-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

 

Verlaine Paul:

  


Βιογραφικ

     O Πωλ Βερλαν ( Πολ Βερλν για τους ελληνρες) 30/3/1844, Μετζ 8/1/1896, Παρσι) τανε Γλλος ποιητς που συνδθηκε με τη σχολ του παρνασσισμο κι αργτερα αποτλεσε ηγετικ φυσιογνωμα του κινματος του συμβολισμο και της Παρακμς. Χαρακτηρζεται ως νας καθαρ λυρικς ποιητς που σημδεψε μα μετβαση απ το ρομαντισμ  στο κνημα του συμβολισμο, και διακρνεται για τo μουσικ αποτλεσμα της γραφς του, μσα απ τη χρση αρκετν μυστικν της γαλλικς προσωδας, πως τις παρηχσεις, τις συνηχσεις και τους ανισοσλλαβους στχους. Παρ το γεγονς πως το ργο του επδρασε καταλυτικ στη διαμρφωση του συμβολισμο, ο διος αργτερα τον αποκρυξε, καθς το κνημα απκλινε ακμα περισστερο απ τις παραδοσιακς ποιητικς φρμες, εν ο Βερλαν υποστριζε την αναγκαιτητα ορισμνων, πως για παρδειγμα της ομοιοκαταληξας του στχου.

                

     Γεννθηκε στο Μετς κι ανατρφηκε σε νετο οικογενειακ περιβλλον που του εξασφλισαν οι γονες του, ο στρατιωτικς Νικολ-Ωγκστ κι η Ελζα-Στεφαν Ντε. Τη περοδο 1851-61 ολοκλρωσε τις σπουδς του, φοιτντας αρχικ στο δρυμα Landry και κατπιν στο λκειο Bonaparte (σμερα Condorcet) του Παρισιο. Το 1862 απκτησε το baccalauréat, με δικριση στα λατινικ και για χρονικ διστημα εργστηκε ως υπλληλος σε ασφαλιστικ εταιρεα και στο δημαρχεο του Παρισιο. Η ενασχλησ του με τη ποηση εχε ξεκινσει νωρτερα κι γινε πιο συστηματικ λγω της συναναστροφς του με τους λογοτεχνικος κκλους της πλης.

               

     Ο Βερλαν ρθε σε επαφ με την ομδα των παρνασσιστν κι λλους σγχρονους ποιητς, πως τον Μαλαρμ και τον Ανατλ Φρανς, εν ποιματ του ρχισαν να δημοσιεονται στις περιοδικς εκδσεις τους. Το ποημα "Mr Prudhomme" τανε το πρτο που δημοσιετηκε, στην κδοση La Revue du Progrès του Louis Xavier de Ricard, το 1863. Τρα χρνια αργτερα δημοσιετηκε η πρτη ποιητικ συλλογ του, με ττλο "Poèmes Saturniens", που θεωρεται πως διαπνεται απ τα συναισθματ του για την εξαδλφη του Ελζα, με την οποα ταν ερωτευμνος.

                  

     Στη περοδο της Παρισινς Κομμονας, ανλαβε διευθυντικ καθκοντα στο γραφεο τπου της Κομμονας και πιθανς ο φβος των αντιπονων της Γ' Δημοκρατας αποτλεσε ναν απ τους λγους της στερης μπομ στσης ζως του. Αγουστος 1870 παντρεεται τη 16χρονη Ματλντ Μοτ και μετακομζει στα πεθερικ του στο Παρσι. Σεπτμβρης 1871 χρονολογεται η γνωριμα του με το Ρεμπ, γεγονς που επδρασε καταλυτικ στη ζω του. Ξεκνησε να του στλνει γρμματα νας 17χρονος φηβος, δηλνοντας θερμς θαυμαστς της ποησης του. Αλληλογραφον τακτικ κι ο Ρεμπ αφνει τη γεντειρα του, Charleville κι ρχεται στο Παρσι περνντας τον κλοι των πρωσσικν στρατευμτων που πολιορκοσαν τη πλη. Ο Πωλ τον φιλοξενε για 15 μρες που η φιλα τους μετατρπεται σε ρωτα.
     Περιπλανθηκε μαζ του στη Β. Γαλλα και στο Βλγιο, εγκαταλεποντας τον Ιολιο του 1872 σζυγ και νεογννητο γιο, το Ζωρζ -τανε 3 μλις μηνν. Στο Λονδνο, που εγκαταστθηκαν δο μνες αργτερα, ολοκλρωσε τη συλλογ "Romances Sans Paroles" που διακρνεται για τη μουσικτητ της αλλ και τους πειραματισμος του γραφα της. Εκε ζονε μπομικη ζω με συγγραφ και πολλ μεθσια και κραιπλες. Τον Ιολιο του 1873 ο Βερλαν τραυματζει τον Ρεμπ στο χρι πυροβολντας τον 2 φορς στερα απ ντονο καυγ κι εν βρσκονταν κι οι δυο υπ την επρεια μθης. Η σχση τους ληξε δοξα εν ο Πωλ καταδικστηκε σε 2ετ φυλκιση, κατ τη διρκεια της οποας εκδθηκαν τα Romances sans paroles (1874) απ το φλο του, Εντμν Λεπελετι (Edmond Lepelletier).

             

     Aφθηκε ελεθερος το Γενρη του 1875, χοντας ασπαστε τον Ρωμαιοκαθολικισμ, εν λγους μνες νωρτερα εχε επισημοποιηθε ο χωρισμς του με τη σζυγ του. Η σζυγος του τον εχε χωρσει κι αυτς κανε μια προσπθεια επανασνδεσης, χωρς αποτλεσμα. Το επμενο διστημα, μετ απ μα ανεπιτυχ προσπθεια επανασνδεσης και με το Ρεμπ ταν τον επισκφτηκε στη Στουτγκρδη, εγκαταστθηκε σε διφορες πλεις της Αγγλας, που εργστηκε ως δσκαλος γαλλικν και σχεδου, εν παρλληλα κρδισε την αναγνριση σπουδαων γγλων λογοτεχνν, πως του λφρεντ Τννυσον και του λγκερνον Τσαρλς Σουνμπερν. Επστρεψε στη Γαλλα το 1877 και τον Οκτβρη του 1880 εκδθηκε η συλλογ "Sagesse", με ποιματα που κατ κριο λγο γρφτηκαν τη περοδο 1873-78 και συνβαλαν στη καθιρωσ του.
     Ο θνατος του αγαπημνου μαθητ του, Λυσιν Λετινου, τον Απρλη του 1883 καθς και κενος της μητρας του, το Γενρη του 1886, σε συνδυασμ με τις αποτυχημνες αππειρς του να συμφιλιωθε με την πρην σζυγ του, συνβαλαν στην επιστροφ του στον κλυτο βο του παρελθντος. Τα επμενα χρνια εκδθηκαν οι ποιητικς συλλογς "Jadis et naguère" και "Parallèlement", εν παρλληλα ολοκλρωσε μα σειρ απ βιογραφες, πως τους Καταραμνους ποιητς (Les Poètes maudits), που περιλαμβνει υλικ για ξι ποιητς, μεταξ των οποων οι Μαλαρμ και Ρεμπ, καθς και το Les Hommes d'aujourd'hui (π. 1886), με σντομες βιογραφες σγχρονων λογοτεχνν. Αμιγς αυτοβιογραφικ κεμενα υπρξαν τα Hôpitaux και Mes Prisons, στα οποα ο Βερλαν κατγραψε τις πολυριθμες εμπειρες του στα νοσοκομεα, που τυχε περθαλψης κατ καιρος και στη φυλακ, αντστοιχα. O διος ταν υπεθυνος για την κδοση της συλλογς Εκλμψεις του Ρεμπ, συμβλλοντας με αυτ τον τρπο στη καθιρωσ του.

     Το ποτ, οι ουσες, οι κραιπλες κλνισαν ωστσο πολ την υγεα του με αποτλεσμα, το σχετικ πρωρο θνατ του, σε ηλικα μλις 51 ετν, στις 8 Γενρη 1896, στο Παρσι. Θφτηκε στο Cimetière des Batignolles.


==================


                     Ποτ Πια!

Θμηση! Θμηση! Τ θες; Στον τονον αγρα
κανε το φθινπωρο τη κσσα να πετιται
κι ο λιος μια μοντονη σφεντνιζεν αχτδα,
στο δσος κενο το χλωμ που μανονταν μελτμια.

Μονχοι πορευμαστε σε στοχασμος δωσμνοι,
εγ κι αυτ -με τα μαλλι στις αρες και τη σκψη.
Ξφνου, τη συγκλονιστικ ματι της στρφοντς μου:
-"Ποι ταν πρτη αγπη σου;" επ' ηχερ η λαλι της,

μταλλο ζον, μ' αγγελικ, πλρια καθριο τνο.
Μ' εν φραστο χαμγελο της απεκρθην μνο,
και τ' σπρο της ασπστηκα, ευλαβικ, το χρι...

Τ' νθος το πρτο! α πσο μοιζει μυρωμνο!
Πως μ' να ψθυρο στενζει τρισχαριτωμνο
το πρτο "ναι" που βγαν' απ' τ' ακριβ τα χελια.

                       Τραγοδι

Ακοστε το τραγοδι που για χρη σας
γλυκτατα θρηνε το μοιρολι.
Εν' απαλ κι ευγενικ κι ανλαφρο,
ανατριχλα του νερο στη χλη!

Γνωστ σας η φων -κι αγαπημνη σας!-
μως φορε τα κρπια αυτ την ρα
σαν ρημη χρα, ωστσο τ περφανη
στο πνο της, ακμα εναι και τρα.

Και μσα στις μακρις πτυχς του ππλου της
που τρμει στου φθινοπωριο τ' αγρι,
κρβει και τη καρδι της που ξαφνζεται,
της δεχνει την αλθεια σαν αστρι.

Σας λει η φων π' αναγνωρσατε,
τι ζω μας εν' η καλωσνη,
κι τι απ' το φθνο κι απ' το μσος τποτε,
σαν ρθει ο θνατος, δε θ' απομενει.

Και για τη δξα ακμα σας μιλε,
να μη ζητς πολλ κι απλ να ζσεις,
για γμους λει χρυσος, για τη χαρ
γλυκεις ειρνης, δχως να νικσεις.

Δεχθτε τη φωνολα που στ' αθο της
το επιθαλμιο πντα επιμνει.
Σρτε και δεν εν' λλο απ' το να κνουμε
κποια ψυχ λιγτερο θλιμμνη.

Πον τοτ' η ψυχ που δεν εθμωσε
στη πκρα της ποτ τη πιο μεγλη,
και πσο φως στα λγια της, ακοστε το,
το φρνιμο τραγοδι που σας ψλλει.

      Το Γαλαν Ουραν

Το γαλαν ουραν χαρ 'ποπνω μου
θεο γιομζει.
ν δεντρ το βγιο του 'ποπνω μου
το ναναρζει.

Σημντρου αχς στον ουραν που φανεται
γλυκοσκορπιται.
να πουλκι στο δεντρ που φανεται,
παραπονιται.

συχη, απλ θ μου, η ζω εναι κει
ειρηνοφρα.
Τοτ' η βου που φτνει ειν' απ κει,
απ τη χρα.

Τ τ καμες, εσ που κλας και κλας,
δκρυα ποτμ,
τα νιτα σου πες, πες μου, συ που κλας
τ τχεις κμει;

          Αισθηματικ Συνομιλα

Μσα στο πρκο το παλι που παγωνι κι ερμι το δρνουν
δυο σκιοι ξφνου φανονται, ζευγρι να διαβανουν.

Τα μτια τους εναι νεκρ κι απ' τ' απαλ τους στμα
τα λγια βγανουν σιγαλ, σ' αγροικιοντ' ακμα.

Μσα στο πρκο το παλι, τ' ρμο και παγωμνο,
δυο σκιοι αναθυμζονται καιρν ευτυχισμνο.

-Θυμσαι κενα τα παλι τα 'νειρεμνα χρνια;
-Τρα γιατ να με ρωτς αν τα θυμμαι αινια;

-Τχα η καρδι σ' στο χτπο της το νομ μου τ 'χει 
ακμα; Ζει η ψυχ  μου στα νειρ σου; -χι

-Ω! τ αξχαστες στιγμς θεας ευτυχας! Πο να 'ναι;
Τα στματ μας σμγανε, θυμσαι; -Αλθεια, πνε!

-Πως ταν γαλανς ουρανς κι η ελπδα πλι, πση;
-Πει κι η ελπδα, ουρανς μαρος την χει ζσει.

τσι στα στχυα τα τρελλ οι σκιοι περπατοσαν
κι η νχτα μνον κουγε τα λγια που μιλοσαν.

                    Κματος

Δσ' μου τη την ατονα, ατονα, ατονα!
Μρωσε πια του πυρετο το φρνιασμα, γλυκει μου.
Ως και τη κχη τ' οργασμο -το βλπεις- η ερωμνη
χρωστ να γνει ανμελη κι ειρηνικ αδερφολα.

Γνου ερωτιρα, δωσ' μου τα κοιμμεν σου χδια,
τη ρυθμικιν ανσα σου και το βαθ σου βλμμα,
τ' νομο σφιχταγκλιασμα, σπασμς που πθο λνει,
τι εν' μπρος στο βαθ φιλ, -κι ας εναι ψμμα!

Μες στη γλυκει, χρυσ καρδι σου -ακοω, καλ μου, ξρω-
το πθος τ' κρατο χυμ και μες στο κρας κρζει:
φησ' το εσ το δολερ κι αν του βολε ας σαλπζει,

το μτωπ σου και το χρι βλε στα δικ μου,
κι μωσ μ' ρκους π' αριο θα τους πατσεις πλι,
κι ας κλψουμε, μικρολα απρφταστη, σπου να ξημερσει!

Σε Κακοστρωμνα Μονοπτια

Σε κακοστρωμνα μονοπτια
περπατοσα αναποφσιστα θλιμμνα...
Τα χερκια σου μου γναν οδηγο.

Σ' ακροορανα απομακρυσμνα
κτι χραξε θαμπ: τα δυο σου μτια
μ' εδαν και μου γνανε αυγ.

λα ολγυρα, βουβ στο πεζοδρμο.
Το μνο που λιγστευε τον τρμο
ταν του βματς του ο ρυθμικς
χος. Μα η φων σου επε: "Ακμα μπρς!"

Η καρδι μου η φοβισμνη η ζοφερ
κλαιγε σ' ρμη στρτα μοναχ,
μα η αγπη, μελιστλαχτη χαρ,
μας πρφτασε νικτρα στη χαρ. 

                   Νυχτεριν Φαντασα

Νχτα. Βροχ. νας ουρανς θαμπς, που τον σπαθζει,
σο εναι φως, με πργους και με τξα, η σιλουτα
πολιτεας γοτθικις, μακρι μες στο σταχτ σβησμνης.

Κμπος. Μια αγχνη, απ κορμι που σπονται γεμτη,
που με τις μτες τα σκουντον τ' αχρταγα κορκια,
κι εν χορεουν μοιαστες πλκες στον στον μαρο αρα,
τα κρεμασμνα πδια τους τα 'χουν οι λκοι δεπνο.

Αγκθια σκρπια, λιγοστ χαμδεντρα και πρνοι,
που δθε κεθε λο πετον των φλλων τους τα σκιχτρα
μσα στο σλο της καπνις, καθς σε σκτσου φντο.

Κι στερα, γρω απ δυο τρεις νεκρθωρους δεσμτες,
που παν γυμνποδοι, φρουρο διακσοι κι εικοσπντε
τους πνε, και τ' ατσλια τους, ορθ σαν λσγου ατσλια,
γυαλζουνε, αντιμτωπα με της βροχς τις λγχες.

         Κτι Κλαει

Κτι κλαει στη καρδι μου
καθς βρχει μες στη χρα,
τχα τ μαρζι, αλι μου,
τη στραγγζει τη καρδι μου;

Γλυκ σταλζει η βροχ
στη γη, στα κεραμδια.
Στην χαρ μου τη ψυχ,
τχα τ τραγουδς, βροχ;

Κλμα, χωρς αστεα.
σπαρζει η καρδα.
Τχα μια απιστα;
Κλαει χωρς αιτα.

Κι εν' ο πνος της περσσος
να μη ξρει το γιατ,
μ' οτ' αγπη, οτε μσος
να τη δρνουν οι λυγμο.

                 Το Οικεο Μου νειρο

Συχν χω τοτο το παρξενο και διαπεραστικ νειρο
μιας γυνακας γνωστης που αγαπ και με αγαπ
και που μως δεν εναι κθε φορ οτε ακριβς η δια
αλλ οτε και κποια λλη, και με αγαπ και με καταλαβανει.

Γιατ εκενη με καταλαβανει κι η καρδι μου εναι διφανη
για αυτ μονχα˙ και τον ιδρτα του χλωμο προσπου μου
μονχα αυτ ξρει να δροσζει με το κλμα της
Να εναι ραγε κασταν, ξανθι κοκκινομλλα; Δε ξρω.

Το νομ της; Θυμμαι πως εναι γλυκ κι εηχο
σαν τα ονματα των αγαπημνων που μας στρησε η ζω
Το βλμμα της εναι μοιο με το βλμμα των αγαλμτων
κι σον αφορ στη φων της, απμακρη σοβαρ κι ρεμη,
με τη χροι φωνν αγαπημνων που σωπσαν...

              Το Πινο

Το πινο, που λιαν χερκι το φιλε

σε δελι αχνοφγγει τριανταφυλλ,
μ' να σρσιμο ανριο, σαν απ 'να φτερ,
-ν' κομμτι αρχαο κι μορφα σφαλερ,
διστζοντας πλκει δειλ να γρω,
στο κοιτνα που στκει εκενης το μρο...

Τ να 'σαι συ λκνο, που ξαφνουχεις πρει
το φτωχ μου το εναι, να το νανουρσεις,
τι ζητ ο σκοπς ο γλυκς, λο χρη,
ταπειν μου στροφδι, τ ζητς σε ρωτ,
κτω απ' το παραθρι μου ρθες να σβσεις
-εκε προς στο κπο- που 'χα αφσει ανοιχτ;

νας Βαθς, Μαρος πνος

νας βαθς, μαρος πνος
πφτει πνω στη ζω μου.
Κθ' ελπδα μου, κοιμσου.
Κθε αποθυμι μου κομου.

Τποτε δε βλπω πια,
χνονται λα μες στη λθη
το καλ και το κακ...
Ω θλιμμνο παραμθι!

Εμαι σα μια κονια
που να χρι τη κουνει
στη κρυφ σπηλι.
Σιωπ!... μιλι!...

         Αισθηματικς Περπατος

Η δση φηνε τις στατες αχτδες
κι ο νεμος τα χλωμ τα νοφαρα κινοσε,
τ' ανοιχτ νοφαρα, μσα απ τα καλμια
θλιβερ γυλιζαν στο τρεμο κμα απνω.

Μνος πλανιμουνα, σρνοντας την πληγ μου
μσα απ τις ιτις, μπρος στων νερν το μκρος,
που η πχνη η πλαστη μοιαζε μεγλο
φντασμα σπρο σαν το χινι, απελπισμνο,
με τις γριες ππιες μαζ θρηνντας,

που τα φτερ χτυπν κι η μια την λλη κρζουν,
μσα απ τις ιτις, που ολμονος πλανιμουν
σρνοντας την πληγ μου, και των σκιων ρθε
το φεγγο σβανο, τις στατες να πνγει
της δσης αντλιες μες στα χλωμ νερ του
και τα νοφαρα, μεσ' απ τα καλμια,
τ' ανοιχτ νοφαρα στο τρεμο κμα απνω.

            Οι Ρθυμοι

-Μπα! Και η μορα μας γινε πεζ.
Αν θλετε, πεθανουμε μαζ;
-Σπνια η πρταση, ορισμνως.

-Ωραο το σπνιο. Λοιπν εμπρς.
Ο τπος θαυμσιος και ο καιρς.
-Χι! χι! χι! Απογοητευμνος!

-σως. Αλλ προπντων εραστς
ψογος. Ανκαθεν ιδεαλιστς.
Να πεθνουμε τρα ελτε.

-Περστερο ειρωνεεστε, θαρρ,
παρ σο κνετε τον τρυφερ.
Πψετε, κριε, αν αγαπτε.

τσι το βρδυ κενο απνω στη χλη
και στ’ νθη απνω καθιστο,
δυο περεργοι ερωτευμνοι
αναβλανε ττοιο ζηλευτ
θνατο, κι απομενανε γι' αυτ
-χι! χι! χι!- καταγοητευμνοι.

μτφρ: Κ. Καρυωτκης

κου, Το Κρας Θλβεται...

κου, το κρας θλβεται κατ τα δση
κι χει τσον καημ, που ορφνιες θυμζει
κι ρχεται ως του βουνο τα πδια να σωπσει
με τ' αγρι που τρχει και στεν γαβγζει.

Του λκου κλα' η ψυχ σε τοτη τη φων
που βγανει (πως κι ο λιος, που λο χαμηλνει)
απ μιαν αγωνα που μοιζει ταπειν
και που μια σε μαγεει, μια σε φαρμακνει.

Το παρπονο τοτο ως για να το χορτανει,
σε ξφτια μακρουλ το χινι κατεβανει,
με τον λιο που μσα στο αμα βασιλεει.

Στεναγμς χινοπρου μοιζει η ατμοσφαρα:
ω, τσο εναι γλυκι η μοντονη εσπρα,
που ο τπος ο μερος τον πνο του γυρεει.

Λμπει Τ' Ολλευκο Φεγγρι...

Λμπει τ' ολλευκο φεγγρι
μσα στα δντρα τα πυκν,
σε κθε τρυφερ κλωνρι
και μια φωνολα αρχιν
κτω απ τη φυλλωσι...
'Ω, αγπη μου γλυκει.

Βαθς καθρφτης, μιαν ιτι,
η λιμνολα ζωγραφζει.
Στα κλαδι της ο αγρας
πονεμνα μουρμουρζει
και πληθανουν οι λυγμο...
Να, του ονερου η στιγμ.

Πση απλθηκε γαλνη
Τσο γλυκει, τσο απαλ,
κατηφορζοντας κι εκενη
για ν 'μπει μσα στην ψυχ
απ' να αστρι, που ιριδζει...
Να μια στιγμ που τσο αξζει.

   Μες Στο Θολ Ποτμι

Μες στο θολ ποτμι απ τη καταχνι

ο σκιος απ' τα δντρα πεθανει σα καπνι,
εν ψηλ, στ' αληθιν τ' αλνια,
στενζουν τα τρυγνια.

Ποσκις ω διαβτη, στο σκοτειν αυτ τπο,
τον διο εαυτ σου χλωμ κι εσ δεν εδες,
ενσω κλαγαν στα ψηλ φυλλματα
θλιμμνες, οι πνιγμνες σου ελπδες!

                Τα Χρια

Τα χρια τ' ακριβ, δικ μου που γιναν,
ωραα-ωραα, μικρ-μικρ,
κι στερ' απ' λα τα θανσιμα γλυστρματα
κι απ' λ' αυτ τ' ανερα κοσμικ.

στερ' απ τ' αραξοβλια και τις αμμουδις
κι απ τους τπους κι απ τα λημρια,
ργικα χρια πιο πολ κι απ' των παραμυθιν,
μου ανογουν τα νειρα τ' αγαπημνα χρια.

Ονειρευτ χρια απλωμνα απνου απ' τη ψυχ μου,
τχα το ξρω εγ τι θα 'χετε καταδεχτε
να ειπετε της ψυχς μου που μαρζωσε
μσα σ' αυτο του κσμου την κακοργα βο;

Τχα εναι ψμα το ραμα σεμν που το ανογω,
συμπθειας ραμα πνευματικς,
μιας επιστθιας, μιας απραντης αγπης,
στοργς που λα μου απνου της τα παρνει μητρικς;

Αγαπημνα μου νειρα, χερκια μου αγιασμνα
πνε πανριε, ποθητ δαρμ μου εσ,
τα χρια αυτ, τα χρια αυτ, σεπτ μου χρια,
κματε τη χειρονομα που συγχωρε.

 

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers