-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

 

: ,

...Παρακαλ σε, σταυραητ, για χαμηλσου ολγο,
και δσμου τες φτερογες σου, και πρε με μαζ σου,
πρε με απνου στα βουν, τι θα με φει ο κμπος!  Κ. Κ.

Βιογραφικ

     Ο Κστας Κρυστλλης ταν λληνας -Βλχικης καταγωγς- ποιητς. χρονικογρφος, λαογρφος, που δυστυχς πθανε πολ νος, μλις 26 ετν απ φυματωση και δεν πρλαβε να ξεδιπλσει το τερστιο ταλντο του, -ιχι πως κανε και λγα, στο λγο που ζησε. Ανκε στο ρομαντισμ κι υπγεται στην Αθηνακ Σχολ. Λτρευε τα γρμματα, διβαζε κι γραφε απ μικρς, βραβετηκε μλιστα 2 φορς. Χρστηκε Εθνικς Ποιητς με τη συλλογ Αι Σκια Του δου, που εξδωσε στη τουρκοκρατομενη ττε πειρο και διχθηκε απ τον κατακτητ. Ανχεια κι αρρστια τον αναγκσανε να σταματσει το σχολεο και να εργαστε, πργμα που επιδενωσε την αρρστια του με συνπειτα τον πρωρο θνατ του, Δχθηκε αρκετς κριτικς το ργο του και καλς (Παλαμς, Ξενπουλος) και κακς (Θεοτοκς, λκης Θρλος), αλλ σε γενικς γραμμς χει κερδσει τη θση του στην Αθανασα.
     Γεννθηκε στο Συρρκο της Ηπερου, το 1868. μορφο βλαχοχρι στη Πνδο, σε υψμετρο 1800 μ. με κατοκους Βλχους νομδες κτηνοτρφους, οπως σ' ολα, που το καλοκαρι ανεβανανε στο χωρι και το χειμνα κατεβανανε στα πεδιν των Ιωανννων. Αργτερα οι κτοικοι ρχισαν να ασχολονται και με το εμπριο, που αρκετο σημεωσαν εξαιρετικς επιτυχες, Το νομ του ταν αρχικ Κρουστλλης κι τανε γνος αρχοντικς οικογνειας Βλχων, πρωττοκο παιδ του ευκατστατου μπορα Δημητρου Κρουστλλη και της Γιαννολας κρης του αρχιτσλιγγα Γκη Ψαλδα. Μαρα, Ελνη, Περσεφνη και Γολας τανε τα 4 μικρτερα αδλφια του. Το λλαξε αργτερα που κατβηκε στην Αθνα, για το φβο των Τορκων. Θα περσει τα παιδικ του χρνια στο χωρι, δθηκε με τη φση και τον τπο του που αγπησε υπρμετρα κι εξμνησε με πθος στα ργα του, τπο παραδεισνιο, σκαρφαλωμνο στη βουνοκορφ, με τον ραχθο να κυλ στο βθος της χαρδρας κι απναντι στεν συνδεδεμνο μαζ του, το διασημτερο και πλουσιτερο των Βλχικων χωριν, οι Καλαρρτες.



     Εχε τη τχη να 'ναι ο ρχοντας πατρας του σημαντικς παργων του τπου και ταυτχρονα καλλιεργημνο τομο που σπρωχνε τον αγαπημνο πρωττοκο στα γρμματα, στην αγπη για τη πατρδα Ελλδα. Εκε κπου χρονολογικ, θα χαραχτονε τα να σνορα της χρας, οι Καλαρρτες περννε στην ελεθερη Ελλδα, το Συρρκο μνει στους Τορκους. Μοιραο για τον πατρα γεγονς και για λους τους Βλχους της σκλαβωμνης ακμα Ηπερου εναι το γεγονς αυτ, για πατριωτικος αλλ και για οικονομικος λγους, επειδ κβει τις συναλλαγς με την υπλοιπη Ελλδα, Θεσσαλα κλπ. Μεγλο το κτπημα για τον μπορα Κρυστλλη κι αρχ της μη αναστρψιμης οικονομικς καταστροφς του εμπορικο μαγαζιο του στα Γιννινα.  Σε σημεο μλιστα κποια στιγμ να κλεσει την επιχερηση κι αν κι ρχοντας, παργων του τπου να εργαστε υπλληλος για να συντηρσει τη φαμλια του.
     Δε θα μποροσε να υπρξει καλλτερη περιγραφ της εμφνισης και των αισθημτων του ποιητ απ το δικ του ποημα Αι Οδναι Μου, (βλ. κτω) που ο νεαρς μας περιγρφει το βαθ πνο του, απ τη κατσταση που απτομα αλλζει τη ζω του. Εναι αγρι στα 12, ευτυχισμνο στο Αρχοντικ στο Συρρκο με μια μνα που τονε λατρεει, τον πατρα να ρχεται κθε τσο απ τα Γιννινα που 'χει τα εμπορικ του, στο χωρι να τους δει, τελεινει αριστοχος το δημοτικ, λατρεει τα βουν και το χωρι, διαβζει και γρφει απ' αυτ την ηλικα, εναι περφανος για τους αγνες του πατρα του απογνου Βλχων ηρων κατ των Τορκων για τη λευτερι της Ηπερου. Πεθανει η μητρα απ φυματωση, ασθνεια που κληρονομονε τα 2 αγρια της οικογνειας, ο Κστας κι ο Γολας (Γιργος). λα αλλζουν, λα ανατρπονται, ο πατρας τον παρνει μαζ , να σπουδσει, ζει μαζ του, ξεκιν το Ελληνικ Δημοτικ και μετ το Γυμνσιο των Ζωσιμδων που εναι 4τξιο, στο διστημα 1879-85, μχρι που δικοψε τις σπουδς του επειδ αρρστησε κι ο πατρας του τον στειλε στο χωρι οπου το κλμα ειναι κατλληλο για την αντιμετπιση της αρρστιας.



     Εν τω μεταξ χει ηδη αρχσει να επηρεζεται απο το εθνικ κνημα της εποχς δεδομνου οτι το Συρρκο ηταν ακμη Τορκικο και παρμεινε οριακ στη Τουρκα και με την να οριοθτηση των συνρων μετ τη προσρτηση της Θεσσαλας στην Ελλδα. Εχει αρχσει να γρφει τα πρτα του ποιματα σε γλσσα καθαρεουσα, ενω συγχρνως ασχολεται με το την εθνικτητα της Ηπερου και την Ελληνικτητα των Βλχων, για τα οποα συλλγει οσα περισστερα στοιχεα μπορε, πολεμντας την Ρομουνικ προπαγνδα που εναι σε πλρη εξλιξη απο κποιον Μαργαρτη. Αυτς με τη προπαγνδα του προσπαθε να εξεγερει τους βλχους της Ελλδος σε αποδοχ ρομουνικς εθντητας και καταγωγς. Τις καλοκαιρινς διακοπς του σχολεου τις πρναγε στο χωρι ασχολομενος εντατικ και αποκλειστικ με την συλλογ στοιχεων για εθνικ παρδοση των βλχων της Πνδου και τα καταγρφει. Το 1886 ολοκληρνει τη 1η σημαντικ συλλογ ποιημτων, να επλλιον με ττλο Αι Σκια Του δου με ντονο το εθνικαπελευθερωτικο πνεμα κι αναφορς στις συνθκες της υπδουλης ζως στους Τορκους και για τον λγο αυτν αργτερα θα διωχθε.
     Ο Μαργαρτης ζτησε ττε ἀπὸ τὸ γερο-Κρυστλλη, νὰ τοῦ δσει τὸν Κστα νὰ τονε στελει γιὰ δωρεὰν σπουδὲς στὸ Βουκουρστι. Μὲ τὴν πρταση αὐτὴ ὁ πατρας πληγθηκε στὴν ἐθνικὴ φιλοτιμα του, καὶ μλιστα ἐρπισε τὸν πρκτορα. Τὰ ἴδια πατριωτικὰ αἰσθματα εἶχε κι ὁ νεαρὸς μαθητὴς-ποιητς, που εἶχε κιλας τελεισει ττε το πρωτλειο Αἱ Σκιαὶ Τοῦ Ἅδου. Ἡ ποιητικὴ αὐτὴ σνθεση, μολοντι ἄτεχνη, παλλταν ἀπὸ πατριωτικὴ ἔξαρση. Ὁ πρκτορας τῆς ρουμανικῆς προπαγνδας βρῆκε τὴν εὐκαιρα νὰ ἐκδικηθεῖ. Κατγγειλε τo ἔργο στὸν Τοῦρκο στρατιωτικὸ διοικητ, που διταξε τὴ σλληψ του. Οἱ συμμαθητς του τῆς Ζωσιμαας τὸν βοθησαν νὰ κρυφτεῖ, κὶ ὕστερα ἀπὸ μεγλες περιπτειες, τὰ Χριστογεννα τοῦ 1888, κατρθωσε νὰ περσει τὰ σνορα καὶ να καταφγει στὴν Ἀθνα.



     Ο πατρας θα νυμφευτε ξαν εγκαθιστντας τη μητρυι στο σπτι στο Συρρκο, θα αποκτσει κι λλα παιδι, ο φηβος Κστας που δη παρουσιζει τα πρτα συμπτματα της ασθνεις του πληγνεται κατκαρδα: δεν αποδχτηκε ποτ τη μητρι και δε συγχρεσε γι' αυτ ποτ τον πατρα του με τον οποο δεν κανε ιδιατερα στεν σχση μχρι το θανατ του. Τον αγαπ μως, χαρεται που ζει μαζ του στα Γιννινα και δε διαμαρτρεται για τις σχημες οικονομικς συνθκες διαβωσς τους. Απεναντας ταν μετ το Ελληνικ κβει το σχολεο για λγους οικονομικος αλλ κι υγεας θα τονε βοηθ στο εμπορικ του μιας κι χουν απολυθε με τη φτχεια, οι υπλληλοι. Ξαν στο σχολεο,-1888- καημς του να μθει γρμματα και καημς του πατρα, φοιτ στην Α' Γυμνασου, μως στη Β' λα σταματον με το κυνγι του απ τους Τορκους και το παρνομο φευγι του στην Ελεθερη Ελλδα, στη Αθνα, αρχς του 1889. Θ
α του δοθε η ευκαιρα αργτερα μετ το Ελληνικ ταν θα διακψει τις σπουδς του για λγους υγεας κυρως, η ευκαιρα να περιοδεσει στα βουν του Πνδου να καταγρψει θη κι θιμα, παραδσεις και θρλους της Ηπερου, την ιστορα των Βλχων. Εναι ακμα μαθητς, η μρφωσ του μως περν κατ πολ την ηλικα του, αφο ζει με να βιβλο στο χρι. Κυριολεκτικ, δουλεει με τον πατρα, μελετ ασταμτητα, γυρζει στα βουν και κποια μρα θα ξαναρχσει το Γυμνσιο για να σταματσει η σχολικ του ζω απτομα με την καταδωξη του απ τις Τορκικες αρχς , το φευγι του στην Ελεθερη Ελλδα και την Αθνα.
     Αστς, μνο τσοπνος δεν τανε, γαλουχημνος με ριστες αξες κι αρχς, περφανο αγρι που δη με τη 2ετ κυκλοφορα της 1ης του συλλογς-Σκια Του δου/1887, γραμμνης απ το 1876 ταν δεν ταν ακμα 20 χρονν!, χει γνει δημοφιλστατος στους σκλαβωμνους και μη Ηπειρτες που τον θεωρον εθνικ τους ποιητ προς μεγλη περηφνεια του πατρα, ρχεται στην Αθνα -καταδικασμνος απ το Τορκικο δικαστριο σε 20ετ εξορα στη Βαγδτη- γεμτος νειρα για συνχιση των σπουδν, να βρει δουλει, να πρει υποτροφα, να πρει χορηγα απ τη Κυβρνηση. λες οι πρτες κλειστς. Θμα της Τορκικης βαρβαρτητας διωγμνος απ τη πατρδα, κυνηγ το νειρο, τη ποηση, την επιβωση. Δεν ταν οτε 18 ετν κι δη στα βουν της σκλαβωμνης Ηπερου κανε ριστη δουλει. Ανλικος ερασιτχνης λαογρφος κι ιστοριοδφης που ετε μσα απ τα πεζ και τη ποηση ετε απ την αρθρογραφα του, το ργο του ανεκτμητο. Η μελτη του Ιστορα Των Βλχων αποτελε ανεκτμητη πηγ πληροφοριν.



    Φτνει στην Αθνα το Γενρη του 1889 οπου συναντ πολλ κι ανυπρβλητα εμπδια στην εκπλρωση των οραμτων του για μια ζω που θα του εξασφλιζε νετη ασχολα με το αγαπημνο του γρψιμο. Προσπθησε ματαως να βρε κποια εργασα για την εξοικονμηση των προς το ζεν, παρ’οτι απευθνθηκε σε πολλος γνωστος. Κι ενω τα χρματα που εχε μαζ του ρχισαν να τελεινουν, ο συχγωριανς του Σπ. Λμπρου, καθηγητς στο Πανεπιστμιο, του βρκε εργασα σε ενα τυπογραφεο. Μνος, ἀβοθητος, ἄρρωστος, χωρὶς ἐφδια, ἀλλὰ μὲ τερστια πστη καὶ ζῆλο, ὁ νεαρὸς αὐτὸς ἐξριστος, ἕνα χωριατπουλο ἄπραγο, χαμνο στὴ μεγαλοπολη, πτυχε νὰ φρει ἕνα ῥυκι δροσερὸ νερ, ἀπὸ τὴ βουνσια ὀμορφιὰ μσα στὴν ἀδιφορη Ἀθνα. Πτυχε νὰ ἐπιβλει τὶς ποιμενικὲς ἀναμνσεις του, νὰ μᾶς γνωρσει τὸ κλλος τῆς ἀγροτικῆς ζωῆς, νὰ μᾶς ξυπνσει τὴν πατριωτικὴ φλγα καὶ νὰ δημιουργσει μιὰ δικ του παρδοση, ποὺ τοῦ ἐξασφλισε ἰδιατερη θση στὴν ἱστορα τῆς ἑλληνικῆς λογοτεχνας.
    Περιττ να σημειωθε πως οι συνθκες εργασας του τυπογραφεου ειναι οτι χειρτερο για την εθραυστη υγεα του και την αρρστια της φυματωσης που εχε ηδη εκδηλωθε. Ομως η θληση και το πεσμα του να καταξιωθε ως ποιητς τον κνει να εργζεται 10-12 ωρες στο τυπογραφεο και τις νχτες να διαβζει και να γρφει, επιβαρνοντας συνεχς την υγεα του. Ἀναστημνος στὴ σκλαβι, ὕμνησε τὴν ἐλευθερα. Καὶ χνοντας τὶς ὀμορφιὲς τῆς ὀρεινῆς Ἠπερου, ποὺ δὲν ἐπρκειτο νὰ ξαναδεῖ, (οἱ Τοῦρκοι τὸν εἶχανε καταδικσει ἐρμην 25 χρνια ἐξορα στὸ φεζν), ἔκανε τραγοδι τὴ νοσταλγα του. Ὑπρχει πολὺ πθος καὶ πολλὴ ἀλθεια μσα στοὺς στχους του, γι᾿ αὐτὸ καὶ μᾶς δνουν μιὰ γνσια συγκνηση.
Ἡ ἐργατικτητ του ἐξλλου ὑπῆρξε χωρὶς προηγομενο. Παρὰ τὶς δυσκολες καὶ τὶς ἀντιξοτητες τοῦ βου του, ἔγραψε μσα σὲ μιὰ 5ετα τσα, ὅσα ἄλλοι χρειστηκαν ὁλκληρη ζωὴ γιὰ νὰ τὰ γρψουν.



    Εχει αρχσει ηδη να εγκαταλεπει τη καθαρεουσα και γρφει στη δημοτικ, της οποας ελχιστοι ηταν ττε υποστηριχτς. Το 1890 ετοιμζει την συλλογ του Αγροτικ την οποα υποβλλει στο Φιλαδλφειο Διαγωνισμ Ποησης, με κυριτερους αντιπλους τους καταξιωμνους ηδη ποιητς Παλαμ και Πολμη, που παρνουν τα 2 βραβεα κι αυτς μνο εναν παινο. Αυτ ηταν ομως η 1η του επιτυχα που τον καθιερνει ως γνωστ ποιητ και του δνει δυναττητα να ξεφγει απο τη δουλει του τυπογραφεου πινοντας δουλει στο περιοδικ Εβδομδα που εκδδει ο Δαμβργης κι εκε δημοσιεει τη μελτη του για τους βλχους της Πνδου. Σε λγο σταματ κι απο κει και πινει δουλει στο εγκυκλοπαιδικ λεξικ του Μπρτ, γρφοντας ρθρα και θματα για την Ηπειρο. Ττε του δνεται κι ενας διορισμς στους σιδηροδρμους Πελοποννσου με καλλτερη αμοιβ αλλ κουραστικ δουλει. Συνεχζει ομως να γρφει τις νχτες. Τη περοδο αυτ ολοκληρνει και το πι τλειο σως απο τα ργα του τον Τραγουδιστ Του Βουνο Και Της Στνης, το οποο υποβλλει πλι στο Φιλαδλφειο Διαγωνισμ.
     Εχε μως την ατυχα εισηγητς να εναι ο κλασσικομανς κι υπρμαχος της καθαρεουσας Αγγελος Βλχος που δε δχεται τη δημοτικ και δνει το βραβεο στο Στρατγη για ενα ασμαντο ποημα ενω ο διος μνει πλι με τον παινο. Η απφαση καταδικστηκε απο το σνολο σχεδν του κσμου των γραμμτων εν ο εκδτης της Ακρπολης Βλσης Γαβριηλδης τον κατακεραυννει σε ρθρο του. Η απφαση μως του διαγωνισμο αυτο χει σαν αποτελσμα τη μεγλη αναγνριση του ποιητ Κρυστλλη και του ανογει επιτλους τους ορζοντες που εχε οραματιστε απο μικρς. Δυστυχς μως ρθε αργ γιατ η αρρστεια εχει ηδη προδιαγρψει καταδικαστικ το μλλον του. Εν τω μεταξ εχει απολυθε απο τους σιδηροδρμους αλλ η τχη του χαμογελ μλλον ειρωνικ αφο τρα κερδζει σε ενα λαχεο αρχαιοττων 2500 δραχμς, ποσ σημαντικ για τον διο και την εποχ, αν σκεφθομε οτι στη 1η του δουλει στο τυπογραφεο εχε ημερομσθιο μα δραχμ. Η κατσταση ομως της υγεας του εχει επιδεινωθε με αιμοπτσεις και δεν του επιτρπει ουτε να εργαστε ουτε να γρψει. Οι φλοι του προσπθησαν να τον απομακρνουν απο την Αθνα αλλ ο ιδιος εχει πλον αποκτσει ψυχολογα μελλοθαντου και ξενυχτ παζοντας πρφα και γρφοντας ρθρα για το λεξικ Μπρτ.



     Σκληρ δουλει σε τυπογραφεο, σε περιοδικ Εβδομδα, το 1891, στους σιδηρδρομους. Ατρμονος κκλος βιοποριστικν δυσκολιν, πενιχρ εισδημα, μεγλες αντιξοτητες και κοπιαστικς τρπος ζως. Η υγεα του φθερεται, μως δεν ζητ βοθεια απ πουθεν. Περφανος Βλχος, περφανος λληνας που δεν θα πρει οτε την Ελληνικ υπηκοτητα -λεπανε κτι χαρτι- θα συμμετσχει 2 φορς στο Φιλαδλφειο διαγωνισμ Λογοτεχνας, θα κερδσει 2 επανους, θα χσει την υγεα του, ‘φλοι’ κανε το μπαολο με τα γραπτ του για το φβο της αρρστιας, φεγει για Κρκυρα μπως γνει καλ,μως τονε χειροτερεει το υγρ κλμα, τελικ φτνει ετοιμοθνατος στην ρτα κοντ στην αγαπημνη του αδελφ Μαρα...
   Απρλης, νοιξη… Ο 26χρονος ποιητς καει στον πυρετ, λινει κυριολεκτικ απ’ τους πνους και δυο μρες, δυο ολκληρες μρες συνρχεται απ τον λθαργο μνο για να ρωτσει την πιστ του Μαρα:
-Ο πατρας, ρθε ο πατρας… Μα πσο αργε….
-που να 'ναι Κωστκη μου ρχεται…
     φτασε λγο πριν τη κηδεα...
     Ο Κστας Κρυστλλης, πνευματικς αγωνιστς κι ιδιατερη προσωπικτητα πθανε ξημερματα Μεγλης Πμπτης 22 Απρλη 1894. Κηδετηκε τη Μεγλη. Παρασκευ 23 Απρλη 1894 λγο μετ το μεσημρι και τον Επιτφιο. Ο θνατος του σηματοδτησε το ξεκνημα της Αθανασας του. Το 26χρονο μλις αγρι που δολεψε σκληρ στο λγο του βου του, που βωσε ναν απστευτα σκληρ Γολγοθ στο λγο του βου του, που γραψε να απστευτα μεγλο λογοτεχνικ και ερευνητικ λαογραφικ ργο, στο λγο του βου του, που φυγε απστευτα ταλαιπωρημνο απ την ασθνεια της φυματωσης, απογοητευμνος και δυστυχισμνος, γινε σμβολο ενς λαο, του Ηπειρωτικο, εθνικς ποιητς της Ηπερου, ποιητς της Ελλδας που κντρα στους κριτικος λογοτεχνας της εποχς ο λας τονε λτρεψε. να χρνο μετ πεθανε απ την δια ασθνεια κι ο αδελφς του Γολας ο δσκαλος του Συρρκου. Δυστυχς γι' αυτν αλλ και για την Ελλδα, οτε η Αθνα, οτε οι νθρωποι της διοκησης αλλ οτε κι οι νθρωποι των γραμμτων, προσφεραν αυτ το ελχιστο που νθρωποι σαν τον Κρυστλλη χρειζονται για να προσφρουνε τον μεγλο διανοητικ, πολιτιστικ και καλλιτεχικ πλοτο του ταλντου τους στην πατρδα.



   Ο Κστας Κρυστλλης, το γνσιος καλλιτχνης. Δεν γραψε μαν σελδα, μαν γραμμν χωρς την σφραγδα της ιδιοφυος ψυχς του. Και τα πεζ του και τα μμετρα, και αυτ ακμη τα εις απλν και ανεπιτδευτον καθαρεουσαν γραμμνα - διτι απ' αρχς ο ποιητς δεν εχε κατανοσει τι αι λακα του εμπνεσεις παντο και πντοτε, μνον δια της λακς γλσσης, το δυνατν ν' αποδοθον και εταλαντεετο ζητν τον αληθ δρμον, πως ο αεροπρος πριν αναλβει την προς τα ψη πορεαν- λα μαρτυρον τι ο Κρυστλης βλεπε και ησθνετο βαθως, ειληκρινς, ανθρωπνως, νευ της μεσολαβσεως ξνων αναγνωσμτων, απηλλαγμνος πσης μιμσεως, παντς ψιττακισμο.
  -Γρηγριος Ξενπουλος

     Εξλλου, ο Ξενπουλος κι ριστος κριτικς, εκφρζει μεγλη εκτμηση για τα διηγματα του Κρυστλλη σε κριτικ του, που δημοσιεει στην εφημερδα στυ. Ενδεικτικ, το διγημα Η Δασκλα διακρνουν, το παρθενικ συνασθημα, η ψυχογραφικ εξλιξη της αφγησης, η εκφραστικ λεπτομρεια, η ευγενικ, αμοιβαα συμπαρσταση 2 νων ανθρπων κατ τη συνοδοιπορα τους στη Πνδο, που καταλγουνε σε ειδλλιο της φαντασας του αναγνστη. Σε να διαμντι, πως χαρακτηρστηκε το διγημα, δημοσιευμνο το μοιραο τος της ζως του διηγηματογρφου, το 1894. Θα ταν ενδιαφρουσα η μεταγραφ του σε μια κινηματογραφικ ταινα μεσαου μκους, για να φανε τι η ψυχικ συγγνεια κι οι κοινς περιστσεις μπορον να δημιουργσουν μια βαθει ερωτικ σχση.
     ταν οι επιφανστεροι κριτικο της εποχς και μεγλο τμμα του ττε αναγνωστικο κοινο αναγνριζαν την αξα του Κρυστλλη, δεν λειψε η αρνητικ επιφυλακτικ κριτικ του ργου του -μετ το θνατ του κι αθης- χωρς μως να αλλξει τη πορεα του. Κυρως, του καταλογζανε δουλικ μμηση του δημοτικο τραγουδιο, χωρς οι επικριτς να εμβαθνουν στη γραφ του. Παιδ της υπαθρου, επμενο ταν να επηρεαστε απ τη λακ ποηση, πως κι λλοι, πολλς φορς χρησιμοποιοσε τα εκφραστικ της μσα -παρδειγμα ο διλογος- με τη διαφορ τι συνδεε τη λακ ποιητικ κληρονομι με το λγο του, με τη δικ του θερηση της ζως και τελικ δημιοργησε προσωπικ ποηση. Και δεν εκτιμθηκε απ ορισμνους κριτικος, τι γρφοντας σε μια γνσια λακ γλσσα, στο τλος του 19ου αι., συνβαλλε στην επικρτησ της και τη προδο του νεοελληνικο διηγματος.


     Οι σκληρς δοκιμασες φηναν με λαβωμνα φτερ τον ποιητ και που μποροσε, δεν φτασε. Η πραγματικτητα τον αδκησε, αλλ σημασα χει η λμψη του ργου, που πρφτασε να κληροδοτσει και το μνυμ του ως ανθρπου προς τον νθρωπο. Αυτ η αλθεια αφορ λους τους εργτες της τχνης και της επιστμης, αλλ τηρουμνων των αναλογιν και τα γνωστα στους πολλος πρσωπα, ανεξρτητα απ την ολικ μερικ ολοκλρωση των προσπαθειν τους. Ο εξριστος ποιητς προβλλει την ομορφι της Ελλδας και το θος της, σε σνδεση με το μνυμα, πως ο δεσμς του ανθρπου με τη φση εναι ανγκη της ψυχς. Σμερα αυτ το μνυμα χει πρει δραματικ δισταση: ο σεβασμς της φσης αποτελε επιτακτικ ανγκη της ζως στον πλαντη μας.
     Ο σγχρονος νθρωπος, στα δεσμ της θεοποησης του χρματος και της τεχνολογας, σως αποζητ τη μνα-φση, σε ρα διαλγου με το βαθτερο εαυτ του. Αν ερισκε, κατ το δυνατν ανταπκριση η φων του Κρυστλλη, θα μασταν καλλτεροι νθρωποι. "..ω φση, ολκερη ζω, κι ολκερη σοφα!" γραφε κι ο Παλαμς. ραγε οι 2 ποιητς μας, με τον τραν καημ της φσης, περιμνουν να τους δσουμε ελπδα τι θα κατανοσουμε επιτλους το μνυμ τους; Κι τι θα αγωνιστομε για την αποτροπ συνεπειν της κλιματικς αλλαγς, βαρτερων απ τις σημερινς που επιφρουν μεγλες καταστροφς;
     Με τον Κρυστλλη η ελληνικ ποηση, που ως ττε τανε κυρως ψετικη, ρομαντικ και κλαψιρικη, βρκε μι καινορια ντα, ερωστη, λεβντικη και γνσια ελληνικ. Μας ζωντνεψε τον κσμο του χωριο και της στνης· του βουνο και του δσους, της ορεινς ομορφις και της εθνικς μας παρδοσης. ταν μι σημαντικ στροφ της ποιητικς μπνευσης προς την ντπια παρδοση και μλιστα με τα μτρα που ταν σε χρση και στο δημοτικ τραγοδι, με τον λακ 15σλλαβο. H ποηση αυτ αγαπθηκε αμσως απ το ελληνικ κοιν και εξακολουθε να αγαπιται ακμα, πως αγαπθηκε και ο ποιητς, στον οποο η λατρεα του κοινο χει στσει ως σμερα τσσερεις προτομς (στην Πεντλη, στην Αρτα, στα Γιννενα και στ Λρισα). Στην προτμηση αυτ συντλεσαν ασφαλς και οι δραματικς συνθκες κτω απ τις οποες ζησε ο ποιητς, που πθανε λλωστε πολ νος, σχεδν παιδ, μλις 26 ετν.



     Ο Κρυστλλης υπρξε ποιητς τ' αψλου. Παιδαρλι κατβηκε απ τα ψηλ της Πνδου και φοβθηκε μη τονε φει ο κμπος. Γι' αυτ κι υπρτατα παρακαλοσε στο ποημ του τον Σταυραητ να χαμηλσει λγο (βλ παρακτω). Ποημα-καημς ελευθερας, που πρασε στα σχολικ βιβλα κι γγιξε τις ψυχς των σχολιαρπαιδων. Το "θλω" του ποιητ απαιτε απ το ημερδεντρο να τρει βελνια, τυρ ελαφιο και γλα απ' γριο γδι. Απαριθμε τα θλω του καθτι η μορα του τον ριξε στον κμπο της χαμοζως. Σπνια χει τυπωθε αυτ η λαχτρα της ελευθερας. Οτε χει συνδεθε με τα φτερ και το πταγμα του σταυραητο. Ζοσε τον υπαρξιακ παγανισμ και τη καση του ρωτα της καρδις του. Απ' τη Πνδο ντλησε τον πλοτο της γριας ομορφις της φσης, που κρπτεσθαι φιλε, μπας και συνειδητοποισουμε πως εμαστε η λλογη προκτασ της (κι η καταστροφ της). Κρτησε στα μτια του και στη ψυχ του εικνες, ακοσματα, τραγοδια που ρχονταν απ τους αινες, σαν μια συμπαντικ συναυλα. Ηπιε το αστερευτο νερ απ τη βρυσομνα παρδοση του τπου του. Εδε τα λαμπερ αστρια να χαμηλνουν μες στη νχτα κι τσι του βγκε ο καημς στα ποιματα.
     Η συναισθηματικ μνμη γμιζε απ τους αντλαλους των ρυακιν που κελαηδοσαν κι απ' να βουητ της θεας δημιουργας. Και την λλη μρα και τη παρλλη κουσε το ξπνημα της φσης κι ρχισαν να κατρακυλνε οι λξεις του και στο θολ ποτμι να γνονται δυο αδρφια αγκαλιασμνα. Τραγοδια και ποιματα μιας γλσσας που εχε γραμματικ τις κορυφογραμμς και συντακτικ τους ανθρπους. Ο Κ.Κ. πρασε το τοξωτ Γεφρι της Πλκας, τον ποταμ Αραχθο (αρων τη χθνα) και το Γιοφρι της Αρτας, κυνηγημνος απ τους Οθωμανος· καταδικστηκε σε εκοσι χρνια φυλκιση κι εξορα μαζ. Αρνθηκε υποτροφα για το Βουκουρστι. Τον πατρα του τον κρμασαν οι Τορκοι γιατ ταν επανασττης. Ο Κ.Κ. ξεκνησε απ τη ρζα των πραγμτων και δχτηκε τη παρδοση για να τη παραδσει. Εναι η συνχεια του ποιματος με μμετρο και πεζ λγο· απ μικρ παιδ γινε να η μορφ και το περιεχμενο. Εχε μσα του ποιητικ δναμη. Βωνε αυτ που κανε -γραφε με το αμα του. Ελεθερος στην κφραση, χωρς δεσμεσεις και καλοπια, εχε το δημοτικ τραγοδι στα κτταρ του. Ο νεαρς ποιητς, με λο του το εθνεγερτικ σφργος και την αγν αγπη του για τη πατρδα και την ελευθερα της, εξιστοροσε και διηγονταν ανθρπινα ετε με τη ποησ, ετε με τη πρζα, ετε με τη καθαρεουσα, ετε με τη δημοτικ.



     Κλθει με λξεις το μαλλ κι υφανει με την ντοπιολαλι του το στιγδι της λογοτεχνας. Εναι ο Ηπειρτης ποιητς κι Ελληνας, που ρχεται απ το πειρον της Ηπερου κι εναι ευτυχα που επιστρφει σμερα εδ. Εναι ο Ελληνας πρσφυγας -τσι αποκαλοσε τον εαυτ του, αφο οι αρχς της πρωτεουσας δεν του χορηγοσανε ταυττητα γιατ δεν εχε χαρτι, αδιαφορντας αν τανε κυνηγημνος απ τους Τορκους. Εγραφε στον Σπυρδωνα Λμπρου (γιατ καιγταν χι μνο να εκφραστε αλλ και να φανε χρσιμος στη πατρδα του): "Εναι κακ να εσαι ξνος μα πιο σκληρ να εσαι ξνος στην δια σου την πατρδα...Εκτς τοτου η επρατος μορα μου η προορσασα τσα δειν δι την ζων μου με εδρησε και με το χεριστον εν τω παρντι αινι ελττωμα, το να μη δναμαι να εκφρζωμαι δι λγων, ως πρπει, τα δυστυχματ μου".
     Οι πρτες ποιητικς συλλογς του εντσσονται στο ρομαντισμ της Α' Αθηνακς Σχολς κι εναι γραμμνες σε καθαρεουσα, αποτλεσμα των επιρρον που δχτηκε απ την επαφ του με το πνεμα του αθηνακο ρομαντισμο. Με τα Αγροτικ πρασε στον κκλο της Νας Αθηνακς Σχολς, στρεφμενος προς τη δημοτικ γλσσα και το δημοτικ τραγοδι. Στη πεζογραφα οι επιρρος του εντοπζονται στο χρο των λακν παραδσεων. Και στα πεζ του χρησιμοποησε αρχικ τη καθαρεουσα, στρφηκε ωστσο σντομα προς τη δημοτικ, που στη χρση της συγκαταλγεται στους πρωτοπρους. Οι επιδρσεις που χει δεχθε εναι απ το δημοτικ τραγοδι, ργα κλασσικν ποιητν ὀπως του Ομρου, απ τον Ερωτκριτο, απ συγχρνους του, πως τους Βαλαωρτη, Ζαλοκστα, Βηλαρ κι απ τους ρομαντικος της Αθηνακς Σχολς, πως τον Αχιλλα Παρσχο.
     Την εποχ που λοι εκθεαζαν τα τραγοδια του, ο Ξενπουλος εχε δη διαγνσει κι επισημνει τη μεγλη σημασα του πεζογραφικο ργου του ποιητ του βουνο και της στνης. Ο Κρυστλλης δεν εναι μνον ο πρτος που γραψε στη δημοτικ, εν ακμα λοι οι λλοι αλληθριζαν προς τη καθαρεουσα, παραπαοντας ανμεσα στις 2 γλσσες. Στα ελχιστα χρνια που ζησε, πρλαβε να μας δσει κποια δεγματα γραφς που φανερνουνε το γεννημνο πεζογρφο. Στα διηγματ του εναι πληθωρικς, βιζεται να τα πει λα, σαν να προαισθνεται πως δεν υπρχει γι' αυτν πστωση χρνου -η τσο απαρατητη για τη δουλει ενς πεζογρφου. Η ζωντνια του στις περιγραφς της φσης ξαφνιζει. Οι διλογοι του χουνε την απλτητα και τη σοφα του λακο λγου. Κι ταν ακμα μνο 26 χρονν. να παιδ!



     Σμερα, πντως, εμαστε πολ κοντ στο να συνειδητοποισουμε αυτ που χει απ καιρ υποδεξει ο Λνος Πολτης: ο στχος του Κρυστλλη μπορε νετα να διεκδικσει την αυτονομα του απ τις πηγς του δημοτικο τραγουδιο, κερδζοντς μας αμσως με τον ζωνταν κι απολτως προσωπικ του τνο. "Ακμα κι η χρση των ιδιωματικν λξεων, ταν δεν φτνει στην υπερβολ, αποτελε να πρσθετο στοιχεο γοητεας και δεγμα τεχντη χι κοινο", επιμνει ο Πολτης, επιτρποντς μας να βγλουμε τα αναγκαα συμπερσματα και για το πεζογραφικ ργο του τραγουδιστ του χωριο και της στνης.
     Τα δημοτικ τραγοδια και τα παραμθια εξλλου, μαζ με τη λακ τχνη, τις ντοπιολαλις και τη παρδοση, ενδιαφρουν τους περισστερους συγγραφες της γενις του 1880, που εναι και γενι του. Οι ηθογρφοι αυτς της γενις εναι, σχηματικ μιλντας, χωρισμνοι στα 2. Απ τη μια στκουν εκενοι που επιδικουν να ωραιοποισουν και να εξιδανικεσουν την παιθρο. Απ την λλη βρσκονται σοι επιζητον να προβλουν τη δσκολη, σκληρ καθημεριντητ της σε συνρτηση με το βρος του λακο πολιτισμο. Ο Κρυστλλης αγαπ απ' τα βθη της καρδις του τη φση, αλλ δεν εναι εξιδανικευτικς, εν ο λακς πολιτισμς αναδεικνεται στη δουλει του σα σρκα εκ της σαρκς του. Μπανοντας στα καθκαστα της πεζογραφας του, θα πρπει να πομε προκαταρκτικ πως αντλε λιγτερο απ το ρομαντισμ και το δημοτικ τραγοδι (πως συμβανει με τα ποιματα) και περισστερο απ τις λακς παραδσεις, συν το αδιαμφισβτητο γεγονς πως εκενο που κυριαρχε στη σκηνογραφα της εναι χι μνον η παιθρος αλλ κι η πλη. Πλι, μως, τα στοιχεα που δεσπζουν στα Πεζογραφματα δεν εναι τσο η παρδοση και τα ερευνητικ λαογραφικ ενδιαφροντ του, που 'χουν αποτυπωθε σε ξεχωριστς εργασες, σο 2 λλα, αρκετ διαφορετικ δεδομνα: απ τη μια πλευρ, η πολιτικ κι η Ιστορα κι απ την λλη, η δναμη της φσης μαζ με την εκστατικ και τη μεταστοιχειωτικ της ορμ.



     Ως προς τη πολιτικ και την Ιστορα, οι αναφορς του ξεκινν απ τον εθνικ ρωα της Αλβανας Γεργιο Σκεντρμπεη, η μορφ του οποου μπορε να συνενσει Αρβαντες κι λληνες (Η Εικνα), την υποταγ -μσα απ να παραμθι- του Αργυρκαστρου στους Οθωμανος (Αργρω Η Μονοβζα) και το χρονικ (1811-1881) των αποτυχημνων επαναστατικν προσπαθειν κατ της οθωμανικς διοκησης στα Γιννενα (Το Σημειωματρι Του Γεροκαλαμνιου), για να φτσουν μχρι τις διξεις και τη καταπεση του ελληνικο πληθυσμο της Ηπερου απ' τους Τορκους (Το Σουλιωτπουλο και Η Κυρα-Ντσα) τις πολπαθες περιπτειες της κλεφτουρις πνω στα ηπειρτικα βουν (Εις Την Στνην Του Μπρμπα Μου, Τα Χριστογεννα Των Κλεφτν, Καπετν-Κωνσταντρας). Ως προς τη δναμη της φσης, που δνει γενναα το παρν σε λα τα διηγματα, η γκμα περιλαμβνει απ ποιμνες απομονωμνους στην γρια παιθρο (Στα Χαλσματα) μχρι την ικαντητα των φυσικν στοιχεων να ευεργετσουνε τη βασανισμνη ψυχ του ξενιτεμνου (Το Φυλαχτ Μου) το ενθαρρυντικ πλωμα του βλμματος σε να τοπο που εγκλεει στο εσωτερικ του εκτς απ την πειρο και τη Θεσσαλα (Ο Χωρισμς). Κπου στο ενδιμεσο φσης κι Ιστορας θα βρομε και τον ρωτα: ρωτας υψηλφρων και δυνατς, ανμεσα σε καρδις τοιμες να του παραδοθον εξ ολοκλρου (Η Δασκλα). Κποια σημασα χει, τλος κι η χαρ της ομαδικς δημιουργικς δουλεις για ναν υψηλ σκοπ, πως η ανοικοδμηση μιας εκκλησας (Τα Μρμαρα).
     Διατρχοντας το πεδο της πολιτικς και της Ιστορας, ο Κρυστλλης θα υιοθετσει να σαφς εθνικ τνο, δεν θα καταλξει μως σε καμμι περπτωση εθνοκεντρικς (τα ιστορικ πθη των Αλβανν με τους Τορκους δσκολα αποσπνται απ τα αντστοιχα πθη των Ελλνων). Διατρχοντας πλι το πεδο της φσης, ο λγος του θα αποκτσει εξαιρετικ ποικιλα εκφνσεων: απ τη μανα των καιρικν φαινομνων (το σκληρ κρο, οι νεροποντς και το ξεπγιασμα σε προστατευμνα κι απροσττευτα σημεα) και το χορ ανθρπων και ζων (απ τη πλοκ και τις περιγραφς των διηγημτων ξεπηδνε πρβατα, λκοι, αρκοδες, τσακλια κι αγριχοιροι) μχρι τις φωνς απ τραγοδια και μηνματα παραγγλματα που εκτοξεονται στους ουρανος πνω απ τις κρημνδεις οροσειρς, αποκαλπτοντας μια φση χι αγροτικ αλλ σπινοζικς μπνευσης -μια natura naturans που γεννιται κι αναπαργεται αφ' εαυτς, σαν λλος θες.



     Γρφοντας λλοτε σε ιστορικ κι λλοτε σε παροντικ χρνο, συνδει, πως εναι σως αναμενμενο, τη φση με τη τοπιογραφα του, σ' να κκλο που περν απ τα Γιννενα, την ρτα, το Μτσοβο, τη Πργα, το Ζαγρι και το Σολι, χωρς ν' αφσει απ' ξω τη Θεσσαλα και το Αργυρκαστρο. Κι αυτ η συνεχς εντοπιτητα, που εντσσει στους κλπους της αστικς περιοχς, αλλ και χωρι βοσκοτπια παραπμπει ββαα στην εντοπιτητα της ευρωπακς λογοτεχνας του 19ου αι., απ τον Maupassant και τον Alphonse Daudet μχρι το βερισμ του Giovanni Verga, δεχνοντας λλη μια φορ πσο μακρυ μνει ο Κρυστλλης απ την ειδυλλιακ ηθογραφα και το στεν λαογραφικ πνεμα. Μακρυ, ωστσο, απ τη λαογραφικ ιδεολογα μνει και με τη μετριασμνη κι ισορροπημνη δημοτικ του, που ενδδει στη τραχτητα μνον ταν ενσωματνεται στους διαλγους η ηπειρτικη ντοπιολαλι, με τη προσφυγ του στο αφηγηματικ εδος του χρονικο (Το Σημειωματρι Του Γεροκαλαμνιου) που συνδυζει τη κατθεση του αυτπτη μρτυρα και την ανακονωση των τοπικν ειδσεων της βυζαντινς χρονογραφας με το τχνασμα της ανακλυψης των χαμνων χειρογρφων. Πνω απ’ λα απομακρνεται απ την ηθογραφα και τη λαογραφα μσω της παρκαμψης του κεκανονισμνου ρεαλισμο που προποθτει η ποιητικ αντιμετπιση της πραγματικτητας απ τη πρζα του.




     Ως ποιητς-πεζογρφος (τον ρο εισγαγε με αφορμ την περπτωσ του το 1940 ο Μιχ. Ροδς) ο Κρυστλλης υιοθετε να ιδωμα που θα υπαγγει την Ιστορα και τη φση σε να λυρικ ρεαλισμ -να ρεαλισμ που θα διαρρξει ευθς εξαρχς τις σχσεις του με οποιαδποτε ννοια (αν εξακολουθομε να μιλμε για ηθογραφα και λαογραφα) θησαυρισμο, καταγραφς και καταλογογραφικς απεικνισης. Επιπλον η τελειτητα, η γλαφυρτητα κι η ζωντνια των εικνων που περιγρφει, εναι δχως λλο απαρμιλλη. Κανες απ τους ποιητς μας δεν αγπησε και δεν τραγοδισε τη φση, τις ομορφις της και τα ψηλ λεβντικα βουν της πατρδας μας, σο αυτς. Αυτ τον κανε αξιαγπητο και κοσμοαγπητο σε λη την Ελλδα. Και το κρυσταλλνιο τραγοδι του με την ειλικρνεια και τον τνο του δημοτικο τραγουδιο, με τις ωραες του ποιητικς εικνες και το δυνατ του στχο, κυλ απ κει με το κελρυσμα των ρυακιν και φτνει σε μας απλ και καθριο, αγν, πως ταν ο διος. "γουρος του χωριο κι εγ, παιδ κι εγ της στνης, σες φορς κμπους, βουν, στνες, χωρι διαβανω κι οργματα και ποταμις, ττοια τραγοδια λγω".
    Η ποηση του Κρυστλλη εχε μια γνσια ελληνικ ντα. Αν κι ζησε πολ λγο τα κεμενα που μας φησε εναι σα λλοι χρειστηκαν μια ολκληρη ζω για να τα συντξουν. Ο φτωχς ποιητς, αν και στερημνος απ τη πανεπιστημιακ μρφωση, που επιθυμοσε, δεν χνει ποτ την φεση για μρφωση αλλ και πολμορφη, ευσυνεδητη ρευνα. Τα Πεζογραφματα που εκδδει πριν απ το τλος του, αποτελον επιλογ κειμνων, που δημοσευε σε εφημερδες και περιοδικ. Ξεκιν απ τις αναμνσεις της Ηπερου και καταθτει αξιλογα μελετματα εθνογραφικο, ιστορικο και λαογραφικο περιεχομνου. Αναδεικνεται πρωτεργτης της λαογραφας της γενθλιας γης του. Μερικ λλα ργα του χθηκαν οριστικ γιατ κηκαν στη φωτι απ τη σπιτονοικοκυρ του, ταν μαθε πως τανε φυματικς. Μι πλρη βιογραφα του ποιητ, σε μορφ μυθιστορματος, εκδθηκε απ τον εκλεκτ λογοτχνη Μιχλη Περνθη με τον ττλο: Ο Τσλιγκας. To Υπουργεο Παιδεας κρυξε το 1994 ως τος Κστα Κρυστλλη.



   Ο Κρυστλλης δεν εναι ο λας που βρσκεται που γνεται ποιητς. Εναι ο ποιητς που βρσκεται και που γνεται λας".
  -Κωστς Παλαμς


ργα του:

Αι Σκια του δου 1887
Ο καλγερος της Κλεισορας του Μεσολογγου 1890
Αγροτικ 1891
Ο τραγουδιστς του βουνο και της Στνης 1893
Πεζογραφματα 1894.


===============


                        Πασχαλιν

Αυγολες απριλιτικες χαρζουν στα βουν μας,
Αυγολες χαμογλαστες, αυγολες διαμαντνιες.
Και τα λουλοδια ανογουνε στους κμπους, στα βουν μας,
Και ροβολνε οι λαγκαδις καθριες ασημνιες.

Στες περσυνς των τις φωλις ρθαν τα χελιδνια
Και σχζουν γρω μας τρελ το δροσερ τα' αγρι.
ξω στα δση τα σκιερ λαλον γλυκ τα' αηδνια
Και τα τρυγνια, οι πρδικες πετνε ταρι-ταρι.

Να την προβλλ' η Πασχαλι ξανθ, χρυσοντυμνη,
Και με λουλοδια εδ κι εκε χλια φιλι σκορπει.
λοι φιλιονται σμερα, εχθρο κι αγαπημνοι,
Την χθρα και το πεσμωμα καθνας λησμονει,

λα και συ, που μορφη μοιζεις αυγ τ' Απρλη,
Ξανθολα πεισματρα μου. Το πεσμα σου λησμνει,
Και δς μου το γλυκ φιλ στα ροδαλ σου χελη…
Γελει καθνας σμερα, φιλιται, δεν πεισμνει.

          Χειμρρα Πρε Τ' ρματα

Το κμα ταν ξαπλνεται στου πλαου την αγκλη
Και καρτερε να φσημα να στηλωθε να αγριψει
Να πνξει κθε κτεργο και κθε περιγιλι,
Ποιος νεμος βουλθηκε ποτ να το μερψει;

Το λογο εκει τ’ ανμερο, πo’ μαθε απ πουλρι
Ελεθερο, ανυπταχτο να τρχει, να ανεμζει
Τη χατη του στην ρημο και δχως καβαλλρη
Ποιος λει του βζει τη θηλι και σκλβο τον γυρζει;

Του λγγου τ’ αγριοδμαλο που του’ ναι νεροκρτης
Το ρμα του Ασπροπταμου κι μαθε να κεντρνει
Τα δντρα με τα κρατα, ποιος επε ζευγολτης
που του φορτνει το ζυγ και τ’ οδηγει κι οργνει;

Τον σταυραετ που πτεται απ’ τα μικρ του χρνια
Μεσουρανς στα σννεφα και σμγει με τ’ αστρια
Τα φλογερ τα μτια του και πνει απ τα χινια,
Να τον σκλαβσει ποιος μπορε μ’ σα κι αν χει χρια;

Το φλογερ αστραπβροντο, που σχζει κι ασβολνει
Τα σγνεφα και τα βουν, που χαλει μια χτση,
Που πργους, βρχια κι λατα βαθι ξεθεμελινει,
Ποιος ταν που ετλμησε να ειπε πως θα το σβσει;

Και της Ηπερου το στοιχει, την ξακουστ Χειμρρα,
Πχει γονι τον πλεμο, πχει τροφ το αμα
Και μτι της την αστραπ και χντο την αντρα;
Να την πατσει ποιος μπορε; Ποιος επε ττοιο ψμα;

Χειμρρα, πρε τ’ ρματα, κατ το Σολι βξε
Να παρατσει γλγορα τον ρμο χερουλτη
Και να ζωθε τ’ αρμοτι του, το γερο-Πνδο κρξε
Να μη χολιζει βρυπνος, να’ χει γρυπνο το μτι.

Βουν μου, πρτε τ’ ρματα, τα γρικ σας χινια
Και τα πολλ τα κροσταλλα να ανψει να τα λισει
Η πρη απ τα νιτα σας κι απ’ τα παλι σας χρνια.
Ποιον καρτερτε, δστυχα, να ρθει να σας σηκσει;

                Ἡ Ποδιὰ Τῆς Μαριῶς

Πλνει ἡ Μαριὼ στὸν ποταμ, πλνει τὲς φορεσις της,
κι οἱ ὀμορφις της λμπουνε, κι ἀστρφτουν στὸ κορμ της
ἀρδες τ' ἀσημκουμπα κι ἀρδες τὰ γιουρντνια,
καὶ στὰ καθρια τὰ νερὰ τὰ πδια της ἀσπρζουν
σὰν νἆταν μὲ τριαντφυλλα καὶ γλα ζυμωμνα.
Περνοῦν ἐκεῖθε πιστικοὶ καὶ κυνηγοὶ διαβανουν,
κι ἄλλοι τὴν λὲν Λιογννητη, ἄλλοι τὴν λὲν Νεριδα.
Πρασε κι ἕνας σταυραετς, πρασε ἀπνω ἀπνω,
καὶ σὰν νὰ νοιστηκε κι αὐτὸς τὴν ὀμορφιὰ τῆς κρης,
χαμλωσε ὡς στὸν ποταμὸ κι ἁρπζει τὴν ποδι της,
τὴ λαχουρι της τὴν ποδι, τὴ χρυσοκεντημνη,
ποὖχε ξομπλισει ἀπνω της τὸν οὐρανὸ μὲ τ' ἄστρα,
καὶ σκοζει ἡ ἄμοιρη Μαριὼ καὶ κλαει τὴν ποδι της.
Ὁ σταυραετὸς μεσουρανὶς χθηκε μσ' στὰ ἀστρια.
Σὲ λγες μρες ὕστερα ταρχθηκεν ἡ χρα,
παγνα πῆραν τὰ χωριὰ τοῦ βασιλιᾶ οἱ ἀνθρῶποι
καὶ δεχνουνε στὲς λυγερὲς ποδιὰ γεμτη ἀστρια,
καὶ σ' ὅποιας πισει τὸ κορμ, καὶ ὅποια τὴν πεῖ δικ της,
ἐκενη θὰ τὴν προυνε μαζ τους στὸ παλτι.
Πρασαν, πρασαν χωριὰ τοῦ βασιλιᾶ οἱ ἀνθρῶποι,
δεχνοντας τὴ χρυσὴ ποδι, κι οὔτε κι εὑρθη κρη
νὰ τῆς ταιριζει στὸ κορμὶ καὶ τὴν πεῖ δικ της.
Καὶ στῆς Μαριῶς πᾶν τὸ χωριὸ καὶ δεχνουνε στὲς κρες
ἀρδα ἀρδα τὴν ποδι, καὶ τὴν γνωρζουν ὅλες.
Μσα στὲς ἄλλες ἔρχεται καὶ τῆς Μαριῶς ἡ ἀρδα,
καὶ κοκκινζει ἀπὸ χαρὰ καὶ παρνει καὶ τὴν ζνει,
τνε γνωρζουνε μὲ μιᾶς τοῦ βασιλιᾶ οἱ ἀνθρῶποι,
καὶ τνε παρνουνε μαζ, τὴν φρνουν στὸ παλτι.
Παρνουν αὐτοὶ τὸ τμα τους, κι ὁ βασιλιὰς τὴν κρη.

                         Πθοι

Νξερες, μορφο βουν, τ μου θυμζει εμνα
να κεδρ, νας πεκος σου, μια ρεματι, μια βρση.
Νξερες μορφο βουν, τ πθους μου ξανφτει
κι νας ανθς σου ταπεινς με τη μοσχοβολι του,
Γι' αυτ, βουν μου, σ' αγαπ περσ' απ' λα τ' λλα.
...

Ἤθελα νἄμουν σταυραητς, νὰ πταγα τ' ἀψλου,
ν' ἀνβαινα στὴ Λικουρα, κατκορφα στὴ ρχη,
νἄριχνα ἐκεῖθε μα ματι, ν' ἀγνντευα τὸν Πνδο,
νὰ ἰδῶ πῶς μοῦ τὸν ἔκαμαν τὰ χρνια κι ἡ σκλαβι του.
Ποιὸς λει δὲν κλαῖνε τὰ βουν; Ποιὸς λει πὼς δὲν γερζουν;...
Χινια καὶ κροσταλλα παλι, γερματα γιομτα,
σκεπζουνε τὸν Πνδο μου, καὶ καταχνιὲς τὸν πνγουν·
κι ἀκογω, ἀκογω ἀπὸ μακρυ, ἀκογω ἀπὸ τὰ ξνα
τῆς γερατειᾶς του τὸ σκουσμ, τὸ κλμμα τῆς σκλαβιᾶς του.
Ἄχ! πτε αὐτὸ τὸ σκοξιμο, τρανὴ κραυγὴ θὰ γνει,
κραυγὴ ἀνμερου θεριοῦ, ἐκδκηση γιομτη,
νὰ μσει ἀπὸ τὴν ξενιτιὰ τὰ ἔρμα τὰ παιδι σου,
τ' ἀστροπελκια σου ἄρματα, Πνδε, νὰ μᾶς μοιρσεις,
μα μρα, ν' ἀναστσουμε τὴ δλια μας πατρδα!...
Ἄχ! πτε ἡ καταχνι σου αὐτὴ κι ἡ τση σου θολορα,
ποὺ τρα στὸ ἀτλειωτο σβανο σὲ τυλγει,
πτε νὰ γνει θὰ τὴν δῶ καπνορα ἀπὸ ντουφκια!...
Καὶ πτε αὐτὸς ὁ ἥλιος σου, ποὖναι νεκρὸς καὶ κρος,
πτε μα μρα θὲ νὰ βγεῖ ζεστὸς μσ' στὲς κορφς σου,
νὰ λυσουνε τὰ κροσταλλα καὶ τὰ πολλ σου χινια,
καὶ φυτρσουν, μα ἄνοιξη, μαζὶ μὲ τὰ λουλοδια,
ἀρματωμνα, Πνδε μου, τὰ νιτα τὰ παλι σου!...

                     Στο Σταυραητ

Απ μικρ κι απ' φαντο πουλκι, σταυραητ μου,
παρνεις κορμ με τον καιρ και δναμη κι αγρα
κι απλνεις πχες τα φτερ και πιθαμς τα νχια
και μσ' στα σγνεφα πετς, μσ' στα βουν ανεμζεις
φωλιζεις μσ' στα κρκουρα, συχνομιλς με τστρα,
με την βροντ ερωτεεσαι κι απιδρομς και παζεις
με τγρια αστραποπλεκα και βασιλιν σε κρζουν
του κμπου τα πετομενα και του βουνο οι πετρτες.

τσι εγεννθηκε μικρς κι ο πθος μου στα στθη
κι απ' φαντο κι απ' πλερο πουλκι, σταυραητ μου,
μεγλωσε, πρε φτερ, πρε κορμ και νχια
και μου ματνει την καρδι, τα σωθικ μου σκζει•
κι γινε τρα ο πθος μου αητς, στοιχει και δρκος
κι εφλιασε βαθι - βαθι μσ' στ' σαρκο κορμ μου
και τρει κρυφ τα σπλχνα μου, κουφοβοσκει τη νιτη.

Μπεζρισα να περπατ στου κμπου τα λιοβρια.
Θλω τ' αψηλο ν' ανεβ• ν' αρξω θλω, αητ μου,
μσ' στην παλι μου κατοικα, στην πρτη τη φωλι μου,
θλω ν' αρξω στα βουν, θλω να ζω μ' εσνα.
Θλω τ' ανμερο καπρ, τ' αρκοδι, το φλατνι,
καθημερν μου κι ακριβ να τχω συντροφι μου.
Κθε βραδολα, κθε αυγ, θλω το κρο τ' αγρι
νρχεται απ την λαγκαδι, σαν μνα, σαν αδρφι
να μου χαδεει τα μαλλι και τ' ανοιχτ μου στθη.

Μπεζρισα να περπατ στου κμπου τα λιοβρια.
Θλω ταψλου ν' ανεβ, ν' αρξω θλω, αητ μου,
μες στην παλι μου κατοικι, στην πρτη τη φωλι μου,
θλω ν' αρξω στα βουν, θλω να ζω με σνα.
Θλω τ' ανμερο καπρ, τ' αρκοδι, το πλατνι,
καθημερν μου κι ακριβ να τχω συντροφι μου.
Κθε βραδολα, κθε αυγ, θλω το κρο τ' αγρι
νρχεται απ τη λαγκαδι, σα μνα, σαν αδρφι,
να μου χαδεει τα μαλλι και τ' ανοιχτ μου στθη.

Θλω η βρυσολα, η ρεματι -παλις γλυκς μου αγπες-
να μου προσφρνουν γιατρικ τ' αθνατα νερ τους.
Θλω του λγγου τα πουλι με τον κελαηδισμ τους
να με κοιμζουν το βραδ, να με ξυπνον το τχι.
Και θλω νχω στρμα μου, νχω και σκεπασμ μου
το καλοκαρι τα κλαδι και το χειμ τα χινια.

Κλωνρια απ' αγριοπρναρα, φουρκλες απ ελτια
θλω να στρνω στοιβανις κι απνω να πλαγιζω,
ν' ακοω τον χο της βροχς και να γλυκοκοιμιμαι.

Απ ημερδενδρον, αητ, θλω να τρω βελνια,
θλω να τρω τυρ αλαφιο και γλα απ' γριο γδι.
Θλω ν' ακοω τρυγρω μου πεκα κι οξις να σκοζουν,
θλω να περπατ γκρεμος, ραδι, ψηλ στεφνια,
θλω κρεμμενα νερ δεξι - ζερβ να βλπω.
Θλω ν' ακοω τα νχια σου να τα τροχς στα βρχια,
ν' ακοω την γρια σου κραυγ, τον σκιο σου να βλπω.
-θλω.., μα δεν χω φτερ, δεν χω κλαπατρια,
και τυραννιμαι, και πον, και σβιμαι νχτα - μρα.

Παρακαλ σε, σταυραητ, για χαμηλσου ολγο,
και δσμου τες φτερογες σου, και πρε με μαζ σου,
πρε με απνου στα βουν, τι θα με φει ο κμπος!

                  Ἡ Καπετνισσα

Ἡ Ροσιω ἡ καπετνισσα, τοῦ Γρω-Δμου ἡ νφη,
στὰ παραθρια κθεται, τοὺς κμπους ἀγναντεει
κι' ἀναστενζει ἀπ' τὴν καρδιὰ καὶ μὲ τὸ νοῦ της λει:
- Μνα μὲ κακοπντρεψες καὶ μ' ἔδωκες σὲ κλφτη,
ποὺ βρσκεται στὸν πλεμο ἀπ' τὴν αὐγὴ ὡς τὸ βρδυ,
κι' ἀπὸ τὸ βρδυ ὡς τὴν αὐγὴ φυλει στὸ καραοῦλι,
καὶ δὲν τὸν εἶδα μιὰ φορὰ νὰ κοιμηθῇ σιμ μου.
Ἐγὼ τουφκια σκιζουμαι, τ' ἄρματα ἐγὼ τὰ τρμω.,
γιὰ νὰ τὰ ζσω στὸ κορμὶ νὰ πω ἀπὸ κοντ του,
κι ἐχτκιασαν τὰ στθια μου, ἐμλλιασε ἡ καρδι μου,
μαρθηκαν τὰ νειᾶτα μου κι ἡ ἐμορφι μου ἐχθη.
σὰν τ τὰ θλω τὰ φλουριὰ καὶ τὰ βαρειὰ γιουρντνια,
σὰν τ τὰ θλω τὰ χρυσᾶ κι' ἀσημωμνα ροῦχα,
σὰν δὲν κοιμοῦμαι μιὰ φορὰ στὸ πλ τοῦ καλοῦ μου;
Νἄμουνα κλλια πιστικ, κλλια θερστρα νἄμουν,
παρὰ ἡ καπετνισσα τοῦ Γρω-Δμου ἡ νφη.
Γιὰ ἰδὲς θερστρες, πιστικις, ὁλημερὶς γυρνᾶνε
στὰ ρματα στῂς λαγκαδις, στοὺς κμπους καὶ στὰ πλγια
μὲ τὸν καλ τους στὸ πλευρὸ καὶ μὲ μικρὰ στὰ χρια·
κι ἐγὼ κλεισμνη μοναχὴ ψηλὰ στὰ κορφοβονια,
τὰ λερωμνα του σκουτιὰ μπεζρισα νὰ πλνω,
κι' ὥρα τὴν ὥρα μὲ καρδιὰ καταλαχταρισμνη
τὸν καπετνο καρτερῶ τσες βραδειὲς κι' αὐγοῦλες,
πτε νὰ τὸν ἰδῶ γερὸς ν' ἀφσῃ τὰ λημρια,
νἀρθῇ στὸ σπτι μιὰ φορ, νὰ κοιμηθοῦμε ἀντμα!

                    Το Νεραδπαιδο

Απ' τη σπηλι π' ανογεται παρκει απ το ρμα,
Ξανθς Νεριδες και Ξωθις αυτν την ρα βγανουν.
Λοζουνε τ' σπρα τους κορμι στο ρμα το καθριο
Κι απ' την πολλν την ομορφι κι απ τη μοσχοβολι τους
Μοσχοβολει το νερ και λμπει ο τπος γρα.
Απλνουν τα μαντλια τους στες πτρες να στεγνσουν
Και στο σιαδκι στανουνε χορ και τραγουδνε.
Η Κλλω σρνει το χορ, η πρτη των Νεριδων,
Και τραγουδει η δετερη κι ακουλουθν οι λλες

           Το Τραγοδι Της Ξενιτις

Αναθεμ σε, ξενιτι, με τα φαρμκια πχεις!..

Θα πρω ναν ανφορο να βγω σε κορφοβονι,
να βρω κλαρκι φουντωτ και ριζιμι λιθρι,
να βρω και μια κρυβρυση, να ξαπλωθ στον σκιο,
να πιω νερ να δροσισθ να πρω λγη ανσα,
ν' αρχσω να συλλογισθ της ξενιτις τα πθη,
να ειπ τα μαρα ντρτια μου και τα παρπον μου.

'Ανοιξε θλιβερ καρδι και πικραμνο αχελι,
βγλε κνα χαμγελο και πες κνα τραγοδι.

-Τραγοδια αν εχ' η μαρη γη, κι ο τφος χαμογλια,
χει και του παιδιο η καρδι που περπατε τα ξνα.
Τα ξνα χουν καημος πολλος και καταφρνια πλθος!
Στα ξνα δεν ανθζουνε την νοιξη τα δντρα,
και δεν λαλονε τα πουλι, ζεστς δε λμπει ο λιος,
δε φυλλουριζουν τα βουν, δεν πρασινζει ο κμπος,
και δε δροσζει το νερ, και το ψωμ πικρανει!

Στα ξνα, ποιος θα σε χαρε και ποιος θα σε γελσει;
Πον' της μανολας τα φιλι, τα χδια του πατρα;
Ποναι τα γλια τ' αδερφο κι η συντροφι του φλου;
Πον' της αγπης οι ματις και τα γλυκ τα λγια;

Αν αρρωστσεις, ποιος θαρθε στην ξενιτι σιμ σου,
να σε ρωτ τον πνο σου, τα γιατρικ να δνει;
στο ρμο σου προσκφαλο να ξενυχτει μαζ σου;
Κι αν ρθει μερ' αγλκαντη στα ξνα να πεθνεις,
ποιος θα βρεθε στο πλι σου τα μτια να σου κλεσει;
Ποιος θα σου λοσει το κορμ, ποιος θα σε σαβανσει;
Στο λειψαν σου ποιος θαρθε λουλουδια να σε ρνει;
Και ποιος με πνο θα ριχτε στο νεκροκρεββατ σου
για να σε κλψει; Ποιος θα ειπε για σνα μοιρολγι;
Αχ! πως τους θφτουν, νξερες, και πως τους παν τους ξνους!..
Χωρς λιβνι και κηρ, χωρς παπ και ψλτη!

Ανθεμ σε, ξενιτι, με τα φαρμκια πχεις!..

Πο να τον πω τον πνο μου, πο να τον απορξω;
Να τον ειπ στα τρστρατα, τον παρνουν οι διαβτες,
να τον αφσω στα κλαρι, τον παρνουν τ' αγριοπολια!..
Κι αν κλψω, τα φαρμακερ τα δκρια πο να πσουν;
Αν πσουνε στη μαρη γη, χορτρι δεν φυτρνει,
αν πσουνε στον ποταμ, ο ποταμς θα στψει,
αν πσουνε στη θλασσα, πνγουνται τα καρβια,
κι αν τα βαστξω στην καρδι, με καν' με φαρμακνουν!

Ανθεμ σε ξενιτια, με τα φαρμκια πχεις!..

                     Τραγοδι Κλφτικο

Πτε θα 'ρθη μιαν νοιξη, θα 'ρθη να καλοκαρι,
που λουλουδιζουν τα κλαρι, που λινουνε τα χινια,
για να ζωθομε τ' ρματα και τα χρυσ τσαπρζια,
να βγομε κλφτες, βρε παιδι, κλφτες στα κορφοβονια;

Μες στην ψηλτερη κορφ να στσουμε λημρι,
να 'χουμε τ' στρα τ' ουρανο τ' αποβραδς κουβντα,
εμς το γλυκοχραμα να πρωτοχαιρετζη,
εμς ο λιος την αυγ, σαν κροη, να πρωτοβλπη.
Να μας ζηλεουν οι αετο, να μας ξυπνον τ' αηδνια
και μες στα γργαρα νερ και μες στες κρες βρσες
νεριδες να μας νβουνε, φιλι να μας χορτανουν.

              θελα Ν 'Μουν Τσλιγκας

θελα νμουν τσλιγκας, νμουν κι νας σκουτρης,
να πω να ζσω στο μαντρ, στην ερημι, στα δσα,
νχω κοπδι πρβατα, νχω κοπδι γδια,
κι να σωρ μαντρσκυλα, νχω και βοσκοτπια,
το καλοκαρι στα βουν, και τον χειμ στους κμπους.
Νχω απ πλιουραν βορ και στρογγα απ ροδμι,
νχω και σε ψηλν κορφ καλβα απ ρουπκια,
νχω με τα βοσκπουλα σε κθε σκρον γλντι,
νχω φλογρα να λαλ, ν' αντιλαλον οι κμποι,
νχω και κρη μορφη, στεφανωτν μου νχω,
να μου βοηθει στο σλαγο, να μου βοηθει στα γρκια,
κι ντας θα τα σταλζουμε τα δειλιν στους σκιους,
στης ρεματις τη χλωρασι μαζ της να πλαγιζω,
να με κοιμζει με φιλι στους δροσερος της κρφους.

          Το Τραγοδι Του Τρυγητο

Το λει ο πετροκτσυφας στο δροσερ τ' αυλκι,
το λεν στα πλια οι πρδικες, στην ποταμι τ' αηδνια,
το λεν στ' αμπλια οι λυγερς, το λεν με χλια γλια,
το λει κι η Γκλφω η μορφη, το λει με το τραγοδι
-Αμπλι μου, πλατφυλλο και καλοκλαδεμνο,
δσε σταφλια κκκινα, να μπω να σε τρυγσω,
να κμω αθνατο κρασ, μοσκοβολι γιομτο.
Μες στα κατγια τα βαθι σαν μσχο να το κρψω,
να το φυλξω ολκαιρες χρονις, ακριους μνες,
σπου να ρθε μιαν νοιξη, νρθει να καλοκαρι,
να γρει απ τη μακριν την ξενιτι ο καλς μου.
Να κατεβ μες στην αυλ, να πικω τ' αλογ του,
να τον φιλσω αγκαλιαστ στα μτια και στο στμα,
να τον κερσω, αμπλι μου, τ' αθνατο κρασ σου,
της ξενιτις τα βσανα να παν, να τα ξεχσει.

                        Ο Τργος

ταν ανθζ' η αγριμπελη κι απλνει τα κλαδι της
στο σκνο, στο χαμδενδρο, στου πεκου τα κλωνρια,
στα ρματα του ποταμο, στον εγκρεμ του βρχου,
κι αγραν, κμπους και βουν, την πλση πρα ως πρα
γιομζει απ μοσκοβολι με τον ανασασμ της,
πυκν - πυκν κι ολμαυρο μελισσολι πετιται
μες απ βρχους και κρινι, μες απ ερμις και κπους,
και τ' νθη της βοσκολογ και παρνει τον αχν τους,
και διαλαλει μ' να βοητ τον αναγαλιασμ του.
τσι οι κοπλες του χωριο πετιονται απ τα σπτια
κι εις κμπους κι εις βουν σκορπον, κι π' εναι αμπλι τρχουν
με τα καλθια τα πλεχτ και με τα βατοκπια
και με τραγοδια, με χαρς, ταν αρχζει ο τργος.
Αναταρζονται οι ερμις, αχολογον τ' αμπλια,
λες κι απ κθε πτρα ορθ, λες κι απ κθε βτον,
που στο χρτο σρνεται, κρης κορμ φυτρνει.
Πρσινη απλνεται η φυτι κι οι ργες μεστωμνες,
μαρες και κτρινες, ξανθις, μαυρολογον, γιαλζουν
στην πρτη αχτδα του ζεστο του λιου π' ανατλλει,
σαν μαρα μτια, σαν χοντρ κλωνι μαργαριτρια.
Οι βργες οι καμαρωτς λαμποκοπον κι εκενες,
κι οι περογλις ξαπλνονται στα διπλατα κρεββτια,
και στην πυκν τους χλωρασι και στο βαθ τους σκιο
την ιδρωμνην αργατι δροσζουν, ανασανουν,
την αργατι που ολημερς λο τρυγει κι απλνει,

Την αργατι που λαχταρ πτε να πσει ο λιος,
πτε να ισκισουν τα ριζ, να δροσερψει ο κμπος.

Ντος ο λιος που πεσε και πει να βασιλψει,
ντα που ισκισαν τα ριζ και δροσερεει ο κμπος...

O λιος χθη ολτελα και τα βουν σουρπσαν,
θλωσαν τ' ανοιχτ νερ κι απνω βγκαν τστρα...

Διπλ ανασαν' η εργατι κι απαρατει το ργο,
κι εκε που κληματβεργες κι απ παλιοργια φρχτες
καλβι ολρθο πλκουνε, δεπνον απλ κυκλνουν,
και τον απλ το δεπνο τους φωτει θαμπ λυχνρι.

στερα εις κθε μια φυτι, κθε χτο, κθε αμπλι,
τρανς ανβουνε φωτις μες στ' απλωτ σκοτδι.
Ολορ' - ολορ' απ' τις φωτις στανουν χορ οι κοπλες,
στρνονται χμου οι γροντες κι οι νιο, κι απ' λους νας
τους συνοδεει στο χορ μ' να απαλ τραγοδι
και μ' να λλημα γλυκ - γλυκ του ταμπουρ του.
σπου τ' αστρια τ' ουρανο το μεσονχτι δεχνουν,
και ττες οι χορο χαλον, σκορπν οι δουλευτδες.
Στρνουν για στρματα κλαδι κι αποσταμνοι γρνουν.

κι εκε που σβνουν οι φωτις, ρμες ανρια - ανρια,
το νυχτοπολι τ' γρυπνο γλυκ τους νανουρζει,
σπου να σκσει ο αυγερινς, που θα ξυπνσουν πλι,
πλι στο ργο τους να μπουν, στον ζηλεμνο τργο.

     Το Κντημα Του Μαντιλιο

Στην κρη του γιαλο ξανθ κθεται κρη
κι ωριπλουμο λευκ χρυσοκεντει μαντλι,
μαντλι του γαμπρο, του γμου της κανσκι.
Την θαλασσα κεντει, με τα νησι της λα,
κεντει τον ουραν με τα λαμπρ του αστρια,
τη γη με τα πολλ και με τα ωραα λουλοδια,
κεντει κι να βουν, ψηλ ψηλ και μγα:
το χραμα γλυκ προβλει στην κορφ του
και βφεται η κορφ και τ' ουρανο η λουρδα
ροδλευκη, νερ καθρια κι ασημνια
τα διπλατα πλευρ ξετρχουν κι αυλακνουν,
χιλιχρονα, παλι, βαθι, ισκιωμνα ορμνια
κεντει στις λαγκαδις με πρσινο μετξι
στους χτους, στα ριζα, κοπδια ασπρολογνε
και φανονται οι βοσκο, και στ' μορφο κεντδι
φλογρες λες κι ακος, λες και γρικς τραγοδια,
βελσματα βραχν και ηχος απ τρουκνια.

Στα πδια του βουνο κεντει γαλζια λμνη
με καλαμις χρυσς, νας ψαρς στην κρη
πεζβολον κρατε και δλωμα ετοιμζει,
κμπον πλατν-πλατν με σμαραγδνιο νμα
ολγυρα κεντει, στη μση απ τον κμπο,
ποτμι σιγαλ και φιδωτ ξομπλιζει,
με δφνες, με μυρτις και με δασι πλατνια,
με αηδνια, με φωλις, και στο πανριο ξμπλι
τον φλοβο του νερο θαρρες κι ακος, της δφνης
τον μρο, της μυρτις, θαρρες τι ανασανεις,
πως τον κελαηδισμ των αηδονιν ξανογεις,
πως νιθεις το απαλ της φυλλουργις μουρμορι...
Στην ακροποταμιν αλφι ζωγραφζει,
που σκφτει τα νερ να πιει, τα κρυσταλνια,
και, ξφνου, σατι στην πλτη το λαβνει,
στρφεται αυτ, κοιτει με πνο την πληγ του,
πσχει ν' απαλλαχτε, δε δνεται το μαρο,
κι απ τον ουρανν, απ τα δνδρα γρα
βοθεια λες ζητει... Ολγυρα απ τον κμπο,
πλθος μικρ χωρι κεντει, χωρφια ολοθε
με ολχρυσα σπαρτ, με θυμωνις, με αλνια,
πρσινα αμπλια αλλο, με κτρινα σταφλια,
κτρινα σαν φλουρι, κι μορφα κοπελοδια,
που μπανουν με πλεχτ καλθια και τρυγνε.

Γμον αρχοντικ σ' να χωρι πλουμζει,
με νφην, με γαμπρ, με φλμπουρα, με ψκι,
δρκους αλλο κεντει, και λμιες και νερδες,
κεντει κι ναν γιαλ με ζαφειρνια πλτια,
στην κρη του γιαλο την δια την θωρι της
ολφαντη ιστορε απ ομορφιν και νιτη
και πλοτον και αρχοντι, και στα λευκ της χρια
τ' αργχειρο κρατε, τ' ωριπλουμο μαντλι,
μαντλι του γαμπρο, του γμου της κανσκι,
ανρια το κεντει κι λο του λει τραγοδια:

-Μαντλι πλουμερ και χρυσοκεντημνο,
ποιος νναι τχα ο νιος οπο θα σ' αποχτσει;
Ποιος νναι τχα ο νιος που μ' να δακτυλδι,
μαντλι μου ακριβ, κανσκι θα σε πρει;
Ποιος νναι τχα ο νιος, που μ' να φιλημ του,

γλυκ και φλογερ, απ' το λευκ μου χρι
στην κλνη την αγν θα μ' οδηγσει νφην;
Ποιος νναι τχα αυτς; Πτε μου, εσες δεντρκια,
κι εσες καλ πουλι. Μουρμορισ μου αγλια,
εσ ωραε γιαλ και γαλαν ουραν μου!
Εσ, φτερουγιαστ, καθριε λογισμ μου,
γιατ δε μου τον λες, γιατ δε μου τον δεχνεις,
γιατ μια ωραα βραδι κρυφ δε μου τον φρνεις,
σαν νειρο χρυσ, γλυκ στην αγκαλι μου;..

           Τραγοδι Τοῦ Αργαλειο

Ἡ Ζερβοπολα ἡ ὄμορφη κι ἀρχοντοδυγατρα
στὸν ἀργαλιὸ τῆς ὕφαινε κι ἀνρια ἐτραγουδοῦσε:
– Διασδι, καλοδισιδο, γνεμνο στὸ νυχτρι,
διασδι μ', ὄντας σ' ἔγνεθα, τὸν συχνονειρεομουν,
διασδι, ὄντας σ' ἐδιζομουν, ἦρθεν ἀπὸ τὰ ξνα,
διασδι, ὄντας σ' ἐτλιγα στὴν ἐκκλησιὰ τὸν εἶδα,
διασδι, ὄντας σ' ἐκλναγα, μὄστειλεν ἀρραβῶνα.
Παῖξε ἀργαλι μου, βρντησε, πτα χρυσὴ σατα,
τρχτε καημνα χτνια μου, βαστᾶτε τὸν ἠχ μου,
νὰ βγοῦν τὰ ὑφδια γλγορα, νὰ ρψω τὰ προικι μου,
γιατ' ὁ καλς μου βιζεται, βιζεται νὰ μὲ πρει!

                  Ἡ Νησιωτοπολα

Νησιωτοπολα κθεται σὲ μαρμαρνιον πργο,
μὲ κντημα στὰ χρια της, μ' ἀγπη στὴν καρδι της.
Φορὲς-φορὲς τὸ κντημα κεντοῦσε μὲ τραγοδια,
φορὲς-φορὲς πισριχνε τὰ ξεπλεγα μαλλι της.
Κι ἀγνντευε τὸ πλαγος π' ἁπλνετο μπροστ της,
καὶ γκαρδιακὰ ἀναστναζε κι ἐχτπαγε τὰ στθια,
γιατ' ἀγριεμνο τὄβλεπε, μαῦρο, φουρτουνιασμνο·
κι αὐτὴ εἶχε λγο, στὸ γιαλὸ νὰ κατεβεῖ τὸ βρδυ,
κι ἀπ' τὸ νησὶ τ' ἀντικρυν, ποὺ χνεται στὸ κμα,
ὁ ἀγαπημνος της νἀρθεῖ, νὰ ποῦν τὸν ἔρωτ τους.
Ὁ ἥλιος ἐβασλεψε· σκοτδιασε, νυχτνει.
Τὸ κντημ της τ' ὄμορφο ἀπαρατει ἡ κρη,
καὶ κατεβανει στὸ γιαλὸ καὶ τὸν ἀκαρτερει.
Μαυρολογᾶνε τὰ βουν, καὶ σγνεφα μεγλα
σκεπζουνε στὸν οὐρανὸ τ' ἀστρια πρα πρα,
φυσομανει τὸ πλαγο, τὰ κματα βογγοῦνε,
κι ὅταν τὰ νφια ἀστρφτουνε, δεχνουν κορφὲς ἀφρτες,
καὶ δὲν γροικιται πουθενὰ τ' ἀγαπημνου ἡ βρκα.
Κθεται ἡ νιὰ κι ἀκαρτρει στ' ἀκρογιαλιοῦ τὰ βρχια.
Τὰ μακρυ της τὰ μαλλιὰ τὰ κυματζει ὁ ἀγρας,
καὶ σποῦνε μσ' στὰ πδια της τὰ κματα μὲ βγγο.
Ὧρες τηρει τὸ πλαγο, ὧρες τηρει μπροστ της,
νφια καὶ κματα μαζὶ συχνορωτει μὲ πνο,
ἂν εἶδαν κπου νρχεται τ' ἀγαπημνου ἡ βρκα.
Τὰ σγνεφα μνουν βουβ, τὰ κματα βογγοῦνε,
κι ἀναστενζουνε βαριὰ-βαριὰ τῆς νιᾶς τὰ στθια.
Φυσομανει ἡ θλασσα, τὰ κματα βογγοῦνε,
κι ἕνα μὲ τ' ἄλλο σπρχνονται καὶ σπνουν στ' ἀκρογιλι·
κι ἐκεῖ ποὺ ἡ κρη τὰ ρωτᾶ, βλπει ἕνα θεριωμνο
νὰ ψηλωθεῖ, νὰ ψηλωθεῖ, τὰ βρχια νὰ περσει,
καὶ νὰ τὴν πνγει στὸν ἀφρ. Τραβιται ἡ κρη πσω,
καὶ κλειντας τὴν ἀγκλη της, ποὺ ὁλνοιχτη βαστοῦσε
τὸν ἀκριβ της νὰ δεχθεῖ, σφγγει στὰ στθια ἀπνου
παραδαρμνο ἕνα κορμ, καὶ ἄψυχο, καὶ κρο.
Ταχιὰ ἡ φουρτονα ἡσχασε, τὰ κματα μερψαν,
καὶ οἱ ψαρδες πὤριχναν στὸ πλαγο τὶς βρκες,
στ' ἀκρογιαλιοῦ τὰ χματα καὶ μὲσ' στὰ βρχια βρσκουν
παραριγμνα δο κορμιὰ καὶ σφιχταγκαλιασμνα.

       Τὸ Μαρμαρωμνο Βασιλπουλο

Ἕνα παλτι ἀδιβατο κλειστὸ καὶ ρημαγμνο
πανρῃο βασιλπουλο βαστει μαρμαρωμνο.
Δρν' ἡ θολοῦρα, ἡ χειμωνιὰ τὸ ἔρμο τὸ παλτι,
κι' οὐδὲ μιλει τὸ μρμαρο, οὐδὲ κι' ἀνογει μτι.
Λμπει ὁ ἥλιος, κελαδοῦν τῆς ἄνοιξης τ' ἀηδνια,
κι' ἐκεῖνο μνει ἀσλευτο, βουβὸ ἀπὸ τσα χρνια.
Κἄποια νερδα τῆς ἐρμιᾶς καὶ μγισσα ὠργισμνη
τὸ καταρστηκε βαρειὰ καὶ μρμαρο ἔχει γνει.
Καὶ τὸ παλτι ἐρμαξε, τὸ σκπασαν τὰ δση
κι' ὡς τρα πδι ἀνθρωπινὸ δὲν ἔχει ἐκεῖ περσει.
Μονχα ὁ χρνος, ποὺ περνει ὁλημερὶς μπροστ του,
ἔγραψε μσ' στὸ μρμαρο μαζὶ μὲ τ' ὄνομ του:
«Χαρὰ στὴ νειὰ τὴν ὤμορφη ποὺ ἡ μοῖρα θὰ τῆς δεξῃ
τὸ σιδερχορτο νὰ βρῇ, τὴν πρτ' αὐτὴ ν' ἀνοξῃ,
ν' ἀγκαλιαστῇ τὸ μρμαρο, σιμ του ν' ἀγρυπνσῃ
σαρντα δυὸ μερνυχτα, γλυκὰ νὰ τὸ ξυπνσῃ».
Εἶνε παλτι ἐρημικὸ κι' ἀπκλειστο ἡ καρδι μου,
μαρμαρωμνον βασιληᾶ βαστει τὸν ἔρωτ μου.
Χαρὰ στὴ νειὰ τὴν ὤμορφη, ποὺ τὴν καρδιὰ θ' ἀνοξῃ
καὶ μὲ τὸ κρο τὸ μρμαρο τὰ χελη της θὰ σμξῃ.

                   Η Ποθοπλανταγμνη

Κτω 'ς τὸν Μαραθκαμπο, ποῦ ὁλονυχτῆς θερζουν,
Κἄποιος λεβντης θεριστὴς ψηλ τραγοῦδι λγει
Κι' ὠς τὸ ξημρωμα ξυπνὸν βαστει ὄλον τὸν κμπο·
Βαστει κι ἐμνα ξπνηγη τὴν ποθοπλανταγμνην
Δκα βραδις ὀλβολες 'ς τὰ παραθρια ἀπνου,
Κι' ἀπ' τὸν ἠχὸ τοῦ τραγουδιοῦ κι' ἀπ' τὴν γλυκειὰ φων του
Τὰ νυσταγμνα μτια μου τὸν ὔπνο δὲν τὸν θλουν.
Τὸν νιὸν αὐτὸν τὸν θεριστ, ποῦ τραγουδει τὴν νχτα,
Νὰ κτεχα, νὰ γνριζα! Ἥλιε, γλυκὲ πατρα,
Ἥλιε, ὁποῦ μοῦ χρισες τση ἐμμορφιὰ 'ς τὸν κσμο,
Μὴ τα χαλᾷς τὰ νιτα μου καὶ μ τα φαρμακνῃς.
Μὲ τὲς χρυσς ἀχτδες σου δεῖξε μου μιὰν ἡμρα
Τὸν νιὸν αὐτὸν τὸν θεριστ, ποῦ τραγουδει τὴν νχτα,
Νὰ τον γνωρσω, ν τον 'δῶ, δινεμμα νὰ του κμω
Τὴν νχτα νὰ μὴν τραγουδη, 'ς τὸν κμπο νὰ μὴ βγανῃ,
Νἄρχεται μὲ τοῦ φεγγαριοῦ τ' ἀπσκια 'ς τὴν αὐλ μου
Ν τον χορτανω φλημα, ν τον χορτανω ἀγκλια.

                      Ηλιοβασλεμα
                                                                                      (αποσπ.)
Πσω απ μακρινς κορφς ο λιος βασιλεει,
και τ' ουρανο τα σνορα χλιες βαφς αλλζουν,
πρσινες, κκκινες, ξανθς, ολχρυσες, γαλζες,
κι ανμεσ τους σκει λαμπρς λαμπρς ο Αποσπερτης.
Την πρη του καλοκαιριο την σβηε γλυκ αγερκι
που κατεβζουν τα βουν, που φρνουν τ' ακρογιλια.
Ανρια τα κλωνρια του κουνει ο γερο-πεκος,
και πνει και ρουφει δροσι κι αχολογει και τρζει,
η βρση η χορταρστρωτη δροσζει τα λουλοδια,
και μ' αλαφρ μουρμουρητ γλυκ τα νανουρζει·
θολνει πρα η θλασσα, τα ριζοβονια ισκινουν,
τα ζλογκα μαυρολογον, σκβουν τα φρδια οι βρχοι,
κι οι κμποι γρου οι απλωτο πρσινο πλαο μοιζουν.

Απ' ξω, απ τα οργματα, γυρνονε οι ζευγολτες,
ηλιοκαμνοι, ξκοποι, βουβο, αποκαρωμνοι,
με τους ζυγος, με τα βαρι τ' αλτρια φορτωμνοι,
και σαλαγον απ μπροστ τα δυο καματερ τους,
τραν, στεφανοκρατα, κοιλτα, με μακρι τραχηλι τραχηλτα,
«O! φωνζοντας, ο! Μελισσην, Λαμπρη»·
κι αργ τα βδια περπατον και πο και πο μουγκρζουν.
Γυρνονε απ τα ργα τους οι λυγερς, γυρνονε
με τα ζαλκια αχ τη λογγι, με τα σκουτι αχ το πλμα,
με τες πλατις των τες ποδις σφογγζοντας τον δρω·
και σ' ποιο δντρο κι αν σταθον, σ' ποιο κοντρ ακουμπσουν,
εις το μουρμορι του κλαριο, εις τη θωρι του βρχου
γλυκν γλυκ και πρσχαρον χαιρετισμ ξανογουν:
«Γεια και χαρ στον κσμο μας, στον μορφ μας κσμο!»

                     Αι Οδναι Μου

Γιατ με βλπεις πντοτε εις σκψεις βυθισμνον;
Με βλπεις μελαγχολικν, ρεμβν και τεθλιμμνον
και φεγουσαν με την χαρν, φλε, καθ' ημραν
και γενομνην βαθμηδν την ψιν μου ωχροτραν
και τνθη απεξηραμμνα της νετητος μου
προρως, πριν θλλωσι, σβεννμενον το φς μου,
το σμα μου κυρτομενον, απεσκελεθρωμνον,
και το ευρ μου μτωπον κατερρυτιδωμνον.
Και τις οδνη, μ' ερωτς, με καθιστ, φε! Οτω;
Πολλ εις σε εκονωσα, μθε λοιπν και τοτο.
Δουλεα και Αμθεια και Μητρυι, τρες εναι
αι δηλητηρισασαι τον βον μου οδναι.
                                           Συρρκον, 7 Σεπτεμβρου 1888
...

Μιαν Απριλιτικη βραδι, μια νχτ' αστερωμνη
ψηλ στου Πνδου τα βουν μονχος μου καθμουν
κι' εκτταζα στον ουραν, κι εκρυφοσυλλογιμουν
Πως ζε ο δλιος νθρωπος, πως ζε και πως πεθανει.
...
Το γιο χμα που πατς,
τα δση που διαβανεις
τα μαρα μτια που κοιτς,
τ' αγρι π' ανασανεις
τους ποταμος, τα κρα νερ,
τα πλγια τ' ανθισμνα
και τα βουν μας τα σκιερ
χαιρτα κι απο μνα. (1883)

        ΓΛΩΣΣΑΡΙ

πρη: πρωμα, κασωνας
ανρια: αραι
αχολογει: βουζει, παργει χο
ριζοβονια: πρποδες βουνο
ζλογκα: πυκν δση
ζευγολτες: γεωργο (που οργνουν)
ξκοποι: κατκοποι
αποκαρωμνοι: νυσταγμνοι απ τη ζστη
καματερ: βδια που χρησιμοποιονται στο ργωμα
τραχηλτα: με μακρι τραχηλι
ζαλκια: δεμτια ξλα που τα κουβαλον στον μο
λογγι: πυκν δσος
σκουτι: ροχα
κοντρ: μεγλη πτρα, κοτρνι

κρκουρα: οι κρες των ψηλν βουνν.
απιδρομ: παρνω φρα για να τρξω, ορμ.
πετρτης: εδος γερακιο.
πλερος: χωρς φτερ.
μπεζερζω: (λ. τουρκ.) κουρζομαι, βαριμαι.
λιοβρι: λβας.
τ' αψλου: ψηλ.
ζω: ζω.
καπρ: αγριογορουνο.
πλατνι: ελφι.
το τχυ: το πρω.
φουρκλα: διχαλωτ ξλο.
στοιβανι: σωρς απ ξλα.
ημερδεντρο: η μερη βαλανιδι.
ραδι: γκρεμς.
στεφνι: απτομη κορυφ βουνο.

                                    Γρμματα Στον Σπρο Λμπρο

                                                                                       27 Ιανουαρου 1889
Αξιτιμε κ. Σπ. Π. Λμπρε,
     ...δη μου συμβανουν και τα παρντα: Καταδικομαι υπρ του θνους, νομζω υπ των εχθρν αυτο. Ο Θες με σζει απ τας χερας των και με στλλει, με φρει μλλον αυτς ο διος εις το θνος, με ρπτει εν τω μσω της Πρωτευοσης αυτο, μεταξ του Βασιλως, Υπουργν, Βουλευτν και τσων λλων μεγλων (;) αντρν. Ζητ ενταθα και εκεθεν προστασα-και τι προστασαν; Οτε Υπουργς θλω να γνω, οτε Βουλευτς, οτε Βασιλες: μικρν υποτροφαν ζητ, ολγα χρματα, να εξακολουθσω τα σπουδς μου, τα γρμματ μου, δι’ με πλασεν ο Θες και να φαν χρσιμος εις την κοινωναν, εκπληρνων δηλ. την αποστολν μου εν τω κσμω (αν ουχ εδ εις τας πολυδαπνους Αθνας, εν τη ρτη τουλχιστο αλλαχο, ως του τελεισω το Γυμνσιον.).
     χι! Μοι απαντον, σοι καταδχονται να με ακοσουν και να μοι ομιλσι. χι! Δεν εναι δια σε τα χρματα του θνους, εναι δια τα στματα των ελεθερων (sic) Ελλνων, των υποστηρικτν των Βουλευτν, των Κομμτων, των Καταστροφων του θνους. Κι εγ; Ο δυστυχς εμαι δολος λλην, ξνος δηλαδ ενταθα υπολογιζμενος, και μνος, νευ ουδενς να με οδηγε εις τον ναν και εις τον λλον. Εκτς τοτου, η επρατος Μορα μου, η προορσατα τσα δειν δια την ζων μου, με εδρησε και με το χρισεν εν τω παρντι αινι ελττωμα, το να μη δναμαι να εκφρζομαι δι λγων, ως πρπει τα δυστυχματ μου.
     Με εδατε χθες… σον δεν κλαιον! Δεν ηδυνμην να σας αποκριθ δεντως εις τας ερωτσεις σας, διτι πνιγον την φωνν μου τα δκρυα, τα οποα κατηνγκαζον εκ των οφθαλμν συναποκομζοντα μαζ και τους λγους εντς. Εν τοιατη καταστσει ευρισκμην χθες ενπιν σας. ¨Ηθελα να κλασω, να κλασω, παντο οδο, παντο νθρωποι θα με βλεπον, και εντρεπμουν. …
     Ενταθα ουδν αγνωριμτερον, ουδνα δικαιτερον χω παρ εσς και δια τοτο σας περιγρφω τη θση μου, καθς γνωρζετε τις τελευταες συμφορς μας που στθηκαν αφορμ να ερημωθε η λαμπρ εκενη οικα εν Συρρκω, στην οποα η κοιντητ μας σας υποδχτηκε πρυσι.
     θελα ακμη πολλ, πολ πολλ, να σας γρψω, αλλ με πιζουν τα δκρυα και κλεω πλον την τελευτααν τατην σως επιστολν μου.
Σας προσκυν και διατελ μετ σεβασμο,
                                                                              Κ.Δ. Κρυστλλης

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers