Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Κλασσικά 

Maupassant Guy de: ΜεΓάλλος Ευαίσθητος Λογοτέχνης

 

 Γκυ ντε Μωπασσάν

                                               Βιογραφικό

     Υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους διηγηματογράφους του 19ου αιώνα, την ιστορική περίοδο που άνθισε η πεζογραφία σα μέσο προώθησης αλλά κι ελέγχου τής ιδεολογίας της αστικής τάξης, που πια μεσουρανούσε στην Ευρώπη. Τα ρεαλιστικά αφηγήματά του είναι βαθιά ριζωμένα στο ιστορικό τους περιβάλλον, προσφέροντας χαρακτηριστική γεύση από το σκανδαλώδες κλίμα κείνης της παρακμιακής εποχής, τα τέλη του αιώνα. Το πραγματολογικό περιεχόμενο της αστικής ηθογραφίας είναι σίγουρα ο μείζων λόγος που μας προκαλεί ενδιαφέρον, αλλά όχι κι ο μοναδικός. Παραμένει επίσης ένας από τους μεγάλους αφηγητές στην ιστορία των δυτικών γραμμάτων, στη γραμμή της παράδοσης που εγκαινιάστηκε με το "Δεκαήμερο" του Βοκάκιου και σημαδεύτηκε από τα αλλόκοτα διηγήματα του Πόε. Προσκολλημένα στη πλοκή και τη περιγραφή σκηνών εις βάρος της εξήγησης και της ενδοσκόπησης, τα πεζογραφήματά του θαυμάστηκαν από διάσημους σύγχρονούς του, ΤουργκένιεφΤολστόη & Φλομπέρ, κι επηρέασαν με τη σειρά τους δεινούς συγγραφείς του 20ου αιώνα: π.χ. ΤζέιμςΚόνραντ, ακόμα και τον Πιραντέλο.
     Είχε πολυκύμαντη προσωπική ζωή, γεμάτη πάθη και δοκιμασίες, αλλά ταυτόχρονα δραστήρια, δημόσια, παρεμβατική. Ανθρωπος πληθωρικός, φιλήδονος, ταξιδευτής, αθλητικός, φιλοπερίεργος, γνώρισε εξίσου τη δόξα και την εξαθλίωση. Επειτα από μακρόχρονη μαθητεία στη γραφή υπό την εποπτεία του Φλομπέρ, εθελοντική στράτευση στο γαλλοπρωσικό πόλεμο και μια περίοδο υπηρεσίας στη γαλλική δημόσια διοίκηση, είχε εντρυφήσει αρκετά τόσο στη λογοτεχνία όσο και στη σύγχρονη πραγματικότητα ώστε να γίνει επαγγελματίας συγγραφέας, κερδίζοντας μεγάλη φήμη και υψηλές αποδοχές. Τα έργα του γίνονταν ανάρπαστα και γνώρισαν πολλές ανατυπώσεις. Ο ίδιος γλέντησε τη ζωή του ως διασημότητα, δίχως δεσμεύσεις και περιορισμούς, με κότερα, επαύλεις, εναλλασσόμενες γυναίκες και νόθα παιδιά, ενώ παράλληλα απορροφούσε εντυπώσεις και περιστατικά για να τροφοδοτήσει την αδηφάγο πένα του.

     Ο Γκυ Ντε Μοπασάν γεννήθηκε 
5 Αυγούστου 1850 στο Φεκάμπ, στη Νορμανδία. Η τέχνη του ευ ζην, ο ήλιος κι η θάλασσα, ο έρωτας, τα ταξίδια, η Νορμανδία και ιδιαίτερα το πλάτωμα του Caux που καταλήγει στα απότομα βράχια της Διέπης στη Μάγχη αποτελούν μερικά από τα πάθη του. Ο πατέρας του ήταν επαρχιώτης ευγενής κι η μητέρα του σνομπ κι αυταρχική γυναίκα που αγαπούσε τις τέχνες και τα γράμματα κι υπήρξε μάλιστα στενή φίλη του Φλομπέρ. Η σχέση όμως του ζευγαριού δεν ήτανε καθόλου καλή κι οι συχνοί καυγάδες, παρουσία μάλιστα πολλές φορές του μικρού, οδήγησαν τελικά σε διαζύγιοΟ Γκυ έμεινε με τη μητέρα του, της οποίας η επιρροή υπήρξε αποφασιστική για την παραπέρα πνευματική και ψυχική του εξέλιξη. Η μητέρα θα του μεταδώσει την αγάπη για τη λογοτεχνία, θα καλλιεργήσει τη φαντασία του και μετά τον θάνατό του θα παραμείνει πιστή φύλακας του έργου του. Από τον πατέρα του θα πάρει τη τρέλα των αισθήσεων και τη μοναχική, ακόρεστη σεξουαλικότητα.
    
Ξεκινά τις σπουδές του στο εκκλησιαστικό κολέγιο της Υβετό, αλλά το ανεξάρτητο πνεύμα κι ο ατίθασος χαρακτήρας του, οδήγησαν στην αποπομπή του και στη συνέχιση των σπουδών του στο Λύκειο της Ρουέν. Το 1870 ξεκινά νομικές σπουδές στο Παρίσι, τη χρονιά που ξεσπά ο γαλλο-πρωσικός πόλεμος. Στρατεύεται, αλλά ο αντιμιλιταρισμός του τον οδηγεί να εγκαταλείψει μετά από ένα χρόνο το στράτευμα. Το 1872 βρίσκει δουλειά στο Υπουργείο Ναυτικών κι έτσι γνωρίζει από κοντά τη κρατική γραφειοκρατία, που απεχθάνεται και που τόσον εύστοχα θα σατιρίσει αργότερα στο έργο του. Νέος, ευπαρουσίαστος, γεροδεμένος περνά τα Σαββατοκύριακά του στις όχθες του Σηκουάνα παρέα με τους κωπηλάτες (παίρνει κι ο ίδιος μέρος στους κωπηλατικούς αγώνες) και φλερτάρει τα κορίτσια που τους κρατούν συντροφιάΤο περιβάλλον αυτό, που αποθανάτισε με μοναδικό τρόπο κι ο Ρενουάρ στους πίνακές του, θα αποτελέσει πηγή έμπνευσης για αρκετά διηγήματά του αργότερα, αποκαλύπτοντας, συν τοις άλλοις και μια μυστηριακή σχέση του συγγραφέα με το υγρό στοιχείο.
    
Με την ενθάρρυνση και τις υποδείξεις του παιδικού φίλου της μητέρας του Φλομπέρ αρχίζει το γράψιμο. Επίσης μπαίνει στους λογοτεχνικούς κύκλους του Παρισιού και γνωρίζεται με τον Ζολά, τους αφούς Γκονκούρ, τον Αλφόνς Ντοντέ, τον Τουργκένιεφ κι άλλους ρεαλιστές συγγραφείς της εποχής. Το 1877 γίνεται μέλος της ομάδας Μεντάν, που ίδρυσαν οι γάλλοι ρεαλιστές και νατουραλιστές κι εγκαταλείπει το Δημόσιο για ν' ασχοληθεί αποκλειστικά με το γράψιμοΤο 1880 δημοσιεύεται το μυθιστόρημά του «Η Χοντρομπαλού» (Boule de Suif) και σημειώνει αμέσως μεγάλη επιτυχία, αποτελώντας ουσιαστικά την αφετηρία της συγγραφικής του σταδιοδρομίας. Η ανέλιξή του στο λογοτεχνικό στερέωμα της εποχής υπήρξε ταχύτατη. Το έργο του αγαπήθηκε από τους συγχρόνους του κι η πληθωρική συγγραφική του παραγωγή καθώς κι η αθρόα πώληση των βιβλίων του τον έκαναν γρήγορα πλούσιο και του άνοιξαν τις πόρτες της υψηλής κοινωνίας.
    
Η πολυτάραχη ζωή του, το εντατικό γράψιμο και κάποιες ίσως κληρονομικές καταβολές υπέσκαψαν γρήγορα την υγεία του. Το 1877 εμφανίζονται τα πρώτα συμπτώματα της σύφιλης. Οι νευραλγίες, που τον συνοδεύουν από νεαρή ηλικία, επιδεινώνονται και του δημιουργούν μανίες και παραισθήσεις. Φοβάται την τρέλα, -απ' την οποία πάσχει κι ο αδελφός του- και τον θάνατο. Καταφεύγει κι αυτός, όπως κι άλλοι «καταραμένοι» λογοτέχνες και καλλιτέχνες της εποχής του, στους «τεχνητούς παραδείσους» των παραισθησιογόνων.
    
Το έργο του εντάσσεται στα πλαίσια του ρεαλισμού, του κύριου λογοτεχνικού ρεύματος της εποχής του. Όπως στον Μπαλζάκ, στον Φλομπέρ, στους Γκονκούρ κι άλλους γάλλους ρεαλιστές συγγραφείς, έτσι και στον Μοπασάν η καθημερινή ζωή αποτελεί το επίκεντρο της θεματολογίας του, μόνο που στην προκειμένη περίπτωση η θεώρηση της πραγματικότητας είναι κατά βάση απαισιόδοξη, έστω κι αν πολλές φορές ο συγγραφέας με χαρούμενη διάθεση σατιρίζει ανθρώπους και καταστάσεις ή καταπιάνεται με σοβαρά κοινωνικά προβλήματα. Στο στόχαστρό του βρίσκεται πάντα η ανθρώπινη βλακεία από όπου και αν προέρχεται (γραφειοκράτες, κληρικούς, αστούς, αγρότες), η σκληρότητα κι απανθρωπιά, η ματαιοδοξία κι ο εγωισμός. Για τον Μοπασάν ο άνθρωπος είναι «ένα ζώο κατά τι ανώτερο από τα άλλα». Στα έργα της ωριμότητάς του ωστόσο παρατηρείται μια στροφή προς τη συμπάθεια και τη κατανόηση των απλών ανθρώπων που υποφέρουν, θύματα κι οι ίδιοι μιας σκληρής πραγματικότητας που τους συντρίβειΗ επιδείνωση της υγείας του τον απομακρύνει σταδιακά από την απεχθή πραγματικότητα και τον οδηγεί στον κόσμο της φαντασίας, της εφιαλτικής φαντασίας. Τα τελευταία έργα του, με αποκορύφωμα τον «Οξαποδό» (Le Horla), είναι το αποτέλεσμα ενός βιωμένου εφιάλτη.
     Ο ξέφρενος ρυθμός του, το οικογενειακό ιστορικό νευροπάθειας κι η προσβολή του από τη σύφιλη, ασθένεια της εποχής, δεν άργησαν να τον εξουθενώσουν και να τον καταστήσουνε παράφρονα. Το 1891, τρελός πλέον, αποπειράται ν' αυτοκτονήσει κι οδηγείται στη ψυχιατρική κλινική του δόκτορα Μπλανς, όπου πεθαίνει το 1893, χωρίς να επανακτήσει τα λογικά τουΣτα 43 χρόνια που προλαβε να ζήσει είχε ήδη συγγράψει περίπου 300 διηγήματα (συγκεντρώθηκαν σε 18 συλλογές), 6 μυθιστορήματα, 2 θεατρικά έργα, ταξιδιωτικά βιβλία, πολυάριθμα χρονογραφήματα και κριτικές.
     Το έργο του, στο σύνολό του στοχεύει στη διακωμώδηση των ηθών, την αποκάλυψη της νοσηρότητας της αστικής κοινωνίας, της χρεοκοπίας του πολιτισμού της λόγω του κυρίαρχου υλισμού και της αποθέωσης του χρηματικού και ατομικού συμφέροντος, όχι απλώς στον τομέα της οικονομίας αλλά επίσης στην πολιτική, την οικογένεια, τον έρωτα. Ο καυτηριασμός του ηθικού καθωσπρεπισμού και των ποταπών κινήτρων των αστών, σε όλο το φάσμα των σχέσεών τους, υπήρξε προσφιλές θέμα στη γαλλική λογοτεχνία της εποχής. Ομως η απεικόνιση χαρακτήρων και συμπεριφορών που φιλοτεχνεί, εκτείνεται σε διάφορα κοινωνικά στρώματα και ρόλους, εκφράζοντας ευρύτερη αντιουμανιστική προοπτική. Οι ιστορίες του είναι γεμάτες φιλήδονους τυχοδιώκτες, άπιστες ή αφελείς γυναίκες, χυδαίους νεόπλουτους, υπολογιστές μικροαστούς, επιτηδευμένους κοσμικούς, υποκριτές ιερωμένους, άξεστους και φιλοχρήματους χωρικούς.
     Η βαθιά απαισιοδοξία για τη φύση και το μέλλον της ανθρωπότητας, που αποπνέει το έργο του, αντανακλά την ομολογημένη επιρροή της κοσμοθεώρησης του Σοπενάουερ και του Σπένσερ. Ωστόσο, η απαισιοδοξία αυτή σε συνάρτηση με το απρόσωπο αφηγηματικό του ύφος, που οφείλει στον Φλομπέρ, δημιουργεί μια αίσθηση αμοραλισμού.
     Ο Μοπασάν απλώς παρατηρεί κι αποδίδει με τρόπο αντικειμενικό τη σκληρότητα και το παράλογο της ζωής -δε διδάσκει ούτε παρηγορεί. Ενδεικτικό είναι το ότι ο Τολστόη, που 'τρεφε μεγάλην εκτίμηση στην υποβλητικότητα και την ειλικρίνεια της γραφής του, σ' ένα δοκίμιο που έγραψε μετά τον θάνατό του, τον εγκαλεί ακριβώς για την αποτυχία του να μεταδώσει ορθά ηθικά αισθήματα, να διακρίνει το καλό από το κακό. Ενίοτε μάλιστα ο συγγραφέας δείχνει να γοητεύεται από τα ελαττώματα των ηρώων του, κυρίως επειδή παραμένουν αμετανόητοι. Στο πρώτο του μυθιστόρημα, «Μια Ζωή», μια ευγενική και ωραία γυναίκα καταστρέφεται από τον αδιάφορο και αδίστακτο σύζυγό της, ενώ στο περίφημο «Φιλαράκο», παρουσιάζει μια υποδειγματική περίπτωση κοινωνικής αναρρίχησης ενός γόη μέσω της αμείλικτης εκμετάλλευσης γυναικών, χωρίς η δράση του να σκιάζεται από κανενός είδους θεία δίκη. Αυτό που τελικά εντυπωσιάζει στις περισσότερες ιστορίες του, είναι η απρόσκοπτη επικράτηση του κακού, η επιβεβαίωση του νόμου του ισχυροτέρου, ο τυφλός εγωισμός των ενστίκτων σε μια κοινωνία που θεωρείται πολιτισμένη.
     Αποκαλύπτει χωρίς συναισθηματισμούς ότι η πολιτισμός είναι απάτη. Κι όμως απέχει από το να είναι κυνικός. Παρ' ότι συχνά πικάντικες και κωμικές σε τόνο, οι ιστορίες του δεν αποβλέπουν απλώς στην ψυχαγωγία του αναγνώστη. Στα λογοτεχνικά του κείμενα ενυπάρχει μια έντονη κριτική διάσταση που δεν προκύπτει από τη διατύπωση αξιολογικών κρίσεων, αλλά αντίθετα από την επίμονη θεματοποίηση της αδικίας και της υποκρισίας, η οποία εμμέσως λειτουργεί καταγγελτικά. Ο ίδιος εξηγούσε ότι ο ρεαλιστής μυθιστοριογράφος έχει ως στόχο «να μας αναγκάσει να σκεφτούμε, να καταλάβουμε το βαθύ νόημα των πραγμάτων». Σε ό,τι αφορά τα πολιτικά δρώμενα της εποχής του, άρθρωσε έναν ακόμη πιο αιχμηρό λόγο. Δεν ήταν μόνον από τους πρώτους που στηλίτευσαν την κατάκτηση της Τυνησίας και την αποικιοκρατική πολιτική της Γαλλίας αλλά τόλμησε επίσης να χλευάσει την ανανδρία και τον ψευτοπατρωτισμό των ομοεθνών του κατά τον γαλλοπρωσικό πόλεμο.
    
Ο θαρραλέος αντισοβινισμός του συνδέεται με τη φανατικά αντιπολεμική του στάση και την απέχθειά του για τις πολιτικές και οικονομικές ραδιουργίες της 2ης Γαλλικής Αυτοκρατορίας, με τις οποίες εξοικειώθηκε στη διάρκεια της πολύχρονης συνεργασίας του με εφημερίδες και άλλα έντυπα της περιόδου. Παρ' ότι ούτε οι εφημερίδες στις οποίες έγραφε τακτικά ήταν προοδευτικές ούτε ο ίδιος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί με ακρίβεια ριζοσπάστης, στα χρονογραφήματά του σχολίαζε την επικαιρότητα αναλαμβάνοντας ρόλο δημόσιου κατήγορου ενάντια στη διαφθορά και την ασυνειδησία. Επισήμαινε ό,τι στη πραγματικότητα η κινητήριος δύναμη του αστικού πολιτισμού είναι τα όνειρα της κοινωνικής ανόδου και της ατομικής ιδιοκτησίας ενώ η θρησκεία κι η ηθική είναι απλώς συνθήματα.
     Ανίχνευε τα αστικά συμφέροντα ακόμα και στη καρδιά της πολιτικής, γράφοντας χαρακτηριστικά: «Ζούμε υπό τη βασιλεία της δωροδοκίας των δημόσιων λειτουργών, μέσα στο βασίλειο της εύκολης συνείδησης, γονατισμένοι μπροστά στους μεγιστάνες». Οι καταγγελίες του είναι η έκφραση μιας εκ των έσω κριτικής, η οποία εντοπίζει τις αντιφάσεις και την αποτυχία του αστικού πολιτισμού να εμπραγματώσει τις ηθικές αξίες που υποτίθεται ότι πρεσβεύει. Κι αν η φωνή του Μοπασάν εξακολουθεί να έχει ισχύ, παρά την τοπική χροιά της και τον ενάμιση αιώνα που μεσολάβησε, οφείλεται κυρίως στο ότι αναγνωρίζουμε πως δυστυχώς πολύ λίγα έχουν ουσιαστικά αλλάξει από τότε.

-----------------------------------------------------------------

                             Ο Μπαμπάς Του Σιμόν

     Είχε σημάνει κιόλας μεσημέρι. Η πόρτα του σχολείου άνοιξε και τα παιδιά όρμησαν σπρώχνοντας για να βγουν πιο γρήγορα. Αντί όμως να διαλυθούν αμέσως και να πάνε για φαγητό, όπως κάθε μέρα, στάθηκαν πιο πέρα, σχημάτισαν ομάδες κι άρχισαν να ψιθυρίζουν. Κι όλα αυτά γιατί εκείνο το πρωί ο Σιμόν, ο γιός της Μπλανσότ, ήρθε στο σχολείο για πρώτη φορά.
    
Όλα είχαν ακούσει να μιλούν για την Μπλανσότ στα σπίτια τους και παρόλο που όλοι δημόσια την υποδέχονταν καλά, οι μητέρες τους ωστόσο της έδειχναν έναν οίκτο κάπως περιφρονητικό που πέρασε και στα παιδιά χωρίς να ξέρουνε το γιατί.
    
Όσο για τον Σιμόν, δεν τον γνώριζαν, επειδή δεν έβγαινε ποτέ και δεν αλήτευε μαζί τους μες στους δρόμους του χωριού ή στις όχθες του ποταμού. Δεν τον αγαπούσανε κιόλας κι έτσι με κάποια χαρά ανάμεικτη με αρκετή έκπληξη δέχτηκαν και διέδωσαν ο ένας στον άλλο τα λόγια που είπε ένα αγόρι δεκατεσσάρων με δεκαπέντε χρονών, που φαινόταν να ξέρει πολλά, επειδή έκλεινε με νόημα το μάτι.
 -"Ξέρετε, ο Σιμόν ... να, δεν έχει μπαμπά".
    
Ο γιός της Μπλανσότ έκανε κι εκείνος με τη σειρά του την εμφάνισή του στο κατώφλι του σχολείου. Ήταν εφτά ή οχτώ χρονών. Ήταν χλωμούτσικος, πολύ καθαρός, φαινότανε συνεσταλμένος, σχεδόν αδέξιος.
    
Επέστρεφε στη μητέρα του, όταν οι ομάδες των συμμαθητών του, ψιθυρίζοντας πάντα και κοιτάζοντάς τον με βλέμματα μοχθηρά και σκληρά, παιδιών που σκέφτονται να πράξουν το κακό, τον περικύκλωσαν σιγά σιγά και κατέληξαν να τον εγκλωβίσουν. Στεκόταν εκεί, ανάμεσά τους, έκπληκτος κι αμήχανος, χωρίς να καταλαβαίνει τι ήθελαν να του κάνουν. Το αγόρι όμως που τους έφερε το νέο, κορδωμένο από τα όσα είχε πετύχει ήδη, τον ρώτησε:
 -"Πώς σε λένε";
 -"Σιμόν", 
απάντησε κείνος.
 -"Σιμόν, τι;" ξαναρώτησε ο άλλος.
 -"Σιμόν" 
επανέλαβε σαστισμένο το παιδί.
 -"Ονομάζεται κανείς Σιμόν και κάτι ακόμη ... δεν είναι όνομα αυτό ... Σιμόν", 
του φώναξε το αγόρι. Κι εκείνος, έτοιμος να κλάψει, επανέλαβε για τρίτη φορά:
 -"Με λένε Σιμόν".
     Οι αλήτες έβαλαν τα γέλια. Το αγόρι θριάμβευσε κι ύψωσε τη φωνή:
 -"
Το βλέπετε λοιπόν πως δεν έχει μπαμπά".
    
Έπεσε μεγάλη σιωπή. Τα παιδιά μείνανε έκπληκτα από αυτό το εξαιρετικό, το απίθανο, το τερατώδες γεγονός -ένα αγόρι που δεν έχει μπαμπά. Τον κοίταζαν σαν να ήτανε φαινόμενο, μια αφύσικη ύπαρξη κι ένιωθαν να μεγαλώνει μέσα τους η περιφρόνηση, ανεξήγητη μέχρι τότε, των μανάδων τους προς τη Μπλανσότ.
    
Όσο για τον Σιμόν, είχε ακουμπήσει σ' ένα δέντρο για να μη πέσει και στεκόταν εκεί σα να τον είχε συγκλονίσει ανεπανόρθωτη καταστροφή. Προσπάθησε να εξηγηθεί. Δε
μπορούσε όμως να βρει τίποτα για να τους απαντήσει και να διαψεύσει αυτό το φριχτό πράγμα, ότι δεν είχε μπαμπά. Στο τέλος, πελιδνός, τους φώναξε στην τύχη:
 -"
Ναι, έχω έναν".
 -"Πού είναι;" ρώτησε το αγόρι.
    
Ο Σιμόν σώπασε. Δεν ήξερε. Τα παιδιά γελούσαν με έξαψη. Αυτά τα χωριατόπαιδα, που μοιάζανε περισσότερο με ζώα, νιώθανε την απάνθρωπη ανάγκη, όμοια με κείνη που σπρώχνει τις κότες της αυλής να ξεκάνουν εκείνη ανάμεσά τους που 'χει λαβωθεί. Ο Σιμόν διέκρινε ξαφνικά ένα γειτονόπουλο, το γιο μιας χήρας, που τον έβλεπε να κυκλοφορεί πάντα, όπως κι ο ίδιος, μόνος με τη μητέρα του.
 -"Ούτε εσύ", είπε, "έχεις μπαμπά".
 -"Ναι", απάντησε το άλλο, "και βέβαια έχω".
 -"Πού είναιρώτησε αμέσως ο Σιμόν.
 -"Πέθανε," δήλωσε με αλαζονική έπαρση το παιδί, "είναι στο νεκροταφείο ο μπαμπάς μου".
    
Ένας ψίθυρος επιδοκιμασίας διέτρεξε την αλητοπαρέα, λες και το γεγονός ότι ο νεκρός πατέρας που βρισκότανε στο νεκροταφείο έκανε σπουδαίο το σύντροφό τους και συνέτριβε τον άλλο που δεν είχε πατέρα. Και τα αλητόπαιδα αυτά, που οι πατεράδες τους ήταν οι περισσότεροι κακοί, μέθυσοι, κλέφτες και κακομεταχειρίζονταν τις γυναίκες τους, έσφιγγαν όλο και περισσότερο τον κλοιό γύρω του, λες κι αυτοί, ο νόμιμοι, θέλανε να πέσουν επάνω του και να τονε πνίξουν, αυτόν που ήταν παράνομος. Έν απ' αυτά, που βρισκόταν απέναντι στο Σιμόν, του έβγαλε ξαφνικά τη γλώσσα κοροϊδευτικά και του φώναξε:
 -"Δεν έχεις μπαμπά! Δεν έχεις μπαμπά"!
    
Ο Σιμόν τον άρπαξε με τα δυο του χέρια από τα μαλλιά κι άρχισε να τον κλωτσά στα πόδια, ενώ του δάγκωνε με λύσσα το μάγουλο. Έγινε μεγάλο ανακάτεμα. Χωρίσανε τους δυο μαχητές κι ο Σιμόν βρέθηκε να είναι χτυπημένος, ξεσκισμένος, μωλωπισμένος, πεσμένος στο έδαφος στη μέση του κύκλου που σχημάτιζαν τα αλητόπαιδα και που χειροκροτούσαν. Καθώς ανασηκωνόταν, τινάζοντας μηχανικά με το χέρι τη μπλούζα του που είχε λερωθεί από τη σκόνη, κάποιος του φώναξε:
 -"Πήγαινε να το πεις στον μπαμπά σου".
    
Τότε ένιωσε κάτι πολύ σημαντικό να γκρεμίζεται μες στη καρδιά του. Κείνοι ήτανε δυνατότεροι απ' αυτόν, τον νίκησαν κι αυτός δε μπορούσε να δώσει μιαν απάντηση, επειδή το 'νιωθε καλά πως ήταν αλήθεια: δεν είχε μπαμπά. Γεμάτος περηφάνεια προσπάθησε για λίγο να παλέψει με τα δάκρυα που τον έπνιγαν. Ένιωθε να ασφυκτιά. Έπειτα, χωρίς να βγάλει άχνα, άρχισε να κλαίει με μεγάλα αναφιλητά που τον τράνταζαν.
    
Τότε μια άγρια χαρά ξέσπασε ανάμεσα στους εχθρούς του και φυσικά, όπως συμβαίνει με τους άγριους στα φοβερά τους πανηγύρια, πιάστηκαν από το χέρι και άρχισαν να χορεύουνε γύρω του, επαναλαμβάνοντας σαν επωδό:
 -"Δ
εν έχεις μπαμπά! Δ
εν έχεις μπαμπά"!
    
Ο Σιμόν όμως έπαψε ξαφνικά τα αναφιλητά. Τον τρέλανε η οργή. Υπήρχαν πέτρες κάτω από τα πόδια του, τις μάζεψε και τις εκσφενδόνισε μ' όλη του τη δύναμη πάνω στους βασανιστές του. Δυο-τρεις χτυπηθήκανε και σωθήκανε φωνάζοντας κι εκείνος είχε πάρει ένα ύφος τόσο φοβερό που τους άλλους τους κατέλαβε πανικός. Δειλοί, όπως συμβαίνει πάντα με το πλήθος μπρος σε οργισμένο άνθρωπο, διαλύθηκαν βάζοντάς το στα πόδια.
    
Όταν έμεινε μόνο το παιδάκι που δεν είχε πατέρα, άρχισε να τρέχει προς τα χωράφια, επειδή μια ανάμνηση που του 'ρθε στο νου το 'κανε να λάβει μια μεγάλη απόφαση. Ήθελε να πνιγεί μες στο ποτάμι. Θυμήθηκε, πράγματι, ότι οχτώ μέρες πριν ένας φτωχοδιάβολος που ζητιάνευε έπεσε μες στο νερό επειδή δεν είχε πια χρήματα. Ο Σιμόν ήταν παρών όταν τον ψάρεψαν και το καημένο ανθρωπάκι, που συνήθως του φαινόταν αξιοθρήνητο, βρώμικο κι άσχημο, τον εντυπωσίασε με την ηρεμία του, τα χλωμά του μάγουλα, το μακρύ, βρεγμένο γένι του και τα ανοιχτά, ήρεμα μάτια του. Τριγύρω λέγανε:
 -"Είναι νεκρός". Κάποιος πρόσθεσε:
 -"
Είναι ευτυχισμένος τώρα".
     Ήθελε κι ο Σιμόν να πνιγεί επειδή δεν είχε πατέρα, όπως εκείνος ο φουκαράς που δεν είχε χρήματα.
    
Πλησίασε πολύ κοντά στο νερό και το κοίταζε που έτρεχε. Μερικά ψάρια παίζανε κινούμενα γρήγορα στο καθαρό ρεύμα του νερού και καμιά φορά κάναν ένα μικρό άλμα κι έχαφταν μύγες που πετούσανε στην επιφάνεια. Σταμάτησε να κλαίει για να τα δει, επειδή τα κόλπα τους τον ενδιαφέρανε πολύ. Αλλά πότε-πότε, όπως συμβαίνει με τις σύντομες νηνεμίες μιας καταιγίδας που τις διαδέχονται ξαφνικά δυνατές ριπές ανέμου κάνοντας να τρίζουν τα δέντρα και τελικά χάνονται στον ορίζοντα, η σκέψη που τον βασάνιζε του ξαναερχόταν στο νου και του προκαλούσε έναν δυνατό πόνο: «Θα πνιγώ, γιατί δεν έχω μπαμπά».
    
Ο καιρός ήταν καλός κι έκανε πολύ ζέστη. Ένας γλυκός ήλιος ζέσταινε τη χλόη. Το νερό έλαμπε σαν καθρέφτης. Κι ο Σιμόν ζούσε στιγμές μακαριότητας, χαύνωσης τέτοιας που ακολουθεί τα δάκρυα και τον κυρίευε μεγάλη επιθυμία ν' αποκοιμηθεί κει, πάνω στη χλόη, μες στη ζέστη. Ένας μικρός πράσινος βάτραχος πήδησε κάτω από τα πόδια του. Προσπάθησε να τον πιάσει. Του ξέφυγε. Τον κυνήγησε αλλ' απέτυχε τρεις συνεχόμενες φορές. Τελικά τον έπιασε από τις άκρες των πίσω του ποδιών και γέλασε βλέποντας τις προσπάθειες που 'κανε το ζώο για να το σκάσει. Συσπειρωνόταν στα μεγάλα του πόδια, έπειτα με μια απότομη διάταση τα ξεδίπλωνε ξαφνικά, άκαμπτα σαν δυο ξύλα κι ήταν το μάτι του ολοστρόγγυλο, περιβαλλόμενο από έναν χρυσό κύκλο, ενώ κουνούσε στον αέρα τα μπροστινά του πόδια σαν να ήταν χέρια. Αυτό του θύμισε παιχνίδι φτιαγμένο από μικρά ίσια σανίδια καρφωμένα σε σχήμα ζιγκ- ζαγκ, που με μια παρόμοια κίνηση έκαναν τα στρατιωτάκια, που ήταν ζωγραφισμένα επάνω, να κινούνται. Τότε σκέφτηκε το σπίτι του, έπειτα τη μητέρα του και κυριευμένος από μεγάλη θλίψη ξανάρχισε να κλαίει. Ρίγη διαπερνούσαν τα μέλη του. Γονάτισε και προσευχήθηκε, όπως έκανε πριν πάει για ύπνο. Δεν μπόρεσε όμως να αποτελειώσει την προσευχή του, επειδή του 'ρθανε πάλι αναφιλητά με τέτοια πίεση και τέτοια ταραχή που τον κυρίευσαν ολόκληρο. Δε σκεφτότανε πλέον τίποτα, δεν έβλεπε πια τίποτε τριγύρω του και δεν έκανε άλλο από το να κλαίει. Ξαφνικά ένα βαρύ χέρι ακούμπησε στον ώμο του και μια μπάσα φωνή τον ρώτησε:
 -"Τί σε στεναχωρεί, λοιπόν, τόσο, άνθρωπέ μου";
    
Ο Σιμόν στράφηκε. Ένας μεγαλόσωμος εργάτης με γένεια και μαύρα κατσαρά μαλλιά τονε κοίταζε με στοργή. Απάντησε με δάκρυα στα μάτια κι ένα κόμπο στη φωνή:
 -"Μ' έδειραν ... επειδή ... δεν έχω ... δεν έχω ... μπαμπά
..."
 -"Πώς κι έτσι;" είπε ο άντρας χαμογελώντας. "Όλοι έχουμε έναν".
 -"
Εγώ ... εγώ δεν έχω", ξαναείπε το παιδί με πόνο, μες από τους σπασμούς που προκαλούσε η θλίψη του.
    
Τότε ο εργάτης πήρε ύφος σοβαρό. Είχε αναγνωρίσει το παιδί της Μπλανσότ και παρόλο που ήτανε καινούριος στο χωριό, ήξερε μέσες-άκρες την ιστορία του.
 -"Λοιπόν", είπε, "σκούπισε τα δάκρυά σου, αγόρι μου και πάμε μαζί στη μαμά σου. Θα σου βρούμε... ένα μπαμπά".
    
Ξεκίνησαν κι ο μεγάλος κρατούσε το μικρό απ' το χέρι. Ο άντρας χαμογελούσε πάλι επειδή δε θα τον πείραζε να δει τη Μπλανσότ, που ήταν, υπόψη, έν από τα ομορφότερα κορίτσια του χωριού κι εκείνος μπορεί κατά βάθος να σκεφτόταν ότι μια νέα που έσφαλε μια φορά θα μπορούσε να το ξανακάνει.
     Φτάσανε μπρος σ' ένα σπιτάκι άσπρο και πεντακάθαρο.
 -"Εδώ είναι", είπε το παιδί και φώναξε: "Μαμά"!
    
Μια γυναίκα ξεπρόβαλε κι ο εργάτης έπαψε ξαφνικά να χαμογελά, γιατί κατάλαβε αμέσως ότι δε μπορούσε ναστειευτεί μαυτή τη χλωμή, ψηλή κοπέλα που στεκόταν αυστηρή στη πόρτα της, σαν να 'θελε ν' απαγορεύσει σ' έναν άντρα να διαβεί το κατώφλι του σπιτιού, που κάποιος άλλος την είχε προδώσει. Φοβισμένος και κρατώντας στο χέρι το κασκέτο του, ψέλλισε:
 -"Ορίστε, κυρία, σας φέρνω το αγοράκι σας, που χάθηκε κοντά στο ποτάμι".
    
Αλλά ο Σιμόν κρεμάστηκε από το λαιμό της μητέρας του και της είπε ξαναβάζοντας τα κλάματα:
 -"Όχι μαμά, ήθελα να πνιγώ, επειδή τ' άλλα παιδιά με δείρανε... με δείρανε... επειδή δεν έχω μπαμπά".
    
Μια έντονη κοκκινίλα σκέπασε τα μάγουλα της νεαρής γυναίκας και βαθιά πληγωμένη αγκάλιασε παράφορα το παιδί της, ενώ φευγαλέα δάκρυα τρέχανε στο πρόσωπό της. Ο άντρας συγκινημένος, έστεκε κει και δεν ήξερε πώς να φύγει.
    
Όμως ο Σιμόν έτρεξε ξαφνικά προς το μέρος του και του είπε:
 -"Θα θέλατε να γίνετε ο μπαμπάς μου";
    
Έγινε μεγάλη σιωπή. Η Μπλανσότ, σιωπηλή και καταντροπιασμένη, ακουμπούσε στον τοίχο κι είχε τα δυο της χέρια πάνω στη καρδιά της. Το παιδί, όταν είδε ότι δεν του απαντούσαν, ξανάπε:
 -"Αν δε θέλετε, θα ξαναπάω να πνιγώ".
    
Ο εργάτης το εξέλαβε για αστείο κι απάντησε γελώντας:
 -"Ναι και βέβαια το θέλω".
 -"Πώς σε λένε;" τονε ρώτησε τότε το παιδί, "για να ξέρω τι θα πω στους άλλους, όταν θελήσουν να μάθουν το όνομά σου";
 -"Φιλίπ" απάντησε ο άντρας.
    
Ο Σιμόν έμεινε λίγο σιωπηλός για να μπορέσει ν' απομνημονεύσει το όνομα, έπειτα άπλωσε τα χέρια, παρηγορημένος εντελώς κι είπε:
 -"Ενταξει! Φιλίπ, είσαι ο μπαμπάς μου".
    
Ο εργάτης σηκώνοντάς τον τον φίλησε αναπάντεχα και στα δύο μάγουλα κι έφυγε αμέσως με μεγάλα βήματα. Όταν το παιδί μπήκε στο σχολείο την άλλη μέρα ένα μοχθηρό γέλιο το υποδέχτηκε και στο σχόλασμα, όταν τα άλλα παιδιά θέλησαν να ξαναρχίσουν τα ίδια, ο Σιμόν τους πέταξε καταπρόσωπο λόγια σαν να τους πετροβολούσε:
 -"Φιλίπ λένε τον μπαμπά μου".
    
Κραυγές φρενίτιδας σηκώθηκαν από παντού:
 -"Φιλίπ ποιός; Φιλίπ τίΤί σημαίνει Φιλίπ;
Πού τον βρήκες αυτόν τον Φιλίπ";
    
Ο Σιμόν δεν απαντούσε κι ακλόνητος στη πίστη του, τους κοίταζε περιφρονητικά, έτοιμος να υποστεί πάλι το μαρτύριο παρά να το βάλει στα πόδια μπροστά τους. Ο δάσκαλος τον απελευθέρωσε κι εκείνος επέστρεψε στη μητέρα του.
    
Τρεις μήνες συνέχεια ο σωματώδης εργάτης Φιλίπ περνούσε συχνά από το σπίτι της Μπλανσότ και μερικές φορές πήρε το θάρρος να της μιλήσει όταν την έβλεπε να ράβει κοντά στο παραθύρι. Εκείνη του απαντούσε ευγενικά, πάντα σοβαρή, χωρίς να χαριεντίζεται μαζί του και χωρίς να τον αφήνει να μπει στο σπίτι της. Με κάποια έπαρση όμως, όπως όλοι οι άντρες, νόμιζε πως εκείνη συχνά κοκκίνιζε περισσότερο από το κανονικό όταν μιλούσε μαζί του.
    
Όταν όμως η αξιοπρέπεια ξεπέσει είναι επίπονο να ανακτηθεί και μένει πάντα εύθραυστη· έτσι όλοι κουτσομπόλευαν τη Μπλανσότ στο χωριό, παρά τις επιφυλάξεις της. Όσο για τον Σιμόν, εκείνος αγαπούσε πολύ τον καινούριο του μπαμπά κι έκανε περίπατο μαζί του σχεδόν κάθε απόγευμα, όταν τέλειωνε η εργάσιμη μέρα. Πήγαινε κανονικά στο σχολείο και περνούσε ανάμεσα από τους συμμαθητές του όλος αξιοπρέπεια, χωρίς να τους απαντά ποτέ.
    
Μια μέρα όμως το παιδί που πρώτο του είχε επιτεθεί του είπε:
 -"Είπες ψέματα, δεν έχεις κανένα μπαμπά που να τον λένε Φιλίπ".
 -"Γιατί;" ρώτησε πολύ συγκινημένος ο Σιμόν.
    
Τα παιδιά έτριβαν τα χέρια τους από ικανοποίηση. Ο άλλος είπε πάλι:
 -"Επειδή αν είχες μπαμπά, αυτός θα ήταν ο άντρας της μαμάς σου".
    
Ο Σιμόν τα έχασε μπροστά στον σωστό συλλογισμό, παρολαυτά απάντησε:
 -"Είναι ο μπαμπάς μου, παρολαυτά".
 -"Μπορεί να 'ναι κι έτσι", είπε το αγόρι γελώντας σαρκαστικά, "δεν είναι όμως καθόλου ο μπαμπάς σου αυτός".
    
Ο μικρός της Μπλανσότ έσκυψε το κεφάλι και κίνησε σκεφτικός για το σιδηρουργείο του μπαρμπα-Λουαζόν, που δούλευε ο Φιλίπ. Το σιδηρουργείο ήταν θαμμένο, λες, κάτω από τα δέντρα. Εκεί ήταν πυκνή η σκιά. Μόνον η κόκκινη λάμψη μιας δυνατής φωτιάς φώτιζε με μεγάλες ανταύγειες πέντε σιδεράδες με γυμνά μπράτσα που σφυροκοπούσανε στ' αμόνι και κάνανε φοβερό θόρυβο. Στέκονταν όρθιοι αναψοκοκκινισμένοι σα δαίμονες, με τα μάτια καρφωμένα στο πυρακτωμένο σίδερο που δούλευαν κι η βαρειά τους σκέψη ανεβοκατέβαινε μαζί με τα σφυριά τους.
    
Ο Σιμόν μπήκε απαρατήρητος και πήγε να τραβήξει απαλά το μανίκι του φίλου του. Εκείνος γύρισε να δει. Ξαφνικά η δουλειά σταμάτησε κι όλοι οι άντρες κοίταξανε προσεχτικά. Τότε, μες στην ασυνήθιστη ησυχία, ακούστηκε η εύθραυστη φωνούλα του Σιμόν.
 -"Φιλίπ, το παιδί της Μισόντ μου 'πε πριν λίγο πως δεν είσαι μπαμπάς μου".
 -"Γιατί αυτό;" ρώτησε ο εργάτης.
    
Το παιδί απάντησε με όλη του την αφέλεια.
 -"Επειδή δεν είσαι ο άντρας της μαμάς μου".
    
Κανείς δε γέλασε. Ο Φιλιπ έμενε όρθιος ακουμπώντας το μέτωπό του στην ανάστροφη των μεγάλων του χεριών που κρατούσανε τη λαβή του σφυριού του, στερεωμένου πάνω στο αμόνι. Σκεφτόταν. Οι τέσσερεις σύντροφοί του τον κοιτούσαν και μια σταλιά ανάμεσα σαυτούς τους γίγαντες, ο Σιμόν ανήσυχος περίμενε. Ξαφνικά ένας από τους σιδεράδες, εκφράζοντας τη σκέψη και των άλλων, είπε στον Φιλίπ.
 -"Η Μπλανσότ είναι μια καλή και τίμια κοπέλα, γενναία κι αξιοπρεπής, παρά τη συμφορά που τη βρήκε. Θα μπορούσε να 'ναι μια γυναίκα άξια για έναν τίμιο άντρα".
 -"Αυτό είναι αλήθεια", είπαν οι άλλοι τρεις.
    
Ο εργάτης ξανάπε:
 -"Εκείνη φταίει που απέτυχε; Της υποσχέθηκε γάμο. Εγώ όμως γνωρίζω περισσότερες από μια που ο κόσμος τις σέβεται σήμερα κι ας έκαναν τα ίδια".
 -"Αλήθεια είναι", απάντησαν κι οι τρεις άντρες μαζί.
    
Ο άλλος συνέχισε:
 -"
Ένας Θεός μόνο ξέρει πόσο μόχθησε η κακομοίρα για ν' αναθρέψει μόνη το παιδί της, πόσο έκλαψε, πως δεν βγαίνει από το σπίτι παρά για να πάει στην εκκλησία".
 -"Κι αυτό είναι αλήθεια", είπαν οι άλλοι.
     Δ
εν ακουγότανε τίποτ' άλλο παρά μόνο το φυσερό που κόρωνε τη φωτιά. Ο Φιλίπ στράφηκε απότομα προς τον Σιμόν:
 -"Πήγαινε να πεις στη μαμά σου ότι θα 'ρθω απόψε να της μιλήσω".
    
Έπειτα οδήγησε έξω το παιδί πιάνοντάς το από τους ώμους. Επέστρεψε στη δουλειά του και τα πέντε σφυριά μαζί συνέχισαν μ' έναν ήχο το σφυροκόπημα των αμονιών. Χτυπούσαν έτσι το σίδερο μέχρι που νύχτωσε, ρωμαλέοι, ισχυροί, χαρούμενοι σαν ικανοποιημένα σφυριά. Όπως όμως η μεγάλη καμπάνα ενός καθεδρικού ναού αντηχεί τις γιορτινές ημέρες και καλύπτει τις κωδωνοκρουσίες από τις άλλες καμπάνες, έτσι και το σφυρί του Φιλίπ, κυριαρχώντας στο πανδαιμόνιο των άλλων, έπεφτε από δευτερόλεπτο σε δευτερόλεπτο, μ' έναν εκκωφαντικό θόρυβο. Κι εκείνος, με μάτια που λάμπανε, σφυροκοπούσε με πάθος, όρθιος ανάμεσα στις σπίθες.
    
Ο ουρανός ήταν γεμάτος άστρα όταν πήγε να χτυπήσει τη πόρτα της Μπλανσότ. Φορούσε το καλό του σακάκι, ένα καθαρό πουκάμισο κι ήτανε φρεσκοξυρισμένος. Η νεαρή γυναίκα πρόβαλε στο κατώφλι και του είπε με ύφος λυπημένο:
 -"Κακώς ήρθατε νυχτιάτικα, κύριε Φιλίπ"
Εκείνος θέλησε ν' απαντήσει, κάτι ψέλλισε κι έμεινε αμήχανος μπροστά της. Εκείνη συνέχισε: "Καταλαβαίνετε, νομίζω, ότι δε πρέπει να δίνω επιπλέον δικαιώματα να μιλούν για μένα".
    
Κι εκείνος αμέσως:
 -"Και τί πειράζει", είπε, "αν θέλετε να γίνετε γυναίκα μου"!
    
Καμία φωνή δεν του απάντησε, αλλά εκείνος νόμισε πως άκουσε μες στο σκοτάδι του δωματίου τον θόρυβο που έκανε ένα σώμα καθώς έπεφτε. Μπήκε αμέσως μέσα κι ο Σιμόν, που ήτανε ξαπλωμένος στο κρεβάτι του, διέκρινε τον ήχο ενός φιλιού και κάποιες λέξεις που η μητέρα του ψιθύρισε χαμηλόφωνα. Έπειτα, ξαφνικά, ένιωσε να τον ανασηκώνουν τα χέρια του φίλου του και κρατώντας τον μες στα ηράκλεια μπράτσα του, του φώναξε:
 -"Θα πεις στους συμμαθητές σου πως ο μπαμπάς σου είναι ο Φιλίπ Ρεμί, ο σιδεράς κι ότι θα πάει να τραβήξει τ'
αυτιά σ' όλους όσους σου κάνουνε κακό".
    
Την άλλη μέρα, την ώρα που το σχολείο ήταν γεμάτο μαθητές και το μάθημα είχε μόλις αρχίσει, ο μικρός Σιμόν σηκώθηκε, κατάχλωμος και με τρεμάμενα χείλη, αλλά με καθαρή φωνή, είπε:
 -"Ο μπαμπάς μου είναι ο Φιλίπ Ρεμί, ο σιδεράς κι υποσχέθηκε ότι θα τραβήξει τ' αυτιά σε όσους θελήσουν να μου κάνουν κακό".
    
Αυτή τη φορά κανείς δεν γέλασε, επειδή όλοι γνώριζαν τον Φιλίπ Ρεμί, το σιδερά κι ήταν ένας μπαμπάς αυτός για τον οποίο όλος ο κόσμος θα ήταν υπερήφανος.

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers