Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Διαδικτύου 

Φοίβη: Συναισθηματικά Ταξίδια...

 

                                      Δυο Ιστορίες Για Έναν Έρωτα

     Θα αγαπήσουμε αληθινά ο ένας τον άλλο, όταν δεν θα υπάρχει πια θάλασσα ανάμεσά μας. Και τότε, με τα κορμιά ενωμένα σαν αχιβάδες, γυμνοί κι αρχαιοπρεπείς, θα ανταλλάξουμε αυτό το στερνό χαμόγελο που στέλνει κανείς από τις αποβάθρες των αναχωρήσεων, προτού κλειστεί στην καμπίνα του για να κλάψει.

                                                  «Αποχαιρετισμός»
  Πιερ Μπετενκούρ

1.

    
Είναι ένα λαμπερό χειμωνιάτικο πρωινό κάπου στις αρχές του Γενάρη, η μέρα έχει αρχίσει να δείχνει τις προθέσεις της, καθώς οι πρώτες σταγόνες του ήλιου παιχνιδίζουν πάνω στα φύλλα των πράσινων χαμηλών θάμνων καθώς και των λιγοστών λουλουδιών. Σε ένα σταθμό τρένων κάπου στα βόρεια μιας πόλης ένας νέος άνδρας και μια κοπέλα θα συναντηθούν σχεδόν σαν για πρώτη φορά.
     Το τρένο φτάνει στην αποβάθρα των αφίξεων, πλήθος κόσμου κατεβαίνει από την αμαξοστοιχία. Σαν μελίσσια που αναζητούν την κυψέλη τους, ένα πολύβουο πλήθος γεμίζει ασφυκτικά το σταθμό. Παίρνουν άλλοι αργά και νωχελικά, άλλοι πιο γρήγορα, το δρόμο, για την δική τους στενή πραγματικότητα, τη δική τους ζωή που άφησαν πίσω κι ήρθαν να ξαναβρούν.
     Ο σταθμός αδειάζει ο χώρος ελευθερώνεται από τα τόσα ανθρώπινα όντα, τις εμμονές και τις έννοιες τους που στοιβάζονται πάντα σα γεμάτα σακιά, για μια αιώνια επιστροφή. Τώρα μπορείς καθαρά να διακρίνεις μια κοπέλα μοναχή, η ματιά της ανιχνεύει όλο το χώρο του άδειου πια σταθμού. Είναι καθαρά το βλέμμα της αναμονής το βλέμμα τούτης της κοπέλας. Της προσμονής της αγάπης...
     Κάποια στιγμή όλοι το έχουμε αισθανθεί αυτό, παρατημένοι ξεκομμένοι από τον κόσμο, ριγμένοι εκεί θαρρείς τυχαία σε έναν έρημο σταθμό, να καρτερούμε την ίδια την αγάπη.
     Από μακρυά διακρίνεται μια λεπτή αντρική φιγούρα. Βαδίζει αργά και σταθερά προς το μέρος της. Όχι ο σταθμός ξαφνικά δεν είναι άδειος ,αφού υπάρχει αυτός. Τελικά είχε έρθει αν και νόμιζε πως δεν θα τον ξανάβλεπε ποτέ. Τη πλησίασε, το πρόσωπό του συνάντησε το δικό της, η κοπέλα ήταν ακόμα καθισμένη εκστασιασμένη θαρρείς από την αποκάλυψη. Τα μάτια της καθρέφτιζαν τον ήλιο μέσα τους. Σηκώθηκε, η ματιά της γύρεψε να αγγίξει κάθε πιθαμή από το πρόσωπό του.
     Το πρόσωπο του αγαπημένου μας που γίνεται πάντα ο καθρέφτης μας και αντικρύζουμε ξανά τον εαυτό μας. Πιο όμορφο από πριν και πιο αληθινό.
     Έκλεισε τρυφερά το σώμα της μέσα στο σώμα του.
     Μέρες και μέρες ήθελε να ρθει.
     Τα όνειρα του φανέρωναν τις πιο μύχιες επιθυμίες του κι άλλοτε τους φόβους του, βρίσκονταν πάντα σε σταθμούς αναχωρήσεων. Έτρεμε πάντα τους αποχωρισμούς και τα αντίο. Έχανε τα λόγια του, κάθε κύτταρο του κορμιού του παρέλυε κι απλά έμενε εκεί ανέκφραστος. Δεν θα βρισκόταν τώρα πια σε σταθμούς αναχωρήσεων, δεν θα άφηνε ποτέ ξανά πίσω του ότι αγαπούσε πιο πολύ.
     Όταν μπήκαν ξανά στο τρένο,
 άφηναν πίσω το παρελθόν τους, ό,τι τους είχε πληγώσει, τις μοναχικές νύχτες, τα δάκρυα που γίνονταν λυγμοί, τη σιωπή μες στο σκοτεινό δωμάτιο, τα βράδια που φαίνονταν σα να μη ξημέρωναν ποτέ.
     Το τρένο πλησίαζε ήδη προς ένα καινούργιο άγνωστο σταθμό, προς μια νέα ζωή, προς το μέλλον. Τον κοιτούσε ακόμα μέσα στα μάτια. Και τότε γύρισε και της είπε:
 'Αφησε τη ματιά σου λεύτερη να γίνει ένα με το κάδρο των τοπίων που κυλούν εμπρός στα μάτια μας».
     Κι εκείνη απάντησε:

 
Η φύση και τα τοπία θα συνεχίσουν να υπάρχουν γύρω μας ακόμα κι όταν δεν θα υπάρχουμε εμείς. Τους ανθρώπους που αγαπάμε όμως δεν ξέρω αν θα τους έχουμε για πάντα. Επειδή δε γνωρίζουμε ποτέ τι φέρνει το αύριο, άσε με λοιπόν να σε κοιτώ, έτσι και να μη σε χορταίνω. Να σε κοιτώ.σε με... Και φίλα με ξανά. Θέλω να είμαι μαζί σου...»

2.

Γράφουμε για να ζήσουμε.
Γράφουμε για να συναντηθούμε.
Δε γράφουμε τελικά παρά μόνο
Για να συναντηθούμε μέσα στην αγάπη
Να ταξιδέψουμε, να αγαπήσουμε και να αγαπηθούμε
...

    
Είχανε περάσει ήδη τρία χρόνια από την πρώτη εκείνη στιγμή που συναντήθηκαν σε αυτόν τον αλλόκοτο κόσμο. Ένα κόσμο υπό κατάρρευση βουτηγμένο στη χίμαιρα του καταναλωτισμού σε όλες τις μικρές στιγμές αυτού που αποκαλείται ζωή. Σχέσεις γρήγορες, ταχύτατες κι εύκολες, σαν το φαγητό που γεύεσαι στα χιλιάδες εκκολαπτόμενα fastfood. Όλα κυλούσαν ταχύτατα κι εσύ έπρεπε να επιδοθείς σε ένα ταξίδι με το χρόνο για να τα αγγίξεις.
Μόνο όταν συναντήθηκαν ήταν
ε σαν η σχέση τους να κατάφερε να νικήσει το χρόνο και το χώρο, δεν σχετίστηκε ποτέ με αυτόν κι υπήρχε πάνω από αυτόν.
     Συναντήθηκαν σε ένα άλλο δωμάτιο αυτή τη φορά σε μια μεσαιωνική μικρή πόλη του Βορρά, αισθαντική και εσωτερική από αυτές που δεν σου επιβάλλονται αλλά σε προκαλούν ή σε προδιαθέτουν να τις ανακαλύψεις. Σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου αυτή τη φορά, σε ένα περιβάλλον λιγότερο οικείο. Δεν τους είχαν απομείνει παρά τρεις μέρες για να ξανασυναντηθούν να κάνουν έρωτα για τελευταία φορά, βουτηγμένοι σε αυτή την απελπισία του τέλους κι ίσως με αυτή την ακατανίκητη ψευδαίσθηση ότι δεν θα χαθούν ποτέ, ότι θα ανήκουν για πάντα ο ένας στον άλλο, ότι ίσως θα βρεθούν κι αύριο κάπου τυχαία, θα χαμογελάσουν κρυφά σαν μια μυστική συνομωσία μεταξύ των δυο και θα είναι σαν να μη χώρισαν ποτέ. Σαν τίποτα να μην τελειώνει ανάμεσα τους.
     Θέλοντας να σκοτώσουν αυτόν τον Έρωτα με έρωτα, για να σκοτώσουν τελικά όσα μας χωρίζουν, όσα μας απομακρύνουν γενικότερα από την ανθρώπινη συνάντηση που επαναλαμβάνεται ανάμεσα σε χιλιάδες ανθρώπινους κόσμους καθημερινά.
     Η ιστορία αυτή δεν μπορεί να πει κανείς με βεβαιότητα ότι τελειώνει. Εξάλλου ίσως μια δυσπρόσιτη αλήθεια τελικά είναι ότι δεν μπορούμε να οριοθετήσουμε πότε αρχίζει και πότε τελειώνει κάτι. Ίσως τίποτα να μη τελειώνει.
     Όλη τη νύχτα μέχρι το πρώτο φως της αυγής έκαναν έρωτα. Σιγοψιθυρίζοντας λόγια ακατάληπτα, χωρίς συνοχή.
 
Κάθε που σ' αγαπώ όλα τελειώνουν.
Κάθε που μ' αγαπάς όλα τελειώνουν κι αρχίζουν αέναα
.


    
Η πρώτη φθινοπωρινή ηλιαχτίδα που εισέβαλλε δειλά από τα παραθυρόφυλλα φοβούμενη μην αλλοιώσει το σκηνικό του τέλους των δύο εραστών, τους βρήκε ακόμα τρυφερά αγκαλιασμένους. Το σώμα του δίπλα στο σώμα της είχε απομένει ακόμα, το λευκό τρυφερό του σώμα, ακουμπισμένο σαν από χρόνια πάνω στο λεπτεπίλεπτα ευαίσθητο δικό της σαν μια συμπαντική κραταιά αγάπη να τους διαφυλάσσει αυτή την σύμπραξη των σωμάτων.
Θα περάσουν μέρες, μήνες, χρόνια,
 οι εποχές θα συνεχίσουν να εναλλάσσονται και τα φύλλα θα πέφτουν στην άκρη των δρόμων κάθε φθινόπωρο, όμως από αυτό το δωμάτιο θα είναι σαν να μην έφυγαν ποτέ.
     Ήδη τους βλέπω ακόμα μες στο σκοτεινό δωμάτιο τυλιγμένοι ο ένας στο σώμα του άλλου, ποτέ δεν κατάφεραν να φύγουν ο ένας από τον άλλο, όσες πόρτες κι αν πέρασαν.
     Και δεν θα φύγουν ποτέ.
                                                                              
Καλοκαίρι-Φθινόπωρο 2005

Aντίθετοι Συμβολισμοί Του Χρόνου

Ο Χρόνος κενοτάφιο στιγμών.
Στιγμές που περνούν και χάνονται,
μνήμες που έρχονται και φεύγουν.
Κάποτε θα θαφτούν κι αυτές μέσα στο Χρόνο,
στο ατέλειωτο λιβάδι του Χρόνου.
Εκεί που κάποτε άνθισαν...
Λιβάδι και κενοτάφιο ο χρόνος...
Ότι γεννήθηκε, θα πεθάνει
και θα σβήσει κάποτε.
Όλα έχουν ένα πεπρωμένο που δεν μπορούν
να αποφύγουν.
Η στιγμή γεννιέται,
γίνεται μνήμη
κι έπειτα βυθίζεται στη λήθη.


                               Όλα Τα Πρωινά Του Κόσμου

     Είμαι το πρόσωπο ενός μυθιστορήματος που απομένει να γραφτεί, το οποίο αιωρείται στην ατμόσφαιρα και σκόρπισε δίχως να έχει ποτέ υπάρξει ανάμεσα στα όνειρα κείνου που δεν ήξερε να με ολοκληρώσει. Σκέφτομαι πάντα, αισθάνομαι πάντα, αλλά η σκέψη μου δεν περιέχει συλλογισμούς, η συγκίνησή μου δεν περιέχει συγκινήσεις. Πέφτω από τη καταπακτή εκεί ψηλά, μέσα από το απέραντο διάστημα, σε μια πτώση δίχως κατεύθυνση, απειροπολλαπλή και κενή.

    "Το Βιβλίο Της Ανησυχίας" Bernardo Soares (Fernardo Pessoa
   

  

Όλα τα πρωινά του κόσμου, είναι χωρίς επιστροφή.
Πρόσωπα, εικόνες που θα προσπεράσουν .
Συναισθήματα που άρχισαν να ξεθωριάζουν στην κρυφή, κρυστάλλινη ακουαρέλα του κάδρου της ζωής σου...
Βράδια άγονα, στερημένα από του έρωτα τις ηδονές.
Γεμάτα με βουβά δάκρυα νυχτερινά μέχρι το πρώτο καθαρό φως της αυγής
έξω από το τζάμι που αφήνεται να φανεί αχνά η μεγάλη πόλη.
Κι ύστερα πάλι νύχτες και νύχτες, σιωπή μες στη σιωπή.
Ανιχνεύω στο σκοτάδι μια θολή ανάμνηση ζεστασιάς κορμιού.
Θολή ανάμνηση μιας εικόνας απρόσιτης πια και μακρινής
Ίσως και δική σου...
Kείνου του ανέφικτου, που δεν θ' αγγίξω, με τα λευκά χέρια της πραγματικότητας, την αλήθεια του ποτέ, σε μιαν αιώνια ολότητα.
Σκοτάδι. Κονσέρτο για δυο βιόλες...
Ήχος ηδονικά μελαγχολικός.
Αναζητώντας τον ήχο δυο κορμιών που σμίγουν
Τα θολά πρόσωπα των εραστών
Που η φλόγα των κορμιών τους πυρπόλησε το σύμπαν.
Αναζητώ την αρχή μιας μουσικής αρχέγονης
Πριν γίνει παρτιτούρα
Και μορφοποιηθεί σε νότες
Πριν το υλικό
Αγγίξει το άπιαστο.
Τους ήχους
Προτού λάβουν αέρινη μορφή
Όταν ακόμα δεν είχαν συλληφθεί
Και κατοικούσαν στον κενό.
Τις σιωπές που έχουν
Αρχή και τέλος
Τα σώματα των νεαρών εραστών.
Τα σώματά τους χορδές που πάλλονται
Τόσο που δεν φοβούνται
Μια στιγμή μη λυγίσουν
Και σπάσουν.
Μη η φλόγα τους διαχυθεί και πυρπολήσει και τους ίδιους.
Την ατέρμονη αλληλουχία των λυγμών
Τον ιδρώτα σταγόνα τη σταγόνα πρωτύτερα της ψυχής
Και ύστερα του κορμιού
Όλα τα πρωινά αυτού εδώ του κόσμου
Που δεν σε περιβάλλει
Είναι χωρίς επιστροφή.
Σαν κι εσένα που όλο λες πως θα 'ρθεις
Και δεν φτάνεις μέχρι εδώ
Στα πέτρινα σκαλιά της αυλής μου ποτέ.
Παρά αιώνια αποχωρείς
Δίχως αποχαιρετισμούς
Γλυκούς εναγκαλισμούς
Φιλί μαζί πικρό μέσα στη γλύκα του κι αντίο.
Καλή σου νύχτα πρωινό της ψυχής μου.
Όλες οι μέρες αυτού του κόσμου
Σβήνουν μες στο θαμπό ψεύτικο τους φως
Τα όνειρά μου.
Κι απόψε το βράδυ
Σαν κάθε αύριο
Που θα 'ρθει
Θα σε κρατώ και πάλι εκεί σιμά μου
Χωρίς να σ' έχω
Έτσι όπως δεν σ' είχα ποτέ. 

   Σημ: Η φράση "Όλα τα πρωινά του κόσμου είναι χωρίς επιστροφή" ανήκει στη ταινία "Tous Les Matins Du Monde" (Όλα Τα Πρωινά Του Κόσμου) του Alain Corneau γαλλικής παραγωγής 1991. Στριφογύριζε στο μυαλό μου από τότε που την είδα...
                                                                   24-8-2005


Addio Addio Amore Io Vado Via Amara Terra Mia

Με ταξιδεύει το σώμα σου

Αγγίγματα στο σώμα

Χαράγματα ως τη ψυχή

Πάνω στο σώμα σου

Οι θάλασσες δε στερεύουν ποτέ

Τα ρυάκια κυλάνε αέναα

Τα Φιλιά σου

Έρχονται
μαζί με την αύρα της θάλασσας

αχνοφέρνοντας

την ηδύτητα

της κανέλας

Σε ακούω

Χωρίς να μιλάς

Σε κοιτώ

Χωρίς να σε βλέπω

Σε κρατώ

Χωρίς να σε έχω.

Πότε δεν φαντάστηκα

Ότι θα ψηλαφούσα

Του ερωτά σου

Το βάθος

Μα το ξέρω

Τέλος

Δεν υπάρχει εδώ

Κι αυτό εναγωνίως

Γυρεύω

Να πιστέψω

Πες μου

Πώς μπορείς

Να 'σαι Φωτιά

Και Φάρος

Θάλασσα

Και λιμάνι

Κρύψου

Φύλαξε μου

μια γωνιά σιμά σου

στο πηγάδι της λησμονιάς

μην αφήσεις ούτε μια σταγόνα

Μια σπατάλη

Αισθήσεων

Η ζωή μακριά σου

Υδάτινη η σύσταση

Του δρόμου

που μας χωρίζει

όταν εξατμιστούν οι σταγόνες

όταν η απόσταση

γεφυρωθεί

με μέτρα στέρεα
Θα με δεις να προβάλλω

Στον ορίζοντα

Κι αν είναι ο χρόνος μακρύς

Είναι γιατί

Θα κλείνει μέσα του

Μια στιγμή

Κι έναν αιώνα
                                                                 

Στον Γ. Θ.

Ξημέρωμα 29-11-2007

                                       Μικρό Καλοκαίρι



Ένα θραύσμα

των πρωτινών
ε
ρώτων μας

δεν κοιτάμε όλοι

στο ουράνιο στερέωμα;

Μπορεί άραγε ένας έρωτας να συρρικνωθεί και να χωρέσει μέσα στα στενά όρια ενός μεσογειακού καλοκαιριού;

Το καλοκαίρι εκείνο που ήταν απόλυτα υγρό, αθώο και σάρκινο ταυτόχρονα.

Μοιρασμένο σε δυο ψυχές και δυο κορμιά δεμένα με το λευκό, απαλό, διάφανο πέπλο της τρυφερότητας και ζωσμένα από τις άλικες  φλογίτσες ενός ερωτικού πάθους ασίγαστου που αναδύονταν από αλλοτινούς καιρούς.

Η ζωή του ερωτά μας μικρή, άρχισε το ταξίδι της σ' ένα σιδηροδρομικό σταθμό αναχωρήσεων και τέλειωσε σ' έναν άλλο μακρινό έξω από τα σύνορα αυτής της χώρας που τώρα κατοικώ.

Τα θραύσματα των ερώτων σου πολλά, μα η δική μου η σελίδα καθάρια και ολόλευκη, ήσουν και παραμένεις η αρχή μου.

Μου 'δειξες το δρόμο να πορεύομαι κι ύστερα μου 'γνεψες να συνεχίσω μονάχη δίχως τη ζεστή σου αγκάλη.

Ο Έρωτας γεννιέται και κρατά λίγο, καταδικασμένος να κατασπαραχθεί από τον επόμενο, να αφομοιωθεί και να αποσυρθεί στην πελώρια βιβλιοθήκη της μνήμης.

Να κατοικεί πια το φάντασμά του δικαιωμένο, περήφανο, στεφανωμένο στις δάφνες που του χαρίσαμε να το συνοδεύουν.

Ο έρωτας μας ένας άνθρωπος δίχως κορμί πια, δίχως μιλιά και περίτεχνες λέξεις, κείτεται στην σιωπή, στην ομίχλη ενός άδειου τοπίου, σε μια κρυφή γωνιά της μεσαιωνικής πόλης σου που περπατήσαμε εκείνο το τελευταίο βράδυ, ολομόναχοι μαζί...

Όταν ο έρωτας καταρρέει  πονάς από τα βλέμματα που στρέφονται αλλού, που πετάνε κάπου μακριά, όταν ο αγαπημένος γίνεται άλλος και παύει ν' αποτελεί τον καθρέφτη της αλήθειας σου.

Κοιτώ ακόμα τα μάτια σου, μα κάποιον άλλο αντικρύζω μέσα τους.

Νεντρανίζω το βλέμμα μου στο πρόσωπό σου και σε βλέπω μέσα από το πρόσωπο ενός άλλου.

Σε ψάχνω μέσα στα πρόσωπα των άλλων που συναντώ, μα πουθενά δεν κατοικείς.

Από τότε που έφυγες είναι σαν να έχεις στερηθεί την γήινη σου εικόνα.

Τα χείλη σου λεπτά και βαμμένα με την πίκρα του αποχωρισμού μου γνέφουν για ένα φιλί βουβό, που μου αγγίζει σαν χάδι το πρόσωπο.

Μα η εικόνα σου ένα παζλ ξεχασμένο που αδυνατώ πια να συναρμολογήσω.

Αδύνατο να σε αγγίξω τώρα πια.

Ούτε να σε ονειρευτώ μπορώ, ούτε να σε κρύψω μέσα σ' ένα ποίημα.

Η  μικρή καρδιά μου δεν σκιρτάει τρελαμένη από τον απαλό, ήρεμο ήχο της φωνής σου.

Έκλεισαν οι κουρτίνες της μικρής μας παράστασης και παραδόθηκαν όλα στο σκοτάδι, βλέμματα, λέξεις, χάδια, υγρά φιλιά, αγγίγματα, ήχοι του έρωτα κι η μοναδική στιγμή της παράδοσης στην υπέρβαση της κορύφωσης.

Λένε πως ο οργασμός είναι ένας μικρός θάνατος...

Με περισσή βεβαιότητα γνωρίζω δα πως είναι η στιγμή που εγκαταλείπεις το γήινο σου σώμα και σε αντικρίζεις για λίγες στιγμές αναδυόμενο σε νέφη που σεργιανίζουν πάνω από το διπλό κρεβάτι των εκάστοτε εραστών.

Κι αυτή η στιγμή μοιάζει σα να χάνεις την επαφή με το χρόνο και το χώρο και να κινείσαι σε μια απροσδιόριστη αιωνιότητα αργοκυλώντας σε μια κόκκινη άβυσσο.

Κάποιες στιγμές η μνήμη με παρασύρει σε μια άνιση παραδοχή που τείνει να θεωρηθεί υπερβολή, σαν μόνο μαζί σου να το 'ζησα αυτό το άφταστο της ακρότητας των αισθήσεων.

Σαν το κορμί σου να είχε κάτι το απροσδόκητα μυστηριακό και θεϊκό και κάθε φορά που ενωνόμουν μαζί σου να μετείχα στην λύση ενός αινίγματος που για μόνο εγώ μπορούσα να οδηγηθώ στο τέλος του.

Μα ο έρωτας γεννά ψευδαισθήσεις και μας αναγκάζει να τρεφόμαστε με αυτές.

Και αυτό που θέριευε μέσα μου ήταν ο έρωτας, μα για σένα η λαγνεία κι η αναζήτηση για απόσβεση του πάθους που σε κατάκαιγε.

Τότε νόμιζα πως θα μείνουμε ο ένας μέσα στο βλέμμα και το κορμί του άλλου για πάντα.

Τώρα ξέρω πως ποθούσες να σωθείς μακριά μου.

Δεν επιζητούσες την αγάπη παρά την θυσία της.

Δεν επιζητούσες την εξύψωση του έρωτα παρά την απολύτρωσή του.

Και θαρρώ πως τώρα πια γράφω καλύτερα, πως ορθώνω το πρόσωπο στεγνό από τα δάκρυα της μνήμης σου, τώρα που το παραπλανητικό κόκκινο πέπλο του έρωτα δεν μου προσδίδει μια εξευγενισμένη θέαση της πραγματικότητας σου στερώντας μου την αλήθεια σου.


Υ.Γ. Δεν έμαθες ποτέ πως η αγάπη θέλει υπομονή, καρτερικότητα και θέληση για να καρπίσει.  

Πως η αγάπη δεν υπάρχει τελικά, παρά δημιουργείται.

Καλή τύχη...

                                               Αύγουστος '07 Κρήτη-Αθήνα

   If tomorrow never comes...

Ταξιδεύουμε σαν ένα φύλλο που φυσά ο αέρας.

Τί παράξενος κόσμος

Βαλίτσες... Σταθμοί παγωμένοι,

λόγια και χειρονομίες που δεν καταλαβαίνεις...

Κι η νύχτα που μας τρομάζει...

Όμως είμαστε χαρούμενοι.

Προχωράμε.
 

                                     Τοπίο Στην Ομίχλη

 

Τον τελευταίο καιρό όλο και πιο πολύ κάθε βράδυ κλείνοντας πίσω μου την πόρτα του μικρού διαμερίσματος μου φαινόταν ότι άνοιγε διάπλατα μια άλλη πόρτα αυτή της απώλειας...

Πως είναι να ζεις γνωρίζοντας ότι θα χάσεις κάποιον;

Και πως είναι να ζεις με περίσσεια βεβαιότητα ότι τίποτα και κανείς δεν μπορεί να σου στερήσει την πολυπόθητη μικρή αθανασία σου, πρώτιστα τη δική σου και έπειτα όλων των αγαπημένων ανθρώπων γύρω σου...

Και ποιά από τις δυο είναι η μεγαλύτερη χίμαιρα;

Επιμένουμε να ζούμε να βιώνουμε τη κάθε στιγμή αμέριμνοι κι ουσιαστικά αλώβητοι από κάθε σημάδι θνητότητας ξεχνώντας πως η ζωή είναι μια ακουαρέλα γεμάτη από μια πληθώρα αντιθέσεων, ένα παζλ που συναρμολογείται από χιλιάδες απειροελάχιστα κομματάκια αταίριαστα κι ασυνάρτητα μεταξύ τους, μια πορεία που σηματοδοτείται από μιαν αρχή κι οδεύει σ' ένα τέλος.

Μια επιβίβαση σ' ένα τρένο  με πεπερασμένο αριθμό στάσεων μ' ενδιάμεσες αναμονές και καθυστερήσεις και μόνη αληθινή χαρά την αλήθεια ή το ψέμα που φέρνει η διαδρομή, το ίδιο το ταξίδι.

Πως η ζωή δεν είναι μοναχά μια συνεχής προσγείωση σ' ένα αεροδιάδρομο επιτυχίας, δεν είναι μοναχά αλληλουχία στόχων κι η πορεία προς μιαν εκπλήρωση, είναι και πόνος, μοναξιά και στιγμές περισυλλογής και προσπάθεια επαναπροσδιορισμού.
Πως η ζωή δεν είναι η εξύμνηση του ακράτου καταναλωτισμού, ο φόρτος της καθημερινότητας με ατέλειωτες δόσεις δανείων κι ανάγκες που τρέχουν, αφήνοντας τις ουσιαστικές επιθυμίες σε λήθαργο, η αποθέωση του φετιχισμού και του περιττού...

Η ζωή είναι μικρές στιγμές μέσα σ' αυτό που καλείται άπειρος χωροχρόνος, αναμνήσεις γεμάτες από το φως της μνήμης, κηλίδες χρωμάτων και λευκού πάνω στο φορτωμένο μαύρο της απουσίας και το βαθύ γκρι της καθημερινότητας, είναι η σταγόνα του νερού που κυλά στους δρόμους για να καταλήξει στο ποτάμι και δεν θα την βρεις να επαναλαμβάνεται ίδια ποτέ, είναι οι πρώτες θολές παιδικές αναμνήσεις, η πρώτη λέξη που έσπασε τη σιωπή, η αθώα αγκαλιά που σε γέμισε με θέρμη, το χαμόγελο που ανάτειλε στο πρόσωπο όσων αγάπησες και σε αγαπήσανε, τα ατέλειωτα παραμύθια που σου άνοιξαεν τη πόρτα στη μυστική, καλά προστατευμένη χώρα των ονείρων σου, τα δώρα κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο δίπλα στο αναμμένο τζάκι, τα γέλια κι οι φωνές των γονιών, οι χιλιάδες  μυρωδιές χαραγμένες στη τράπεζα της μνήμης, ένα πρόωρα ανοιξιάτικο ανθισμένο τοπίο με την αμυγδαλιά που πάλι γελάστηκε από το χειμώνα, το ανέμελο πέταγμα του χαρταετού, οι πτήσεις των γλάρων πάνω από τη θάλασσα, η αίσθηση της ελευθερίας καθώς το κορμί σου σκίζει το γαλάζιο υγρό σώμα της θάλασσας, ο πρώτος έρωτας, κάθε μετέπειτα ερωτικό σκίρτημα κι η πληρότητα της ηδονής, η προσπάθεια να γνωρίσουμε και να καταλάβουμε τον εαυτό μας και τους άλλους, να γνωρίσουμε ταξιδεύοντας, ό,τι βρίσκεται έξω από μας σπάζοντας τα σύνορα που μας χωρίζουν, να μάθεις να βλέπεις κι όχι να κοιτάς, ν' αφουγκράζεσαι κι όχι ν' ακούς, να παλεύεις από το να ελπίζεις, ν' αγωνίζεσαι από το να μεμψιμοιρείς, ν' αγαπάς από το να χρειάζεσαι, να μάθεις να προσφέρεις κι όχι μονάχα ν' απαιτείς, να μοιράζεσαι, να περιμένεις, να μη σταματάς. Ζωή είναι ακόμα να μην συμβιβάζεσαι, να μαθαίνεις από τη μοναξιά και να πορεύεσαι μες στη συντροφικότητα, να μη ξεχνάς τον πραγματικό εαυτό σου, μα να θυμάσαι και τους άλλους, να συνεχίζεις ν' αναζητάς, να μην έχεις σα στόχο να γίνεις ίδιος με το πλήθος, μα να παραμείνεις πιστός στον εαυτό σου διατηρώντας τον σεβασμό σου στη διαφορετικότητα.

Κι ίσως ζωή να μην είναι τελικά παρά ό,τι παλεύουμε να ξεχάσουμε για να μπορέσουμε να συνεχίσουμε, ό,τι προσπαθούμε να κρατήσουμε -γιατί χωρίς τις αναμνήσεις μας θα ήμασταν απλά κάποιοι άλλοι- αυτό που περιμένουμε να βρούμε μπροστά μας στο αύριο ακόμα κι αν δεν υπάρξει ποτέ...

Και τώρα που νυχτώνει μη μου φοβάσαι, άσε με να σου ψιθυρίσω ένα παραμύθι όπως αυτά που διηγιόσουν άλλοτε εσύ...

Ό, τι είναι σημαντικό δεν μπορείς να το δεις.

Κι όμως... 

     "Θα βλέπεις τη νύχτα τ' αστέρια. Το δικό μου είναι πολύ μικρό για να σου το δείξω από δω που κρύβεται. Μα είναι καλύτερα έτσι. Το αστέρι μου για σένα θα είναι ένα από τ' άπειρα αστέρια του ουρανού. Λοιπόν θα τ' αγαπάς όλα τα αστέρια αφού ανάμεσά τους θα 'ναι κι αυτό."               Μικρός Πρίγκηπας

                Σε σένα που δε μου 'μαθες ποτέ ν' αποχωρίζομαι...
------------------------------------------------------------------------------


     Il tempo e come una freccia parte dall'arco e arriva al bersaglio e non puo mai fare il percorso inversο.

                             Susanna Tamaro Ogni parola e un seme

     Η απουσία διαστέλλει τον χρόνο, τον κάνει να φαντάζει μακρόσυρτος κι αιώνιος. Να γεμίζει το δωμάτιο ασφυκτικά σαν παραισθησιογόνο αέριο που σου στερεί αργά και βασανιστικά την δυνατότητα αναπνοής.

     Η απουσία είναι το απέραντο του ωκεανού που δεν μπορείς να διαχειριστείς, είναι το κακοτράχαλο βουνό που δεν μπορείς  να ανέβεις, είναι μια διαδρομή που χάνεις τον προσανατολισμό σου βαδίζοντας κοπιαστικά χωρίς καμία πυξίδα, η επιβίβαση σε ένα τρένο που σχίζει τον ορίζοντα και χάνεται σε πυκνά στρώματα ομίχλης.

     Η απουσία είναι η συνομιλία με τον εαυτό σου με ακροατή και συνομιλητή το ίδιο πρόσωπο, είναι το να πλαγιάζεις σε κρεβάτια άδεια στεγνά από του έρωτα την ηδονή μα εμποτισμένα με μια κρυφή οδύνη που μονάχα εσύ αναγνωρίζεις, είναι το δάκρυ που κυλά στο άγονο πρόσωπο με μια προσμονή αγγίγματος για να ανθίσει.

     Η απουσία είναι ο τρόμος του τίποτα, ο φόβος για ότι χάθηκε και δεν θα υπάρξει πια, το σώμα που κρατήσαμε και δεν θυμόμαστε πια κάθε του γνώριμο σημάδι, είναι η λησμονιά όσων ποθήσαμε και όσων υπήρξαμε κάποτε...

     Η απουσία είναι οι λέξεις που ξεβράστηκαν και στέγνωσαν πάνω στη λευκή άμμο ενός κόσμου χάρτινου που θα υπάρχει πάντα χωρίς να καταφέρουμε να ψηλαφήσουμε ούτε μια στιγμή...

     Η απουσία είναι το χαμόγελο που έσβησε από το λευκό σου πρόσωπο, το τραγούδι που βυθίστηκε στη σιωπή.

     Το βρεγμένο τζάμι από τις σταγόνες της βροχής, το άδειο παράθυρο, τα κυκλάμινα που μαράθηκαν, η εικόνα του αγαπημένου προσώπου στον καθρέφτη που δεν υπάρχει πια.

     Είναι η γη της ουτοπίας και της δυστοπίας, όσα έχασες και θέλεις να τους δώσεις δύναμη και πνοή να γεννηθούν και να υπάρξουν εκ νέου.

     Είναι η ανικανότητα επιστροφής, επικοινωνίας, επαφής κι η πιο μεγάλη απόσταση που επιζητά να γεφυρωθεί.

     Είναι η φωνή που σε φωνάζει μα αδυνατώντας να ακουστεί χάνεται μέσα στο κενό, είναι ο άδειος χώρος που παλεύει να γεμίσει με ήχους και εικόνες.

     Είναι το δωμάτιο με τους καθρέφτες που κατοικούν τώρα σκιές.

     Είμαι εγώ που σε φωνάζω, χωρίς να ξέρω αν μπορείς να με ακούσεις, αγνοώντας αν ποτέ υπήρξες δίπλα μου, αν ποτέ μοιραστήκαμε κάτι και αν θα καταφέρεις να υπάρξεις ξανά…

     Είμαι γω που σε περιμένω, κι εσύ που δε γνέφεις πια αν θα 'ρθεις.

     Και μένοντας εδώ οι λέξεις, μου γλιστρούν και ξεφεύγουν από τα χέρια μου, χάνω την επαφή με την πραγματικότητα, λησμονώντας παράλληλα τι είναι αυτό που μας πονά πια πιο πολύ: η προσμονή ή η απουσία...

                                                                                 Ξημέρωμα 30-5-2007

     Μόνον η σιωπή χωρά ανάμεσα στην ποίηση

     Η σιωπή

     Κι ο Έρωτας...

                                                                             Ξημέρωμα 16-7-2007

Παραδομένη Στο Μύθο Του Ορφέα

Στο νου μου στριφογυρίζει
ο μύθος του Ορφέα,
με μιαν αντιστροφή.
Η Ευρυδίκη σου γίνεται τώρα Ορφέας.

Μέσα μου πλατειάζει ο πόθος να σ' αντικρύσω πάλι,
ώρες, μέρες αναμένω να φανείς.
Και τη στιγμή που γνέφεις πως θα 'ρθεις
εξατμίζεται η υπομονη μου.

Γυρνώ με αδημονία σαν άλλος πολύπαθος Ορφέας
να σ' αγγίξω με τη ματιά μου.
Ο δρόμος πίσω μου γίνεται σύννεφο
κι εσύ ομίχλη που χάνεται πριν έρθεις ξανά...

                                 Ταξιδιωτικοί Συλλογισμοί

Πάμε να φύγουμε από αυτήν την πόλη

Όλα ξηλώθηκαν μείναμε μοναχοί

...................................................

Δε βλέπεις πως μας στρίμωξαν για τα καλά

Από το δικό μας χέρι τίποτα δεν περνά..

Πάμε να φύγουμε...                                                Σωκράτης Μάλαμας

Τις τελευταίες μέρες ταξιδεύω...

Ψάχνοντας ν' ανιχνεύσω τί είναι αυτό που μας στρέφει να κατοικούμε σε μια πόλη, να οργανώνουμε τη ζωή, τις ζωές μας, σε ρυθμούς πλέον αστικούς.

Μέσα σε κάθε πόλη βρήκα κι αναζήτησα κάτι από τον εαυτό μου, ένα κομμάτι γνώριμο ή ακόμα και παντελώς άγνωστο που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του εγώ μου.

Δεν ξέρω αν κατάφερα να το βρω...

Αλήθεια δεν ξέρω να σου πω αν θα τα καταφέρω ν' αγγίξω το σκοπό μου, το δικό μου τέλος.

Η πόλη, τί περικλείει τάχα τούτη η μικρή λέξη;

Η πόλη, ο ζωτικός της χώρος και τα σύνορα που δημιουργεί, εσωτερικά κι εξωτερικά σύνορα, που πρέπει να περάσουμε για να φτάσουμε κάπου.

Το χαρακτηριστικό ιδιαίτερο της τοπίο, η εσωτερική μυστηριακή μουσική της που αναδύεται από κάθε απομεινάρι του παρελθόντος, από κάθε κομμάτι μαρμάρου που στρέφει τη ματιά μας στη μνήμη του χτες. Τα κτίρια, οι περήφανοι οικισμοί, οι αρχαίοι και μεταγενέστεροι ναοί που ορθώνουν το επιβλητικό τους ανάστημα μπρος στον σημερινό επισκέπτη κι άλλοτε πιο επιμελημένο περιηγητή.

Διαβαίνω το σήμερα, πορεύομαι προς το αύριο, συναντώντας το χτες.

Ξυπνώ μαζί με τη ξένη πόλη που ξυπνά, την πόλη που με περιβάλλει και μ' εμπεριέχει, γίνομαι βρέφος μες στα φιλόξενα σπλάγχνα της, περπατώντας στα ομιχλώδη στενά της, χαμένη μέσα στην αχλύ της μνήμης.

Στον καθρέφτη αγγίζοντας το πρόσωπό μου, ψηλαφώ τα σημάδια του χτες, αυτά που συ μου χάρισες να πορεύομαι μαζί τους στη σχετική και περιορισμένη μου αιωνιότητα.

Χαίρομαι που γράφω για μένα, πρώτη φορά έξω από μένα, έτσι όπως τονίζει και το ανήσυχο πνεύμα του Πεσσόα.

Ξαναγυρνώ στην πόλη, στους ανθρώπους της, στις μυρωδιές, στους ήχους και τις εικόνες που με σημαδεύουν.

Περπατώντας, κιτρινισμένα κι άλλοτε λιγοστά κοκκινωπά φύλλα εγκαταλείπουν τα δέντρα και καθώς παρασέρνονται από το πρώιμο χειμωνιάτικο αεράκι κυλούν γύρω μου, σαν ν' αφήνουν ένα μικρό χαιρετισμό πριν βρεθούν ανάμεσα στα πόδια των πρωινών περιπατητών της θαλασσινής βόρειας πόλης.

Φύλλα που γεμίζουν τους δρόμους και τα σοκάκια και της δικής σου μακρινής πόλης.

Φύλλα που συλλέγεις για να ξορκίσεις, το φθινόπωρο και το τέλος που ζεις...

Η όραση, η όσφρηση, η ακοή κι η αφή σε σύμπραξη, σε βοηθούν να προσεγγίσεις κάθε διαφορετική όψη της πόλης.

Αφή, μια αίσθηση που σχετίζεται άμεσα με τη μνήμη: αγγίζεις για να μη ξεχάσεις, να μη παραδοθείς στη λησμονιά των αισθήσεων, σε αγγίζω για να σε θυμηθώ, για να μη ξεχάσω πως είναι να σε αγγίζω.

Αγγίζω θα πει δε θέλω να σε ξεχάσω, γι' αυτό κι όταν οι ερωτευμένοι θέλουν αργότερα να λησμονήσουν στιγμές, συναισθήματα, το πρώτο που εγκαταλείπουν είναι τ' αγγίγματα προς το αγαπημένο τους πρόσωπο.

Κι η πόλη που αφήνω δεν είναι αυτή που θα 'ρθω να ξαναβρώ.

Η πόλη, όπως κι αυτός που άφησα πίσω μου, την επόμενη φορά που θα τον συναντήσω τυχαία, δεν θα μου θυμίζει τίποτα από κείνον που άφησα.

Κι η επιθυμία μου να φύγω είναι γιατί άλλαξα ή θέλω ν' αλλάξω ολότελα τη ζωή μου;

Να χαιρετήσω το παρελθόν, τις μέρες του ήλιου και της βροχής, να ψηλαφήσω τις πληγές μου, να κρατήσω κάπου στη μνήμη μου τις στιγμές που με χαράξανε και μ' έφεραν εδώ, να πω αντίο, φεύγοντας να κλείσω πίσω μου την πόρτα και να φύγω.

Να φύγω για να 'ρθω ξανά, να βρεθώ μια μέρα πιο κοντά στο αύριο.

Κλείνουν πολλοί κύκλοι στη ζωή μας κάποιες στιγμές, κάνουμε έναν απολογισμό κι αύριο που θ' ανοίξουμε το παράθυρο το τοπίο θα είναι το ίδιο μα η θέα θα έχει αλλάξει.

Αυτό νιώθω αυτή τη στιγμή...

Ο κύκλος της φοιτητικής ζωής, ο κύκλος μιας σχέσης, οι αρχές μας και τα τέλη.

Κι όμως εγώ δεν έφτασα ακόμα στο τέλος.

Πρώτη φορά περπατώ σ' αυτή την πόλη, δίπλα στη θάλασσα νιώθοντας τα βήματα μου πάντα μοναχικά, μα τις σκέψεις μου λιγάκι πιο ανάλαφρες να μην με βαραίνουν όπως άλλοτε. Ίσως γι' αυτό ν' αγαπώ τελικά τόσον απόλυτα τη θάλασσα, γιατί ξόρκιζε πάντα τους φόβους μου, σάρωνε τους πύργους των ψευδαισθήσεων μου, νανούριζε τα όνειρά μου και παράσερνε τη σκόνη των ημερών βυθίζοντας την αρνητική  βαρύτητα των σκέψεών μου...

Γυρίζω πάλι στην πόλη, δεν έζησα ποτέ εδώ κι όμως μου θυμίζει γνώριμο, οικείο τόπο ικανό να με κρατήσει, ίσως κάποτε να ξαναρθώ...

Αφήνω την ομίχλη να με αγκαλιάσει, τους γλάρους να μου ψιθυρίσουν το μυστικό της ελευθερίας τους, σημασία δεν έχει ποιο χέρι κράτησα, μα ότι θα έκανα τα πάντα για να βρω ξανά κείνο το γνώριμο πανάρχαιο χέρι, που θα με συντρόφευε και τώρα ειλικρινά ξέρω πόσα τρένα θ' άλλαζα, πόσες ηπείρους θα μπορούσα να διανύσω, για να το συναντήσω και να το κρατήσω μες στο δικό μου, χαρίζοντας του την αιώνια τρυφερήν αίσθηση της αφής.

Γιατί τελικά δεν υπάρχουν ιδανικοί τόποι για να κατοικήσουμε, ιδανικοί άνθρωποι για να βρεθούμε, ιδανικοί έρωτες για να ζήσουμε...

Θα ποθούμε πάντα ό,τι μας λείπει.

Μα την αλήθεια τη φτιάχνουμε τώρα πια εμείς κι είναι η πρώτη φορά που δε ξέρω αν υπάρχει αυτή η κραταιά αγάπη που αναζητούμε μες τις αόρατες, σύγχρονες, γυάλινες πόλεις μας, μα είμαι σίγουρη πως πρέπει να κάνουμε τα πάντα για να εφευρεθεί ξανά...

     Για την πόλη γενικά, τη Θεσσαλονίκη κι όσα άφησα πίσω μου.
                                                                                          21/12/2005 Αθήνα

            
         Σκέψεις Για Την Πόλη Κι Όσα Αφήνουμε

Ταξιδεύοντας

είναι ο μοναδικός τρόπος

να κοιτάξω πίσω

 προχωρώντας μπροστά.

Το να ταξιδεύει κανείς δε σημαίνει παρά την προσπάθεια και την ακατανίκητη επιθυμία να μπει σ' ένα ολότελα διαφορετικό κάδρο ζωής...

Να γίνει κάποιος άλλος, ν' αφήσει τη ρουτίνα πίσω του και το χτες με τα σημάδια που αυτό επέφερε, να καταλαγιάσουν μέσα του.

Να αφεθεί, να ελευθερωθεί από ό,τι βαρύγδουπο τον πνίγει στη βαναυσότητα της μεταμοντέρνας πολυπλοκότητας.

Πρέπει να είσαι απλός, λιτός κι απέριττος, γυμνός από τη μάσκα του καθωσπρεπισμού για να μπορείς να σε νιώσεις, να ολοκληρωθείς και ν' αφήσεις και τους άλλους να σε νιώσουν.

Πρέπει να ψηλαφίσεις την επιφάνεια για ν' ανακαλύψεις το βάθος.

Πρέπει να ταξιδέψεις για να σε μάθεις, ν' αφήσεις πίσω σου κάθε σταθερό και μονότονο έρμα και ν' αναζητήσεις τα όρια σου...

Τώρα ξέρεις καθαρά πως δεν σου αρκούν επτά χιλιάδες ζωές για να μάθεις να ζεις, να πάψεις να παθιάζεσαι και να βλέπεις πέρα από τη πιο ανώδυνη όψη των πραγμάτων.

Τώρα το βλέπω και το αισθάνομαι, δεν υπάρχει αυτό που αποκαλούμε αντικειμενική αλήθεια, ταξιδεύουμε, αγγίζουμε τους ανθρώπους και τις στιγμές, συλλαμβάνουμε εικόνες από τη δική μας σκοπιά, ζούμε μ' αυτές ακόμα κι αν είναι ολότελα κίβδηλες αντανακλάσεις του αληθινού ειδώλου. Με κοιτάζεις στα μάτια κι όμως δεν κατάφερες  πάλι να με δεις, δε βλέπεις αυτό που σε αφήνουν τα μάτια σου κι ο νους σου να δεις, μα αυτό που θα 'θελες να δεις για να ταιριάξει τούτη η ασυμφωνία των γνωμών και να γίνει η επικοινωνία μας.

Ζούμε, ταξιδεύουμε κι ερωτευόμαστε, συλλέγοντας κι ανταλλάσσοντας ελλιπείς πληροφορίες και συχνά ψευδαισθήσεις αλήθειας.
Κι όταν ξυπνήσουμε από τον ονειρικό λήθαργο τί μας περιμένει;

Ότι η αλήθεια δεν υπάρχει, μόνο διαφορετικές στιγμές κι όψεις θέασης της πραγματικότητας.

Και δεν απαιτείται συμβιβασμός, αλλά ελευθερία στο νου και την καρδιά για να είμαστε ευτυχισμένοι.

Και συνεχίζουμε ν' αγνοούμε πως η ζωή, όπως κι η θάλασσα, δεν είναι παρά ο καθρέφτης που μας φέρνει σ' επαφή με τη πληρότητα των αντιθέσεων.

Συνειδητοποιούμε πως το να ζούμε στο τέλος του Αρκτικού Κύκλου, εκεί που τους αρχικούς μήνες του καλοκαιριού ο ήλιος του μεσονυχτιού δε δύει ποτέ, είναι μια άλλη ζωή, από το να ζούμε σ' ένα μικρό διαμέρισμα στο Manhattan αντικρύζοντας κάθε πρωί τη ψυχρή όψη από τους διπλανούς ουρανοξύστες. Ότι στη δεύτερη περίπτωση μπορούμε να είμαστε πιο κοντά στον ουρανό με την βοήθεια της τεχνολογίας, δε δείχνει απαραίτητα πως μάθαμε κάτι πολυτιμότερο κι αξιολογότερο, για να ζούμε καλύτερα.

Τη σκιά της αλήθειας γνωρίζουμε, συμβιβαζόμαστε και μια χαρά συμβιώνουμε μαζί της.

Γι' αυτό ταξιδεύοντας γυρεύουμε να συναρμολογήσουμε αυτά τα θρυμματισμένα κρυσταλλάκια της ολότητας της ζωής, της ύπαρξης και της αλήθειας μας.

Να μπούμε και να χωρέσουμε σ' άπειρες άλλες ζωές κι απεριόριστες άλλες αλήθειες.

Ταξιδεύουμε και κρατάμε -όπως σημειώνεται περίτεχνα στην εισαγωγή του "Δωματίου Του Ιακώβου" της Virginia Woolf- σα μοναδική μας περιουσία κι ουσία, μια φούχτα μικρά, κομμένα, μπεργκσονικά καρέ: χρόνου, λόγου, αλήθειας, ομορφιάς.
Ίσως ούτε αυτά...
                                                     20/8/06

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers