-


Dali &









/




 
 

 

Maupassant Guy de:

 Γκυ ντε Μωπασσν

                                               Βιογραφικ

     Υπρξε νας απ τους σημαντικτερους διηγηματογρφους του 19ου αινα, την ιστορικ περοδο που νθισε η πεζογραφα σα μσο προθησης αλλ κι ελγχου τς ιδεολογας της αστικς τξης, που πια μεσουρανοσε στην Ευρπη. Τα ρεαλιστικ αφηγματ του εναι βαθι ριζωμνα στο ιστορικ τους περιβλλον, προσφροντας χαρακτηριστικ γεση απ το σκανδαλδες κλμα κενης της παρακμιακς εποχς, τα τλη του αινα. Το πραγματολογικ περιεχμενο της αστικς ηθογραφας εναι σγουρα ο μεζων λγος που μας προκαλε ενδιαφρον, αλλ χι κι ο μοναδικς. Παραμνει επσης νας απ τους μεγλους αφηγητς στην ιστορα των δυτικν γραμμτων, στη γραμμ της παρδοσης που εγκαινιστηκε με το "Δεκαμερο" του Βοκκιου και σημαδετηκε απ τα αλλκοτα διηγματα του Πε. Προσκολλημνα στη πλοκ και τη περιγραφ σκηνν εις βρος της εξγησης και της ενδοσκπησης, τα πεζογραφματ του θαυμστηκαν απ δισημους σγχρονος του, ΤουργκνιεφΤολστη & Φλομπρ, κι επηρασαν με τη σειρ τους δεινος συγγραφες του 20ου αινα: π.χ. ΤζιμςΚνραντ, ακμα και τον Πιραντλο.
     Εχε πολυκμαντη προσωπικ ζω, γεμτη πθη και δοκιμασες, αλλ ταυτχρονα δραστρια, δημσια, παρεμβατικ. Ανθρωπος πληθωρικς, φιλδονος, ταξιδευτς, αθλητικς, φιλοπερεργος, γνρισε εξσου τη δξα και την εξαθλωση. Επειτα απ μακρχρονη μαθητεα στη γραφ υπ την εποπτεα του Φλομπρ, εθελοντικ στρτευση στο γαλλοπρωσικ πλεμο και μια περοδο υπηρεσας στη γαλλικ δημσια διοκηση, εχε εντρυφσει αρκετ τσο στη λογοτεχνα σο και στη σγχρονη πραγματικτητα στε να γνει επαγγελματας συγγραφας, κερδζοντας μεγλη φμη και υψηλς αποδοχς. Τα ργα του γνονταν ανρπαστα και γνρισαν πολλς ανατυπσεις. Ο διος γλντησε τη ζω του ως διασημτητα, δχως δεσμεσεις και περιορισμος, με κτερα, επαλεις, εναλλασσμενες γυνακες και νθα παιδι, εν παρλληλα απορροφοσε εντυπσεις και περιστατικ για να τροφοδοτσει την αδηφγο πνα του.

     Ο Γκυ Ντε Μοπασν γεννθηκε 
5 Αυγοστου 1850 στο Φεκμπ, στη Νορμανδα. Η τχνη του ευ ζην, ο λιος κι η θλασσα, ο ρωτας, τα ταξδια, η Νορμανδα και ιδιατερα το πλτωμα του Caux που καταλγει στα απτομα βρχια της Διπης στη Μγχη αποτελον μερικ απ τα πθη του. Ο πατρας του ταν επαρχιτης ευγενς κι η μητρα του σνομπ κι αυταρχικ γυνακα που αγαποσε τις τχνες και τα γρμματα κι υπρξε μλιστα στεν φλη του Φλομπρ. Η σχση μως του ζευγαριο δεν τανε καθλου καλ κι οι συχνο καυγδες, παρουσα μλιστα πολλς φορς του μικρο, οδγησαν τελικ σε διαζγιοΟ Γκυ μεινε με τη μητρα του, της οποας η επιρρο υπρξε αποφασιστικ για την παραπρα πνευματικ και ψυχικ του εξλιξη. Η μητρα θα του μεταδσει την αγπη για τη λογοτεχνα, θα καλλιεργσει τη φαντασα του και μετ τον θνατ του θα παραμενει πιστ φλακας του ργου του. Απ τον πατρα του θα πρει τη τρλα των αισθσεων και τη μοναχικ, ακρεστη σεξουαλικτητα.
    
Ξεκιν τις σπουδς του στο εκκλησιαστικ κολγιο της Υβετ, αλλ το ανεξρτητο πνεμα κι ο ατθασος χαρακτρας του, οδγησαν στην αποπομπ του και στη συνχιση των σπουδν του στο Λκειο της Ρουν. Το 1870 ξεκιν νομικς σπουδς στο Παρσι, τη χρονι που ξεσπ ο γαλλο-πρωσικς πλεμος. Στρατεεται, αλλ ο αντιμιλιταρισμς του τον οδηγε να εγκαταλεψει μετ απ να χρνο το στρτευμα. Το 1872 βρσκει δουλει στο Υπουργεο Ναυτικν κι τσι γνωρζει απ κοντ τη κρατικ γραφειοκρατα, που απεχθνεται και που τσον εστοχα θα σατιρσει αργτερα στο ργο του. Νος, ευπαρουσαστος, γεροδεμνος περν τα Σαββατοκριακ του στις χθες του Σηκουνα παρα με τους κωπηλτες (παρνει κι ο διος μρος στους κωπηλατικος αγνες) και φλερτρει τα κορτσια που τους κρατον συντροφιΤο περιβλλον αυτ, που αποθαντισε με μοναδικ τρπο κι ο Ρενουρ στους πνακς του, θα αποτελσει πηγ μπνευσης για αρκετ διηγματ του αργτερα, αποκαλπτοντας, συν τοις λλοις και μια μυστηριακ σχση του συγγραφα με το υγρ στοιχεο.
    
Με την ενθρρυνση και τις υποδεξεις του παιδικο φλου της μητρας του Φλομπρ αρχζει το γρψιμο. Επσης μπανει στους λογοτεχνικος κκλους του Παρισιο και γνωρζεται με τον Ζολ, τους αφος Γκονκορ, τον Αλφνς Ντοντ, τον Τουργκνιεφ κι λλους ρεαλιστς συγγραφες της εποχς. Το 1877 γνεται μλος της ομδας Μεντν, που δρυσαν οι γλλοι ρεαλιστς και νατουραλιστς κι εγκαταλεπει το Δημσιο για ν' ασχοληθε αποκλειστικ με το γρψιμοΤο 1880 δημοσιεεται το μυθιστρημ του «Η Χοντρομπαλο» (Boule de Suif) και σημεινει αμσως μεγλη επιτυχα, αποτελντας ουσιαστικ την αφετηρα της συγγραφικς του σταδιοδρομας. Η ανλιξ του στο λογοτεχνικ στερωμα της εποχς υπρξε ταχτατη. Το ργο του αγαπθηκε απ τους συγχρνους του κι η πληθωρικ συγγραφικ του παραγωγ καθς κι η αθρα πληση των βιβλων του τον καναν γργορα πλοσιο και του νοιξαν τις πρτες της υψηλς κοινωνας.
    
Η πολυτραχη ζω του, το εντατικ γρψιμο και κποιες σως κληρονομικς καταβολς υπσκαψαν γργορα την υγεα του. Το 1877 εμφανζονται τα πρτα συμπτματα της σφιλης. Οι νευραλγες, που τον συνοδεουν απ νεαρ ηλικα, επιδειννονται και του δημιουργον μανες και παραισθσεις. Φοβται την τρλα, -απ' την οποα πσχει κι ο αδελφς του- και τον θνατο. Καταφεγει κι αυτς, πως κι λλοι «καταραμνοι» λογοτχνες και καλλιτχνες της εποχς του, στους «τεχνητος παραδεσους» των παραισθησιογνων.
    
Το ργο του εντσσεται στα πλασια του ρεαλισμο, του κριου λογοτεχνικο ρεματος της εποχς του. πως στον Μπαλζκ, στον Φλομπρ, στους Γκονκορ κι λλους γλλους ρεαλιστς συγγραφες, τσι και στον Μοπασν η καθημεριν ζω αποτελε το επκεντρο της θεματολογας του, μνο που στην προκειμνη περπτωση η θερηση της πραγματικτητας εναι κατ βση απαισιδοξη, στω κι αν πολλς φορς ο συγγραφας με χαρομενη διθεση σατιρζει ανθρπους και καταστσεις καταπινεται με σοβαρ κοινωνικ προβλματα. Στο στχαστρ του βρσκεται πντα η ανθρπινη βλακεα απ που και αν προρχεται (γραφειοκρτες, κληρικος, αστος, αγρτες), η σκληρτητα κι απανθρωπι, η ματαιοδοξα κι ο εγωισμς. Για τον Μοπασν ο νθρωπος εναι «να ζο κατ τι αντερο απ τα λλα». Στα ργα της ωριμτητς του ωστσο παρατηρεται μια στροφ προς τη συμπθεια και τη κατανηση των απλν ανθρπων που υποφρουν, θματα κι οι διοι μιας σκληρς πραγματικτητας που τους συντρβειΗ επιδενωση της υγεας του τον απομακρνει σταδιακ απ την απεχθ πραγματικτητα και τον οδηγε στον κσμο της φαντασας,
της εφιαλτικς φαντασας. Τα τελευταα ργα του, με αποκορφωμα τον «Οξαποδ» (Le Horla), εναι το αποτλεσμα ενς βιωμνου εφιλτη.
     Ο ξφρενος ρυθμς του, το οικογενειακ ιστορικ νευροπθειας κι η προσβολ του απ τη σφιλη, ασθνεια της εποχς, δεν ργησαν να τον εξουθενσουν και να τον καταστσουνε παρφρονα. Το 1891, τρελς πλον, αποπειρται ν' αυτοκτονσει κι οδηγεται στη ψυχιατρικ κλινικ του δκτορα Μπλανς, που πεθανει το 1893, χωρς να επανακτσει τα λογικ τουΣτα 43 χρνια που προλαβε να ζσει εχε δη συγγρψει περπου 300 διηγματα (συγκεντρθηκαν σε 18 συλλογς), 6 μυθιστορματα, 2 θεατρικ ργα, ταξιδιωτικ βιβλα, πολυριθμα χρονογραφματα και κριτικς.
     Το ργο του, στο σνολ του στοχεει στη διακωμδηση των ηθν, την αποκλυψη της νοσηρτητας της αστικς κοινωνας, της χρεοκοπας του πολιτισμο της λγω του κυραρχου υλισμο και της αποθωσης του χρηματικο και ατομικο συμφροντος, χι απλς στον τομα της οικονομας αλλ επσης στην πολιτικ, την οικογνεια, τον ρωτα. Ο καυτηριασμς του ηθικο καθωσπρεπισμο και των ποταπν κιντρων των αστν, σε λο το φσμα των σχσεν τους, υπρξε προσφιλς θμα στη γαλλικ λογοτεχνα της εποχς. Ομως η απεικνιση χαρακτρων και συμπεριφορν που φιλοτεχνε, εκτενεται σε διφορα κοινωνικ στρματα και ρλους, εκφρζοντας ευρτερη αντιουμανιστικ προοπτικ. Οι ιστορες του εναι γεμτες φιλδονους τυχοδικτες, πιστες αφελες γυνακες, χυδαους νεπλουτους, υπολογιστς μικροαστος, επιτηδευμνους κοσμικος, υποκριτς ιερωμνους, ξεστους και φιλοχρματους χωρικος.
     Η βαθι απαισιοδοξα για τη φση και το μλλον της ανθρωπτητας, που αποπνει το ργο του, αντανακλ την ομολογημνη επιρρο της κοσμοθερησης του Σοπενουερ και του Σπνσερ. Ωστσο, η απαισιοδοξα αυτ σε συνρτηση με το απρσωπο αφηγηματικ του φος, που οφελει στον Φλομπρ, δημιουργε μια ασθηση αμοραλισμο.
     Ο Μοπασν απλς παρατηρε κι αποδδει με τρπο αντικειμενικ τη σκληρτητα και το παρλογο της ζως -δε διδσκει οτε παρηγορε. Ενδεικτικ εναι το τι ο Τολστη, που 'τρεφε μεγλην εκτμηση στην υποβλητικτητα και την ειλικρνεια της γραφς του, σ' να δοκμιο που γραψε μετ τον θνατ του, τον εγκαλε ακριβς για την αποτυχα του να μεταδσει ορθ ηθικ αισθματα, να διακρνει το καλ απ το κακ. Ενοτε μλιστα ο συγγραφας δεχνει να γοητεεται απ τα ελαττματα των ηρων του, κυρως επειδ παραμνουν αμετανητοι. Στο πρτο του μυθιστρημα, «Μια Ζω», μια ευγενικ και ωραα γυνακα καταστρφεται απ τον αδιφορο και αδστακτο σζυγ της, εν στο περφημο «Φιλαρκο», παρουσιζει μια υποδειγματικ περπτωση κοινωνικς αναρρχησης ενς γη μσω της αμελικτης εκμετλλευσης γυναικν, χωρς η δρση του να σκιζεται απ κανενς εδους θεα δκη. Αυτ που τελικ εντυπωσιζει στις περισστερες ιστορες του, εναι η απρσκοπτη επικρτηση του κακο, η επιβεβαωση του νμου του ισχυροτρου, ο τυφλς εγωισμς των ενστκτων σε μια κοινωνα που θεωρεται πολιτισμνη.
     Αποκαλπτει χωρς συναισθηματισμος τι η πολιτισμς εναι απτη. Κι μως απχει απ το να εναι κυνικς. Παρ' τι συχν πικντικες και κωμικς σε τνο, οι ιστορες του δεν αποβλπουν απλς στην ψυχαγωγα του αναγνστη. Στα λογοτεχνικ του κεμενα ενυπρχει μια ντονη κριτικ δισταση που δεν προκπτει απ τη διατπωση αξιολογικν κρσεων, αλλ αντθετα απ την επμονη θεματοποηση της αδικας και της υποκρισας, η οποα εμμσως λειτουργε καταγγελτικ. Ο διος εξηγοσε τι ο ρεαλιστς μυθιστοριογρφος χει ως στχο «να μας αναγκσει να σκεφτομε, να καταλβουμε το βαθ νημα των πραγμτων». Σε ,τι αφορ τα πολιτικ δρμενα της εποχς του, ρθρωσε ναν ακμη πιο αιχμηρ λγο. Δεν ταν μνον απ τους πρτους που στηλτευσαν την κατκτηση της Τυνησας και την αποικιοκρατικ πολιτικ της Γαλλας αλλ τλμησε επσης να χλευσει την ανανδρα και τον ψευτοπατρωτισμ των ομοεθνν του κατ τον γαλλοπρωσικ πλεμο.
    
Ο θαρραλος αντισοβινισμς του συνδεται με τη φανατικ αντιπολεμικ του στση και την απχθει του για τις πολιτικς και οικονομικς ραδιουργες της 2ης Γαλλικς Αυτοκρατορας, με τις οποες εξοικειθηκε στη διρκεια της πολχρονης συνεργασας του με εφημερδες και λλα ντυπα της περιδου. Παρ' τι οτε οι εφημερδες στις οποες γραφε τακτικ ταν προοδευτικς οτε ο διος θα μποροσε να χαρακτηριστε με ακρβεια ριζοσπστης, στα χρονογραφματ του σχολαζε την επικαιρτητα αναλαμβνοντας ρλο δημσιου κατγορου ενντια στη διαφθορ και την ασυνειδησα. Επισμαινε ,τι στη πραγματικτητα η κινητριος δναμη του αστικο πολιτισμο εναι τα νειρα της κοινωνικς ανδου και της ατομικς ιδιοκτησας εν η θρησκεα κι η ηθικ εναι απλς συνθματα.
     Ανχνευε τα αστικ συμφροντα ακμα και στη καρδι της πολιτικς, γρφοντας χαρακτηριστικ: «Ζομε υπ τη βασιλεα της δωροδοκας των δημσιων λειτουργν, μσα στο βασλειο της εκολης συνεδησης, γονατισμνοι μπροστ στους μεγιστνες». Οι καταγγελες του εναι η κφραση μιας εκ των σω κριτικς, η οποα εντοπζει τις αντιφσεις και την αποτυχα του αστικο πολιτισμο να εμπραγματσει τις ηθικς αξες που υποτθεται τι πρεσβεει. Κι αν η φων του Μοπασν εξακολουθε να χει ισχ, παρ την τοπικ χροι της και τον ενμιση αινα που μεσολβησε, οφελεται κυρως στο τι αναγνωρζουμε πως δυστυχς πολ λγα χουν ουσιαστικ αλλξει απ ττε.

-----------------------------------------------------------------

                             Ο Μπαμπς Του Σιμν

     Εχε σημνει κιλας μεσημρι. Η πρτα του σχολεου νοιξε και τα παιδι ρμησαν σπρχνοντας για να βγουν πιο γργορα. Αντ μως να διαλυθον αμσως και να πνε για φαγητ, πως κθε μρα, στθηκαν πιο πρα, σχημτισαν ομδες κι ρχισαν να ψιθυρζουν. Κι λα αυτ γιατ εκενο το πρω ο Σιμν, ο γις της Μπλανστ, ρθε στο σχολεο για πρτη φορ.
    
λα εχαν ακοσει να μιλον για την Μπλανστ στα σπτια τους και παρλο που λοι δημσια την υποδχονταν καλ, οι μητρες τους ωστσο της δειχναν ναν οκτο κπως περιφρονητικ που πρασε και στα παιδι χωρς να ξρουνε το γιατ.
    
σο για τον Σιμν, δεν τον γνριζαν, επειδ δεν βγαινε ποτ και δεν αλτευε μαζ τους μες στους δρμους του χωριο στις χθες του ποταμο. Δεν τον αγαποσανε κιλας κι τσι με κποια χαρ ανμεικτη με αρκετ κπληξη δχτηκαν και διδωσαν ο νας στον λλο τα λγια που επε να αγρι δεκατεσσρων με δεκαπντε χρονν, που φαινταν να ξρει πολλ, επειδ κλεινε με νημα το μτι.
 -"Ξρετε, ο Σιμν ... να, δεν χει μπαμπ".
    
Ο γις της Μπλανστ κανε κι εκενος με τη σειρ του την εμφνισ του στο κατφλι του σχολεου. ταν εφτ οχτ χρονν. ταν χλωμοτσικος, πολ καθαρς, φαιντανε συνεσταλμνος, σχεδν αδξιος.
    
Επστρεφε στη μητρα του, ταν οι ομδες των συμμαθητν του, ψιθυρζοντας πντα και κοιτζοντς τον με βλμματα μοχθηρ και σκληρ, παιδιν που σκφτονται να πρξουν το κακ, τον περικκλωσαν σιγ σιγ και κατληξαν να τον εγκλωβσουν. Στεκταν εκε, ανμεσ τους, κπληκτος κι αμχανος, χωρς να καταλαβανει τι θελαν να του κνουν. Το αγρι μως που τους φερε το νο, κορδωμνο απ τα σα εχε πετχει δη, τον ρτησε:
 -"Πς σε λνε";
 -"Σιμν", 
απντησε κενος.
 -"Σιμν, τι;" ξαναρτησε ο λλος.
 -"Σιμν" 
επανλαβε σαστισμνο το παιδ.
 -"Ονομζεται κανες Σιμν και κτι ακμη ... δεν εναι νομα αυτ ... Σιμν", 
του φναξε το αγρι. Κι εκενος, τοιμος να κλψει, επανλαβε για τρτη φορ:
 -"Με λνε Σιμν".
     Οι αλτες βαλαν τα γλια. Το αγρι θριμβευσε κι ψωσε τη φων:
 -"
Το βλπετε λοιπν πως δεν χει μπαμπ".
    
πεσε μεγλη σιωπ. Τα παιδι μενανε κπληκτα απ αυτ το εξαιρετικ, το απθανο, το τερατδες γεγονς -να αγρι που δεν χει μπαμπ. Τον κοταζαν σαν να τανε φαινμενο, μια αφσικη παρξη κι νιωθαν να μεγαλνει μσα τους η περιφρνηση, ανεξγητη μχρι ττε, των μανδων τους προς τη Μπλανστ.
    
σο για τον Σιμν, εχε ακουμπσει σ' να δντρο για να μη πσει και στεκταν εκε σα να τον εχε συγκλονσει ανεπανρθωτη καταστροφ. Προσπθησε να εξηγηθε. Δε
μποροσε μως να βρει τποτα για να τους απαντσει και να διαψεσει αυτ το φριχτ πργμα, τι δεν εχε μπαμπ. Στο τλος, πελιδνς, τους φναξε στην τχη:
 -"
Ναι, χω ναν".
 -"Πο εναι;" ρτησε το αγρι.
    
Ο Σιμν σπασε. Δεν ξερε. Τα παιδι γελοσαν με ξαψη. Αυτ τα χωριατπαιδα, που μοιζανε περισστερο με ζα, νιθανε την απνθρωπη ανγκη, μοια με κενη που σπρχνει τις κτες της αυλς να ξεκνουν εκενη ανμεσ τους που 'χει λαβωθε. Ο Σιμν δικρινε ξαφνικ να γειτονπουλο, το γιο μιας χρας, που τον βλεπε να κυκλοφορε πντα, πως κι ο διος, μνος με τη μητρα του.
 -"Οτε εσ", επε, "χεις μπαμπ".
 -"Ναι", απντησε το λλο, "και ββαια χω".
 -"Πο εναιρτησε αμσως ο Σιμν.
 -"Πθανε," δλωσε με αλαζονικ παρση το παιδ, "εναι στο νεκροταφεο ο μπαμπς μου".
    
νας ψθυρος επιδοκιμασας διτρεξε την αλητοπαρα, λες και το γεγονς τι ο νεκρς πατρας που βρισκτανε στο νεκροταφεο κανε σπουδαο το σντροφ τους και συντριβε τον λλο που δεν εχε πατρα. Και τα αλητπαιδα αυτ, που οι πατερδες τους ταν οι περισστεροι κακο, μθυσοι, κλφτες και κακομεταχειρζονταν τις γυνακες τους, σφιγγαν λο και περισστερο τον κλοι γρω του, λες κι αυτο, ο νμιμοι, θλανε να πσουν επνω του και να τονε πνξουν, αυτν που ταν παρνομος. ν απ' αυτ, που βρισκταν απναντι στο Σιμν, του βγαλε ξαφνικ τη γλσσα κοροδευτικ και του φναξε:
 -"Δεν χεις μπαμπ! Δεν χεις μπαμπ"!
    
Ο Σιμν τον ρπαξε με τα δυο του χρια απ τα μαλλι κι ρχισε να τον κλωτσ στα πδια, εν του δγκωνε με λσσα το μγουλο. γινε μεγλο ανακτεμα. Χωρσανε τους δυο μαχητς κι ο Σιμν βρθηκε να εναι χτυπημνος, ξεσκισμνος, μωλωπισμνος, πεσμνος στο δαφος στη μση του κκλου που σχημτιζαν τα αλητπαιδα και που χειροκροτοσαν. Καθς ανασηκωνταν, τινζοντας μηχανικ με το χρι τη μπλοζα του που εχε λερωθε απ τη σκνη, κποιος του φναξε:
 -"Πγαινε να το πεις στον μπαμπ σου".
    
Ττε νιωσε κτι πολ σημαντικ να γκρεμζεται μες στη καρδι του. Κενοι τανε δυναττεροι απ' αυτν, τον νκησαν κι αυτς δε μποροσε να δσει μιαν απντηση, επειδ το 'νιωθε καλ πως ταν αλθεια: δεν εχε μπαμπ. Γεμτος περηφνεια προσπθησε για λγο να παλψει με τα δκρυα που τον πνιγαν. νιωθε να ασφυκτι. πειτα, χωρς να βγλει χνα, ρχισε να κλαει με μεγλα αναφιλητ που τον τρνταζαν.
    
Ττε μια γρια χαρ ξσπασε ανμεσα στους εχθρος του και φυσικ, πως συμβανει με τους γριους στα φοβερ τους πανηγρια, πιστηκαν απ το χρι και ρχισαν να χορεουνε γρω του, επαναλαμβνοντας σαν επωδ:
 -"Δ
εν χεις μπαμπ! Δ
εν χεις μπαμπ"!
    
Ο Σιμν μως παψε ξαφνικ τα αναφιλητ. Τον τρλανε η οργ. Υπρχαν πτρες κτω απ τα πδια του, τις μζεψε και τις εκσφενδνισε μ' λη του τη δναμη πνω στους βασανιστς του. Δυο-τρεις χτυπηθκανε και σωθκανε φωνζοντας κι εκενος εχε πρει να φος τσο φοβερ που τους λλους τους κατλαβε πανικς. Δειλο, πως συμβανει πντα με το πλθος μπρος σε οργισμνο νθρωπο, διαλθηκαν βζοντς το στα πδια.
    
ταν μεινε μνο το παιδκι που δεν εχε πατρα, ρχισε να τρχει προς τα χωρφια, επειδ μια ανμνηση που του 'ρθε στο νου το 'κανε να λβει μια μεγλη απφαση. θελε να πνιγε μες στο ποτμι. Θυμθηκε, πργματι, τι οχτ μρες πριν νας φτωχοδιβολος που ζητινευε πεσε μες στο νερ επειδ δεν εχε πια χρματα. Ο Σιμν ταν παρν ταν τον ψρεψαν και το καημνο ανθρωπκι, που συνθως του φαινταν αξιοθρνητο, βρμικο κι σχημο, τον εντυπωσασε με την ηρεμα του, τα χλωμ του μγουλα, το μακρ, βρεγμνο γνι του και τα ανοιχτ, ρεμα μτια του. Τριγρω λγανε:
 -"Εναι νεκρς". Κποιος πρσθεσε:
 -"
Εναι ευτυχισμνος τρα".
     θελε κι ο Σιμν να πνιγε επειδ δεν εχε πατρα, πως εκενος ο φουκαρς που δεν εχε χρματα.
    
Πλησασε πολ κοντ στο νερ και το κοταζε που τρεχε. Μερικ ψρια παζανε κινομενα γργορα στο καθαρ ρεμα του νερο και καμι φορ κναν να μικρ λμα κι χαφταν μγες που πετοσανε στην επιφνεια. Σταμτησε να κλαει για να τα δει, επειδ τα κλπα τους τον ενδιαφρανε πολ. Αλλ πτε-πτε, πως συμβανει με τις σντομες νηνεμες μιας καταιγδας που τις διαδχονται ξαφνικ δυνατς ριπς ανμου κνοντας να τρζουν τα δντρα και τελικ χνονται στον ορζοντα, η σκψη που τον βασνιζε του ξαναερχταν στο νου και του προκαλοσε ναν δυνατ πνο: «Θα πνιγ, γιατ δεν χω μπαμπ».
    
Ο καιρς ταν καλς κι κανε πολ ζστη. νας γλυκς λιος ζσταινε τη χλη. Το νερ λαμπε σαν καθρφτης. Κι ο Σιμν ζοσε στιγμς μακαριτητας, χανωσης ττοιας που ακολουθε τα δκρυα και τον κυρευε μεγλη επιθυμα ν' αποκοιμηθε κει, πνω στη χλη, μες στη ζστη. νας μικρς πρσινος βτραχος πδησε κτω απ τα πδια του. Προσπθησε να τον πισει. Του ξφυγε. Τον κυνγησε αλλ' απτυχε τρεις συνεχμενες φορς. Τελικ τον πιασε απ τις κρες των πσω του ποδιν και γλασε βλποντας τις προσπθειες που 'κανε το ζο για να το σκσει. Συσπειρωνταν στα μεγλα του πδια, πειτα με μια απτομη διταση τα ξεδπλωνε ξαφνικ, καμπτα σαν δυο ξλα κι ταν το μτι του ολοστργγυλο, περιβαλλμενο απ ναν χρυσ κκλο, εν κουνοσε στον αρα τα μπροστιν του πδια σαν να ταν χρια. Αυτ του θμισε παιχνδι φτιαγμνο απ μικρ σια σανδια καρφωμνα σε σχμα ζιγκ- ζαγκ, που με μια παρμοια κνηση καναν τα στρατιωτκια, που ταν ζωγραφισμνα επνω, να κινονται. Ττε σκφτηκε το σπτι του, πειτα τη μητρα του και κυριευμνος απ μεγλη θλψη ξανρχισε να κλαει. Ργη διαπερνοσαν τα μλη του. Γοντισε και προσευχθηκε, πως κανε πριν πει για πνο. Δεν μπρεσε μως να αποτελεισει την προσευχ του, επειδ του 'ρθανε πλι αναφιλητ με ττοια πεση και ττοια ταραχ που τον κυρευσαν ολκληρο. Δε σκεφττανε πλον τποτα, δεν βλεπε πια τποτε τριγρω του και δεν κανε λλο απ το να κλαει. Ξαφνικ να βαρ χρι ακομπησε στον μο του και μια μπσα φων τον ρτησε:
 -"Τ σε στεναχωρε, λοιπν, τσο, νθρωπ μου";
    
Ο Σιμν στρφηκε. νας μεγαλσωμος εργτης με γνεια και μαρα κατσαρ μαλλι τονε κοταζε με στοργ. Απντησε με δκρυα στα μτια κι να κμπο στη φων:
 -"Μ' δειραν ... επειδ ... δεν χω ... δεν χω ... μπαμπ
..."
 -"Πς κι τσι;" επε ο ντρας χαμογελντας. "λοι χουμε ναν".
 -"
Εγ ... εγ δεν χω", ξαναεπε το παιδ με πνο, μες απ τους σπασμος που προκαλοσε η θλψη του.
    
Ττε ο εργτης πρε φος σοβαρ. Εχε αναγνωρσει το παιδ της Μπλανστ και παρλο που τανε καινοριος στο χωρι, ξερε μσες-κρες την ιστορα του.
 -"Λοιπν", επε, "σκοπισε τα δκρυ σου, αγρι μου και πμε μαζ στη μαμ σου. Θα σου βρομε... να μπαμπ".
    
Ξεκνησαν κι ο μεγλος κρατοσε το μικρ απ' το χρι. Ο ντρας χαμογελοσε πλι επειδ δε θα τον περαζε να δει τη Μπλανστ, που ταν, υπψη, ν απ τα ομορφτερα κορτσια του χωριο κι εκενος μπορε κατ βθος να σκεφτταν τι μια να που σφαλε μια φορ θα μποροσε να το ξανακνει.
     Φτσανε μπρος σ' να σπιτκι σπρο και πεντακθαρο.
 -"Εδ εναι", επε το παιδ και φναξε: "Μαμ"!
    
Μια γυνακα ξεπρβαλε κι ο εργτης παψε ξαφνικ να χαμογελ, γιατ κατλαβε αμσως τι δε μποροσε ναστειευτε μαυτ τη χλωμ, ψηλ κοπλα που στεκταν αυστηρ στη πρτα της, σαν να 'θελε ν' απαγορεσει σ' ναν ντρα να διαβε το κατφλι του σπιτιο, που κποιος λλος την εχε προδσει. Φοβισμνος και κρατντας στο χρι το κασκτο του, ψλλισε:
 -"Ορστε, κυρα, σας φρνω το αγορκι σας, που χθηκε κοντ στο ποτμι".
    
Αλλ ο Σιμν κρεμστηκε απ το λαιμ της μητρας του και της επε ξαναβζοντας τα κλματα:
 -"χι μαμ, θελα να πνιγ, επειδ τ' λλα παιδι με δερανε... με δερανε... επειδ δεν χω μπαμπ".
    
Μια ντονη κοκκινλα σκπασε τα μγουλα της νεαρς γυνακας και βαθι πληγωμνη αγκλιασε παρφορα το παιδ της, εν φευγαλα δκρυα τρχανε στο πρσωπ της. Ο ντρας συγκινημνος, στεκε κει και δεν ξερε πς να φγει.
    
μως ο Σιμν τρεξε ξαφνικ προς το μρος του και του επε:
 -"Θα θλατε να γνετε ο μπαμπς μου";
    
γινε μεγλη σιωπ. Η Μπλανστ, σιωπηλ και καταντροπιασμνη, ακουμποσε στον τοχο κι εχε τα δυο της χρια πνω στη καρδι της. Το παιδ, ταν εδε τι δεν του απαντοσαν, ξανπε:
 -"Αν δε θλετε, θα ξαναπω να πνιγ".
    
Ο εργτης το εξλαβε για αστεο κι απντησε γελντας:
 -"Ναι και ββαια το θλω".
 -"Πς σε λνε;" τονε ρτησε ττε το παιδ, "για να ξρω τι θα πω στους λλους, ταν θελσουν να μθουν το νομ σου";
 -"Φιλπ" απντησε ο ντρας.
    
Ο Σιμν μεινε λγο σιωπηλς για να μπορσει ν' απομνημονεσει το νομα, πειτα πλωσε τα χρια, παρηγορημνος εντελς κι επε:
 -"Ενταξει! Φιλπ, εσαι ο μπαμπς μου".
    
Ο εργτης σηκνοντς τον τον φλησε αναπντεχα και στα δο μγουλα κι φυγε αμσως με μεγλα βματα. ταν το παιδ μπκε στο σχολεο την λλη μρα να μοχθηρ γλιο το υποδχτηκε και στο σχλασμα, ταν τα λλα παιδι θλησαν να ξαναρχσουν τα δια, ο Σιμν τους πταξε καταπρσωπο λγια σαν να τους πετροβολοσε:
 -"Φιλπ λνε τον μπαμπ μου".
    
Κραυγς φρεντιδας σηκθηκαν απ παντο:
 -"Φιλπ ποις; Φιλπ τΤ σημανει Φιλπ;
Πο τον βρκες αυτν τον Φιλπ";
    
Ο Σιμν δεν απαντοσε κι ακλνητος στη πστη του, τους κοταζε περιφρονητικ, τοιμος να υποστε πλι το μαρτριο παρ να το βλει στα πδια μπροστ τους. Ο δσκαλος τον απελευθρωσε κι εκενος επστρεψε στη μητρα του.
    
Τρεις μνες συνχεια ο σωματδης εργτης Φιλπ περνοσε συχν απ το σπτι της Μπλανστ και μερικς φορς πρε το θρρος να της μιλσει ταν την βλεπε να ρβει κοντ στο παραθρι. Εκενη του απαντοσε ευγενικ, πντα σοβαρ, χωρς να χαριεντζεται μαζ του και χωρς να τον αφνει να μπει στο σπτι της. Με κποια παρση μως, πως λοι οι ντρες, νμιζε πως εκενη συχν κοκκνιζε περισστερο απ το κανονικ ταν μιλοσε μαζ του.
    
ταν μως η αξιοπρπεια ξεπσει εναι εππονο να ανακτηθε και μνει πντα εθραυστη· τσι λοι κουτσομπλευαν τη Μπλανστ στο χωρι, παρ τις επιφυλξεις της. σο για τον Σιμν, εκενος αγαποσε πολ τον καινοριο του μπαμπ κι κανε περπατο μαζ του σχεδν κθε απγευμα, ταν τλειωνε η εργσιμη μρα. Πγαινε κανονικ στο σχολεο και περνοσε ανμεσα απ τους συμμαθητς του λος αξιοπρπεια, χωρς να τους απαντ ποτ.
    
Μια μρα μως το παιδ που πρτο του εχε επιτεθε του επε:
 -"Επες ψματα, δεν χεις καννα μπαμπ που να τον λνε Φιλπ".
 -"Γιατ;" ρτησε πολ συγκινημνος ο Σιμν.
    
Τα παιδι τριβαν τα χρια τους απ ικανοποηση. Ο λλος επε πλι:
 -"Επειδ αν εχες μπαμπ, αυτς θα ταν ο ντρας της μαμς σου".
    
Ο Σιμν τα χασε μπροστ στον σωστ συλλογισμ, παρολαυτ απντησε:
 -"Εναι ο μπαμπς μου, παρολαυτ".
 -"Μπορε να 'ναι κι τσι", επε το αγρι γελντας σαρκαστικ, "δεν εναι μως καθλου ο μπαμπς σου αυτς".
    
Ο μικρς της Μπλανστ σκυψε το κεφλι και κνησε σκεφτικς για το σιδηρουργεο του μπαρμπα-Λουαζν, που δολευε ο Φιλπ. Το σιδηρουργεο ταν θαμμνο, λες, κτω απ τα δντρα. Εκε ταν πυκν η σκι. Μνον η κκκινη λμψη μιας δυνατς φωτις φτιζε με μεγλες ανταγειες πντε σιδερδες με γυμν μπρτσα που σφυροκοποσανε στ' αμνι και κνανε φοβερ θρυβο. Στκονταν ρθιοι αναψοκοκκινισμνοι σα δαμονες, με τα μτια καρφωμνα στο πυρακτωμνο σδερο που δολευαν κι η βαρει τους σκψη ανεβοκατβαινε μαζ με τα σφυρι τους.
    
Ο Σιμν μπκε απαρατρητος και πγε να τραβξει απαλ το μανκι του φλου του. Εκενος γρισε να δει. Ξαφνικ η δουλει σταμτησε κι λοι οι ντρες κοταξανε προσεχτικ. Ττε, μες στην ασυνθιστη ησυχα, ακοστηκε η εθραυστη φωνολα του Σιμν.
 -"Φιλπ, το παιδ της Μισντ μου 'πε πριν λγο πως δεν εσαι μπαμπς μου".
 -"Γιατ αυτ;" ρτησε ο εργτης.
    
Το παιδ απντησε με λη του την αφλεια.
 -"Επειδ δεν εσαι ο ντρας της μαμς μου".
    
Κανες δε γλασε. Ο Φιλιπ μενε ρθιος ακουμπντας το μτωπ του στην ανστροφη των μεγλων του χεριν που κρατοσανε τη λαβ του σφυριο του, στερεωμνου πνω στο αμνι. Σκεφτταν. Οι τσσερεις σντροφο του τον κοιτοσαν και μια σταλι ανμεσα σαυτος τους γγαντες, ο Σιμν ανσυχος περμενε. Ξαφνικ νας απ τους σιδερδες, εκφρζοντας τη σκψη και των λλων, επε στον Φιλπ.
 -"Η Μπλανστ εναι μια καλ και τμια κοπλα, γενναα κι αξιοπρεπς, παρ τη συμφορ που τη βρκε. Θα μποροσε να 'ναι μια γυνακα ξια για ναν τμιο ντρα".
 -"Αυτ εναι αλθεια", επαν οι λλοι τρεις.
    
Ο εργτης ξανπε:
 -"Εκενη φταει που απτυχε; Της υποσχθηκε γμο. Εγ μως γνωρζω περισστερες απ μια που ο κσμος τις σβεται σμερα κι ας καναν τα δια".
 -"Αλθεια εναι", απντησαν κι οι τρεις ντρες μαζ.
    
Ο λλος συνχισε:
 -"
νας Θες μνο ξρει πσο μχθησε η κακομορα για ν' αναθρψει μνη το παιδ της, πσο κλαψε, πως δεν βγανει απ το σπτι παρ για να πει στην εκκλησα".
 -"Κι αυτ εναι αλθεια", επαν οι λλοι.
     Δ
εν ακουγτανε τποτ' λλο παρ μνο το φυσερ που κρωνε τη φωτι. Ο Φιλπ στρφηκε απτομα προς τον Σιμν:
 -"Πγαινε να πεις στη μαμ σου τι θα 'ρθω απψε να της μιλσω".
    
πειτα οδγησε ξω το παιδ πινοντς το απ τους μους. Επστρεψε στη δουλει του και τα πντε σφυρι μαζ συνχισαν μ' ναν χο το σφυροκπημα των αμονιν. Χτυποσαν τσι το σδερο μχρι που νχτωσε, ρωμαλοι, ισχυρο, χαρομενοι σαν ικανοποιημνα σφυρι. πως μως η μεγλη καμπνα ενς καθεδρικο ναο αντηχε τις γιορτινς ημρες και καλπτει τις κωδωνοκρουσες απ τις λλες καμπνες, τσι και το σφυρ του Φιλπ, κυριαρχντας στο πανδαιμνιο των λλων, πεφτε απ δευτερλεπτο σε δευτερλεπτο, μ' ναν εκκωφαντικ θρυβο. Κι εκενος, με μτια που λμπανε, σφυροκοποσε με πθος, ρθιος ανμεσα στις σπθες.
    
Ο ουρανς ταν γεμτος στρα ταν πγε να χτυπσει τη πρτα της Μπλανστ. Φοροσε το καλ του σακκι, να καθαρ πουκμισο κι τανε φρεσκοξυρισμνος. Η νεαρ γυνακα πρβαλε στο κατφλι και του επε με φος λυπημνο:
 -"Κακς ρθατε νυχτιτικα, κριε Φιλπ"
Εκενος θλησε ν' απαντσει, κτι ψλλισε κι μεινε αμχανος μπροστ της. Εκενη συνχισε: "Καταλαβανετε, νομζω, τι δε πρπει να δνω επιπλον δικαιματα να μιλον για μνα".
    
Κι εκενος αμσως:
 -"Και τ πειρζει", επε, "αν θλετε να γνετε γυνακα μου"!
    
Καμα φων δεν του απντησε, αλλ εκενος νμισε πως κουσε μες στο σκοτδι του δωματου τον θρυβο που κανε να σμα καθς πεφτε. Μπκε αμσως μσα κι ο Σιμν, που τανε ξαπλωμνος στο κρεβτι του, δικρινε τον χο ενς φιλιο και κποιες λξεις που η μητρα του ψιθρισε χαμηλφωνα. πειτα, ξαφνικ, νιωσε να τον ανασηκνουν τα χρια του φλου του και κρατντας τον μες στα ηρκλεια μπρτσα του, του φναξε:
 -"Θα πεις στους συμμαθητς σου πως ο μπαμπς σου εναι ο Φιλπ Ρεμ, ο σιδερς κι τι θα πει να τραβξει τ'
αυτι σ' λους σους σου κνουνε κακ".
    
Την λλη μρα, την ρα που το σχολεο ταν γεμτο μαθητς και το μθημα εχε μλις αρχσει, ο μικρς Σιμν σηκθηκε, κατχλωμος και με τρεμμενα χελη, αλλ με καθαρ φων, επε:
 -"Ο μπαμπς μου εναι ο Φιλπ Ρεμ, ο σιδερς κι υποσχθηκε τι θα τραβξει τ' αυτι σε σους θελσουν να μου κνουν κακ".
    
Αυτ τη φορ κανες δεν γλασε, επειδ λοι γνριζαν τον Φιλπ Ρεμ, το σιδερ κι ταν νας μπαμπς αυτς για τον οποο λος ο κσμος θα ταν υπερφανος.

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers