Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Λαογραφικά 

Αριστοφάνης: Λυσιστράτη

 

                       Βιογραφικό 

     Υπήρξε κορυφαίος σατιρικός ποιητής της αρχαιότητας, ξεχωρίζοντας ανάμεσα σ' όλους τους ομότεχνους κι ανταγωνιστές του, δημιουργώντας δε πραγματική εποχή στο χώρο της αρχαίας κωμωδίας, που δίκαια θεωρείται και σαν ο πατέρας της.
     Γεννήθηκε στην Αθήνα το 452 π. Χ. και πέθανε στην Αίγινα το 385 π. Χ., σ' ηλικία 67 ετών. Ήτανε γιος του Φιλίππου, γνήσιου Αθηναίου, από τον Δήμο Κυδαθηναίων κι έτσι εθεωρείτο κι εκείνος ντόπιος. Πήγεν όμως στην Αίγινα για να καλλιεργήσει κάτι κτήματα που μοιράστηκαν σε κληρούχους πολίτες κι έμεινε στο νησί αυτό αρκετά χρόνια. Μπορεί λοιπόν να γεννήθηκεν εκεί κι ο Αριστοφάνης, αλλά μπορεί να γεννήθηκε και στην Αθήνα, όπως κι ο ίδιος και μερικοί σχολιαστές υποστηρίζουν. Παρολαυτά είναι γνωστό πως ο αντίζηλός του ποιητής Εύπολις κι ο πολιτικός Κλέωνας, που τόσον άγρια τονε σατίρισεν ο Αριστοφάνης στις κωμωδίες του "Ιππής" και "Βαβυλώνιοι", κίνησαν εναντίον του "γραφήν ξενίας", δηλ. ζήτησαν να χαρακτηριστεί και να πάψει να 'χει δικαιώματα Αθηναίου Πολίτη. Τρεις φορές κινήθηκε τέτοια διαδικασία, μα ο Αριστοφάνης και στις τρεις κέρδισε και παρέμεινε Αθηναίος πολίτης.
     Από την Αίγινα, που 'ταν εγκαταστημένος, παρακολουθούσε με πολύ ενδιαφέρον τη πολιτική κίνηση των Αθηνών και σατίριζε τα τρωτά της. Αλλά ο ίδιος ζούσε στην αφάνεια, ήσυχη ζωή και, για να προστατεύσει αυτή τη γαλήνη, παρουσίαζε τις περισσότερες από τις κωμωδίες του μ' όνομα άλλων ποιητών κι ηθοποιών.
Για τη ζωή του, όμως, μόνον ελάχιστα μας είναι σήμερα γνωστά. Από τα συνολικά 44 έργα του, που επί 4 ολάκερες 10ετίες λαμπρύνανε τις Αθηναϊκές Θεατρικές Σκηνές, σωθήκανε μόνον 11, τα εξής: "Νεφέλες", "Λυσιστράτη", "Όρνιθες", "Εκκλησιάζουσες", "Θεσμοφοριάζουσες", "Ιππής", "Σφήκες", "Βάτραχοι", "Ειρήνη", "Αχαρνής" & "Πλούτος". Από τα έργα που δε σώθηκαν και που 'χουμε μικρά ή μεγάλα αποσπάσματα, είναι γνωστά κατά χρονολογική σειρά, τα εξής: "Δαιδαλής", "Βαβυλώνιοι", "Ολκάδες", "Γήρας", "Αμφιάραος", "Τρυφάλης", "Λήμνιαι", "Γηριτάδης", "Φοίνισσαι", "Κώκαλος" & "Αιολοσίκων". Από τα υπόλοιπα, που δε σώθηκαν, γνωρίζουμε τους τίτλους μερικών, όπως "Ανάργυρος", "Δαναΐδαι", "Πελαργοί", "Προάγων" κλπ.
     Έλαβε συνολικά, 10 μεγάλα πρώτα βραβεία σε σχετικούς θεατρικούς διαγωνισμούς.Από τα έργα του φαίνεται πως είχεν εξαιρετική μόρφωση, γενική και ειδική. Εκτός από τη καθολική μόρφωση, που η Αθήνα του Περικλή έδινε στους νέους, γνώριζε άριστα τα έργα των προηγούμενων ποιητών και φρόντισε να τελειοποιηθεί στη σκηνική τέχνη. Ήτανε πνευματωδέστατος ευφυολόγος, χιουμορίστας και με περίσσεια τόλμη καυτηρίαζε, προπάντων τους δημαγωγούς, τους σοφιστές και τον Δήμο Αθήνας. Στην εποχή του είχε γίνει το δημοφιλέστερο πρόσωπο της πόλης, όντας γνωστός και στον τελευταίο ακόμη από τους Αθηναίους. Ανηκε στην Πανδιονίδα φυλή κι όχι μόνον είχεν αριστοκρατική καταγωγή, αλλά κι ανάλογες ιδέες. Πράγμα που τον οδήγησε σε σχέσεις με τον Πλάτωνα και σ' οξείαν αντίθεση προς τους περισσότερους από τους σύγχρονούς του (ακόμη και προς τον ίδιο τον μεγαλοφυή κι ηθικότατο Σωκράτη).
     Φαίνεται πως γνώριζε πολύ καλά τις τραγωδίες του Αισχύλου, τον οποίο θαύμαζε για τη συντηρητικότητά του και που, στους "Βατράχους", ύστερ' από μεγάλη διαδικασία, που γίνεται στον 'Αδη, δίνει τα πρωτεία της ποίησης. Επίσης είν' άριστος γνώστης των "Ωδών" του Πίνδαρου και του Στησίχορου. Εκείνος όμως που επέδρασε πολύ στο ύφος, στη τεχνική και στη γλώσσα του, ήταν ο Ευριπίδης, παρόλο που αποτελούσε το μόνιμο στόχο των επιθέσεων και των διακωμωδήσεών του. Ο Κρατίνος, για να χαρακτηρίσει τη προσκόλληση αυτή, έπλασε το ρήμα ευριπιδαριστοφανίζειν. Τέλος, είχε μελετήσει τις θεωρίες των Ορφικών, τις οποίες και πίστευε.
     Η πρώτη εμφάνιση έργου του στο αθηναϊκό κοινό είναι βέβαιο πως έγινε το 427 π.Χ. Παίχτηκε τότε στο θέατρο η πρώτη του κωμωδία "Δαιδαλής" (γλεντοκόποι). Nυμφεύτηκε νωρίς κι απέκτησε τρεις γιους, τον Φίλιππο, τον Νικόστρατο και τον Αραρότα. Ο τελευταίος ήταν κι αυτός κωμικός ποιητής και με τ' όνομά του ο Αριστοφάνης δίδαξε στα τελευταία χρόνια της ζωής του τις κωμωδίες του "Κώκαλον" κι "Αιολοσίκωνα". Ο Αραρότας δίδαξε και δικά του πρωτότυπα έργα.

---------------------------------------------------------------------------------------------

   Μετάφραση-Σημειώσεις: Πολύβιος Δημητρακόπουλος (Pol Arcas)


                   1.) ΠΡΟΛΟΓΟΣ (1-253)

(η σκηνή παριστά οδόν, εφ' ης βλέπει η οικία της Λυσιστράτης. - 'Aποψις της Ακροπόλεως. - Η Λυσιστράτη ίσταται παρά την θύραν της οικίας της.)

Λυσιστράτη

         M' αν τις έκάλεσε κανείς κι από τα σπίτια φύγανε
         και ή στου Βάκχου το ναό, ή στου Πανός επήγανε,
         ή στη Γεννετυλίδα μας ή και στην Κωλιάδα,
         απ' τα πολλά τα τύμπανα πού θάνε στην αράδα,
         δεν θα μπορούσε βέβαια γυναίκα να περάση.
         Κι όμως καμμιά δεν φάνηκε στο σπίτι μου να φθάση,
         έξω από τη γειτόνισσα πού έρχεται τρεχάτη.
         Την Καλονίκη χαιρετώ.

Καλονίκη:                                   Κι εγώ τη Λυσιστράτη.
(δίδουν τάς χείρας)
         Το μάτι μου σε ταραχή και σκυθρωπή σε βλέπει
         να γίνονται τα φρύδια σου σα τόξα, δεν σου πρέπει,
         παιδί μου.
Λυσ:                 Καλονίκη μου, μες στη καρδιά μου καίει
         για της γυναίκες μια φωτιά, πού κάθε άντρας λέει
         πώς είμαστ' όλες πονηρές και τούτο με λυπεί.
Καλ:  Μα το Θεό! δεν είμαστε;
Λυσ:                                      Μα είχαμεν ειπή
         εδώ να μαζευθούμε,
         κι όλες για μιαν υπόθεσι σπουδαία να σκεφθούμε
         μα να τες που δεν έρχονται, το ρίξαν στο κοιμήσι.
Καλ:  Θα 'ρθούν. Δεν είνε εύκολο πολύ νά ξεκινήση
         γυναίκ' από το σπίτι της, η μία θα φροντίση
         και για το νοικοκύρη της, εκείνη θα ξυπνήση
         το δούλο της ή το μωρό η άλλη θα κοιμίση,
         τούτη θα λούση το παιδί κι αυτή θα το ταΐση.
Λυσ: Εδώ υπάρχει κάτι
         πιό σπουδαιότερ' απ' αυτά.
Καλ:                                         Τί τρέχει, Λυσιστράτη;
         που τις γυναίκες κάλεσες να 'ρθούνε δίχως άλλο;
         Ποιό πράγμα είνε, φίλη μου και πόσο;
Λυσ:                                                       Α, μεγάλο.
Καλ:  Μπα! μήπως είνε και χονδρόν;
Λυσ:                                     Μα το Θεό, χονδρόν.
Καλ:  Καί τότε πώς δεν ήλθαμε;
Λυσ:                                    Δεν είνε των ανδρών.
         αυτό πού ξέρεις, τότε πιά θα φθάναμε τρεχάλα
                                             μα είνε πράματ' άλλα,
         πού τα εξέτασα καλά μονάχη 'μπρός και πίσω,
         κι αγρύπνησα πολλές νυχτιές, για να τα συζητήσω.
Καλ: 'Αμ' τότε θάνε πράματα πολύ λεπτά επίσης,
         για να μπόρεσης εύκολα να τα στριφογυρίσης.
Λυσ: Τόσο λεπτά, πού η Ελλάς μπορεί σ' αυτόν το χρόνο,
         τη σωτηρία της να βρή με της γυναίκες μόνο.
Καλ:  Με της γυναίκες; 'Ελα δα! θα 'ταν μεγάλο θάμα,
         να στέκ' ή σωτηρία της σε τόσο λίγο πράμα.
Λυσ: Για το καλό της πόλεως ό,τι θα ειπώ, αν γίνη,
         από Πελοποννήσιο ρουθούνι δεν θα μείνη,
Καλ:  Μα το θεό, καλήτερα να λείψουνε κι' αυτοί.
Λυσ: Καί τότε θα καταστραφούν και όλ' οι Βοιωτοί,
Καλ:  Αλλά να μη καταστραφούν και όλοι στην εντέλεια
         της Κωπαΐδος μοναχά εξαίρεσε τα χέλια.
Λυσ: Για την Αθήνα δε ποτέ στο νου μου δεν θα βάλω
         τέτοιο κακό μεγάλο.
         μα τούτο από μόνο του τίποτε δεν σημαίνει,
         μπορείς να νοιώσης μόνη σου πως πάει κι αυτή χαμένη.
         Αν όμως μαζευθούν εδώ στο σπίτι μου πλησίον
         τα θηλυκά των Βοιωτών και Πελοποννησίων,
         και όλες σύμφωνες ημείς τα χεριά μας αν δώσουμε,
         έ τότε την Ελλάδα μας αφεύκτως θα την σώσουμε.
Καλ:  Μα η γυναίκες πώς μπορούν κάτι καλόν να κάνουνε,
         και κάποια φρόνιμη δουλειά, πού κάθονται και βάνουνε
         στο σπίτι τους φτιασίδια
         και κίτρινα φορέματα και χίλια δυο στολίδια,
         πού βάνουν και κυμβερικά φουστάνια δίχως ζώνη
         και παντουφλάκια ελαφρά;
Λυσ:                                        Αυτά θα γίνουν μόνη
         αιτία, πού θα βρή σε μάς η πόλις τον σωτήρα,
         τα κίτρινα φορέματα, οι στολισμοί, τα μύρα,
         τα διάφανα πουκάμισα κι αυτό το παντουφλάκι
Καλ:  Καί με ποιόν τρόπο;
Λυσ:                              Πού θα ιδής και μόνη, σε λιγάκι.
          να μη βρεθή αρσενικός, που δόρυ να σήκωση,
          και άλλον να σκοτώση.
Καλ:   'Αν ή γυναίκα, όπως λες, το θαύμ' αυτό θα κάνη,
          μα της Θεές, βάφω κι εγώ, κίτρινο το φουστάνι.
Λυσ:  Ούτε ασπίδα πια κανείς να πιάση θα μπόρεση...
Καλ:   Θα βάλω και κυμβερικό φουστάνι δίχως μέση...
Λυσ:  Και ούτε μαχαιράκι...
Καλ:                             Θα βάλω παντουφλάκι...
Λυσ:  Δεν έπρεπε λοιπόν αυτές να ήν' εδώ παρούσες ;
Καλ:   Τί λες ! πού έπρεπε φτερά να κάνουν οι βρωμούσες !
Λυσ:  Μα Αθηναίες είν' κι αυτές, όπως καθένας βλέπει,
          πού πάντα φτιάνουν κάθε τι την ώρα που δεν πρέπει,
          Καί δεν εφάνηκε καμμιά να φθάση στην Αθήνα,
          ούτ' από τις θαλασσινές, ούτ' απ' τη Σαλαμίνα.
Καλ:   Μα ξέρω πώς πρωί-πρωί στα τρεχαντήρια μπήκανε
          και στη στεριά διαβήκανε.
Λυσ:  Καί όμως ελογάριαζα πως πιο μπροστά θα φθάσουν
          των Αχαρνών τα θηλυκά, μα νά, θα μας το σκάσουν.
Καλ:   'Αλλα η Θεαγέναινα, για νάρθη εδώ τρεχάτη,
          πήγε και συμβουλεύθηκε τη νύχτα την Εκάτη.
          Μα να που φθάνουν μερικές...
Λυσ:                                 να κι άλλες που κινάνε.                         
Καλ:   Ου, ου ! κι αυτές ποιες νάνε;
Λυσ:  Α, είν' άπ' τον Ανάγυρο, όλα τούτα τα πλήθη.
Καλ:   Θαρρώ πώς ο Ανάγυρος στ' αλήθεια εκινήθη.
        (εισέρχονται Μυρρίνη, Λαμπιτώ και πολλαί γυναίκες)
Μυρ:  Μήπως και στο συνέδριο, πού θέλησες να γίνη,
          οι τελευταίες φθάσαμε; Για δεν μιλάς;
Λυσ:                                              Μυρρίνη,
          βέβαια το εγκώμιο δεν θα σου πλέξω τώρα,
          πού για σπουδαία πρόκειται και μούρθες τέτοιαν ώρα.
Μυρ:  Εγύρευα τη ζώνη μου
          μέσ' στο σκοτάδι μόνη μου.
          Μ' αν ήνε τόσο σοβαρό, πού λες, το πράμα κείνο,
          πες το σ' εμάς πού ήλθαμε.
Λυσ:                                            Αλλά θα περιμείνω
          και της γυναίκες, πού θα ρθούν για την αυτήν αιτία,
          από την Πελοπόννησο κι' από τη Βοιωτία.
Μυρ:  Α, μάλιστα όσο γι' αυτό...
          Να πούρχεται κ' ή Λαμπιτώ.
                (εισέρχεται η Λαμπιτώ)
Λυσ:  Καλώς τη τη Σπαρτιάτισσα τη Λαμπιτώ! τί χρώμα!
          πώχεις, γλυκειά μου! τί γερό και σιδερένιο σώμα!
          τί ωμορφιά! πού φαίνεται και λάμπει κι εδώ πέρα!
          Καί ταύρο θα μπορούσες συ να πνίξης καμμιά μέρα!
Λαμ:  Μα τους Θεούς, είνε γερό αυτό το σώμα όλο μου.
          γυμνάζομαι ως που χτυπούν οι φτέρνες μου στο κώλο μου.
Λυσ:  (ψηλαφούσα τα στήθη της Λαμπιτούς) Στάσου λιγάκι, στάσου...
          Καί τί ωραία πούν' αυτά, φιλτάτη, τα βυζιά σου.
Λαμ:  Σας βλέπω πού ξαμώνετε τα χέρια να με ψάξετε,
          λες κι είμαι κάποιο σφάγιο και ήρθα να με σφάξετε,
Λυσ:  Καί η κοπέλλα από δω ποιά είνε;
Λαμ:                                                   Μα τον Δία,
          είνε κι αυτή αρχόντισσα από τη Βοιωτία,
          πού έρχεται για λόγου σας.
Λυσ:                                          Λοιπόν είμαι βεβαία,
          ότι χωράφι εκλεκτό θάχης κι εσύ, Θηβαία.
Καλ:   (θωπεύουσα την Θηβαία) Εγώ νομίζω μάλιστα πώς τούτο το καϋμένο,
          θα τό 'χη το χωράφι του και καλλιεργημένο.
Λυσ:  Καί το κορίτσι από δω ποιο είνε;
Λαμ:                                                   Μα τον Δία
          είνε μια κόρη ώμορφη από την Κορινθία.
Λυσ:  Σαν είν' από την Κόρινθο, θάνε πολύ καλή,
          και μάλιστα μου φαίνεται και λίγο παρδαλή.
Λαμ:  Ποιος έκαμε να 'ρθή εδώ ν' αράξη τούτος όλος
                                           των γυναικών ο στόλος ;
Λυσ:  Εγώ.
Λαμ:           Για μίλησε λοιπόν με λόγια μετρημένα,
                                              τί θέλεις από μένα;
Μυρ:                                   Πες μας λοιπόν, καϋμένη!
Καλ:   Ναί, λέγε μας, τί τάχατε σπουδαίο σου συμβαίνει;
Λυσ:  Αμέσως τώρα θα το πω, μα θα ρωτήσω πρώτα,
          και θ' απαντήσετε κι εσείς.
Μυρ:                                         Ό,τι κι αν θέλης ρώτα.
Λυσ:  Σείς δεν επιθυμήσατε, μονάχες νύχτα-μέρα,
          να έχετε των τέκνων σας κοντά σας τον πατέρα,
          πού λείπει για τον πόλεμο; γιατί καλά το ξέρω,
          πώς έφυγαν οι άνδρες σας.
Καλ:                                           Α! το δικό μου γέρο
          στη Θράκη μου τον στείλανε, καϋμένη, να φυλάττη
                                                 τον στρατηγόν Ευκράτη!
Γν. Α':                                           Καί το δικό μου φίλο
          μήνες εφτά σωστούς-σωστούς τον έχουνε στην Πύλο.
Λαμ:  Καί ο δικός μου βιαστικός καμμιά φορά αν έβγη
          από τις τάξεις, μου ρχεται και δός του ξαναφεύγει.
Λυσ:                                         Καλέ τί λες; Από γαμιά
                                               δεν έχει μείνη σπίθα μιά.
          Αφ' ότου οι Μιλήσιοι μας έχουνε προδώση,
          κι εκόψαμε τη σχέσι τους, δεν είδα ούτε τόση
          μιαν οχταδάκτυλη ψωλή από πετσί φτιασμένη,
          για πέτσινη παρηγοριά τουλάχιστο να μένη.
          Θέλετε σείς λοιπόν μ' εμέ, αν τύχη κι εύρω τρόπο,
          να παύσουμε τον πόλεμο που ρήμαξε τον τόπο;
Μυρ:  Μα τις Θεές, αν ήτανε ανάγκη να πουλήσω
          και το πανωφοράκι μου κι αυτό θα το θελήσω
          και θα το πιω αυθημερόν.
Καλ:                                     Κι εγώ τί να σας πω;
          και αν μου ήταν δυνατόν σα σφήκα να κοπώ
          στα δυό, τόνα κομμάτι μου θα το παραχωρούσα.
Λαμ:  Στού Ταϋγέτου την κορφή ν' ανέβω θα μπορούσα
          κι εγώ, αρκεί να ήξευρα μ' αυτό πώς η ειρήνη
                                            μπορούσε και να γίνη.
Λυσ:  Να σας το κρύψω δεν μπορώ κι ακούστε τί θα φτιάσουμε,
          αν θέλετε, γυναίκες μου, τούς άνδρες ν' αναγκάσουμε
                                               να κάμουν την ειρήνη,
          η κάθε μια στον άνδρα της να παύση να το δίνη.
Καλ:   Και πώς; για λέγε.
Λυσ:  Έ λοιπόν τί λέτε; Τους το φτιάνουμε;
Καλ:                  Κι αν πρέπη να πεθάνουμε,
                                           να γίνη αυτό πού λες.
Λυσ:  Λοιπόν ν' αποκηρύξουμε της ανδρικές ψωλές.
(αι γυναίκες δεικνύουν δυσαρέσκειαν, άλλαι κλαίουν κι άλλαι διατίθενται να φύγουν.)
          Εσείς για πού το βάλατε; Κι εσείς για που το στρίψατε ;
          Τί στραβομουτσουνιάσατε; Τα μούτρα τί τα κρύψατε;
          Τί άλλαξε το χρώμα σας κι αρχίσατε να κλαίτε;
          Αρνείσθε; Ή το κάνετε; Τί σκέπτεσθε; δεν λέτε;
Μυρ:                                Αρνούμαι, δεν με μέλει.                         
           Α μπά! Μπορεί ο πόλεμος να γίνετ' όσο θέλει.
Λυσ:   (στη Καλονίκη) Αυτά λοιπόν περίμενα, βρε σφήκα, να μας πής;
           Δεν ήσουν συ πού έλεγες στα δύο να κοπής;
Καλ:   'Αλλαξε λόγια, άλλαξε! και στη φωτιάν απάνω
           να περπατήσω αν αγαπάς κι αυτό, πού λες, το προτιμώ,
                                               παρά της πούτσας τον καϋμό,
           γιατί δεν ξεύρω σαν κι αυτή τί άλλο θ' αποκτήσω.
Λυσ:   (στη Μυρρίνη) Κι εσύ τι λές;
Μυρ:                                             Μα τη ...φωτιά κι εγώ θα προτιμήσω.
Λυσ:  Ώ γένος ξεκωλιάρικο! Δικαίως, μα τον Δία,
          λένε πώς βγαίνει από μας η κάθε τραγωδία.
          Δεν ξέρουμ' άλλο τίποτα κι εμείς μικραί- μεγάλαι,
          παρά ξεροκουνήματα και δόςτου μπάσε-βγάλε!
          Μα κι αν η Σπαρτιάτισσα στο κόμμα μου θα μείνη,
          μπορεί να κατορθώσουμε η δυό μας την ειρήνη.
          Δος μου λοιπόν την ψήφο σου.
Λαμ:                                                Είνε κακό πολύ,
          απ' της γυναίκας το πλευρό να λείπη κι η ψωλή
                                                και μόνη να κοιμάται.
           Μα η ειρήνη μ' όλ' αυτά θαρρώ πως προτιμάται.
Λυσ:                                         Εύγε σου, φιλενάδα!
           είσαι γυναίκα πειό σωστή απ' όλες στήν Ελλάδα.
Καλ:   Θαρρείς πώς αν απέχουμε κι απ' τη δουλειάν εκείνη,
           για τούτον,-ό μη γένοιτο!- θα κάμουν την είρήνη;
Λυσ:   Μα τις Θεές, είν' αρκετό. Αν κάτσουμε κλεισμένες
           μέσα στα σπίτια μας ημείς, καλοφτιασιδωμένες,
           και στα πουκαμισάκια μας αυτά τ' αμοργινά,
           αφήσουμε τα σώματα να φαίνωνται γυμνά
           και το κουρέψουμε κι αυτό,οι άνδρες θα λυσσάξουν
           απ' την επιθυμία τους να 'ρθουν να μας τη σάξουν
           κι όταν θα ιδούν η κάθε μια ότι γι' αυτούς δεν τόχει,
           τότε να ιδής τον πόλεμο τον παύουνε, ή όχι;
Λαμ:  Το ίδιο κι ο Μενέλαος, σαν είδε την Ελένη
                                     στα στήθη γυμνωμένη
                                           και είδε το βυζί της,
          επέταξε το ξίφος του κι εκόλλησε μαζύ της.
Καλ:   Για στάσου τώρα, βρε κουτή:
          κι αν μας αφήσουνε κι αυτοί;
          έ, τότε τί γινόμαστε;
Λυσ:  όπως λέει κι ο Φερεκράτης, θα γδέρνουμε γδαρμένη σκύλλα
Καλ:   Αυτές οι απομίμησες, -αχ- είναι αηδία.
          Κι αν μας πιάσουν και μας τραβήξουν με βία στο δωμάτιο;
Λυσ:  Να πιαστείς απ' την πόρτα.
Καλ:   Κι αν μας χτυπήσουν;
Λυσ:  Τότε θα τους κάτσουμε αλλά κακήν κακώς.
          Δεν τους κάνει κέφι με το ζόρι.
          κι αν η γυναίκα δεν δεχθή τα δόντια της να δείξη,
          ο άντρας δεν ευφραίνεται.
Καλ:  Έ τότε το δεχόμεθα, σαν εύκολο σας φαίνεται.
Λαμ:  Όσο για μας, θα πείσουμε τους άντρες μας να γίνη
                                                          ειλικρινής ειρήνη
          αλλά αυτός ο παλαβός λαός των Αθηναίων,
          πώς θα πεισθή τον πόλεμο να μη γυρεύη πλέον;
Λυσ:                                      Για τούτο μη σε μέλη,
          κι εμείς τον καταφέρνουμε να μη τον ξαναθέλη.
Λαμ:  Για την ειρήνη ο λαός δέν κάνει ούτε βήμα,
          ενόσω πλοία έχετε κι αμέτρητο το χρήμα,
          απάνω στην Ακρόπολι.
Λυσ:                                         Εφρόντισα για τούτο,
          θα κυριεύσουμε κι αυτή και όλον της τον πλούτο,
          θα πάν' εμπρός οι πιο γρηές, κατά τη συμφωνία,
          και τάχα με την πρόφαση νά κάνουνε θυσία
          θα πιάσουν την Ακρόπολι, ώς που να μαζευθούμε
          κι ημείς και τι θά κάνουμε εδώ να συσκεφθούμε.
Λαμ:  Όλα καλά όσα μας λες.
Λυσ:                                   Έ, Λαμπιτώ και τώρα
           γιατί δέν ορκιζόμαστε, μα χάνουμε την ώρα,
           κι έτσι τη συμφωνία μας ποτέ να μη χαλάσουμε;
Λαμ:  Πες μας λοιπόν του λόγου σου τον όρκο πού θα πιάσουμε.
          Αλήθεια, πούν' η δούλα μου;-Έ, πού κυττάζεις;
          Βάλε συ την ασπίδ' ανάποδα, και τα εντόσθια βγάλε.
          του θύματος, να κάνουμε τον όρκο.
Καλ:                                                       Λυσιστράτη,
          ποιόν όρκο τάχα θα μας πής να κάνουμε, φιλτάτη;
Λυσ:  Ποιόν όρκο; Καί ο ποιητής Αισχύλος τόχει πή,
          απάνω στην ασπίδα μας το θύμα θα κοπή.
Καλ:   Όχι, δεν είνε δυνατόν, όρκος για την ειρήνη
          σε μια ασπίδα δηλαδή πολεμική να γίνη.
Λυσ:  Καί πώς θα ορκισθούμε;
Καλ:   Έν άλογο θα βρούμε
          άσπρο, και τα εντόσθια η δούλα να του βγάλη.
Λυσ:  Πού να το βρούμε τ' άλογο το άσπρο τώρα πάλι;
Καλ:   Καί πώς λοιπόν η κάθε μια τον όρκο της θα κάνη;
Λυσ:  Θα σου το πω. Να πάρουμε κατάμαυρη λεκάνη,
                                                ανάποδα τη βάζουμε
          κι ένα σταμνί από κρασί της Θάσου θυσιάζουμε,
                                     κι όρκο σ' αυτό θα δώσουμε
(εμφαντικώς)
                                       πώς δεν θα το νερώσουμε!
Λαμ:                         Ωχ, ωχ! τον όρκο σου αυτόν
          κι επαίνους να του ψάλουμε δεν είνε δυνατόν.
Λυσ:  Λοιπόν ας τρέξη μέσα μια ένα σταμνί να φέρη
          και μια λεκάνη.
(εισέρχεται μία Γυνή και εξέρχεται φέρουσα λήκυθον και κύλικα.)
Καλ:                         Τί σταμνί, όπου δεν έχει ταίρι!
(λαμβάνει την λήκυθον)                         
          Τί γλύκα πού θα αισθανθή αυτή πού θα την πιάση
                                          και, κλούκ. θα την αδειάση.
Λυσ:  'Αφησε κάτω το σταμνί και πιάσ' εδώ μπροστά μου!
    (η Καλονίκη θέτει την χείρα επί της Λυσιστράτης καταλλήλως)
Λυσ:  (επισήμως)                         Πειθώ! Βασίλισσα μου!
           κι εσύ, ώ στάμνα του γλεντιού! δέξου την ικεσία
           των γυναικών με εύνοια, και τούτη τη θυσία.
                  (χύνει εις την λεκάνην οίνον)
Καλ:  Τί αίμα κατακόκκινο! για ιδές πως λαμπυρίζει;
Λαμ:  Αλήθεια, μα τον Κάστορα, και τί γλυκά μυρίζει!
Μυρ:  Αφήστε με, γυναίκες μου, πρώτη να μπω στη μέση
          να ορκισθώ!
Καλ:                       Όχι ποτέ, ο κλήρος σου πρίν πέση.
Λυσ:  Έ, Λαμπιτώ! στη στάμνα μας απλώσετε το χέρι,
          κι ας έβγη μια για όλες σας τον όρκο να προφέρη,
          όπως εγώ θα τον ειπώ κι εσείς θά ορκισθήτε
          τον όρκο πού θα δώσουμε πώς δεν θα παραβήτε.
(υπαγορεύει τον όρκον)
          Δεν θα βρεθή ούτε γαμιάς, ούτε κι ο άντρας μου έστω...
Καλ:   Δεν θα βρεθή ούτε γαμιάς, ούτε κι ο άνδρας μου έστω...
Λυσ:  ...πού καυλωμένος θα μου 'ρθεί μές στο κρεββάτι...
(η Καλονίκη διστάζει. Η Λυσιστράτη επιτακτικώς)        Πες το!
Καλ:   ...πού καυλωμένος θα μου 'ρθεί απάνω στο κρεββάτι...
(μετά τρόμου)
          Μου κόπηκαν τα γόνατα, καϋμένη Λυσιστράτη!
Λυσ:  ...Καί μές στο σπίτι θα περνώ χωρίς αντρός παιγνίδια...
Καλ:   ...Καί μές στο σπίτι θα περνώ χωρίς αντρός παιγνίδια...
Λυσ:  ...Με κίτρινα φορέματα και χίλια δυό στολίδια...
Καλ:   ...Με κίτρινα φορέματα και χίλια δυό στολίδια...
Λυσ:  ...Πού να λυσσάξη ο άνδρας μου να κοιμηθή μαζύ μου...
Καλ:   ...Πού να λυσσάξη ο άνδρας μου να κοιμηθή μαζύ μου...
Λυσ:  ...Μα δεν θα τον δεχθώ ποτέ και με τη θέλησί μου...
Καλ:   ...Μα δεν θα τον δεχθώ ποτέ και με τη θέλησί μου...
Λυσ:  ...Κι αν θέλη και με το στανιό εκείνος να με πιάνη...
Καλ:   ...Κι αν θέλη και με το στανιό εκείνος να με πιάνη...
Λυσ:  ...Όσο μπορώ χειρότερα θ' αφίνω να την κάνη.
Καλ:   ...Όσο μπορώ χειρότερα θ' άφίνω να την κάνη.
Λυσ:  ...Της Περσικές παντούφλες μου μέρες, βδομάδες, μήνες,
          προς το ταβάνι δεν θα ιδή ποτέ του σηκωμένες...
Καλ:   ... Της Περσικές παντούφλες μου εκείνες,
          προς το ταβάνι δεν θα ιδή ποτέ του σηκωμένες...
Λυσ:  ...Ούτε θα τουρλωθώ ποτέ, καθώς οι λιονταρίνες
          πού είν' απάνω στου τυριού τους τρίφτες σκαλισμένες...
Καλ:   ...Ούτε θα τουρλωθώ ποτέ, καθώς οι λιονταρίνες,
          πού είν' απάνω στου τυριού τους τρίφτες σκαλισμένες...
Λυσ:  ...Πίν' απ' το κρασί αυτό
          και τον όρκο τον κρατώ... (πίνει)
Καλ:  (παρατηρούσα τη Λυσιστράτη πίνουσα) ...Πίν' απ' το κρασί αυτό 
                                                                 και τον όρκο τον κρατώ...
Λυσ:  ...Και στον όρκ' όποια δεν μείνη
          το κρασί νερό να γίνη.
Καλ:   ...Και στον όρκ' όποια δεν μείνη
          το κρασί νερό να γίνη.
Λυσ:  (προς τας λοιπάς) Ορκίζεσθε λοιπόν κι εσεις για όλα;
Μυρ:                                                              Μα τον Δία!
Λυσ:  Φέρε λοιπόν να πιω εγώ, ν' αρχίσω τη θυσία.
(λαμβάνει την λήκυθον και ετοιμάζεται να πίη)
Καλ:  Έ, έ, που πας, φιλτάτη μου; θέλω μερίδα ίση.
          ά, πρέπει η φιλία μας από δω δα ν' αρχίση.
(ακούεται θόρυβος μακρόθεν. Η Λυσιστράτη- αφίνει τη λήκυθον, ενώ η Καλονίκη σπεύδει, την λαμβάνει και πίνει.)
Λαμ:  Καλέ, ακούσατε φωνές, γυναίκες μου και θρήνο;
Λυσ:  (παρατηρούσα εκ του παραθύρου) Ησύχασ', είν' εκείνο
          πού είχα πή προτήτερα οι πιο γρηές εφθάσανε,
          κι επήγαν στην Ακρόπολι και το ναό επιάσανε.
          Συ, Λαμπιτώ, τράβα λοιπόν στη Σπάρτη να φροντίσης
          όσα εσυμφωνήσαμε να πραγματοποίησης,
          τις άλλες δε Λακώνισσες ομήρους θα κρατήσουμε,
          ημείς δε στην Ακρόπολι και τις λοιπές θα κλείσουμε
                                                 κι εκεί θ' αμπαρωθούμε.
Καλ:                                          Καλά για να σου πούμε:
                                           Κι οι άνδρες απ' την πόλι
          αν έλθουν εναντίον μας και εκστρατεύσουν όλοι;
Λυσ:  Λίγο με μέλει πειά γι' αυτούς, φωτιά δεν θάχουν τόση
          ούτε φοβέρες αρκετές, ώστε να κατορθώση
          η βία, τόσο εύκολα της πόρτες μας ν' ανοίξουν,
                                                εάν δεν αποδείξουν,
          ότι τους όρους τους λαμπρούς, που η γυναίκες θέσανε,
                                                       αυτοί τους εκτελέσανε.
Καλ:  Μα τη Θεά! και βέβαια κι αν δεν τα βρούνε σκούρα,
         δειλή να ειπούν την κάθε μια και παληοπατσαβούρα!
(Απέρχονται πάσαι, ενώ η Καλονίκη φεύγουσα τελευταία κενώνει ταυτοχρόνως το υπόλοιπον της ληκύθου.)

                                               ΑΥΛΑΙΑ
                                                                          συνεχίζεται... Εδώ

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers