-


Dali &









/




 
 

 

: - 1130-1200 ..

                                 Πτωχοπρδρομος & Πτωχοπροδρομικ

      Συνδεδεμνος με μια παραγωγ στα πλασια του ποιητικο κκλου της Ειρνης, ο Θεδωρος Πρδρομος, πραν της λγιας παραγωγς του, εχε και μα δημδη, σκωπτικ. Ο λγος για τη συλλογ των 4 ποιημτων του με ττλο Πτωχοπροδρομικ.
     Αρχικ, οι μελετητς απδωσαν τα ποιματα στο γνωστ λγιο και πολυγραφτατο συγγραφέα του πρτου μισού του 12ου αινα Πρδρομο, για τα περιστατικ της ζως του οποου γνωρζουμε πολ λγα. Το ββαιο εναι τι εχεν επιδοθε σε συστηματικς σπουδς κι εχε αποκτσει σημαντικ για την εποχ του μρφωση. Το λγιο ργο του εναι πληθωρικ και πολμορφο· γραψε μυθιστορματα, ποιματα, επιγρμματα, αστρολογικς, γραμματικς, φιλοσοφικς και θεολογικς μελτες, ρητορικ γυμνσματα, στιρες κι επιστολς. Τα κεμενα αυτ ταν γραμμνα σε να εππεδο φους κατλληλο για την αυτοκρατορικ αυλ των Κομνηνν, μως χει αφσει κι ργα σε δημδη γλσσα.
     Για το πρσωπο του βυζαντινο ποιητ Πτωχοπρδομου γνωρζουμε αποκλειστικ απ το ργο του, που αποτελε ιδιατερο φαινμενο στη βυζαντιν λογοτεχνα. Η λογοτεχνικ παρδοση των βυζαντινν χρνων μας χει αφσει μερικ επαιτικ ποιματα, τσσερα τον αριθμ, που εμφανζουν πολλ κοιν στοιχεα και αποδδονται στα χειργραφα σε κποιον ποιητ με τον προσωνυμα «Πτωχοπρδρομο». Πρκειται για τα λεγμενα πτωχοπροδρομικ· δεγματα κοσμικς ποησης του 12ου αι., γραμμνα στη δημδη γλσσα με σκοπ να κερδσουν την ενοια και τη γενναιοδωρα επιφανν προσπων, αλλ με να εμφανς σκωπτικ, σατιρικ και ως να βαθμ αυτοσαρκαστικ φος. Στα 4 ποιματα σατιρζονται ο γγαμος βος, η πενα των ανθρπων των γραμμτων κι η ζω στα μοναστρια. Τσο η τατιση του συγγραφα σο και η ανλυση των διων των ποιημτων στο πλασιο της εξτασης της βυζαντινς θραθεν κοσμικς ποησης θτουν ερωτματα που δεν χουν λβει ακμα οριστικ απντηση.
     Απ νωρς απασχλησε τους μελετητς το πρβλημα αν εναι νας ο ποιητς των, αν ο Πρδρομος γραψε μνο μερικ και τα υπλοιπα το αποδδονται (καταχρηστικ) αν τα Πτωχοπροδρομικ δεν εναι καθλου δημιουργματα του βυζαντινο λγιου και λανθασμνα του αποδθηκαν απ τη παρδοση. Ο Eideneier (1991, 93) υποστηρζει πως να παρακλητικ επαιτικ ποημα, συνδεδεμνο με το νομα του, φανεται πως απκτησε κποτε χαρακτρα προτπου. Το αποτλεσμα ταν κι λλοι συγγραφες, με παρμοια αιτματα, ν' αρχσουν να συνθτουν αντστοιχα ποιματα και να τα κνουνε γνωστ ως ττοια.
     Γρω απ το ζτημα της πατρτητας των πτωχοπροδρομικν νοιξε μα συζτηση που δεν χει ολοκληρωθε ακμα. Αρχικ οι εκδτες, λαμβνοντας υπψη τον ττλο του 1ου ποιματος και κποιες σποραδικς αναφορς στη χειργραφη παρδοση, συνδεσαν τη συγγραφ των ποιημτων με τον γνωστ λγιο και πολυγραφτατο συγγραφα του Α’ μισο του 12ου αι. Θεδωρο Πρδρομο, που πρα απ πολλ δοκμια κι ργα γραμμνα στη λγια γλσσα της Αυλς των Κομνηνν, χει αφσει και δεγματα ργων με δημδη γραφ. Ωστσο, απ τη στιγμ που ο Γ. Χατζιδκις το 1892 διατπωσε την ποψη τι πρκειται για διαφορετικ πρσωπα με το νομα αυτ, ρχισαν να εκφρζονται διφορες θεωρες σχετικ με τα 4 ικετευτικ ποιματα.
     Η προσπθεια με τη μη απδοση των Πτωχοπροδρομικν στο Θεδωρο Κρου Προδρμο βασστηκε στην ανομοιογνεια των ποιημτων και προπαντς σε γλωσσικ επιχειρματα. μως αυτ θεωρθηκαν ανεπαρκ. Αντθετα, προτθηκε η υπθεση τι θα μποροσε να χει γρψει κι αυτ, ακολουθντας το ρεμα της εποχς, που επικρατοσε στην Αυλ των Κομνηνν. Τα χωρα σε λγια γλσσα μες στα ποιματα ερμηνεθηκαν ως στοιχεο που συνηγορε στην απδοση των κειμνων αυτν στον Πρδρομο, παρλο που δεν παρουσιζουνε τις διες συγγραφικς δυναττητες. Εχε εκφραστε επσης κι η ποψη πως τα 4 ποιματα εναι ργο μεταγενστερου ποιητ και μιμητ του.
    Τελευταα στην ρευνα χει ατονσει η συζτηση περ τατισης της πνας του Πτωχοπροδρμου μ’ επνυμο και συγκεκριμνο γνωστ συγγραφα. Η εξταση του ζητματος στρφεται προς τη δημδη λογοτεχνα και τη καθ’ αυτ παρδοση που καθιερθηκε με σειρ αννυμων συλλογν κι ργων πως: Σπανς, Πουλολγος, σμα του Αρμορη κλπ. Η προσγγιση αυτ υποστηρχθηκε απ τον Eideneier, στο πλασιο κδοσης, μελτης και σχολιασμο των ποιημτων. Το δε ενδιαφρον της νετερης ρευνας εστιζεται στον αποδκτη του ργου και στο γεγονς τι η ποηση αυτ προφανς απευθυνταν για τους ανθρπους της Αυλς, πιθανν και για τον διο τον αυτοκρτορα. τσι τα Πτωχοπροδρομικ εναι ακμα μια νδειξη για τις τσεις της κοσμικς ποησης κατ τους χρνους των Κομνηνν.
     Σμερα η φιλολογικ επιστμη δχεται επικρατστερη τη θεωρα τι τα ποιματα αποτελον παρωδες ποιματα γραμμνα κατ το φος του, που τανε γνωστς ως κατεξοχν αιτητικς ποιητς, χωρς μως να συμφωνον λοι οι μελετητς και χωρς να 'χει λξει το φιλολογικ ζτημα γρω απ' αυτν (Χατζηφτης 1980, 9-10). Εφσον εναι αποδεχτς ο γενικ πλασματικς χαρακτρας των ποιημτων, ττε τα ιστορικ και γεωγραφικ στοιχεα, τα τοπωνμια και τα κρια ονματα, πως επσης κι ο ττλος με τις αναφορς στο πρσωπο του συγγραφα, δεν μπορον να χρησιμοποιηθον πλον ως στοιχεα της προσωπικτητας και της βιογραφας του (Eideneier 2012, 94).
     χουνε τερστιο γλωσσολογικ ενδιαφρον, καθς ο γλωσσικς τους χαρακτρας εναι μεικτς: η λγια γλσσα χρησιμοποιεται στο προομιο, στον επλογο και στα ενδιμεσα τμματα, που ο ποιητς απευθνεται σε υψηλ ιστμενα πρσωπα κι υποβάλλει το αίτημα για ευεργεσία, εν η δημδης γλσσα, που δεν επηρεάζεται από συγκεκριμένη διάλεκτο, αλλά λειτουργεί ως κοινή λογοτεχνική γλώσσα, χρησιμοποιεται στα ενδιμεσα περιγραφικ μρη που περιχουν τα κακοπαθματα του ποιητ κι αναφορς στην καθημεριν ζω (Λεντρη 2007, 1896). Τα ποιματα αυτ αποτελονε πολτιμη μαρτυρα του νου γλωσσικο τπου που αρχζει να διαμορφνεται στο 12ο αινα. Δε μπορομε, ββαια, να διατυπσουμε σαφ συμπερσματα για την αρχικ γλωσσικ μορφ των ποιημτων, καθς η ρευσττητα εναι να απ τα χαρακτηριστικ τους. σον αφορ στη μετρικ τους, εναι γραμμνα στον λεγμενο πολιτικ  στχο.
     Οι μελετητς εντπισαν στα ποιματα αρκετ ελαττματα: μονοτονα, μακρηγορες, επιπολαιτητες, μορφες εκφρσεις. Υπρχει, ββαια, ζωηρτητα, παραστατικτητα και χρη στη διγηση, μως η αξα τους εναι κυρως λαογραφικ, γλωσσικ και φιλολογικ. Παρουσιζουν επσης, μεγλο ενδιαφρον για τον κοινωνικ χαρακτρα τους κι αποτελον σημαντικ υλικ στην ρευνα του καθημερινο βου των Βυζαντινν -διατροφ, συνθειες, ενδυμασα κλπ. (Χατζηφτης 1980, 21). Τα Πτωχοπροδρομικ πντω; συγκαταλγονται ανμεσα στα πρωιμτερα δεγματα λογοτεχνας σε δημδη γλσσα.
     Το γεγονς τι δεν υπρχει κποια βενετικ κδοση του Πτωχοπρδρομου μπορε να οφελεται στα αυστηρ κριτρια των τυπογρφων-εκδοτν κατ τους 1ους αινες της τυπογραφας (15ος-16ος αι.) απλς στη τχη (αν υποθσουμε πως το κεμενο τυπθηκε, αλλ δε σζεται λανθνει μχρι στιγμς κποια πριμη κδοσ του). πως και να εναι, πληθρα των κωδκων που παραδδουνε τα Πτωχοπροδρομικ, καθς κι οι ποικλες μεταγενστερες παρεμβολς σε αυτ, αποτελον αδιψευστο μρτυρα της δημοφιλας και της αδιλειπτης πρσληψς τους απ τους αναγνστες-ακροατς των τελευταων βυζαντινν και των 1ων μεταβυζαντινν αινων.
     Το κεμενο των ποιημτων χει διασωθε σε διαφορετικ σειρ κι ενοτε με επεμβσεις, παραλλαγς και περικοπς σε 7 χειργραφα των βυζαντινν χρνων (14-15ος αι.) και σε 2 μεταγενστερα (τελ. 15ου και 16ου αι.). Τα πτωχοπροδρομικ μελετθηκαν κατ καιρος απ πολλος ερευνητς. Απ τις διαφορετικς εκδοτικς προσεγγσεις και μεταφρσεις -στα γαλλικ (Hesseling και Pernot, 1910), στα ιταλικ (Gazya, 1972), στα ισπανικ (Egea, 1984), μερικς στα αγγλικ (Alexiou, 1986) και στα γερμανικ (Eideneier, 1991) -φανεται τι τα ποιματα αυτ κρδισαν το ενδιαφρον των μελετητν, που λλωστε δειξαν ιδιατερη προτμηση στα 2 ποιματα που διακωμωδον τη μοναστικ ζω και το βο ενς του λογου και ποιητ.



     Η 1η αππειρα συνολικς παρουσασης των Πτωχοπροδρομικν πραγματοποιθηκε απ τους Miller & Legrand τo 1875, πως υποδηλνει κι ο ττλος της (Trois Ρoëmes), η κδοση αυτ ταν ελλιπς, καθς περιεχε τα 3 απ τα 4 γνωστ σμερα ποιματα (συγκεκριμνα, τα ποιματα I, II, και IV της παρουσασης και μλιστα με διαφορετικ σειρ). τσι η 1η γενικ κδοση εκπονθηκε απ τον Legrand λγα χρνια μετ (1880) και τη διαδχτηκε η πιο αξιπιστη των Hesseling & Pernot τo 1910. Η κδοση αυτ υπρχει εδ αναφορικ με το κεμενο των ποιημτων αλλ και τη σειρ τους, που διαφρει απ κενη της πληρστερης, γερμανικς, κριτικς κδοσης του Eideneier (1991). Ο τελευταος αντιστρφει, πως ειπθηκε πιο πνω, τη σειρ του 3ου και του 4ου ποιματος, κτι που διατηρεται και στη πιο πρσφατη, ελληνικ, περισστερο ενημερωμνη κι εν γνει εμπλουτισμνη (βιβλιογραφα, εισαγωγ, γλωσσρι) κδοση του γερμανο μελετητ, που κοσμεται, πως κι η πριν με σχδια του Αλκου Φασιανο (Eideneier 2012).



     Η χρονολγησ των χει στηριχτε στη πραγματολογικ εξταση διαφρων στοιχεων στο κεμενο και τη φιλολογικ ανλυση της γλσσας. Ως παραλπτης του 3ου & 4ου ποιματος αναφρεται ο Μανουλ Α Κομνηνς (1143-1180), απ την λλη γνεται λγος για νομσματα κοινς γνωστ ως μανοηλτα, στμενα, ταρτερ, που η νομισματικ ρευνα τοποθετε στο διστημα 1163-1204. Συνεπς η συγγραφ των ποιημτων χρονολογεται στο Β’ μισ τα τλη του 12ου αι., χρονολγηση που δικαιολογε και τη χρση καθημερινν λξεων τουρκικς προλευσης, πως τσαροκια, δεδομνων των αυξημνων επαφν κατ την εποχ αυτ μεταξ του τουρκικο και του ελληνικο στοιχεο στο βυζαντιν χρο κι ειδικτερα στη Πλη.



     Τα Πτωχοπροδρομικ αποτελον τα πρτα δεγματα της βυζαντινς δημδους στιρας. Το λογοτεχνικ αυτ εδος, πως εστοχα παρατηρε ο Beck εναι τυπικ προν της κοσμοπολτικης κοινωνας που αρχζει να εκφρζει τον εαυτ της. Και επιπλον, να κρνει και να επικρνει. Πσω απ τη διθεση να διακωμωδσει τα κακς κεμενα και να βελτισει τη βιοτικ του κατσταση ο αννυμος συγγραφας προβανει και σε κριτικς. Στον δε αποδκτη του απευθνεται με εθιμοτυπικ επισημτητα: «πρὸς τὸν εὐσεβστατον βασιλα κριον Μανουὴλ Πορφυρογννητον».
     Δεν μπορομε να θεωρσουμε τυχαο το γεγονς τι το 3ο κι ιδιατερα το 4ο ποημα, που η στιρα διατυπνεται με καυστικτερο τρπο, χουν διασωθε σχεδν σε λα τα χειργραφα. Το τλμημ του να καταγγελει τα σχετικ με τον κλρο παρατργουδα απευθεας στον αυτοκρτορα με ντεχνο, ποιητικ και θαρραλο τρπο, δεν μας πεθει τι η πνα ταν ενς ταπεινο καλογρου. Μπορε ο συγγραφας πργματι να μη ταν «τῶν ἐνδξων», αλλ φανεται τι ανετρφη σε περιβλλον που του δωσε τη δυναττητα σε καλ μρφωση, εν διατρησε επαφς με τους λγιους της Πλης κι εχε την νεση να ασκε κριτικ στον κλρο.
     Τα ποιματα αυτ πρπει να αξιολογηθον επσης και ως πολ σημαντικ υλικ στην ρευνα του καθημερινο βου των βυζαντινν -διατροφ, συνθειες, ενδυμασα κλπ. Αξιομνημνευτη παραμνει η μελτη του Φ. Κουκουλ για τον Μοναστικ Βο (1955), που ο Πρδρομος αποτελε κρια πηγ. Πρσφατα, η Μ. Αλεξου μελτησε τα στοιχεα που αναφρονται στα παιχνδια στα 3 πρτα ποιματα.
     Τλος,  πρπει να εξετζονται κι ως σταθμς στην εξλιξης της κοσμικς λογοτεχνας. Η μικρ αυτ ομδα παρουσιζει αφενς μα δημιουργικ αξιοποηση της παρδοσης της στιρας και του ρητορικο εδους της ηθοποιας, αφετρου δωσε βση στην ανπτυξη της αλληγορικς στιρας κατ τον 13ο αι. κι αργτερα, που με διηγσεις για ζα επιχειρεται κοινωνικ και πολιτικ στιρα (Διγησις Παιδιφραστος των Τετραπδων Ζων, Συναξριον του Τιμημνου Γαδρου κ..).
     Διαβζοντας τα ποιματα σχηματζεται η εξς εικνα για το βο του ποιητ. τανε κοινς νθρωπος, που προερχταν απ πορη οικογνεια, γεγονς που στθηκε πολλκις εμπδιο στη ζω του. Δεν μαθε κποια τχνη επγγελμα, αλλ απ μικρ ηλικα με παρτρυνση του πατρα, σποδασε, κτι που σε μεγαλτερη ηλικα μετνιωσε, καθς δεν τανε σε θση στιχουργντας με τη πνα του να εξασφαλσει τα απαρατητα προς το ζην. τανε παντρεμνος με παιδι κι εχε προβλματα στην οικογνει του λγω της ταπεινς του καταγωγς, της γενικτερης οικονομικς του κατστασης και του χαρακτρα της γυνακας του. ζησε στα μσα και το β’ μισ του 12ου αι. στην Κωνσταντινοπολη κι εχε δυναττητα και θρρος να απευθνεται με τα ποιματα του κατευθεαν προς τον αυτοκρτορα. Μαθανουμε επσης τι σε νεαρ ηλικα υπρξε μοναχς και λγω της δικης συμπεριφορς των ηγουμνων προς το τομ του ζτησε τη βοθεια του διου του αυτοκρτορα.
     λα τα παραπνω στοιχεα προκπτουν αποσπασματικ στα 4 ποιματα, που δε θα μποροσαν να εκληφθονε σα σγουρα βιογραφικ. Παρτι λοιπν εναι πολ πιθανν τι ο συγγραφας ντως απηχε προσωπικ βιματα στα ποιματα, εναι μλλον πιθαντερο ο Πτωχοπρδρομος ν’ αποτελε λογοτεχνικ προσωπεο, παρ να πρκειται για υπαρκτ πρσωπο.
    Μετ το θνατο της ματρνας του το 1123 (κατ λλες πηγς το 1133) ο Πρδρομος συνχισε να προσφρει υπηρεσες στην αυλ του αυτοκρτορα Ιωννη Β’ Κομνηνο, συνθτοντας τα επσημα εγκμια στις εκστοτε απαιτομενες περιστσεις. Γρω στο β’ μισ του 12ου αινα, σταθμο στα βυζαντιν γρμματα, στις απαρχς της δημδους γραμματεας, ο Πρδρομος πραγματοποιε να λμα και στρφεται στη δημδη ποηση και συγκεκριμνα στη μορφ της παρωδας.
     Θα πρπει ωστσο να αναφερθε κι η συγγραφ απ μρους του ενς μυθιστορματος, λογου μεν, αλλ συνομιλν με κενα της δημδους παραγωγς, Τα κατ Ροδνθην & Δοσικλα, που λογικ επηρασε τη στροφ του αυτ. Το μυθιστρημα αυτ εναι γραμμνο στα πρτυπα εκενων της Β’ Σοφιστικς, με τα ονματα των πρωταγωνιστν να το τιτλοφορον.



     Γραμμνο σε βυζαντιν 12σλλαβο στχο, με επιπλον προσθκη 6μτρων επνω στο παραδοσιακ αρχαιοπρεπς πρτυπο, το κεμεν του αρχικ παραγνωρστηκε απ τη κριτικ. Δε συνβη μως το διο και με τα 4 ποιματ του που συγκροτον την εντητα των Πτωχοπροδρομικν. Σ’ αυτ δνεται η ευκαιρα στον ποιητ να ενδυθε 4 διαφορετικ προσωπεα (βλ. παρακτω για τη δισταση προσπου-προσωπεου στο Δ’ ποημα), να μιλσει για ζητματα φλγοντα, να εμπορευματοποισει τη δικ του νδεια. Με επιφλαξη η προσωπικ του νδεια, καθς δεν χει επιβεβαιωθε αν κι ο διος βρθηκε σε παρμοια κατσταση. Η αυτ πληροφορα προκπτει απ το γεγονς της κουρς του πριν απ το θνατ του και της τελευτς του σαν επατης μοναχς.
     Η σχση του με τη παρωδα μας εναι ακμη γνωστ απ τη Κατομυομαχα που συνγραψε, διακωμωδντας την αρχαα δομ του δρματος. Αριθμε μλις 384 στχους, οπτε καθσταται αδνατη η αναπαρστασ της σε θατρο, πιο πιθαν φανεται η ανγνωσ της σε μειωμνου αριθμο ακροατριο προς τρψιν αυτο. Αυτ η κκκινη κλωστ της παρωδας εναι που συρρπτει το ργο αυτ με τα 4 ποιματα που θα εξεταστον.
     Μα δικριση που πρπει να γνει απ πριν: η κδοση του Eideneier ακολουθε τον Παρισιν κδικα (στο εξς: Paris. 396), μνο που το 3ο κατ σειρ ποημα σε αυτν το τοποθετε τελευταο. Πριν διερενηθε η στιρα κι ο αντικληρικαλισμς στο 4ο ποημα, θα προσεχθε σντομα η αφγηση των λλων 3, για να κατανοηθε καλτερα το συμφρασεολογικ τους condext. Στο πρτο (Paris. 396), με την αρχ: «Του Προδρμου κυρο Θεοδρου προς τον βασιλα τον Μαυροιωννην», παρακολουθομε τα πθη του αφηγητ απ την κακ γυνακα του. Σε 274 ανομοιοκατληκτους 15σλλαβους στχους ο αφηγητς διεκτραγωδε την οικιακ κατσταση:

   «Καθημεριν του υπερηφανεεται για την υψηλ της καταγωγ και τον κατηγορε για τη δικ του φτωχικ προλευση, λγοντς του πως δεν εχε λεφτ ταν παντρετηκαν κι οτε τρα κερδζει σπουδαα πργματα».

     Τα 4 ποιματα χουνε σαφ κι αυστηρ δομ: προηγεται πντα προομιο με τη προσφνηση -επαινετικ και ταυτχρονα επαιτικ- στον ρχοντα, σε λγια γλσσα. Ακολουθε το κυρως μρος, που ο ρωας αφηγεται το δρμα του, εξηγε δηλαδ γιατ βρσκεται σε τσο απελπιστικ θση. Το κυρως μρος των ποιημτων ανκει, τσο ως προς τους μονολγους και τους διαλγους σο και ως προς το αφηγηματικ του φος, στο μεικτ, χαμηλ κι ημιλγιο εππεδο της βυζαντινς γραπτς κοινς. Και τα 4 επαναλαμβνουν στο τλος γενικ παρκληση για βελτωση της σχημης κατστασης που βρσκεται ο ρωας (Eideneier 1991, 12).
   Η μυθοπλαστικ ιδιαιτερτητα του Προδρμου αναδεικνεται εξαιρετικ ευφνταστη. Γκροττσκες ιστορες διανθζουν το κεμενο: λλοτε η γυνακα του τον κλειδνει απ’ ξω, λλοτε τον κυνηγ με να σκουπξυλο, λλοτε που πεινει αναγκζεται παρενδυτικ να μπει σπτι του κι ταν ανακαλπτεται δικεται πυξ-λαξ απ τις σκλες κ..



     Ανλογη εναι κι η διθεση στο 2ο ποημα (Paris. 396), 117 στχων, αφιερωμνο στο Σεβαστοκρτορα. Σε 1η ανγνωση, ο αφηγητς παρωδε τη τραγικ κατσταση του διου και της οικογνεις του, ο πατρνας του τον εγκατλειψε, οπτε η ποησ του δε μπορε να του προσφρει τα απαρατητα προς το ζην. Ακολουθε αναλυτικ περιγραφ του νοικοκυριο τους, με αναφορ σε λα τα οικοκυρικ σκεη, για να καταλξει στο ζητομενο της 2ης ανγνωσης. Αν ο Σεβαστοκρτορας αποφασσει να βοηθσει τον Πρδρομο αυτς θα πψει να ζει σα ζητινος και στο εξς, οι στχοι του θα υμνολογον τον νθρωπο που του χρισε πλοσια τα αγαθ. Σε να σημεο, που και θα συνδεθε με το υπ εξταση ποημα, ο ποιητς αναφρεται στην ασκητικ υποδειγματικ μορφ, αυτ του Αγου Ιωννου του Προδρμου. Ναι μεν, ο γιος μποροσε να τρφεται με μλι κι ακρδες στην ρημο, συντηρντας νου και σμα, αλλ ο αστς-λογοτχνης αδυνατε. Εδ, υπεισρχεται το 1ο στοιχεο στιρας, που θα προεκταθε στο επμενο ποημα του. Paris. 396 (το Δ’).
     Ο εκστοτε αστς αδυνατε να ακολουθσει την παλαιοδιαθηκικ νρμα της εγκρτειας, της νηστεας, ετε αυτς εναι πολτης, ετε κληρικς. Το 3ο κατ σειρ ποημα, που κι χει απασχολσει τη κριτικ πιτερο, εναι σως και το πιο ενδιαφρον κι ενδεικτικ για την κοινωνικ κατσταση του 12ου αινα στο Βυζντιο. Εναι εποχ τεχνοκρατικο οργασμο, η αριστοκρατα του πνεματος φθνει κι η τξη των τεχνητν, να πριμο προλεταριακ στρμα με διεκδικσεις υψηλς, κνει την εμφνισ της. Εναι λογικ, οι μορφωμνοι νθρωποι εκτς της αυλς, που εχαν αυξηθε ραγδαα σε διστημα 2 αινων με λγες μεγλες συγκροσεις (π.χ. Ματζικρτ το 1071) και λγες φυσικς καταστροφς. Θα μποροσαμε να μιλσουμε για να πνευματικ κορεσμ που συνεπγεται η νοδος της πνευματικς καλλιργειας.



     Ο ποιητς, μορφωμνος ντας, παραπονεται για τη κατσταση που χει περιλθει. λλοτε βδιζε επνω σε ημονο και τρα περπατ, εν ο γιος του οικοδμου κνει το αντθετο, γιοι εργατν αρχζουν να σπουδζουνε, φορνε ροχα και παποτσια τελευταας παραγωγς, εν κενος αναγκζεται να μπαλνει τα δικ του. Η αγανκτησ του φθνει σε σημεο να φωνξει: «Ανθεμαν τα γρμματα, Χριστ, κι οπο τα θλει»  (στ. 85). Εναι, τλος, το ποημα που γνρισε τη μεγαλτερη αποδοχ, αλλ και τις περισστερες αντιγραφς, παραδιδμενο σε 5 χειργραφα.
     Στο 4ο ποημα, για να κλενει η εισαγωγικ εντητα της παρουσασης. Ο αφηγητς, νας νεαρς μοναχς με το νομα Ιλαρων Πτωχοπρδρομος (τεροι στχοι Ιλαρωνος μοναχο Πτωχοπροδρμου προς τον ευσεβστατον βασιλα κριον Μανουλ Πορφυρογννητον, τον Κομνηνν, αρχ του) απευθνεται στον αυτοκρτορα για να παραπονεθε για τη κατσταση που επικρατε στο μοναστρι που διαβιε και να ζητσει τη μετακνησ του σε κποιο πιο «παραδοσιακ». Αν ελεγθε για αντικληρικαλιστικ μνος το ποημα, πρπει να ληφθε υπ’ ψη μια δευτεροαναγνωσιακ υπονμευση του διου του αφηγητ. 1ον, εναι νεαρς δκιμος, οπτε πειρος κι αμαθς, χωρς να κατγεται απ κποια καλ οικογνεια της Κωνσταντινοπολης, κτι που του υπενθυμζεται διαρκς, ταν αυτς σφλλει, γινμενος αποδκτης βρεων και κακς συμπεριφορς απ τους ανωτρους του, και 2ον, το παρπον του δεν γκειται στη τρυφηλ ζω του ηγουμνου και των ηγουμενοσυμβολων, αλλ στη μη δικ του δυναττητα συμμετοχς.



     Εναι, θα μποροσαμε να πομε, μια στιρα συγκεκαλυμμνη, υπονομευμνη απ το διο της το κεμενο. Λογικ, λλωστε, αν σκεφθε κανες τη δναμη της Εκκλησας την δια εποχ. λη η στιρ του στρφεται κατ των ηγουμνων, υπονομεοντας τη ρση του Χριστο: «πεθεσθε τοις ηγουμνοις υμν». Οι ηγομενοι καταπατον κθε ιερ καννα, κυκλοφορον επνω σε λογα στη πλη, αγορζουν γλυκ, συνομιλον με γυνακες, τις αφνουν γκυες, εν τα παιδι τους γνονται κι αυτ ηγομενοι. Ο Αυτοκρτωρ πρπει να τον θυμηθε και να δρσει προς συμμρφωσ τους, συνομιλντας με το λγιο κεμενο του Ευσταθου: Αναγνσεις και επαναγραφς.
     Αρχικ, εναι απαρατητο να αιτιολογηθε η επιλογ του παρντος κειμνου στα πλασια της βυζαντινς επικς ποησης, λγιας και δημδους. ντως, σε πρτη ανγνωση, το κεμενο μοιζει να κινεται σε χρο εντελς διαφορετικ με συνομλικ του ργα, πως ο Διγενς Ακρτης κι η σχση του με την ηρωικ ποηση μοιζει τοπη. Οι σχσεις μεταξ της επικς ποησης της δημδους παραγωγς (Διγενς Ακρτης) και των Πτωχοπροδρομικν χουν δη επισημανθε απ τη διεθν βιβλιογραφα. Ενδεικτικ, τα χωρα των ποιημτων του Προδρμου στα οποα γνεται λγος για το Διγεν Ακρτη εναι:   Δ’ στ. 189:

Ω τις Ακρτης τερος εκε να ευρθην ττε
Και τα ποδας του να μπηξεν, να επρεν το ραβδ του
Και μσα να εκατβηκεν ευθς ως αγουρτσης

Γ’ στ.
…να εμβ εις την μσην ως θρασς,
να δσω και να επρω κ.
.

      Παρλληλα, διφορες λξεις που χρησιμοποιονται στα Πτωχοπροδρομικ χουν μεση προλευση απ το κεμενο του Ακρτη. Η χρση ττοιων λξεων στον Πτωχοπρδρομο προσδδει στο ργο μια επιπλον ειρωνικ χροι, καθς η απσταση μεταξ του «ιδιτη ρωα, του πτωχο Προδρμου» και του «βυζαντινο ρωα» Ακρτη μοιζει χσμα αγεφρωτο. Αν επιχειρηθε, χρησιμοποιντας παρμοιες αναφορς, να εξαχθονε συμπερσματα για τη σχση εξρτησης του ενς ργου απ το λλο, θα γνουν πολλς εικασες, ακριβς επειδ η παρξη ενς πρωτογενος υλικο ηρωικς ποησης στο Βυζντιο εναι αναμφισβτητη. «Εναι μως αξιοπρσεκτο το γεγονς τι ο Ακρτης εναι νας λακς ρωας της (γραπτς) ποησης που παρνει θση και στην προφορικ παρδοση. Οι ρωες της λγιας ποησης εναι διαφορετικο· στον λγιο Θεδωρο Πρδρομο δεν συναντμε κανναν Ακρτη».
     Οι τελευταες εγγραφς σχετικ με τη ταυττητα των ποιημτων αυτν, φρουνε δισταση απψεων σχετικ, αρχικ, με τη ταυττητα του συγγραφα και τον τρπο με τον οποο αυτ σκηνοθετεται στα ποιματα. Η αντδραση στη 1η κδοσ τους το 1880 στη Γαλλα απ τους E. Miller και E. Legrand τανε πως τουλχιστον 2 εξ αυτν ταν αδνατο να χουν ως συγγραφα τους τον Πρδρομο. Το 1ο, που απευθνεται στον αυτοκρτορα Μανουλ τον Α’, αμφισβητθηκε, καθς ο Πρδρομος τη περοδο κενη ταν μικρς ηλικιακ και το 2ο, με χρονολογα περπου γρω στα 1170, ταν ο ποιητς εχε πεθνει. Τα επιχειρματα αυτ, εν μρει, κμφθηκαν αργτερα με τις κριτικς εκδσεις του ργου, ταν και προκυψαν λλα, κριτικς κι αφηγηματολογικς φσεως. Για τα μεν 1α παραπομπ στο Kazhdan (2007), εν τα 2α θα παραλληλιστονε με βιογραφικς λεπτομρειες του Προδρμου. Το 1ο ερτημα που τθηκε απ τη κριτικ ταν: ποις ταν ο νθρωπος Πρδρομος, ποις ο αφηγητς και ποια η μεταχειριζμενη persona, κατ πσο δηλαδ η ζω του σχετζεται με σα γρφει.
     Η πλον κατατοπιστικ απντηση δθηκε απ τη Πολων φιλλογο και μελεττρι του, H. Kapessowa. Τονε θεωρε ξεριζωμνο λογοτχνη απ την αυλ του 12ου αινα που αναγκζεται να βιοποριστε ερχμενος σε σγκρουση με τους ομτακτος του, μη δυνμενος ν’ ακολουθσει τον εσφαλμνο τρπο ζως του. Τα ποιματ του επομνως εναι κριτικ στιρα ηθν κι ανθρπων του 12ου αινα κι ως ττοια πρπει να διαβζονται. Εδαμε πως στα Πτωχοπροδρομικ, παραπονιται για τη φτχεια του, ικετεει για αυτοκρατορικ δρα. Ακμη κι ταν υμνε τις αυτοκρατορικς νκες, καταφρνει να βρει μια γωνι για τον εαυτ του, εναι νας εγωκεντρικς ωφελιμιστς λογοτχνης.
     Πς μως ττε λειτουργον αυτς του οι διαρκες εκκλσεις; Μλλον, συμπερανεται οι διαρκες εκκλσεις για βοθεια, οι ακατπαυστες υπενθυμσεις για τα δειν του, εναι φαινμενα λογοτεχνικς κι χι μνο βιογραφικς σημασας. Αντανακλον κι αναπτσσουν μια απ τις πιο ενδιαφρουσες και σημαντικς αλλαγς που συνβησαν στη Βυζαντιν λογοτεχνα κατ τους 11ο και 12ο αι., την εισαγωγ, δηλαδ, της «προσωπικτητας του συγγραφα» στο ργο του, την εισαγωγ των προσωπικν του συναισθημτων. Κλενοντας με την εντητα της κριτικς τους πρσληψης κι ως αρμ με την επμενη εντητα για μια 2η ανγνωση των 4 ποιημτων, η ποψη του R. Beaton (1996) για την επαναξιολγηση του κειμνου:

   «Ο Πρδρομος εναι, πιθαντατα, ο συγγραφας μιας σειρς δισπαρτων επαιτικν ποιημτων που εναι γνωστ κτω απ το συλλογικ ττλο Πτωχοπροδρομικ. […] Σε καθνα απ αυτ τα ποιματα η σκαμπρζικη, μυθοπλαστικ διγηση, με ντονο σατιρικ χαρακτρα, πλαισινεται υπογραμμζεται απ επισημτερες εκκλσεις στο μελλοντικ χορηγ σε μεικτ γλσσα, στις οποες υιοθετεται το ρητορικ φος που βρσκουμε συχν στην ποηση που γραφταν στην αυλ των Κομνηνν».

     Ββαια, ιδιατερη μνεα πρπει να γνει και στον Πρδρομο ως γλωσσικ κεφλαιο, καθς απασχλησε αυτ του η ψη τη σγχρονη ρευνα. Μχρι πρτινος, οι μελετητς προσγγιζαν μνο τη λγια κφρασ του, την αυστηρ προσκεμενη στον αυλικ βερμπαλισμ της εποχς, παραλεποντας απ τις μελτες του τη δημδη γλσσα, κυραρχη στα Πτωχοπροδρομικ. Η κοιν, ββαια, πρπει  ν’ αναγνωσθε ως τεχνικ γλσσα, ποιητικ, με μνο αυτοσκοπ τη καλλιργεια ενς αισθητικο αποτελσματος, εν ολγοις, ο ρλος που επιτελε εναι απλ αισθητικς, χωρς να ξεφεγει απ μια δημδη καλλιλογα. χουμε να κνουμε με να «ποιητρη», που γνωρζει τον ορζοντα προσδοκιν του κοινο του (γλωσσικ κι αισθητικ) κι ανταποκρνεται αναλγως σε γλσσα που θα μποροσε να χαρακτηριστε πριμη κοιν των ποιητν. 1ος ο Αλεξου μλησε για την ιδιαιτερτητα της γλωσσικς φσης του, εντσσοντς τη στη λγια μεικτ γλσσα. Ιδιατερη σημασα χει, ωστσο, ο χαρακτηρισμς του ως «ποιητ/αναγνστη», αν πρωτοτυπε, το κνει γιατ χει αφομοισει παλαιτερη λογοτεχνα, αυτ των ασμτων του δρμου, των λακτερων συνθσεων της Πλης. Πνω σ’ αυτ χτζει δικ του γλσσα, στνει υβρδιο λγιας παλατινς και δημδους γλσσας, στην οποα γρφει και τα Πτωχοπροδρομικ.
     Παλαιτερα του αποδοθκανε και κποια λλα μικρτερα ποιματα. Συγκεκριμνα πρκειται για 7 ποιματα ερωτικο περιεχομνου απ να κδικα του 14ου αι. που η μεταγενστερη ρευνα απδειξε τι δεν χουν σχση με αυτν. Προσωριν εχανε συνδεθε και 5 ποιματα σε κδικα της Μαρκιανς Βιβλιοθκης της Βενετας (αρ. ΧΙ 22), που ο ποιητς απευθνεται στον Μανουλ Α' Κομνην και του ζητ να φιλοξενηθε στο «αδελφτο» της μονς του Aγου Γεωργου των Μαγγνων στην Κωνσταντινοπολη. Για τα τελευταα αποδεχθηκε αργτερα τι ανκουν σε μα ποιητικ συλλογ με 12 ποιματα, η συγγραφ της οποας χρονολογεται επσης στον 12ο αι. κι ο συγγραφας που επσης κατονομζεται Πρδρομος πρε τη συμβατικ προσωνυμα Μαγγνειος.
     Τα ποιματ του εναι γραμμνα με το λεγμενο πολιτικ στχο, δηλ. σε μτρο ιαμβικ 15σλλαβο, που στηρζεται στο μετρικ τνο. Απ το 12ο αι. με τον Πρδρομο γενικεεται η κφραση της σατιρικς ποησης σε ρυθμοτονικ μτρα (15σλλαβο). Με πολιτικος στχους γρφονται κι λλα επαιτικ ικετευτικ ποιματα, που επνυμοι κι αννυμοι ποιητς-ευχτες ζητονε χρες απ βασιλες λλους ισχυρος της εποχς (Μιχαλ Γλυκς, Ιωννης Τζτζης).
     Τα Πτωχοπροδρομικ χουνε κι να λλο βασικ χαρακτηριστικ, το μεικτ τους γλωσσικ χαρακτρα. Η λγια γλσσα χρησιμοποιεται στο προομιο, στον επλογο και ενδιμεσα που υπρχει αποστροφ στον αποδκτη και υποβλλεται το ατημα για ευεργεσα. Η δημδης γλσσα, που δεν επηρεζεται απ συγκεκριμνη διλεκτο, αλλ λειτουργε ως κοιν λογοτεχνικ γλσσα, χρησιμοποιεται στα σημεα, που περιγρφονται τα κακοπαθματα του αφηγητ λγω της πενας του. Συνειδητ ο ποιητς συνδυζει και παραλληλζει το θμα της υλικς πενας με τη γλωσσικ απλτητα της δημδους γλσσας. Απ την λλη το σατιρικ φος προβλλει πιο ντονα με τους μελανος τνους και τις υπερβολς της περιγραφς, εν δε λεπουνε και λυρικ στοιχεα.

=============================

                                                     Τα Ποιματα

Το 1ο ποημα (ο φτωχς σζυγος): «…πρὸς τὸν βασιλα Μαυροωννην» (Ιωννης Β’)

                                                       Ποημα 1ον

Περληψη-Σχλιο:

     Το 1ο ποημα σζεται μνο σε 1 χειργραφο, που χρονολογεται στο τλος του 13 στις αρχς του 14ου αι. Φρει τον ττλο «Τοῦ Προδρμου κυροῦ Θεοδρου πρὸς τὸν βασιλα Μαυροωννην» (και σμφωνα με τον Beck εναι αφιερωμνο στον Ιωννη Β Κομνην (1118-43). Καθς το 3ο και το 4ο ποημα απευθνονται στον αυτοκρτορα Μανουλ Α τον Κομνην (1143-1180),  μπορε να συνδεθε ο «βασιλας Μαυροωννης» με τον πατρα του Μανουλ, τον Ιωννη Κομνην (1118-1143) (Eideneier 1991, 2). Αποτελεται απ 274 στχους, «πολιτικος» κατ δλωση του ποιητ κι εξιστορε με ιδιατερα γλαφυρ και διασκεδαστικ τρπο τα δειν που τραβει ο διος απ τη μχιμο και τρισαλιτηρα (παρὰ μαχμου γυναικὸς καὶ τρισαληρας) γυνακα του λγω της φτωχικς του κατστασης. Δηλνει πσο τη φοβται πλον με τα λγια: «Φοβοῦμαι γὰρ τὸ στμαν της, φοβοῦμαι τὴν ὀργν της,/ τὰς ἀπειλς της δδοικα καὶ τὴν ἀποστροφν της.» Σκοπς του «κυροῦ Προδρμου» εναι να ευχαριστσει τον αυτοκρτορα για «τὰς …λαμπρὰς εὐεργεσας» που χει κνει προς το τομ του, και επιπλον να διηγηθε την οδυνηρ κατσταση στην οποα χει περιπσει και να ζητσει οικονομικ ενσχυση προκεμενου να γλιτσει απ τη γκρνια της στρυφνς γυνακας του και τους εξευτελισμος στους οποους τον χει υποβλει και να μη χαθε πρωρα ο «κλλιστος εὐχτης» (Λεντρη 2007, 1896). Ειρωνεεται τον εαυτ του με λη την νεση και τη παιγνιδη διθεση ενς διανοομενου (Eideneier 1991, 3-4).

Τ σοὶ προσοσω, δσποτα, δσποτα στεφηφρε,
ἀνταμοιβὴν ὁποανδε ἢ χριν προσενγκω
ἐξισωμνην πρὸς τὰς σὰς λαμπρὰς εὐεργεσας,
τὰς γινομνας εἰς ἐμὲ τοῦ κρτους σου παντοας;
Πρ τινος ἤδη πρὸ καιροῦ καὶ πρὸ βραχος χρνου,
οὐκ εἶχον οὖν, ὁ δστηνος, τὸ τ προσαγαγεῖν σοι
κατλληλον τῷ κρτει σου καὶ τῇ χρησττητ σου,
καὶ τῇ περιφανεᾳ σου καὶ χαριττητ σου,
εἰ μὴ τινὰς πολιτικοὺς ἀμτρους πλιν στχους,
συνεσταλμνους, παζοντας, ἀλλ’ οὐκ ἀναισχυντῶντας,
παζουσι γὰρ καὶ γροντες, ἀλλὰ σωφρονεστρως.
Μὴ οὖν ἀποχωρσῃς τους, μηδ’ ἀποπμψῃς, μᾶλλον
ὡς κοδιμντα δξου τους ποσῶς ἂν οὐ μυρζουν,
καὶ φιλευσπλγχνως ἄκουσον ἅπερ ὁ τλας γρφω.
Κἂν φανωμαι γρ, δσποτα, γελῶν ὁμοῦ καὶ παζων,
ἀλλ’ ἔχω πνον ἄπειρον καὶ θλψιν βαρυττην,
καὶ χαλεπὸν ἀρρστημα, καὶ πθος, ἀλλὰ πθος!
Πθος ἀκοσας τοιγαροῦν μὴ κλην ὑπολβῃς,
μηδ’ ἄλλο τι χειρτερον ἐκ τῶν μυστικωτρων*,
μὴ κερατᾶν τὸ φανερν, μὴ ταντανοτραγτην,
μὴ νσημα καρδιακν, μὴ περιφλεγμοναν,
μὴ σκορδαψν, μηδ’ ὕδερον, μὴ παραπνευμοναν,
ἀλλὰ μαχμου γυναικὸς πολλὴν εὐτραπελαν,
προβλματα προβλλουσα καὶ πιθανολογας
καὶ τὸ δοκεῖν εὐλγως μοι προφρεται πλουτρχως.
Καὶ θλω δεῖξαι προφανῶς τὴν τατης μοχθηραν,
ἀλλὰ φοβοῦμαι, δσποτα, τοὺς ἰταμωδεστρους,
μπως ἐμὲ ἀκοσωσι, καὶ ὑπγουν εἰς τὸ ὁσπτιν
καὶ νὰ μὲ πιττακσωσιν** ἐκ τῶν ἀπροσδοκτων,
καὶ κρεῖσσον εἶχον, δσποτα, τὸ νὰ μὲ θψουν ζῶντα,
καὶ νὰ μὲ βλουν εἰς τὴν γῆν, καὶ νὰ μὲ περιχσουν,
παρὰ νὰ μθῃ τποτε τῶν ἄρτι γραφομνων.
Φοβοῦμαι γὰρ τὸ στμαν της, φοβοῦμαι τὴν ὀργν της,
τὰς ἀπειλς της δδοικα καὶ τὴν ἀποστροφν της.
Ει δε πολλκις δξει της και φθσει ο καρκατζς της,
κι ορσει τα ψυχρια της και την πρωτοβαβν της,
και πισουν κα ταυρσουν με κα σρουν με 'ςτν μσην
κα δσουνε τα τρκωλα κα τα χαρακτικ μου.
Τς λθοι κι εκδικση με κι εκβλη μ' απ' εκενης;
μως κν οτως γνηται, κν οτως κα αλλοως,
καιρς λοιπν τ κατ' εμ πντα σοι σαφηνσαι,
ο φρω γρ, δσποτα, τν τατης μοχθηραν,
τος καθ' ημραν χλευασμος κα τς ονειδισας
«Τ, κρι, οκ χεις προσοχν, τ, κρι, πς τ λγεις;
το κρι, τι προσθηκας; Το, κρι, τ επεκτσω;
ποον ιμτιον μ’ ρραψας, ποιν δμιτον μ’ εποκες;
και ποιν γυρν μ’ εφρεσας; οκ οδα Πασχαλαν,
χεις με χρνους δδεκα ψυχρος κι ασβολωμνους,
οκ βαλ’ απ κπου σου ταττκιν ες ποδριν,
οκ βαλα ‘ς την ρχιν μου μεταξωτν ιμτιν,
οκ εδα ‘ς το δακτλιν μου κρικλιν δακτυλδιν,
ουδ βραχιλιν μ’ φερες ποτ να το φορσω.
Οι ξνοι κατακπτουσι τ γονικ μου ροχα,
κι εγ καθζομαι γυμν και παραπονεμνη.
Ποτ’ οκ ελοθην εις λουτρν να μη στραφ θλιμμνη,
ημραν οκ εχρτασα, να μη πεινσω δο,
στενζω πντοτε, θρην κα κπτομαι κα κλαω.
Την θλασσαν τν μ’ φερες, γνωρζεις, παρ την,
το διβλαντριν, το κουτνν και το ‘ψηλν διβκιν,
και το μεγαλογρμματον ιμτιν το κνικτον,
χρισον, πλησον, δς οπο κελεεις,
τα λουτρικ τ μ’ ποικες κα τ κραββατοστρσιν
ες κλρον να τα δξωνται οι παδες σου πατρον,
τα γονικ σου πργματα και η οικοσκευ σου
αρκον τας θυγατρας σου τας εξωπροικισμνας,
και σ σαι σιγηρς κι απομεριμνημνος.
Ἐπεντρανζεις, ἄνθρωπε, κἂν ὅλως θεωρεῖς με;
ἐγὼ ἤμην ὑποληπτικὴ καὶ σὺ ἤσουν ματζουκᾶτος,
ἐγὼ ἤμην εὐγενικὴ καὶ σὺ πτωχὸς πολτης,
σὺ εἶσαι Πτωχοπρδρομος καὶ ἐγὼ ἤμην Ματζουκνη,
σὺ ἐκοιμῶ εἰς τὸ ψιαθὶν καὶ ἐγὼ εἰς τὸ κλινριν,
ἐγὼ εἶχον προῖκα περισσν, καὶ σὺ εἶχες ποδο…..
ἐγὼ εἶχον ἀσημοχρσαφον, καὶ σὺ εἶχες σκαφοδογας,
καὶ σκφην τοῦ ζυμματος καὶ μγαν πυροσττην.
Καθζεσαι εἰς τὸ ὁσπτιν μου, καὶ ἐνοκιον οὐ φροντζεις,
τὰ μρμαρα ἠφανσθησαν, ὁ πτος συνεπτθη,
τὰ κεραμδια ἐλθησαν, τὸ στγος ἐσαπρθη,
οἱ τοῖχοι καταππτουσιν, ἐξεχερσθη ὁ κῆπος,
κοσμτης οὐκ ἀπμεινεν, οὐ γψος, οὐδὲ σπτλον,
οὐδὲ ῥηγλὶν μαρμρινον, οὐ συγκοπὴ μετρα,
αἱ θραι συνεστρφησαν ἐξ ὁλοκλρου πᾶσαι,
τὰ κγκελλα ἐξηλθησαν ἀπ’ ἄκρας ἕως ἄκραν,
καὶ τὰ στηθαῖα ἔπεσον τὰ πρὸς τὸ περιβλιν.
Θραν οὐκ ἤλλαξς ποτε, σανδιν οὐκ εὐψχει,
ποτὲ οὐκ ἐξεκερμωσας, οὐδὲ ἀνερρψω τοῖχον,
οὐ τκτονα ἐκλεσας ἵνα τὸν περιρρψῃ,
οὔτε καρφὶν ἠγρασας νὰ ἐμπξῃς εἰς σανδιν.
Βλπουν σε τὰ ψυχρια μου καὶ ἔχουν σε ὡς αὐθντην,
φοβοῦνται, παραστκονται, δουλεουν καὶ τιμῶσιν.
Ἐγὼ κρατῶ τὸ ὁσπτιν σου καὶ τὴν ὑποταγν σου,
δουλεω τὰ παιδα σου παρὰ βαβᾶν καλλστην,
οἰκονομῶ τὰ κατὰ σ, τρχω, μοχθῶ, δικω,
καὶ κμνω λινοβμβακον ἱμτιν καὶ φορῶ το,
ἔχεις με κουρατρισσαν, ἔχεις με ἀναπλαραν,
καὶ κμνω καὶ τὰ μαλλωτ, κμνω καὶ τὰ ναρθκια,
ἔχεις με ψιλοντριαν, καὶ κμνω τὸ λινριν,
κμνω ὑποκαμισβρακα, στιβζω τὸ βαμβκιν,
ἔχεις με προσμονριον ὁμοῦ καὶ ἐκκλησιρχην,
καὶ κανονρχην σὺν αὐτοῖς, καὶ χωρικὸν νοτρην,
καὶ σὺ καθζεσαι ὡς πωλὶν χασμνον εἰς τὸ βρῶμα,
καὶ καθ’ ἡμραν προσδοκᾷς τ νὰ σὲ παραβλλω.
Τὸ τ σὲ θλω ἐξαπορῶ, τὸ τ σὲ χρῄζω οὐκ οἶδα,
ἂν οὐκ ἐθρρεις κολυμβᾶν, κολυμβητὴς μὴ ἐγνου,
ἀλλ’ ἂς ἐκθου σιγηρὸς καὶ ὰπομεριμνημνος,
καὶ ἂς ἔκνηθες τὴν λπραν σου, καὶ ἂς ἤφινες ἐμναν.
Εἰ δὲ κομπσειν ἤθελες καὶ λβειν καὶ πλανσειν,
ἂς ἔλαβες ὁμοαν σου, καπλου θυγατραν,
κουτσοπαρδλαν τποτε γυμνν, ἠπορημνην,
ἢ χορταρναν τρφυλλον ἀπὸ τὰ μανινα.
Καὶ τ με παρωδγησας τὴν ἀπωρφανισμνην
μὲ τὰ συχνογυρσματα καὶ μὲ τὰς κομπωσας,
καὶ μὲ τοὺς ὀψικτορας καὶ τὸ πολὺν ὀψκιν;“
Εν επιτμω τοιγαρον, δσποτα, δσποτ μου,
εκ των πολλν ο δολος σου τιν παρεστησμην.
Ει γαρ ηθλησ ποτε τα πντα σοι συγγρψαι,
ηρων αν κατλογον λλον συνεγραψμην,
αλλ’ τι τα λεγμενα αρκοσι φιλαλθως
και πρδηλα τυγχνουσι και πεφανερωμνα,
και κν αλθειαν χωσι και πιθανολογας,
ψευδ τα πντα, δσποτα, και λρον ονομζω,
και μθον τα λεγμενα καλ και φληναφας,
χουσι γαρ τιν ρητ πικρας πεπλησμνα.
Η δε τς αποκρσεις μου μη καταδεχομνη,
στκει, τριχομαδζεται, δρει τα μγουλ της,
συνγει τα παιδα της, απαρει και την ρκαν,
εμβανει ‘ς το κουβοκλιν της, κλεει σφικτν την θραν,
μουλλνεται και κρπτεται, εμ δ’ αφνει ξω,
ως το εποκεν προ πολλο, δσποτα στεφηφρε,
ταν εστρφην σβουρος απ’ δε παρ’ ελπδα,
ηνκα γαρ εισβηκα την θραν καβαλλρις,
ως εδεν τι επζευσα, κι ανβηκα κι εκτζα
δχα θορβου και βος, χωρς οχλαγωγας,
μ τινας επαγμενος, μαχμους στρατιτας,
μ προπομπος, μηδ’ οπαδος ραβδοχους, σκηπτροφρους,
μ χρυσοφρων οπλιτν μαχμων συνεργαν,
μηδ πεζν επιδρομν σφενδονητν αγορων,
μικρολαλεν απρξατο και συχνομουρμουρζειν.
Εγ δ’ ως μην νηστικς απ το φιλοπτιν,
μη κρψω την αιταν μου κι χω πολλκις κρμα,
ωσν εμελαγχλησα κι ηγριολλησ την,
και πλιν τα συνθη μοι συμφνως επεφνει:
«Το τι θαρρες; Το τις εισαι; Το βλπε τνα δρεις,
ποαν υβρζεις πρσεχε και ποαν ατιμζεις.
Οκ εμαι σθλαβοπολα σου, ουδ μισθρνισσ σου.
Πς πλωσας επνω μου; Το πς ουκ ενετρπης;
Τα βρσιμα εκρωσας και τα ποτ ωσατως,
τα πντα εξεστργγισας, και ποικς μ’ ερμην.
Αν δωσι τα μτια μου ποτ τους αδελφος μου,
κι ου πισουν κι αψιδσουν σε και δεξουν και τελσουν,
και δσω σου ‘ς τον τρχηλον τα τσσαρα παιδα,
και βλω ‘ς την καρδαν μου τα γνιμ μου κρδη,
κι εκβλω σ’ εκ το σπτιν μου μετ πομπς μεγλης,
να ποσω και το πρσωπον και την υπληψν σου,
να ποσω την κουροπαν σου αυτν την μαδισμνην!»
Τοτους τους λγους τοιγαρον ατμως μοι λαλοσα,
εχον βουλν, ω δσποτα, να την περιρραπσω,
πλην ουν σκοπσας εαυτν, επον εις νουν τοιδε:
«Δια την ψυχν σου, Πρδρομε, καθζου σγηρς σου,
σα καν λγει βσταζε και φρε τα γενναως,
αν πλξης γρ και δσης την πολλκις και πονση,
ως εσαι γρων και κονδς κι ως αν αδυνατζεις,
σως ναπλση επνω σου και να σε σρη εμπρς της,
κι αν τχη κι αποδερη σε να σε ξεσφονδυλση.
Πισε ραβδν, βλε φωνν, ρψον το καμελαχιν
‘πλυσον πτραν κατ’ αυτς, πλην βλπε μη την δσης,
και πδησον, κατδραμε τχα να την κρατσης,
ως επιτρχεις, σκνταψον, κατβα, δος αθρως,
καταπεσν ανστηθι, πλιν καττρεχ την,
τους οφθαλμος αγρωσον, δεξον λοξν το βλμμα,
το καμελαχιν στρβωσον, βρξον καθπερ λων».
Ως δ’ οδ ρβδον εφευρεν ο τλας ηδυνθην,
απαρω το σκουπρραβδον γοργν απ την χρεαν,
παρακαλν, ευχμενος και δυσωπν και λγων:
«Πανχραντ μου, κρτει την, εμπδιζε, Χριστ μου,
μη παξει κοντογρισμα και πρη το ραβδν μου
και δση και ποιση με στραβν παρ διαβλου».
Ως δη αυτ, θεπεπτε, προ των λοιπν απντων
και το ψωμν εκλεδωσε και το κρασν εντμα,
φεγει, λανθνει, κρπτεται, και κλεσασα την θραν
εκθισεν αμριμνος κι εμ αφκεν ξω.
Κρατν δε το σκουπρραβδον την θραν απηρξμην
ως ‘ξηγανκτησα λοιπν κροων σφοδρς την θραν,
ευρν οπν εσβασα τ’ κρον του σκουπορρβδου,
εκενη δε πηδσασα και τοτου δραξαμνη
εταριζεν απσωθεν, εγ δε πλιν ξω,
ως δ’ γνω τι δναμαι και στερε την σρω,
χαυνζει το σκουπρραβδον, την θραν παρανογει,
και παρ’ ελπδα κατ γς καταπεσν ηπλθην.
Ως δ’ εδεν τι πεσον, ρξατο του γελν με,
εκβανει και σηκνει με γοργν απ του πτου,
και τχα κολακεουσα τοιατα προσεφνει:
«Εντρπου, κρι, να σωθς, εντρπου καν ολγον,
ουκ εσαι χωρικοτζικον, ουδ μικρν νιντζιν;
Κατλειψον την δναμιν, την περισσν ανδρεαν,
και φρνει καλοκαριν εν’, τμα τους κρεττονς σου,
και μη παλληκαρεεσαι, μηδ λαζοφαρδεης».
Εν επιτμω τοιγαρον τατα μοι προσειποσα,
πλιν εισλθεν νδοθεν, εκλεδωσεν, εκτζεν.
Εγ δ’ απρας παρευθς τρχω προς το κουβοκλιν
και ππτω εις την κλνην μου, το γεμα περιμνων.
Παραπεινν αρξμενος ανλθον εκ της κλνης,
και προς τα’ αρμριν επελθν ευρσκω κλειδωμνον.
Στραφες ουν πλιν πεσον επνω επ την κλνην,
συχν περιστρεφμενος και βλπων προς την θραν.
του γον ηλου προς δυσμς μλλοντος δη κλναι,
βο της φνω γνεται και ταραχ μεγλη,
εν και γαρ εκ των παδων μου πεσεν εκ του ψους,
και κροσαν κτω κειτο σπερ νεκρν, αυτκα
συνχθησαν αι γετονες ως προς παρηγοραν,
αι μανδραγοραι μλιστα και πρωτοκουρκουσοραι,
και ττ’ ας εδες θρυβον και ταραχν μεγλην.
Ασχολουμνων τοιγαρον των γυναικν και πντων
των συνελθντων επ’ αυτ, ως φθσας επον νω,
του βρφους τω συμπτματι και του παιδς τω πθει,
κρυπτς απρα το κλειδν, κι νοιξα το αρμριν
φαγν ευθς καγ θρηνν συν τοις ετροις.
Του πθους καταπασαντος, του βρφους δ’ αναστντος,
απεχαιρτηθαν ευθς οι συνδεδραμηκτες,
παραλαβοσα δ’ η γυν τους τατης παδας πντας,
εισλθεν νδον συν αυτος και πλιν υπεκρβη.
Εγ δε μνος κοιμηθες δχα παραμυθας,
χωρς δεπνου και σκοτειν και παραπονεμνα,
ηγρθην ταχυντερον, λθον επ την κλνην,
και δη πισας τη χειρ την θραν της εισδου,
και τ, κυρ μου, προσειπν, και τ, καλ σου ημρα
και τ, ψυχ, ουκ ανογεις μοι, καρδι, ου θεωρες με,
και στεναγμν απ ψυχς εκπμψας χρι τρτου.
Οι παδες εσυνχθησαν, εκθισαν να φγουν,
και το τραπζιν στησαν με την εξπλισν του.
Ως δ’ εδε τατ’ ο δολος σου, χαρς πολλς επλσθην,
ελπζων να με κρξουσιν, να κτζωμεν, να φμεν.
Ως δε παρδραμε καιρς και τποτ’ ουκ εφνη,
ευθς ανακαθζομαι μετ σπουδς μεγλης,
κι ευρσκω το σκλαβνικον και βλλω το επνω,
και της Τομπρτζας το μανδν, επνω τ’ ετυλχθην
και βλλω και σκαρνικον επνω καμελαχιν,
μακρν καλμιν ρπασα, κιν προς το κουβοκλιν,
και σφαλισμνον τ’ ερηκα, κι απξωθεν ιστμην,
ηρξμην κρζειν συνεχς τ «δμνε κυριδτον»
τ «σμνε», και τ «ντμβρε», και τ «στειροπορτω»***.
Ἔδραμον οὖν οἱ παῖδες μου μηδὲν μεμαθηκτες,
ἀπῆραν ξλα παρευθὺς καὶ ῥβδους τε καὶ λθους,
τὴν σκλαν μὲ ἐκατβασαν μετὰ πολλοῦ τοῦ τχους.
Ἡ μννα των γνωρσασα ἐφνησε τοὺς παῖδας:
«Ἀφῆτε τον, πτωχς ἐνι, καρνος, πελεγρνος.»
Καὶ ὡς τὸ ἤκουσεν ὁ δοῦλος σου χαρᾶς πολλῆς ἐπλσθην,
ὅτι ἡ κοιλι μου ηὐκαρησεν ἀπὸ τὴν ἀφαγαν.
Ἡμερωθντων τοιγαροῦν τῶν παδων παραυτκα,
ἀνβηκα τὴν σκλαν μου τῇ τοτων ὁδηγᾳ
καὶ εὐθὺς πηδσας καὶ εἰσελθὼν καὶ προτραπεὶς εκτζα,
τὸ πτε νὰ μὲ κρξωσι νὰ φγω προσεδκουν,
καὶ μλις εἶδον πνακα ζωμὸν ἔχοντα πλεῖστον,
καὶ ὀλγον ἀπὸ τὸ παστὸν καὶ θρμματα μεγλα,
καὶ δρξας εἰς τὰς χεῖρας μου ηὔφρανε ἡ καρδι μου,
ζωμὸν ἰδὼν τὸν περισσὸν καὶ τὰ χοντρὰ κομμτια.
Τοιαῦτα ππονθα δειν, κρατρχα στεφηφρε,
παρὰ μαχμου γυναικὸς καὶ τρισαλιτηρας,
ὡς εἶδε με κεντατα ἐλθντα πρὸς τὸν οἶκον.
Ἂν οὖν μὴ φθσῃ με τὸ σὸν φιλεσπλαγχνον, αὐτναξ,
καὶ δροις καὶ χαρσμασι τὴν ἄπληστον ἐμπλσῃς,
τρμω, πτοοῦμαι, δδοικα μὴ φονευθῶ πρὸ ὥρας,
καὶ χσῃς σου τὸν Πρδρομον, τὸν κλλιστον εὐχτην.

Λξεις γνωστες κι ννοιες και φρσεις:

  * "μὴ κερατᾶν τὸ φανερν, μὴ ταντανοτραγτην,
μὴ νσημα καρδιακν, μὴ περιφλεγμοναν,
μὴ σκορδαψν, μηδ’ ὕδερον, μὴ παραπνευμοναν,"

λο αυτ σημανει πως δεν μπορες να σκεφτες ρχοντ μου κτι χειρτερο απ μα γυνακα εριστικ κι επιδξια, και του παραθτει κατ σειρν τα δειν:

"Μτε να βγλεις κρατα, μτε να τουμπανισεις
μτε να πθεις καρδικ, μτε τη πνευμονα
μτε καορα, διρροια, οδ' περιπνευμονα".

... απλ αρκε να χεις ττοια γυνακα σντροφο! 

 ** πιττακσωσιν = να με γρψουνε στα μαρα κατστιχα και στα καλ καθομενα (λη η φρση)
 πιττκια = οι λστες, τα πινκια...

*** «Με το δμνε κυριδτον, με το σμνε, το ντμβρε, το στειροπορτω» = εναι εκφρσεις πως εμες θα λγαμε «με τα χλια παρακλια ζητιανεω στο νομα του θεο κλπ» παρακλια επαιτν συνθη "με το σας και με το σεις", "χλια καλ νχετε" κλπ.

προσοσω = προσφρω
προσενγκω = προσφρω
κοδιμντα = αρτματα, μεζεδκια
τοιγαρον = ως εκ τοτου, λοιπν, επομνως
ταντανοτραγτη = τουμπνιασμα,
σκορδαψν = καλα, καορα
δερον = διρροια, ευκολια
μαχμος = εριστικς
ευτραπελα = ευκινησα, επιτηδειτης
πελεγρνος = προικος, ξνος, παρας, φτωχς προσκυνητς, μτφ ζητινος
σκλαβνικον = ροχο σχισμνο παλι, ροχο ζητινου
καρνος = φτωχς, ζητινος (απ κει βγανει κι η καραντνα)
σκαρνικον = κλυμμα κεφαλς, τυλιχτ σαν τουρμπνι, μπορε και πολυτελς με λοφο, σε παραφθορ το κρνος

                                                Ποημα 2ον

                                     Εισαγωγ-Σχλιο-Μελτη

      Το 2ο ποημα (ο φτωχς πατρας): «…εἰς τὸν Σεβαστοκρτορα»

     Το 2ο ποημα εναι το συντομτερο απ τα 4. Ακολουθε στον διο κδικα μ’ νδειξη «Τοῦ αὐτοῦ εἰς τὸν Σεβαστοκρτορα». Σ’ ναν λλο κδικα του 14ου αι., απ το πατριαρχεο Ιεροσολμων (Hieros. Sabait. 415), το ποημα σζεται με ττλο «τοῦ αὐτοῦ ὅμοιοι» κι ακολουθε μετ το 4ο ποημα για τη μοναστικ ζω που χει ττλο «Στχοι τοῦ γραμματικοῦ κυροῦ Θεοδρου τοῦ Πτωχοπροδρμου». Σ’ αυτ «ὁ πνης, ὁ παντπορος, ὁ περιστατημνος» συγγραφας επιχειρε μσα σε 117 στχους να ευφρνει τον δεσπτη του, τον σεβαστοκρτορα, με «πολιτικὰ μετρισματα καὶ πολιτογραφας» αποβλπει στην ευεργεσα του, για να σωθε απ την σχατη νδεια στην οποα χει βρεθε.
     Ο ποιητς σημεινει χαρακτηριστικ τι τ’ νομ του, το «πτωχοπροδρομτο», δεν πρπει να πλαν τον δεσπτη. Παρτι λγεται Πρδρομος δεν τρφεται με χρτα κι ακρδες, αλλ του αρσουν νστιμα εδσματα, πως «λιπαρὸν προβατικὸν ἀπὸ τὸ μεσονφριν». Αλλ χει να προσφρει στους οικεους που λιμοκτονον μνο τη φτχεια τους, με αποτλεσμα κενοι τρνε τα ροχα τους και μετ βλπουν αστρια, πρασινμορφους τροχος «καὶ ὁμοιζουν, τὸ χειρτερον, ὅτι εἶναι μεθυσμνοι, καὶ μαγειωμνοι καὶ σαλοὶ καὶ παραβροντισμνοι».
     Το σντομο αυτ ποημα αποτελεται απ 117 στχους, σζεται σε 2 χειργραφα του 14ου αινα (G και H) και προσφωνε κποιον «Σεβαστοκρτορα» (ττλος για τους πιο στενος συγγενες του αυτοκρτορα επ της δυναστεας των Κομνηνν) εκ μρους «του αυτο». Το χειργραφο H χει, σε σγκριση με το G, 70 στχους παραπνω, εν του λεπουν 16 στχοι.
     ταν, ωστσο, οι 2 εκδοχς χουν κοινος στχους, το κεμενο του G εναι σαφς καλτερο απ εκενο του H. Η δομ του ποιματος ακολουθε ακριβς το πρτυπο του πρτου: ταπειν προσφνηση στον αυθντη, απαρθμηση των αναγκν του σπιτιο και τελικ παρκληση για οικονομικ ενσχυση, στε να μη στερηθε ο Σεβαστοκρτωρ τους καθημερινος του επανους απ τον ποιητ. Το φος του ποιματος, μως, εναι πολ διαφορετικ απ του πρτου. Εδ νας μζερος παραπονιρης ζητ οικονομικ ενσχυση, παρουσιζοντας τις καθημερινς ανγκες της πολυμελος οικογνεις του. Ο κατλογος των αντικειμνων ενς βυζαντινο νοικοκυριο χει προπαντς γλωσσικ και πραγματολογικ ενδιαφρον, εντοτοις ολκληρο το ποημα περιορζεται στη συσσωρευτικ απαρθμηση αυτν των αναγκν (Eideneier 1991, 6-7).

     Ο ταλαπωρος ποιητς προσπαθε με τα λγια του να ευφρνει τον δεσπτη του αποβλποντας στην ευεργεσα του, για να σωθε απ την σχατη νδεια στην οποα χει βρεθε. Ξεκιν το ποημα, παρουσιζοντας την πολυμελ οικογνει του με τις καθημερινς της ανγκες και γνοιες.

Αυθντα μου πανσβαστε, δξα και καχημ μου,
ο πνης, ο παντπορος, ο περιστατημνος,
ο πντοθεν κυκλομενος μυραις δυστυχαις,
και περιστατιζμενος κακος αναριθμτοις,
θλω ειπεν τα εμαυτο προς τον εμν δεσπτην,
κι αν ‘νι αυθντης οος συ κι ο λγων οος γγε,
να κθηται, να ψηλαφ, να λγη και να γρφη
πολιτικ μετρισματα και πολιτογραφας,
και λαρυγγσματα πολλ και λξεις επικρτους,
και να κατγη εαυτν εις την πεζολεξαν.
Εκενα γρφω και λαλ σα κινον προς οκτον,
σα κινον προς λεον και προς φιλανθρωπαν,
ο γρφων γαρ σπαταλικ και λγων σερφετας,
φανετ’ τι ‘νι απλψυχος και ποιε τ’ απ σπατλης.
Εγ δεν υπεξκλινα μικρν εκ της ευθεας
αντ' οδυρμο και κωχυτο και θρνους και δακρων,
ρματα γρφω χαρμονς, ρματα ευφροσνης,
και ο ποι τ’ απ χαρς, οδ’ εξ απλοψυχας,
αλλ μα την ενοσαν μοι πολλν στενοχωραν,
μα την εξανεπλπιστον πολλν πεζοποραν,
βαβα την προς παλτιον μχρι της εκκλησας,
ως χει οτως να το ‘πω, οτως να το προσθσω,
τι, μα την αγπη σου και μα την κεφαλ σου,
χω ψυχν πολπονον, πολθλιβον καρδαν,
ομμτια πολυστνακτα και σπλχνα φλογισμνα,
και γοργουρον κατξηρον εκ την ξηροφαγαν.
Τα καθ' ημν λεγμενα πντα επικουρσω.
Αν δ ρξωμαι στομοκρατεν και πλι λαρυγγσειν,
ως λρα λογισθσομαι και πλρης φληναφας.
Πρσεχε, μνον πρσεχε, πρσεχε μη με θψης!
Αλθεια δδεις με πολλ, πλην αν τα συμψηφσω,
τετρμηνον ο σζουν με, ψυχοκρατον ουδλως,
μεδμνους στου δδεκα ψυχρος κι ασβολωμνους,
πντως αν το μυρζωνται, μλις να τους αρκση.
Χωρς των δεδομνων μοι τοτων των τυπωμτων
οὐ θλουν ξλα κασιμον, οὐ θλουν καρβουντσια,
οὐ θλομεν ὀσπριοτσικον, οὐ θλομεν τυρτσιν,
οὐ θλ’ ὀψνιν περισσὸν ἅπαξ τὴν ἑβδομδα;
Οὐ θλω ἐγὼ ὑποδματα, οὐ θλω καὶ καλκια,
οὐ θλω σφικτοσφκτουρον, νὰ τὸ φορῶ εἰς τὴν ψῦξιν,
οὐ θλουν τὰ παιδτσια μου χειμωνικὰς γουντσας,
οὐ θλει καὶ ἡ γυναῖκα μου μανδὶν τὴν Πασχαλαν,
καὶ κοντοσφκτουρον παχν, τὴν νκτα διὰ τὸ ξῦχος,
ῥαψματα, ῥαψματα, πετσματα, πετσα,
ἀλεστικ, φουρνιτικα, βαλανικ, σαπονια,
τριψδια γρ, πιπρια, κμινον, καρναβδιν,
σελινοπρασορπανα καὶ ἀνηθοκουδιμντα,
σπανκιν, χρυσολχανον, γογγλια, βαζιζνια,
τρυγοκρμβιν ἐκ τὸ γουλὶν καὶ ἀπὸ τὸ ξυλοκρμβιν,
μλιν, ὀξεδιν, σσγουδον, ἅλας, ἀμανιτριν,
ἀγιθρουμβον εἰς τὰ παστ, βλησκονιν εἰς τὴν γροῦταν;
Οὐ χρῄζω γὰρ ὀψρωγας, οὐ θλω ἄλλην σχναν,
οὐ θλει καὶ ἡ ἐκκλησα μου τὰ πρὸς φωταγωγαν,
οὐ θλει ῥγαν ὁ παπᾶς ὁ ψλλων εἰς τὸ ὁσπτιν,
οὐ θλομεν ἀνδρτουβον, οὐ θλομεν καντλαν,
οὐ θλει ἐλδιν καὶ κερν, καὶ προσφορὰ καὶ νᾶμαν,
οὐ θλει καὶ καπνσματα, μσχους τε καὶ κονττους,
οὐ θλει γὰρ καὶ κλλυβα τῶν προτελευτησντων,
ἀμγδαλα, ῥοδια, πιστκια καὶ καρδια,
καὶ καρναβδιν καὶ φλακὶν καὶ στραμαλοσταπδια,
οὐ θλει καὶ ἄλλα πλεονα τῶν ἀπαριθμημνων;
Καὶ ἂς ἀφῶ τὰ παχτερα καὶ ἂς ἔλθω ἐπὶ τὴν λφτην,
εἰς τὰ τσουκαλολγηνα καὶ εἰς τὴν χουρδουβελαν,
εἰς τὰ σκουτελοπνακα, καὶ εἰς τὴν ὑπηρεσαν ∙
τὸ δὸς ἐδῶ, τὸ δὸς ἐκεῖ, τὸ δὸς εἰς κουκουμριν,
τὸ δὸς τὴν περιχτριαν, τὸ δὸς τὸν περεχτην,
τὸ δὸς εἰς κσκινον ψιλν, τὸ δὸς εἰς τὸ γαρβλιν,
εἰς κουταλστριαν καὶ εἰς βρουτσὶν καὶ εἰς λιπαρὸν ἐλδιν
τὸ λλησε τὸν σικυαστν, ἂς φθσῃ ὁ φλεβοτμος,
ἐδῶ διαβανει ὁ μιλιαρᾶς καὶ καταπασ τον,
ὁ γψος πτσεις ἀπολεῖ, κρξε τὸν γυψοπλστην,
αἱ θραι ἀπεδρτησαν, ἂς ἔλθῃ ὁ ἀσκοθυριρης,
καὶ τὸ βικὶν ἐχσαμεν, ἐκλστη τὸ ποτριν˙
κρι, τὸ πηγαδσχοινον ἐκπη καὶ ἂς τὸ ἀλλξουν,
νερὸν ὁ κδος οὐ κρατεῖ, δὸς νὰ ἀγορσουν ἄλλον,
καὶ τὸ σκαφδιν ἔπεσε καὶ ἐγνετο εἰς δο,
καὶ δὸς ἵνα τὸ δσουσι καὶ πλιν νὰ δουλεῃ∙
ἐτραυματισε τὸ παιδν, γοργὸν ἂς ἀγορσουν
κηκδιν, λυσσομμμουδον, ὄξος ἀγριοσταπδας,
ἐλδιν, χαμαιμλαιον, τρκτον, κερὶν καὶ ἀσβστην,
καὶ ἂς ποισουν τραυματλειμμα, πρὶν λυκοκαυκαλιση.
Ἤκουσας, πντως ἤκουσας τὴν ἔξοδον τὴν ἔχω∙
ἐδρε, μξον ὁμαδὸν ἅπαντα τὰ λαμβνω,
τὴν ῥγαν, τὸ μηναῖον μου καὶ τὰς φιλοτιμις μου,
τὰ ἐστυπα, τὰ ἐξτυπα, τὰ ἀπδω καὶ τὰ ἀπκει,
καὶ ττε λογαρισε με καλῶς καὶ εἰς τὰ μὲ δδεις,
καὶ ἂν μ’ εὕρῃς χρμενον κακῶς εἰς ταῦτα τὰ μὲ δδεις,
ττε καὶ κατονεδιζε, ττε κατκρινν μοι
ὥσπερ ἐλευθερψυχον καὶ σπαταλοκρομμδην.
Eι δ’ οτως κατακρνεις με δχα τινς αιτας,
απ οχλσεως τινν ανθρπων χαιρεκκων,
νι και κρμα και κακν, εικζω κι αμαρτνεις.
Τατα δε πντα χρζουσι κατ’ τος εις το σπτι
και πλοσιοι και πνητες, και δολοι και δεσπται,
και μοναχο και κοσμικο, και γροντες και νοι,
κατ το μτρον καστος και την ιδαν τχνην.
Οι ον λαβντες εξ αρχς ως πατρικν των κλρον
των πντων την ευπθειαν και την ευημεραν,
χουσι πρους πντοθεν αφθνως και πλουσως
δωροφορε και γαρ η γη, η θλασσα δε πλεω
την αφθοναν των καλν και χορηγαν πντων.
Οι κατεμ δε πνητες, οι λιμαγχονημνοι,
κλρον ως λλον πατρικν χοντες την πεναν,
εξδους χοντες πολλς, εισδους δε ολγας,
ταν εξαπορσωσι και δσουσι και λβουν,
στρφονται προς τα ροχα τους, φεσαι, Χριστ μου ττε!
και δδουν τα και τργουν τα, Χριστ της ανοχς σου!
κι αφτου τα χωνεουσιν, ως χρυσοχοι τεχνται,
και αμμοπλνουν τα καλ, σπερ οι αμμοπλται,
αν περπατον, νυστζουσιν, αν κθηνται, κοιμνται,
ιστμενοι σκελζονται, τραλζονται καθ’ ραν,
εκε κι αστρας βλπουσι τροχος πρασινομρφους,
κι ομοιζουν το χειρτερον τι εναι μεθυσμνοι
και μαγειωμνοι και σαλο και παραβροντισμνοι.
Τω πθει τονυν συσχεθες καγ τω της ενδεας,
πασαν την ουσαν μου κατφαγον ο τλας,
κι αν τχη ως υπαγανομεν, αν ου κρατση ευδα,
αν ουκ ανοξης θραν μοι πθεν της ευσπλαχνας,
και γνομαιι ‘ξωχεμαστος, φοβομαι μη παρμπω,
και φγω και τ’ ακνητα, κι δε θαντου χερον.
Μη σε πλαν, πανσβαστε, το Πτωχοπροδρομτον,
και προσδοκς να τρφωμαι βοτνας ορειτρφους,
ακρδας ου σιτεομαι, ουδ’ αγαπ βοτνας,
αλλ μονκυθρον παχν και παστομαγειραν,
να χη θρμματα πολλ, να ναι φουσκωμνα,
και λιπαρν προβατικν απ το μεσονφριν.
Ανλικον μη με κρατς, μη προσδοκς δε πλιν
τι αν με δσης τποτε να το κακοδικσω,
μως εκ της εξδου μου και συ να καταλβης
το πς οικοκυρεω μου την πασαν οικαν.
Λοιπν η σ προμθεια συντμως μοι φθαστω,
πριν φγω και τ’ ακνητα και πσω κι αποθνω,
και λβης και τα κρματα και πλημμελματ μου,
και των επανων στερηθς ν εχες καθ’ εκστην,
αλλ' λες σοι γνοιτο Χριστς μοι, σεβαστ μου,
και δοη σοι την αμοιβν των εις εμ χαρτων
πλοσιαν και αινιον, ως οδεν, ως γινσκει!

                                                  Ποημα 3ον

                                         Περληψη-Σχλιο-Μελτη

   Το 3ο ποημα (ο λγιος): «…πρὸς τὸν βασιλα κὺρ Μανουὴλ τὸν Κομνηνν» - η πενα ενς λογου.

     Το ποημα εναι η περφημη στιρα της πενας ενς λογου. Παρουσιζεται ως 3ο στη σειρ απ τον Eideneier (1991 και 2012). Το κεμενο αποτελεται απ 292 στχους κι χει διασωθε σε 7 χειργραφα του 14ου αι. (Paris.gr. Suppl. 1034, Paris.gr. 396, Monac.gr. 525), του 15ου (Paris.Coislin 382, Paris.gr. 1310, Constantionop. Serail 35) και του 16ου αι (Adrianop.1237 = Athen. Museum Benaki 44) κι εναι το πιο γνωστ και δημοφιλς απ τα Πτωχοπροδρομικ. Στο πρωιμτερο σωζμενο κεμενο, Paris.gr.Suppl.1034 του 1364, τιτλοφορεται: «Στχοι Θεοδρου τοῦ Πτωχοπροδρμου πρὸς τὸν βασιλα κὺρΜανουὴλ τὸν Κομνηνν», (Of Ptochoprodromos to the emperor lord Manuel Komnenos, the Purple-born) δηλαδ πρκειται για ποημα αφιερωμνο στον Μανουλ Α’ Κομνην (1143-1180).
     Ο ποιητς-αφηγητς εμφανζεται σαν νας φτωχς λγιος, που θυμται τα νιτα του, ταν ο πατρας του τον συμβολευε να σπουδσει για να προκψει, «Ἀπὸ μικροῦ μὲ ἔλεγεν ὁ γρων ὁ πατρ μου,/ τκνον μου, μθε γρμματα, καὶ ὡσὰν ἐσναν ἔχει». Παραδχεται πως τα γρμματα δεν τον βοθησαν να πλουτσει και τρα που συγκρνει τη φτχεια και τη πενα του με τη χορττη ζω που κνουν οι γετονς του, οι χειρνακτες τεχντες κι λλοι μεροκαματιρηδες, τα αναθεματζει δηλνοντας: «ὑβρζω τὰ γραμματικ, λγω μετὰ δακρων/ ἀνθεμαν τὰ γρμματα, Χριστ, καὶ ὁποὺ τὰ θλει» (Λεντρη 2007, 1896).
     Η κατσταση που περιγρφεται εναι οδυνηρ, που και να ψξει ο ποιητς να βρει «ψωμὶν νὰ φγει», και στις τσσερις γωνες του κελιο του, βρσκει παντο «κεμενα πολλὰ πολλὰ χαρτα». Αναρωτιται μλιστα σε καθημεριν γλσσα πσα ποηματα πια πρπει να γρψει «πσους νὰ πλξω στχους,/ πσα νὰ γρψω καὶ νὰ εἰπῶ, πσα νὰ λαρυγγσω» για να βρει θεραπεα για τη πενα του (Χατζηφτης 1980, 21).
      Προς το τλος συμπερανει τι βρσκεται δη στις τρεις κολσεις της ασιτας του κρου και του σκοταδιο. Στις 18 στροφς τις τελευταες, κλενοντας ο ποιητς, απευθνεται στον αυτοκρτορα και ζητ την υλικ συνδρομ του, τον «κομνηνοβλστητον ἀπὸ πορφρας ῥδον» σε μα λγια αρχαζουσα γλσσα.

Ἀπὸ μικρθεν  μ’ ἔλεγεν ὁ γρων ὁ πατρ μου˙
"Παιδὶν μου, μθε γρμματα, καὶ ὡσὰν ἐσναν ἔχει.
Βλπεις τὸν δεῖνα , τκνον μου, πεζὸς περιεπτει,
καὶ τρα διπλοεντληνος καὶ παχυμουλαρᾶτος.
Αὐτς, ὅταν ἐμνθανε, ὑπδησιν οὐκ εἶχεν,
καὶ τρα, βλπεις τον, φορεῖ τὰ μακρυμτικ του.
Αὐτὸς, ὅταν ἐμνθανε, ποτ του οὐκ ἐκτενσθη,
καὶ τρα καλοκτνιστος καὶ καμαροτριχρης.
Αὐτς, ὅταν ἐμνθανε, λουτρθυραν οὐκ εἶδε,
καὶ τρα λουτρακζεται  τρτον  τὴν ἑβδομδα.
Αὐτς, ὁ κλπος  του ἔγεμε  φθεῖρας  ἀμυγδαλτας
καὶ τρα τὰ ὑπρπυρα γμει τὰ μανοηλᾶτα .
Καὶ πεσθητι  γεροντικοῖς καὶ πατρικοῖς μου λγοις,
καὶ μθε τὰ γραμματικ , καὶ ὡσὰν ἐσναν ἔχει".
Καὶ ἔμαθον τὰ γραμματικὰ μετὰ πολλοῦ τοῦ κπου.
Ἀφ’ οὗ  δὲ τχα γγονα γραμματικὸς  τεχντης,
ἐπιθυμῶ καὶ τὸ ψωμὶν καὶ τοῦ ψωμιοῦ τῆν μνναν ˙
ὑβρζω τὰ γραμματικ, λγω μετὰ δακρων˙
"Ἀνθεμαν τὰ γρμματα, Χριστ, καὶ ὁποῦ τὰ θλει!
ἀνθεμαν καὶ τὸν καιρὸν καὶ ἐκενην τὴν ἡμραν
καθ’ ἣν  μὲ παρεδκασιν εἰς τὸ διδασκαλεῖον,
πρὸς τὸ νὰ μθω γρμματα, τχα νὰ ζῶ ἀπ’ ἐκεῖνα!“
Ἐδρε  ττε ἂν μ’ ἔποικαν  τεχντην χρυσορρπτην ,
ἀπ’ αὐτοὺς ὁποῦ κμνουσι τὰ κλαπωτὰ καὶ ζῶσι
καὶ ἔμαθα τχνην κλαπωτὴν τὴν περιφρονημνην,
οὐ μὴ ἤνοιγα  τὸ ἀρμριν  μου καὶ ηὕρισκα ὅτι γμει
ψωμν, κρασὶν πληθυντικὸν  καὶ θυννομαγειραν
καὶ παλαμιδοκμματα καὶ τσρους καὶ σκουμπρα˙
παρ’ οὗ  ὅτι τρα ἀνογω το, βλπω τοὺς πτους ὅλους,
κουσας, πντως κουσας την ξοδον την χω
εδρε, μξον ομαδν παντα τ λαμβνω,
και βλπω χαρτοσκκουλα γεμτα τα χαρτα.
Ανογω την αρκλτζαν μου να ‘βρω ψωμν κομμτιν
κι ευρσκω χαρτοσκουλον λλον μικροτερτζιν.
Ανογω το περσκιν μου, γυρεγω το πουγγν μου,
δια στμενον το ψηλαφ κι αυτ γμει χαρτα.
Τὴν ῥγαν, τὸ μηναῖον μου καὶ τὰς φιλοτιμις μου,
τὰ ἐστυπα, τὰ ἐξτυπα, τὰ ἀπδω καὶ τὰ ἀπκει,
καὶ ττε λογαρισε με καλῶς καὶ εἰς τὰ μὲ δδεις,
καὶ ἂν μ’ εὕρῃς χρμενον κακῶς εἰς ταῦτα τὰ μὲ δδεις,
ττε καὶ κατονεδιζε, ττε κατκρινν μοι
ὥσπερ ἐλευθερψυχον καὶ σπαταλοκρομμδην.
Αφο δε τας γωνας μου τας λας ψηλαφσω,
σταμαι ττε κατηφς κι απομεριμνημνος,
λειποθυμ κι ολιγωρ εκ της πολλς μου πενας
κι απ την πεναν την πολλν και την στενοχωραν,
γραμμτων και γραμματικν τα κλαπωτ προκρνω.
Την κεφαλν σου, δσποτα, εις τοτο τ με λγεις;
Αν χω γετονα τιν κι χη παιδν αγριν,
να τον ‘π τι μθε το γραμματικ να ζση;
Αν ο τον επω μθε το τζαγγρην το παιδν σου,
παρακρουνιαροκφαλον πντες να μ’ ονομσουν.
Και κουσον την βιωτν τζαγγρου και να μθης
την βρσιν και ανπαυσιν την χει καθ' εκστην.
Γετοναν χω πετζωτν, ψευδοτζαγγριν τχα
πλην νι καλοψωνιστς, νι και χαροκπος,
ταν γαρ δη την αυγν περιχαρασσομνην,
ευθς: "Ας βρση το θερμν", λγει προς το παιδν του,
"και να, παιδν μου, στμενον εις τα χορδοκοιλτζα,
αγρασε και βλχικον σταμεναρεν τυρτζιν
και δος με να προγεσωμαι και ττε να πετζνω".
Αφο δε κλσει το τυρν και τα χορδοκοιλτζα,
καν τσσαρα τον δδωσι γεμτα 'ς το μουυχροτιν
και πνει τα και ρεγεται. Κερνον τν λλον να.
ταν δε πλιν, δσποτα, γεματος ρα φθση,
ρπτει το καλαπδιν του, ρπτει και το σανδιν
και το σουγλν και το σφετλν και τα σφηκματ του
και λγει την γυνακαν του: "Κυρ, καθς τραπζιν
και πρτον μσον τ' εκζεστν, δετερον το κραστον
και τρτον το μονκυθρον, πλην βλπε να μη βρζη!"
Aφο δε παραθσουσι και νψεται και κτζει,
ανθεμ με, βασιλε, ταν στραφ κι ιδ τον
το πως ανακομβνεται κατ της μαγειρας,
αν ου κινον τα σλια μου και τρχουν ως ποτμιν,
αυτς γαρ εμβουκκνεται, κλθει την μαγειραν
κι εγ υπγω κι ρχομαι, πδας μετρν των στχων.
Αυτς χορτανει το γλυκν εις το τρανν μουχροτιν
κο εγ ζητ τον αμβον, γυρεω τον σπονδεον,
γυρεω τον πυρρχιον και τα λοιπ τα μτρα,
αλλ τα μτρα πο οφελον το να με τκη η πενα;
δε τεχντης στιχιστς εκενος ο τζαγγρης!
Επε το "Κρι' ευλγησον" κι ρξατο ρουκανζειν.
Εγ δε, φευ της συμφορς! πσους να επω στχους,
πσους να γρψω κλλιστα, πσους να λαρυγγσω,
να τχω μου του λρυγγος της κρας θεραπεας;
ρμησα τχατε καγ το να γεν τζαγγρης,
μη να χορτσω το ψωμν το λγουν αφραττζιν,
αλλ το μεσοκθαρον το λγουυσι της μσης,
τ' επιθυμον γραμματικο και καλοστιχοπλκοι.
Και τες γυρεων ηρηκα και τρτερον οκπου,
κι δωκ το κι ηγρασα σουγλν απ τζαγγρην
κι ς σαν τα καλγια μου πλρης εξεσχισμνα,
πιασα τχατε μικρν να τα περισουφρσω
και κρου σουγλεν το χριν μου κι εδιβην απεκεθε
κι ως πρσμαν εκ του κροσματος γγονε τη χειρ μου,
ολκληρον εδιβασα μναν εις τον ξεννα.
Απ πτωχεις μου πλιν δε, δσποτα στεφηφρε,
κων ζηλεω πντοτε τους χειροτεχναρους.
Αν οδα γουν της ραπτικς, δοκ, την επιστμην,
μετ βελνιν ταρτερο και ρμματα σταμνου,
και ψαλιδπουλον μικρν, να 'μην οικοδεσπτης,
αν γαρ ουκ εγυρζετο ρψιμον εις τον κσμον,
οκποιας τες γειτνισσας ροχον να 'παρελθην,
και παρευθς να μ' κραξεν: "Δερο, τεχντα, δερο
να κντησον το ροχον μου κι παρ' το ρψιμν σου".


.....

Ἡμεῖς ψωμὶν οὐκ εἴχαμεν, καὶ τ ἄλλον γυρεεις;
ὅπου γὰρ λεπει τὸ ψωμὶν προσφὰν οὐκ ἐνθυμοῦνται
τοῦ προσφαγου ἡ μριμνα κι ἡ λεῖψις τοῦ ψωμου
τὰς ἐνθυμσεις τὰς πολλὰς πολλὰ τὰς περικπτουν.
Πεῖνα μου, πλιν πεῖνα μου, καὶ δετερον σὲ γρφω,
καὶ τρα μνον ἄφες με, ὅτι ψωμὶν οὐκ ἔχω,
παῦ’ ὡς νὰ πρω δανεικν˙ ποσῶς οὐκ ἡμερθη.
Εἰ τις ἂν ἔχει σμερον ψωμὶν καὶ λοκοτνιν,
ἐκεῖνος καὶ φιλσοφος, ῥτωρ καὶ καλλιγρφος.
Τ δὲ λοιπν, ἂν ἔμαθα τοῦ κσμου τὰ βιβλα,
καὶ τὸ ψωμὶν ἐπιθυμῶ, πτε νὰ τὸ χορτσω.
Καλὸς ἔν’ ὁ Λιβνιος, ἂν ἔχει καὶ χρυσφιν.
Τὸν Ὅμηρον μὲ δδασιν καὶ ψφουν ἐκ τὴν πεῖναν,
εἶπαν με˙ „μθε Ὀππιανν, πεῖναν οὐδὲν φοβεῖσαι.“
Ὡς ἔμαθα τὸν Ὀππιανν, τχα κι ἐγὼ καυχσθην ˙
„φεῦγε, πτωχειὰ στοὺς χωρικος, ὕπαγε εἰς ἀσφους ˙
ἐγὼ πλουσαν ἔμαθα τὴν τχνην τῶν γραμμτων,
Ὀππιανὸν ἐκτθησα, πεῖναν οὐδὲν φοβοῦμαι.“
Καὶ ἐκενη ὑπομουγκρζουσα μικρὸν μὲ ἐπεστρφην.
Ὡς ἐκατστησεν λοιπὸν τὸ μγουλν μου ἡ πεῖνα,
οὐδὲ λαπραν ὥμοιαζεν τὴν καταζαρωμνην.
Ἂν μ’ ἔλειπεν Ὀππιανὸς κι ἔπιανα φουρνητρης,
πολὺν καλὸν μ’ ἐξβαινεν καὶ διαφορωτερτσιν.
Ἂν ἤμουν παραζυμωτὴς ἢ ζυμωτὴς μαγκπου,
προφορνια νὰ χρταινα, νἆχα καλὴν ἡμραν.
Κππα μου, πλιν κππα μου, παλαιοχαρβαλωμνη,
κππα μου, ὅνταν σ’ ἔθεκεν ἡ Βλχα νὰ σὲ φνῃ,
πολλὰ δκρυα σὲ γμισεν καὶ στεναγμοὺς μεγλους.
Ἐσν’ ἔχω καὶ ππλωμαν, κππα, καὶ ἀπανωφριν,
ἐσναν καὶ ποκμισον, ἐσν καὶ ἐπιβαλτριν.
Καὶ τὴν λαμπρὴν τὴν κυριακὴν στὴν ἐκκλησιὰν ἂν πγω,
ὅλους χωρεῖ ἡ ἐκκλησιὰ καὶ μὲν οὐδὲν ἐχρει,
καὶ ἀπὸ τὸ σεῖσμαν τὸ πολὺν καὶ τὸ πολὺ τὸ διῶμαν,
ἐπαρνω, πγω, βασιλεῦ, στὸ σπτιν ὑπαγανω,
τὸ σπτιν, τὸ παλαισπιτον, τὸ καινουριοχαλασμνον.
Νυστζω, πφτω τχατε, τυλγομαι τὴν κππαν,
κοιμοῦμαι ὡς τὸ μεσνυκτον, καὶ ἄκου τ παθνω
ἐμπλκουνται μ’ οἱ ψεῖρες μου ἄνωθεν ἕως κτω,
καὶ βνω τὸ χερτσιν μου, συντρβω καὶ τσακζω,
ἐβγνω τ’ ὁλοκκκινον, νἆπες βαφαν ὁμοιζω.
Κππα μου, ὁποῦ δναται, κππα μου, ἂς σὲ ἀγορσῃ,
κππα μου, ἠγανκτησα, κππα, τὰς χριτς σου.
Ἀλλ’ ὦ κομνηνοβλστητον ἀπὸ πορφρας ῥδον,
βασιλευντων βασιλεῦ, καὶ τῶν ἀνκτων ἄναξ,
καὶ κρτος τὸ τρισκρτιστον μητρθεν καὶ πατρθεν,
εἱσκουσν μου τῆς φωνῆς καὶ τῆς δησες μου,
θραν ἐλους ἄνοιξον καὶ χεῖρα πρασχ με,
ἀνγουσαν ἐκ βθρου με, λκκου τοῦ τῆς πενας.
Σὺ γὰρ ἐλους οἰκτιρμῶν μετὰ θεὸν ἡ θρα,
σὺ μνος ὑπερασπιστὴς τῶν ἐν ἀνγκαις βου,
σὺ καὶ τὸ καταφγιον πντων τῶν χριστωνμων,
σὺ βασιλων βασιλεὺς καὶ πντων σὺ δεσπτης,
ῥῦσαι με τῆς στερσεως, ῥῦσαι με τῆς πενας,
τῶν δανειστῶν μου, βασιλεῦ, λῦσον τὰς ἀπαιτσεις,
οὐδὲ γὰρ φρειν δναμαι τὰς τοτων κατακρσεις.
Τοὺς τσσαρας προβλλομαι, θεστεπτε μεστας,
τοὺς μαρτυρσαντας στερρῶς ὑπὲρ Χριστοῦ τοῦ λγου,
Γεργιον, Δημτριον, Τρωνα, Στρατηλτην,
οἳ καὶ συνταξειδεσωσιν ἐν πᾶσι ταξειδοις
καὶ συνοδοιπορσουσιν τῇ σῇ θεοστεφᾳ.


                                                   Ποημα 4ον

                                           Περληψη-Σχλιο-Μελτη

     Το δημοφιλς και εκτενστερο –απ λα τα Πτωχοπροδρομικ– ποημα ΙΙΙ (αποτελεται απ 447 στχους) με ττλο στα μεταγενστερα χειργραφα Βιβλον δετερον κατ ηγουμνων τερον βιβλον δετερον περ μοναχν, σζεται σε επτ χειργραφα που προρχονται απ τον 14ο ς και τον 16ο αινα. Στο προομιο, σε λγια γλσσα, αυτοπαρουσιζεται νας «αγρμματος και νος ρακενδτης και μοναχς των ευτελν». Ο κακοπαθημνος αυτς καλγερος περιγρφει με κθε λεπτομρεια την θλια ζω του στο γνωστ μοναστρι «του Φιλοθου» της Κωνσταντινοπολης, που ζει υπ την εξουσα δο ηγουμνων. Οι επιμρους σκηνς και τα επεισδια που απαριθμε εναι γεμτες δραματικτητα και εκφραστικτητα (Eideneier 1991, 9-10).
     Σε τνο μεμψμοιρο ο μοναχς/ποιητς στρφεται εναντον του μοναχικο βου και των ηγουμνων, ζητντας απ τον αυτοκρτορα να στρψει το βλμμα του προς να ταπειν νεαρ μοναχ που αφηγεται αληθιν πργματα τα οποα προκαλον το παρπονο και την αγανκτησ του. Στη συνχεια, περιγρφει τον τεγκτο και αυστηρ -για τους λλους- ηγομενο που ενδιαφρεται μνο για την καλοπρασ του και κακομεταχειρζεται τον μοναχ/ποιητ, τιμωρντας τον αυστηρ για ασμαντες αιτες (Χατζηφτης 1980, 20). Το ποημα χαρακτηρζεται απ το μεικτ φος του και τα διαφορετικ εππεδα δημδους και λγιας γλσσας, καθς και απ τις υπερβολς του που το κνουν θησαυρ ευτρπελων στιγμιτυπων. Να σημειωθε τι το ποημα αυτ στις εκδσεις του Eideneier (1991 και 2012· βλ. περισστερα στην τελευταα παργραφο), εναι τταρτο και χι τρτο στη σειρ.
     Το 4ο ποημα εναι στιρα ζως σε βυζαντιν μοναστρι. Το κεμενο εναι σε 8 χειργραφα, ακραιο με παραλλαγς κι αποσπσματα, γεγονς που καταδεικνει την ευρεα απχησ του. Κι αυτ το ποημα αφιερνεται στον Μανουλ Α Κομνην. Στον Paris.gr.Sup.1034 του1364 χει ττλο: «Ἕτεροι στχοι Ἱλαρωνος μοναχοῦ τοῦ Πτωχοπροδρμου πρὸς τὸν εὐσεβστατον βασιλα κριον Μανουὴλ Πορφυρογννητον, τὸν Κομνηνν». Εδ η αναφορ στο νομα Ιλαρων μλλον εναι προν παρεξγησης στο συγκεκριμνο κδικα, καθς σε λλα χειργραφα δεν μαρτυρεται, αντιθτως γνεται μνεα απλς του Πρδρομου.
     Μσα σε 665 15σλλαβους στχους ο αφηγητς, νας νος μοναχς, «αγρμματος» και «ρακνδυτος», εξιστορε στον αυτοκρτορα πς χουν τα πργματα μες στο μοναστρι, τα δεινοπαθματ του και την απληστα των ηγουμνων του, πατρα & γιου, που κυβερνον παρνομα και καταχρηστικ σ' λη τη γρω περιοχ ἄρχουσι παρανμως / καὶ παρὰ τὴν διταξιν. Με σατιρικ τρπο περιγρφονται πολλν ειδν τιμωρες που επιβλλονται στον ταλαπωρο μοναχ νευ ουσιαστικο λγου. Τονζονται οι διακρσεις που επικρατον μεταξ ηγουμνων και μοναχν σε βιοτικ εππεδο «ἐκεῖνοι τὰ λαβρκια καὶ τοὺς τρανοὺς κεφλους, / ἡμεῖς δὲ τὸ βρομκαπνον ἐκεῖνο τὸ ἁγιοζομιν», αλλ και γενικτερα ἐκεῖνοι τὰ νομσματα συνγουσιν ἀπλστως,/ ἡμᾶς δὲ κατηχζουσιν περὶ φιλαργυρας. Με γλαφυρτητα σκιαγραφεται η πολυτλεια και τα προνμια που απολαμβνουν ἐκεῖνοι, εν τονζεται τι για ἡμᾶς εναι η ταλαιπωρα, η κακομεταχεριση κι η πενα. Καθς δεν χει σε ποιον να απευθυνθε ο μοναχς, στρφεται προς τον βασιλα ζητντας του μνο ψωμὶν… ὀλγον κομματτσιν.
     Στην αρχ η αποστροφ στον αποδκτη του ποιματος, στον διο τον Αυτοκρτορα, και την αυτοπαρουσαση του ποιητ, εναι νας μοναχς, που παρνει το θρρος ν' αναφρει με πολλ συστολ στον Αυτοκρτορ του τα σα χει δει και τον σκανδλισαν. Στους περισστερους στχους πλκεται να εγκμιο στον λοντα κρη και βασιλα και μσω παρομοισεων ο ποιητς παρουσιζεται ως μρμυξ, σε αντιδιαστολ με τους παλαιτερους φιλοσφους και ρτορες που μποροσαν με πλρη ελευθερα ν' αναφερθονε σε ζητματα φλγοντα.
     Μπορε σε 1η ανγνωση του προοιμου, ο μοναχς να κερδζει τη συμπθεια (την αυτοκρατορικ και την αναγνωστικ), ωστσο, πως ειπθηκε, δεν ταν δυνατ το ιερατεο της αυλς ν' ανεχτανε ττοια φων ενς μοναχο. Ο ποιητς πρπει να βρει τρπο να αποδομσει και να υπονομεσει την αφηγηματικ φων. Απ το στχο 54 ως και το στχο 129, ακολουθε μα σωρεα βασνων, τα οποα αναγκζεται να υπομενει ο νεαρς δκιμος. τσι, τον παρατηρον που κουρεεται, που συχνζει στα λουτρ, που μιλει με τους αδελφος της μονς, που φορε ρσο τρχινο και χι μεταξωτ· εδ, δνεται η 1η ευκαιρα στον δκιμ μας να αντιπαραβλλει εαυτν κι ναν λλο δκιμο, γνον μως αρχοντικς οικογνειας, αλλ και γενικ λλος αδελφος της μονς που απολαμβνουν προνομων.
     Αν μεταφρουμε τη προβληματικ στη σκψη του μσου αναγνστη του 11ου αι. προκπτει το ερτημα: πς βλπει ο Βυζαντινς πολτης την εποχ της κομννειας αναγννησης τη κατχρηση αυτ; Μλλον σνθετο ερτημα· αλλ θα σταθομε και πλι στην αυτ-υπονομευτικ φση του ποιματος, για να απαντσουμε. Ο νεαρς δκιμος αδυνατε να συλλβει την νιση μεταχεριση που προκπτει απ την κατανομ των οφικων (oficium= αξωμα κληρικο πολιτικο), την δναμη μως, των οποων οι Βυζαντινο γνριζαν καλ. Οπτε, χουμε να κνουμε με να δκιμο μοναχ που αμφισβητε τις δομς της διας της κοινωνας που ζει; Η απντηση εναι ναι και χι συνμα. Στα πλασια της κληρικαλιστικς στιρας, οποιαδποτε ιδεολογα πνγεται στο γλιο των ακροατν. Απ το στχο 130 ως και τον 159 εξακολουθον τα παρπονα του δκιμου για τη συμπεριφορ, αυτ τη φορ, των αδελφν της μονς: δεν του παρχουν καμα νεση, οτε και τις απαρατητες προς το ζην (σαπονι να πλυθε ταν εναι ρρωστος, δρμα για να επιδιορθσει τα υποδματ του), αλλ και τον αποκπτουν απ την ποια επικοινωνα με τους δικος του· εδ και πλι θα εντοπσουμε την υπονομευτικ διθεση του Προδρμου (ετεροκατευθυνμενη πντα), ταν ο δκιμος ζητσει λογο, ετε για να επισκεφθε να φλο του, ετε την οικογνει του.
     Με αυτ το «φαν» που χρησιμοποιε, το ατημ του γνεται ωφελιμιστικ, χει ως στχο την επδειξη, απχει δηλαδ, πολ απ τον τρπο που πρεπε να ζει και σκφτεται νας υποψφιος μοναχς. Το ατημα του αλγου εμφανζεται και σε προηγομενους στχους (στ. 74-75) που ο μοναχς που χει το ελεθερο να «καβαλικψει» εγκαταβιε στη μον πλον των 15 ετν, εν αυτς χει μνο να 6μηνο δκιμος. Κρατντας τη τελευταα χρονικ λεπτομρεια, μπορομε να μιλσουμε και για υπερβολ απ μρους του αφηγητ, καθς μσα σε να εξμηνο ζτησε πολλς φορς να πλυθε για αρρστιες, τα σανδλια του λιωσαν και ζτησε και λογο για κατ’ οκον επισκψεις, που μλλον ταιριζουν σε να κοσμικ τρπο ζως.
     Αυτ, ως το στχο 189, οπτε, αφο παρλασαν μπροστ στα αναγνωστικ μτια τα πντε πιτα του μοναχικο γεματος με την ανλογη ποστητα ονου, ο δκιμος εξανσταται κι επικαλεται, αρχικ το Διγεν να λθει να «τους συντρψει» και στη συνχεια, δηλνει την αγανκτησ του με λο αυτ και ζητ ο διος να σηκωθε και να τιμωρσει αυτ την κατφωρη αδικα. Γιατ, μως, αδικα; Οι δυνμεις που υποκινον το ξσπασμα του δοκμου εναι κεντρομλες, δηλαδ δεν αποσκοπον στο να βοηθηθον οι αναξιοπαθοντες, αλλ να ικανοποισει ο διος τη λαιμαργα του. Για τους επμενους εικοσιτσσερις στχους (201-225) θα εξακολουθσει η παρθεση των βρωμτων της μοναχικς τραπζης και το παρπονο του μοναχο.
     Θ’ ακολουθσει η αναφορ ποτν που συνοδεουν τη μοναχικ τρπεζα, κρασιο κυρως, το οποο ο δκιμς μας δε μπρεσε να γευθε καθς εναι προνμιο μνο του ηγουμενοσυμβουλου κι αν κανες μοναχς προσπαθσει να παραπονεθε..
     Αφνοντας, τρα, πσω τη μοναχικ τρπεζα, ο νεαρς δκιμος θα μιλσει για τη μη συμμρφωση του ηγουμνου στις υποδεξεις, κανονικς κι αυτοκρατορικς, για να αποταθε αμσως στον Αυτοκρτορα, καλντας τον να ερευνσει τα λεγμεν του, για να δσει με τη σειρ του «την εκδκησιν τοις νυν ηδικοιμνοις» (282). [Στους στχους 285 – 428, εξακολουθον οι αναφορς στα εδσματα του μοναχικο διαιτολογου, τα οποα, φανεται, μνο ορισμνοι παρ τον ηγομενο να απολαμβνουν. Ο δκιμς μας χει αγανακτσει· ενδιαφρον παρουσιζει η δομ του λγου του επνω σε αντιθετικ ζεγη που αντιπαραβλλουν τη δικ του κατσταση με εκενη των «προνομιοχων» αδελφν της μονς.
     Βυζαντιν εδσματα και πιοτ, ορεκτικ και ποικλα γλκα παρελανουν στους στχους αυτος, λα συνοδευμνα απ το παρπονο του μη δνασθαι συμμετχειν. Ο εγωιστς αφηγητς οργεται την τρπεζα του ηγουμνου και τα πλουσιοπροχ της πιτα. Αν γρφει στον Αυτοκρτορα, το κνει μνο γιατ ο διος αποκλεεται απ αυτ.] Ενδιαφρουσα εναι και η αποκλυψη ενς τεχνσματος που οι «αδικημνοι» νεαρο δκιμοι εφυραν για να μπορον να εξρχονται της μονς, χωρς να τους ενοχλον και να συναναστρφονται κοσμικος. Αυτο, λοιπν, παραπονονται στον ηγομενο, πως χρειζονται διφορα εδη πρτης ανγκης απ την αγορ κι τσι δνανται να αναμιχθον με λακος. Ββαια, το τχνασμα αυτ θα το αντιληφθον οι επισττες της μονς και θα ακολουθσει να υβρεολγιο κατ του δοκμου.
     Το κεμενο σιγ-σιγ κλενει, ο μοναχς χει σχεδν περιγρψει λες τις κακοτοπις της μοναχικς του 6μηνιαας εμπειρας. Υπενθυμζει στον Αυτοκρτορα πως δεν εναι μνος του, αλλ πρπει να τον δεχθε ως φορα μιας συλλογικς διαμαρτυρομνης φωνς πολλν μοναχν. Εναι εν ολγοις ο νεαρς δκιμος ο πρωτοσττης ενς δηκτικο χορο, μιας ανατρεπτικς τσης με σκοπ την κθαρση; Μλλον χι. Και μλλον, στην δια κατηγορα θα πρπει να εντξουμε και τους τερους «χορευτς», σε μια κατηγορα αυτουπονομευμενη απ μια αρχομανα κι εγωισμ αντ για χριστιανικ αλτρουιστικ κνητρα. Μνει μνο το τελευταο του παρπονο πριν την τελικ αποστροφ στον Αυτοκρτορα, εκενο που αφορ τις περιπτσεις αρρωστιν αδελφν της μονς, αλλ και του ηγουμνου.
     Φανεται, πως η σχση του νεαρο δοκμου με το φαγητ εναι ψυχωτικ, καθς γρω απ αυτ περιστρφονται λα του τα παρπονα. Το ποημα χει τελεισει. Ο δκιμος Ιλαρων κατθεσε τα παρπον του· πλον εναι στην αυτοκρατορικ ευχρεια εν θα δοθε κποια λση στο πρβλημ του.
     Σε αυτς τις σελδες με τους 600 και πλον στχους του Δ’ ποιματος του Προδρμου, αυτ που γινε προσπθεια να καταδειχθε απ τη μελτη ενς μλους της βυζαντινς δημδους γραμματεας εναι η σχση που ανπτυσσαν αφ’ ενς μλη της βασιλικς αυλς με τη προγενστερη σατιρικ παρδοση κι αφ’ ετρου οι συστοιχες της τελευταας με τη σκψη του μσου βυζαντινο πολτη. Αν ο Πρδρομος κινθηκε απ προσωπικ εμπθεια αν αυτ καλπτει το κεν που αφνουν τα 3 προηγομενα ποιματα, που καταπινονται με θματα κοσμικ, δεν εναι γνωστ. Φανεται μως η αισθητικ αξα ττοιου ποιματος, γραμμνο τη κομννειον αναγννηση, απευθυνμενο στις υψηλς τξεις, με περιεχμενο αντικληρικαλιστικ.

Το 4ο ποημα (ο ταλαπωρος μοναχς): «…πρὸς Μανουὴλ Πορφυρογννητον, τὸν Κομνηνν» - στιρα ενς βυζαντινο μοναστηριο.

Οὐδὲν γὰρ μθους παλαιῶν ἱστοριῶν σοι γρφω,
τὸν νοῦν ἐχντων ἀκριβῆ, δυσνητον τὴν λσιν,
εὔκολα μᾶλλον καὶ σαφῆ, καὶ γνριμα τοῖς πᾶσι
τοῖς τὸν μονρη τρχουσιν ἐν κοινοβῳ δρμον
καὶ φρουσιν ἅ, δσποτα, πρῶτος ἐγὼ σοὶ γρφω∙
τῇ γὰρ μονῇ προσγνονται πντα τοῦ Φιλοθου
ἅτιν’ ἐλγξων ἔρχεται κατὰ μικρὸν ὁ λγος.
Καὶ πρσθες ἄρτι τὸ λοιπὸν ἐμοὶ τὰς ἀκος σου,
καὶ πντα σαφηνσω σοι κατὰ τὴν πρᾶξιν, ἄναξ.
Οπταν εἰς ἐνθμησιν ἔλθω τῶν ἡγουμνων
(δο γὰρ ἄρχουσιν ἐκεῖ, δσποτα, παρανμως,
καὶ παρὰ τὴν διταξιν πατρὸς τοῦ πανοσου,
πατρ, υἱς, τὸ κκιστον ζεῦγος, ὦ θεα δκη!)
καὶ καθαρῶς τὰ παρ’ αὐτῶν γινμενα σκοπσω,
ἄλλος ἐξ ἄλλου γνομαι καὶ τκομαι τὰς φρνας.
Ὅταν ἐξλθω γὰρ μικρὸν ἀπὸ τῆς ἐκκλησας,
ἂν ῥᾳθυμσω πποτε καὶ λεψω ἀπὸ τὸν ὄρθρον,
οὐ φρειν ὅλως δναμαι τὰς προσταγὰς ἐκενων∙
„τὸ ποῦ ἦτον εἰς τὸ θυμιατν; ἂς βλλῃ μετανοας,
τὸ ποῦ ἦτον εἰς τὸ κθισμα; ψωμὶν μηδὲν τὸν δσουν∙
ποῦ ἦτον εἰς τὸν ἑξψαλμον; Κρασὶν μηδὲν τὸν δσουν∙
ποῦ ἦτον εἰς τὸν ἑσπερινν; ἂς τὸν ἐκβλουν ἔξω∙
τὸ στῆκε, ψλλε ὰπὸ ψυχῆς καὶ φναζε μεγλως∙
Μη συντυχανης, πρσεχε, καν λως τον οδενα,
τ μουρμουρζεις; πρσεχε, μηδὲν ξηροχασμᾶσαι,
μὴ τρβεσαι, μὴ κνθεσαι, μὴ περισσοψωρζῃς,
ἐξφες τὰ συχνὰ λουτρ, καλγερος τυγχνεις,
βαθεὰ καλγια ἀγρασε καὶ φρει τα εἰς τὴν μσην,
καὶ μὴ φορῇς τὰ χαμηλὰ μετὰ μακρας τὰς μτας,
μὴ ζνου χαμηλοτσικα καὶ μὴ συχνοκτενζου,
ἀπσω τὰ μανκια σου, ἀπσω ἡ τραχηλε σου,
ἐξφες τὸ νὰ κθεσαι ποσῶς εἰς τὸν πυλῶνα,
ἐξφες τὰ προγεματα καὶ τὰ διπλὰ σφουγγᾶτα,
καὶ τὸ νὰ τργῃς σντομα, να πνῃς εἰς τὸ μγα,
καὶ σναγε τὸ πλτωμα καὶ θς το εἰς τὴν γωναν.
Μὴ βλπῃς τὸ τραντερον τὸ μερτικὸν ἐκενου
μὴ συντυχανῃς πρσεχε κἂν ὅλως τὸν ὁδεῖνα,
ἐκεῖνος ἔν’ πρωτοπαπᾶς, σὺ δὲ παρεκκλησιρχης,
ἐκεῖνος ἔν’ δομστικος, τεχντης χειρονμος,
Εκενος εν δομστικος και συ ‘σαι κανονρχος,
σὺ δὲ τυγχνεις πρηχος καὶ ψλλειν οὐκ ἰσχεις,
ἐκεῖνος ἔν’ λογαριαστὴς καὶ σὺ εἶσαι θερμοδτης,
ἐκεῖνος δοχειριος, σὺ δὲ κρομμυδοφλαξ ∙
65 Εκενος εν ορριρριος και συ ‘σαι σκυβαλοφλαξ,
Εκενος εν παλατιανς και συ ‘σαι λεβετρης,
Εκενος οικονμος εν και συ ‘σαι κοπροξστης,
ἐκεῖνος ἔν’ γραμματικς, τεχντης ἀναγνστης,
σὺ δὲ οὐδὲ τὴν ἀλφβητον ἐξερεις συλλαβσαι∙
ἐκεῖνος ἔχει εἰς τὴν μονὴν κἂν δεκαπντε χρνους,
καὶ σὺ ἀκμὴν οὐκ ἐπλρωσες ἑξμηνον ὅτι ἦλθες∙
σὺ περιτρχεις τὰς ὁδοὺς πεζὸς μετὰ τσαγγων,
αὐτὸς δὲ καβαλλριος διηνεκῶς ὁδεει
καὶ βουτλωμνας τοῖς ποσὶν φρει τὰς πτερνιστῆρας,
ἐκεῖνος διηκνησεν εἰς τὴν μονὴν πολλκις,
καὶ ἐσὺ ἔβοσκες τὰ πρβατα καὶ ἐδωκες τὰς κορνας,
ἐκεῖνος πντα ἐσβαινε σειστὸς εἰς τὸ παλτιν,
καὶ ἐσὺ ἐκαθζου καὶ ἔβλεπες πῶς τρχουν αἱ καροῦχαι.
[…]
παξ τον χρνον λογον πολλκις εν ζητσω
Να υπγω, να δω φλον μου, μικρν να τσατσαρσω,
Και να φαν εις τους γετονας τι εμαι καβαλρης,
[…]

     Ο ταλαπωρος μοναχς αναφρεται στην απληστα των ηγουμνων, πατρα και υιο, και τονζει τις διακρσεις που γνονται μεταξ αυτν και των μοναχν. Με γλαφυρτητα σκιαγραφεται η πολυτλεια και τα προνμια που απολαμβνουν οι ηγομενοι, εν οι μοναχο υφστανται κακομεταχεριση, αναγκζονται να προσφρουν καθημερινς υπηρεσες στους ηγομενους και υποφρουν απ την πενα. Οι ηγομενοι απολαμβνουν λιχουδις, εν στους μοναχος δνουν μνο κρεμμδια και νερ («αγιοζομι»). Τους κρατον φυλακισμνους μσα στο μοναστρι, εν οι διοι βγανουν στην Πλη καβλα στο λογ τους. Επιπλον, αυτο καταπατον κθε μρα το τυπικ του μοναστηριο, εν οι μοναχο τιμωρονται σκληρ για την παραμικρ παρβαση (στ.160-653).

Λοιπὸν εὐθυδρομσωμεν ἐπὶ τὰς διοικσεις,
ἵνα καὶ τοτων ἀκριβῶς τὰ πντα καταμθῃς.
Οὐκ ἔνι τοῦτο, δσποτα, δαιμονικν, εἰκζω,
οὐκ ἔνι τοῦτο τῶν ἐμῶν ἁμαρτημτων ἔργον,
ἐκεῖνοι νὰ λαμινουσιν καὶ ἐγὼ νὰ μὴ χορτανω;
ἐκεῖνοι νὰ σταβλζωνται εἰς τὸ φαγεῖν καθ’ ὥραν,
καὶ ἐγὼ νὰ ὁμοιζω πντοτε τοὺς λιμοκοπημνους,
Ω, τις υποσει καθορν τα πλθη των ιχθων
Τοις ηγουμνοις μπροσθεν βαλλμενα συχνκις,
Τα μεν εις τον εγκλειστιανν, εις τον πατρα λγω,
Τα δ’ λλα πλιν αλλαχο, προς τον υιν εκενου.
Πρτον διαβανει το εκζεστν ψητπουλον μπρουδτον,
και ττε το περχυμαν, μαζς βαβαλισμνος,
και τρτον οξινγλυκος κροκτη μαγειρεα
χουσα στχος, σσγουδον, καρυφαλον, τριψδιν,
αμανιτριν, ξος τε και μλιν εις το ακπνιν,
και απσω κεται κκκινος μεγλη φιλομλα,
και κφαλος τρισπθαμος αβγτος εκ το Ργιν,
και συαγρδα πεπαν, θε μου, μαγειρεα!
ἐκεῖνοι νὰ χορτανουσι τὰ πρῶτα τῶν ἰχθων
καὶ ἐμὲ νὰ μὴ μὲ δδουσι κἂν θνναν νὰ χορτσω;
ἐκεῖνοι νὰ κοτσνουσι τὸ χιωτικὸν εἰς κρον,
καὶ ὁ ἐμὸς ὁ στμαχος νὰ πσχῃ ἀπὸ τὸ ὄξος;
(καὶ κἂν ἂς μὲ ἐγεμζασι τὸ ἐμποτπουλν μου,
εἰμὴ ζητῶ καὶ λγουν με∙ „περπτει εἰς τὸ πηγδιν“)
ἐκεῖνοι νὰ χορτανουσι τὸν ὕπνον καθ’ ἡμραν,
ἐγὼ δὲ ἂν λεψω ἀντφωνον αὐτκα νὰ ἀποθνσκω;
Ἐκεῖνοι καβαλλριοι διαβανουσι τὴν πλιν,
καὶ μετὰ ὀψικτορας καὶ μετὰ ὑποταγτους,
καὶ λγῳ μου νὰ λγουσι∙ „ῥωμνισε τὴν πρταν“,
νὰ μὴ μὲ ἀφνουν κἂν πεζὸν ἐξρχεσθαι τῆς πλης∙
εἰ δὲ ἀφσουν με ποτὲ νὰ ἐξλθω ἀπὸ τὴν πρταν,
καὶ οὐ φθσω εἰς τὸν ἀπστολον, καὶ οὐκ εἶμαι εἰς τὸ εὐαγγλιον,
ἀφνουσ με νηστικὸν τὴν ἅπασαν ἡμραν.
Τετρδα καὶ παρασκευὴν ξηροφαγοῦσιν ὅλως ∙
ἰχθὺν γὰρ οὐκ ἐσθουσιν, ἄναξ, ποσῶς ἐν τοτοις,
εἰμὴ ψωμτσιν, ἀστακοὺς καὶ ἀληθινὰ παγορια,
καὶ καραβδας ἐκζεστς, τηγνου καριδτσας
καὶ λαχαντσιν καὶ φακὴν μετὰ ὀστρειδομυδτσια,
καὶ μετὰ …. δσποτα, καὶ κτνια καὶ σωλῆνας,
καὶ φαβαττσιν ἀλεστὸν καὶ ὀρζιν μὲ τὸ μλιν,
φασλια ἐξοφθλμιστα, ἐλατσας καὶ χαβιριν,
καὶ πωρινὰ αὐγοτραχα διὰ τὴν ἀνορεξαν,
μηλτσια τε καὶ φονικας, ἰσχδας, καρυδτσια,
καὶ σταφιδτσας χιτικας, καὶ ἀπὸ τὸ διὰ κτρου.
……, νὰ χωνεσουσιν ἐκ τῆς ξηροφαγας,
κρασὶν γλυκὺν γαντικον, καὶ κρητικὸν καὶ σμιον,
ἵνα χυμοὺς ἐκβλωσιν ἐκ τῆς γλυκοποσας,
ἡμᾶς δὲ προτιθασι κυμους βεβρεγμνους,
ἢ καὶ τὴν δψαν παουσιν ἐν τῷ κυμινοθρμῳ,
τὸ τυπικὸν φυλττοντες καὶ νμους τῶν πατρων…
Ἡμεῖς δὲ νῦν ἐσθομεν καθλου τὸ ἁγιοζομιν,
καὶ σκπει τοῦ ὀνματος αὐτοῦ τὴν ποικιλαν ∙
κακκβιν ἔνι δωτον, ὡσεὶ μετρῶν τεσσρων,
καὶ ἕως ἄνω οἱ μγειροι γεμζουσι το ὕδωρ,
καὶ πῦρ ἐξπτουσι πολὺ κατὰ τοῦ κακκαβου,
καὶ βλλουσι κρομμδια κἂν εἴκοσι κολντας,
καὶ ττε βλπε, δσποτα, καλὴν φιλοτιμαν∙
εἰς κλῆσιν γὰρ βαπτζονται τριδος τῆς ἁγας,
στζει γὰρ τρεῖς τὸ ἔλαιον ὁ μγειρος ἀπσω,
καὶ βλλει καὶ θρυμβξυλα τινὰ πρὸς μυρωδαν
καὶ τὸν ζωμὸν ἐκχει τον ἐπνω τῶν ψωμων,
καὶ δδουν μας καὶ τργομεν καὶ λγεται ἁγιοζομιν.
εγ ψοφ απ του λιμο και εκενοι με σπαστρεουν,
εκενοι τργουν βατραχος, ημες δε το αγιοζομιν,
εκενοι πντα πνουσιν το χιτικον εις κρον.
Εκνησαν τα σλια μου, Χριστ, να την επισα
Χριστ, να την εππεσα καθ τον φουσκωμνη
Να εκθισα εις το πλγιν της, να ηρξμην ρουκανζειν,
Να εχρσθην το μουστκιν μου, να εκλλησεν λιγδτσα,
Να ογκθην η κοιλα μου, να ηπλθην η ψυχ μου.
[…]
«Πτερ, πετσν ουδν χω, να ανβω να αγορσω
και μελαντσιν ολιγν, και τρα για που φθνω».
«Πτερ, τον πδα μου πον, να ανβω εις τον ξεννα,
να τον δεξω ιατρν, και τρα για που φθνω».
κπην το ζωνρι μου, να ανβω να αγορσω,
Και χρζω και καλγια, και τρα για που φθνω».
«Πτερ, ρογεει ο βασιλες λα τα μοναστρια
ας δρμω, ας δω τι διδ, και τρα για που φθνω».
«Πτερ, παντσιν δωκα προχθς εις τον βαφα,
ας δρμω να το αφλωμαι, και τρα για που φθνω».
[…]
Τατα λαλοντες χομεν μικρν παρηγοραν
Εκ της μονς εκβανοντες και βλπομεν τον κσμον
Και παρηγρημαν λαμπρν ευρσκομεν δαμκιν.
[…]
Ουκ εσαι ευγενικπουλον ουδ απ των ενδξων
Ουδ’ φερες τα κτματα εις την μονν κι ορζεις,
Καλογερκιν ταπεινν ομοιζεις μουτευμνον,
Φθειριρικον κοντριρικον, πτωχν, απολεσμνον,
Εκδοριν παλαιοκλιγον, ορνθιν κορυζιρην,
[…]
Εν αρρωστση ο ηγομενος πνος τον πιση,
Κρζουν γοργν τους ιατρος, τον δενα και τον δενα,
ρχονται, βλπουσιν ευθς, κρατοσι τον σφυγμν του,
Ορσιν και τα σκβαλα μετ του υαλου,
[…]
σπουδζουσιν (εντεταλμνοι μοναχο) να ερουσιν ψησσπουλα βτους,
φιλομηλτσαν τρυφερν, κωβδα και γαλας,
γοργν να μαγειρεουσιν συν πσαις αρτυσαις,
[…]
Αν δ’ αρρωστση τις ημν πνος τον πιση,
Γνεται ο ηγομενος ιατρς και τατα παραγγλει:
«Ημρας τρεις ας κοτεται και νηστικς ας διβη,
μνα ‘λαφρση ο στμαχος εκ της πολυφαγας,
και ττε να ποισωμεν ιατρεαν εκδεχομνην,
μετ δε την συμπλρωσιν των ημερν ων επον,
ψυχτσας ζεματσετε μικρς εις το γαβθιν
και κψετε ψιλοτσικον κεφλιν κρομμυδου,
[…]
Αυτκα γαρ ανρπαστον σηκνουν τον αθλως
Και ως να τον εκβλωσι την πρταν, καν ου θλει,
Βτσαν συνγει και ημισ ο κακοδιοικημνος.
Ε, πς ου πσσω κεφαλ κνιν και τλλω τρχας
Το τυπικν του κττορος ορν ημελημνον
Και πσαν την συνθειαν την θεαν εξωσμνην,
Βασιλικ προστγματα, συνοδικς τε κρσεις,
Εις μτην προσγινμενα και καταφρονημνα
Και μη διρθωσν τινα δυνμενα ποισαι.
[…]
Το της πορφρας βλστημα, παντναξ, τροπαιοχε
Και τεχος απροσμχητον τσδε της Βυζαντδος,
Ιδο λοιπν τας μστιγας, ας ερηκα, μη φρων
Αυτς εξλθον της μονς του κυρο Φιλοθου,
Δι’ σπερ επον νωθεν πολλς παρανομας,
Και προς την σην κατφυγα μετ δακρων σκπη.
[…]
Ου γαρ υπρογκα ζητ, δσποτα στεφηφρε,
Να λβω την απφασιν ευθς της αθυμας.
Ψωμν ζητ τω κρτει σου ολγον κομματτσιν,
Εις ην η βασιλεα σου μονν με παραπμψει.
[…]

========================

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers