Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Λαογραφικά 

Παρμενίδης: Είναι & Κόσμος

 

              Βιογραφικό

     Γεννήθηκε στην Ελέα της Κάτω Ιταλίας στα τέλη του 6ου αι. π.Χ. σε περιβάλλον επηρεασμένο από τις απόψεις των Πυθαγόρα και Ξενοφάνη. Θεωρείται η πλέον πρωτότυπη μορφή της προσωκρατικής σκέψης. Σ' αντίθεση με τους Ίωνες φυσιολόγους δεν αναζητά την ενότητα του κόσμου σε μια φυσική ουσία, αλλά στην ίδια την "οντότητα" των πραγμάτων που μας περιβάλλουν, στο "είναι" όλων των όντων κι όλων των πραγμάτων.
     Εκθέτει τη φιλοσοφία του σ' έμμετρο λόγο (δακτυλικό εξάμετρο), επιθυμώντας πιθανώς να τη παρουσιάσει ως αποτέλεσμα Θείας Αποκάλυψης. Στο προοίμιο του ποιήματoς περιγράφεται το ταξίδι του ποιητή πάνω σ' άρμα, καθοδηγούμενο από τις Κόρες του Ήλιου σε μιαν ανώνυμη Θεά. Ακολουθεί η Αλήθεια, στην οποία μιλά η Θεά επιχειρώντας μια προσέγγιση της καρδιάς της αλήθειας.

 «...αλλά ωστόσο θα μάθεις και τούτο, πως τα δοκούντα θα έπρεπε να είναι απολύτως δεκτά, όλα δεκτά στο σύνολό τους ως όντα».

     Παρουσιάζοντας τα φαινόμενα ως όντα, εισάγεται στο ποίημα το είναι και γεννιέται κείνος ο κλάδος της φιλοσοφίας που ονομάζεται Οντολογία, δηλαδή λόγος περί του "όντος", περί του "είναι". Σ' αντίθεση με τους Ίωνες, δε ρωτά για το "τι" των όντων, αλλά στρέφει τη προσοχή μας στο "είναι". Σ' έν άλλο απόσπασμα αντιδιαστέλλει το "είναι", την ύπαρξη των όντων, με το "μηδέν" και το απορρίπτει, μη αποδεχόμενος τη σύλληψη του απόλυτου μηδενός ως αντίθετου στο είναι. Παρόλο που αναφέρει αρχικά τις δυο οδούς του είναι και του μηδενός ως τις μόνες που μπορούν να νοηθούν, σπεύδει να υπογραμμίσει πως η οδός του "είναι" είναι η μόνη αληθινή κι ότι μόνο το "είναι" μπορεί ν' αποτελέσει αυθεντικό αντικείμενο της νόησης. Η νόηση εδώ δεν εξαρτάται βέβαια από τις αισθήσεις, αλλά εισδύει στη βαθύτερη ουσία των πραγμάτων.
     'Ασχετα από τη μεταβολή των εξωτερικών πραγμάτων το είναι, που αφορά αδιακρίτως κάθε ον, αποτελεί μοναδικό αντικείμενο της Αλήθειας, η οποία δεν αρνείται τον Κόσμο και τη πολλαπλότητα, τη κίνηση και τη πολυμορφία, αλλά υπογραμμίζει την ενότητα και συνέχεια που τον διέπει, αν φυσικά τον δούμε γεμάτο από το "είναι".
     Στο δεύτερο τμήμα του ποιητικού του έργου, η Θεά επικρίνει τους ανθρώπους που διχοτομούν τον κόσμο επηρεασμένοι από τις αισθήσεις τους, κατατάσσοντας τα όντα στις δύο αλληλοαποκλειόμενες και αντίθετες μορφές του φωτός και της νύκτας. Κατόπιν η Θεά παραθέτει τη γένεση και τη παρούσα κατάσταση του κόσμου, όπως προκύπτει από την ανάμιξη του φωτός και της νύκτας, παραθέτοντας ουσιαστικά τη κοσμογονία και την κοσμολογία του φιλόσοφου. Έχουμε, λοιπόν, για πρώτη φορά την ανάπτυξη ενός δυιστικού φιλοσοφικού συστήματος, αντίθετου με το μονιστικό Ιωνικό σύστημα της μίας αρχής του κόσμου. Ο Παρμενίδης χρησιμοποιεί δύο ισότιμες αρχές-μορφές, που με τη συνεργασία τους και την ανάμειξή τους δημιουργούν τον κόσμο και τον διέπουν.
     Ο μονισμός της Αλήθειας κι ο δυισμός της Δόξας δε βρίσκονται σ' αντίθεση, αλλά αλληλοσυμπληρώνονται και συνδέονται στενά. Η Αλήθεια ασχολείται με το αμετάβλητο είναι, ενώ η Δόξα με το κοσμικό γίγνεσθαι. Ανάμεσα στα δύο τμήματα το τμήμα της Αλήθειας ήταν εκείνο που επηρέασε την εξέλιξη της ελληνικής φιλοσοφίας περισσότερο απ' οποιοδήποτε άλλο προσωκρατικό κείμενο. Η επίδρασή του είναι εμφανής τόσο στους μεταγενέστερους προσωκρατικούς όσο και στο έργο του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη.

(το βιογραφικό βρίσκεται στη Βικιπαιδεία κι ευχαριστώ πολύ. βλ. Links)
___________________________________________________________

Ι
Οι φοράδες που με φέρνουν όσο φτάνει η επιθυμία,
με έπεμπαν, αφού μ' έβαλαν στην πλούσια σε γνώση οδό
της θεάς, που μόνη φέρνει παντού τον σοφό άνδρα.
Εκεί πάνω φερόμουν, γιατί εκεί με μετέφεραν οι πολυάριθμες φοράδες
έλκοντας το άρμα και κόρες έδειχναν το δρόμο.
Κι ο άξονας στις χνόες έβγαζε ήχο σφυριχτό,
φλεγόμενος: διπλοί τον έβιαζαν δινούμενοι
τροχοί κι από τις δύο πλευρές, καθώς βιαστικά έπεμπαν
του Ήλιου οι κόρες, έχοντας αφήσει τα δώματα της Νύχτας
προς το φώς, έχοντας βγάλει με τα χέρια τους απ' το κεφάλι τις καλύπτρες.
Εκεί είναι οι πύλες των δρόμων της Νύχτας και της Ημέρας,
που ανώφλι τις περιβάλλει και κατώφλι πέτρινο,
κι αυτές, αιθέριες, με θυρόφυλλα κλείνουν μεγάλα,
τα ταιριαστά κλειδιά τους κατέχει η Δίκη η πολύποινη.
Σ' αυτήν μιλώντας οι κόρες με λόγια μαλακά,
την έπεισαν επιτήδεια, γρήγορα τις πύλες
να τους ξεμανταλώσει. Και τούτες αναπετώντας
άνοιξαν χάσμ' αχανές, στρέφοντας των θυρόφυλλων
έναν-έναν τους πολύχαλκους άξονες μες στους σωλήνες,
τους με περόνες και καρφιά συναρμοσμένους. Εκεί λοιπόν ανάμεσά τους
ευθεία στο δρόμο οδήγησαν οι κόρες άρμα κι άλογα.
Κι η θεά με καλοδέχτηκε και το δικό μου χέρι
με το δεξί της πήρε, και με τα λόγια τούτα με προσφώνησε:
-"Νέε, σύντροφε αθανάτων ηνιόχων,
που φτάνεις στο σπίτι μας με τις φοράδες που σε φέρνουν,
Χαίρε! Γιατί δεν σε οδήγησε μοίρα κακή να πάρεις
τούτην την οδό, που έξω από πάτημα ανθρώπου βρίσκεται,
αλλά Θέμις και Δίκη. Είναι ανάγκη τα πάντα να μάθεις:
της πειστικής/ολοστρόγγυλης αλήθειας την άτρεμη καρδιά,
μα και τις δόξες των ανθρώπων, όπου δεν είναι πιστή αληθινή.
Αλλ' ωστόσο θα μάθεις και τούτο, πως τα δοκούντα
θα 'πρεπε να γίνονται απολύτως αποδεκτά: όλα στο σύνολό τους ως όντα.

ΙΙ
Έλα λοιπόν, εγώ θα πω -κι εσύ φρόντισε το λόγο που θ' ακούσεις-
ποιές μόνες οδοί αναζήτησης πρέπει να νοηθούν:
Η μία, πως είναι και πως αδύνατο να μην είναι,
της πειθούς είναι ο δρόμος, γιατί ακολουθεί την αλήθεια.
Η άλλη, πως δεν είναι και πως ανάγκη να μην είναι,
αυτή σου λέω είναι μια στράτα δίχως καθόλου γνώση,
γιατί ούτε να γνωρίσεις το Μη-Ον θα μπορούσες -πράγμα ανέφικτο-
ούτε να το εκφράσεις.

 ΙΙΙ
...γιατί Νοείν κι Είναι  είναι το αυτό.

 IV
Αλλά δες με το νου όμοια τα απόντα: βέβαια γι' αυτόν παρόντα,
γιατί (ο νούς ) δεν θ' αποκόψει Εόν απ' τη συνέχεια του με Εόν,
ούτε καθώς αυτό με τάξη παντού με κάθε τρόπο διασκορπίζεται,
ούτε καθώς συντίθεται.

 V
Το ίδιο είναι για μένα,
απ' όπου κι αν αρχίσω: γιατί εκεί θα επιστρέψω και πάλι.

 VI
Ανάγκη να λέγεται και να νοείται ότι το Εόν είναι. Γιατί το Είναι είναι,
το Μηδέν όμως δεν είναι. Αυτά σε διατάζω να καταλάβεις.
Και πρώτα θα σε οδηγήσω(;) από τούτην την οδό της αναζήτησης,
μετά όμως από εκείνην που πάνω της άνθρωποι δίχως καθόλου γνώση
πλανώνται, δικέφαλοι. Γιατί αμηχανία στα στήθη τους
οδηγεί τον πλανημένο νου. Κι αυτοί περιφέρονται,
κουφοί συνάμα και τυφλοί, σαστισμένοι, άκριτα φύλα,
για τους οποίους Είναι και Μη-Είναι το αυτό σημαίνουν
κι όχι το αυτό και στα πάντα αντίστροφος υπάρχει δρόμος.
 
 VII, VIII 
Γιατί ποτέ δεν θα επιβληθεί τούτο: Μη-Όντα να είναι.
Συ όμως κράτα το νού σου μακριά από τούτην την οδό της αναζήτησης,
κι ούτε η πολύπειρη συνήθεια να σε σπρώξει στην (άλλη) οδό,
να περιφέρεις το άσκοπο μάτι και την πολύβουη ακοή
και την γλώσσα, αλλά κρίνε με το λόγο τον πολύμαχο έλεγχο
που εγώ σου εξέθεσα.
Μόνος λοιπόν ο λόγος για την οδό
απομένει: πως είναι. Και πάνω της υπάρχουν σήματα
πάμπολλα: πως το Εόν αγέννητο είναι και ανώλεθρο,
ολόκληρο και μονογενές κι ατρεμές και τέλειο.

Ούτε ήταν κάποτε ούτε θα είναι, γιατί τώρα είναι όλο μαζί,
ένα, συνεχές. Γιατί ποια γέννα θ' αναζητούσες γι' αυτό;
Προς τα πού κι απο πού ν' αυξήθηκε; Ούτε από το Μη-Ον θα σ' αφήσω
να πείς ή να νοήσεις, γιατί άφατο είναι κι αδιανόητο
το ότι δεν είναι. Και ποιά ανάγκη θα το 'σπρωχνε
αργότερα ή νωρίτερα να γεννηθεί, απ' το Μηδέν προερχόμενο;
Ανάγκη λοιπόν ή εντελώς να είναι, ή να μην είναι (διόλου).
Ούτε από το Μη-Ον θ' αφήσει ποτέ της πίστεως η ισχύς
να προστεθεί κάτι στο Εόν. Κι έτσι ούτε να γίνει
ούτε να χαθεί το άφησε η Δίκη, τα δεσμά χαλαρώνοντας,
αλλά το συγκρατεί. Κι η κρίση γι' αυτά συνίσταται σε τούτο:
είναι ή δεν είναι. Έχει λοιπόν κριθεί, καθώς είναι ανάγκη,
αδιανόητη κι ανώνυμη τη μια ν' αφήνουμε, γιατί δεν είναι
οδός αληθής. Η άλλη όμως -ότι είναι- να είναι αληθινή.
Πως ως Εόν θα ήταν (μόνο) αργότερα; Και πώς γεννιόταν;
Γιατί αν γεννήθηκε, δεν είναι, ούτε κι αν μέλλει κάποτε να είναι.
Έτσι έσβησε η γένεση κι ο όλεθρος ανήκουστος.
Ούτε διαιρετό είναι (το Εόν), γιατί ολόκληρο είναι όμοιο.
ούτε κάπου κάπως περισσότερο, που θα το εμπόδιζε να συνέχει,
ούτε κάπως λιγότερο, αλλά το παν είναι γεμάτο από Εόν.
Γι αυτό και το παν είναι συνεχές . Γιατί Εόν πρόσκειται σε Εόν.

Κι ακίνητο στα όρια δεσμών μεγάλων,
άναρχο είναι κι άπαυστο, αφού γένεση κι όλεθρος
μακριά πολύ εκδιώχθηκαν: τα απόδιωξε η πίστη η αληθινή.
Ίδιο και μένοντας στον ίδιο τόπο, κείται καθ' αυτό
κι έτσι εκεί θα παραμείνει στέρεο. Γιατί κραταιά ανάγκη
στα δεσμά το κρατά του ορίου που το περικλείει.

Γι' αυτό δεν επιτρέπεται ατελές να είναι το Εόν:
δεν είναι ελλιπές, ενώ αν ήταν, όλα θα του έλειπαν.
Αφού όμως έσχατο υπάρχει όριο, ολοκληρωμένο είναι
από παντού, όμοιο με σχήμα σφαίρας ολοστρόγγυλης,
από τη μέση παντού ισοδύναμο: εδώ κάπως  περισσότερο
κι εκεί κάπως λιγότερο δεν μπορεί  να είναι.
Γιατί ούτε το Μη-Ον -που θα το εμπόδιζε να φτάσει
στο όμοιο του- είναι, ούτε Εόν θα μπορούσε να είναι
εδώ περισσότερο, εκεί λιγότερο από Εόν, αφού ολόκληρο είναι απρόσβλητο.
Από παντού λοιπόν ίσο προς εαυτό, όμοια κείται στα όριά του.

Νοείν κι (Είναι ως) εκείνο, χάριν/λόγω του οποίου είναι το νόημα, είναι το αυτό.
Γιατί χωρίς το Εόν (όπως ειπώθηκε)
δεν θα βρείς το Νοείν, ούτε αν οχρόνος είναι ή θα είναι
κάτι άλλο απ' το το Εόν, αφού η μοιρα το 'δεσε,
ολόκληρο κι ακίνητο να είναι. Σ' αυτό αναφέρονται τα ονόματα όλων
όσα οι άνθρωποι έθεσαν, πιστεύοντας ότι είναι αληθινά:
γένεση κι όλεθρος, είναι κι όχι,
κι αλλαγή τόπου και χρώματος φωτεινού μεταβολή.

Εδώ σου σταματώ τον πιστό λόγο και τη σκέψη
για την αλήθεια. Δόξες από εδώ και πέρα ανθρώπινες
μάθαινε, των λόγων μου ακούγοντας τον κόσμο τον απατηλό:
Γιατί έθεσαν με τις γνώμες τους μορφές δύο να ονομάζουν,
που η μια τους (δήθεν) πρέπει να μην είναι εδώ είναι που έχουν πλανηθεί.
Κι αντιθετικά χώρισαν ανάλογα με την όψη και σήματα έθεσαν
χωριστά το έν΄από το άλλο: εδώ της φλόγας πυρ αιθέριο,
ήπιο και πανάλαφρο, παντού το αυτό με τον εαυτό του,
όχι όμως και με το άλλο. Κι εκείνο πάλι καθ' εαυτό,
την αντίθετη νύχτα την αδαή, πυκνή και βαριά μορφή.

Όλον τούτο τον φανερό και ταιριαστό διάκοσμο εγώ σου εκθέτω,
ώστε ποτέ ανθρώπου γνώμη να μη σε ξεπεράσει.

 IX
Αφού λοιπόν τα πάντα φώς και νύχτα ονομάστηκαν,
κι όσα αντιστοιχούν στις δυνάμεις τους στο κάθε τι αποδόθηκαν,
όλα γεμάτα είναι από φως και νύχτα άφαντη συνάμα
ίσα και τα δύο, γιατί το Μηδέν σε κανένα τους δεν ενυπάρχει.

 Χ
Την αιθέρια φύση θα γνωρίσεις κι όλα στον αιθέρα
τα σήματα, και της καθαρής λαμπρής του ήλιου
λαμπάδα τ' αόρατα έργα κι από πού προήλθαν.
Και της στρογγυλομάτας σελήνης τα περιφερόμενα έργα θα μάθεις
και τη φύση της και τον ουρανό θα γνωρίσεις τον περιβάλλοντα,
από πού γεννήθηκε και πώς η ανάγκη τον οδήγησε και τον έδεσε
Τα πέρατα των άστρων να κρατάει.
 
 ΧΙ
Πώς γή κι ήλιος και σελήνη
κι ο αιθέρας ο κοινός και ο ουράνιος γαλαξίας κι ο Όλυμπος
ο έσχατος κι η θερμή δύναμη των άστρων ορμήθηκαν
να γίνουν

 ΧΙΙ
Για με νύχτα, αντί οι στενότερες (στεφάνες) με άκρατο πυρ γέμιζαν,
κι οι επόμενες με νύχτα, ανάμεσά τους όμως κομμάτι φλόγας χύνεται.
γιατί παντού άρχει γέννας στυγερής και μίξης,
αρσενικό στο θηλυκό.

 ΧΙΙΙ
πρώτιστο απ' όλους τους θεούς (αυτή) τον Έρωτα επινόησε...

 ΧΙV
νυχτόφωτο ξένο φώς πλανώμενο γύρω απ' τη γη...

 XV
Πάντα προσβλέποντας προς τις ακτίνες του ήλιου...

 XVI
Όπως κάθε φορά έχει κανείς το μείγμα των πολυπλάνητων μελών του,
έτσι παρίσταται κι ο νούς στους ανθρώπους. Γιατί (ο νούς) το αυτό
είναι με ό,τι η φύση των ανθρώπινων μελών φρονεί,
σε όλους και στον καθένα ξεχωριστά: το υπερέχον είναι το νόημα.

 ΧVII
στα δεξιά τ' αγόρια, στ' αριστερά τα κορίτσια...

 ΧΙΧ
Έτσι λοιπόν έγιναν τούτα κατά τη δόξα κι είναι τώρα,
κι ύστερα θα τελειώσουν αφού τραφούν.
Σε τούτα όνομα έθεσαν οι άνθρωποι σημαδιακό για το καθένα...

---------------------------------------------------------------------------

απόσπασμα από τη μετάφραση του Σωτήρη Γλυκοφρύδη στο βιβλίο του "Το Φως του Παρμενίδη" Εκδόσεις Εκάτη!

           "Περί Φύσηος"    Παρμενίδη του Ελεάτη

Οι θηλυκοί μου ίπποι με μετέφεραν ως τα πέρατα της επιθυμίας,
όταν οδηγώντας με οι δαιμόνιες θεές μ’ έβαλαν στην περίφημη οδό,
που φέρνει τα φώτα που θεωρούν οι συγκεντρώσεις των ανθρώπων.
αυτή βρισκόμουν. Τα πολύ έφρονα άλογα που έφεραν το άρμα
κάλπαζαν, ορίζοντας το διάβα τους οι κυβερνήτες κόρες.

Ο δε άξων μέσα στον αχό αναδύει ήχο όμοιο του σουραυλιού
καθώς κατακαιγόταν (υποφέροντας από τους ξέφρενους στροβιλισμούς
περί τα δυο του άκρα), όταν έσπευσαν για τη μεταφορά μου
οι κόρες του Ήλιου, οι οποίες αφού έφυγαν από τα δώματα της νύχτας
σε φως, είχαν στα χέρια τις καλύπτρες της μορφής τους.

Εκεί βρίσκονται οι πύλες της ζωής, της Νύχτας και της Ημέρας,
που έχουν κοινό υπέρθυρο και ίδιο μαρμάρινο κατώφλι
και οι αυτές πέτρες οι αιθέριες περιβάλλουν τις μεγάλες θύρες
αυτών η Δίκη η πολύπονος έχει τα ανάλογα διπλά κλειδιά.
Προς αυτήν αποτάθηκαν με σεβασμό οι κόρες, μιλώντας ήπια -γλυκά.

Την έπεισαν με συγκεκριμένες λέξεις επακριβείς, να βγάλει άμεσα και
πλήρως το βαλανωτό-φιδίσιο κλείστρο των θυρών. Τα δε θυρόφυλλα
τεράστιο χάσμα έκαναν, καθώς μετακινήθηκαν τα πολύχαλκα
αξόνια και με αμοιβαίο συριγμό οι περόνες των αρθρώσεων
έστρεψαν στα δαχτυλίδια και μέσω του ανοίγματος αυτού

οι κόρες γοργά στον αμαξωτό δρόμο πέρασαν άλογα και άρμα.
Και η θεά με υποδέχτηκε αγνά, παίρνοντας δε τρυφερά στο χέρι της
το δεξί μου χέρι, αυτά τα λόγια τα λαμπρά είπε, προσαγορεύοντας με.
Ω νεαρέ σύντροφε των αθανάτων που κρατούν της ζωής τα γκέμια,
εσύ που ήλθες ως το χώρο μου εδώ από ικανά άλογα φερμένος,

χαίρε, επειδή δεν σε ώθησε μοίρα κακή να εισέλθεις σε αυτό το δρόμο
(που για τα ανθρώπινα όντα τελειωμό δεν έχει), αλλά η θεία τάξη
και το δίκαιο. Πρέπει δε να σε πληροφορήσω για όλα,
τόσο για της σφαιρικής Αλήθειας μου την άτρεμη καρδιά
όσο και για τις γνώμες των θνητών, όπου δεν υπάρχει πίστη αληθής.

Αλλά θα καταλάβεις και αυτά θα μάθεις, ότι οι υπάρχουσες θεωρήσεις
πρέπει να εξετάζονται καλά, περνώντας πάντοτε από κόσκινο τα πάντα.
Έλα, λοιπόν, εγώ θα σου εξηγώ, εσύ στα λόγια μου αναλογίσου,
αφού ακούσεις ποιες είναι οι μόνες δισυπόστατες οδοί της νόησης.
Η μεν μια ότι αυτό που είναι «είναι» και δεν υπάρχει το δεν είναι,

είναι της Πειθούς το πλαίσιο (διότι εκεί πατάει γερά η αλήθεια),
η δε άλλη ότι «δεν είναι» και ανάγκη είναι το είναι να μην υπάρχει,
αυτή την οδό στη φράζω εντελώς, λέγοντάς σου ότι είναι αδιάβατη
διότι ούτε θα μπορούσες να γνωρίσεις το μη υπαρκτό ον (δεν είναι
κατορθωτό) ούτε να το εκφράσεις.

Διότι σκέψη και ύπαρξη είναι το ίδιο πράγμα.
Πρόσεξε όμως, και τα απόμακρα του νου είναι με σιγουριά παρόντα
διότι (ο νους) δεν θα διασπάσει το ον από τη συνεκτική δομή του
διασπείροντάς το εδώ κι εκεί ολοκληρωτικά κατά την κοσμική τάξη
κι επανασυνθέτοντάς το.

Για μένα είναι αδιάφορο,
από πού θα ξεκινήσω γιατί στο ίδιο σημείο θα φθάσω πάλι.
Πρέπει το ον να είναι ο λόγος και η νόηση διότι εκεί υπάρχει «είναι»,
ενώ στο μηδέν δεν υπάρχει ΄ εγώ αυτά στα αποκαλώ υπερ-νοητά.
Σε απομακρύνω όμως έτσι απ’ αυτήν εδώ την πρώτη οδό της έρευνας,

ύστερα δε και από εκείνη, στην οποία οι θνητοί, μη γνωρίζοντας κάτι,
διαμορφώνονται, δίγνωμοι ΄ διότι η αμηχανία που υπάρχει στα στήθη τους
ευθύνεται για το μπερδεμένο τους μυαλό αυτοί αυτοπροσδιορίζονται,
κουφοί μαζί και τυφλοί, κατασαστισμένοι, σύνολα χωρίς κριτική σκέψη,
στα οποία αυτό που υπάρχει και δεν είναι, το νομίζουν άλλοτε το ένα

και άλλοτε το άλλο, στα πάντα δε παλινδρομεί το πλαίσιο της ζωής τους.
Διότι ουδέποτε ο τρόπος αυτός θα καθορίσει τα μη υπάρχοντα
αλλά εσύ από αυτή τη δισυπόστατη διαδρομή απομάκρυνε το νου σου
ούτε επίσης η συνήθεια να σε εξαναγκάζει σε αυτόν εδώ το δρόμο της
οριακής προσπάθειας, να έχεις άσκοπο το βλέμμα και την καλή ακοή σου

και τη γλώσσα, να κάνεις όμως με τη λογική σου μια ευρύτερη εκτίμηση
στα ειπωμένα από εμένα γιατί μόνο με τα λόγια δεν μπορείς να φτάσεις
σε αυτό που όντως είναι στην πορεία πάντως της διαδρομής υπάρχουν
πάρα πολλές ενδείξεις, ότι το ενυπάρχον ον είναι...

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers