδιο από τη μια στιγμή στην άλλη.
Βλαντ. Το δέντρο, κοίτα το δέντρο.
Εστρ. (κοιτά το δέντρο). Δεν ήταν εκεί χτες;
Βλαντ. Ναι, βέβαια ήταν εκεί. Δε θυμάσαι; Παραλίγο να κρεμαστούμε απ' αυτό. Αλλά δε το 'κανες, θυμάσαι;
Εστρ. Το ονειρεύτηκες.
Βλαντ. Είναι δυνατό να το ξέχασες κιόλας;
Εστρ. Έτσι είμαι. Είτε ξεχνώ αμέσως, είτε δε ξεχνώ ποτέ.
Βλαντ. Και τον Πότζο και το Λάκι; Τους ξέχασες κι αυτούς;
Εστρ. Τον Πότζο και το Λάκι;
Βλαντ. Τα ξέχασε όλα!
Εστρ. Θυμάμαι ένα παλαβό τύπο που μου κλωτσούσε τα καλάμια. Μετά παρίστανε τον τρελό.
Βλαντ. Αυτός ήταν ο Λάκι.
Εστρ. Το θυμάμαι. Αλλά πότε ήταν;
Βλαντ. Και το φύλακά του, δε τονε θυμάσαι;
Εστρ. Μου 'δωσε κόκαλο.
Βλαντ. Αυτός ήταν ο Πότζο.
Εστρ. Κι όλα αυτά γίνανε χτες;
Βλαντ. Ναι, βέβαια, χτες γίνανε.
Εστρ. Κι εδώ που 'μαστε τώρα;
Βλαντ. Πού αλλού θαρρείς; Δεν αναγνωρίζεις το μέρος;
Εστρ. (θυμώνει ξαφνικά). Ναι το αναγνωρίζω! Τί υπάρχει ν' αναγνωρίσω; Σ' όλη μου την άθλια ζωή, σερνόμουνα στη λάσπη! Κι εσύ μου μιλάς για τοπία! (κοιτά αγριεμένα γύρω). Κοίτα αυτές τις κοπριές! Ποτέ δε μετακινήθηκα απ' αυτές!
Βλαντ. Ηρέμησε, ηρέμησε.
Εστρ. Εσύ και τα τοπία σου! Μίλα μου για σκουλήκια!
Βλαντ. Παρολαυτά, δε μπορείς να μου πεις ότι αυτό... (κάνει χειρονομία)... μοιάζει διόλου με... (διστάζει)... με τη πολιτεία Μέικον, για παράδειγμα. Δε μπορείς ν' αρνηθείς ότι υπάρχει μεγάλη διαφορά.
Εστρ. Τη Μέικον; Ποιός σου μιλά για τη Μέικον;
Βλαντ. Μα ήσουν εκεί ο ίδιος, στη πολιτεία Μέικον.
Εστρ. Όχι, ποτέ δεν ήμουνα στη πολιτεία Μέικον. Έχω ξεράσει εδώ τον εμετό μιας ολάκερης ζωής, σου λέω. Στη πολιτεία Κάκον.
Βλαντ. Μα είχαμε βρεθεί μαζί κει, θα 'παιρνα όρκο! Μαζεύαμε σταφύλια για ένα τύπο που τονε λέγανε... (κροταλίζει τα δάχτυλά του)... δε μπορώ να θυμηθώ πως, σ' ένα μέρος που το λέγανε... (κροταλίζει τα δάχτυλά του)... δε μπορώ να θυμηθώ τ' όνομα του μέρους, δε το θυμάσαι συ;
Εστρ. (λίγο πιο ήρεμα). Μπορεί. Δε πρόσεξα τίποτα.
Βλαντ. Μα κει κάτω ήταν όλα κόκκινα!
Εστρ. (ευερέθιστα). Δε πρόσεξα τίποτα σου λέω! (σιγή. Βλαντ αναστενάζει βαθιά).
Βλαντ. Είναι δύσκολο να κάνει μαζί σου χωριό κανείς, Γκογκό.
Εστρ. Θα 'τανε προτιμώτερο να χωρίζαμε.
Βλαντ. Πάντα αυτό λες και πάντα έρχεσαι σουρνάμενος πίσω.
Εστρ. Το καλύτερο θα 'ταν να με σκοτώσεις, όπως τον άλλο.
Βλαντ. Ποιόν άλλο; (παύση). Ποιόν άλλο;
Εστρ. Όπως δισεκατομμύρια άλλους.
Βλαντ. (επιγραμματικά). Έκαστος σηκώνει το σταυρό του. (στενάζει). Ώσπου να πεθάνει. (μετά από σκέψη). Και να ξεχαστεί.
Εστρ. Στο μεταξύ ας προσπαθήσουμε να συζητήσουμε ήρεμα, αφού είμαστε ανίκανοι να μείνουμε σιωπηλοί.
Βλαντ. Έχεις δίκιο, είμαστε ανεξάντλητοι.
Εστρ. Έτσι δε θα σκεφτόμαστε.
Βλαντ. Έχουμε αυτή τη δικαιολογία.
Εστρ. Έτσι δε θ' ακούμε.
Βλαντ. Έχουμε τους λόγους μας.
Εστρ. Όλες τις πεθαμένες φωνές.
Βλαντ. Κάνουνε θόρυβο σα φτερά.
Εστρ. Σα φύλλα. (σιγή).
Βλαντ. Μιλούν όλες μαζί.
Εστρ. Η καθεμιά στον εαυτό της. (σιγή).
Βλαντ. Μάλλον ψιθυρίζουν.
Εστρ. Θροΐζουν.
Βλαντ. Μουρμουρίζουν. (σιγή).
Εστρ. Θροΐζουν.
Βλαντ. Τί λένε;
Εστρ. Μιλάνε για τις ζωές τους.
Βλαντ. Τ' ότι έχουνε ζήσει, δεν είναι αρκετό γι' αυτές;
Εστρ. Πρέπει να μιλήσουν γι' αυτό.
Βλαντ. Το να 'ναι νεκρές δεν είναι αρκετό γι' αυτές;
Εστρ. Δεν είναι αρκετό. (σιγή).
Βλαντ. Κάνουνε θόρυβο σα φτερά.
Εστρ. Σα φύλλα.
Βλαντ. Σα στάχτες.
Εστρ. Σα φύλλα. (παρατεταμένη σιγή).
Βλαντ. Πες κάτι!
Εστρ. Προσπαθώ. (παρατεταμένη σιγή).
Βλαντ. (με αγωνία). Πες οτιδήποτε!
Εστρ. Τί κάνουμε τώρα;
Βλαντ. Περιμένουμε τον Γκοντό.
Εστρ. Α! (σιγή).
Βλαντ. Αυτό είναι τρομερό!
Εστρ. Τραγούδησε κάτι.
Βλαντ. Όχι! Όχι! (σκέφτεται). Θα μπορούσαμε να ξεκινήσουμε πάλι, ίσως.
Εστρ. Θα 'ταν εύκολο.
Βλαντ. Η αρχή είναι δύσκολη.
Εστρ. Μπορείς ν' αρχίσεις απ' οτιδήποτε.
Βλαντ. Ναι αλλά πρέπει ν' αποφασίσεις.
Εστρ. Πράγματι. (σιγή).
Βλαντ. Βοήθησέ με!
Εστρ. Προσπαθώ. (σιγή).
Βλαντ. Όταν το επιδιώκεις, ακούς.
Εστρ. Σωστά.
Βλαντ. Αυτό σ' εμποδίζει να βρεις.
Εστρ. Πράγματι.
Βλαντ. Σ' εμποδίζει να σκέφτεσαι.
Εστρ. Σκέφτεσαι παρολαυτά.
Βλαντ. Όχι, όχι, αδύνατο.
Εστρ. Αυτή είναι η ιδέα, ας αντικρούσουμε ο ένας τον άλλο.
Βλαντ. Αδύνατο.
Εστρ. Νομίζεις;
Βλαντ. Δε κινδυνεύουμε να σκεφτούμε τίποτα πια.
Εστρ. Τότε γιατί παραπονιόμαστε;
Βλαντ. Η σκέψη δεν είναι το χειρότερο.
Εστρ. Ίσως όχι, αλλά τουλάχιστον υπάρχει αυτό.
Βλαντ. Αυτό... ποιό;
Εστρ. Αυτή είναι η ιδέα, ας κάνουμε ερωτήσεις ο ένας στον άλλο.
Βλαντ. Τί εννοείς "τουλάχιστον υπάρχει αυτό";
Εστρ. Αυτή η πολύ λιγότερη αθλιότητα.
Βλαντ. Πράγματι.
Εστρ. Λοιπόν; Αν δίναμε ευχαριστίες για τις ευεργεσίες μας;
Βλαντ. Το τρομερό είναι να 'χεις σκεφτεί.
Εστρ. Μα συνέβη ποτέ αυτό σε μας;
Βλαντ. Από που έρχονται όλ' αυτά τα πτώματα;
Εστρ. Αυτοί οι σκελετοί.
Βλαντ. Πες μου.
Εστρ. Σωστά.
Βλαντ. Πρέπει να 'χουμε σκεφτεί λίγο.
Εστρ. Στην αρχή-αρχή.
Βλαντ. Ένα οστεοφυλάκιο!
Εστρ. Δε χρειάζεται να κοιτάξεις.
Βλαντ. Δε μπορείς να μη κοιτάξεις.
Εστρ. Πράγματι.
Βλαντ. Προσπάθησε όσο μπορείς.
Εστρ. Συγνώμη;
Βλαντ. Προσπάθησε όσο μπορείς.
Εστρ. Πρέπει να στραφούμε αποφασιστικά στη Φύση.
Βλαντ. Το δοκιμάσαμε.
Εστρ. Σωστά.
Βλαντ. Ω, δεν είναι το χειρότερο, το ξέρω.
Εστρ. Τί;
Βλαντ. Να 'χεις σκεφτεί.
Εστρ. Προφανώς.
Βλαντ. Αλλά θα μπορούσαμε να 'χαμε κάνει και χωρίς αυτό.
Εστρ. Τί τα θες, τί τα γυρεύεις;
Βλαντ. Α! "Τί τα θες, τί τα γυρεύεις;". Ακριβώς. (σιγή).
Εστρ. Αυτή δεν ήταν άσχημη αργκό.
Βλαντ. Ναι μα τώρα πρέπει να βρούμε κάτι άλλο.
Εστρ. 'Ασε με να δω. (βγάζει το καπέλο του, συγκεντρώνεται).
Βλαντ. Για να δω. (βγάζει το καπέλο του, συγκεντρώνεται, παρατεταμένη σιγή). Α! (βάζουνε τα καπέλα τους, χαλαρώνουνε).
Εστρ. Λοιπόν;
Βλαντ. Έλεγα πως θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε απο κει.
Εστρ. Το 'λεγες, πότε;
Βλαντ. Στην αρχή.
Εστρ. Στην αρχή από τί;
Βλαντ. Απόψε... έλεγα... έλεγα...
Εστρ. Δεν είμαι ιστορικός.
Βλαντ. Περίμενε... αγκαλιαστήκαμε... είμαστε ευτυχισμένοι... ευτυχισμένοι... τί κάνουμε τώρα που 'μαστε ευτυχισμένοι... συνεχίζουμε να περιμένουμε... περιμένουμε... για να σκεφτώ... έρχεται... συνεχίζουμε να περιμένουμε... τώρα που 'μαστε ευτυχισμένοι... για να δω... α! Το δέντρο!
Εστρ. Το δέντρο;
Βλαντ. Δε θυμάσαι;
Εστρ. Είμαι κουρασμένος.
Βλαντ. Κοίταξέ το. (κοιτάζουνε το δέντρο). 
Εστρ. Δε βλέπω τίποτα.
Βλαντ. Μα χτες το βράδυ ήταν όλο μαύρο και γυμνό και τώρα είναι σκεπασμένο με φύλλα.
Εστρ. Φύλλα;
Βλαντ. Μέσα σε μια νύχτα μόνο.
Εστρ. Πρέπει να 'ναι η άνοιξη.
Βλαντ. Μα μες στη νύχτα;
Εστρ. Σου λέω δεν ήμασταν εδώ χτες. Ένας άλλος εφιάλτης σου.
Βλαντ. Και πού ήμασταν, κατά τη γνώμη σου;
Εστρ. Πού να ξέρω; Σ' ένα άλλο διαμέρισμα. Δεν υπάρχει έλλειψη χώρου.
Βλαντ. (σίγουρος για τον εαυτό του). Ωραία. Δεν ήμασταν εδώ χτες βράδυ. Τώρα τί κάναμε χτες το βράδυ;
Εστρ. Κάναμε;
Βλαντ. Προσπάθησε να θυμηθείς.
Εστρ. Κάναμε... υποθέτω... πως αερολογούσαμε.
Βλαντ. (με αυτοέλεγχο). Για ποιό πράμα;
Εστρ. Ω για το ένα και για το άλλο θαρρώ, τίποτε ιδιαίτερο. (με σιγουριά). Ναι. Τώρα θυμάμαι, περάσαμε το χτεσινό βράδυ μιλώντας περί ανέμων κι υδάτων. Αυτό γίνεται δω και μισόν αιώνα τώρα.
Βλαντ. Δε θυμάσαι κανένα γεγονός; Κανένα περιστατικό;
Εστρ. (εξαντλημένος). Μη με βασανίζεις άλλο, Ντιντί.
Βλαντ. Τον ήλιο, το φεγγάρι. Δε θυμάσαι;
Εστρ. Πρέπει να 'ταν εκεί, όπως συνήθως.
Βλαντ. Δε πρόσεξες τίποτα πέρ' από τα συνήθη;
Εστρ. Αλίμονο!
Βλαντ. Κι ο Πότζο; Κι ο Λάκι;
Εστρ. Ο Πότζο;
Βλαντ. Τα κόκαλα.
Εστρ. Ήτανε σα ψαροκόκαλα.
Βλαντ. Ήταν ο Πότζο που στα 'δωσε.
Εστρ. Δε ξέρω.
Βλαντ. Και τη κλωτσιά;
Εστρ. Σωστά. Κάποιος μου 'δωσε μια κλωτσιά.
Βλαντ. Ο Λάκι στην έδωσε.
Εστρ. Κι όλ' αυτά γίνανε χτες;
Βλαντ. Δείξε μου το πόδι σου.
Εστρ. Ποιό;
Βλαντ. Και τα δυο. Βγάλε το παντελόνι σου. (του δίνει το πόδι τρικλίζοντας. ο Βλαντ το πιάνει και τρικλίζει κι αυτός). Βγάλε το παντελόνι σου.
Εστρ. Δε μπορώ. (ο Βλ του βγάζει το παντελόνι, κοιτά το πόδι, το αφήνει λεύτερο. ο Εστ σχεδόν πέφτει).
Βλαντ. Το άλλο. (του δίνει το ίδιο πόδι). Το άλλο, γουρούνι! (ο Εστ δίνει το άλλο πόδι. θριαμβευτικά). Κοίτα τη πληγή! Αρχίζει να αιμορραγεί!
Εστρ. Και τί μ' αυτό;
Βλαντ. (αφήνοντας το πόδι). Πού 'ναι οι μπότες σου;
Εστρ. Πρέπει να τις πέταξα.
Βλαντ. Πότε;
Εστρ. Δε ξέρω.
Βλαντ. Γιατί;
Εστρ. (ερεθισμένος). Δε ξέρω, γιατί δε ξέρω!
Βλαντ. Όχι εννοώ γιατί τις πέταξες;
Εστρ. (ερεθισμένος). Γιατί με πονούσαν!
Βλαντ. (θριαμβευτικά, δείχνοντας τις μπότες). Νάτες! (ο Εστ κοιτάζει τις μπότες). Στο ίδιο μέρος που τις άφησες χτες. (ο Εστ πηγαίνει προς τις μπότες, τις επιθεωρεί προσεκτικά).
Εστρ. Δεν είναι δικές μου.
Βλαντ. (κατάπληκτος). Δεν είναι δικές σου!
Εστρ. Οι δικές μου ήτανε μαύρες, αυτές είναι καφέ.
Βλαντ. Είσαι σίγουρος πως οι δικές σου ήτανε μαύρες;
Εστρ. Λοιπόν, ήτανε κάπως γκρίζες.
Βλαντ. Κι αυτές είναι καφέ; Δείξε μου.
Εστρ. (σηκώνοντας μια μπότα). Λοιπόν, είναι πρασινωπές.
Βλαντ. Δείξε μου. (ο Εστρ του δίνει τη μπότα, την εξετάζει, τη πετά κάτω θυμωμένα). Λοιπόν, απ' όλ' αυτά...
Εστρ. Βλέπεις; Όλ' αυτά είναι βλακείες...
Βλαντ. Α! Βλέπω τί είναι. Βλέπω τί έγινε.
Εστρ. Όλ' αυτά είναι βλακείες...
Βλαντ. Είναι απλό. Κάποιος ήρθε και πήρε τις δικές σου κι άφησε τις δικές του.
Εστρ. Γιατί;
Βλαντ. Οι δικές του ήτανε πολύ στενές, γι' αυτό πήρε τις δικές σου.
Εστρ. Μα κι οι δικές μου ήτανε πολύ στενές.
Βλαντ. Για σένα. Όχι γι' αυτόν.
Εστρ. (αφού προσπάθησε μάταια να το παλέψει). Κουράστηκα. (παύση). Πάμε;
Βλαντ. Δε μπορούμε.
Εστρ. Γιατί;
Βλαντ. Περιμένουμε τον Γκοντό.
Εστρ. Α! (παύση. με απόγνωση). Τί θα κάνουμε; Τί θα κάνουμε;
Βλαντ. Δε μπορούμε να κάνουμε τίποτα.
Εστρ. Μα δε μπορώ να συνεχίσω έτσι.
Βλαντ. Θες ένα ραπανάκι;
Εστρ. Μόνον αυτό υπάρχει;
Βλαντ. Υπάρχουνε ραπανάκια και γογγύλια.
Εστρ. Δεν υπάρχουνε καρότα;
Βλαντ. Όχι! Όπως και να 'χει, το παρακάνεις με τα καρότα σου.
Εστρ. Τότε δώσε μου ραπανάκι. (ο Βλαντ ψάχνει τις τσέπες του, βρίσκει συνεχώς γογγύλια, τελικά βρίσκει κι ένα ραπανάκι και του το δίνει. ο Εστρ το ψάχνει, το μυρίζει). Είναι μαύρο!
Βλαντ. Είναι ένα ραπανάκι.
Εστρ. Μου αρέσουνε μόνο τα ροζ, το ξέρεις!
Βλαντ. Τότε δε το θες;
Εστρ. Μου αρέσουνε τα ροζ!
Βλαντ. Τότε δώστο μου πίσω. (του το δίνει).
Εστρ. Θα πάω να φέρω ένα καρότο. (δε κινείται).
Βλαντ. Ειλικρινά, είναι κάτι ασήμαντο.
Εστρ. Όχι αρκετά. (σιγή).
Βλαντ. Γιατί δε τις δοκιμάζεις;
Εστρ. Τα δοκίμασα όλα.
Βλαντ. Όχι, εννοώ τις μπότες.
Εστρ. Θα 'τανε καλό;
Βλαντ. Θα περνούσεν η ώρα. (ο Εστρ διστάζει). Σε βεβαιώ, θα 'ταν μια ασχολία.
Εστρ. Μια ξεκούραση.
Βλαντ. Μια ψυχαγωγία.
Εστρ. Μια ξεκούραση.
Βλαντ. Δοκίμασε.
Εστρ. Θα με βοηθήσεις;
Βλαντ. Βέβαια.
Εστρ. Δε τα καταφέρνουμε πολύ άσχημα ε Ντιντί, οι δυο μας;
Βλαντ. Ναι, ναι. Έλα θα δοκιμάσουμε το αριστερό πρώτα.
Εστρ. Πάντα βρίσκουμε κάτι, ε Ντιντί, για να μας δίνει την αίσθηση πως υπάρχουμε;
Βλαντ. (ανυπόμονα). Ναι, ναι, είμαστε μάγοι. Αλλά ας επιμένουμε σ' αυτό που αποφασίσαμε, πριν το ξεχάσουμε. (παίρνει μια μπότα). Έλα, δώσμου το πόδι σου. (του δίνει το πόδι). Το άλλο, γουρούνι! (του δίνει το άλλο πόδι). Πιο ψηλά! (σφιγμένοι μαζί τρικλίζουνε στη σκηνή. ο Βλαντ καταφέρνει να φορέσει τη μπότα). Προσπάθησε να περπατήσεις. (ο Εστρ περπατά). Λοιπόν;
Εστρ. Μου κάνει.
Βλαντ. (βγάζει ένα κορδονάκι από τη τσέπη). Θα προσπαθήσουμε να τις δέσουμε.
Εστρ. (ορμητικά). Όχι κορδόνια! Όχι κορδόνια!
Βλαντ. Θα 'σαι αξιολύπητος. Ας δοκιμάσουμε τ' άλλο πόδι. (όπως πριν). Λοιπόν;
Εστρ. (απρόθυμα). Μου κάνει κι αυτή.
Βλαντ. Δε σε πονάνε;
Εστρ. Όχι, όχι ακόμα.
Βλαντ. Τότε μπορείς να τις κρατήσεις.
Εστρ. Είναι πολύ μεγάλες.
Βλαντ. Ίσως να φορέσεις κάλτσες μια μέρα.
Εστρ. Πράγματι.
Βλαντ. Τότε θα τις κρατήσεις;
Εστρ. Αρκετά με τις μπότες.
Βλαντ. Ναι, αλλά...
Εστρ. (άγρια). Αρκετά! (σιγή). Νομίζω πως μπορώ κι εγώ να κάτσω. (ψάχνει μέρος και τελικά πάει και κάθεται στο λοφάκι).
Βλαντ. Εδώ καθόσουνα χτες βράδυ.
Εστρ. Αν μπορούσα τουλάχιστον να κοιμηθώ.
Βλαντ. Κοιμήθηκες χτες.
Εστρ. Θα προσπαθήσω. (παίρνει εμβρυακή στάση).
Βλαντ. Περίμενε. (πάει να κάτσει δίπλα του κι αρχίζει να τραγουδά δυνατά). Αντίο Αντίο Αντίο Αντίο Αντίο
Εστρ. (θυμωμένα). Όχι τόσο δυνατά.
Βλαντ. (σιγανά). Αντίο αντίο αντίο αντίο αντίο αντίο αντίο αντίο αντίο αντίο αντίο...
(ο Εστρ κοιμάται. ο Βλαντ σηκώνεται σιγά, βγάζει το πανωφόρι και του το ρίχνει στους ώμους. αρχίζει να βαδίζει πάνω-κάτω, κουνώντας τα χέρια να ζεσταθεί. ο Εστρ ξυπνά ανασκιρτώντας, αναπηδά, κοιτά γύρω άγρια. ο Βλαντ πάει κοντά, βάζει τα χέρια γύρω του). Έλα... έλα... ο Ντιντί είναι δω... μη φοβάσαι...
Εστρ. Α!
Βλαντ. Έλα... έλα... Όλα τελειώσαν.
Εστρ. Ήμουνα πάνω σ' ένα...
Βλαντ. Μη μου πεις! Έλα, θα φύγουμε από δω. (τονε πιάνει από το χέρι και τονε βάζει να βαδίσουνε πάνω-κάτω, ώσπου αρνείται να περπατήσει άλλο).
Εστρ. Αρκετά. Κουράστηκα.
Βλαντ. Προτιμάς να μείνεις κολλημένος εδώ, χωρίς να κάνεις τίποτα;
Εστρ. Ναι.
Βλαντ. Όπως θες. (λευτερώνει τον Εστρ, παίρνει το πανωφόρι του και το φορά).
Εστρ. Πάμε να φύγουμε.
Βλαντ. Δε μπορούμε.
Εστρ. Γιατί όχι;
Βλαντ. Περιμένουμε τον Γκοντό.
Εστρ. Α! (ο Βλαντ βαδίζει πάνω-κάτω). Δε μπορείς να μείνεις ήσυχος;
Βλαντ. Κρυώνω.
Εστρ. Ήρθαμε πολύ νωρίς.
Βλαντ. Είναι πάντα το σούρουπο.
Εστρ. Αλλά δε πέφτει νύχτα.
Βλαντ. Θα πέσει ξαφνικά, όπως χτες.
Εστρ. Τότε θα 'ναι νύχτα.
Βλαντ. Και μπορούμε να φύγουμε.
Εστρ. Τότε θα 'ναι μέρα πάλι. (παύση. μ' απόγνωση). Τί θα κάνουμε; Τί θα κάνουμε!
Βλαντ. (σταματώντας βίαια). Σταμάτα να κλαψουρίζεις! Αρκετά πια με τις κλάψες σου!
Εστρ. Φεύγω.
Βλαντ. (βλέποντας το καπέλο του Λάκι). Ωραία!
Εστρ. Αντίο.
Βλαντ. Το καπέλο του Λάκι. (πάει προς τα κει) Ήμουν εδώ μιαν ώρα και δε το 'δα καθόλου. (πολύ ευχαριστημένος). Θαυμάσια!
Εστρ. Δε θα με ξαναδείς ποτέ.
Βλαντ. Ήξερα πως είναι το κατάλληλο μέρος. Τώρα οι έγνοιες μας τελειώσανε. (παίρνει το καπέλο, το εξετάζει, το ισιώνει). Πρέπει να 'τανε πολύ ωραίο καπέλο. (το βάζει στη θέση του δικού του, που το δίνει στον Εστρ). Ορίστε.
Εστρ. Τί;
Βλαντ. Κράτα το. (εδώ αρχίζουνε κωμική εναλλαγή καπέλων: ο Εστρ παίρνει το καπέλο του Βλαντ, το φορά βγάζοντας το δικό του και δίνοντάς το στον Βλαντ, εκείνος βγάζει του Λάκι, φορά του Εστρ και του δίνει το άλλο, αυτός βγάζει του Βλαντ, φορά του Λάκι και δίνει του Βλαντ το δικό του. Το κάνουνε πολλές φορές. τελικά καταλήγουν με την αρχική σύνθεση καπέλων: ο Βλαντ του Λάκι, ο Εστρ του Βλαντ κι ανταλλάσσουν μερικές φορές το καπέλο του Βλαντ, που τελικά το πιάνει τελευταίος ο Βλαντ και το πετά κάτω). Πώς είναι πάνω μου;
Εστρ. Πού να ξέρω;
Βλαντ. Όχι, εννοώ, πως φαίνομαι μ' αυτό; (γυρίζει το κεφάλι φιλάρεσκα και κουνιέται σα μανεκέν).
Εστρ. Φριχτός.
Βλαντ. Ναι αλλά πιότερο από το σύνηθες;
Εστρ. Ούτε πιότερο, ούτε λιγότερο.
Βλαντ. Τότε μπορώ να το κρατήσω. Το δικό μου μ' ενοχλούσε. (παύση). Πώς να το πω; (παύση). Μ' έτρωγε. (βγάζει το καπέλο του Λάκι, το περιεργάζεται, το κουνά, χτυπά τη κορφή, το ξαναφορά).
Εστρ. Πηγαίνω. (σιγή).
Βλαντ. Δε θα παίξεις;
Εστρ. Τί να παίξω;
Βλαντ. Θα μπορούσαμε να παίξουμε τον Πότζο και το Λάκι.
Εστρ. Ποτέ δε τ' άκουσα αυτό.
Βλαντ. Εγώ θα κάνω το Λάκι, συ θα κάνεις τον Πότζο. (μιμείται το Λάκι, λυγίζει κάτω από το βάρος των ...αποσκευών. ο Εστρ τονε κοιτά με κατάπληξη). Συνέχισε!
Εστρ. Τί πρέπει να κάνω;
Βλαντ. Να με βρίσεις.
Εστρ. (μετά από σκέψη). Κτήνος!
Βλαντ. Πιο δυνατά!
Εστρ. Γονόκοκκε. Σπειροχαίτη!
Βλαντ. (λικνίζεται μπρος-πίσω, διπλωμένος στα δυο). Πες μου να σκεφτώ.
Εστρ. Τί;
Βλαντ. Πες: "Σκέψου, γουρούνι"!
Εστρ. Σκέψου γουρούνι! (σιγή).
Βλαντ. Δε μπορώ.
Εστρ. Αρκετά.
Βλαντ. Πες μου να χορέψω.
Εστρ. Πηγαίνω.
Βλαντ. Χόρεψε γουρούνι! (συσπάται. ο Εστρ βγαίνει από αριστερά, με φόρα). Δε μπορώ! (σηκώνει το βλέμμα, του ξεφεύγει ο Εστρ). Γκογκό! (περιφέρεται αγριεμένος γύρω στη σκηνή. μπαίνει ο Εστρ από αριστερά ξεφυσώντας. πηγαίνει βιαστικά προς τον Βλαντ, πέφτει στην αγκαλιά του). Εδώ είσαι πάλι επιτέλους!
Εστρ. Είμαι καταραμένος!
Βλαντ. Πού ήσουν; Νόμιζα πως είχες φύγει για πάντα.
Εστρ. Έρχονται!
Βλαντ. Ποιοί;
Εστρ. Δε ξέρω.
Βλαντ. Πόσοι;
Εστρ. Δε ξέρω.
Βλαντ. Είναι ο Γκοντό! Επιτέλους Γκογκό! Είναι ο Γκοντό! Σωθήκαμε! Πάμε να τον υποδεχτούμε! (τραβά τον Εστρ προς τα παρασκήνια. εκείνος αντιστέκεται, τραβιέται κι ελευθερώνεται, βγαίνει δεξιά). Γκογκό! Έλα πίσω! (τρέχει στην άκρη αριστερά, αγναντεύει τον ορίζοντα. μπαίνει ο Εστρ τρέχει στον Βλαντ, πέφτει στην αγκαλιά του). Να 'σαι πάλι, ξανά, ξανά!
Εστρ. Είμαι στη Κόλαση!
Βλαντ. Πού ήσουν;
Εστρ. Έρχονται κι αυτοί εδώ!
Βλαντ. Είμαστε περικυκλωμένοι! (ο Εστρ ορμά προς τα πίσω). Ανόητε! Δεν υπάρχει δρόμος διαφυγής. (τονε πιάνει από το μπράτσο και τονε σέρνει μπρος. δείχνει προς τα μπρος). Ορίστε! Ούτε ψυχή δε φαίνεται! Πήγαινε γρήγορα! (τονε σπρώχνει προς το κοινό κι αυτός κάνει πίσω τρομαγμένος). Δε φεύγεις; (κοιτά το κοινό). Λοιπόν καταλαβαίνω. Στάσου να δω. (σκέφτεται). Η μοναδική ελπίδα που σου 'μεινε είναι να εξαφανιστείς.
Εστρ. Πού;
Βλαντ. Πίσω από το δέντρο. (ο Εστρ διστάζει). Γρήγορα! Πίσω από το δέντρο. (ο Εστρ πάει και ζαρώνει πίσω από το δέντρο, μα καταλαβαίνει πως δε κρύβεται και βγαίνει). Σίγουρα τούτο το δέντρο δε θα μας εξυπηρετήσει διόλου
.
Εστρ. (πιο ήρεμα). Παραφέρθηκα. Σχώρα με. Δε θα ξανασυμβεί. Πες μου τί να κάνω;
Βλαντ. Δε μπορείς να κάνεις τίποτα.
Εστρ. Πήγαινε και στάσου κει. (τονε τραβά στη δεξιά άκρη και τονε βάζει με τη πλάτη στη σκηνή). Εκεί, μη κουνιέσαι και πρόσεχε. (ο Βλαντ κοιτά τον ορίζοντα προφυλάσσοντας τα μάτια με το χέρι. ο Εστρ τρέχει και παίρνει την ίδια θέση, στην άκρη αριστερά. στρέφουνε τα κεφάλια τους και κοιτά ο ένας τον άλλο). Πίσω πάλι, όπως το παλιό καλό καιρό! (εξακολουθούν να κοιτάζονται για μια στιγμή, μετά ξανακοιτάνε το ρολόι τους. παρατεταμένη σιγή). Βλέπεις να 'ρχεται τίποτα;
Βλαντ. (στρέφοντας το κεφάλι). Τί;
Εστρ. (πιο δυνατά). Βλέπεις να 'ρχεται τίποτα;
Βλαντ. Όχι.
Εστρ. Ούτε γω. (κοιτάνε πάλι το ρολόι. σιγή).
Βλαντ. Πρέπει να 'δες κάποιο όραμα.
Εστρ. (στρέφοντας το κεφάλι). Τί;
Βλαντ. (πιο δυνατά). Πρέπει να 'δες κάποιο όραμα!
Εστρ. Δε χρειάζεται να ξεφωνίζεις! (ξανακοιτάνε πάλι το ρολόι. σιγή).
Βλαντ-Εστρ. (στρέφονται ταυτόχρονα). Θέλεις...
Βλαντ. Ω! συγνώμη!
Εστρ. Πέρασε.
Βλαντ. Όχι, όχι, μετά από σένα.
Εστρ. Όχι, όχι, πρώτα συ.
Βλαντ. Σε διέκοψα.
Εστρ. Αντίθετα. (κοιτάζονται θυμωμένα).
Βλαντ. Πίθηκε!
Εστρ. Γουρούνι!
Βλαντ. Τέλειωσε τη φράση σου και θα σου πω!
Εστρ. Τέλειωσε τη δική σου! (σιγή. έρχονται πιο κοντά, σταματούν).
Βλαντ. Ηλίθιε!
Εστρ. Αυτό είναι θέμα, ας βριστούμε. (στρέφονται χωρίζουν πάλι και κοιτάζονται).
Βλαντ. Ηλίθιε!
Εστρ. Παράσιτο!
Βλαντ. Εξάμβλωμα!
Εστρ. Παλιόψειρα!
Βλαντ. Αρουραίε!
Εστρ. (τελεσίδικα). Βλάκα!
Βλαντ. Ω! (υποχωρεί νικημένος και γυρνά αλλού το πρόσωπο).
Εστρ. Τώρα ας συμφιλιωθούμε.
Βλαντ. Γκογκό!
Εστρ. Ντιντί!
Βλαντ. Το χέρι σου!
Εστρ. Πάρτο!
Βλαντ. Έλα στην αγκαλιά μου!
Εστρ. Στην αγκαλιά σου;
Βλαντ. Στο στήθος μου!
Εστρ. Έγινε! (αγκαλιάζονται, χωρίζονται. σιγή).


Βλαντ. Πως περνά η ώρα όταν διασκεδάζει κανείς! (σιγή).
Εστρ. Τί κάνουμε τώρα;
Βλαντ. Ενώ περιμένουμε;
Εστρ. Ενώ περιμένουμε.
Βλαντ. Μπορούμε να κάνουμε τις ασκήσεις μας.
Εστρ. Τις κινήσεις μας.
Βλαντ. Τις εξυψώσεις μας.
Εστρ. Τις χαλαρώσεις μας.
Βλαντ. Τις επιμηκύνσεις μας.
Εστρ. Τις χαλαρώσεις μας.
Βλαντ. Για να ζεσταθούμε.
Εστρ. Για να ηρεμήσουμε.
Βλαντ. Ξεκινάμε. (ο Βλαντ πηδά από το 'να πόδι στ' άλλο κι ο Εστρ τον μιμείται).
Εστρ. (σταματώντας). Αρκετά. Κουράστηκα.
Βλαντ. (σταματώντας). Δεν είμαστε σε φόρμα. Τί λες για λίγες βαθιές ανάσες;
Εστρ. Κουράστηκα ν' αναπνέω.
Βλαντ. Έχεις δίκιο. (παύση). Ας κάνουμε απλά το δέντρο, για ισορροπία.
Εστρ. Το δέντρο;
(ο Βλαντ κάνει το δέντρο, τρικλίζει στο 'να πόδι. σταματά).
Βλαντ. Σειρά σου.
(ο Εστρ κάνει το δέντρο, τρικλίζει).
Εστρ. Νομίζεις ότι ο Θεός με βλέπει;
Βλαντ. Πρέπει να κλείσεις τα μάτια. (κλείνει τα μάτια, τρικλίζει χειρότερα, σταματά).
Εστρ. (κουνά τις γροθιές, με στεντόρεια φωνή). Ο Θεός να με λυπηθεί!
Βλαντ. (πειραγμένα). Κι εμένα;
Εστρ. Εμένα! Εμένα! Έλεος! Εμένα!
(μπαίνουν οι Πότζο & Λάκι μ' άλλο καπέλο, ο 1ος είναι τυφλός, ο 2ος φορτωμένος ίδια, σχοινί πιο κοντό για να μπορεί ο τυφλός ν' ακλουθά εύκολα. ο Λάκι βλέπει τους άλλους και σταματά απότομα, ο Πότζο ακολουθώντας, σκοντάφτει πάνω του).
Βλαντ. Γκογκό!
Πότζο. (πιάνεται από το Λάκι, που τρικλίζει). Τί είναι; Ποιός είναι;
(ο Λάκι πέφτει παρασύροντας και τον άλλο, κι οι δυο τους ξαπλωμένοι ανήμποροι μες στις αποσκευές).
Εστρ. Είναι ο Γκοντό;
Βλαντ. Επιτέλους! (πάει προς το σωρό). Ενισχύσεις επιτέλους!
Πότζο. Βοήθεια!
Εστρ. Είναι ο Γκοντό;
Βλαντ. Αρχίζαμε να χάνουμε δυνάμεις. Τώρα είμαστε βέβαιοι πως θα δούμε το βράδυ να φτάνει.
Πότζο. Βοήθεια!
Εστρ. Τον ακούς;
Βλαντ. Δεν είμαστε πια μόνοι, περιμένουμε τη νύχτα, περιμένουμε τον Γκοντό, περιμένουμε... περιμένουμε. Όλο το βράδυ αγωνιστήκαμε, αβοήθητοι. Τώρα τέλειωσε. Είναι κιόλας αύριο.
Πότζο. Βοήθεια!
Βλαντ. Ο καιρός τρέχει ξανά, ήδη. Ο ήλιος θα δύσει, το φεγγάρι θ' ανατείλει κι εμείς μακριά από δω.
Πότζο. Κρίμα!
Βλαντ. Ο καημένος ο Πότζο!
Εστρ. Ήξερα πως ήταν αυτός.
Βλαντ. Ποιός;
Εστρ. Ο Γκοντό.
Βλαντ. Μα δεν είναι ο Γκοντό.
Εστρ. Δεν είναι ο Γκοντό;
Βλαντ. Δεν είναι ο Γκοντό.
Εστρ. Τότε ποιός είναι;
Βλαντ. Ο Πότζο.
Πότζο. Εδώ! Εδώ! Βοηθήστε με να σηκωθώ!
Βλαντ. Δε μπορεί να σηκωθεί.
Εστρ. Πάμε να φύγουμε.
Βλαντ. Δε μπορούμε.
Εστρ. Γιατί όχι;
Βλαντ. Περιμένουμε τον Γκοντό.
Εστρ. Α!
Βλαντ. Ίσως έχει κι άλλο κόκαλο για σένα.
Εστρ. Κόκαλο;
Βλαντ. Από κοτόπουλο. Δε θυμάσαι;
Εστρ. Ήταν αυτός;
Βλαντ. Ναι.
Εστρ. Ρώτα τον.
Βλαντ. Ίσως πρέπει να τονε βοηθήσουμε πρώτα.
Εστρ. Να κάνει τί;
Βλαντ. Να σηκωθεί.
Εστρ. Δε μπορεί να σηκωθεί;
Βλαντ. Θέλει να σηκωθεί.
Εστρ. Τότε ας σηκωθεί.
Βλαντ. Δε μπορεί.
Εστρ. Γιατί όχι;
Βλαντ. Δε ξέρω. (ο Πότζο συσπάται, στενάζει, χτυπά το πάτωμα με τις γροθιές).
Εστρ. Πρέπει να τονε ρωτήσουμε πρώτα για το κόκαλο, μετά αν αρνηθεί, θα τον αφήσουμε κει.
Βλαντ. Θες να πεις ότι τον έχουμε στο έλεός μας;
Εστρ. Ναι.
Βλαντ. Κι ότι για τις καλές μας υπηρεσίες πρέπει να θέσουμε όρους;
Εστρ. Τί;
Βλαντ. Αυτό φαίνεται έξυπνο, αλλά υπάρχει κάτι που φοβάμαι.
Πότζο. Βοήθεια!
Εστρ. Τί;
Βλαντ. Πως ο Λάκι μπορεί να συνέλθει ξαφνικά και τότε θα 'μαστε για κλάματα.
Εστρ. Ο Λάκι;
Βλαντ. Είναι αυτός που σου επιτέθηκε χτες.
Εστρ. Σου λέω υπήρχανε δέκα τέτοιοι.
Βλαντ. Όχι, πριν απ' αυτό, κείνος που σε κλώτσησε.
Εστρ. Είναι κει;
Βλαντ. Σίγουρα όσο η ζωή. (δείχνει προς το Λάκι). Προς το παρόν είναι ακίνδυνος, αλλά μπορεί να πάθει αμόκ από στιγμή σε στιγμή.
Πότζο. Βοήθεια...
Εστρ. Κι αν του δώσουμε ένα γερό ξύλο οι δυο μας;
Βλαντ. Εννοείς στον ύπνο του;
Εστρ. Ναι.
Βλαντ. Φαίνεται καλή ιδέα μα μπορούμε να το κάνουμε; Κοιμάται πράγματι; (παύση). Όχι, καλύτερα να επωφεληθούμε από την έκκληση για βοήθεια του Πότζο.
Πότζο. Βοήθεια!
Βλαντ. Να τονε βοηθήσουμε...
Εστρ. Να τονε βοηθήσουμε μεις;
Βλαντ. ...με τη προοπτική μιας χειροπιαστής ανταμοιβής.
Εστρ. Κι αν υποθέσουμε ότι...
Βλαντ. Ας μη σπαταλάμε το χρόνο μας σε περιττές κουβέντες! (παύση. ορμητικά). Ας κάνουμε κάτι, ενώ έχουμε την ευκαιρία! Δε μας χρειάζονται κάθε μέρα. Όχι βέβαια ότι μας χρειάζονται προσωπικά. 'Αλλοι θ' αντιμετώπιζαν τη περίπτωση εξίσου καλά, αν όχι καλύτερα. Απευθύνθήκανε προς όλη την ανθρωπότητα κείνες οι κραυγές που ακόμα ηχούνε στ' αφτιά μας. Αλλά σ' αυτό το μέρος, η ανθρωπότητα είμαστε μεις, είτε μας αρέσει είτε όχι. Ας επωφεληθούμε όσο μπορούμε απ' αυτό, προτού να 'ναι πολύ αργά. Ας εκπροσωπήσουμε επάξια για μια φορά την αχρεία αποστολή που μας εμπιστεύτηκε μια σκληρή μοίρα! Τί λες; (ο Εστρ δε λέει τίποτα). Είναι αλήθεια πως όταν με διπλωμένα χέρια ζυγίζουμε τα υπέρ και τα κατά, δε τιμάμε διόλου το γένος μας. Ο τίγρης τρέχει για βοήθεια στους ομοίους του, δίχως τη παραμικρή σκέψη, αλλιώς κρύβεται στα βάθη του δάσους. Αλλά δεν είναι αυτό το θέμα. Κι είμαστε ευλογημένοι σ' αυτό, που συμβαίνει να ξέρουμε την απάντηση. Ναι, σ' αυτή την απέραντη σύγχυση, ένα και μόνο πράμα είναι ξεκάθαρο. Περιμένουμε να 'ρθει ο Γκοντό...
Εστρ. Α!
Πότζο. Βοήθεια!
Βλαντ. ...ή να πέσει η νύχτα. (παύση). Έχουμε κρατήσει το ραντεβού μας κι έφτασε το τέλος. Δεν είμαστε άγιοι, αλλά είμαστε συνεπείς στο ραντεβού μας. Πόσοι μπορούν να το καυχηθούν αυτό;
Εστρ. Δισεκατομμύρια.
Βλαντ. Νομίζεις;
Εστρ. Δε ξέρω.
Βλαντ. Μπορεί να 'χεις δίκιο.
Πότζο. Βοήθεια!
Βλαντ. Το μόνο που ξέρω είναι πως οι ώρες είναι ατέλειωτες, μ' αυτές τις συνθήκες και μας δεσμεύουν να τις ξεγελάσουμε με διαδικασίες που -πώς να το πω;- που μπορεί εκ πρώτης όψεως να φαίνονται λογικές, ώσπου να γίνουνε συνήθεια. Μπορεί να λες πως είναι για να εμποδίσουμε τη λογική μας να καταρρεύσει. Δίχως αμφιβολία. Αλλά μήπως δε περιπλανιόταν μες στη νύχτα άσκοπα, στης αβύσσου τα βάθη; Αυτό αναρωτιέμαι μερικές φορές. Παρακολουθείς το συλλογισμό μου;
Εστρ. (αφοριστικός για μια φορά). Όλοι γεννηθήκαμε τρελοί. Μερικοί παραμένουν έτσι.
Πότζο. Βοήθεια! Θα σας πληρώσω!
Εστρ. Πόσα;
Πότζο. Εκατό φράγκα!
Εστρ. Δεν είναι αρκετά.
Βλαντ. Δε θα πήγαινα τόσο μακριά.
Εστρ. Νομίζεις είναι αρκετά;
Βλαντ. Όχι, εννοώ τόσο μακριά για να βεβαιώσω πως ήμουν αδύναμος στο νου όταν ήρθα στο κόσμο. Αλλά δεν είναι αυτό το θέμα.
Πότζο. Διακόσια!
Βλαντ. Περιμένουμε. Βαρεθήκαμε. (σηκώνει το χέρι). Όχι, μη διαμαρτύρεσαι, βαρεθήκαμε θανάσιμα, αναμφίβολα. Ωραία. Έρχεται μια διασκέδαση κι εμείς τί κάνουμε; Την αφήνουμε να πάει χαμένη. Έλα, πάμε να εργαστούμε! (προχωρεί προς το σωρό, σταματά τη δρασκελιά). Σε μια στιγμή όλα θα εξαφανιστούνε και θα 'μαστε μόνοι, άλλη μια φορά, στη μέση της ανυπαρξίας! (συλλογίζεται).
Πότζο. Διακόσια!
Βλαντ. Ερχόμαστε! (προσπαθεί να σηκώσει τον Πότζο στα πόδια του, αποτυχαίνει, προσπαθεί πάλι, σκοντάφτει, πέφτει, προσπαθεί να σηκωθεί, αποτυχαίνει).
Εστρ. Τί συμβαίνει μ' όλους εσάς;
Βλαντ. Βοήθεια!
Εστρ. Φεύγω.
Βλαντ. Μη μ' αφήνεις! Θα με σκοτώσουν.
Πότζο. Που είμαι;
Βλαντ. Γκογκό!
Πότζο. Βοήθεια!
Βλαντ. Βοήθεια!
Εστρ. Φεύγω.
Βλαντ. Βοήθησέ με πρώτα. Μετά θα φύγουμε μαζί.
Εστρ. Το υπόσχεσαι;
Βλαντ. Τ' ορκίζομαι!
Εστρ. Και δε θα γυρίσουμε ποτέ ξανά πίσω;
Βλαντ. Ποτέ!
Εστρ. Θα πάμε στα Πυρηναία;
Βλαντ. Όπου σου αρέσει.
Έστρ. Πάντα ήθελα να περιπλανηθώ στα Πυρηναία.
Βλαντ. Θα τα δεις απ' όλες τις μεριές.
Εστρ. (αναπηδώντας). Ποιός έκλασε;
Βλαντ. Ο Πότζο.
Πότζο. Εδώ! Εδώ! Έλεος!
Εστρ. Είναι αηδιαστικό!
Βλαντ. Γρήγορα, δώσμου το χέρι σου.
Εστρ. Φεύγω. (παύση. δυνατότερα). Φεύγω!
Βλαντ. Λοιπόν, φαντάζομαι ότι στο τέλος θα σηκωθώ μόνος μου. (προσπαθεί, αποτυχαίνει). Με το πλήρωμα του χρόνου.
Εστρ. Τί συμβαίνει με σένα;
Βλαντ. Πήγαινε στο διάολο.
Εστρ. Μένεις εκεί;
Βλαντ. Για την ώρα.
Εστρ. Έλα σήκω, θ' αρπάξεις κανά κρύωμα.
Βλαντ. Μην ανησυχείς για μένα.
Εστρ. Έλα Ντιντί, μην είσαι πεισματάρης. (απλώνει το χέρι κι ο Βλαντ τ' αρπάζει βιαστικά).
Βλαντ. Τράβα το! (του το τραβά, παραπατά, πέφτει. παρατεταμένη σιγή).
Πότζο. Βοήθεια!
Βλαντ. Φτάσαμε.
Πότζο. Ποιοί είστε;
Βλαντ. Είμαστε άνθρωποι. (σιγή).
Εστρ. Γλυκειά μάνα γη!
Βλαντ. Μπορείς να σηκωθείς;
Εστρ. Δε ξέρω.
Βλαντ. Προσπάθησε.
Εστρ. Όχι τώρα, όχι τώρα. (σιγή).
Πότζο. Τί έγινε;
Βλαντ. (βίαια). Σταμάτα! Χτικιό! Δε σκέφτεται τίποτ' άλλο από τον εαυτό του!
Εστρ. Τί λες για λίγον υπνάκο;
Βλαντ. Τον άκουσες; Θέλει να ξέρει τί έγινε!
Εστρ. Μη του δίνεις σημασία. Κοιμήσου. (σιγή).
Πότζο. Έλεος! Έλεος!
Εστρ. (ανασκιρτώντας). Τί είναι;
Βλαντ. Κοιμήθηκες;
Εστρ. Πρέπει να κοιμήθηκα.
Βλαντ. Είναι αυτός ο μπάσταρδος ο Πότζο, πάλι.
Εστρ. Κάντονε να σταματήσει. Κλώτσα τον στο καβάλο.
Βλαντ. (χτυπώντας τον Πότζο). Θα σταματήσεις; Παλιόψειρα! (ο Πότζο ξεμπλέκει με κραυγές πόνου και σέρνεται μακριά. σταματά, ψάχνει τον αέρα στα τυφλά φωνάζοντας βοήθεια. ο Βλαντ στηριγμένος στον αγκώνα του, παρατηρεί την αποχώρησή του). Φεύγει! (ο Πότζο καταρρέει). Πήρε τη κάτω βόλτα!
Εστρ. Τί κάνουμε τώρα;
Βλαντ. Ίσως να μπορούσα να συρθώ κοντά του.
Εστρ. Μη μ' αφήνεις!
Βλαντ. Ή θα μπορούσα να τονε φωνάξω.
Εστρ. Ναι, ναι, φώναξέ τον.
Βλαντ. Πότζο! (σιγή). Πότζο! (σιγή). Δεν απαντά.
Εστρ. Μαζί.
Βλαντ-Εστρ. Πότζο! Πότζο!
Βλαντ. Κουνήθηκε.
Εστρ. Είσαι σίγουρος ότι τονε λένε Πότζο;
Βλαντ. (τρομαγμένος). Κύριε Πότζο! Έλα πίσω! Δε θα σου κάνουμε κακό! (σιγή).
Εστρ. Θα μπορούσαμε να δοκιμάσουμε άλλα ονόματα.
Βλαντ. Φοβάμαι πως πεθαίνει.
Εστρ. Θα 'τανε διασκεδαστικό.
Βλαντ. Τί θα 'τανε διασκεδαστικό;
Εστρ. Να δοκιμάσουμε κι άλλα ονόματα, το 'να μετά τ' άλλο. Θα περνούσε η ώρα μας και θα πέφταμε στο σωστό, αργά ή γρήγορα.
Βλαντ. Σου λέω πως τονε λένε Πότζο.
Εστρ. Θα δούμε σύντομα. (σκέφτεται). Έιμπελ! Έιμπελ!
Πότζο. Βοήθεια!
Εστρ. Το δέχτηκε με τη μια!
Βλαντ. Αρχίζω να πλήττω μ' αυτό το μοτίβο.
Εστρ. Ίσως το άλλο να 'ναι Κάιν. Κάιν! Κάιν!
Πότζο. Βοήθεια!
Εστρ. Είναι όλο ανθρωπιά. (σιγή). Κοίτα το μικρό σύννεφο.
Βλαντ. (σηκώνοντας τα μάτια). Πού;
Εστρ. Εκεί, στο ψηλότερο σημείο του ουρανού.
Βλαντ. Λοιπόν; (παύση). Τί το θαυμάσιο έχει αυτό; (σιγή).
Εστρ. Ας περάσουμε τώρα σε κάτι άλλο, σε πειράζει;
Βλαντ. Ήμουν έτοιμος να στο προτείνω.
Εστρ. Αλλά σε τί;
Βλαντ. Α! (σιγή).
Εστρ. Ας υποθέσουμε πως σηκωνόμαστε γι' αρχή.
Βλαντ. Δε βλάπτει να προσπαθήσουμε. (σηκώνονται).
Εστρ. Παιδικά παιγνίδια.
Βλαντ. Απλά, ζήτημα δύναμης, θέλησης.
Εστρ. Και τώρα;
Πότζο. Βοήθεια!
Εστρ. Ας φύγουμε.
Βλαντ. Δε μπορούμε.
Εστρ. Γιατί όχι;
Βλαντ. Περιμένουμε τον Γκοντό.
Εστρ. Α! (απεγνωσμένα). Τί θα κάνουμε; Τί θα κάνουμε;
Πότζο. Βοήθεια!
Βλαντ. Τί βοήθεια ζητά;
Εστρ. Τί θέλει;
Βλαντ. Θέλει να σηκωθεί.
Εστρ. Και γιατί δε σηκώνεται;
Βλαντ. Θέλει να τονε βοηθήσουμε να σηκωθεί.
Εστρ. Και γιατί δε βοηθάμε; Τί περιμένουμε; (βοηθάνε τον Πότζο να σταθεί στα πόδια του, μετά τον αφήνουν. πέφτει).
Βλαντ. Πρέπει να τονε κρατάμε. (τονε σηκώνουνε πάλι, γέρνει ανάμεσά τους, με τα χέρια γύρω στους λαιμούς τους). Νιώθεις καλύτερα;
Πότζο. Ποιοί είστε;
Βλαντ. Δε μας αναγνωρίζεις;
Πότζο. Είμαι τυφλός. (σιγή).
Εστρ. Ίσως μπορεί να δει το μέλλον.
Βλαντ. Από πότε;
Πότζο. Είχα θαυμάσια όραση... αλλά... είστε φίλοι;
Εστρ. (γελώντας δυνατά). Θέλει να μάθει αν είμαστε φίλοι;
Βλαντ. Όχι, εννοεί φίλοι του.
Εστρ. Λοιπόν;
Βλαντ. Του αποδείξαμε πως είμαστε φίλοι του, βοηθώντας τον.
Εστρ. Ακριβώς. Θα τονε βοηθούσαμε αν δεν είμαστε φίλοι του;
Βλαντ. Ίσως.
Εστρ. Πράγματι.
Βλαντ. Ας μη λογομαχήσουμε γι' αυτό, τώρα.
Πότζο. Δεν είστε ληστές εθνικών δρόμων;
Εστρ. Ληστές εθνικών δρόμων! Φαινόμαστε για ληστές;
Βλαντ. Που να πάρει ο διάολος, δε βλέπεις ότι ο άνθρωπος είναι τυφλός;
Εστρ. Μα τη πίστη μου, είναι. (παύση). Έτσι λέει.
Πότζο. Μη μ' αφήνετε!
Βλαντ. Μη το συζητάς.
Εστρ. Προς το παρόν.
Πότζο. Τί ώρα είναι;
Βλαντ. (εξετάζοντας τον ουρανό). Εφτά η ώρα... οχτώ η ώρα...
Εστρ. Εξαρτάται από την εποχή του χρόνου.
Πότζο. Είναι βράδυ; (σιγή. Βλαντ & Εστρ κοιτάνε το ηλιοβασίλεμα).
Εστρ. Ανατέλλει ο ήλιος.
Βλαντ. Αδύνατον.
Εστρ. Ίσως ξημερώνει.
Βλαντ. Μην είσαι ανόητος. Είναι δύση κει πέρα.
Εστρ. Πώς το ξέρεις;
Πότζο. (με αγωνία). Είναι βράδυ;
Βλαντ. Όπως και να 'χει, δεν έχει κινηθεί.
Εστρ. Σου λέω ανατέλλει ο ήλιος.
Πότζο. Γιατί δεν απαντάτε;
Εστρ. Δώσε μας μιαν ευκαιρία.
Βλαντ. (επαναβεβαιώνοντας). Είναι βράδυ κύριε, είναι βράδυ, η νύχτα τραβιέται ψηλά. Ο φίλος μου εδώ μ' έκανε ν' αμφιβάλλω γι' αυτό και πρέπει να μολογήσω πως με κλόνισε για μια στιγμή. Αλλά δεν είναι, και μόνο που 'χω ζήσει αυτή την ατέλειωτη μέρα και μπορώ να σας βεβαιώσω πως είναι πολύ κοντά στο τέλος του ρεπερτορίου της... (παύση). Πώς νιώθεις τώρα;
Εστρ. Πόσο ακόμα πρέπει να τονε κουβαλάμε γύρω; (τον μισολευτερώνουνε, τονε πιάνουνε πάλι καθώς πέφτει). Δεν είμαστε καρυάτιδες!
Βλαντ. Έλεγες ότι η όρασή σου ήτανε καλή, αν άκουσα καλά...
Πότζο. Θαυμάσια! Θαυμάσια! Θαυμάσια όραση! (σιγή).
Εστρ. (ευερέθιστα). Πες μας παρακάτω! Παρακάτω!
Βλαντ. 'Ασε τον ήσυχο. Δε βλέπεις ότι σκέφτεται τις μέρες που 'ταν ευτυχισμένος; (παύση). Μεμόρια πραετεριτόρουμ μπονότουμ -αυτό πρέπει να 'ναι δυσάρεστο.
Εστρ. Δε το ξέραμε.
Βλαντ. Και σου συνέβη τελείως ξαφνικά;
Πότζο. Τελείως θαυμάσια!
Βλαντ. Σε ρωτώ αν σου συνέβη ξαφνικά.
Πότζο. Ξύπνησα μιαν ωραία μέρα, τυφλός σα τη Τύχη. (παύση). Μερικές φορές αναρωτιέμαι αν είμαι ακόμα ξύπνιος.
Βλαντ. Και πότε ήταν αυτό;
Πότζο. Δε ξέρω.
Βλαντ. Αλλά όχι αργότερα από χτες...
Πότζο. (παράφορα). Μη με ρωτάς! Οι τυφλοί δεν έχουν αντίληψη του χρόνου. Τα πράματα του χρόνου είναι κρυμμένα απ' αυτούς επίσης.
Βλαντ. Λοιπόν, για φαντάσου! Θα μπορούσα να πάρω όρκο πως συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο.
Εστρ. Εγώ φεύγω.
Πότζο. Πού είμαστε;
Βλαντ. Δε μπορώ να σου πω.
Πότζο. Δεν είναι το μέρος που 'ναι γνωστό σαν Οικοτροφείο;
Βλαντ. Ποτέ δεν τ' άκουσα αυτό.
Πότζο. Σαν τί είναι;
Βλαντ. (κοιτάζοντας γύρω). Είναι απερίγραπτο. Είναι σαν τίποτα. Δεν υπάρχει τίποτα. Υπάρχει ένα δέντρο. 
Πότζο. Τότε δεν είναι το Οικοτροφείο.
Εστρ. (βουλιάζοντας). Καμιά διαφορά!
Πότζο. Πού είναι ο υπηρέτης μου;
Βλαντ. Είναι κάπου δω γύρω.
Πότζο. Γιατί δεν απαντά που του φωνάζω;
Εστρ. Δε ξέρω. Φαίνεται πως κοιμάται. Ίσως έχει πεθάνει.
Πότζο. Τί συνέβη ακριβώς;
Εστρ. Ακριβώς!
Βλαντ. Οι δυο σας γλυστρήσατε. (παύση). Και πέσατε.
Πότζο. Πηγαίντε να δείτε μήπως χτύπησε.
Βλαντ. Δε μπορούμε να σ' αφήσουμε.
Πότζο. Δε χρειάζεται να πάτε κι οι δυο.
Βλαντ. (στον Εστρ). 'Αντε συ.
Εστρ. Μετά απ' όσα μου 'κανε; Ποτέ!
Πότζο. Ναι, άσε το φίλο σου να πάει, βρωμάει τόσο. (σιγή). Τί περιμένεις;
Εστρ. Περιμένω τον Γκοντό. (σιγή).
Βλαντ. Τί ακριβώς πρέπει να κάμει;
Πότζο. Λοιπόν, γι' αρχή πρέπει να τραβήξει το σχοινί, όσο δυνατά θέλει, αρκεί να μη τονε στραγγαλίσει. Συνήθως αντιδρά θετικά στο σχοινί. Αν όχι πρέπει να του δώσει μια γεύση από τη μπότα του, στο πρόσωπο και στα γεννητικά του όργανα, όσο πιο δυνατά μπορεί.
Βλαντ. (στον Εστρ). Βλέπεις, δεν έχεις τίποτα να φοβηθείς. Είναι μάλιστα μια ευκαιρία να του το ξεπληρώσεις.
Εστρ. Κι αν αμυνθεί;
Πότζο. Όχι, όχι, ποτέ δεν υπερασπίζεται τον εαυτό του.
Βλαντ. Θα 'ρθω πετώντας στο καταφύγιο.
Εστρ. Μη παίρνεις τα μάτια σου από πάνω μου. (πηγαίνει στο Λάκι).
Βλαντ. Βεβαιώσου πως είναι ζωντανός πριν αρχίσεις. Δεν έχει νόημα να καταβάλεις προσπάθεια αν είναι νεκρός.
Εστρ. (σκύβει πάνω στοΛάκι). Αναπνέει.
Βλαντ. Τότε ας πάρει αυτό που πρέπει.
Εστρ. (με ξαφνική μανία αρχίζει να κλωτσά τον πεσμένο Λάκι, ουρλιάζοντας βρισιές εναντίον του, αλλά χτυπά το πόδι του κι απομακρύνεται κουτσαίνοντας και βογγώντας. ο Λάκι ανασαλεύει). Ω, το κτήνος! (κάθεται στο ύψωμα, προσπαθεί να βγάλει τη μπότα, σύντομα τα παρατά κι ετοιμάζεται να κοιμηθεί, πάλι στην εμβρυακή στάση).


Πότζο. Τί έγινε τώρα;
Βλαντ. Ο φίλος μου χτύπησε.
Πότζο. Κι ο Λάκι;
Βλαντ. Ώστε είναι αυτός;
Πότζο. Τί;
Βλαντ. Είναι ο Λάκι;
Πότζο. Δε καταλαβαίνω.
Βλαντ. Κι εσύ είσαι ο Πότζο;
Πότζο. Και βέβαια είμαι ο Πότζο.
Βλαντ. Ο ίδιος όπως χτες;
Πότζο. Χτες;
Βλαντ. Συναντηθήκαμε χτες. (σιγή). Δε θυμάσαι;
Πότζο. Δε θυμάμαι να συνάντησα κανένα χτες, αλλ' αύριο δε θα θυμάμαι αν συνάντησα κανένα σήμερα, γι' αυτό μη βασίζεσαι σε μένα να σε κατατοπίσω.
Βλαντ. Μα...
Πότζο. Αρκετά! Πάνω γουρούνι!
Βλαντ. Τον έφερες σε σημείο να πουλήσει τον εαυτό του. Μας μίλησε, μας χόρεψε, σκέφτηκε. Είχες αυτό που 'θελες.
Πότζο. Όπως νομίζεις. 'Ασε με να φύγω! (ο Βλαντ απομακρύνεται). Πάνω! (ο Λάκι σηκώνεται, μαζεύει τα φορτία του).
Βλαντ. Πού πας από δω;
Πότζο. Όπου να 'ναι!
Βλαντ. Μη φεύγεις ακόμα!
Πότζο. Φεύγω.
Βλαντ. Τί θα κάνεις όταν είσαι μακριά από βοήθεια;
Πότζο. Περιμένουμε ώσπου να μπορέσουμε να σηκωθούμε. Μετά φεύγουμε. Μακριά!
Βλαντ. Πριν φύγεις πέστου να τραγουδήσει!
Πότζο. Ποιός;
Βλαντ. Ο Λάκι.
Πότζο. Να τραγουδήσει;
Βλαντ. Ναι. Ή να σκεφτεί. Ή ν' απαγγείλει.
Πότζο. Μα είναι μουγκός.
Βλαντ. Μουγκός!
Πότζο. Μουγκός! Δε μπορεί ούτε να στενάξει.
Βλαντ. Μουγκός; Από πότε;
Πότζο. (με ξαφνική μανία). Αρκετά δε με βασάνισες με το καταραμένο σου χρόνο! Είναι απαίσιο! Πότε; Πότε; Κάποια μέρα, δεν είναι αρκετό σένα; Κάποια μέρα, όπως οιαδήποτε άλλη μέρα, κάποια μέρα βουβάθηκε, κάποια μέρα τύφλώθηκα, κάποια μέρα θα κουφαθούμε, κάποια μέρα γεννηθήκαμε, κάποια μέρα θα πεθάνουμε, την ίδια μέρα, την ίδια στιγμή, δε σου 'ναι αρκετό; (πιο ήρεμα). Γεννούνε καβάλλα σ' ένα τάφο, το φως αναλάμπει μια στιγμή, μετά είναι νύχτα άλλη μια φορά. (τραβά το σχοινί). Εμπρός!
(βγαίνουν κι ο Βλαντ τους ακολουθεί ως την άκρη της σκηνής. ο θόρυβος της πτώσης, δυναμωμένος από τη μίμησή του, δείχνει πως είναι πάλι κάτω. σιγή. ο Βλαντ πάει προς τον Εστρ, τον εξετάζει μια στιγμή, μετά τονε κουνά να ξυπνήσει).
Εστρ. (μ' αγριεμένες κινήσεις, ασυνάρτητα λόγια. τελικά). Γιατί δε μ' αφήνεις ποτέ να κοιμηθώ;
Βλαντ. Ένιωθα μοναξιά.
Εστρ. Ονειρευόμουνα πως ήμουν ευτυχισμένος.
Βλαντ. Έτσι πέρασε η ώρα.
Εστρ. Ονειρευόμουν ότι...
Βλαντ. (άγρια). Μη μου πεις! (σιγή). Αναρωτιέμαι αν είναι πράγματι τυφλός.
Εστρ. Τυφλός; Ποιός;
Βλαντ. Ο Πότζο.
Εστρ. Τυφλός;
Βλαντ. Μας είπε πως είναι τυφλός.
Εστρ. Και τί μ' αυτό;
Βλαντ. Μου φάνηκε πως έβλεπε.
Εστρ. Τ' ονειρεύτηκες. (παύση). Ας φύγουμε. Δε μπορούμε. Α! (παύση). Είσαι σίγουρος πως δεν ήταν αυτός;
Βλαντ. Ποιός;
Εστρ. Ο Γκοντό.
Βλαντ. Ναι, αλλά ποιός;
Εστρ. Ο Πότζο.
Βλαντ. Καθόλου! (λιγότερο σίγουρος). Καθόλου! (ακόμα λιγότερο σίγουρος). Καθόλου!
Εστρ. Φαντάζομαι πως πρέπει να σηκωθώ κι εγώ. (σηκώνεται με κόπο). Ω! Ντιντί!
Βλαντ. Δε ξέρω τί να σκεφτώ πια.
Εστρ. Τα πόδια μου! (κάθεται, προσπαθεί να βγάλει τις μπότες). Βοήθησέ με!


Βλαντ. Κοιμόμουν, ενώ οι άλλοι υποφέρανε; Κοιμάμαι τώρα; Αύριο όταν θα ξυπνήσω ή θα νομίζω πως έχω ξυπνήσει, τί θα λέω για σήμερα; Πως μαζί με τον Εστραγκόν το φίλο μου, σ' αυτό το μέρος, ώσπου να πέσει νύχτα, περίμενα τον Γκοντό; Ότι πέρασε ο Πότζο, με το καρότσι του κι ότι μας μίλησε; Πιθανόν. Αλλά σ' όλ' αυτά, ποιά αλήθεια υπάρχει; (ο Εστρ αφού πάλεψε με τις μπότες μάταια, λαγοκοιμάται πάλι. ο Βλαντ τονε κοιτά). Δε θα μάθει τίποτε. Θα μου πει για τα χαστούκια που 'φαγε και θα του δώσω ένα καρότο. (παύση). Καβάλλα σ' ένα τάφο και μια δύσκολη γέννα. Κάτω στο λάκκο ο σκαφτιάς βάζει τις λαβίδες. Έχουμε καιρό να γεράσουμε. Ο αγέρας είναι γεμάτος από τις κραυγές μας. (αφουγκράζεται). Αλλά η συνήθεια είναι μεγάλος δολοφόνος. (ξανακοιτά τον Εστρ). Κι εμένα κάποιος με κοιτά κι εμένα κάποιος μου μιλά, κοιμάται, δε ξέρει τίποτα, ας κοιμάται όσο θέλει. (παύση). Δε μπορώ να συνεχίσω! (παύση). Τί έλεγα; (πηγαινοέρχεται πέρα-δώθε πυρετωδώς, σταματά τελικά στην άκρη αριστερά, συλλογίζεται. μπαίνει το Αγόρι δεξιά. σταματά. σιγή).
Αγόρι. Κύριε... (ο Βλαντ στρέφεται)... κύριε 'Αλμπερτ...
Βλαντ. Φύγαμε πάλι. (παύση). Δε μ' αναγνώρισες;
Αγόρι. Όχι, κύριε.
Βλαντ. Δεν ήσουν εσύ που 'ρθες χτες;
Αγόρι. Όχι, κύριε.
Βλαντ. Αυτή είναι η πρώτη σου φορά;
Αγόρι. Μάλιστα, κύριε. (σιγή).
Βλαντ. Έχεις ένα μήνυμα για μας από τον κύριο Γκοντό;
Αγόρι. Μάλιστα, κύριε...
Βλαντ. Δε θα 'ρθει απόψε;
Αγόρι. Όχι, κύριε.
Βλαντ. Αλλά θα 'ρθει αύριο;
Αγόρι. Μάλιστα, κύριε.
Βλαντ. Εξάπαντος;
Αγόρι. Μάλιστα, κύριε. (σιγή).
Βλαντ. Τί κάνει ο κύριος Γκοντό; (σιγή). Μ' ακούς;
Αγόρι. Μάλιστα, κύριε.
Βλαντ. Λοιπόν;
Αγόρι. Δε κάνει τίποτα κύριε. (σιγή).
Βλαντ. Πώς είναι ο αδερφός σου;
Αγόρι. Είναι άρρωστος κύριε.
Βλαντ. Ίσως είναι αυτός που 'ρθε χτες.
Αγόρι. Δε ξέρω κύριε. (σιγή)
Βλαντ. (σιγά). Έχει γένεια ο κύριος Γκοντό;
Αγόρι. Μάλιστα, κύριε.
Βλαντ. Ξανθά ή... (διστάζει)... ή μαύρα;
Αγόρι. Νομίζω πως είναι λευκά, κύριε. (σιγή). Τί να πω στον κύριο Γκοντό, κύριε;
Βλαντ. Πέστου... (διστάζει)... πέστου πως μας είδες κι ότι... (διστάζει)... ότι μας είδες. (παύση. προχωρεί και το Αγόρι οπισθοχωρεί, σταματά, και το Αγόρι. (το ίδιο, με ξαφνική ταχύτητα). Είσαι σίγουρος πως μας είδες; Δε θα 'ρθεις πάλι αύριο να μου πεις πως δε μ' έχεις ξαναδεί ποτέ; (σιγή. ο Βλαντ πηδά ξαφνικά μπρος, το Αγόρι τον αποφεύγει και το βάζει στα πόδια τρέχοντας. σιγή).


(ο ήλιος δύει, το φεγγάρι ανατέλλει, όπως στη 1η πράξη ο Βλαντ στέκει ακίνητος).


(ο Εστρ ξυπνά, βγάζει τις μπότες του, σηκώνεται με μια μπότα σε κάθε χέρι, πάει και τις βάζει κάτω στο κέντρο της σκηνής, μπρος, και μετά πάει προς τον Βλαντ).
Εστρ. Τί σου συμβαίνει;
Βλαντ. Τίποτα.
Εστρ. Φεύγω.
Βλαντ. Κι εγώ.
Εστρ. Κοιμήθηκα πολύ;
Βλαντ. Δε ξέρω. (σιγή).
Εστρ. Πού θα πάμε;
Βλαντ. Όχι μακριά.
Εστρ. Ω ναι, ας φύγουμε μακριά από δω.
Βλαντ. Δε μπορούμε.
Εστρ. Γιατί όχι;
Βλαντ. Για να περιμένουμε τον Γκοντό.
Εστρ. Α! (σιγή). Δεν ήρθε;
Βλαντ. Όχι.
Εστρ. Και τώρα είναι πολύ αργά.
Βλαντ. Ναι τώρα νύχτωσε.
Εστρ. Κι αν τονε παρατήσουμε; (παύση). Αν τονε παρατήσουμε;
Βλαντ. Θα μας τιμωρήσει. (σιγή. Κοιτά το δέντρο). Όλα πέθαναν εκτός από το δέντρο.
Εστρ. (κοιτώντας το δέντρο). Τί είναι; 
Βλαντ. Είναι το δέντρο.
Εστρ. Ναι, τί δέντρο;
Βλαντ. Δε ξέρω, ιτιά.
Εστρ. (τραβά τον Βλαντ προς το δέντρο, στέκουν ακίνητοι μπρος του. σιγή). Γιατί δε κρεμιόμαστε;
Βλαντ. Με τί;
Εστρ. Δεν είχες ένα κομμάτι σχοινί;
Βλαντ. Όχι.
Εστρ. Τότε δε μπορούμε. (σιγή).
Βλαντ. Πάμε να φύγουμε.
Εστρ. Υπάρχει η ζώνη μου.
Βλαντ. Είναι πολύ κοντή.
Εστρ. Μπορείς να κρεμαστείς από τα πόδια μου.
Βλαντ. Και ποιός θα κρεμαστεί από τα δικά μου;
Εστρ. Σωστά.
Βλαντ. Δείξε μου πάντως. (ο Εστρ ξεσφίγγει τη ζώνη και το παντελόνι του που 'ναι μεγάλο, πέφτει στους αστραγάλους. κοιτάνε τη ζώνη). Μπορεί να γίνει θηλειά, αλλά θα 'ναι αρκετά γερή;
Εστρ. Θα δούμε αμέσως. Εδώ. (παίρνει έκαστος μιαν άκρη της ζώνης και τη τραβά. σπάζει και παραλίγο να πέσουνε κάτω).
Βλαντ. Δεν αξίζει τον κόπο, μήτε να βρίσουμε.
Εστρ. Είπες πως πρέπει να 'ρθούμε πάλι αύριο;
Βλαντ. Ναι.
Εστρ. Τότε μπορούμε να φέρουμε ένα μεγάλο κομμάτι σχοινί.
Βλαντ. Ναι. (σιγή).
Εστρ. Ντιντί;
Βλαντ. Ναι.
Εστρ. Δε μπορώ να συνεχίσω έτσι.
Βλαντ. Έτσι νομίζεις;
Εστρ. Αν χωρίζαμε; Μπορεί να 'ναι καλύτερο για μας.
Βλαντ. Θα κρεμαστούμε αύριο. (παύση). Εκτός κι αν έρθει ο Γκοντό.
Εστρ. Κι αν έρθει;
Βλαντ. Θα σωθούμε. (βγάζει το καπέλο -του Λάκι-, κοιτά μέσα, το ψάχνει, το τινάζει, το χτυπά στη κορφή, το ξαναφορά).
Εστρ. Λοιπόν, θα φύγουμε;
Βλαντ. Ανέβασε το παντελόνι σου.
Εστρ. Τί;
Βλαντ. Ανέβασε λέω, το παντελόνι σου.
Εστρ. Θες να βγάλω το παντελόνι μου;
Βλαντ. ΤΡΑΒΑ ΠΑΝΩ το παντελόνι σου.
Εστρ. (συνειδητοποιώντας πως έχει πέσει το παντελόνι του). Σωστά! (το ανεβάζει).
Βλαντ. Λοιπόν; Πάμε;
Εστρ. Ναι! Πάμε. (δε κινούνται). 
ΑΥΛΑΙΑ