Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Κλασσικά 

Καρυωτάκης Κώστας: Θλιμμένος Καταδικασμένος Ποιητής...

 

                   Βιογραφικό

     Γεννήθηκε στη Τρίπολη στις 30 Οκτώβρη 1896. Ο πατέρας του ήταν από τη Συκιά Κορινθίας κι η μητέρα του, Αικατερίνη Σκάγιαννη από τη Τρίπολη. Ο πατέρας του ήταν νομομηχανικός κι έτσι στα παιδικά του χρόνια αναγκάστηκε να αλλάζει συνέχεια τόπο διαμονής. Πέρασε από το Αργοστόλι, τη Λευκάδα, τη Λάρισα, τη Καλαμάτα, την Αθήνα, τα Χανιά.
     Από το 1912 δημοσιεύει ποιήματα σε διάφορα παιδικά περιοδικά. 17 χρονών έρχεται στην Αθήνα και γράφεται στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Στα τέλη του 1917 πήρε το πτυχίο του. Στη συνέχεια επιχείρησε ν' ασκήσει το δικηγορικό επάγγελμα, αλλά η έλλειψη πελατείας τον ανάγκασε να ζητήσει δημόσιο διορισμό. Έτσι διορίστηκε υπάλληλος (υπουργικός γραμματέας Α') στη Νομαρχία Θεσσαλονίκης. Μετά την οριστική απαλλαγή του από το στρατό, τοποθετήθηκε στη Νομαρχία Σύρου κι ύστερα βρέθηκε για μερικούς μήνες ν' ασκεί καθήκοντα νομάρχη στην 'Αρτα. Στη συνέχεια μετατέθηκε στην Αθήνα και υπηρέτησε στη Νομαρχία Αττικής.
     Αισθανόμενος απέχθεια για την κρατική γραφειοκρατία τη καυτηριάζει συχνά. Αυτό του στοιχίζει αντιπάθεια και διώξεις από τους ανωτέρους του, μ' αποτέλεσμα να μετατεθεί πολλές φορές στην επαρχία. Γνωρίζει έτσι τη μιζέρια και την ανία της κι αυτό του στοιχίζει και τον πληγώνει βαθιά.
     Το Φλεβάρη του 1919 εκδίδει τη του ποιητική συλλογή "Ο Πόνος Των Ανθρώπων & Των Πραγμάτων", που δε παίρνει καλή κριτική. Με το φίλο του 'Αγη Λεβέντη εκδίδει τον ίδιο χρόνο το σατιρικό περιοδικό "Η Γάμπα". Παρά την επιτυχία του το περιοδικό κυκλοφόρησε μόνο σ' 6 τεύχη γιατί η αστυνομία απαγόρευσε την έκδοσή του.
     Το 1921 κυκλοφορεί τη συλλογή του τα "Νηπενθή". Την εποχή αυτή συνδέεται στενά με την ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη, συνάδελφό του στη Νομαρχία Αττικής. Το 1924 ταξιδεύει στο εξωτερικό, στην Ιταλία (Ρώμη), Γερμανία και Ρουμανία. Το Δεκέμβρη του 1927 εκδίδει τη τελευταία του συλλογή, "Ελεγεία και Σάτιρες".
     Το Φλεβάρη του 1928 αποσπάται στη Πάτρα και τον Ιούνιο στη Πρέβεζα. Αισθανόμενος αηδία κι απόγνωση για τη ζωή αυτής της μικρής πόλης στέλνει απελπισμένα γράμματα σε συγγενείς και φίλους, περιγράφοντας την αθλιότητα και τη μικρότητα που κυριαρχεί στην τοπική κοινωνία. Στις 20 Ιουλίου αποφασίζει να βάλει τέλος στη ζωή του. Αποπειράται να αυτοκτονήσει  πέφτοντας γυμνός στη θάλασσα και μάταια προσπαθώντας επί 10ωρο να πνιγεί. Δε τα καταφέρνει όμως γιατί ήτανε καλός κολυμβητής. Το πρωί της επομένης, απτόητος, αγοράζει ένα περίστροφο και πάει σ ένα καφενείο όπου φυτεύει μια σφαίρα στη καρδιά του. Στην τσέπη του αφήνει το τελευταίο του σημείωμα:

     "Είναι καιρός να φανερώσω την τραγωδία μου. Το μεγαλύτερο μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου, η νοσηρή φαντασία και η προσπάθειά μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις, χωρίς τις περσότερες, να μπορώ να τις αισθανθώ. Τη χυδαία όμως πράξη που μου αποδίδεται τη μισώ. Εζήτησα μόνο την ιδεατή ατμόσφαιρά της, την έσχατη πικρία. Ούτε είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για το επάγγελμα εκείνο. Ολόκληρο το παρελθόν μου πείθει γι' αυτό. Κάθε πραγματικότης μου ήταν αποκρουστική.
     Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου. Και τον κίνδυνο που ήρθε τον δέχομαι με πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους, ή εθεώρησαν την ύπαρξη τους παιχνίδι χωρίς ουσία. Τους βλέπω να 'ρχονται ολοένα περισσότεροι μαζί με τους αιώνες. Σ' αυτούς απευθύνομαι. Αφού εδοκίμασα όλες τις χαρές !!! είμαι έτοιμος για έναν ατιμωτικό θάνατο. Λυπούμαι τους δυστυχισμένους γονείς μου, λυπούμαι τα αδέλφια μου. Αλλά φεύγω με το μέτωπο ψηλά. Ήμουν άρρωστος. Σας παρακαλώ να τηλεγραφήσετε, για να προδιαθέση την οικογένειά μου, στο θείο μου Δημοσθένη Καρυωτάκη, οδός Μονής Προδρόμου, πάροδος Αριστοτέλους, Αθήνας
.
  Υ.Γ. Και για ν' αλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι να μην επιχειρήσουνε ποτέ ν' αυτοκτονήσουν δια θαλάσσης. Όλη νύχτα απόψε επί δέκα ώρες, εδερνόμουν με τα κύματα. Ήπια άφθονο νερό, αλλά κάθε τόσο, χωρίς να καταλάβω πώς, το στόμα μου ανέβαινε στην επιφάνεια. Ωρισμένως, κάποτε, όταν μου δοθεί η ευκαιρία, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγμένου".
                                                               Κ.Γ.Κ.

------------------------------------------------------------------------------------------------

                   Πρέβεζα

Θάνατος ειν' οι κάργιες που χτυπιούνται
στους μαύρους τοίχους και στα κεραμίδια,
θάνατος οι γυναίκες που αγαπιούνται
καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια.

Θάνατος οι λεροί, ασήμαντοι δρόμοι
με τα λαμπρά, μεγάλα ονόματά τους,
ο ελαιώνας, γύρω η θάλασσα κι ακόμη
ο ήλιος, θάνατος μέσα στους θανάτους.

Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνει,
για να ζυγίσει, μιαν ελλιπή μερίδα,
θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι
κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα.

Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης.
Τη Κυριακή θ' ακούσουμε τη μπάντα.
Επήρα ένα βιβλιάριο Τραπέζης,
πρώτη κατάθεσις δραχμαί τριάντα.

Περπατώντας αργά στην προκυμαία,
"υπάρχω;" λες, κι ύστερα: "δεν υπάρχεις!"
Φτάνει το πλοίο. Υψωμένη σημαία.
Ίσως έρχεται ο κύριος Νομάρχης.

Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους
αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία...
Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους
θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.

           Σταδιοδρομία

Τη σάρκα, το αίμα θα βάλω
σε σχήμα βιβλίου μεγάλο.

"Οι στίχοι παρέχουν ελπίδες"
θα γράψουν οι εφημερίδες.

"Κλεαρέτη Δίπλα-Μαλάμου"
και δίπλα σ' αυτό τ' όνομά μου.

Τη ψυχή και το σώμα μου πάλι
στη δουλιά θα δίνω, στη πάλη.

Αλλά με τη δύση του ηλίου,
θα πηγαίνω στου Βασιλείου.

Εκεί θα βρίσκω όλους τους άλλους
λόγιους και διδασκάλους.

Τα λόγια μου θα 'χουν ουσία
κι η σιωπή μου μια σημασία.

Θηρεύοντας πράγματα αιώνια,
θ' αφήσω να φύγουν τα χρόνια.

Θα φύγουν και θα 'ν' η καρδιά μου
σα ρόδο που πάτησα χάμου.

            Σε Παλιό Συμφοιτητή

Φίλε, η καρδιά μου τώρα σα να γέρασε
Τέλειωσεν η ζωή μου της Αθήνας,
π' όμοια γλυκά και με το γλέντι πέρασε
και με τη πίκρα κάποτε της πείνας.

Δε θα 'ρθω πια στον τόπο που η πατρίδα μου
μου το 'δωκε το γιόρτασμα της νιότης,
παρά περαστικός, με την ελπίδα μου,
με τ' όνειρο που 'σβήστη, ταξιδιώτης.

Προσκυνητής θα πάω κατά το σπίτι σου
και θα μου πουν δεν ξέρουν τι εγίνης.
Μ' άλλον μαζί θα ιδώ την Αφροδίτη σου
κι άλλοι το σπίτι θα 'χουν της Ειρήνης.

Θα πάω προς τη ταβέρνα, το σαμιώτικο
που πίναμε για να ξαναζητήσω.
Θα λείπεις... Το κρασί τους θα 'ν' αλλιώτικο,
όμως εγώ θα πιω και θα μεθύσω.

Θ' ανέβω τραγουδώντας και τρεκλίζοντας
στο Ζάππειο που τραβούσαμεν αντάμα.
Τριγύρω θα 'ναι ωραία, πλατύς ορίζοντας
και θα 'ναι το τραγούδι μου σα κλάμα.

                  Μόνο...

Αχ, όλα έπρεπε να 'ρθούνε καθώς ήρθαν!
Οι ελπίδες και τα ρόδα να μαδήσουν.
Βαρκούλες να μου φύγουνε τα χρόνια,
να φύγουνε, να σβήσουν.

Έτσι, όπως εχωρίζαμε τα βράδια,
για πάντα να χαθούνε τόσοι φίλοι.
Τον τόπο που μεγάλωνα παιδάκι
ν' αφήσω κάποιο δείλι.

Όλα έπρεπε να γίνουν. Μόνο η νύχτα
δεν έπρεπε γλυκιά έτσι τώρα να 'ναι,
να παίζουνε τ' αστέρια 'κει σα μάτια
και σα να μου γελάνε.

Ο Πόνος Του Ανθρώπου & Των Πραγμάτων

                          Θανάτοι
(είναι άνθρωποι που τη κακήν ώρα την έχουν μέσα τους)

Χεράκια που κρατώντας τα τριαντάφυλλα
κι απ' τη χαρά, ζεστά, των φιλημάτων,
χεράκια που κρατώντας τα τριαντάφυλλα
χτυπήσατε τις πόρτες των θανάτων.

Ματάκια μου που κάτι το διψάσατε
και διψασμένα μείνατε ποτήρια
ματάκια μου που κάτι το διψάσατε
κι εμείνατε κλεισμένα παραθύρια.

Ω, που 'χατε πολλά να πείτε, στόματα
κι ο λόγος, σας εδιάλεξε για τάφο,
ω, που 'χατε πολλά να πείτε, στόματα
και τον καημό δεν είπατε που γράφω.

Μάτια, χεράκια, στόματα, 'στορήστε μου
τον πόνο κάποιας ώρας, κάποιου τόπου,
μάτια, χεράκια, στόματα, 'στορήστε μου
τον Πόνο Των Πραγμάτων και τ' Ανθρώπου.

                  Χαμόγελο
(χωρίς να το μάθει ποτέ, δάκρυσε, ίσως γιατί έ π ρ ε π ε να δακρύσει, ίσως γιατί οι συμφορές έ ρ χ ο ν τ α ι)

Απόψε είναι σαν όνειρο το δείλι,
απόψε η λαγκαδιά στα μάγια μένει.
Δε βρέχει πια κι η κόρη αποσταμένη
στο μουσκεμένο, ξάπλωσε, τριφύλλι.

Σα δυο κεράσια χώρισαν τα χείλη
κι έτσι βαθιά, γιομάτα, ως ανασαίνει,
στο στήθος της ανεβοκατεβαίνει
το πλέον αδρό τριαντάφυλλο τ' Απρίλη.

Ξεφεύγουνε απ' το σύννεφο αχτίδες
και κρύβονται στα μάτια της. Τη βρέχει
μια λεμονιά με δυο δροσοσταλίδες

που στάθηκαν στο μάγουλο διαμάντια
και που θαρρείς το δάκρυ της πως τρέχει
καθώς χαμογελά στόν ήλιο αγνάντια.

                       Μυγδαλιά
(κι ακόμα δε μπόρεσα να καταλάβω πως μπορεί να πεθάνει μια γυναίκα που αγαπιέται)

Έχει στο κήπο μου μια μυγδαλιά φυτρώσει
κι είν' έτσι τρυφερή που μόλις ανασαίνει,
μα η κάθε μέρα, η κάθ' αυγή τηνε μαραίνει
και τη χαρά του ανθού της δε θα μου τη δώσει.

Κι αλίμονο μου! εγώ της έχω αγάπη τόση...
Κάθε πρωί κοντά της πάω και γονατίζω
και με νεράκι και με δάκρια τη ποτίζω
τη μυγδαλιά που 'χει στον κήπο μου φυτρώσει.

Αχ, της ζωούλαςς της το ψέμα θα τελειώσει,
όσα δεν έχουν πέσει, θα της πέσουν φύλλα
και τα κλαράκια της θε ν' απομείνουν ξύλα.
Την άνοιξη του ανθού της δε θα μου τη δώσει.

Κι όμως εγώ ο φτωχός της είχα αγάπη τόση...

        Στροφές

Είκοσι χρόνια παίζοντας,
αντί χαρτιά, βιβλία,
είκοσι χρόνια παίζοντας,
έχασα τη ζωή.
Φτωχός τώρα ξαπλώνομαι
μιαν εύκολη σοφία
ν' ακούσω δω που πλάτανος
γέρος μου τη θροεί.

Απ' όλα θέλω λεύτερος
να πλέω στα χάη του κόσμου.
Αν ένας φίλος μου 'μεινε
να φύγει, να περάσει
κι όταν ζητήσει ο θάνατος
τα πλούτη που 'χω μάσει,
σένα, πικρία μου απέραντη
μονάχο να 'χω βιος μου.

Για τη ζωή που μου 'λεγες,
για τον χαμό της νιότης,
για την αγάπη μας που κλαίει
τον ίδιο θάνατό της.
Κι ενώ μια ογρή στα μάτια σου
περνούσε αναλαμπή,
ήλιος φαιδρός απ' τ' ανοιχτό
παράθυρο είχε μπει.

Τι χάνω γω τις μέρες μου
τη μια κοντά στην άλλη
κι όπως μ' ασπρίζουν τα μαλλιά
ξινίζει το κρασί,
αφού μονάχα σα περνώ
το βλέμμα από κρουστάλλι,
με νιά ρετσίνα ολόγεμο
βλέπω τη ζωή χρυσή;
...   ...   ...

                           Γραφιάς

Οι ώρες με χλωμιάνανε, γυρτός που βρέθηκα ξανά
στ' αχάριστο τραπέζι.
(Απ' το παράθυρο στο τοίχο αντικρινά
ήλιος γλυστρά και παίζει.)

Διπλώνοντας το στήθος μου γυρεύω αναπνοή
στη σκόνη των χαρτιών μου.
(Σφύζει γλυκά κι ακούγεται χιλιόφωνα η ζωή
στα λεύτερα του δρόμου.)

Απόκαμα, θολώσανε τα μάτια μου κι ο νους μου
όμως ακόμα γράφω.
(Στο βάζο ξέρω δίπλα μου δυο κρίνους φωτεινούς.
Σα να χουν βγει σε τάφο.)

             Είμαστε Κάτι...

Είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες
κιθάρες. Ο άνεμος όταν περνάει
στίχους, ήχους παράφωνους ξυπνάει
στις χορδές που κρέμονται σαν καδένες.

Είμαστε κάτι απίστευτες αντένες.
Υψώνονται σα δάχτυλα στα χάη,
στη κορυφή τους τ' άπειρο αντηχάει,
μα γρήγορα θα πέσουνε σπασμένες.

Είμαστε κάτι διάχυτες αισθήσεις,
χωρίς ελπίδα να συγκεντρωθούμε.
Στα νεύρα μες μπερδεύεται η φύσις.

Στο σώμα, στην ενθύμηση πονούμε.
Μας διώχνουν τα πειράγματα κι η ποίησις
είναι το καταφύγιο που φθονούμε.

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers