-


Dali &









/




 
 

 

Baudelaire Charles Pierre:

 

   Realism

                                                Βιογραφικ   

     Ο Κρολος Μποντλρ ταν νας απ τους σημαντικτερους ποιητς της Γαλλικς αλλ και της Παγκσμιας Λογοτεχνας. Στη ζω του δχτηκε δριμεα κριτικ για τα γραπτ και τη θεματικ του. Ελχιστοι απ τους σγχρονος του τονε κατανησαν. Η Φιγκαρ της 5ης Ιουλου 1857, γραψε τα εξς, σχετικ με τη πρσφατη εμφνιση των "Ανθων Του Κακο":

   «Σε μερικ σημεα αμφιβλλουμε για τη πνευματικ υγεα του κυρου Μποντλρ. μως μερικ λλα δε μας επιτρπουνε περαιτρω αμφιβολες. Κυριαρχε, ως επ το πλεστον, μοντονη κι επιτηδευμνη επανληψη διων πραγμτων, των διων σκψεων. Η αηδα πνγει την αχρειτητα, -για να τη καταπολεμσει σμγει με το μασμα».

     Σμερα αναγνωρζεται ως μγας ποιητς της γαλλικς και της παγκσμιας λογοτεχνας και συγκαταλγεται μεταξ των κλασικν. Χαρακτηριστικ, ο Μπαρμπ ντ' Ωρεβιγ τον αποκλεσε «Δντη μιας παρηκμασμνης εποχς». Προσπθησε να ενυφνει την ομορφι με τη κακα, τη βα με την ηδον, καθς και να δεξει τη σχση μεταξ τους. Παρλληλα με τη γραφ σοβαρν και σκανδαλιστικν για την εποχ, ποιημτων, κατρθωσε επσης να εκφρσει τη μελαγχολα και τη νοσταλγα.
     Γεννθηκε στο Παρσι, στις 9 Απρλη 1821, εποχ που ξεσποσε η Ελληνικ Επανσταση. Πατρας του ταν ο Ζοζφ-Φρανσου Μποντλρ, νθρωπος μορφωμνος, αφοσιωμνος στα ιδανικ του Διαφωτισμο κι ερασιτχνης ζωγρφος. Μητρα του η Καρολν Αρσεμπ-Ντιφ. χασε τον πατρα του ταν ταν μλις 6 ετν, το 1827, -που του αφνει πλοσια πνευματικ κληρονομι-, γεγονς που επδρασε καταλυτικ στο ψυχισμ του. 1 τος μετ, η να μητρα του ξαναπαντρεεται το Στρατηγ Οπκ. πρμα που δε της συγχρησε ποτ. Αντιπθησε αμσως τον πατρυι του κι εδε στη συμπεριφορ του ανλογο συνασθημα. Πστευε πως ενσρκωνε το εμπδιο σ' λα σα εχεν αγαπσει: τη μητρα του, τη ποηση, τ' νειρο και γενικ μια ζω χωρς δυστυχα. γραψεν αργτερα:

   «Αντιπθησα αμσως αυτν τον υπροχο ηλθιο που με το φος του προσπαθοσε να μου εμφυσσει λο το Γαλλικ Πνεμα».

     Το 1836, στα 15, γρφεται στο Κολλγιο Λου Λε Γκραν, στο Παρσι, αφο πρασε προηγουμνως 4 χρνια στο βασιλικ κολγιο της Λιν (1832-36). Διαβζει Σατομπριν και Σεν-Μπεβ. Τελεινοντας το σχολεο, Αγουστος 1839, συχνζει στο Καρτι Λατν, κνοντας ζω που το πατρικ του σπτι χαρακτριζε «σκανδαλδη», θλοντας να στραφε ενντια σ' ,τι πστευε πως ενσρκωναν η μητρα κι ο πατρυις του, εν κενοι θα τονε προτιμοσανε πρεσβευτ, αυτς προτιμοσε να γνει ποιητς. Σχεδν πντα γυρνοσε σπτι μεθυσμνος , αργτερα, ποτισμνος με ουσες που τον καναν να δραπετεει απ την ανυπφορη γι' αυτν πραγματικτητα.

   «Η παιδικ μου ηλικα σημαδετηκε, απ ακατπαυστη θελλα, που τη σπζανε μικρ διαλεμματα ηλιοφνειας. Αλλ στον κπο της ψυχς μου, η θελλα δεν φησε παρ ελχιστα φροτα. Αχ! Δυστυχα... ο χρνος τρει τη ζω μας. Εναι ο σκοτεινς εχθρς που μας ρουφ το αμα...»

     Τον Ιονιο του 1841, πιεσμνος απ τη πατρικ οικογνεια ν' αλλξει ζω, αποφασζει να ταξιδψει στις Ινδες. Ουσιαστικ πιστηκε απ τους γονες του να μπαρκρει στα καρβια. Δε θα φτσει ποτ, καθς σταματ στον 'Αγιο Μαυρκιο. Το μνο που θ' αποκομσει απ την 7μηνη εξορα και το ταξδι του αυτ, εναι τα μορφα μτια της Ντοροθα, μιας μορφης μιγδας που τονε μγεψε κι γραψε για χρη της μερικ απ τα πρτα ποιματ του, πως "Σε Μια Μιγδα", "Το Αλμπατρς", το "Εξωτικ 'Αρωμα" κ.λπ.
     Το Φλεβρη του 1842 επιστρφει στο Παρσι και την δια χρονι γνωρζεται με τη Ζαν Ντιβλ (Jeanne Duval), νεαρ μιγδα, που θα τον μυσει στις ηδονς αλλ και στις πληγς του πθους αλλ και θα τον εμπνεσει να γρψει πολλος στχους. Επωφελομενος απ τη γονικ κληρονομι, ξοδεει ανεξλεγκτα σε αλκολ, εφμερους ρωτες και στη τχνη. Δανδς και χρεωμνος τθεται υπ δικαστικ επιτρηση το 1842 και διγει θλιο βο. Ως δημοσιογρφος και κριτικς τχνης μχεται τις μεγαλστομες μορφς του Ρομαντισμο. Απ ττε μχρι το 1846 γρφει πολλ ποιματα, που μσα τους απορρπτει τη κοινωνα της εποχς. Λγεται τι μια μρα που βρισκτανε στην επρεια ναρκωτικν ουσιν, περνοσεν ξω απ το σπτι του νας τζαμς, κουβαλντας τζμια που επρκειτο να τοποθετσει σε γειτονικ σπτι. ρμησε ξω και φωνζοντας: «γιατ δε βλπω μσα απ τα τζμια σου τη ζω στα ρζ;» σπασε λα τα τζμια του τυχου μαγαζτορα, θτοντας τη ζω και των δυο σε κνδυνο. Αποτλεσμα κενης της οργς του ταν το ποημα "Ρδινη Ζω" (La Vie En Rose).

 η Duval (πνακας του Μαν, υπρχει στο Στκι)    

    Το 1847 ανακαλπτει τον Πε, που στα γραπτ του αναγνωρζει να πνευματικ αδελφ. λεγε πως οι δυο τους συνδθηκαν «χρη στη κοιν αγπη τους για τον πνο». Νιθει πως τον συνδει με τον καταραμνο Αμερικαν ποιητ, μεγλη συνενοχ: χουν μοια αντληψη για τη τχνη, σαγηνεονται απ το Κακ. Θα μεταφρσει σχεδν ολκληρο το ργο του. Κενη τη χρονι, μια λλη γυνακα μπανει στη ζω του: Τη λνε Μαρ Ντομπρν (Marie Daubrun) και λγεται τι τα μτια της τον ενπνευσαν να γρψει το ποημα "Το Δηλητριο Του Ουρανο". Στις εξεγρσεις του Φλεβαρη 1848 βλπει την απρριψη της κοινωνας της εποχς του και συμμετχει στην επανσταση των οδοφραγμτων. Λγεται τι παροτρνει τους επανασττες να πυροβολσουν τον πατρυι του.
     Αργτερα, συμπρττει με την απχθεια των Γουστβ Φλομπρ και Βικτρ Ουγκ για τη κυβρνηση Ναπολοντα Γ'. Η απφασ του αυτ γκρεμζει το μθο που συνδευε πολ καιρ τ' νομα του, τι δηλαδ ο εθισμς του σε ναρκωτικς ουσες κι αλκολ, εχεν εξουδετερσει κθε ενδιαφρον για κοινωνικς εξελξεις και τον εχε κλεσει στον εαυτ του και τον κσμο του. Ιδρει μιαν επαναστατικ εφημερδα με ττλο Le Salut Public. Απ την επμενη χρονι κι πειτα, απομακρνεται βαθμηδν απ τη πολιτικ, χοντας πια πειστε μσα του πως ο αληθινς αγνας βρσκεται στη ποηση. Ωστσο, το 1851, βρσκει το θρρος να καταγγελει το πραξικπημα του Ναπολοντα.
     Το 1852 γνωρζει μιαν λλη μοιραα γυνακα στη ζω του και της στλνει πολλ ποιματ του, τη κυρα Απολλωνα Σαμπατι (Apollonie Sabatier). Ανμεσ τους "Η Αρμονα Του Απομεσμερου" κι "Η Πνευματικ Αυγ". Λγον αργτερα, παρνει πρωτοβουλα να μεταφρσει στα γαλλικ τις "Ιστορες" και τις "Νες Υπροχες Ιστορες" του Πε. Το 1857, πεθανει ο πατρυις του. Τον Ιονιο του διου τους, δημοσιεει τη πιο γνωστ ποιητικ του συλλογ, με ττλο "Τα 'Ανθη Του Κακο" (Les Fleurs Du Mal), που ξεσηκνει θελλα κατηγοριν απ τη καλ κοινωνα της εποχς. Τον Αγουστο περν απ δκη για ανηθικτητα. Ο ποιητς κι ο εκδτης Πουλ Μαλασ, παρ την υψηλ υποστριξη ανθρπων των γραμμτων πως ο Σεν Μπεβ, θα δικαστονε για 6 ποιματα, «για προσβολ των δημοσων και των καλν ηθν», που κτοτε αποτλεσαν ειδικ ομδα με ττλο "Καταδικασμνα Κομμτια" και θα 'πρεπε ν' αφαιρεθον απ την ανθολογα. Την επμενη χρονι συμφιλινεται με τη μητρα του.
     Το 1860 δημοσιεει τους "Τεχνητος Παραδεσους" που αναφρεται στον κσμο των αισθσεων και τη λατρεα του ατελετητου. Το 1861 "Τα 'Ανθη Του Κακο" κυκλοφορον σε 2ην κδοση. Η κδοση αυτ εμπλουτισμνη, αναδομημνη αλλ κι ακρωτηριασμνη κατ 6 ποιματα (τα απαγορευμνα: "Les Bijoux", "Le Léthé", "À Celle Qui Est Trop Gaie", "Lesbos", "Femmes Damnées" -το 1o ποημα της συλλογς- "Les Métamorphoses Du Vampire"), τη δημοσευση των οποων απαγρευσε ο δικαστς Πινρ. Τον Απρλη, δημοσιεει μακροσκελς ρθρο γρω απ τη μουσικ του Ρχαρντ Βγκνερ, εν αντιλαμβνεται πως ο αρας του Παρισιο τονε σηκνει λο και λιγτερο. Πνγεται κι αποφασζει να εγκατασταθε στις Βρυξλλες (1864), οτε μακρι οτε κοντ στη γαλλικ πρωτεουσα. Εκε δνει σειρ διαλξεων, συγγρφει φυλλδιο για το Βλγιο, που θεωρε καρικατορα της γαλλικς αστικς τξης.
     Επσης, συναντ κει τον Φελισιν Ροπ που θα εικονογραφσει τα "'Ανθη". Γργορα συνειδητοποιε πως οτε κει μπορε να εγκατασταθε, καθς η βελγικ καλ κοινωνα αντιδρ. Η υγεα του μως, εχε κλονιστε απ τη σκανδαλδη ζω, που απ νος εχε διαλξει, υποφρει απ σφιλη. Σε μιαν επσκεψ του στον να του Σαν Λου Ντε Ναμρ, χνει τις αισθσεις του. Αργτερα τις ανακτ, αλλ απ ττε εχε πολλ κι αλλεπλληλα προβλματα υγεας.

 Πνακας του Κουρμπ (υπρχει)
             Σαρλ Μπωντλαρ

     Το 1867 η απλεια των αισθσεν του εναι πλον καννας κι ο μγας ποιητς αφνει τη τελευταα του πνο στο Παρσι, απ πρεση κι αφασα, στις 31 Αυγοστου, σ' ηλικα 46 ετν και θβεται στις 2 Σεπτμβρη, στο 6ο τμμα του κοιμητριου Μονπαρνς. στον διο τφο με τη μητρα και τον πατρυι του. Η τρτη κδοση των "Ανθν" (1868) δε θα τονε βρει στη ζω. Μετ θνατον η λογοτεχνικ του κληρονομι δημοπρατθηκε και τελικ αγορστηκε απ τον εκδτη Μισλ Λεβ για 750 φργκα. Η δικαστικ απφαση του 1857 δεν ανακλθηκε πριν απ το 1949, οπτε κι γινε πλρης αποκατσταση του ργου του.

-------------------------------------------------------------------

             μνος

Στη πολυαγπητη, στη πιο μορφ μου
που φως γεμζει μου τη καρδι,
στο αθνατο εδωλο, στο σεραφεμ μου,
να μου "χαρε" παντοτιν!

Δροσοξεχνεται μες στη ζω μου
σαν να αγρι θαλασσιν
και την αχρταγη φρνει ψυχ μου,
σ' αθανασας πθο τραν.

Σα μυροφρι πντα σκορπζει
στην ατμσφαιρα γλυκι ευωδι,
σα θυμιατρι κρυφ καπνζει
λησμονημνο μες στη νυχτι.

ρωτα αμλυντε πως να σου γρψει
ο νους τις χαρς της αληθιν;
Σπρος του μσχου 'ναι που 'χουνε θψει
μσα στου τφου μου τη σκοτεινι

Στη πολυαγπητη, στη πιο μορφ μου
που 'ναι η χαρ μου κι λη μου η υγει,
στο αθνατο εδωλο, στο σεραφεμ μου,
να μου "χαρε" παντοτιν!

Ο Αυτοτιμωρομενος

Χωρς θυμος θα σε χτυπσω και μση,
πως νας χασπης τυχαος,
πως το βρχο η ρβδος του Μωυσως!
Κι τσι θα σε χτυπ, σπου να ποτσει,

τη Σαχρα μου, το νερ αυτ που οι πνοι
θ' αναβρσουν απ' τα βλφαρ σου.
Ο πθος μου, που απ ελπδα θα φουσκνει
θα πλει μες στα δκρυα τ’ αλμυρ σου

σαν πλοο που για το πλαγο βαδζει,
και στην καρδι μου, που θα τη μεθσουν
οι λατρευτο λυγμο σου, ως θ' αντηχσουν
καθς τμπανο που φοδο σαλπζει!

Δεν εμαι μπως οι σφαλερο τνοι
μσα σε μιαν εξασια συμφωνα,
χρη στην αδηφγον Ειρωνεα
που με ταρζει και που με δαγκνει;

Στη φων μου εναι τνοι λοι τραχτης.
Το αμα μου, αυτ το μαρο εναι φαρμκι.
Το δυσοωνν της εμαι καθρεφτκι
που η μγαιρα κοιτζει τη μορφ της.

Εμαι η πληγ και το μαχαρι. Ο πνος
του ραπσματος κι η πρεια με τα ρδα,
Τα κομμνα εμαι μλη, εμαι κι η ρδα
το θμα κι ο φονις του εμαι συγχρνως.

Της καρδις μου ο βρυκλακας εμαι, νας
απ' τους μεγαλτερους εκενους εγκαταλειμνους,
σ' αινιο γλιο καταδικασμνους,
μα π' ουδ να μειδι μπορε καννας.

         Η Γιγντισσα

Στα χρνια που στη δυνατν ορμ της πνω, η Φση,
εγκυμονοσε αδικοπα τερστια παιδι,
κοντ σε μια γιγντισσα θ 'θελα ν 'χα ζσει
σα γτος ηδονχαρος σε ργισσας ποδι.

Ν'ανθε μαζ με το κορμ η ψυχ της ν'αγναντεω,
να μεγαλνει λετερα, παζοντας μ' αφοβι,
κι απ'τις ομχλες των υγρν ματιν της να μαντεω
αν καμι φλγα σκοτειν κρβει μες στην καρδι.

Να της χαδεω ξγνοιαστος τα εξασι της κλλη,
στα πλγια των πελριων της γοντων να γλυστρ
κι ταν το θρος απ'του ηλιο καμι φορ τη ζλη,

ξπλωνε αποσταμνη στα λαγκδια τ'ανθισμνα,
να υπνγερνα στον κρφον της τον σκιο λαγγεμνα,
σαν συχο μικρ χωρι κτω απτο βουν.

           Το Δηλητριο

Το κρασ ντνει και τη πιο θλια τργλη
με λαμπρ πολυτλεια,
τη μεταμορφνει σε χρυσ παλτι
με τις χρυσς, τις πορφυρς λμψεις του
που μοιζουν λιο που δει στην ομχλη.

Το πιο μεταμορφνει το απραντο
μεγαλνει το αναο
μακρανει τον καιρ,
επιμηκνει τον καιρ,
βαθανει τη λαγνεα
και τις σκοτεινς,
τις ερεβδεις ηδονς
οδηγε τη ψυχ πρα απ' τα σνορα.

μως λα τοτα εναι χλωμ
μπροστ στο δηλητριο που κυλ
απ τα μτια σου -τα πρσιν σου μτια λμνες
και μσα τους ριγε η ψυχ μου και ταρζεται
οι σκψεις μου ορυμαγδς κι υψνονται
πνω απ τις πικρς αβσσους.

μως λα τοτα εναι χλωμ
μπροστ στο θαμα το υπροχο
του σλιου σου που με σπαρζει
που ρχνει στη λθη τη ψυχ μου
στον λιγγο τη παρασρει δχως τψεις
κι πνοη τνε σρνει
στην χθη του θαντου...

       Ο Βρυκλακας

Καθς οι δαμονες με τ' γριο μτι,
θα σου ξανρθω σιγ στο κρεβτι
και θα γλυστρσω κοντ σου αχνς,
σαν τα φαντσματα της νυκτς.

Ξαν θα σου δσω μελαχροιν μου
σαν το φεγγρι ψυχρ το φιλ μου
και χδια ττοια σαν του φιδιο
που σρνεται πλι σε τφο νεκρο.

Και μλις φξει η αυγ πελιδν
τη θση μου θα 'βρεις εκε αδειαν
και κρα ως που να 'ρθει πλι το βρδυ.

Οπως οι λλοι μ' αγκαλις και χδι...
στη νιτη σου και στη ζω σου εδ
θα βασιλψω με τη φρκη εγ.

       Ο Θνατος Των Εραστν

Κρεβτια θα 'χουμε νθινα γεμτα αιθρια μρα·
ντιβνια ολοβελοδινα σα μνματα βαθι·
στις εταζρες λολουδα παρξενα τριγρα,
που ανοξανε μνο για μας σε μρη μαγικ.

Και ποι την λλη να υπερβε στην στατη φωτι τους,
οι δυο καρδις μας -σα τρανς λαμπδες δυο- μαζ
θα διπλοκαθρεφτσουνε το διπλοφτισμ τους
στα πνεματ μας που 'ναι δυο καθρπτες αδερφο.

Και μια βραδι ολογλανη, ρδινη, μυστικ
θε ν' ανταλξουμε ξαφνα την δια αναλαμπ,
σαν να μακροθρνημα που φρνει ο χωρισμς·

κι αργτερα νας  γγελος θα 'ρθει φως να χσει,
-τις πρτες μισανογοντας πιστς και χαρωπς-,
στους δυο καθρπτες τους θαμπος, στις φλγες που 'χαν σβσει.

                        Η Ψυχικ Αυγ

ταν το φως της ρχνει η αυγ το λευκορροδισμνο
στους γλεντοκπους και γροικον σαν τψη το Ιδεδες,
κτι το εκδικητικ και το μυστηριδες,
ν' γγελο στο κτνος τους, ξυπν, το ναρκωμνο.

Των ψυχικν ττε ουρανν τ' φθαστο γαλαν,
για κενον που ρεμβζει ωχρς και που υποφρει ακμα,
ανογεται και τον τραβ καθς βαρθρου στμα.
τσι, γλυκι Θε μου, αγν Πλσμα και φωτειν,

στα καπνισμνα ερεπια των ηλιθων γλεντιν,
πιο φωτειν, πιο ρδινη, πιο ωραα η θυμησ σου,
αδικοπα στα εκστατικ μτια μου φτερουγζει.

Ο λιος εσκοτενιασε τη φλγα των κεριν·
τσι νικτρα πντοτε, μοιζει η σκι η δικ σου
με τον αθνατο λιον, ω ψυχ, που φως σκορπζει!

                To Παλι Μπουκαλκι

Σα σεντοκι ανοξεις παλι, απ' την Ανατολ φερμνο
που η κλειδαρι του μορφζει, τρζοντας φρικτ
κι απ' αυτ ξεχυθον, μρια αρματα βαρι που ζαλζουν
σε σπιτιο ερημωμνου ντουλπα παμπλαιη.

Σκονισμνο και μαρο ξεβιδσεις μπουκαλκι
κι απ' αυτ αναπηδσει μια ψυχ με λαχτρα να επιστρψει
Χλιες σκψεις που κοιμνταν στα βαρι τα ερβη, επιστρφουν
-χρυσαλδες που αστρφτουν, με ορμ
τα γαλζια και ροζ σα με γλσο φτιαγμνα
φτερ τους τινζουν
ζαλισμνος τα μτια σου κλενεις
τη ψυχ σου ο λιγγος νικημνη αδρχνει
με ορμ τη σκουντ σε βραθρο μαρο
σκοτειν, απ ανθρπινα μισματα γεμτο.

Στην κρη του γκρεμο τηνε σπρχνει
κει που ο Λζαρος ζων, το σβανο του
με δναμη σκζει και το πτμα ξυπν
γοητευτικ μα και πνθιμο, μιας αγπης παλις ξεχασμνης
Κι εγ τσι, ταν θα 'χω απ' τη μνμη των γρω χαθε
και θα μ' χουν πετξει ραγισμνο, ευτελς μπουκαλκι
στη γωνι μιας απασιας ντουλπας λυπημνο και βρμικο
θολ, σκονισμνο.

Το φρετρο σου θα 'χω γνει αγαπημνη μου ανομα,
μρτυς ολθριας δναμης που πνω μου, κποτε ασκοσες
προσφιλς δηλητριο απ αγγλους φτιαγμνο
ηδποτο που μου καττρωγε τη καρδι και το αμα.

                   Βραδιν Αρμονα

Ντοι, ξανρθαν οι καιρο που στο κλαδ ανοιγμνο,
τ' νθος τρεμζει, αχνοβολ σα θυμιατρι·
τα μρα κι οι χοι, που η πνο του απβραδου χει σπερει,
κυλν σε βαλς μελγχολο, τρελ και λαγγεμμνο!

Τ' νθος τρεμζει, αχνοβολ σα θυμιατρι·
και το βιολ, σα μια καρδι που θλβουν, δονισμνο,
ξεσπ σε βαλς μελγχολο, τρελ και λαγγεμμνο!
κι ρια χει θλψη ο ουρανς σα μγα θυσιαστρι.

Ξεσπει το βιολ ως καρδι που θλβουν, δονισμνα
καρδι λο αγπη που μισε το μαρο κοιμητρι!
ρια χει θλψη ο ουρανς σα μγα θυσιαστρι
κι ο λιος μες το αμα του, πνγηκε, το πηγμνο...

Καρδι λο αγπη που μισε το μαρο κοιμητρι,
ζει μνο απ' το παρελθν, ρημδι φωτισμνο·
ο λιος μες το αμα του, πνγηκε, το πηγμνο...
Μσα μου ως γιο, η μνμη σου, λμπει δισκοποτρι!

                               Spleen

Εμαι σαν νας βασιλις σε βροχερ να μρος,
πλοσιος μα χωρς δναμη, νις κι μως πολ γρος,
που στους σοφος του αδιφορος που σκφτουνε μπροστ του,
πλττει με τα γερκια του, τ' λογα, τα σκυλι του.

Κυνγι, ζα, τποτα πια αυτν δεν τον φαιδρνει,
οτε ο λας του που μπροστ στ' ανκτορα του φθνει.
Μα και τ' αστεα που ο τρελς παλιτσος κνει εμπρς του,
δε διχνουν τη βαρυθυμι τ' καρδου αυτο αρρστου·

τφο τη κλνη του θαρρε, που 'χει κριννιαν ρμα
κι οι αυλικς που βασιλι σαν δον τον βρσκουν χρμα,
δεν ξρουν πια με τ σεμνες στολς να φιγουρρουν,
σως απ' το κουφρι αυτ, χαμγελο να προυν.

Κι ο αλχημιστς που μπορε χρυσφι να του κνει,
δε μπρεσε απ μσα του το μαρασμ να βγνει,
κι οτε μες στα αιμτινα ρωμακ λουτρ,
που τα θυμονται οι ρχοντες πνω στα γηρατει,

δε μπρεσε το πτμα αυτ το ηλθιο ν' αναστσει,
που αντς για αμα μσα του, της Λθης τρχει η βρση.

                    Στον Αναγνστη

Η ανοησα, τ' αμρτημα, η απληστα κι η πλνη
κυριεουνε τη σκψη μας και φθερουν το κορμ μας,
κι ευχριστα τις τψεις μας θρφουμε στη ψυχ μας,
καθς που θρφουν πνω τους τις ψερες οι ζητινοι.

Στα μετανιματα ναντροι κι αμαρτωλο ως την κρια,
ζητμε πληρωμ ακριβ για κθε μυστικ μας
και ξαναμπανουμε εκολα στο βορκο τον παλι μας,
θαρρντας πως ξεπλνεται με τα δειλ μας δκρυα.

Πνω απ το προσκεφλι μας ο Σατανς γερμνος
πντα στα μγια του κακο το νου μας νανουρζει,
τη πιο ατσαλνια θληση μεμις την εξατμζει,
αυτς ο Μγας χημικς, ο Τετραπερασμνος.

Ο Διολος, το νμα αυτς κρατ που μας κουν!
Τα πρματα τα βρωμερ πιτερο τ' αγαπμε,
κι λο και προς τη Κλαση κθε στιγμ τραβμε,
με δχως φρκη, ανμεσα στο σκτος που βρωμ.

Σαν το φτωχ ξεφαντωτ που πιπιλ με ζλη
μιας παλις πρνης αγκαλι πολιομαρτυρισμνη,
κλεφττα αρπζουμε κι εμες καμι ηδον θλιμμνη,
που τηνε ξεζουμζουμε σα σπιο πορτοκλι.

Σαν να εκατομμριο σκουλκια, μυρμηγκιντας,
μες στο μυαλ μας κραιπαλον του Δαμονα τα πλθη,
κι ταν ανσα παρνουμε, ο Θνατος στα στθη
σαν λος ποταμς κυλ, σιωπηλ θρηνντας.

Αν το φαρμκι κι η φωτι κι η βι και το μαχαρι
δεν χουνε τα φανταχτ κεντδια ακμα κνει
στο πρστυχο της μορας μας θλιο καραβοπνι,
εναι που λεπει απ' τη ψυχ το θρρος κι απ' το χρι.

Μα μες στις σκλες, τους σκορπιος, τα φδια, τα τσακλια,
τους πνθηρες, τους πθηκους, τους γπες, τα θηρα
που γροζουν, σρνουνται, αλυχτον κι ουρλιζουν με μανα
μες στων παθν μας το κλουβ, προβανει αγλια,

θερι πιο βρμικο, κακ, την ασκημι να δεξει!
Kι α δε σαλεει κι οτε ακοει καννας το ουρλιαχτ του,
λη γης θα ρμαζε, και στο χασμουρητ του
θα 'θελε να κατπινε τον κσμο -αυτ 'ναι η πλξη!-

πο, μ' να δκρυ αθλητο στα μτια της κοιτζεις,
καθς καπνζει τον ουκ, κρεμλες να στυλνει.
Και ξρεις, αναγνστη, αυτ το τρας πως δαγκνει!
αναγνστη υποκριτ, αδρφι που μου μοιζεις!

                          Albatros

Πολλς φορς οι ναυτικο, την ρα να περννε,
πινουν τους λμπατρους -πουλι της θλασσας τραν-
που ρθυμα, σα σντροφοι του ταξιδιου, ακλουθνε
το πλοο που μες στα βραθρα γλυστρει, τα πικρ.

Μα μλις σκλαβωμνα κει στη κουπαστ τα δσουν,
οι βασιλιδες τ' ουρανο, σκυφτο κι χαροι πια,
τ' σπρα μεγλα τους φτερ τ' αφνουνε να πσουν,
και στα πλευρ τους θλιβερ να σρνουνται κουπι.

Αυτο που 'ν' τσον μορφοι, τα σννεφα σα σκζουν,
πς εναι τρα κωμικο κι σκημοι και δειλο!
'Αλλοι με ππες αναφτς τα ρμφη τους κεντρζουν,
κι λλοι, για να τους μιμηθον, πηδνε σα κουτσο.

Μ' αυτος τους νεφοπργκηπες κι ο Ποιητς πως μοιζει!
δε σκιζεται τις σατις, τις θελλες αψηφ·
μα ξνος μες στον κσμο αυτ που γρω του χουγιζει,
σκοντφτει απ' τα γιγντι του φτερ σα περπατ.

                         Συνομιλα

Εσαι μορφη σα ρδινο του φθινοπρου δελι!
μα η λπη ως κμα μσα μου φουσκνει σκοτειν,
κι αφνει ταν πισωδρομ στα ρθυμ μου χελη,
της θμησης της πιο πικρς τον κατασταλαγμ.

Μταια γλυστρ το χρι σου στου στθους μου τα ψχη·
καλ μου, κενο που ζητ ρημδι εγνη πι,
απ' της γυνακας τ' γριο το δντι και το νχι.
Μη τη καρδι μου πια ζητς, τη φγανε θερι.

Εν' η καρδι μου ανκτορο, απ' χλους ρημαγμνο·
μεθον εκε, σκοτνονται, τραβιονται απ' τα μαλλι!
Μ' απ το στθος σου ρωμα βγανει, το γυμνωμνο!...

Ω των ψυχν κακι πληγ! Το θες κι εσ Ομορφι!
Με τα λαμπρ, τα φλογερ σου μτια ως φωταψα,
κψε και τα ρημδια αυτ π' αφσαν τα θηρα!

                    Semper Eadem

-"Ποθ' η αλλτικη», λεγες, «η θλψη αυτ σε πινει,
που λοζει σα τη θλασσα το βρχο το γυμν";
'Αμα η καρδι μας μια φορ το τργημ της κνει,
και ζει κανες ειν' σκημο! το ξρουν λοι αυτ·

εν' νας πνος ξστερος, δεν εναι κρφιος! λα!
σα τη δικ σου τη χαρ, φανεται στη στιγμη.
Πψε λοιπν να με ρωτς, περεργη κοπλα,
κι αν κι η φων σου εναι γλυκι, σπα, ωραα μου συ.

Σπαινε, ανδεη ψυχ, μ' λα ξετρελαμνη!
στμα με γλιο παιδικ! Οι νθρωποι εναι δεμνοι
πιτερο με το Θνατο παρ με τη Ζω.

'Αστη καρδι μου, στηνα στο ψμα να μεθσει!
στου ριου ματιο σου τ' νειρο τ' ωραο ν' αρμενσει,
και στων βλεφρων σου τη σκι πολ να κοιμηθε!

                             Μεθτε

Πρπει να μαστε λο μεθυσμνοι.
Εναι το παν: η μνη λση.
Μη μας βαρανει το φριχτ φορτο του Χρνου,
που μας τσακζει και στη γης μας σπρχνει,
μας πρπει να μεθσι χωρς τλος.

Μα με τ;
Με κρασ, με ποηση μ' αρετ.
Διαλχτε. μως μεθτε.

Κι αν κποτε ξυπνσετε σως
πνω σε σκλες αναχτρων,
στο χλωρ χορτρι μας τφρου,
μσα στη μοναξι της κμαρς σας,
και νισετε πως το μεθσι σας περνει
κιλας πως κοντεει να περσει,
ρωτσετε τον νεμο, το κμα, το στρο, το πουλ και το ρολγι,
το κθε τι που φεγει, κλαει, τρχει, που τραγουδ, που μιλε:
Τ ρα να ναι;
Θα σας πον κι ο νεμος και τ' στρι και το ρολγι, το πουλ:

Εναι ρα για μεθσι.
Μην εστε ανελητοι σκλβοι του Χρνου,
μεθτε, μεθτε δχως τελειωμ, μεθτε.
Με κρασ, με ποηση μ' αρετ, διαλχτε
.

            Η ρρωστη Μοσα
.
Τ χεις, Μοσα μου φτωχ σμερα, δε μου λες;
Φσματα νχτια τ’ αμαυρ τα μτια σου κοιτνε,
και βλπω απ την ψη σου μια-μια ν’ αντιπερννε
τρλα και φρκη, σκοτεινς, κρες και σιωπηλς.
.
Τχα το ρδινο στοιχει κι οι πρασινοξωθις,
το φβο και τον ρωτα στα στθια σου σκορπνε;
Τχα ο βραχνς με τη σκληρ, βαρει γροθι του ν ’ναι
που σ’ πνιξε σε μυστικς, βαθι, βαλτονερις;
.
Θε ν ’θελα, ξεχνοντας υγεας ευωδι,
αινια σκψεις δυνατς τα στθια σου να κλενουν,
και το αμα σου, χριστιανικ, ν ’τρεχε ρυθμικ,
.
σαν χος πλοσιος συλλαβν αρχαων που λαμπρνουν
βασιλικ με τη σειρ, του τραγουδιο ο αφντης
ο Φοβος, κι ο μεγλος Παν, των τργων ο λεβντης.

         Η Ομορφι

Ωραα σαν πτρινο νειρο εμαι, θνητο μου φλοι!
Τα στθια μου, που τις καρδις πληγνουν και τις καουν,
πανμορφα πλαστκανε, στον ποιητ να εμπνουν
κποιαν αγπη σιωπηλ κι αινια σαν την λη.

Σαν σφγγα ακατανητη στους ουρανος καθζω,
λευκ σαν κκνος, με καρδι απ χινι καμωμνη.
Εχθρεομαι την κνηση που τη γραμμ ασκημανει
κι οτε γελω εγ ποτ οτε ποτ δακρζω.

Οι ποιητς, τις φανταχτερς πζες μου σαν κοιτνε,
που λες των πιο περφανων μνημεων τη χρη κλβουν,
μρα και νχτα τργονται για να τις μελετνε

γιατ τους εραστς μου αυτος κνω και τους μαγεουν
κτι καθρφτες διφανοι, που λα πιο ωραα τα δεχνουν:
τα μτια, τα θεα μτια μου, που φγγη αινια ρχνουν!

                                                Το Λιμνι

     να λιμνι εναι νας τπος λο χρες, για μια ψυχ που απκαμε απ' τη σκληρ τη πλη της ζως. Η πλα τ' ουρανο, η διαβατρικια των σννεφων αρχιτεκτονικ, της θλασσας η ατλειωτη εναλλαγ των αποχρσεων, των φρων τα λαμπρ φωτοβολματα, εναι να πρσμα θαυματουργ, που δνει πντα χαρ στα μτια δχως να τα κουρσει ποτ. Τα σχματα τα ευγενικ των καραβιν με τις περπλοκες αρματωσις, καθς σαλεουνε στο κμα αρμονικ, διατηρονε συνεχς μες στη ψυχ, το ασθημα της ομορφις και του ρυθμο. Κι εναι πριν απ' λα, μια ηδον μυστηριδης κι υψηλ για κενον που δε του μενανε πια μτε φιλοδοξες, μτε περιργειες, να κοιτζει ξαπλωμνος πνω στη βγλα ακουμπισμνος ρεμα στο παραπτασμα της προκυμαας, λη τοτη τη κνηση αυτν που επιστρφουν κι αυτν που φεγουν, αυτν που 'χουν ακμα τη δναμη να θλουνε κτι, τον πθο να ταξιδψουνε και να πλουτσουν.

                                     Απλεια Φωτοστφανου

 -"ι! Τ! σεις εδ φλτατε; Σεις σε τοτο το αισχρ μρος! Σεις ο λτρης της πεμπτουσας, της θεας αμβροσας ο καταναλωτς! Μα την αλθεια, με το δκιο μου σαστζω".
 -"Να σας πω αγαπητ μου. Γνωρζετε τον τρμο που με πινει με τ' λογα και τ' αμξια. Προ ολγου εν δισχιζα τη λεωφρο βιαστικς χοροπηδντας στις λσπες, μες σ' αυτ το κινομενο χος, που ο Χροντας καταφθνει καλπζοντας απ' λες τις μερις, το φωτοστφαν μου, με μιαν απτομη κνηση, γλστρησε απ τη κεφαλ μου κι πεσε μες στο βορκο της δημοσις. Δεν εχα κουργιο να σκψω να το σηκσω. κρινα λιγτερο δυσρεστο να χσω τα διακριτικ μου, απ τον κνδυνο να μου τσακσουνε τα κκκαλα. Κι πειτα σκφτηκα: ουδν κακν αμιγς καλο. Τρα πια εμαι λετερος να κυκλογορ αγνριστος, να κνω ταπεινς πρξεις και να παραδνομαι στη χυδαιτητα, σαν τους κοινος θνητος. Και να μαι τρα ολιδιος με σας, πως με βλπετε".
 -"Θα 'πρεπε τουλχιστον να δημοσιψετε μιαν αγγελα να ειδοποισετε το κοντιντερο αστυνομικ τμμα".
 -"Μπα, χι! Εμαι πολ καλ δω που βρσκουμαι. Κοιτχτε πως μνο σεις μ' αναγνωρσατε. λλωστε η αξιοπρπεια μ' ενοχλε. Και στο κτω-κτω της γραφς, χαρουμαι με τη σκψη πως σως το βρει κανες κακς ποιητς και το στολιστε αυθαδστατα. Να δημιουργσω ναν ευτυχ, που θα με κνει να ξεκαρδζομαι. Βλτε με το νου σας τον Τ, τον Ω. Ε! τ θαμα που θα 'ναι"!

                                      Τεχνητο Παρδεισοι

απσπασμα: κεφλαιο Περ της κνναβης και του ονου ως μσων για την διερυνση της ατομικτητος.

     Αρχικ σε κυριεει μια παρλογη, ακαταμχητη ευθυμα. Οι κοιντερες λξεις, οι απλοστερες ιδες αποχτον μια να, αλλκοτη ψη. Αυτ η ευθυμα σου εναι αφρητη -μως εναι μταιο να της αντισταθες. Σ' χει κυριψει ο δαμονας...
     Συμβανει μερικς φορς νθρωποι εντελς ακατλληλοι για τα γλωσσικ παιχνδια ν' αυτοσχεδιζουν μιαν ατελεωτη σειρ λογοπαγνιων και τελεως απθανες σχσεις μεταξ ιδεν, κατλληλες να ξεπερσουν και τους πιο ικανος μαστρους αυτς της τεχνικς. Μετ ωστσο απ μερικς στιγμς, η σχση ανμεσα στις ιδες γνεται τσον αριστη και το νμα των σκψεν σου τσον επμοχθο που μνον οι σντροφο σου μπορον να σε καταλβουν...
     Κατπιν οι αισθσεις σου γνονται εξαιρετικ οξεες και διορατικς. Η ρασ σου εναι πειρη. Το αφτ σου μπορε να διακρνει και τον πιο αδιρατο χο, ακμη κι ανμεσα στους πιο εκκωφαντικος θορβους...
     Προκπτουν οι πιο λεπτς αμφισημες, οι πιο ανεξγητες επικαλψεις ιδεν. Στους χους υπρχει χρμα. Στα χρματα υπρχει μουσικ... κθεσαι και καπνζεις. Πιστεεις τι κθεσαι μες στη ππα σου κι τι η ππα σου καπνζει εσνα. Εκπνεις τον εαυτ σου σε γαλαζωπ σννεφα...
     Αυτ η φαντασωση συνεχζεται αινια. να φωτειν διλειμμα και μια τερστια προσπθεια, σου επιτρπουν να κοιτξεις το ρολι. Η αιωνιτητα αποδεχνεται πως ταν να μονχα λεπτ...
     Η τρτη φση... εναι πρα απ κθε περιγραφ. Εναι αυτ που οι ανατολτες αποκαλον kef εναι ολοκληρωτικ ευτυχα. Δν χει καμι παραζλη και καθλου ορυμαγδ. Εναι μια ρεμη και θυμσοφη μακαριτητα. λα τα φιλοσοφικ προβλματα χουνε λυθε. λα τα δσκολα ερωτματα που αποτελον σημεα διαμχης για τους θεολγους κι απελπζουνε τους σκεπτμενους ανθρπους γνονται σαφ και διφανα. Λνονται λες οι αντιθσεις. Ο νθρωπος χει ξεπερσει τους θεος...

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers