-

Dali &

-


-








.

--.


.

./.


 
 

 

'*:


                                              Εισαγωγ

     Το Συναξριον του Τιμημνου Γαδρου εναι κεμενο που σατιρζονται τα μλη του κλρου που εκμεταλλεονται και καταπιζουν τον απλ λα. Ο λκος κι η αλεπο παρασρνουν το γιδαρο σ' να θαλσσιο ταξδι με σκοπ να τον πνξουν, με πρφαση τι αμρτησε τργοντας να κλεμμνο μαρουλφυλλο. Ο ταπεινς γιδαρος καταφρνει να ξεγελσει τους υποκριτικος εχθρος του και να τους πετξει στη θλασσα. Το Συναξριον διασκευστηκε μετ σε ομοιοκατληκτο στχο και στη μορφ αυτ αναδεχτηκε στη μακροβιτερη και δημοφιλστερη φυλλδα του νετερου ελληνισμο μχρι το 19ο και 20 αι.

 * γνωστος = Πρκειται για σατιρικ και διδακτικ κεμενο, σε δο παραλλαγς, με ρωες τρα ζα, το γιδαρο, το λκο και την αλεπο· η 1η παραδδεται σε ανομοιοκατληκτη, πρωιμτερη μορφ, εν η 2η μεταγενστερη ομοιοκατληκτη λγεται πως εναι του Πτωχοπρδρομου του Σαχλκη). Περιγρφονται στο Λεξικ ως εξς:

 1. Συναξ. γαδ. (15.αι., 393 ανομοιοκατληκτοι στχοι, απ το χφ Vindobonensis theol. gr. 244 του 16.αι.)

 2. Διγ. γαδ. (η ομοιοκατληκτη Φυλλδα του Γαδρου: Γαδρου, λκου κι αλουπος διγησις ωραα, απ την ντυπη λακ κδοση του 1539 στη Βενετα).

                                1. Ιστορικ του "Συναξαριο"

     Στις αλληγορικς-σατιρικς ιστορες με ζα ανκει γραμμνο σε 400 περπου ανομοιοκατληκτους 15σλλαβους. Ο λκος κι η αλεπο, που αποτελον αλληγορες του κλρου και των φεουδαρχν, χουνε βλει στο μτι τον καημνο γδαρο, που συμβολζει τον φτωχ λα, που ωστσο με πονηρι και χιομορ θα καταφρει να τους ξεφγει και να επιβισει. Εναι απ τα ργα που αργτερα θα μετατραπονε σε ομοιοκατληκτα κι απ ττε (μετ το 1495), με τη να του μορφ, θα γνωρσει να ζω, καθς τυπθηκε στη Βενετα κι γινε το δημοφιλστερο λακ ανγνωσμα της εποχς του.
     Ττλος μεσαιωνικο ελληνικο πους, που ανκει σ' ευρτερο ευρωπακ κκλο κειμνων, που αντλε τα θματ του απ τον κσμο των ζων. Παραλλαγς του ργου απαντονε και στην Αφρικ. Προρχεται απ πανρχαιους ινδικος κι αισπειους μθους κι η 1η διπλασ του υπρξε η γαλλικ. Η ελληνικ παραλλαγ ανκει στον 14ο αι.κι αποτελεται απ ανομοιοκατληκτους στχους. λλη παραλλαγ με ομοιοκατληκτους στχους μεινε γνωστ με το νομα Φυλλδα. Περιγρφει το ταξδι γαδρου, αλεπος και λκου, που στο τλος του ο γδαρος αποδεικνεται πιο πανοργος απ την αλεπο.
     Σατιρικ και διδακτικ ανομοιοκατληκτο στιχοργημα του 14ου-15ου αι. με χιουμοριστικ και σκωπτικ τνο. Το ργο ανκει στη παρδοση των διηγσεων που πρωταγωνιστον ζα με ανθρωπομορφικ στοιχεα. Τον 16ο αι. διασκευστηκε σε ομοιοκατληκτους στχους κι αναδεχθηκε απ τα δημοφιλστερα λακ αναγνσματα του νου ελληνισμο.



To Συναξριον Του Τιμημνου Γαδρου

Ὁ γδαρος ὁ ταπεινὸς καὶ περιφρονημνος
καὶ πντα κακορζικος ἔτυχεν εἰς αὐθντη
πτωχὸν καὶ κακομζαλον, κακὰ δυστυχισμνον·
ποτ του δὲν ἐχρτασεν, ποτ του οὐκ ἀναπατη.

Ἀλλ' ὅμως καὶ τχα καὶ ποτ, λαμπρὰ ἡμρα ἦτον,
ἐπστρωσαν, ἀπλυσαν τὸν γδαρον ἐκεῖνον,
τχα νὰ παραβοσκινθῆ, καμπσο νὰ ἀνασνη
ἀπὸ τὸν κπον τὸν πολὺν καὶ τὴν ταλαιπωραν.
Κι ἐκεῖ παραβοσκζετον κοντὰ πρὸς τὸ ρυκιν.

Ὁ λκος μὲ τὴν ἀλουποῦ ἤρχονταν κυνηγντας,
εὑρσκουσιν τὸν γδαρον καὶ καλοχαιρετοῦν τον:
"Καλῶς σὲ ηὕραμεν, γδαρε, αὐθντη, καλῶς κμνεις;
Καλῶς ποιεῖς; Καλῶς τὰ χαρεσαι; Καλῶς τὸ ἀμπουκνεις;
Ἐμεῖς ἀκμη νηστικοὶ εἴμεσθεν ἕως τρα.
Τ νὰ ποισωμεν καὶ ἡμεῖς ὡς διὰ νὰ προγευτοῦμε";

Ὁ δὲ ἰδὼν ὁ γδαρος αὐτοὺς τριγῥ' στκουν,
καὶ τ λαλοῦσι πρὸς αὐτὸν καὶ πῶς τὸν παραβλπουν,
ἐνησεν ὡς φρνιμος τὰ μλλοντα γενσθαι,
καὶ τὸ φαγεῖν ἐστθηκεν, κακὰ ἀναστενζει,
ἀπιλογεῖται πρὸς αὐτοὺς μετὰ πολλῶν τῶν ἄλλων,
καὶ τοῦτον τὸ ἐφερεμαν μετὰ πολλοὺς τοὺς λγους εἶπεν:

"Ἐγὼ ταλαπωρον πτωχὸν ζῶον εἰμὶ τοῦ κσμου,
εἰς τὸ κορμ μου 'δὲν ἔχω κρας ἀλλ' οὐδὲ αἷμα,
κλονζομαι νὰ περπατῶ, τρμω νὰ θλω πσει.
Καὶ ὁ αὐθντης ὁ πικρὸς ὁποὺ ἐμναν εἶχεν,

κανεὶς οὐδὲν τὸν ἔσφαλεν νὰ μὴν τὸν θανατση.
Κι ἐγὼ θωρῶ τὸ κλλος σας, τὴν ὡραιτητν σας,
τὴν παδευσιν καὶ φρνεσιν τὴν ἔχετε εἰς τὸν κσμον,
καὶ θλω διὰ νὰ ἐγλυτσετε, ν 'χετε τὴν ζων σας,
καὶ φγετε πολλὰ γοργὰ, ὅτι αὐτὸς βιγλζει.

Ἔχει καὶ σκλους δυνατος, τρικοντα καὶ πλον,
ζαγρια, βαρσκυλους, ζαγαρογυρευτδες,
λαγωνικος, χοντρσκυλους ἀπὸ τὴν Λουμπαρδαν.
Πντες διασκορπζονται ἐν μσῳ τοῦ δρυμῶνος
ὡς ζγανοι καὶ σταυρατο, ξιφθερογυρευτδες,

ὅταν θελση νὰ ἐβγῆ, νὰ πᾶ νὰ κυνηγση.
Kαὶ τὰ βουνὰ συντρβονται, τὰ ὄρη συντρομσσουν,
ἀρκοῦδες, ἀγριχοιροι, λοντες καὶ παρδλοι
και τ' ἄλλα πντα καθεξῆς μικρ τε καὶ μεγλα 
μεγλην θνῆσιν πολεμεῖ εἰς ἅπαντα τὰ ζῶα.

Λοιπὸν, εἰ θλετε τοῦ ζῆν, φγετε, μὴν σταθῆτε".

Ταῦτ 'λεγεν ὁ γδαρος, ὅπως τοὺς δελεση
καὶ φγουσιν καὶ λυτρωθῆν αὐτὸς ἀπὸ κινδνου.
Ἡ δὲ ἀλπηξ πονηρὰ οὖσα καὶ μηχανοῦργος
οὐκ ἔλαθεν αὐτὴν καὶ τοῦ γαδρου λγοι·
ψευδοτεχνεῖ εἰς ρμασι τοτους καταφοβῆσαι,
βουλμενος τοτους φυγεῖν καὶ ἐλευθερωθῆναι.
Ἡ δὲ ἀλουποῦ εὐθὺς τὸν γδαρον ἐλλει:

"Μηδὲν ξυλοσοφῆς πολλὰ, ὅτι χωριτης εἶσαι,
βναυσος καὶ ἀπαδευτος, χοντρὸς καὶ ψευδολγος·
ὄντως πρπει σε, γδαρε, γδαρον νὰ σὲ λγουν.
Φρνιμος ἦτον ἄνθρωπος {...}
{...} καὶ πρὸς τὴν θεωραν,
τὴν ἔχεις εἰς τὰ ἄλλα σου ἐπνω εἰς τὸ κορμ σου,
ὅλα 'ναι παρασολικα μετὰ τῆς θεωρας.
Μὰ τὴν ἀλθειαν οὐδαμῶς θλω τὸ ὄνομ σου!

Ἀκοω σε ὅτι βρβαρος, πολλὰ χοντρὸς ὑπρχεις.
Ἐγὼ 'μαι ἀστρονμισσα, ἐγὼ εἶμαι καὶ μαντετρια,
ἐγὼ τὸ νομοκνονον ἐξερω τον ἐκτθου,
ἐγὼ 'μαι διδασκλισσα τῆς γνσεως ἁπσης,
κι ἐσὺ γελᾶς μας φανερὰ μσα στὸ πρσωπν μας.

Μὰ τὴν ἀλθειαν, πρπει σε μεγλως παιδευθῆναι,
ἀλλ' ἐπειδ 'σαι ἀπαδευτος, ὡς φανεται τὸ πρᾶγμα,
γρμματα οὐ μεμθηκας καὶ παδευσιν οὐκ οἶδας,
διὰ τοῦτο πρπει σε λοιπὸν ὅπως ἔχης συγγνμην.
Λγω σε οὖν ἀπὸ τοῦ νῦν, μθε νὰ συντυχανης,

ψμαν οὐδὲν εἰπῆς ποτ, ἀλθειαν λγε πντα,
νὰ ἔχης καὶ προτμησιν, ἀγπην παρὰ πντας,
νὰ ἔχωμεν καὶ ἡμεῖς μισθὸν εἰς ἅπαντα τὸν κσμον·
θωροῦμεν ὅτι ῥιζικὸν καλὸν καὶ τχην ἔχεις
καὶ μεθ' ἡμῶν εὑρθηκες νὰ τιμηθῆς μεγλως,

καὶ νὰ σὲ μαθητεσωμεν, νὰ 'σαι διὰ τιμ μας,
ἂν τ 'χη καὶ ἡ φσις σου καὶ παδευσιν νὰ μθης,
χαρὰς ἐσὲν, χαρὰς ἑμᾶς καὶ μὲ τὸν μαθητν μας·
καὶ ἂν ἰδοῦμεν προκοπὴν, τὴν πρπουσαν νὰ μθης,
νὰ συντυχανης φρνιμα καὶ καλοπαιδευμνα,

νὰ σὲ χειροτονσωμεν, ν 'σαι ἀποκρισιρης,
εἰς τὰς βουλς μας νὰ χωρῆς, εἰς ὅλας μας τὰς πρξεις.
Ἀπὸ τοῦ νῦν νὰ λυτρωθῆς ἐκ τὸν ὠμὸν αὐθντην,
ὁποὺ σὲ καταμρανεν ἐκ τὸν πολὺν τὸν κπον,
νὰ γνης σντροφος ἡμῶν, ἀξα σου καὶ τιμ σου,

καὶ μεθ' ἡμῶν νὰ περπατῆς, ν' ἀναπαυθῆς, νὰ ζσης,
καὶ νὰ περσωμεν ὁμοῦ τὴν θλασσαν τὴν βλπεις,
νὰ πᾶμεν στὴν Ἀνατολὴν, εἰς τὸν καλὸν τὸν τπον,
καὶ νὰ σὲ 'λευθερσωμεν ἐκ τὸν πικρὸν αὐθντην,
ὁποὺ σὲ κατεδκασεν καὶ ἐτιμρησν σε,
νὰ λβωμεν καὶ ἡμεῖς μισθὸν τοῦ μλλοντος αἰῶνος".



Λοιπὸν ὁ γδαρος ἰδὼν τὰς ἀποφσεις τοτων,
ὅτι οὐ δυνατὸν ἐστὶν τοτους ἀπαλλαγῆναι,
μὴ θλων, μὴ βουλμενος, ἀλλ' ὥσπερ δυναστεᾳ
ἐγνετον ὑπκοος ταῖς τοτων συμβουλαις·
προβλπων δὲ τὸν θνατον αὐτοῦ τὸν καθ' ἡμραν
καὶ διαλογιζμενος τ μηχανὴν ποιῆσαι
-καθπερ καὶ ἐποησεν, ὡς ἔδειξεν τὸ τλος.
Λοιπὸν ἐν τῷ αἰγιαλῷ συντμως καταβντες,
ἐμβντες εἰς πλοιριον ἀππλευσαν ἐκεῖθεν,
μεσσαντες τὸ πλαγος μετὰ καλῆς εὐδας.
Ἡ δὲ ἀλουποῦ ἡ πονηρὰ τοιοτους λγους λγει:

"Ἀφντη μου, κὺρ σντεκνε, καλὰ νὰ τὸ γνωρσης,
ὅτι ἀποχωριζμεθα τὴν σμερον ἡμραν,
ὡς τ 'δα ἐψὲς στὸν ὕπνον μου, βλπω το καὶ ἐξπνου, 
ἐσυννφιασεν ὁ οὐρανς, ἄνεμος θλει ποσει,

καὶ πρὶν νὰ σση πρὸς ἡμᾶς νὰ μᾶς καταποντση,
ποισωμεν τὰ πρποντα ἐν ἐξομολογσει.
Λοιπὸν ἐσὺ, κὺρ σντεκνε, ὡς πρῶτος ὁποὺ εἶσαι,
ἐξομολγησιν ὀρθὴν ποησον κατὰ πρῶτον,
καὶ μετὰ ταῦτα δὲ ἐγὼ νὰ πῶ τὰ κρματ μου,

καὶ ὕστερον ὁ γδαρος  -ν' ἀκοσωμεν ἀλλλους,
τς ἔχει πλον πτασιμον, νὰ κρνωμεν τὸ δκαιον,
νὰ δῆ ὁ θεὸς τὴν κρσιν μας καὶ τὴν δικαιοσνη
καὶ ἐλεσαι καὶ ἡμᾶς ὡς πλαι Νινευτας·
ὡς Ἰωνᾶν ἐρρσατο ἐκ κτους τῆς κοιλας,

ἐλευθερσαι καὶ ἡμᾶς ἐκ τοῦ πικροῦ θαντου".

Ὁ λκος δὲ ὡς ἤκουσεν μλιστα ἐφοβθη
καὶ τρμος ὑπελβετο αὐτὸν ὑπερβαλλντως,
ὅλον μὴ γνοὺς τὸν δλιον τρπον τῆς ἀλωπκου
μηδὲ τὸ ἐπιβολευμα, ὃ ἦν κατὰ γαδρου·
ὅμως δὲ λγει πρὸς αὐτὴν ὁ λκος εὐγνωμνως:

"Πρπει τοῦτο, συντκνισσα, { ... }
καὶ νομοδιδασκλισσα ἁπντων τῶν πραγμτων,
πρπει ἐξομολγησις νὰ γνηται, ὡς ἔφης,
ἐν συνειδτι καθαρῷ, γνμῃ ἀνυποκρτῳ".

Λοιπὸν συνωμοφνησαν ἐξομολογηθῆναι,
λγουν: "Κι ἐσὺ, κὺρ γδαρε, πῶς ἔναι ἡ βουλ σου,
πρπει τοῦτο ποισωμεν ἢ νὰ χαθοῦμεν ὅλοι";
Ἐκεῖνος δὲ ἀπγνωσεν αὐτοῦ τὴν σωτηραν
καὶ τὴν βουλν του δδωκεν ἐξομολογηθῆναι.
Λοιπὸν ὁ λκος ἤρξατο τοῦ ἐξομολογεῖσθαι,
λγει: "Ἐγὼ καὶ πρβατα, βοδια καὶ μοσχρια,
ἐλφους καὶ γορονια καὶ πντα ὅσα εὕρω,
σκοτνω τα καὶ τργω τα καὶ τ' ἄλλα πλε κρβω
εἰς τὸ βουνὶν, εἰς τὸ κλαδὶν, αὔριον πλε ν 'χω.
Πλὴν ἀνεβανω εἰς τὸ βουνὶν ὁποὺ 'ναι τὸ τσιμδι

καὶ κυλιοῦμαι παρευθὺς καὶ ἐξομολογοῦμαι,
καὶ γνομαι καλγερος, τὴν ρχην μου μαυρζω,
γνομαι μεγαλσχημος, ἡγομενον ὁμοιζω,
καὶ μεταγνθω τὸ κακὸν τὸ πολεμῶ εἰς τὸν κσμον,
ἄλλον οὐδὲν ἐπσταμαι ἁμρτημαν νὰ ποσω".

Ἀκοσας δὲ ἡ ἀλουποῦ τὴν ἀρετὴν τοσατην
ἐθαμασεν, ἐπανεσεν, καὶ ἐσυγχρησν τον
καὶ ἐδικαωσεν αὐτὸν πρὸς τὴν ἐπγνωσν του.
Λγει καὶ αὐτὴ πρὸς αὐτὸν ἐν ἐξομολογσει
τὰ τατης πανουργεματα καὶ τὰς διαβολας
καὶ τὰ ἐπιτηδεματα τ 'καμνεν εἰς τὸν κσμον:

"Ἐγὼ πντα μου πολεμῶ νὰ κλψω, μὴ νὰ ζσω,
αὐτὸ μὲ καθωδγησαν ἐκεῖνοι οἱ γονεῖς μου·
μὰ τὴν ἀλθειαν, ζῶ καλὰ, αὐθεντικὰ εἰς τὸν κσμον:
πντα χλωροφαγαν τργω, πντ 'μαι χορτασμνη.

Εἰς τὰ κρυφὰ κλεψματα καὶ τὰς πιδεξιοσνας
ὁμοιζω τὴν μητρα μου, ἐκενην τὴν ἁγαν,
εἰς τὰ τσιληπουρδσματα ὁμοιζω τὸν πατρ μου.
Τποτα δὲν ἀπμεινεν, ὅσ 'ξευραν ἐκεῖνοι,

νὰ μὴ μὲ μαθητεσουσιν, ὅλα νὰ τὰ ἠξερω·
ἐφεῦρα δὲ καὶ ἐγὼ πολλὰ οἴκοθεν γνσες μου·
πολλ μὲ ἐθαυμζονταν καὶ συνεχαροντ μοι,
διτι ἐγννησαν φυτὸν πολλὰ προτερημνον·

δι' αὐτὸ καὶ μακαρζω τους, ἐκενους τοὺς γονεῖς μου.
Ὁ κσμος καταρᾶται με ἡμρας καὶ τὰς νκτας,
οἱ χῆρες οἱ πτωχοτσικες κλαουσιν καὶ λυπῶνται,
πλὴν ἡ εὐχὴ τῆς μνας μου καὶ τοῦ καλοῦ πατρς μου

πντοτε βοηθοῦσι μὲ καὶ τὰ κακὰ γλυτνω.
Πσες φορὲς ἐγλτωσα ἐκ τῶν ἀρχντων τὰ σπτια,
ὅτι ἔχουν σκλους δυνατος, νὰ μὴ μὲ θανατσουν.

Καὶ μα χρα ἄπορος, καλὰ οὐκ ἐθερειεν·
εἶχεν καὶ ὄρνιθαν χοντρὴ Κι ἐλλειε τὴν Καβκαν.
αὐγὰ ἐγννα δκροκα, χοντρὰ ὡσὰν τῆς χνας,
καὶ μετ' ἐκενην ἔτρωγεν Κι ἔπινεν κθ' ἡμραν·
πρὸ πντων δὲ ἐκθετον ἐκ τὸ πολὺν τὸ πχος.

Πολλὰ ἐπιβουλετηκα νὰ τῆς τὴ θλω πρει,
ἀλλὰ οὐδὲν ἠμπρεσα νὰ πρω τὴν Καβκαν.
Λοιπὸν { ... } | ἄκουσον τ ἐποῖκα. 
Ἐβλπω, περιεργζομαι, ἔχει κτον ἡ γραῖα,

χοντρὸν κοτσκιν κκκινον, τὴν τρχα μου ὁμοιζει.
Ἔχει ἀγπην εἰς αὐτὸ ὡσὰν καὶ εἰς τὴν Καβκα,
τὸν κτον διὰ τοὺς ποντικοὺς, τὴν ὄρνιθαν διὰ τὰ αὐγ της.
Καὶ μιὰν ἡμραν ηὕρηκα ἄδειαν, ὡσὰν μὲ πρπει.

Ὁ κτος κπου ἔλειπεν, καὶ ἐγὼ ἀντὶς τὸν κτον
{ ... } ἔρχομαι πρὸς τὴν γραῖαν,
καὶ μὲ ταπενωσιν πολλὴν, μὲ ταπεινὸν τὸ σχῆμα.
Θωρεῖ ἡ γραιὰ πὼς ἔρχομαι, ἔχει το, κτος ἔναι,

καὶ κρζει με ἡ ἄτυχος εἰς τὸ ὄνομα τοῦ κτου·
καὶ Πὄλειπες, Παρδτση μου καὶ Ποῦ 'σουν τσην ὥραν;
Κι ἐβολετον ἡ ἄτυχος, ἐκενη ἡ λουλγρια,
νὰ μὲ φαγση τποτες καὶ νὰ μὲ ὁμαλση,

ὡσὰν εἶχεν συνθιον ἡ γραῖα πρὸς τὸν κτο.
Ἐγὼ καλοζυγνω την καὶ πινω τὴν Καβκα,
θωρεῖ ἡ γραῖα καὶ λγει με: Τὴν ἀδελφ σου παζεις;
Ἐγὼ δὲ τσαγκαρνω την, ἐκενην τὴν Καβκα,

Κι ἐκενη ἐνεφταρκισεν καὶ κκα-κκα λγει·
σηκνω την καὶ σρνω την καὶ σκωμαν οὐκ ἔχει,
ἐφναζεν ἡ ὄρνιθαν καὶ ἡ γραῖα ἀπὸ πσω:
Παρδτση μου, Παρδτση μου, καὶ μὴ τὴν ἀδελφν σου.

Ἐγὼ ὑπγω στὸ κλαδὶν κι ἐκρτουν τὴν Καβκα,
ἐκθισα ν' ἀναπαυτῶ, ν' ἀκοσω καὶ τὴν γραῖαν·
πολλὰ ἐκενη ἔκλαυσεν, μεγλως ἐλυπθην.
Πολλὰς κατρας ἤκουσα ἀπὸ τὴν γραῖαν ἐκενην·

πολλὰ μὲ κατηγρησαν ἐκενην τὴν ἡμραν.
Καὶ ἂν θλω λγει τὰ ἄκουσα καὶ ὅλα ὅσ' ἀκογω,
πσο μελνιν καὶ χαρτὶν νὰ σσουσιν νὰ γρψω,
ὅ,τ' ἔποικα καὶ πολεμῶ ἡμρας καὶ τὰς νκτας;

Λοιπὸν τῆς γραας μ' ἔκαψαν οἱ λγοι Κι οἱ κατρες,
καὶ ἦλθα εἰς κατνυξιν καὶ ἐνελογισμην
τὰς ἁμαρτας μου τὰς πολλὰς καὶ {τὰ} κακὰ τὰ ἐποῖκα,
καὶ ἀνεβανω εἰς τὸ βουνὶν, τχα νὰ θλω κλψει,

πρὸς τὰ κακὰ τὰ ἔποικα νὰ σσω τὴν ψυχν μου,
καὶ δκρυα οὐδὲν ἔχω καὶ σφγγομαι ὀλγο,
καὶ τὴν οὐρν μου κατουρῶ, τὰ ὀμμτι μου βρχω,
καὶ εἰς τὰ ματοφρδια μου κρεμζονται οἱ κμποι,

καὶ ὁμοιζουν δκρυα καὶ ἔχω μγα θρρος,
ὅτι ὁ θεὸς τὰ δκρυα περὶ πολλοῦ τὰ ἔχει".

Ὁ λκος δὲ ὡς ἤκουσεν κατνυξιν τοσατην
καὶ τὴν ἐξομολγησιν τὴν καθαρὰν ἐκενην,
ἐθαμασεν τὴν σνεσιν, μεταβολὴν τοσατην,
καὶ ὑποδξατο αὐτὴν καὶ ἐσυγχρησν την,
λγων καὶ ταῦτα πρὸς αὐτν: "Κυρα μου ἁγα,
τὸν Μανασσῆν ἐνκησας, τὴν πρνην ἐμιμσω,
καὶ γγονας σὺ ὅμοιος πλε ὥσπερ ἐκενους,
ὁσα μου, ἁγα μου καὶ δεδικαιωμνη,
καλτυχη, καλμοιρη καὶ δεδικαιωμνη,
{ ... } κλαδὶν τῆς παραδεσου,

νὰ ἔτυχα καὶ ἐγὼ ἐκεῖ εἰς τὴν ἀνπαυσν σου.
Ὄντως, κυρὰ συντκνισσα, ἡ ἀρετ σου αὕτη
ὑπὲρ ἐμὲ ἐγνετον, εἶσαι συγχωρεμνη".

Λοιπὸν οἱ δυὸ ἠστθησαν, συγχρησιν ἐποῖκαν,
λγουσιν καὶ τὸν γδαρον: "Εἰπὲ Κι ἐσὺ, καλ μου,
μηδὲν τὴν κρψῃς ἀφ' ἡμῶν, τῆς ἀληθεας λγον".
Ὁ γδαρος ἐστναξεν ἐκ μσης τῆς καρδας
καὶ λγει ταῦτα πρὸς αὐτοὺς ἐν ἐξομολογσει:

"Ἐκεῖνος ὁ ἀφντης μου ἐβαρυφρτων με
μαρολια καὶ λχανα καὶ ἄλλα τὰ τοιαῦτα,
Κι ἐγὼ ἀπὸ τὴν πεῖνν μου { ... },

ἐγριζα τὸ στμα μου Κι ἐμπουκωνμην φλλον·
ἀλλτε μλις ἔσωνα Κι ἐμπουκωνμην φλλον,
καὶ ἀλλτε οὐκ ἔσωνα, καὶ ἐκοπνιζ με,
μὲ ρκλαν στραβοδκωλον τὸ κωλοκοκουρν μου,

Κι ἐβργιζεν ὁ κῶλος μου καὶ ἐσυχνοπορδοκπουν.
Τιμὴ νὰ ἔχετε, ἀφντες μου, αὐτὰ μὲ ἐπολμαν
ἐκεῖνος ὁ αὐθντης μου Κι ἐπεδυνμουν τσον,
ὅτι ἀπὸ τὴν πεῖναν μου δναμιν οὐδὲν εἶχα

καὶ τὸ βαρὺν τὸ φρτωμαν κι ἀπὸ τὸ δσμαν κροῦσμαν
ἔτρεμαν τὰ ποδρια μου, ἔτρεμεν τὸ κορμ μου, |
καὶ συχνοεκοντλιζα Κι ἐβολομουν νὰ πσω.
Κι ἐγὼ ἀπὸ τοῦ φβου μου νὰ μὴ μὲ θανατση,

{οἱ μξαις νεῦρα ἐγνονταν}, ὡσὰν τὸ λγει ὁ μῦθος.
Λοιπὸν ὡς εἶδεν ὁ θεὸς τοσατην καταδκην
τὴν γενομνην εἰς ἐμὲν ἐκ τὸν πικρὸν ἀφντην,
ἐλησ με ὁ θεὸς καὶ ἐξαπστειλ σας,

τοιοτους ἄρχοντας καλοὺς πρὸς τὴν ἐλευθεραν μου.
Εὐχαριστῶ οὖν τὸν θεὸν καὶ τὴν ἀντληψν σας,
ὅτι καὶ παδευσιν καλὴν θλετε μὲ παιδεσει
καὶ γρμματα καὶ διδαχὴν, Κι ἐγὼ πλε ὡς δοῦλος

εἰς ὅ,τι μὲ ὁρσετε γοργὸν νὰ τὸ πληρσω".



Ταῦτα ἔλεγεν ὁ γδαρος ὡς φρνιμος ὁποὺ 'τον,
μὴ νὰ γλυτση ἀπ' αὐτοὺς τχα ἐν ὑποκρσει.
Ἡ δὲ ἀλουποῦ ἡ πονηρὰ, ἡ δολιοπανοῦργος,
λγει τὸν γδαρον εὐθὺς μὲ ἀπειλὴν μεγλην·
"Τ τσαμπουνζεις, γδαρε, καὶ τ στραβοκωλζεις;
Στσου ὀμπρς μας σντομα καὶ ἐξομολογσου,
καὶ π μας τὴν ἀλθειαν, ὅσας κλεψας ἐποῖσες.

Ἄφες τὰ τσαμπουνσματα αὐτὰ τὰ τσαμπουνζεις,
αὐτὰ σκατ, πηλὰ εἶναι καὶ ψεματολογες.
Οὐ στργομεν, οὐ θλομεν τοιατας διηγσεις".

Ττε ἰδὼν ὁ γδαρος καὶ ὅλως ἀπελπσας
καὶ πρὸς αὐτὰς φθεγξμενος τοιαῦτα ἀναφρει:
"Καλὰ νὰ τὸ ἐγνωρσετε, ἀφντες ἐδικο μου,
ἀπὸ τὸ μαρουλφυλλον ἐκεῖνον, ὅσον εἶπα,
ἄλλον οὐδὲν ἐπσταμαι, ὁ Κριος τὸ βλπει".
Ἀκοσας δὲ ἡ πονηρὰ ἀλπηξ οὕτως ἔφη:
"Καὶ τ ἄλλον ἁμρτημαν χειρτερον στὸν κσμον";

Ὅμως ἐδκασιν βουλὴν τοῦ ἀποκτεῖναι τοῦτον.
Ὁ γδαρος δὲ θεωρῶν αὐτῶν τὰς πανουργας,
τὰς ἀδικας τὰς αὐτῶν καὶ τὰς διαβολας,
εἰς ἑαυτὸν ἐνησε ποιῆσαι πρᾶγμα ξνον,
ἐπαινετὸν καὶ ἀκουστν, ὡς ἔδειξεν τὸ τλος.
καὶ τ ἐμηχανσατο, ἄκουσον καὶ θαυμσεις,
καὶ πῶς ἐπιβουλεεται καὶ τ ποιεῖ πρὸς τοτους.

Λγει: "Τὸ δκαιον θωρῶ, κατὰ τὸ πτασιμν μου
προκεῖται μοι ὁ θνατος, ὡς πφυκεν ἡ κρσις.
Λοιπὸν πρὶν τοῦ θαντου μου τὸ τλαντον οὐ κρψω,

μπως καὶ κολασθσομαι ἐν τῷ καιρῷ ἐκενῳ.
Ὄπισθεν εἰς τὸν πδαν μου χρισμα ἔχω μγαν,
παρὰ θεοῦ δεδρημαι τοῦτο, οὐκ ἀπ' ἀνθρπων.
Θλω γοῦν δεῖξαι τὸ χρυσοῦν τὸ πταλον, ὃ ἔχω,

καὶ ὅστις μνον τὸ ἰδῆ, τὸ πταλον, ὃ ἔχω,
πρὶν τοῦ θαντου μου ἰδεῖν, χριν πολλὴν λαμβνει.
Ἀκοει, βλπει καὶ μακρὰ ἡμρας τρεῖς καὶ πλον,
καὶ τοὺς ἐχθρος του βλπει τους, ἀκοει τ λαλοῦσιν,

καὶ πῶς ἐπιβουλεονται, τ θλουσιν νὰ ποσουν".

Ἀκοσας δὲ ἡ ἀλουποῦ, μὴ γνοὺς τὴν πονηραν,
τὴν τοῦ γαδρου, παρευθὺς τὸν σντεκνν της λγει:
"Ἀφντη μου, κὺρ σντεκνε, τὸ χρισμαν ἐτοῦτο
γοργὰ ἐπιμελσου το καὶ ἀπ' ἐσὲν μὴ λεψη,
τοιατη χρις θαυμαστὴ νὰ μὴν χαθῆ ἐκ τὸν κσμον,
ὅτι ἔχεις ἐχθροὺς πολλοὺς ὁποὺ κακὸν σοῦ θλουν" .

Ὁ λκος δὲ ὡς ἤκουσεν τῆς ἀλουποῦς τοὺς λγους,
καὶ πᾶσαν τὴν συγκρτησιν ἐπστευσεν εὐθως,
καὶ λγει πρὸς τὸν γδαρον: "Γδαρε, δεῖξε μ το".
Καὶ λγει ὁ γδαρος εὐθὺς: "Μετὰ χαρᾶς, αὐθντη.
Ἀνβα εἰς τὸ πδωμα Κι ἐκεῖ νὰ σὲ τὸ δεξω,
καὶ κτσε ἀνακορκουδα, καὶ τὰ ἐμπροσθινὰ σου πδια

μηδὲν πατῆς στὸ πδωμαν ἐπνω οὐδελως·
ἄνοιξε τὰ ὀμμτια σου, γρλλωσ' τα ὅσον ἔχεις,
μὴ πγη τὸ κεφλι σου ἐδῶθες ἢ ἐκεῖθες,
ὁ κῶλος σου ἂς κθεται στὸ πδωμαν καὶ μνον,

καὶ λγε {Κριε ἐλησον, Κριε, συμπθησ με,
Κριε, δς με χρισμα ἐκεῖνο, τὸ γυρεω".

Ταῦτα ἐκομπολγησε ὁ γδαρος ἐκεῖνος,
τὸν λκον, καὶ ἐποησεν καθὼς τὸν ὀρδινισεν,
ἀνβην εἰς τὸ πδωμαν ὁ λκος καὶ ἐκτσεν,
-καλὰ τὸν ἐκατστησεν στὸν ποῦντον, ὅπου πρπει-
γρυλλνει ὁ λκος νὰ ἰδῆ τὸ πτε ν 'λθη χρις,
ὅταν ἰδῆ τὸ πταλον ἀντμα μὲ τὴν χριν.
Ὁ γδαρος βολζει τον, τσιληπουρδᾶ καὶ κροῦ τον
μὲ ὅλην του τὴν δναμιν, ὅσον καὶ ἄν ἐδυνθην,
καὶ ἐκτπησ τον μὲ θυμὸν καὶ ἐχαρβλωσ τον.
Ἐ|ν πρτοις τὸν ἐρντζεψεν στὴν μσην τοῦ πελγους.
Eὐθὺς βνει τὸν φναρον καὶ ἐξεματσουκνει
καὶ σφυροκατουρεῖ συχνὰ καὶ συχνοπορδαλζει,
σηκνει τὴν οὐρκλαν του, ἀνογει καὶ τὸ στμα,
καὶ οὐριζει δυνατ καὶ τσινᾶ κι ἐξοκισεν τὸν κσμον,
γυρεει καὶ τὴν ἀλουποῦ μὴ νὰ τὴν κουκουδση.
Ἡ ἀλουποῦ τὸ νὰ ἰδῆ τὴν ἀπειλὴν ἐκενην,
ἐκρμνισεν καὶ ἔδωκεν στὴν θλασσαν ἀπσω.

Ἐπῆραν την τὰ κματα, στὸν λκον τὴν ἐπῆγαν·
ὁ λκος δὲ κατὰ λεπτὸν τὴν ἀλουποῦ ἐρταν·
λγει: "Καὶ τ μὲ ἐρωτᾶς καὶ τ μὲ συντυχανεις;
Ὁ θεὸς μᾶς ἐλευθρωσεν νὰ μὴ μᾶς θανατση.
Ἐκ τὴν κοιλαν του ἐξβαλεν ὡσὰν ἀπελατκι,

μακρὺν, χοντρὸν καὶ ἔμπροσθεν εἶχεν ὡσὰν καπσι.
Ἀλὶ τὸν δση μα φορν, ζωὴν ποσῶς οὐκ ἔχει.
Ἐγρεψεν Κι ἐμὲν πολλὰ μὴ νὰ μὲ κουκουδση,
πλὴν τῆς μητρς μου ἡ εὐχὴ καὶ τοῦ καλοῦ πατρς μου

ἔσωσν με καὶ ἐγκρεμνστηκα στὴν θλασσαν ἀπσω
Κι ἐγλτωσα τὴν συμφορὰν ἐκενην ὅση εἶδα,
καὶ πλα μὴ δοῦν τὰ μτια μου τοιατην καταδκην".

Ὁ λκος δὲ τὴν ἀλουποῦ πλιν ἐξανερταν:
"Εἰπ μοι, κυρὰ συντκνισσα, καλὰ μὲ τὸ ξηγσου,
τὸ μπουσδουγνι πο τὸ 'χεν Κι ἐγὼ οὐδὲν τὸ εἶδα";.
Λγει: "Ἂν τ 'χες δεῖν, κὺρ σντεκνε, ἐκ τὴν κοιλαν του ἐξβην,
ὁμοιζει ἡ κοιλα του ἔχει ἀρματοθκη,
ματσοκας καὶ κοντρια, χοντρὰ ἀπελατκια,
σκλπους, λουμπρδας, βλια, δισκια γιομτα·
ἀνακαρδες βουκινεῖ, χοντρὰ ἀπελατκια,
συρλδες καὶ τὰ μπφαρα, ἀνακαρὰν τὸν μγαν,

καὶ βοκινον ὁπὄδωκεν Κι ἐξοκισεν τὸν κσμον,
{ ... } καὶ ἄλλα πλα εἶδα,
τὰ ὅποια ἀλησμνησα ἀπὸ τὴν ζλισν μου".

Λγει: "Ἐγὼ, κυρὰ συντκνισσα, { ... } νὰ ἠξερης
ὅτι ὡσὰν μ' ἐκτπησεν τὴν κοπαναν ἐκενην,
τὴν δολερὰν καὶ τὴν πικρὰν καὶ τὴν θανατηφρον,
εὐθὺς ὡσὰν μ' ἐκτπησεν μσα εἰς τὸ τσακτι,
ἐφνη με, ὁ οὐρανὸς ἐχλασεν ἐπνω

καὶ ἤστραψεν Κι ἐβρντησεν Κι ἐχλασεν ὁ κσμος,
τὰ μτι μου ἔστραψαν ὡσὰν τοὺς τσιμπιλδας,
ὁ μυελς μου ἐτρμαξεν καὶ τὸ κορμ μου ὅλον,
καὶ ἐγενμην τρομικὸς ἐκ τὸν πολὺν τὸν φβον,

καὶ βλπεις με, συντκνισσα, μὲ τ 'να μτιν εἶμαι,
μὲ τ 'να μτι σὲ θωρῶ, καὶ τ' ἄλλ' οὐδὲν σὲ βλπω.
Ὅμως ἐγὼ ἐθρρεσα, κυρ μου, εἰς ἐσνα,
νὰ μὴ σὲ λθη τποτε εἰς ὅλην σου τὴν γνῶσιν,

καὶ οὐ περιεργστηκα τοτου τὴν πονηραν".

Ὑπολαβὼν ἡ ἀλουποῦ τὸν λκον ταῦτα λγει:
"Ἀφντη μου, κὺρ σντεκνε, νὰ πῶ τὴν ἀφεντα σου,
ἡ γνῶσις ἔναι πανταχοῦ, στὸν κσμον ἐσπαρμνη.
Καὶ τ ἂν ἔναι γδαρος καὶ περιφρονημνος;
Εἶδε τὸν θνατον αὐτοῦ καὶ τὴν ἐπιβουλαν
καὶ ἀδικαν δλιον καὶ τὴν συκοφανταν,
χωρὶς νὰ πταση τποτες ἄξιον καταδκης,

ἡμεῖς ἐδιεκρναμεν αὐτοῦ τὸν θανατῶσαι.
Καὶ ὁ θεὸς ἰδὼν αὐτοῦ τὴν ταπεινοφροσνην
ἐδῶκεν τον καὶ φρνεσιν, ἐδῶκεν τον καὶ γνῶσιν,
ἵνα γλυτση ἀφ' ἡμῶν μὲ τὴν προτμησν του.

Οὐ μνον δὲ ἐγλτωσεν, ἀλλὰ χαρβλωσν μας,
καὶ ἔποικν μας ἄπρακτους καὶ ἐντροπασ μας".

Ὕστερον δὲ καὶ ἐπαρηγορθησαν μετὰ αἰσχνης πλεστης,
πολλὰ δὲ ἐσυντχασιν λγια πρὸς ἀλλλους,
καὶ ὕστερον ὠμσασιν γδαρον μὴ συντχουν,
μηδὲ καταφρονσωσιν ὡς περιφρονημνον.
Ἀλλὰ καὶ ὄνομα αὐτοῦ ἔστησαν νὰ τὸν λγουν,
ἀπὸ τοῦ νῦν εἰς τὸ ἐξῆς νικὸν νὰ τὸν λαλοῦσιν,
καὶ πλον γδαρον αὐτὸν ποσῶς μὴ τὸν εἰποῦσι,
ἀλλὰ νικὸν ἂς τὸν λαλοῦν: "Ὅτι ἐνκησν μας,
τὸν λκον καὶ τὴν ἀλουποῦ, καὶ ἐθαντωσ μας.
καὶ μυριοεντροπισεν μας { ... },
καὶ ἐτφλωσεν κι ἐποῖκ μας μυριοκιντυνεμνους.
Μὲ γνῶσιν καὶ ταπενωσιν ἐκομπολγησ μας
καὶ ἔποικν μας ἄπρακτους καὶ κατεσβλωσν μας".

Χαρὰς ἐσν, κὺρ γδαρε, μὲ τὴν προτμησν σου,
τὸ πρεον ἐκρδισες καὶ τὴν τιμὴν τοῦ κσμου·
ὦ γδαρε, κὺρ γδαρε, πλεὸν γδαρος οὐκ εἶσαι,
νικὸν ἂς εἶσαι ἀπὸ τοῦ νῦν, Νικτα νὰ σὲ λσιν.

Λοιπὸν ὅσοι τὸ ἀκοσασιν καὶ ὅσοι τὸ ἀκογουν:
διὰ τὴν τιμν σας, γδαρον ποσῶς μὴ τὸν εἰπῆτε,
καθὼς καὶ ἐπεκρτησεν, τινὲς καλοὶ ἀνθρῶποι
-ὡσὰν τὴν ἀφενταν σας- γδαρον δὲν τὸν λγουν,
ἀλλὰ Νικτα καὶ νικν, ὅσοι τὴν γνῶσιν ἔχουν.
Τλος του Γαδρου
___________________________


                                                  Εισαγωγ

     Ομαδικ πορτρατο μ' να γδαρο. Η Γαδρου, λκου κι αλουπος διγησις χαρης κι ο λογοτεχνικς της χαρακτρας.
Εκδδεται κριτικ η Φυλλδα του Γαδρου τοι Γαδρου, λκου και αλεπος διγησις ωραα. Στην εισαγωγ που προτσσεται του κειμνου, ο εκδτης πραγματεεται σειρ θεμτων, πως η ελληνικ εκδοτικ παραγωγ της Βενετας στις αρχς του 20ου αι., η φιλολογα με τα ζα στον αρχαο ελληνικ, το ρωμακ και το μεσαιωνικ κσμο, ο κκλος των δυτικοευρωπακν παραμυθιν που χουνε πρωταγωνστρια την αλεπο, οι κοινωνικς τξεις που αντιπροσωπεουν τα τρα ζα του ποιματος, οι πηγς του, η κειμενικ του παρδοση, η νταξ του στη κρητικ γραμματεα της Αναγννησης, ο τιμητικς ττλος "Νκος" που αποδδεται στον γιδαρο, η σχση της Φυλλδας με το Συναξριον του Τιμημνου Γαδρου κι η γλωσσικ μορφ της. Η κδοση συνοδεεται απ κριτικ κι ερμηνευτικ σχλια και γλωσσρι.

                                2. Ιστορικ της "Φυλλδας"

     Εναι κι αυτς νας μθος που βρσκεται στον κκλο των Δυτικοευρωπακν παραμυθιν, με πρωταφωνστρια τη πονηρ, υποκρτρια και χωρς ηθικ φραγμ, Αλεπο, με σκοπ να σατιριστονε παρμοιοι τποι ανθρπων κθε καιρο και τπου. Κυκλοφοροσαν απ παλι κα στην Ιταλα. 3 τουλχιστον Ιταλο μας λνε το μθο της Φυλλδας -διαφορετικ φυσικ: νας αννυμος στο Novelliere Antico (μθος 91), ο Stefano Guazzo στους Διαλγους του κι ο Scipio Ammirato στις Παροιμες του. Αξιοπρσεκτο πως και στις 3 περιπτσεις εναι πντα 3 ζα, Αλεπο, Λκος και Μολα και πντα το θμα τελικ θριαμβεει. τσι και στη Φυλλδα μνο που εδ τη θση της Μολας, παρνει ο... Γδαρος μιας κι τανε πιο συνηθισμνο ζο στη Κρτη.
     Επσης, πολ μεταγενστερα, ο Μathurin Regnier, γραψε στιρα με παρμοιο θμα κι ο Jean de La Fontaine, μεταγενστρος του Ρενι, στνει 2 σχετικος μθους: τον 8ο του 5ου βιβλου και τον 17ο του 12ου βιβλου των μθων του. Υποθτουμε πως πηγς και των 2 υπρξαν οι διες με του Αννυμου που στησε υο Συναξριον Του Τιμημνου Γαδρου. Επσης υπρχουνε στοιχεα της Φυλλδας και στο Ασχημπαπο του Andersen. Σγουρα θα υπρχουνε κι λλα, μα και τα λγα αυτ και μνο δεχνουν αρκετ τη διδοση και του μθου και -κυρως αυτ- την ντονη ανγκη στο να σατιριστε, να καυτηριαστε, βγανοντας απ μσα ττοια κατσταση -και που δε μποροσε να ειπωθε αλλις συνεπεα φβου τυχν αντιπονων. Γιατ κτω απ τα 3 πρσωπααναγνωρζει κανες εκολα τις 3 μεγλες μεσαιωνικς τξεις: ευγενες, κλρος και πλμπα. τσι, ανδυνα εμφανεται η αυθαιρεσα των 2 ζων στο 3ο.
     Το ανττυπο αυτ εδ το οφελουμε στον κριο Στφανο Ξανθουδδη, -τον πατρα της κρητολογας- και τη πλοσια βιβλιοθκη του που κληροδτησε στο Μουσεο Ηρακλεου. Το στιχοργημα αυτ δεν εναι πρωττυπο, αλλ αποτελε διασκευ ενς προγενστερου ργου, του Συναξριου του τιμημνου γαδρου. Η γλωσσικ μορφ του συναξριου το τοποθετε πολ πριν απ το 1500. (Ο Κστας Θρακιτης μλιστα το τοποθετε πριν το 1204 κι χι ειδικ στη Κρτη) κι εναι μλλον τυχο κατασκεασμα. Ο Λευτρης Αλεξου γρφει σχετικ:

   "Στο Συναξρι, πως και στο Δελλαπρτα, βρσκομε πρωτγονη στιχουργικ, που μας θυμζει κπου-κπου τ' ανεξλιχτα βυζαντιν 15σλλαβα στιχουργματα. Με τη διαφορ πως ο Δελλαπρτας εναι λγιος, εν ο ποιητς του Συναξριου περισστερο λακς στιχουργς με μτριο τλαντο. Απ αδεξιτητα κι αστθεια γοστου ανακατεει, πως του ρχεται βολικ, αρχακ και συγκαιριν του γλωσσικ στοιχεα. Καταφρνει μως κπου-κπου να βρσκει ζωντανς εκφρσεις, γεμτες χιομορ, μες στο τυχαο μλλον συνταριασμα των 15 συλλαβν. Δεν του λεπουν κπου-κπου κι ολκληροι στχοι με αξα κι εκφραστικς ερεσες πετυχημνες, που, καθς επα, ο διασκευαστς της Φυλλδας τις παρνει αυτοσιες, δεχνοντας το φνο γοστο του. Ο τελευταος εναι επιδξιος στιχουργς, χει γοστο ποιητικ και δε λεπει οτ' απ' αυτν το πηγαο χιομορ. Δε θα υποστηρξουμε πως η στιχουργικ της Φυλλδας βρσκεται στο εππεδο εκενης που συναντμε στην Ερωφλη και στο Ρωτκριτο. Τη πλησιζει μως κι σως την προετοιμζει".

     Οι ποιητς που καταπινονται με θρησκευτικ θματα την εποχ αυτ εναι ελχιστοι και το ργο τους εναι μετριτατο, σε. σγκριση με τα λακ ργα της εποχς.


========================


 Γαδρου Λκου Κι Αλουπος Διγησις Χαρης



ρχοντες, να γρικσετε, α θλετε, δαμκι

ο λκος με την αλουπο πς πιαν το φαρμκι,
πς τονε η αφορμ, πς εκαταπιαστκαν
και τι νοβλα πθασι και πς εντροπιαστκαν
σαν φανεται, ο γδαρος ο καταφρονεμνος,
πντοτε κακορζικος και παραπονεμνος,
σ' αφντη λαχε κακν, λωβν και ψωριασμνον,
πτωχν και κακομζαλον, πολλ δυστυχισμνον.

Ποτ του δεν εχρτασε, ποτ ουκ αναπατη,
νκτα-ημρα δρνεται στον κπον για να σκφτει
Πσα πουρνν εφρτωνε τον γδαρον εκενον
κι εις το παζρι επγαινε κι αυτενος μετ κενον
Λχανα τον εφρτωνε, αντδια και μαρολια,
πρσα, ραπνια, κρδαμα, κρεμμδια και γογγλια.

 χυρον δεν του βρσκετον, κριθρι δεν 'ποτσσει
να δσει του γαδρου του να φγει, να χορτσει
Τα λχανα καθριζε και τριχνε τα φλλα
κι νταν εσκλα το βραδ, εφρτων τον ξλα.
Κι απ τον κπον τον πολν, την δολεψιν την τση,
κι εκ τες ξυλς οπο ' παιρνε, στε να ξεφορτσει,
ατχεψεν ο γδαρος και πλα δεν ημπρει
κι απ την ψρα την πολλν σαμρι δεν εφρει.

Χειμνα δεν εδνετον ουδ το καλοκαρι
ουδ για ξλα να υπ ουδ νερ να φρει.
Και μια Λαμπρ, την Κυριακ, τχα λυπθηκ τον,
και πινει και ξεστρνει τον, λυσε κι φησ τον
να πα να περιβοσκηθε, καμπσο ν' ανασνει,
να φα κλαδ απ δενδρ κι απ την γην βοτνι,
να πσει και να κυλιστε, το στμα του ν' αφρσει,
να φα και χρτον λιβαδιο, να πιε κι απ την βρση.

Στην μιαν μεριν του λιβαδιο τονε δσος μγα
κι ο λκος με την αλουπο ερχντησαν κι ελγαν:
"ντα βουλ να κμομε, τι στρτα να κρατομε,
καλν κυνγι να 'βρομε σμερον να γευτομε";

Ττε οι δο συβστησαν και συντροφιν εκμαν
και μρα-νκτα 'μσασι να περπατον αντμα
Λσιν: "Ας δρμομε, λοιπν, εις το λιβδι ας πμε,
α λχει να 'βρομε εκε κυνγι για να φμε".
Και παρευθς εκνησαν στου λιβαδιο την στρτα
κι η αλουπο στοχζετον, λγει: "Καλ μανττα!
Κυρ σντεκνε, μου φανεται να'  ναι καλ κυνγι
ο γδαρος κι ας δρμομεν γλγορα, μη μας φγει".

Ο γδαρος το γρκησε, στκει, αναστενζει,
γυρεει λγια να τους πει, να τ' αλλο να μοιζει.
Στκει, διαλογζεται πς να τους ταπεινσει
και λγει ττε μσα του:: "Τρα να παξ' η γνση!"
Λοιπν, αυτο εσμωσαν με την ταπεινοσνη
και με πολλν γλυκτητα και με την καλοσνη
και χαιρετον και λσι του: "Κυρ γδαρ μου, γεια σου,
χλια καλς ευρκαμε εδ την αφεντι σου.
λα να πμε εις το σκιο να πρεις λγ' αρα,
ν' αναπαυτες, να δροσιστες κι εσ καμιν ημρα.
Αντμα να μιλσομε, ομδι να γευτομε
κι αγλι 'γλι εις το σκιο την στρτα να κρατομε
κι εις να σπτιν μορφον να πα να κοιμηθομε
και το ταχ με την δροσι πλι να σηκωθομε".

Πολλ αυτο επσχισαν μηνα τον εξεβγλουν,
για ν' ακλουθσει μετ' αυτος, στο σπλιο να τον βλουν
Σαν εδεν ο κυρ γδαρος το πς τριγρου στκουν
και τι λαλοσι προς αυτν και πς τον παραστκουν,
εννησεν, ως φρνιμος, και βαριαναστενζει
και πς να κμει μετ' αυτος στκει και λογαριζει.

Λγει: "Ζον ταλαπωρον εμαι εγ του κσμου,
οπο με ταλαιπρησεν αφντης ο δικς μου
Απνου μου ουδν βαστ σρκα, αλλ' ουδ αμα,
-ομνω σας αλθεια και δεν σας λγω ψμα-
και περπατ, κλονζομαι, τρμω και θλω πσει,
ουδ γιατρς, ωσν γρικ, θλει με ωφελσει".
Τατα ' λεγεν ο ταπεινς, τχατες για να πγουν,
για να γλυτσει απ' αυτουνος, μπως και τονε φγουν.

Και πλι λγει: "ρχοντες, να πω της αφεντις σας,
εγ αγαπ κι οργομαι να ' χετε την υγει σας,
γιατ θωρ το κλλος σας, την ωραιτητ σας,
την καλοσνην την πολλν και την γλυκτητ σας,
και θλω να γλυτσετε, να 'χετε την ζω σας,
να πτε στα σπιτκια σας καλ με την τιμ σας
Και φγετε ογλγορα, 'τι αφντης μου βιγλζει
και με ζαγρια και σκυλι το δσος τριγυρζει
ταν θελσει να εβγε να πα να κυνηγσει,
δεν βρσκετ' λλος κυνηγς ομπρς του να νικσει,
γιατ ναι μγας κυνηγς, μγας περδικοπιστης,
κι ανν και πεις και φγεις τον, βλπε τι 'λαθστης
ντα τον προυν ρχοντες για να περιδιαβσουν,
τα ρη λα τρβονται, τα δση συντρομσσουν,
γιατ χει σκλους δυνατος, χει και την ανδρεα,
σκλους χοντρος, λαγωνικ, απ την Λουμπαρδα
Πτονται ως οι γρακες, ως αετο γυρζουν,
λοντρια, λκους και θερι, σα 'βρουν, τα ξεσκζουν
Και ταν θλει να βαλθε να πισει το δοξρι,
οι λκοι κι λα τα θερι τρμουσι σαν το ψρι".

Τατα ' λεγεν ο γδαρος, μνα τους φοβερσει,
να βρει κι αυτς την δεια του για να παραμερσει
Η δ' αλουπο η πονηρ, η δολιοπανοργος,
πντα λογζεται κακ ωσν εχθρς κακοργος
Τα λγια δεν της λαθαν εκενα του γαδρου
και με θυμν και μνητα λγει του μονοτρου:

"Εδ θωρ, κυρ γδαρε, βν' η ψυχ μου χρι
κι οργζετα σε περισσ σαν το κακν μαχαρι
Μηδν ξυλοσοφες πολλ, τι χωριτης εσαι,
στκου αυτο και σπαινε, ωσν χοντρς οπο ' σαι
Μηδν θαρρες, κυρ γδαρε, τ' εμεστεν εργτες
απ κεινος τους γροικους και τους κακος χωριτες
Εγ 'μαι αστρονμισσα, εγ 'μαι και μαντετρα
και του κυρ Λου του Σοφο εγ 'μουνε μαθετρα
Εγ ' μαι διδασκλισσα του λγου και του μθου
κι αυτν τον νομοκνοναν ηξερω τον εχτθου
Κι εσ γελς μας φανερ ομπρς στο πρσωπν μας,
που θλομε να σ' χομεν εδ για 'πτροπν μας
Μα την αλθεια, πρπει σου να παιδευτες μεγλως,
γιατ δεν χεις σστασιν απνου σου ουδ κλλος
Αλλ' επειδ 'σ' απαδευτος, ως φανεται το πρμα,
το πως δεν χεις φρνεσιν ουδ κατχεις γρμμα,
συμπθιο πρπει το λοιπν να ' χεις δι την ραν
-γιατ βρισκμεσθεν εδ πολλ σιμ στην χραν
Λγω σου γουν απ του νυν μθε να συντυχανεις
και τμα τους καλτερους, που και αν λαχανεις
Ψμα μηδν ειπες ποτ, αλθεια λγε πντα,
να χεις και προτμησην κλλια παρ τα πντα.

Θωρομε καλορζικος, καλ την τχην χεις
και μετ' εμς ηυρθηκες, κμε να το κατχεις,
να περπατσεις μετ μας, ν' αναπαυτες, να ζσεις,
την συντροφι μας την καλν ττε να την γνωρσεις,
να σε χειροτονσομεν να 'σαι αποκρισρης
και μετ' εμς να περπατες, πολλν τιμν να πρεις,
εις την βουλν μας να χωρες, εις λα μας να πρξεις,
ανν και σφλομεν κι εμες, εσ να μας διατξεις
Ανν κι εσ μαθητευθες να ' σαι δι τιμ μας,
χαρ σ' εσν, χαρ σ' εμς και με τον μαθητ μας
Και να περσομεν ομο την θλασσαν αντμα,
να πμε στην Ανατολν, να ' βρομε πσα πρμα,
να ντσομε τα στμενα ετοτα που βαστομε
και μσα μας το διφορον να το διαμοιραστομε".

Σαν εδεν ο κυρ γδαρος τας αποφσεις τοτων,
στανο του ακλοθησε ως φρνιμος οπο 'τον
Προβλπει και τον θνατον κι λεγε καθ' ημρα:
"νταν ετοτοι μ' ερασι, τον καημν' η ρα".
Κι οι τρεις τους εις την θλασσαν αντμα κατεβκαν
και βρκα εγυρψασι, πραυτες την ηυρκαν

Μσα σ' αυτν εμπκασιν, χι για να ψαρψουν,
μα πρα στην Ανατολν να παν να ταξιδψουν
Ευθς εκμαν ρμενα, στο πλαγος εβγκαν,
και μαζωκτκαν και οι τρεις, στην πρμην ανεβκαν,
κι εκε βουλν εποκασι να ρξουσι μπαλτα,
δι να κμουν νακλερον, να ποσουν και 'ποδτα.

Λοιπν, ο λκος να γενε νακλερος του τυχανει,
'ποδτας ο κυρ γδαρος μπαλτα το εβγανει
Τον λκον η κυρ' αλουπο στκεται κι επαιν του,
το πως τα βνει σ' ορδινι μορφα τ' ρμεν του.
"Χαροις,", του λγει, "σντεκνε, πως τα καταλαμβνεις
και πως τα 'πιδεξεεσαι κι εις ορδινι τα βνεις
Η προσευχ της μνας μου, της καλογρς εκενης,
εκενη μας εβηθησε και νακλερος εγνης".

Λγει και του κυρ γδαρου: "Βλπεσαι μηδν σφλεις,
κι εισε λιμινα γρεψε σεγορον να μας βλεις
Βλπε καλ την στρτα σου, θρειε τον μποσουλ σου,
να μην παραστρατσομε κι απκει σφκελ σου!"
Και ττες η κυρ' αλουπο πιασε το τιμνι
και τον πτωχν τον γδαρον στκει, ανατιμνει:

"Γλγορα, σκυλογδαρε, πισε κουπ να λμνεις,
γιατ θωρ και δεν γρικς την στρταν οπο κμνεις
Εμς ν' το ταξδι μας να πμε εις την Τνα
και θλει να ' ν' η πλρη μας μσα στην τρεμουντνα
Κι εσ την στρταν σφαλες κι επγες περ πονντε
κι εγκρμνισν μας τα νερ ς μλια δεκαπντε
Εδθεν που γκρεμνσαμεν ο Θις να μας βοθσει,
να μη μας ρξουν τα νερ ' ς καννα ' ρημονσι,
που ψωμ δεν βρσκεται ουδ' ναι ουδ βρση,
να μη μας ερει τποτες και κμομε και χση".

νεμον εχασι καλν κι τον καλ ευδα
και με χαρν αρμνιζαν και με καλν καρδα
Η δ' αλουπο η πονηρ του σντεκνο της λγει,
με πονηρι και με κλεψι αρχνησε να κλαγει:
"Καλ να εγνωρσετε, σντροφοι εδικο μου,
τοτο που μλλει να γενε - επνειε η ψυχ μου·
στον πνον μου 'δα φανερ ετοτην την εσπρα,
πως αποχωριζμεστεν ετοτην την ημρα
στραψε η ανατολ, εβρντησε η δση,
ο ουρανς εμαρισε, φουρτονα θε να ποσει
Προτο μας πρ' η θλασσα να μας καταποντσει,
ποισωμε τα πρποντα εν εξομολογσει".

Λγουν και του κυρ γδαρου: "Πς ναι η βουλ σου;
Το πρμα τοτο βλε το καλ στην κεφαλ σου"
Λγει τους: "Σαν σας φανεται κμετε για την ρα,
γιατ ντα σας σμιξα τον κακ μου μρα".
Ο λκος σαν τους κουσε λος απενεκρθη,
ο νους του εσκοτστηκε, το φως του εθαμπθη
Λοιπν, εδσαν την βουλν για να ξαγορευτοσι,
απ τα κρματα να βγουν, να τα ξεφορτωθοσι
Ττες ο λκος ρχισε για να ξεμολογται,
λα του τα καμματα στκει και τα δηγται.

Λγει: "σα και αν ευρ, πρβατα με τα γδια,
ελφους και μοσχρια, βδια με τα χοιρδια,
σκοτνω τα και τργω τα, που και αν τα λχω,
κι ετι μου μενει, κρβω το, αριο πλι να 'χω
Δεν διδα ποτ τινς απ αυτ μπουκονι,
αμ' συρνα και το ' κρυβα κοντ στο παραβονι
Και μεταγνθω το κακν οπκανα του κσμου
και πως εκενα τα κλεφτ τα 'τρωγα μοναχς μου
Λοιπν, παγανω στο βουν οπναι το μαυρδι,
κυλιομ' απνου εις αυτ απ πουρν ς το βρδυ
και γνομαι καλγερος, τα ροχα μου μαυρζω,
και πγω σαν ηγομενος, σαν ' πσκοπος γυρζω
λλο ουδν επσταμαι παρ κακ να κμω,
και εις την θλια μου ψυχ τες αμαρτις να βνω
Δεν εχα στ' αμαρτματα γιατρν να με γιατρψει
 ουδ καλν πνευματικν για να με ξαγορψει".

Σαν κουσε η αλουπο κατνυξιν τοιατην
και την εξομολγησιν οπκαμε εις ατην,
εθαμασεν, επανεσε και απομρωσ τον,
ευχθηκεν, ευλγησε και εσυχρεσ τον
Γυρζει και η αλουπο και θε να μολογσει
και λγει τατα προς αυτος εν εξομολογσει:

"Εγ, αφντη σντεκνε, εμπανω στο κομσι,
ταν οι πντες κθονται στο δεπνο για να φσι
Κι σες παπτσες κι ρνιθες, χηνρια κι αν βρεθοσι,
λα σκοτνω, πνγω τα, να μην πολυλογοσι
Και παρνω τα στο στμα μου πντ' ξι μαζωμνα
και μρος εναι ζωνταν και μρος εν' πνιμνα
και κουβαλ τα στο κλαδ και κρβω τα στο δσο
και δεν εβγανω απ κει, στε που να χορτσω.

Οι σκλοι σαν γρικσουσι, τσιληπουρδ και φεγω
και δεν τους χρζω τποτες, μα τρχοντας χορεγω
Ανγκη ναι το λοιπν να κλψω για να ζσω,
γιατ δεν το ' χει η φση μου να πγω να ζητσω,
αλλ ουδ καταδχομαι να πγω να δουλψω,
μνον περιεργζομαι το τι να πα να κλψω
Αυτ με καθοδγησαν εκενοι οι γονες μου
και με αυτ εζοσανε αυτο κι οι συγγενες μου
Εις τα κρυφοκλεψματα κι εις την τεχνολογαν
ομοιζω την μητρα μου, εκενην την αγαν·
κι εις τα τσιληπουρδσματα κι εις την πιδεξιοσνη
ομοιζω του πατρα μου, κι εις την γληγοροσνη
Τποτες δεν απμειναν σα 'ξευραν εκενοι
να μη μου τ' αρμηνψουσι, καννα να μου μενει
Πσα κι εγ καθημερν γενν ο λογισμς μου
ωσν αυτ και πλιτερα γμει τα ο λαιμς μου.

Τον Κριον εδξασαν τον 'περευλογημνον,
το πως εγννησαν φυτν πολλ τετιμημνον
Με την ευχ τους ζω καλ, αφεντικ του κσμου,
αλλ ζω των ορνιθιν ναι ο θνατς μου
Πολλ μου παραγγελασιν εκεν' οι συγγενες μου
και πλι με το στμα τους μου το ' παν οι γονες μου:
Βλπεσαι, θυγατρα μου, τα σπτια των αρχντων,
γιατ χουν σκλους δυνατος κι τινα πισουν τρων τον.
Και να θυμομαι μου 'πασι της γρας το καταλγι.

Κι ακοσετ το τι μιλε, γρικσετε τι λγει:

Π' αφνει σπτια πτωχικ κι αρχοντικ γυρεει
ο διβολος στον κλο του κουκι του μαγειρεει
Γιατ τες χρες τες πτωχς, τες καταδικασμνες,
καθημερν πολλς ζημις τους χω καμωμνες
Και χρα μια κακτυχη, καλ ουδν εθρειε,
να γρθει δεν εδνετο, να κτσει δεν ημπρειε,
και σπτι δεν επτασσε, αμ' εχε μια μπαρκα,
εχε και ρνιθα παχι κι ελλειεν την "Καβκα"
-αυγ εγννα δκροκα, χοντρ παρ την φσιν-,
να παραβγε την πρτα της δεν θελε ν' αφσει.

Την γραν επιβουλεουμουν κι εθρουν την σαν Χρο,
στον νουν μου μσα λγιαζα την ρνιθα να πρω
Βλπω, περιεργζομαι, γτα και τον γραα
κι εχε την τρχα κκκινην και την ορ μακρα
Η γραα του ' χε νομα "Περδτση" να τον κρζει,
εις το μαλλ κι εις την οχρν λος εμν' ομοιζει
Αγπα και την ρνιθα, αγπα τον Περδτση
κι ωσν παιδι της τα ' βλεπε, αγρι και κορτσι
Κι να βραδ στοχζομαι πως λειπεν ο γτης,
κι αντς τον γτον πγα 'γ και κθισα κοντ της.

Και βλπει με η κακογρ, θαρρε ο γτος ναι,
Ας τον ταγσω, λγει, 'δ, και πεινασμνος ναι.
Και πινει με η θλια και θε να με φιλσει,
να με ταγσει τποτας και να με κανακσει,
σαν εχε την συνθεια να κνει με τον γτον
-κι εμνα η καρδα μου τρεμε κι εκλοντον
 μπως αυτεν' η κακογρ λχει και με γνωρσει
και πισει μ' απ τον λαιμν και σφξει και με πνξει
Πλην, η ευχ της μνας μου και του καλο πατρς μου
μου βθησε κι η κακογρ εβγκεν απ μπρος μου
Ττες εγ σηκνομαι με την ' πιδεξοσνη
και σμωσα της ρνιθας με την ταπεινοσνη
Ευθς απλνω, πινω την κτωθεν της τραπζης
και λγει μου η κακογρ: φ'ς τηνε και μην παζεις!

Εγ την εκωλσυρνα εκενην την Καβκα
κι εκενη εφτερογιασε και κρζει κκα-κκα
Εφναζε η ρνιθα, κι η γραα απ πσω:
Περδτση μου και γρισε, Περδτση, στρψ' οπσω!
Κι απ την βια μου την πολλν εκπ' η δναμ μου,

ο δρωτς μου τρεχε απ' λο το κορμ μου
Λοιπν, ωσν απσωσα εις το βουν απνω,
εκθισα ν' αναπαυτ, καμπσο ν' ανασνω,
για να γρικσω και την γρα, αυτν την κακομορα,
αυτν την κακομζαλον και την καημνη χρα.

Πολλ εκενη κλαψε, μεγλα ελυπθη,
οληνυκτς εδρνετον, ποσς δεν εκοιμθη
Λοιπν, της γραας μ' καψαν οι λγοι κι οι κατρες,
και ττε παρατθηκα του κσμου τες αντρες
και μεταγνθω τα κακ οπχω καμωμνα
και πως δεν χω παντελς απ' ατα δουλεμνα
Και ανεβανω στο βουν να πω την προσευχ μου,
προς τα κακ τ ποικα, να σσω την ψυχ μου
Εντνομαι τα ρσα μου, κουρεομ' απατ μου,
βαστ σταυρν και πατερμ, φορ και το μαντ μου,
και δεχνω μεγαλσχημη και μοιζω σαν γουμνη
κι εις την καρδι μου πονηρι ποσς δεν απομνει".



Ιδν ο λκος την αγνν και καθαρν καρδαν,
την προς Θεν ευλβειαν και την εξαγοραν,
και σπλαγχνικ εδκρυσε και ελυπθηκ την,
νοιξε τες αγκλες του και προσεδκτηκ την.
"με, σου λγω σμερον, να ' σαι ευλογημνη
κι απ' λα σου τα κρματα να ' σαι συχωρεμνη".

Λγει και τατα προς αυτν: "Κυρα μου μεγλη,
λαμπδα εσαι αναφτ με δχως μανουλι
Την πρνη και τον Μανασσ εσ τους εμιμθης,
τα κρματ σου επες τα, καλ τα εθυμθης".
Ττες εστθησαν ομο κι οι δο συβαστκαν
κι απ' λα τους τα κρματα αυτο συχωρεθκαν
Λγουσι και τον γδαρον: "λα κι εσ, καλ μου,
και λα σου τα κρματα στσου κι ανγγειλ μου
Ιδς, θυμσου τα καλ και μην αλησμονσεις
κι απ' λα σου τα κρματα καννα μην αφσεις"
Ο λκος ττε παρευθς εκθισε κοντ τους,
φρνει τον νομοκνοναν, θτει τον ομπροστ τους
Λγει: "Κυρ συντκνισσα, βλπεσαι μη κοιμσαι,
τα λγια που σου θλει πει κμε να τα θυμσαι".

Ευθς ο λκος πιασε χαρτ και καλαμρι,
γαδρου τ' αμαρτματα εγρφου για να πρει
Σαν εδεν ο κυρ γδαρος, δεν εχε τι να ποσει,
και λγει τατα προς αυτος εν εξομολογσει:.

"Εμνα ο αφντης μου πιανε κι στρων με
και μσα το μεσνυκτον στον κπον παιρν με
Κι εφρτων με λχανα, σλινα και αντδια,
σπανκια και μαρολια, ρπανα και κρεμμδια,
κι εγ απ την πενα μου οπο 'χα σαν το σκλο

εγριζα το στμα μου κι ρπουν κομμτι φλλο
Αυτς, σαν τον τυχος, πντα εβγλιζ με
και το να με ' θελε ιδε, κακ ερβδιζ με
Με βργα πντα δερνε τα δλια τ' αφτι μου
και δερνε τον κλον μου κι επνουν τα πλευρ μου
Κι απ τον πνον των ραβδν κι εκ του περσσιου κπου
αχμνισν μου τα νεφρ κι εσυχνοπορδοκπου
Τιμ να χετε εσες, αφντες εδικο μου,
εμν ετοτα φλαγε η μορα η κακ μου,
αλλ' μως εγρικσετε τα αμαρτματ μου
και συχωρσετ μου τα κι εμν τα κρματ μου".

Γρικντας τατα η αλουπο σεισε το κεφλι
και λγει προς τον γδαρον με μνητα μεγλη :
"Τι τσαμπουνζεις, γδαρε, και τι στραβοκωλζεις
και τι ' ν' αυτ τα ψματα και τι ' ναι τ σαλζεις;
Στσου ομπρς μας μορφα και πες μας την αλθεια
και μη μας λες, κυρ γδαρε, αυτ τα παραμθια
Αυτ 'ναι λγια των κλεπτν και ψεματολογες·
ου στργομε, ου θλομε ττοιες μυθολογες".

Ως κουσεν ο γδαρος της αλουπος τα λγια,
αρχνησε να δρνεται, να λγει μοιρολγια
Και λγει τους: "Αφντες μου, τι χετε μετ μνα;
Και πορι τσα κρματα δεν χω καμωμνα
Μνον το μαρουλφυλλον οπχω φαγωμνο,
και πορι δεν το κλεψα, μα ' χω το δουλεμνο".

Ο λκος δε της αλουπος εγρισε και λγει:
"Τι τον ψηφς τον γδαρον α δρνεται και κλαγει;
Εσ τον νομοκνονα νοιξε, διβασ το,
το γρμμα οπο θες ιδε εσ ξεδιλυσ το".
Ττες τον λκον κραξε και στθηκε κοντ της
κι ορζει και της φρνουσι τον νμον ομπροστ της
και με πολλν ευλβειαν ανογει και διαβζει
και ττες τον κυρ γδαρον γυρζει κι ατιμζει:.

"Αφορεσμνε γδαρε και τρισκαταραμνε,
αιρετικ κι επβουλε, σκλε μαγαρισμνε,
να φας το μαρουλφυλλο εκενο χωρς ξδι!
Και πς δεν επνιγκαμε ετοτο το ταξδι;
Αλλ' μως, ασεβστατε, κμε να το κατχεις:
ο νμος καταπς μιλε, πλον ζων δεν χεις
Στο βδομον κεφλαιον το ηρηκα γραμμνον
να ' ναι κομμν' η χρα σου, το μτι εβγαλμνον
Και πλι στο δωδκατον κεφλαιον του νμου
λγει να σε φουρκσομε εγ κι ο σντεκνς μου".
μως εδκασιν βουλ να τον σκοτσουν τοτον
κι εκενος λγει μσα του: "Εδ κακ ρα που 'τον!".

Παρμερα τον κραξε τον λκον και του λγει
κι απ την παραπνεση αρχνησε να κλαγει:
"Αφντη λκε, να σου πω δυο λγια να γρικσεις,
επε μου ' γγζει θνατος, σαν γινε η κρσις,
το χρισμα οπχω 'γ δεν θλω να το κρψω,
ζντα μου θλω κανενς να του τ' αποκαλψω
Δεν θλω να τ' αφσω 'γ το τλαντον χωσμνον,
μα θλω κανενς πτωχο να το ' χω δανεισμνον,
μπως και κολαστ εγ εις τον καιρν εκενο,
γιατ δεν ν' αμρτημα μεγλο εξ αυτενο
ξευρε το λοιπονεθς, χρισμα χω μγα
οπσω εις τον πδα μου, σαν οι γονες μο λγα
Και ποιος μνον το ιδε το χρισμα που λγω
λοι του οι αντδικοι φεγουσι -σου ομνγω! -,
ακοει, βλπει και μακρ, σαρντα μερ στρτα,
κι εισε ροπν του οφθαλμο γρικει τα μανττα".

Ο λκος δε, ως κουσεν, επστευσε μονατα
και τρχει προς την αλουπο και λγει της τα τατα
Η αλουπο σαν κουσε, μη γνους την πονηραν
και του γαδρου την βουλν, μεινε σ' αποραν
Και λγει: "Αφντη σντεκνε, το χρισμα εκενον
γοργ επιμελσου το, μλησε μετ κενον
και κμε τρπον κι ορδινι να σου τ' αποκαλψει,
να σου το δεξει σμερον, πσχισε να μη λεψει
τοιατη χριν θαυμαστν, να μη χαθε εκ του κσμου,
να την επρω ' γ κι εσ, οπο ' σαι σντροφς μου,
γιατ χομεν εχθρος πολλος οπο κακ μας θλουν,
να ξερομε τ βολονται κι εκενα που μας μλλουν".

Ο λκος τον κυρ γδαρον κραξε και μιλ του
κι εκενος τον εγρκησε πς στκει και γελ του
και μουρμουρζει, λγει του με τα γλυκ τα λγια
λα κεινο του φανονταν καθρια μοιρολγια
Λγει: "Αφντη γδαρε, τποτες μη φοβσαι,
να σ' αβιζρω τποτες ρθα γυρεοντ σε
Εχθς εβλαμε βουλ με την συντκνισσ μου,
ττες ντα την κραξα κι λθε εδ κοντ μου,
τα κρματα να λσομε οπχεις καμωμνα
και να τα συχωρσομε, να ' νιαι συμπαθημνα
Παρακαλ σε, δεξε μου εκενο που κατχεις,
το χρισμα το ακριβ οπο στον πδαν χεις".

Εκενος τ' αποκρθηκε και παψε να κλαγει:
"Μετ χαρς, αφντη μου, ετι ορσεις", λγει.
"Να μη περσ' η σμερον κι εγ να σου το δεξω,
αλθεια, τποτες κι εγ θλω να σου ζητξω:
αυτν την χριν σαν ιδες, ευθς να μ' ευλογσεις
κι εις την ζων σου κανενς να μη τ' ομολογσεις".
"Να σ' ευλογσω, γδαρε, και να σε συχωρσω
και να ' μαι πντα σκλβος σου εις πρμα που μπορσω".

Στον νουν τους εχαν, το λοιπν, να λβουσι την χριν
κι εις αυτεινο τον σφντυλα να δσουσι λιθρι
Και ττες εις την θλασσαν συζντανον να ρξουν
και να τον κωλοσρουσι, στε να τονε πνξουν,
να τονε βγλουν εις την γην, ττες εισμι να πψουν
να 'ρθουσιν λα τα θερι να τονε μακελλψουν,
να κψουσι τα πδια του, να τονε ξελαιμσουν,
να τονε σκσουν στην κοιλι, να τον παραγεμσουν,
να τονε κμουσι ψητν και ττε να καθσουν,
να φαν, να πιοσι, να χαρον, στε που να μεθσουν.

Εκενοι ελγασιν αυτ κι αυτς εποκεν λλα
κι καμε πρματα πολλ, καμματα μεγλα
Ττοια τον εκατστησε σαν θελεν ατς του,
λγει του λκου ν' ανεβε στη πρμη μοναχς του
και τσι τον ορδνιασε, γονατιστς να στκει
τρεις ρες και να δεται, να μη σαλψει απκει·
να λγει, να παρακαλε: "Γδαρε, σου πιστεω,
και δσ' κι εμνα χρισμα σ' εκενο τ γυρεω"
Και με πολλν ευλβειαν να λε τα πατερμ του,
να πγει και η αλουπο να στκεται κοντ του,
ταν στον λκον κατεβε η βουλομνη χρη
εκε κι αυτενη να βρεθε, δαμκι για να πρει
Ττες ο γδαρος ευθς τσιληπουρδ και κρου τον
και χι μνον μα φορ, μα δετερον και τρτον.

Και ρχνει τον στο πλαγος, να τονε πνξει θλει,
κακ και κακς χοντας ωσν αυτς δεν θλει
Και σαν εδε η κυρ' αλουπο τον γδαρον πς κνει
απ τον φβον τον πολν αρχνησε να κλνει
Και ττες ο κυρ γδαρος φωνζει και γκαρζει
και συχνοκατουρε πυκν και συχνοπορδαλζει,
συχν πηδ, τσιληπουρδ και την ορν σηκνει,
πφτει, κυλιται, γρνεται και εξωματσουκνει.

Γυρεει και την αλουπο, τρχει να τηνε σσει
και με το μπουσδουγνι του καμπσες να της δσει
Αυτ σαν εδε κι γινεν ο γδαρος φρεντης,
στο πλαγος εγκρμνισε κι πεσε μοναχ της
Επραν την τα κματα, στον λκον την εβγλα
κι απ τον φβον πλαβε εφναζε μεγλα
Εκθισαν ν' αναπαυτον, καμπσο ν' ανασνουν,
γαδρου τα καμματα εκε τ' αναθιβνουν.

Ο λκος τη κυρ' αλουπο ερτα την να μθει
και λε του πς ετρμαξε κι ο νους της πς επρθη:
"λα του τα καμματα στκομαι και λογιζω
και δεν θυμομαι να τα πω και να τα λογαριζω
Εκ την κοιλα του βγαλε ωσν απελατκι
μακρ, χοντρ και κκκινον κι τον διχς μανκι
Λγει μου: "λα γλγορα -τι στκεις και 'παντχεις;-,
για να σου κμω την δουλει εκενη οπο κατχεις"
Κι ετρμαξα σαν το 'κουσα κι χεσα το βρακ μου,
φησα και τα ροχα μου, γεμτο το σακ μου,
κι εγκρμνισα στο πλαγος μνε για να γλυτσω
εκ την περσσα συμφορ κι εκ το κακν το τσο".

"Πες μου, κυρ συντκνισσα, ο γδαρος ντα πδα,
τ' απελατκι οπο λες εγ ποσς δεν εδα"
"Κυρ σντεκν μου, κτεχε εκ την κοιλα του βγκε
κι εσεστη κι ελυγστηκε και πλι μσα μπκε
Θαρρ τ' η κοιλα του να 'ναι αρματοθκη
κι εις ετι πλεμον εμπε εκενος να 'χει νκη·
λουμπρδες να 'χει μπροτζινες, τουφκια γεμισμνα,
να 'χει και βλι' αρθμητα, δισκια κρεμασμνα
Η τχη μς εβθησε να μη μας θανατσει
και πλιν ως το στερον ο Θιος να μας γλυτσει".
Ρωτ τον και η αλουπο: "Σντεκνε, πς υπγεις;
Και πς εταπεινθηκες και πς εκατατγης";



Λγει της: "Μη με ερωτς και μη μου συντυχανεις
κι απ την σμερον μερο καλ μη παντυχανεις
Θωρες, κυρ συντκνισσα, χωρς τα δντια εμαι,
το 'να μου μτι χασα και τ' λλο μου πονε με
Ωσν ετσιληπορδησε, εξφνου δωσ με
και μσα εις το κοτελο η κοπανι ' σωσ με
Εφνη μου ο ουρανς εχλασε κι οκσμος
και στραψε κι εβρντησε κι εγνη μγας τρμος
Κι νταν αυτς με χτπησε την κοπανι εκενη,
επρστη το κεφλι μου κι ωσν ασκ εγνη
κι αστρψασι τα μτια μου κι ετραξ' ο μυαλς μου
κι ετρμαξαν τα σωθικ κι εχθη ο λογισμς μου
κι ο νους μου εσκοτστηκε, δεν ναι μετ μνα,
κι επσασι τα δντια μου, δεν μεινε καννα
Εγ, κυρ συντκνισσα, σ' εσν εθρρουν πντα
να ξερεις λες τες δουλεις κι λα τα κουντραπντα
Κι εθρρουν να 'χεις φρνεση, μυαλν εις το κεφλι
και τα καμματα αυτ καννα μη σου σφλει,
γιατ καυχσουν κι λεγες πως σουνε μαντετρα
και του κυρ Λου του Σοφο σουν εσ μαθετρα
Και δεν μου λγεις κι σουνε πουτνα και μεθστρα
και φραντζασμνη και λωβ και μια κακ μαυλστρα,
οπο με εξεμαλισες και πρες με μετ σου
και να χαθ εκντεψε εκ τα καμματ σου
Πντοτ' εσ μου λεγες πως χεις τση γνση,
και τρα ο κυρ γδαρος εμς να ταπεινσει!
Δεν χω για την γνσιν του ουδ την πονηραν,
αμ' χω πως εγλασε εμς, τα δυο θερα".

Εκενη αποκρθηκε: "Σντεκνε, να κατχεις,
καννα δκιο εις αυτ ηξερω πως δεν χεις
Η γνσις ναι πανταχο στον κσμον διασπαρμνη
κι εις παντας η φρνεσις ναι διασκορπισμνη
Καλ και ναι γδαρος και καταφρονεμνος,
ανν και κακορζικος και καταδικασμνος,
εδεν ο Θιος την αδικι και την κακογνωμι μας,
την ανομαν την πολλν και την συκοφαντι μας,
και νησιν του δωσε αντμα με την γνση,
διχς να ξερει μθημα και γρμμα ν' αναγνσει,
και ρτορας εγνηκε να μας καταμιτσει
και μες απ τα χρια μας να φγει, να γλυτσει
Και χι μνον φυγε, μα κι εκοπνισ μας,
ανητους μας δειξε κι εκατασβλωσ μας
Επρε και τα ροχα μας και εξεγμνωσ μας,
επρε μας και την τιμν κι εκατεντρπιασ μας".

Χαρ σ' εσ, κυρ γδαρε, και με την φρνεσ σου,
γιατ με γνσιν φυγες, με την προτμησ σου
Ω γδαρε, κυρ γδαρε, γδαρος πλιο δεν εσαι,
πρπει σου 'ς τοτο πκαμες πντοτε να 'παινεσαι
Θαρρ για τοτο και πολλο γδαρον δεν σε κρζουν,
αλλ ως τιμιτερον Νικ σε ονομζουν
Το νομα εκρδισες αυτ με πονηρα
και την ζων σου γλυσες απ' ατα τα θηρα,




                                    Γ  Λ  Ω  Σ  Σ  Α  Ρ  Ι

 Δετε, συμπλ. & Γενικ Βυζ. & Κρητ. Γλωσσρι

αβιζρω & αβιζρνω = ειδοποι, πληροφορ. Ιτ. avvisare.
δεια = ευκαρα.
αμπθω, μπθω, θα μπξω, μπωξα & μπωξα = σπρχνω, ωθ, απωθ.
αναθυβνω & αναθυβλλω = μιλ για περασμνο, αναφρω.
ουσ. αθυβολ. Σχηματζεται με συμφυρμ του αναμιμνσκομαι & του θυμομαι.
ανατιμνω = ατιμζω με λγια, προσβλλω, βρζω.
απες = αφο, λγεται & απετοις. αρχ. επε, επε τοι.
απελατκιον = πλο των απελατν στο Βυζντιο, ξλινο σε σχμα κορνας.
απλνω = απλνω χρι να πισω κτι.
απομυρνω = μυρνω στο τλος εξομολγησης. Μεγ. Τετρτη ετοιμασες για μετληψη.
αποσνω = φτνω στο τρμα, στο σκοπ, αλλ κι αποκρνομαι.

βιγλζω = κρατ βρδια, φυλω σκοπι νοπλος. Παργωγο του βγλα ιτ. vigila = σκοπς.
βουλλνω = σφραγζω κτι, ασφαλζω με σφραγδα, σφραγζω.
βολομαι = θλω, επιθυμ.

γρμμα = παιδεα, τα γρμματα.
γροικ = ακοω, καταλαβανω.

δαμκι = λιγκι, αρχ. δγμα = δαγκωνι.
διφορο = το κρδος, ο τκος.

εις μιο = με μις, προγενστερο το ζειμι μεταγενστερο το εις μαν = δια μιας
ενδω = επενδω μετρητ. αγορζω ακνητα,εμπορεομαι.
εξαγορα = ξαγρεμα, ξεμολγημα, εξομολγηση.
εξωματζουκνει ξεματζουκνει = για υποζγια που βρσκονται σε οργασμ.

θαρρ = βασζομαι, χω θρρος σε κποιον, αλλ και νομζω
θρβω = θρυμματζω, κομματιζω, αρχ. θρπτω.

κακομζαλος = κακτυχος, κακρρζικος.
καταλγι = αστεα διγηση, κατ το παραλ, παραλογ, παραλαγ.
κατασβολνω, σβολνω = κνω κποιον ανπηρο στο ξλο, ξεκνω στο ξλο.
καταστανω = καταφρνω, φρνω σε τλος κτι δσκολο δυσρεστο, "μου κατστεσε δουλει".
κατατσσω = ησυχζω μετ μεγλη ταραχ.
κοντεω = παρ λγο να- 
κοντραμπντα = λαθρεμπρια, πονηρις, καλπονοθεψις, ματσαραγκις, ιτ. contrabbando.
κοπανι = χτπημα δυνατ.

λιμινας
= λιμνι
λοιπονιθς = λοιπν.
λωβς (λουβιρης) = λεπρς, (βλκας, ηλθιος) βρισι γενικ.

μαγαρισμνος = βρμικος, ψυχ. και σωμ. ακθαρτος, επσης βρισι.
μαθητεομαι = διαπαιδαγωγομαι, σπουδζω, ανθρωπζομαι.
μακελλεω = σκοτνω, ξεκνω. ιτ. macellare = σκοτνω (ζα), σφζω, μακελλρης = σφχτης ιτ. macellaio.
μανουλι = κηροσττης (εκκλησα).
μαυλζω = διαφθερω με ταξματα.
μεταγνθω = μετανινω.
μολογ = δδω μαρτυρα, καταγγλλω, επσης παραδχομαι, ομολογ.
μονατα = ευτς, με το πρτο,
μονιτρου και ολομονιτρου = μαζ, λα μαζ, χμα τα λγια.
μπαλλττα = σφαιριδιο στις εκλογς, η ψφος, ιτ. ballota, γαλ. ballotage.
μπουμπρδα = καννι.

νοβλλα = περιπτεια, κακοτυχα, ιτ. novella = διγηση, διγημα, νουβλλα.

ξεβγνω = εξοντνω, σκοτνω, βγζω απ' τη μση.
ξελαιμζω = κβω το λαιμ, σφζω, επσης πραχτικ θεραπεα λαιμπονου το "ξελαμιασμα".
ξυλοσοφ = φιλοσοφ χωρς να 'ναι δουλει μου.

ομνγω = ορκζομαι αρχ. μνυμι.
ορδινι = τακτοποηση, διευθτηση, ιτ. ordine. ordinare, = τακτοποι, διευθετ.
οργομαι ργομαι = ευχαριστιμαι, τρπομαι, μου αρσει κτι.

παραμερ = παραμερζω, παρνω να μιλσω παρμερα.
πατερμ = προσευχς, και κομπολι ιερων.
πιδεξεομαι πιδεξεγομαι = κνω κτι επιδξια.
πτροπος = επτροπος, αντιπρσωπος.
ποδτας = πιλτος, τιμονιρης ιστιοφρου.
πονντες = ζφυρος, δυτικς νεμος, ιτ. ponente.
πρσσω = δνω και παρνω, συναλλσομαι.

σαν = πως, ταν.
σκις = σκι, σκιος.
συβζομαι = κνω συμφωνα, συγκατανεω, συμφων.
σφντυλος = σπνδυλος
συντυχανω = μιλ, κουβεντιζω.

τραμουντνα = βορρς, βρειος νεμος, ιτ. tramontana.
τσιλιμπουρδ = εμαι αναιδς, βναυσος.

φραντσιαρισμνος = ρρωστος με σφιλη (mal de France)
φρεντης = τρελλς, μανιακς, εκτς εαυτο, ξω φρενν.

χρω χρσω = βφω, πασαλεβω, αλεφω,
χση = αβαρα, το ρξιμο στη θλασσα μρους του βρους, αλφρωμα σε φουρτονα.
χωρ = μπανω νετα κπου, δικαιωματικ, με χωρ ο τπος.

στε = σπου.
Δετε, συμπλ. & Γενικ Βυζ. & Κρητ. Γλωσσρι

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers