-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

 

Poe Edgar Allan: ...

                       

                                       Βιογραφικ

     Ο ντγκαρ λλαν Πε* (Edgar Allan Poe) (*Σημ.: Στη Βρεττανα το Poe το προφρουνε Που) ταν Αμερικανς -με λονδρζικες ωστσο ρζες- ποιητς και πεζογρφος. Υπρξεν απ τους κριους εκπροσπους του αμερικανικο ρομαντισμο. To λογοτεχνικ του ργο εχε σημαντικ επδραση στη παγκσμια λογοτεχνα, αποτελντας θεμλιο λθο για την εξλιξη σγχρονων λογοτεχνικν ειδν, πως η αστυνομικ λογοτεχνα οι ιστορες τρμου και φαντασας. Λογοτχνης με σπνια διανοητικ διαγεια, αναλυτικ φαντασα και μαθηματικ σχεδν ακρβεια να κυριαρχονε στα ργα του, που μως πεσε θμα των παθν του. Πρτα η μεγλη ευαισθησα του, οι εθισμο του πειτα σε χαρτοπαιξα, αλκολ κι σως τα ναρκωτικ (πιο;) ταν μοιραα και τον οδηγσανε σε πρωρο θνατο πριν καν κλεσει τα 41 του χρνια.
     Γεννιται στις 19 Γενρη 1809, στη Κρβερ Στρητ, στη Βοστνη, Μασαχουστη. Εναι το 2ο απ τα 3 παιδι των ηθοποιν Ντιβιντ Πε Τζονιορ κι Ελζαμπεθ ρνολντ Χπκινς-Πε, -ο πατρας ιρλανδικς καταγωγς, αλλ χωρς ιδιατερο υποκριτικ ταλντο, η δε μητρα, γεννημνη το 1787, στο Λονδνο, κρη Βρεττανν ηθοποιν που αργτερα εγκαταστθηκε στις ΗΠΑ με τη μητρα της. Εμφανστηκε στην αμερικανικ σκην ταν ταν ακμη φηβη κι η φμη της εξαπλθηκε πολ γργορα. Παντρετηκε σε ηλικα 15 ετν το 1802, ωστσο ο 1ος σζυγς της πθανε το 1805. Τον Απρλη του 1806 παντρετηκε τον Ντιβιντ Πε τον νετερο, γεννηθντα το 1784. Η Ελζαμπεθ τα επμενα 4 τη αν κι εργαζτανε συνεχς φερε στον κσμο 3 παιδι. Τον Γουλιαμ Χνρι Λοναρντ στις 30 Γενρη 1807, τον ντγκαρ στις 19 Γενρη 1809 και τη Ρζαλι στις 20 Δεκμβρη 1810.
     Οι νεαρο γονες δνανε παραστσεις στις μεγαλτερες πλεις της ανατολικς ακτογραμμς. Τον Ιολιο του 1811 ζοσανε στο Νρφολκ της Βιρτζνια ταν ο Ντιβιντ μετ απ ναν γριο καβγ εγκατλειψε την Ελζαμπεθ και τα παιδι, πως αποκλυψαν οι Dwight Thomas και David K. Jackson στο βιβλο: The Poe Log: A Documentary Life of Edgar Alan Poe, 1809- 1849, Βοστνη 1987. Απελπισμνη δχτηκε τη πρταση που της κανε τον Αγουστο ο διευθυντς του θετρου Ρτσμοντ, μολοντι υπφερε απ φυματωση, κτι που σντομα την κανε ανμπορη ν' ανβει στη σκην. Οι θεατρφιλοι συγκινθηκαν απ την οικτρ κατσταση της μορφης, νεαρς ηθοποιο και την επισκπτονταν για να δονε το οικτρ της θαμα, να 'ναι καθηλωμνη στο κρεββτι με τα 3 πεινασμνα, μικρ παιδι της ολγυρα. πως λεγε ειρωνικ νας ντπιος μπορος εκενη τη σεζν "το δωμτιο της ρρωστης κυρας Πε εχε γνει το πιο κοσμικ θρετρο''..



    Ανμεσα στους επισκπτες της τανε κι η Φρνσις Βαλεντιν λλαν σζυγος ενς ευκατστατου καπνμπορου, του Τζων λλαν κι η φλη της Τζιν Μακνζι, που συγκινθηκαν ιδιατερα απ το δρμα της Ελζαμπεθ και των παιδιν της. Η μητρα πθανε στις 8 Δεκεμβρη 1811. Ο σζυγς της ταν γνωστο που βρισκταν εκενη την εποχ, πιθαντατα μως κι αυτς εχε προσβληθε απ φυματωση. Σμφωνα με την επικρατστερη σμερα εκδοχ πθανε στις 11 Δεκμβρη 1811, 3 μρες μετ το θνατο της γυνακας του (κατ τη Susan Archer Talley Weiss).
Ο Χνρι Πε στλθηκε στη Βαλτιμρη να ζσει με τους παπποδες του. Η Τζιν Μακνζι υιοθτησε τη Ρζαλι. Η Φρνσις λλαν πεισε τον ευκατστατο σζυγ της να προυνε το μικρτερο αγρι στην οικογνει τους, κτι που γινε. Η Φρνσις λτρευε τον μικρ ντγκαρ, εν ο Τζον το δχτηκε κυρως για να ικανοποισει τη Φρνσις. Παρνει τ' νομα ντγκαρ λλαν, παρ' λο που δεν υιοθετεται ποτ επσημα απ το ζεγος.
     Τα επμενα χρνια η επιχερηση που εχαν ο λλαν κι ο συνταιρς του Τσαρλς λλις γινε ιδιατερα προσοδοφρα. Το 1815 το ζεγος φεγει απ' το Ρτσμοντ για το Λονδνο παρνοντας μαζ τους τον 6χρονο ντγκαρ και την ανπαντρη αδελφ της Φρνσις, την Ανν Βαλεντιν. Ο Τζον λλαν νοιξε στο Λονδνο να παρρτημα της εταιρεας του. Τον Απρλη του 1816  ο Πε μπκε εσωτερικς στο οικοτροφεο των δεσποινδων Ντιμπορ, που μαθε αγγλικ γραμματικ και συντακτικ. Στα τλη του 1817 τις αρχς του 1818 γρφτηκε στο σχολεο Manor House. Εκε διδχθηκε αγγλικν ιστορα και λογοτεχνα. Το 1820 καθς το λονδρζικο παρρτημα της εταιρεας δεν στριωσε οι λλαν επιστρψανε στο Ρτσμοντ. Ο λλαν γραψε τον ντγκαρ σ' να κλασσικ σχολεο που διηθυνε ο Τζσεφ Χ. Κλαρκ. Εκε μαθε λατινικ, αρχαα ελληνικ, μαθηματικ και φυσικ. Αξιλογες ταν οι επιδσεις του και στον αθλητισμ, αλλ κυρως σε λατινικ και μαθματα θετρου. Σε κενο το χρονικ σημεο, ερωτεεται τη Τζην Στιναρντ, μητρα ενς φλου και συμφοιτητ του, που ωστσο θα πεθνει 3 τη μετ. Το 1823 μετεγγρφηκε στην ακαδημα του Γουλιαμ Μπερκ αλλ τον Μρτη του 1825 φυγε απ αυτ. Την δια εποχ ο θετς του πατρας κληρονμησε περπου 750.000 δολρια και σντομα αγρασε τη τερστια βλα Μολντιβια στο Ρτσμοντ. Εκε ο 16χρονος πια Πε ερωτετηκε την φηβη κρη των γειτνων του Ελμρα Ριστερ, που ανταποκρθηκε στα αισθματ του. Οι γονες της μως αντιδρσανε και τη πντρεψαν με τον ντπιο επιχειρηματα Αλεξντερ Σλτον.

     Το 1826 γρφτηκε στο πανεπιστμιο της Βιρτζνια. Εκε, αρστευσε στα λατινικ και στα γαλλικ, αλλ μνει μνον να 4μηνο, γιατ ξεκνησε τη χαρτοπαιξα που τον οδγησε σε τερστια χρη (περπου 2.000 δολρια). τσι ο λλαν τον υποχρωσε να σταματσει τη φοτησ του και τον βαλε να δουλψει στο λογιστριο της εταιρεας του. Απ την αρχ τανε πολ βαιος απναντ του, αλλ τα πργματα γνανε χειρτερα, ταν ο νεαρς ρχισε να παραμελε τα μαθματ του και να ξοδεει το χρνο του χαρτοπαζοντας. Η σγκρουση ταν αναπφευκτη. Ο Πε φυγε απ το σπτι και το Μρτη του 1827 φυγε για τη Βοστνη. Εκε εξδωσε το πρτο του βιβλο Tamerlane & Other Poems (Ταμερλνος κι λλα ποιματα'). Απφυγε να γρψει το νομ του κι αρκστηκε στο νας Βοστονζος. Το βιβλο ανογει με το ποημα Ταμερλνος και κλενει με τη Λμνη.
     Στο μεταξ μην χοντας παρ ελχιστα εισοδματα κατατχθηκε στον αμερικανικ στρατ. Συγκεκριμνα στις 26 Μη 1827 εντχθηκε στην 8η Πυροβολαρχα του Α' Πυροβολικο στο Οχυρ Ιντιπντενς στο λιμνι της Βοστνης με το ψευδνυμο ντγκαρ Α. Πρι. Στις 28 Φλεβρη 1829 πεθανει η κυρα 'Αλλαν, η θετ μητρα του. Η εξλιξ του στο στρατ τανε ραγδαα και τη 1η Γενρη 1829 γινε αρχιλοχας και μετατθεται στο Οχυρ Μουλτρι, στο νησ Σλιβαν της Ντιας Καρολνα -σκηνικ του Xpvσo Σκαραβαου. Σντομα μως κατλαβε τι και στο Στρατ δεν εχε μλλον. Με τη βοθεια του θετο πατρα του απολθηκε επσημα στις 15 Απρλη 1829 και πγε στη Βαλτιμρη, που παρουσασε μια να ποιητικ συλλογ με σημαντικτερο το ποημα Αλ Ααραφ. Το βιβλο γνεται δεκτ με ευνοκς κριτικς απ τον Τζον Νιλ, κριτικ της εποχς, με σημαντικ επιρρο. Τον Ιονιο του 1830 εντχθηκε στη Στρατιωτικ Ακαδημα του Γουστ Πιντ.
     Το επμενο χρονικ διστημα μια σειρ γεγοντων αλλξανε ριζικ τη ζω του. Στις 11 Σεπτμβρη 1930, δημοσιεει το Σοννττο Στην Επιστμη στην εφημερδα Saturday Evening Post. Ο
λλαν παντρετηκε τη Λουζα Πτερσον στις 5 Οκτωβρου 1830. Στα τλη της διας χρονις η να κυρα λλαν μεινε γκυος. Ττε ο Πε κατλαβε τι δεν θα μποροσε πλον να εναι κληρονμος. παψε να παρακολουθε τα μαθματα του Γουστ Πιντ, να πηγανει στα γυμνσια κι κανε πολλ ακμη σκπιμα παραπτματα. Κατηγορθηκε για αμλεια, πρασε απ στρατοδικεο κι αποπμφθηκε. Επστρεψε στη Βαλτιμρη που ζοσε με τη θεα του Μαρα Κλεμ και τη νεαρ κρη της και ξαδλφη του Βιρτζνια, που ττε τανε δεν ταν 7 ετν. Κατ καιρος εκλιπαροσε το θετ του πατρα να του στελει λγα χρματα, μταια μως γιατ εκενος αρνιτανε πεισματικ. Στις 23 Αυγοστου 1831 στο Ρτσμοντ η Λουζα λλαν φερε στον κσμο να αγορκι, τον Τζον λλαν τον νετερο. Το Μρτη του 1834 ο λλαν πθανε. Στη διαθκη του δεν φησε τποτα στον Πε.
     Τη Δευτρα 16 Μη 1836 νυμφεεται τη ξαδλφη του Βιρτζνια Κλεμ που τανε μλις 14 ετν. Ωστσο, νας μρτυρας ο κριος Κλλαντ, πριν το γμο κατθεσε τι ταν 21. Ητανε πολ μορφη και τονε βοθησε ν' αποκτσει κποια σταθερτητα στη ζω του. Π
λον πρεπε να βιοπορζεται μνον απ τα γραπτ του και το 1833 με το διγημ του MS. Found in a Bottle (Μνυμα Σ' να Μπουκλι) κρδισε 50 δολρια σε διαγωνισμ εβδομαδιαας εφημερδας της Βαλτιμρης. Το 1835 εγκαταστθηκε στο Ρτσμοντ και συνεργστηκε με το περιοδικ Southern Literary Messenger. ρχισε ν' αποκτ φμη σα κριτικς, καθς χει δη γρψει 80 κριτικς για το Messenger, ανμεσα στις οποες και 2 ενθουσιδεις κριτικς για τον Ντκενς. μως απολθηκε απ το περιοδικ γιατ εχε κρσεις μθης κι εγκαταστθηκε στη Ν. Υρκη.
     Εκε δημοσιεει τη Λιγεα και τον Ιολιο του 1938 εκδδει να μεγλο πεζογρφημα με ττλο Τhe Narrative of Arthur Gordon Pym (Η Αφγηση Του ρθουρ Γκρντον Πυμ) στον εκδοτικ οκο Harper's. Το 1839 συνεργστηκε στην κδοση του περιοδικο Butron's Gentleman Magazine της Φιλαδλφεια. Ττε γραψε τις ιστορες τρμου: William Wilson (Γουλιαμ Γουλσον) και The Fall Οf Τhe House Οf Usher (Η Πτση Του Οκου Των σερ). Τον επμενο χρνο κυκλοφρησαν οι Αλλκοτες Ιστορες (Tales Οf Τhe Grotesdue & Arabesdue -Στον πρλογο του αναφρει πως στις ιστορες του αυτς, "ο τρμος δεν προρχεται απ τη Γερμανα, αλλ' απ τη ψυχ". Τον Ιονιο του 1840 παραιτθηκε απ το περιοδικ, αλλ ο Τζορτζ Γκρχαμ αγορζει το Βurton's το Νομβρη toy 1940 και το μετονομζει σε Graham's Magazine. Εεκ ο Πε δημοσιευει τον νθρωπο Του Πλθους στο τεχος του Δεκμβρη. Το 1841 δημοσευσε τη 1η αστυνομικ ιστορα του με ττλο The Murders Ιn Τhe Rue Morgue (Οι Φνοι Της Οδο Μοργκ), χρη στο οποο γινε ο πατρας της ντοκουμενταρισμνης αστυνομικς λογοτεχνας. Το 1842 γνεται αρχισυντκτης του. και την επμενη χρονι, το διγημ του The Gold Bug (Ο Χρυσς Σκαραβαος) κρδισε το βραβεο της εφημερδας της Φιλαδλφεια Dollar's Newspaper.



                                          Η Βιρτζνια Κλεμ-Πε

     Το 1844 επστρεψε στη Ν. Υρκη που δημοσευσε (στην εφημερδα Sun) το διγημα The Baloon Hoax (Η Απτη Του Μπαλονιο). Στις 29 Γενρη 1845 δημοσευσε στην εφημερδα New York Mirror το περφημο ποημ του Το Κορκι, με το οποο γινε δισημος σ' λη τη χρα. Το 1845 επσης, ο Πε εξδωσε τον τμο Το Κορκι & λλα Ποιματα' (The Raven & Other Poems) και τη συλλογ διηγημτων Tales' (Ιστορες). Το 1846 συνεργστηκε με το βραχβιο ντυπο Broadway Journal, που δημοσευσε τα περισστερα διηγματ του. Την δια χρονι η ποιτρια Φρνσις Σρτζεντ Λοκ ζγκουντ τον ερωτετηκε και τα ποιματα που γραφε γι' αυτν με το ψευδνυμο Φνι προκαλσανε σκνδαλο. Εγκαθσταται στο εξοχικ σπτι στο Φρντχαμ (σμερα συνοικα της Νας Υρκης) που γραψε μια σειρ κειμνων με ττλο Διανοομενοι Της Νας Υρκης (Literaty of New York) για λογαριασμ του Godey's Lady's Book. Επρκειτο για παρουσαση προσωπικοττων της εποχς με τα σχετικ κουτσομπολι. Αυτ μως τον οδηγσανε στα δικαστρια με τη κατηγορα της συκοφαντικς δυσφμισης.
     Η σζυγς του Βιρτζνια πθανε απ φυματωση το Γενρη του 1847, κτι που τονε συγκλνισε. Το 1848 δημοσευσε τη διλεξ του Eureka (Ερηκα), που επιχειρε μια υπερβατικ εξγηση του Σμπαντος. Μετ το θνατο της Βιρτζνια, οι αυτοκαταστροφικς του τσεις εντθηκαν. Αρραβωνιστηκε τη Σρα λεν Γουτμαν, αλλ ο γμος τους ακυρθηκε ταν ο ποιητς εντοπστηκε να πνει, αν κι εχε υποσχεθε πως θα το κψει.
Το καλοκαρι του 1849 μαθανει πως ο παιδικς του ρωτας Ελμρα Ριστερ Σλτον εχε χηρψει και βρισκτανε στο Ρτσμοντ. Τη βρκε και της ζτησε να τον παντρευτε. Εκενη κπληκτη δστασε. Ωστσο, τελικ δχτηκε τη πρτασ του με τον ρο να κψει το ποτ. Το υποσχθηκε και τη τελευταα βδομδα του Αυγοστου του 1849 προσχρησε στον αντιαλκοολικ σνδεσμο Υιο της Εγκρτειας εν ορκστηκε τι θα κψει το ποτ. Η προσπθει του στφθηκε απ επιτυχα κι ο αρραβνας του με την Ελμρα επικυρθηκε. Ττε αποφσισε να μεταβε στη Ν. Υρκη να πρει τη θεα του και μητρα της Βιρτζνια, κυρα Κλεμ και να τη φρει στο Ρτσμοντ. Πμπτη 27 Σεπτμβρη φυγε απ το Ρτσμοντ με ατμπλοιο με προορισμ τη Βαλτιμρη.



     Εναι γνωστο τι κανε στο διστημα που μεσολβησε ανμεσα στην επιββασ του στο ατμπλοιο νωρς το πρω της Πμπτης και την επμενη Τετρτη που τον εδε νας τυπογρφος, ο Τζζεφ Γ. Γουκερ, στη Βαλτιμρη. Ο Γουκερ τον εντπισε σε μια ταβρνα στην οδ Ιστ Λμπαρντ. Ο Πε εχε θλια ψη και φαινταν τι πινε μρες. ταν ημρα των εκλογν και οι ταβρνες εχαν μετατραπε σε εκλογικ κντρα. Οι κομματρχες κερνοσαν ποιον υποσχταν τι θα ψηφσει τον υποψφιο που υποστριζαν. Ο Πε, μετ απ να μνα αποχς απ το αλκολ, εκμεταλλετηκε προφανς το γεγονς αυτ, κτι που τελικ αποδεχθηκε μοιραο. Ο Γουκερ στειλε να επεγον μνυμα στον παλι φλο του Πε, Τζζεφ Σνντγκρας, που φτασε πολ γργορα στη ταβρνα. Ο Σνντγκρας λεγε αργτερα:

   "Μπκαμε στην αθουσα που προσφρονταν ποτ κι αμσως αναγνρισα το πρσωπο εκενου που τσο συχν βλεπα και τσο καλ γνριζα στο παρελθν μολοντι τρα εχε μια κφραση κενς ηλιθιτητας που με κανε να ανατριχισω. Η λμψη της ευφυας στα μτια του εχε σβσει μλλον εχε βυθιστε σε μια γαβθα αλκολ. μως το φαρδ, ολμπιο μτωπο του συγγραφα του Κορακιο ταν ακμα εκε, με μια τσο ευρεα ζνη ιδανικτητας που σπανως συναντς σε λλους ανθρπους". Thomas & Jackson, The Poe Log.

     τανε τσο μεθυσμνος που με το ζρι μποροσε να περπατσει. Ο Σνντγκρας και μερικο λλοι τον ανβασαν σε μια μαξα και τον μετφεραν στο νοσοκομεο Ουσινγκτον Κλετζ. Ο εφημερεων γιατρς δρ. Τζον Τζ. Μραν παρατρησε τι τα μλη του τρμανε και μιλοσε ασταμτητα, με μιαν ασυνρτητη συνομιλα με φασματικ και φανταστικ αντικεμενα στους τοχους. Η λλειψη αλκολ μετ απ μεθσι πολλν ημερν, προκλεσε απτομη μεωση της περιεκτικτητας του αλκολ στο αμα, που σε ακραες περιπτσεις ενδχεται να αποβε μοιραα. Τελικ πθανε λγες μρες μετ, στερα απ παρατεταμνο παραλρημα. Οι τελευταες του λξεις ταν "Κριε, βοθησε τη φτωχ ψυχ μου" (Lord help my poor soul).
     Υπρχει σχετικ μυστριο για τις τελευταες μρες του, καθς πθανε λγο πριν τα ξημερματα της Κυριακς 7 Οκτβρη 1849 στη Βαλτιμρη. Η κηδεα του πραγματοποιθηκε βιαστικ και μ' ελχιστα τομα, αφο δεν υπρξε κανονικ ανακονωση του γεγοντος. Η αιτα του θαντου του ακμα παραμνει αδιευκρνιστη. Δεν υπρχει κποιο επσημο πιστοποιητικ θαντου, αλλ σμφωνα μ' ρευνες, ο θνατς του ταν απρροια του αλκοολισμο. Πολλο ταν εκενοι που μλησαν για σφιλη, δηλητηραση λσσα, αλλ η 1η εκδοχ φανεται να 'ναι η πιο πιθαν.
     πως γραψε σε να ρθρο του στο Southern Literary Messenger, μετ το θνατο του, ο Τζον Μ. Ντνιελ: "…αδιφορος για τις κοινωνικς συμβσεις για τη δουσα συμπεριφορ σε μια πολιτισμνη κοινωνα, λεγε ,τι θελε κι κανε ,τι επιθυμοσε. Αδυνατοσε να ελγξει και το ποτ και τις απψεις του. ταν υπδουλος του αλκολ κι εκτξευε επικρσεις χωρς να τον νοιζει τι σκφτονταν οι λλοι. τανε κοινωνικ απβλητος, νας Ισμαηλτης, νας διεστραμμνος που πγαινε προς τη μα πλευρ ταν λοι οι λλοι κατευθνονταν προς την αντθετη".


                      Σκτσο σττο ξακουστ ποημ του Κορκι

     Παρ τη περιγραφ του Πε ως ανθρπου ανθικου, ξεστου και ανασθητου ο Ντνιελ επαινοσε τη λογοτεχνικ του πρωτοτυπα.
Το ρθρο αυτ, στα 2/3 του, τανε το περιεχμενο ενς δοκμιου που γραψε το 1852 ο Μπωντλαρ, προκαλντας μεγλην ασθηση. Ως το 1867, δημοσευσε 5 τμους με αφηγματα του Πε. Ωστσο, τα ποιματ του μεταφραστκανε στα γαλλικ μλις το 1889 απ τον Μαλαρμ.
     Το ργο του επηρασε τη λογοτεχνα στις ΗΠΑ αλλ και σ' ολκληρο τον κσμο, εν συνβαλε και σ' ειδικ πεδα πως αυτ της κρυπτογραφας και της κοσμολογας. Ο Μπωντλαρ ταν απ τους 1ους μελετητς του ργου του, μεταφρζοντας το σνολ του στα γαλλικ. Θαυμαστς του ργου του ταν οι Χ.Φ. Λβκραφτ, ο Γουλτ Ουτμαν, ο Ιολιος Βρν, ο σκαρ Γουλντ, ο Ουλλιαμ Φκνερ κι ο Τ.Σ. λιοτ, ο οποος ταν αυστηρς απναντ του αλλ εκτιμοσε το κριτικ του ργο. Οι Μπωντλρ και Μαλαρμ, ευθνονται για τη μεγλη διδοση των ργων του σ' λη την Ευρπη. Ο Γκυ ντε Μωπασσν, τελειοποησε τα ργα του, διαβζοντας ργα του Πε. Ο Ιολιος Βερν γραψε τη Σφγγα Των Πγων ως συνχεια του ργου του Πε, Η Αφγηση Του ρθουρ Γκρντον Πυμ Απ' Το Ναντκετ και μλιστα αφιρωσε το ργο αυτ, στη μνμη του.
     Το 1895, ο μεγλος Ρσος λογοτχνης Κονσταντν Μπαλμντ, μετφρασε στα ρωσικ διηγματα του Πε, εν αργτερα μετφρασε και τα ποιματ του. Η χορωδιακ συμφωνα του Ραχμνινωφ Οι Καμπνες βασζεται στη μετφραση του ομτιτλου ποιματς του απ τον Μπλμοντ. Ο Κροτης συγγραφας ντουν Γκοσταβ Μτος, τατιζε τον εαυτ του με τον Πε. Σ' να μλιστα ργο του, χρησιμοποησε το ψευδνυμο Σαλταπδας, που εναι τ' νομα ενς ρωα του Πε. Αλλ κι ο μεγλος Χρχε Λοις Μπρχες επηρεστηκε απ' αυτν. Επσης, ο Νικαραγουανς ποιητς Ρουμπν Νταρο ταυτστηκε με τον Πε και χρησιμοποησε πολλ στοιχεα απ τα ργα του. Επσης σημαντικο ζωγρφοι επηρεστηκαν απ τον Πε. Το 1875, ο Μαν εικονογρφησε το Corbeau, να βιβλο με τη γαλλικ μετφραση απ τον Μαλαρμ, του ποιματος, Το Κορκι. Ο Γκωγκν στη Γυνακα Με Το Λουλοδι, ο Ντελακρου, ο Μαξ ρνστ στα κολλζ και τη ζωγραφικ, ο Νταλ, ο Μαγκρτ, ο Μδεργουελ και πολλο ακμα ζωγρφοι, επηρεστηκαν με τον να τον λλο τρπο απ' αυτν.



     Στο σινεμ, 1ος ο Ντ. Γ. Γκρφιθ ασχολθηκε με τον Πε. Το 1909, σκηνοθτησε το ντγκαρ λλαν Πε. να σντομο βιογραφικ ντοκιμαντρ που ενσωματνει στοιχεα απ το Κορκι κι λλα ργα. Το 1914, ο Γκρφιθ σκηνοθτησε το The Avenging Conscience (Η Τιμωρς Συνεδηση), βασισμνη στο διγημ του Μαρτυριρα Καρδι. Σε πολλς ταινες του, ο Φελλνι χει επηρεαστε απ τα χιουμοριστικ αφηγματα του Πε. Οι Γλλοι σκηνοθτες του νου κματος, χουν επσης εμπνευστε απ' αυτν. Το Οβλ Πορτρατο, ενπνευσε τον Ζαν-Λυκ Γκοντρ στη ταινα Vivre sa Vie (1962 Ζοσε τη Ζω της). Κλασσικς ωστσο εναι οι ταινες του Ρτζερ Κρμαν, βασισμνες σε διασκευς ργων του Πε, που γυριστκανε τη 10ετα του '60 κι εχανε βασικ πρωταγωνιστ τον Πτερ Κσινγκ. χουνε χαρακτηριστε b- moovies κλπ., ωστσο παρλο το χαμηλ προπολογισμ τους, χρη κυρως στην υποβλητικ τους ατμσφαιρα, φησαν εποχ και δημιοργησαν μια να γενι θαυμαστν του.
     σως δεν εναι ιδιατερα γνωστ, η μεγλη επδραση του Πε στην ελληνικ λογοτεχνα. Ποιματα του Σολωμο πως Η Φαρμακωμνη (1826), Νεκρικ Ωδ (1829), Εις Μοναχν (1829) & Φαρμακωμνη Στον δη (1833), χουνε κοιν στοιχεα με τη θεματολογα του Πε (ρωτας-θνατος) και την ατμσφαιρα των ργων του. Ο Ροδης, υπρξε μγας θαυμαστς και 1ος μεταφραστς ργων του… Εδγγρδου Που!. Ο Χρυσοκραβος, μια συλλογ μεταφρασμνων απ το Ροδη διηγημτων του Πε, κυκλοφορε ακμη και σμερα. Ο Ν. Επισκοππουλος κι ο Π. Γιαννπουλος, επηρεστηκαν απ τα πεζ ργα του. Ο Κασαρ Εμμανουλ (γνωστς απ το ποημα Γρμμα Σ' να Ποιητ του Καββαδα, που μελοποησεν ξοχα ο Δ. Ζερβουδκης), ο Λαπαθιτης, ο Καρυωτκης, ο Μ. Παπανικολου, ο Φ. Κντογλου, ο Σκαρμπας, η Λ. Νκου, ο Γ. Μπερτης, ο Γ. Βαφπουλος, ο Γ. Κτσιρας, ο Τ. Αλαβρας, ο Μ. Δημκης, ο Γ. Γεραλς, ο Τ. Πττας, ο Δ. Ρικκης, ο Α. Πωπ, ο Α. Σφακιανκης κ., επηρεαστκανε σε μικρ μεγλο βαθμ απ τον Πε.
     Το ργο του οφελει πολλ στο ενδιαφρον του ρομαντισμο για το υπερφυσικ και το σατανικ, πως και στις δικς του ταραγμνες φαντασισεις. Εχε τη σπνια ικαντητα να δημιουργε μιαν αληθοφαν πειστικ πλοκ απ τα πιο απθανο υλικ. Ο Πε τανε παρξενη, διπλ, διχασμνη προσωπικτητα. Υπρχει μλιστα κι ιατρικ μαρτυρα σμφωνα με την οποα υπφερε απ κκωση του εγκεφλου. Κι αν η ζω του σγουρα δεν εναι παρδειγμα προς μμηση, τα ργα του 170 χρνια μετ το θνατ του ασκον ιδιατερη επιρρο και γοητεα σε εκατομμρια ανθρπους σ' λο τον κσμο. νας poete maudit (καταραμνος ποιητς), -πολ πριν ο Βερλαν (1883 στο περιοδικ Lutece), εισγει τον ρο-, που πλρωσε ακριβ τα λθη του, φησεν μως αθνατα ργα.



----------------------
     Η προσωπικ τραγωδα τανε, δυστυχς, μια επαναλαμβανμενη κατσταση σ' ολκληρη τη διρκεια της ζως του. Γεννημνος στη Βοστνη το 1809 απ γονες ηθοποιος, ποτ δε γνρισε τον πατρα του Ντιβιντ Πε, που εγκατλειψε τη μητρα του κι εξαφανστηκε λγο μετ τη γννηση του, για να πεθνει στη Βιρτζνια το 1811. Η μητρα του, που υπφερε απ φυματωση, πθανε στο Ρτζμοντ της Βιρτζνια τον Δεκμβρη του 1811, αφνοντας ορφανος τον ντγκαρ, το μεγαλτερο αδελφ του Ουλιαμ-Χνρι και την ετεροθαλ αδελφ τους Ροζαλ.
     Η κυρα Φρνσις λλαν απ το Ρτζμοντ πεισε τον πλοσιο μπορο σζυγ της Τζον να πρει στο σπτι τους τον μικρ. ταν στο σπτι τους που μεγλωσε, κι εκε δχτηκε και τις πρτες επιρρος του, που ταν ιστορες σκλβων και παραμθια ειπωμνα απ καροτσρηδες κι μπορους της θλασσας. Οι νεκρο κι οι ετοιμοθνατοι πντα ριζαν την ψυχοσνθεση του. Σμφωνα μλιστα με μια ιστορα, ταν ταν 6 χρνων, κποια μρα καθς περνοσε απ το τοπικ νεκροταφεο νιωσε να «καταλαμβνεται απ τον τρμο», καθς ταν σγουρος τι τα πνεματα των απθαντων θα τον κυνηγοσαν.
     Το 1815, η οικογνεια πγε στη Σκοτα και την Αγγλα, που ζησαν για 5 χρνια. Οι εμπειρες απ το σχολεο προσθεσαν ακμη περισστερες επιδρσεις στη ζω του. Επιστρφοντας στο Ρτζμοντ κι εν βρισκταν στα πρτα χρνια της εφηβεας, ρχισε να γρφει ποηση σε τακτικ χρονικ διαστματα. Λγο μετ συνντησε και τον ρωτα στο πρσωπο ενς κοριτσιο που κουγε στο νομα Ελμρα, με την οποα και συνψε δεσμ. Το 1826 τον στειλαν στο πανεπιστμιο της Βιρτζνια για να σπουδσει νομικ. Ο πλοσιος πατρις του, με τον οποο πντα εχε μια τρικιμιδη σχση, του δωσε 100 δολρια για να καλψει τα χρονιαα του ξοδα, τα οποα ξεπερνοσαν τα 450 δολρια. Κτω απ' αυτς τις συνθκες ο νεαρς ποιητς σντομα βρθηκε χρεωμνος κι ρχισε να παζει χαρτι για να καλψει τις ζημις του. Και σαν να μην φταναν αυτ, τα γρμματα της Ελμρα προς αυτν υποκλπτονταν κι απ τους γονες της κι απ τους δικος του, με αποτλεσμα η κοπλα που δεν πρε τις απαντσεις που περμενε, στε να πειστε ν' αρραβωνιαστε κποιον λλο. Μετ απ' αυτ, ο ντγκαρ το 'ριξε στο ποτ. Οι αντιστσεις του στο αλκολ ωστσο ταν αδνατες και πολ εκολα γινταν βαιος και παρανοκς ταν πινε πολ.



     Μχρι το τλος του χρνου, ο λλαν τον βγαλε απ το πανεπιστμιο. Μετ απ φοβερος καυγδες με τον πατρι του ο ποιητς εγκατλειψε το σπτι και κατευθνθηκε προς τη Βοστνη. Το 1827 εξδωσε το πρτο του βιβλιαρκι με ττλο, Ο Ταμερλνος & λλα Ποιματα. Η φτχεια, τον διο χρνο, τον οδηγε στην απεγνωσμνη λση της στρτευσης. Κατατσσεται στα 18 του χρνια σαν ντγκαρ Α. Πρι, αναφροντας στην ατησ του πως εναι 22 χρνων. Το 1829, μετ το θνατο της αγαπητς του μητρις, κνει ατηση για εγγραφ στην στρατιωτικ ακαδημα του West Point, χοντας την υποστριξη του πατριο του, αλλ και κποιου αξιωματικο.
     Με το που βρθηκε, μως, στο West Point το 1830, βολιαξε πλι στα χρη. μοιαζε επσης να μη του ταιριζει το κλμα κει. ταν μεγαλτερος απ τους λλους φοιτητς, πιο μορφωμνος και σωματικ πιο αδνατος. Εν βρισκταν στην ακαδημα, μελτησε τους ρομαντικος ποιητς: Byron, Shelley, Keats, Wordsworth και Coleridge κι φησε να διαδοθε η φμη τι ταν εγγονς του Μπνετικτ 'Αρνολντ. χοντας βαρεθε το West Point ως τις αρχς του 1831, αποφσισε να παραμελε τα καθκοντ του για να τον διξουνε. Το Γενρη πρασε στρατοδικεο για διφορα παραπτματα. Μετ την απλυσ του, κατληξε να ζει στη Βαλτιμρη με την αδελφ του πατρα του Μαρα Κλεμ (θεα Μτι) και τη κρη της Βιργινα.
     Εκε, ρχισε να γρφει πεζ κεμενα κι θελε να υποβλει σε διφορους διαγωνισμος διηγημτων. Την δια περοδο, στα 1832, ανακλυψε και το πιο, να συνηθισμνο φρμακο της εποχς, που τανε διεγερτικ κι εχε την ικαντητα να εξουδετερνει πενα και κρο και να επεκτενει την ασθηση του χρνου. Στη διρκεια κενου του καλοκαιριο εχε δεθε ερωτικ με τη Μαρη Ντβερο, αλλ ο δεσμς αυτς δεν κρτησε πολ, λγω της τρομακτικς συμπεριφορς που παρουσαζε κθε φορ, που βρισκταν υπ την επιρρο αλκολ  ναρκωτικν. Το 1833 κρδισε να λογοτεχνικ βραβεο αξας 50 δολαρων απ μιαν εφημερδα της Βαλτιμρης για την ιστορα του, "Μνυμα Στο Μπουκλι". Αυτ του φερε πρτη σημαντικ αναγνριση και φμη τους τοπικος λογοτεχνικος κκλους.
     Ο Τζον 'Αλαν πθανε το 1834, αλλ δεν φησε κτι αξας απ την περιουσα του στο θετ γιο που ποτ δεν υιοθτησε, που σντομα πρσθεσε και τη λψη λβδανου στις κακς του συνθειες. Το 1835 επστρεψε στο Ρτζμοντ για να δουλψει σαν συντκτης στη Southern Literary Messenger. Ττε ταν που παντρετηκε και τη 13χρονη ξαδρφη του Βιργινα, πρτα σε κρυφ τελετ και μετ σε δημσια, που στο πιστοποιητικ της αναφερταν τι το κορτσι ταν 21 χρνων. Μετ απ διφορες μετακομσεις και δουλεις η μικρ οικογνεια των ντγκαρ, Βιργινας και Μτι, κατληξε στη Φιλαδλφεια, που ο ποιητς πιασε δουλει στο Burton's Gentleman's Magazine. τανε στη διρκεια κενης της περιδου που γραψε μερικς απ τις πιο γνωστς ιστορες τρμου κι υπερφυσικο. Ττε ρχισε να εκκολπτεται μσα του η ιδα να ξεκινσει κποιο δικ του περιοδικ, το The Penn Magazine, το οποο αργτερα μετονομστηκε σε, The Stylus.
      Στη διρκεια ενς δεπνου, το Γενρη του 1842, εν η Βιργινα παιζεν ρπα και τραγουδοσε, ξαφνικ κπηκε η ανσα της κι ρχισε να βχει δυνατ. Βγκε αμα απ το στμα της, λερνοντας το λευκ φρεμα. Αυτ το γεγονς επιβεβαωσε κενο που φοβταν απ καιρ: τι υπφερε απ τη μυστηριδη ασθνεια της φυματωσης που του 'χεν δη στερσει μητρα και πατρα. Η ανακλυψη αυτ τον ριξε με πθος στο ποτ. Στη διρκεια του καλοκαιριο του 1842 κι εν η θεα Μτι κρατοσε το σπιτικ πως μποροσε, ακμη και δεχμενη ελεημοσνη, η κατσταση της Βιργινας υποτροπασε. Ο Πε αναζτησε τη νιπαντρη Μαρη Ντβερο στη Να Υρκη. Περμενε ξω απ τη πρτα της μχρι να γυρσει σπτι και με το που την εδε τη κατηγρησε τι δεν αγαποσε τον ντρα της. Μετ απ λγες μρες, τονε βρκαν να περιπλανιται στο δσος, βρμικος κι αναμαλλιασμνος.



      Λγο καιρ μετ μπκε σ' εφαρμογ να σχδιο για να βρεθε υποστριξη για το σχεδιαζμενο περιοδικ του, μσω πολιτικν επαφν. Οι προσπθεις του στη Φιλαδλφεια απτυχαν, αλλ το 1943 τον προσκλεσαν για να δσει μια διλεξη στην Ουσιγκτον και να συναντηθε με τον πρεδρο στο Λευκ Οκο. Αυτ ταν η πιο σημαντικ ευκαιρα που 'χε ποτ για να κνει καλ εντπωση και ν' αποκτσει χρσιμους συμμχους. Αλλ, λγες μλις μρες μετ την φιξ του, πεστηκε να πιει ποτ στη διρκεια ενς δεπνου. Αυτ οδγησε σ' ακμη περισστερο ποτ. Τελικ, η διλεξ του ακυρθηκε κι ταν παρουσιστηκε στο Λευκ Οκο, ταν μεθυσμνος και ρεζιλετηκε. Μ' λες τις ελπδες για στριξη στο περιοδικ του κατεστραμμνες, επστρεψε στη Φιλαδλφεια.
     Παρακολουθντας τη Βιργινα ν' αργοπεθανει αυξθηκαν οι τσεις του γι' αυτοκαταστροφ. Στο ποημ του "Το Σκουλκι Κατακτητς" (The Conqueror Worm), που γρφτηκε στη διρκεια αυτς της σκοτεινς περιδου, προβλει την εικνα ενς καταστροφικο σκουληκιο κμπιας και την αποσνθεση της ανθρωπτητας. Αν κι απκτησε αναγνριση στους λογοτεχνικος κκλους, τποτα δε θα μποροσε να συγκριθε με τη φμη που απκτησε με το που κδοσε το 1845 το ποημα, "Το Κορκι". Το ποημα αυτ γινε μια εθνικ ψχωση μσα σε λγες βδομδες κι ανατυπθηκε σ' εφημερδες και περιοδικ σ' ολκερη τη χρα, αλλ λγω του τι ττε δεν υπρχε προστασα των πνευματικν δικαιωμτων, λες αυτς οι ανατυπσεις δε του απφεραν οτε σεντ. Συνχισε να ζει στην αινια φτχεια του.
     Στο μεταξ η κατσταση της Βιργινας συνχισε να χειροτερεει και το Γενρη του 1847, στην ηλικα των 25 υπκυψε στο μοιραο. Το 1848, ο ντγκαρ αρραβωνιστηκε τη Σρα-λεν Ουτμαν, αλλ ο γμος αναβλθηκε 2 μρες πριν τη τλεσ του, καθς ο Πε, που 'χεν υποσχεθε να κψει το ποτ, εντοπστηκε να πνει. Κτω απ' αυτς τις συνθκες επστρεψε στο Ρτζμοντ που συνντησε τον ρωτα της πρτης του νιτης την Ελμρα, την οποα αρραβωνιστηκε. Ο γμος ορστηκε για τις 17 Οκτβρη 1849.
     Τον Σεπτμβρη αναχρησε για να συναντσει κποιους φλους και συγγενες και να φροντσει κποιες δουλεις, ταξιδεοντας προς τη Να Υρκη μσω Βαλτιμρης και Φιλαδλφειας. Δεν τα κατφερε να πει πιο πρα απ τη Βαλτιμρη. φτασε εκε μεθυσμνος κι εξαφανστηκε για 5 μρες. ταν, τελικ, τον βρκανε βρισκτανε σε παραλρημα. Τον οδγησαν στο νοσοκομεο που κρατθηκε με το ζρι στη ζω για λγες ακμη μρες. Πθανε τη Κυριακ 7 Οκτβρη 1849, σ' ηλικα 40 ετν μλις. Τα τελευταα του λγια ταν: «Κριε βοθα τη φτωχ μου ψυχ». Σαν να μυστηριδες υστεργραφο στη ζω του. Κποιος αννυμος επισκπτης παρνει τρα κκκινα τριαντφυλλα και να μπουκλι κονικ στον τφο του, στη Westminster Church της Βαλτιμρης, στην επτειο των γενεθλων του συγγραφα κθε χρνο, απ το 1949.

                        Γραμμνο απ το Λκη Φουρουκλ

     Στις 9 Οκτβρη 1849 ο σκοτεινς λογοτχνης και ποιητς Πε, πεθανει τρελλς και μνος στους δρμους της Βαλτιμρης με μυστηριδη τρπο, που θυμζει ιστορα θρλλερ. Φρεται να επε στην οικογνει του τα εξς στερν λγια: "Μη φοβστε για τον ντυ"! Παρλο που 'ναι απ' τους πιο αγαπημνους ποιητς και συγγραφες παγκοσμως κι απ' τους πρωτεργτες της σκοτεινς λογοτεχνας, ελχιστοι γνωρζουνε τις πραγματικ σκοτεινς πτυχς της ζως του. Σε μερικ σημεα ρχνει φως ο βιογρφος Πωλ Κλλινς, παρουσιζοντς τα στην εφημερδα Huffington Post, τσι ως τα 'γραψε στο βιβλο του, Edgar Allan Poe: The Fever Called Living. Ας τα δομε παρα:
     Χρησιμοποησε μιαν εντυπωσιακ σειρ απ ψευδνυμα με 1ο, το αρκετ απρθυμο, κολλεγιακ του Gaffy. Πολλ απ' τα λοιπ ταν απ ανγκη, για να κρυφτε απ' τους πιστωτς κι απ' το στρατ. Τα 'χε χρησιμοποισει επσης για να γρψει τραγοδια, για να συντξει να περιοδικ με δικ του ργο (Littleton Barry) να καταδιξει μια πιθαν αρραβωνιαστικι.
     Εχε σκεφτε να μετακομσει στο Ιλινις καθς πρασε χρνια παραμνοντας προσκολλημνος σ' να απ' τα πιο δυνατ νειρ του: να δικ του περιοδικ. Εχε μια παραλγο συνεργασα το 1849, μ' ναν επιχειρηματικ εταρο, τον Εντουαρντ Πτερσον. Ωστσο αυτς του ζτησε να μετακομσει στο χωρι Οκουκα του Ιλινις και να γνει υπεθυνος του περιοδικο Oquawka Spectator.
     Εχε τον μεγλο αδελφ που ταν επσης ποιητς -ο Γουλιαμ Χνρι Λοναρντ Πε, νατης σκληρς και πτης- κι φηβος τον βλεπε που δημοσευε κποια πριμη ποηση και πεζογραφα σε περιοδικ της Βαλτιμρης. Ο αδελφς του πθανε στη διρκεια μιας επιδημας χολρας, τη περοδο που ζοσε με τον Εντγκαρ, το 1831.



     Αν και πολυγραφτατος συγγραφας, δεν προλβαινε ποτ τις προθεσμες του ταν δολευε. Στη διρκεια μιας ιδιατερα χαοτικς επιμλειας του Broadway Journal, φησε μιαν ολκερη στλη κεν στο τεχος της 27ης Δεκμβρη 1845. Δεν τη γμισε μ' ρθρα απ' λλο περιοδικ, διαφημσεις. Την φησε απλ κεν. Κι τσι σε λγες μρες βρθηκε ξαν χωρς δουλει.
     Μπορε να εναι γνωστς σε μας σμερα σαν μεγλος λογοτχνης, αλλ στη διρκεια της ζως του, ο νας και μοναδικς εργοδτης που αξιπιστα τον εκτιμοσε και τονε προωθοσε ταν ο στρατς των ΗΠΑ. Η εγγραφ του στην ηλικα των 18, με ψευδνυμο για ν' αποφγει τους πιστωτς, Εντγκαρ Α. Πρι, μσα σε 2 τη τον στειλε στη κορφ των υπαξιωματικν του συντγματος Sgt. Major. Ευτυχς για τους αναγνστες, αποδεχθηκε πολ τακτος για να τελεισει τα καθκοντ του πυροβολικο την επακλουθη καρριρα της κατρτισης αξιωματικο στο West Point. τσι μπορομε να πομε πως ο στρατς υπρξε η πιο σταθερ απασχλησ του.
     Αρκετς φορς του καρφωνντουσαν τραγοδια στο μυαλ, μλιστα η περπτωσ του εναι μα απ τις αρχαιτερες γνωστς περιγραφς του νευρολογικο φαινομνου του "σκληκα". Το φαινμενο αυτ περιγρφεται στην ιστορα του: The Imp of the Perverse.
     Ποτ δεν ταν ντροπαλς στις φιλολογικς διαμχες και μες απ' το Broadway Journal το 1845, επιτθηκε (δικα) στον ποιητ Χνρυ Χντσγουορθ Λονγκφλοου, κατηγορντας τον για λογοκλοπ. Ο αμχανος ποιητς δεν απντησε ποτ στις κατηγορες και σμφωνα με τον εκδτη του Πε, απντησε νας οργισμνος αναγνστης με τον οποο συνχισε ν' ανταλλσσει μδρους μσω του περιοδικο. Ωστσο εναι πιθαν, ο αναγνστης να ταν ο διος, γεμζοντας τις στλες του περιοδικο παζοντας και τους 2 ρλους.


=======================


                       ΡΗΤΑ

 * Θες ν' αγαπηθες; Ττε μην αφσεις τη καρδι σου να παρεκκλνει απ' το μονοπτι της. Παρμεινε αυτς που 'σαι τρα.

 * Παρατηρθηκε πως λοι οι τρελο τανε φιλσοφοι και πως λοι οι φιλσοφοι τανε τρελο.

 * Τα γκρζα μαλλι εναι τ' αρχεα του παρελθντος.

 * Η ευτυχα δε βρσκεται στη γνση, αλλ στην απκτησ της.

 * Κενος που νερεται ξυπνς χει συνασθηση χιλιδων πραγμτων που διαφεγουν σε κενους που νερονται κοιμισμνοι.

 * Η ποηση εναι σκψεις που αναπνουνε και λξεις που κανε.

 * Τα πθη πρπει να 'ναι σεβαστ.

-----------------------------------


                     Σερεντα

τσι ρα γλυκει μ' ρεμο τον καιρ,
νιθω πως εναι γκλημα φριχτ,
ταν κοιμτ' η Φση, τ' αστρια σιωπηλ,
να σπσω στω με φλουτο, αυτ τη σιγαλι.

Σ' ανπαυση λαμπρ τα χρματα τ' ωκεανο,
απλνοντας των Ηλυσων μιαν εικνα:
Εφτ Πλειδες διτρεχαν το θλο τ' ουρανο,
φτιχνανε μ' αντανκλαση λλες εφτ ακμα:

Ο Ενδυμων να πετ ψηλ στον ουραν,
στη θλασσα σε δετερην αγπη ρχνει βλμμα.
Μες στις κοιλδες καφετ και αμυδρς
και στου φασματικο βουνο το στμμα,
αργοπεθανει πια το κουρασμνο φως,
η γη και τ' στρα, πντος κι ουρανς,
μοσχοβολν στον πνο τους, πως εγ
μοσχοβολ απ σνανε, μοσχοβολς κι εσ,
ω! Αντελιν, αγπη μου εσ μοναδκ.

Μα πλγιασες και γουργουρζεις απαλ,
του εραστ σου η φων απψε θα πετξει
που ξγρυπν, και τη ψυχ σου θα ταρξει,
με λγια, 'κει στις παρυφς τ' ονερου σα μια μουσικ.

Κι τσι, εν κανες χος απλς, ετε τραχς,
σον αχνοκοιμσαι, δεν θα οχλσει,
ψηλθε ο Θες, τις σκψεις, τις ψυχς μας
και κθε πρξη μας μ' αγπη θε να ντσει.

        Σοννττο Στην Επιστμη

Ω Επιστμη! κρη αληθιν εκενων του Παλιο Καιρο,
π' λα, τα πντα αλλοινει στη ματι.
Γιατ του ποιητ τρως πντα τη καρδι;
ρνιο, σε βαρετς αλθειες πς ανογεις τα φτερ;

Πς θα σ' αγαπ, πς θαν' αυτ κτι σοφ;
Ποις δεν θα τονε παρατσει, για να βρει
τους θησαυρος και τα στολδια τ' Ουρανο,
στω κι αν πλι πταξε μ' ακρτητο φτερ;

Δεν συρες την ρτεμη ξω απ το ρμα της,
κι βγαλες την Αμαδρυδα απ το δσο,
για να γυρψετε μαζ πιο χαρωπ αστρι;

Δεν βγαλες και τη Ναδα απ' τη πλημμρα της,
και την Ελνφ απ το πρσινο γρασδι,
κι εμ, απ' ναρ θεριν
, κτω απ' τη φοινικι;

                Israfel

...Kι ο γγελος Ισραφλ, του οποου οι χορδς της καρδις του εναι λαγοτο και που χει τη γλυκει φων λων των πλασμτων του Θεο!
 - Κορνι

Εκε ψηλ στον Ουραν οικε
γγελος με λαγοτο τη καρδι
και λει ο θρλος πως κανες
δεν ημπορε στη μελωδι να παραβγε
τον Ισραφλ. Και τ' στρα ακμα
παουν τον μνο και βουβ
ακον τη μαγικ του τη φων.

Τρεμζοντας επνω η σελνη,
ολγιομη κι ερωτευμνη, ντροπαλ,
ερυθρι, τον μνο σαν ακοει
του ερυθρο λαμπρο αγγλου
(μαζ με τις εφτ γοργς Πλειδες)
που παει στη Παρδεισο.

Και λνε τχα (ο χορς των αστεριν
και ποιος λλος τον ακοει)
πως του Ισρφελ 'νφτουνε φωτις,
απ' το λαγοτο που κρατ
σαν παζει και σαν τραγουδ,
απ' τη ζω που θλλει χαρωπ
σ' αυτς τις ασυνθιστες χορδς.

Και που στα ουρνια μνησε
κει που 'ναι χρος ιερ οι στοχασμο,
κει που ο ρωτας πυργνεται Θες
κι που λαμποκοπνε τα Ουρ,
τα ντυσε μ' λην αυτ την ομορφι,
που μεις θαυμζουμε σαν στρου αναλαμπ!

Κι τσι σωστ περιφρονες
τα αδειαν τραγοδια,
Ισρφελ βρδε μας σοφ,
δφνες ανκουνε σ' εσ,
πντα να ζεις, να 'σαι καλ
επ πολ και πντα ευτυχς.

Πνω κι απ εκστσεις φλογερς
πα' στα δικ σου μτρα περαστς,
-το μσος, θλψη, αγπη και χαρ-
με του λαγοτου σου τη μαγικν ισχ
κνεις και τ' στρα ν' απομενουν σιωπηλ.

Ναι ο Παρδεισος σ' ανκει, μα εδ
εναι ο κσμος μας γλυκς μα και πικρς,
τα λολουδα μας εναι λολουδα απλς,
ακμα κι η δικη σου συννεφι σαφς,
λιακδα και χαρ Θεο εναι για μας.

Αν μπραγα εγ να κατοικ,
εκε που ο γγελος διαμνει
κι εκενος κατοικοσε εδ,
δεν θα μποροσε πια να παραβγανει
το πθος απ το λαγοτο το θνητ,
που στα Ουρνια με οργ θα στλνει.

                Ολολυγμ*

ταν σταχτιο και χαλαρο οι ουρανο.
Τα φλλα κιτρινσανε τριγρω μαραμνα,
τα φλλα κριτσανζανε στο χμα ξεραμνα.
ταν τ' Οκτβρη μια νυχτι μοναχικ,
μα χρονι μου απ' αυτς τις ξεχασμνες:
τανε δσκολη, στου Γουρ* τη περιοχ,
στου μπερ* την ομχλη με τη λμνη τη θολ,
-στη λσπη του Ωμπρ- στου Γουρ τη περιοχ
στις σκοτεινς δασις τις στοιχειωμνες.

Κποτε 'δω με τη ψυχ μου σεργιανοσα
σ' να δρομκι ατλειωτο, γιομτο κυπαρσσια.
με τη Ψυχ, ω! ψυχ μου, βδιζα σια.
Ττε που κχλαζε ηφαστειο στη καρδι μου,
καθς λερο. οι μολυσμνοι ποταμο κυλνε,
καθς οι λβες ρουν κι ασταμτητα κυλνε,
κτω στο Γιανεκ*, τα θειδη ρεματ τους,
στις Πρα κι στερες του Βρειου Πλου χρες,
-βρυχμενες στου Γιανεκ τις υπρειες,
στου Πλου πρα τα βασλεια και τις χρες.

Ητανε ρεμη κουβντα χαλαρ και σοβαρ,
αλλ η σκψη και των δυο τρεμολιαζε ξερ,
-οι μνμες μας τανε δλιες και ξερς-
γιατ γνωρζαμε πως τανε Οκτβρη, η νυχτι,
δε συγκρατσαμε ποια ταν η νυχτι,
(αχ νχτα! μια απ' λες, κενη τη χρονι)
δεν εδαμε τη λμνη του Ωμπρ τη σκοτειν,
(κι ας τη περσαμε τσες πολλς φορς)
ξεχσαμε τις χθες του Ωμπρ τις λασπωμνες
και τις δασις του Γουρ τις στοιχειωμνες.

Κι τσι καθς η νχτα ξεψυχοσε
κι ο Πολικς τη χαραυγ μας προμηνοσε
κι λα τ' αστρια τουρανο δεχναν αυγ,
στο τλος του μονοπατιο μα υγρ,
θολ ομχλη ολοθ' ανβρυσε λαμπρ,
κι ανμεσ της, φνηκ' Ημισληνος
-μια στολισμνη μ' να διπλοκρατο-
Αστρτης το διακριτικ, η Ημισληνος
με διακριτ σημδι: διπλοκρατο**.

Κι επα: "Εν' απ' τη Ντινα πιο θερμ
περν μες απ' τους μριους στεναγμος,
γλεντ με φως λους τους αναστεναγμος,
πως δε στεγννουνε τα δκρυα, χει δει,
στα μγουλα που το σκουλκι πντα ζει,
απ' τον αστερισμ του Λιντα χ' ερθε,
για να μας δεξει το δρομ του ουρανο,
-της Λθης τη γαλνη, του ουρανο-
κι ρθε, παρ το Λιντα, να φωτσει
με τη ματι της τη λαμπρ, τη ζση,
κι ρθε απ' του Λιντα τη φωλι
μ' αγπη στη λαμπρ της τη ματι".

Αλλ' η Ψυχ, μ' δειξε με το δχτυλ της,
κι επε: "Δυστυχς με τη σελνη δυσπιστ,
-εν' η παρξενη χλωμδα της που προξενε αυτ:
Αχ, βισου!- Ας μη μενουμ' λλο 'δ!
Αχ, πτα!- Ας πετξουμε! -τσι εναι το πρεπ".
Με τρμο τα 'πε κι φησε στη σκνη
να πσουνε, να κυλιστονε τα φτερ της,
με αγωνα και λυγμ φησε το φτερ της,
τη θλψη της να τη χαρξει μες στη σκνη.

Κι απντησα: "Δεν εναι παρ νειρο αυτ:
Ας τυλιχτομε το τρεμμενο αυτ φως!
Ας το λουστομε το κρυστλλινο αυτ φως!
Η λμψη του σιβυλλικ ακτινοβολε,
Κλλος κι Ελπδα απψε -δες πως διαλαλε!
Πως τρεμοσβνει τοτη τη νυχτι στον ουραν!
Αχ ναι πρπει να την εμπιστευθομε ασφαλς
και να 'σαι σγουρη πως θα μας πει σωστ,
πρπει να εμπιστευθομε αυτ τη λμψη ασφαλς,
μπορε να μας καθοδηγσει με ασφλεια, σωστ,
καθς θα τρεμοσβνει τη νυχτι στον ουραν".

τσι γαλνεψ' η Ψυχ και τηνε φλησα
και τη δελασα να βγει απ' τη σκοτεινι
-παρκαμψα και δισταγμος και σκοτεινι-
και βγκαμε μαζ στο τρμα του μονοπατιο,
μα σταματσαμε μπροστ απ 'να μνμα,
-στη πλκα απ να θρυλικ μακβριο μνμα,
κι επα: "Τ γρφει εκε γλυκει μου αδελφ";
"Ολολυγμ! Αλμονο! Εδ εναι το μνμα
της χαμνης σου!" απντησ' η αδελφ Ψυχ...

Ττε η καρδι μου νκρωσε, στο γκρι ξεθμανε,
πως τα φλλα τα ξερ, γρω κιτρινισμνα

καθς τα φλλα ξεραθκανε τριγρω μαραμνα
και ττε ολλυξα: "Σγουρα Οκτβρης τανε,
την δια νχτα ακριβς, εκενη τη χρονι,
που ξαναπρασα απ 'δω -σαν καληρα
που συρα το θλιβερ φορτο -καληρα
αυτν απ' λες τις νυχτις μες στη χρονι,
ποις δαμων με δελασε και μ' φερε 'δω τρα;
Αναγνωρζω πια τη λμνη του Ωμπρ τη λασπωμνη
και του Γουρ τη περιοχ υγρ, σκοτεινιασμνη!
Ξρω καλ τη λμνη του Ωμπρ τη θολωμνη
και του Γουρ τη σκτεινη δασι τη στοιχειωμνη"!

 * Πριν ξεκινσω αυτ τη μετφραση, κι επειδ με παραξνευε ο συμβολισμς αλλ κι ο ττλος, κανα μια μικρ ρευνα, μπας και πσω απ τις... ποπτες λξεις, Ulalume, Weir, Auber & Mount Yaanek, κρβεται κτι, κποιος μθος, κτι απ την ιστορα του Πε κλπ. Τελικ εκενο που κατφερα να διαπιστσω εναι πως Γουερ εναι υδατοφργμα, το μπερ εναι μια σπανως χρησιμοποιομενη λξη, μλλον σημανει βαθ μωβ χρμα, -κι αυτ με μερικς ρυθμσεις, δλδ, αν το παραπμψουμε στα γαλλικ με τη λξη, Ωμπερζν, εν το ρος Γιανεκ εναι κτι υπαρκτ, απ τα πιο ενεργ ηφαστεια με ψος 3.323 μτρα. Ο κυριτερος μως προβληματισμς που αφορ στο Ουλαλομ, μ' φησε τελεως αναποφσιστο. Πιθαντατα σημανει ολολυγμς, θρνος, μα αν σημανει κτι ττοιο, πως στεναχωρε η απλει του, μλλον πως ονομζεις τσι την αγαπημνη σου; -το ανποδο και κανονικ εναι Ευλαλα Ευτυχα Χαρ κλπ. Σκφτηκα λοιπν να δσω το νομα αυτ στην αγαπημνη του που χθηκε, με τον ελληνικ της τρπο: Ολολυγμ -σκφτηκα και το Θρηνωδα μα δε συνηχε με το πραγματικ ττλο.
     Αναλαμβνω λοιπν αυτ την ευθνη!

 ** Εδ σαφς εννοε κενο το νι φεγγρι του προχωρημνου φθινοπρου, που εναι μισοφγγαρο κι οι ακρολες του μοιζουν ντως με κρατα.

               Ρομντσα

Ρομντσα, π' αγαπ να νεει και να τραγουδ
με θολωμνο το μυαλ και διπλωμνα τα φτερ
ανμεσα στα φλλα που ο νεμος κινε
πρα μακρυ σε μα λμνη σκοτειν,
σε μνα τανε χρωματιστ πουλ,
-παπαγαλκι, απ' τα πτην το πιο γνωστ-
που μ' μαθε την αλφαβτα μου να πω,
χαρζοντας τη λξη μου τη πρτη
στο αγριξυλο, ψευδμενος, καθτι
μαθο παιδ με οφθαλμ θολ.

Τλη στου αινιου Κνδορα τους χρνους,
οι, που κινονε τ' Ουρανο τους θρνους
καθς με χλαλο βροντνε μεταξ τους,
δε θα χασομερσω πια για να γνοιαστ,
και να χαζεω ναν ανσυχο ουραν.

Κι ταν με ρεμα φτερ κποια στιγμ,
πετξουν πρ' απ' την ανσυχ μου τη ψυχ,
αυτ τη τση δα στιγμ, να στιχκι,
μια ρμα με τη λρα, τολμηρ,
και θναι κρμα αν η καρδι ψυχρ,
δεν πλλεται μαζ με τις χορδς, λιγκι.

                 
H Koιμωμνη

Κποια μεσνυχτα του μνα Αλωνρη
στθηκα κτω απ 'να μυστικ φεγγρι.
Απ' το χρυσ χειλκι της χνιζεν απαλς
και δροσερς του οπου ο καπνς
και στλαζε απαλ, στλα τη στλα
στην συχη ψηλ βουνοκορφ,
και νυσταγμνα σκαρπετει με μουσικ,
σε μια τερστια συμπαντικ κοιλδα.

Σειται το δενδρολβανο στο μνμα,
Λυγ το κρνο το λευκ πνω στο κμα,
Ομχλη τλιξε γλυκ τα δυο της στθη
λεθρος που μεταγυρν σ' ανπαυσ της,
Bλπεις! η λμνη, -ακριβς πως η Λθη-
σε ναν πνο ξυπνητ χει ξακρσει
και τποτα στο κσμο δε θα τη ξυπνσει.
Πεντμορφη κοιμται! Κι εγ μαζ της!
που και κεται με τις μορες της, η Ειρνη.

Ω λαμπερ κυρ, στη νχτα εναι σωστ,
το παραθρι αυτ να μενει ανοιχτ;
Oι φαλες αρες, απ' των δντρων τις κορφς
περνον το πλγμα των κλαδινε γελαστς,
Oι στατοι νεμοι, του μγου η κρυψνα,
φτεροκοπνε μσα-ξω σου μες στον κοιτνα
και σειε της κλνης σου το θλο, στα γερ
φουσκνοντας του τη κουρτνα, ζοφερ,
Πν' απ' το κροσσωτ καπκι το κλεισμνο
που κεται τ' υλο σμα σου κρυμμνο,
εκε πνω απ' το πτωμα κι απ τον τοχο κτω
σαν τα φαντσματα, σκις πλανιονται πνω-κτω!

Ω γλυκει κυρ μου, τχα δε φοβσαι;
Γιατ, και τ τχα εδ να συλλογσαι;
Σγουρα θα 'ρθες απ πντους μακρινος
Θαμα σ' αυτ τα κυπαρσσια, που δε βν' ο νους.
Παρξενο το ροχο σου, παρξενα χλωμ!
Παρξενη η μακρι κοτσδα σου, κι απ' λα πιο πολ,
ετοτη η θανσιμα πανσχυρη σιωπ.

Η κυρ κοιμται. Αχ! Μπορε να κοιμηθε
σε πνο, ατλειωτο, ατραχτο, βαθ!
Οι Ουρανο τηνε φυλν σε κρπτην ιερ!
Αυτ η σκπη λλαξε σε λλη βλογημνη
κι η κλνη της σε μελαγχολικ!
Στο Θε προσεχομαι να εναι πλαγιασμνη
με σφαλιχτ τα δυο της μτια, να μη δουν,
ταν τα ζοφερ, χλωμ φαντσματα περνον.

Η αγπη μου κοιμται. Εθε να κοιμηθε
σ' αυτ τον πνο τον αινιο και βαθ!
Θα προυν το κορμ της σκουλκια ευγενικ!
Πρα μακρυ, στο δσο, χωμτινη, παλι
για κενην να γενε μια υψηλ φωλι,
μια φωλι που μαρα φρεσε συχν
με φτερωτ φατνματα, θριαμβικ πετ
πνω απ' τ' λλα μνματα τα οικογενειακ.

Κποιο κιβορι, μοναχ και μακριν
κντρα στις πλες 'τς που 'χει διαβε
ντας παιδ, πολλ πλκα λευκ
να κλειε με αυτ τον κρτο σαν ηχ
φρκη να το σκεφτες κι οριστικ
δε θ' ακουστε απ σνανε ξαν,
και μη σκιαχτες, φτωχ της αμαρτις παιδ!
εν' οι λυγμο που βγνουν οι νεκρο.

       Νυφικ Μπαλλντα

Στο χρι μου φορ το δαχτυλδι
και το στεφνι μου 'πεσε στο φρδι.
Κοσμματα, μεταξωτ μεγλα,
τ 'χω λα υπ λεγχον, τα μλα.
Και τρα εμαι ευτυχς!

Και ο αφντης μου τρελλ με αγαπ,
μα σαν τον ρκο του μου 'πε ψιθυριστ,
στο στθος μου φουσκσανε λυγμο,
γιατ οι λξεις του χτυπσαν σαν ωδ
πνθιμη, με φων εκενου που 'πεσε
στη μχη, κει στου κμπου τη ρωγμ
και εναι τρα ευτυχς!

Μα ττε ξαναορκστηκε καθησυχαστικ
φιλντας με στο μτωπο το ωχρ
και ττε μου 'ρθε ραμα, σε μνμα
πως βρθηκα, ξω απ την εκκλησι.
Και αναστναξα, σαν μπρος μου ν 'χα,
στη σκψη μου, τον Ντ' Ελορμ νεκρ:
"Ω! τρα εμαι ευτυχς"!

Κι τσι, τοτες οι λξεις π' ακουστκανε
κι αυτς ο ρκος ο δεσμευτικς,
-τι κι αν η πστη μου κομμτια τσκισε
κι αν η καρδι χλια κομμτια τσκισε-
κι αυτ το δαχτυλδι μου, εν' απδειξη
πως τρα εμαι ευτυχς!

Κνε θε μου απ τοτο να ξυπνσω
γιατ μονχη μου δεν ημπορ να βγω!
Κι ειν' η ψυχ μου τρα δυστυχς
σαν πσω μου να σρνεται κακ,
μπας κι ο νεκρς που φησα ξοπσω,
δεν εναι τρα πλον ευτυχς!

      Η Πλη Μες Στη Θλασσα

Ω Συμφορ! Πγεν ο χρος κι στησε θρον
σε μια πλη παρξενη, χαμνη, κτω 'κει
στης Δσης τα σκοτδια, που αινια καθες,
καλς, κακς, φριχτς κι αγνς, γαλνη ἔχει βρει.
Και οι βωμο, τ' ανκτορα, τα κστρα, εκε,
(παρτα κστρα μ' απ' το χρνο φαγωμνα!),
κτι ανθρπινο πια δεν μηνν. Μνο κτι ωχρ,
πια κι απ' τον νεμο ολογρω ξεχασμνα,
κτω απ' τον ουραν λιμνζουν βαλτωμνα,
της πιο βαθεις μελαγχολας τα νερ.

Δε φτνουν πια ιερς αχτδες απ' τον ουραν,
σ' αυτς της πλης πνω την ατλειωτη νυχτι.
Mνο μακβριο φως, απ τη θλασσα κι αυτ
ξαστρφτει στους πυργσκους σιωπηλ,
-στις κορυφς τους ββηλα αντανακλ και πρα-
σε τρολους, σε πυργσκους, σε φανος,
στις στγες, στις αψδες, τα τυλγει ζοφερ,
σαν τεχος βαβυλνιο, τα ρημαγμνα, σκοτειν,
παλι ντουβρια, με κισσος και λολουδα
στη πτρα λαξεμνα, βωμος και μνματα πολλ
και τφους, πλθος τφους θαυμαστος,
με τα στεφνια τους πλεγμνα τρυφερ,
με βτο, με βιολττες και κρινι.

Κτω απ' τον ουραν πλαγιζουνε παθητικ
κι ατραχα, τα μελαγχολικ της θλψης τα νερ.
Και μπλχοντας με τις σκις οι θλοι,
δεχνουν να τρεμουλιζουν με τ' αγρι,
εν απ το πιο ψηλ να στη πλη,
τερστιος ο Θνατος, κτω, τα πανθ' ορ.

Εκε τφοι ξεσκπαστοι, ταφπλακες σπασμνες
κχες που χσκουνε στο φως του κματος, λουσμνες.
Αλλα εκε στα κοραλλνια μτια απ' τους νεκρος
δεν χει πλοτη στολδια κι οτε θησαυρος,
μες στα στρωσδια τους καλμρουν τα νερ,
ποτ του να μη κυματζει τποτε, αλι!
Σε λη αυτ τη γυλινη και γρια ερημι,
καννα κμα τον παραμικρ τον νεμο δε μαρτυρ.
Σε λλες θλασσες μακρυα και πιο ευτυχισμνες
η κλμα αυτ θα σμαινε πως εν' γαληνεμνες.

Μα στσου! κτι αναδεει τον αγρα!
Το κμα εκε... κτι κινεται εκε πρα!
Σα να παραμερζουνε οι πργοι ελαφρ
αργ βυθζονται στα θεριεμνα τα νερ
κι οι κορυφς τους σα να σκζουνε στα δυ
τον θαμποφωτισμνο κι ομιχλδη ουραν.
Πορφρισαν τα κματα κι οι ρες ξεψυχνε,
βουλιζ' η πλη δχως να βαρυγκομσει,
λο πιο κτω οι πυργσκοι βυθισμνοι
και να! μες απ χλιους θρνους ανεβανει
η δια η Κλαση για να την ευλογσει...

Στην Ινθη Στον Παρδεισο

τανε λα τοτα, αχ! η αγπη μου,

που κμαν να δντρο τη ψυχ μου,
νησκι πρσινο στη θλασσα, η αγπη μου,
με το ιερ και μια πηγολα, Ινθη,
κι νθη τριγρω εμυρναν τη πηγ μου
κι ταν ολδικ μου λα τ' νθη.

Μα τ' νειρο δεν 'μπρειε να διαρκσει
και τ' στρο της Ελπδας, το λαμπρ,
νφη πυκν το κρψανε, να σβσει.
Απ το Μλλον μια φων κραυγζει:
"Εμπρς!" Αφο στο Παρελθν
το πνεμα μου -τ χσμα σκοτεινν!-
ευρσκεται, λικνεται και πλαγιζει
παρλυτο, εμβρντητο, βουβ.

Aλ κι αλμονο, για μνα δυστυχς,
κθε φιλοδοξα τρα πια τελεινει.
"Τποτε λλο, τποτε, τποτε τρα πια".
(Μ' αυτ τα λγια, του κυμτου ο αφρς,
την μμο της ακτς βαθι πληγνει).
Το δντρο μου τχα θα ξανανθσει,
ζοφερς αητς θα το γκρεμσει;

Κι οι νχτες μου οι εκστατικς,
κι λα τα νειρ σου,
σα βρδυασε η ματι σου,
κει που το βμα σ' λαμψε, σα χτες,
σε τ αιθριους ρυθμος,
και ποιος αινιους χορος!

        Η Χρα Των Ονερων

Σε ρτα βδιζα θαμπ, μοναχικ,
π' ρρωστοι αγγλοι τη στοιχεινουν μνο,
π' αυτ το Εδωλο, που ΝΥΧΤΑ λνε, εκε,
σε μαρο, καθισμνο βασιλεει, θρνο,
και στα εδφη πρσφατα φτασα τοτα,
στης Θολης, την απλυτη θολορα
με τον παρξενο καιρ, που κεται,
εκτς Τπου και Χρνου και λικνεται.

Βλτοι απθμενοι κι απραντα λαγκδια,
σπηλις και βραθρα και των Τιτνων δση,
με κορυφς oπο κανες γινος δε θα φτσει
με την αχλ που πιτσιλ παντο σκοτδια,
υπεραινια βουν, σε θλασσες δχως ακτς,
Θλασσες γριες, οπο μοχτον κι αυτς
με βι να απλσουνε στους ουρανος φωτις,
λμνες π' απλνουν πνοα, τα ρημα νερ τους,
-ρημα και νεκρ- τα ρημα νερ τους,
-ψυχρ κι ασλευτα- γιομτα χινι
που γονατει τ' νθη και τα λυνει.

Περ' απ' τις λμνες που απλνουν τα νερ τους,
-ρημα και νεκρ- τα λυπημνα τα νερ τους,
-θλιμμνα και ψυχρ- γιομτα χινι
που γονατει τ' νθη και τα λυνει,
περ' απ κενα τα βουν, στον ποταμ ανντα
που μουρμουρζει σιγαλ, που μουρμουρζει πντα,
περ', απ' τη γκρζα τη δασι, απ τους βλτους πρα,
που βατρχοι κι ερπετ φωλιζουν νχτα-μρα,
περ' απ' τις γορνες τις φριχτς των ξωτικν λημρια,
απ κθε ανερη ρωγμ, κθε πνιγμνη θλψη,
εκε ο διαβτης ναυδος θα δει, θα συναντσει,
σαβανωμνες Παρελθντος Μνμες και χαμπρια,
μορφς σκελετωμνες π' αρχινν το θρνο,
δπλα περνντας απ το διαβτη εκενο,
λευκοντυμνοι σκελετο φλων, καιρ χαμνων
στ' ανμεσα Γης κι Ουρανο την αγωνα, ριγμνων.

Για τη φτωχ καρδι τους, που τα δειν πολλ,
ο ειρηνικς τπος αυτς εναι παρηγορι,
στο θολ πνεμα τους που πορπατε στη σκι,
ω, ναι! Σαν του Ελντορντο μοιζει τα καλ!

Μα ποιος διαβτης μπρεσε να φτσει ως εκε,
δεν τλμησε, δεν ντεξε τα μτια να σηκσει.
Τα μυστικ, ποτ ο τπος δεν θα ενδσει,
σ' αδναμου ντρα τη ματι να φανερσει.

τσι το θλει ο Βασιλις που καθορζει
το ανασκωμα των δυο κλειστν βλεφρων.
τσι, η κθε δστυχη Ψυχ που προσεγγζει,
σκις θωρε αχνς μσω σκορων κρυστλλων.

Σε δρμο βδιζα θαμπ, μοναχικ,
π' ρρωστοι γγελοι τονε στοιχεινουν μνο,
π' αυτ το Εδωλο, που ΝΥΧΤΑ λμε, εδ,
σε μαρο, καθισμνο βασιλεει, θρνο,
και πρσφατα πσω στο σπτι γρισα,
απ τη Θολη, τη θολ του πνου Ργισσα.

          Eldorado

Ντυμνος, στολισμνος,
ευγενικς Ιππτης,
με σκια και με λιακδα,
ταξδευε καιρ
κι δωντας πντα, γρευε
να βρει το Ελντορντο.

Κλησε χρνος... Γρασε
ο ατρμητος Ιππτης
και πνω στη καρδι του,
σκι μεγλη φλιασε,
καθς δε βρκε μρος,
να μοιζει στο Ελντορντο.

χασε τις δυνμεις του,
τη νιτη και το σφργος,
κι αντμωσε μια σκι
προσκυνητ, κι ερτα:
"Σκι" της λει,
"ξες που 'ν' αυτ
το μρος: Ελντορντο;"

"Πρνα τα ρη Του Φεγγαριο
και στη Κοιλδα Των Σκιν,
γερ κλπασε, τρχα."
Του πεν η σκι, "κι απ 'κει
συνχα, τρχα, γρευε
αν ψχνεις το Ελντορντο!"

             Σκουλκι ο Κατακτητς

Ιδο πρεμιρα: γεγονς τραν στην ερημι των ημερν!
Φθνουν οι γγελοι: περοῦκες, ροχα επσημα, χρυσφια...
Ολοθε καταφτνουνε να δουν' το θμα δακρυστο,
μα παρσταση υψηλν φβων μα και προσδοκιν,
κι η ορχστρα λαχανιζοντας παζει τη μουσικ βραχν,-
πα στο σκοπ των ουρανων σφαιρν.

Μμοι που μουρμουρν -υπρτατοι, μασκαρευτο θεο-
λο γκρινιζουν μ' ακατληπτες λξεις και συλλαβς...
Ἀνδρεκελα που, σπαστικ πιστ σε κποιες εντολς
πλασμτων σχημων, τερστιων, τραβον τα σκηνικ,
χτυπντας τις αρατες γιγντιες φτερογες τους
πτε απ δω και πτε απ κε, τρομαχτικ.

Θα μενει αξχαστο, ασφαλς, αυτ το μγα δρμα:
το κλασσικ του Φντασμα να φγει, παρνει δρμο,
του πλθους, π' λο πιο κοντ το φτνει, -δεν το πινει,
κι ὅλο γυρν στο διο το σημεῖο, και βουλιζουνε
λα, στη Τρλα μσα, στην Αιδ, και μες στον Τρμο.

Μα, τ 'ν' αυτ; Μες στην ανα αυτς της παρωδας,
κτι σαλεει κι ἔρχεται, κτι θρηνε και σπεδει,
σα ματωμνο, μπανει στης σκηνς την ερημι!
Πειν, χτυπιται, σπαρταρ,
κι οι μμοι ουρλιζουνε φρικτ

σαν τους κατασπαρζει.
Φρικιον κι οι γγελοι, σα δουν' ρκη κομματιασμνα,

σρκινα μλη ανθρπιν,
στα πορφυρ σαγνια κρεμασμνα.

Πφτει η Αυλαα. Κεραυνς που πεσε εν αιθρα.
Σβνουν τα φτα: Σαν το σβανο, τυλγει το σκοτδι
τα πλσματα, που σπαρταρν ακμα στο φινλε τους,
κι οι αγγλοι κτωχροι και ξπνοοι, ρθιοι λνε:
"Ε ναι λοιπν ιδο  'Ο νθρωπος': η γνσια τραγωδα,
κι αυτ εδ εναι στ' αλθεια Πρωταγωνιστς:
Σκουλκι ο Κατακτητς"!

                        Καμπνες
I
κου τα λκηθρα με τις καμπνες απ' ασμι,
μας διαλαλον μες στη ψυχρ τοτη νυχτι,
χαρμσυνο να κσμο -τνκ'λ τνκ'λ- τρυφερ.
Και τ' στρα, στου ουρανο το φντο σκορπισμνα,
φεγγοβολνε, λαμπυρζουνε κι αυτ ευτυχισμνα,
και πλλουν ακλουθντας το ρυθμ ξοπσω,
σ' αυτ το ρουνικ* ρυθμ, κρατν το σο,
-τνκ'λ, τνκ'λ- πα' στις καμπνες απ' ασμι,
-τνκ'λ, τνκ'λ- παζουν και πλλουν με χαρ
-τνκ'λ, τνκ'λ- σφζουν και λμπουν τρυφερ.

II
κου τις μορφες γαμλιες καμπνες τις χρυσς,
λαλονε κσμον ευτυχις γεμτον αρμονα,
-τνκ'λ, τνκ'λ- με μυρωμνες νυχτοανασις.
-Τνκ'λ, τνκ'λ- που τραγουδει τη χαρ του,
με τις ντες λυωμνες, σα χρυσς σταλαξις,
κελαρζει τραγοδι κι ολοθε σκορπ με μανα,
στη μικρ περιστρα που ακοει και φλερτρει,
και ποτμι κυλ ο ρυθμς στο φεγγρι,
-τνκ'λ, τνκ'λ- πλημμυρζει τα πντα μπροστ του.
Αυτς ο ρυθμς μουσικς πως φουσκνει
με συγχορδες γλυκεις, ρυθμικς γιγαντνει.
-Τνκ'λ, τνκ'λ- πως απλνει και μνει!
Για το Μλλον που φτνει, μιλ, κι επιμνει
-τνκ'λ, τνκ'λ- με καμπνες χρυσς τρυφερ
-τνκ'λ, τνκ'λ- που σκορπνε παντο τη χαρ!

III
Χτυπν ακοστε, μπροντζινες καμπνες δυνατ!
Ποιν ιστορα τρμου μας λαλονε ρυθμικ!
Ποιν κνδυνο στα τρομαγμνα μας αυτι
βροντοφωνζουν πανικβλητες, μες στη νυχτι!
Τρμος που δεν ειπνεται με λξεις, μα κραυγζει,
μνον αυτ: εκλιπαρε, -ντν, ντν- και πως ουρλιζει
χωρς ρυθμ -νταν, νταν νταν, νταν- βροντοφωνζει,
και ικετεουν να φανε πιο σπλαγχνικ η φωτι.
τρελλ μια λιτανεα στη κωφεουσα και λυσσαλα πια,
φωτι που κρωσε κι αδιφορα γλεφει και πιο ψηλ,
με μιαν ακρεστη κι απεγνωσμνη πενα χοχλακ,
σκληρ κι αποφασιστικ, να φτσει, να σταθε σιμ,
πλι στο χλωμ φεγγρι να φλογσει! και -ντν, ντν-
Ποιν, οι καμπνες τρομερ ιστορα μας λαλονε, ποιν;-
Ποιν της απγνωσης -νταν, νταν- μας λνε ικεσα!
Νταν, νταν- και πως δονονται και βαρονε και χτυπν;
Ποι φρκη διασκορπζουν στον παλλμενον αγρα;
Και νιθει το, γνωρζει το, πολ καλ τ' αυτ,
απ του πλσιμο τους, τη κλαγγ με σημασα,
πως καταπλει κνδυνος γοργ μ' ορθ παντιρα.
Αλαφιζουν οι καμπνες στης νυχτις τ' αυτ πνιχτ,
γοργ ο τρμος γιγαντνει με τη κθε τους χτυπι,
απ το τρεμοπαξιμο και κραδασμ -νταν, νταν-
οι μπροντζινες καμπνες με κλαγγ χτυπν!

IV
κου! Καμπνες απ σδερο μσα στο πνθος, κλανε!
Οι θρνοι σπνε τη γαλνη της νυχτις και τη σιωπ,
κραυγζοντας τον τρμο σε αυτ το ρεσιτλ τους.
Κθ' χος μια αγχνη απ σκουρι, κλει' στα λαιμ τους,
τον ποιο στεναγμ, κι αυτο 'κει πνω, -πντα αυτο-
πο 'ν' στα καμπαναρι μονχοι και κρατνε το ρυθμ
-νταν, νταν, νταν, νταν- με κενο το μοντονο ρυθμ,
νιθουνε δξα, να πετνε πτρα στων ανθρπων τη καρδι,
οτ' νθρωποι, οτε τρατα, μα λμιες χωρς φλο
κι ο Αφντης τους, ο Δαμονας, τους δρνει μ' να ξλο
και -νταν, νταν, νταν, νταν, νταν, χτυπνε κι λο κλανε,
-νταν, νταν, νταν- παινα, αγκαθερ που κορυφνει, λνε,
κι αυτς στο ρυθμ του, -νταν, ντν- χορεει, στριγγλ,
και κρατει μαζ τους -νταν, ντν- το ρυθμ σταθερ,
κρατ -νταν, νταν, νταν, νταν- τον αρχγον τους ρυθμ,
-νταν, ντν, νταν, ντν- κρατ το σο στον παινα τους αυτ.
Και χαρομενα αναγγλλει, μ' να ξρκι μαγικ
δνοντας -νταν, νταν- σε κενες τον απασιο ρυθμ
και -νταν, ντν- ουρλιζουν τσι, οι καμπνες με ρυθμ
και -νταν, ντν- κραυγζουν τσι στο ρυθμ το ρουνικ*!

 * Ρονοι, ρονες, ρουνικ! Ρονοι ονομζεται το αρχαο αλφαβητικ σστημα γραφς των βρειων λαν της Ευρπης, το οποον η μυθολογικ παρδοση αποδδει στους θεος κι εναι αμφισβητσιμης καταγωγς. Το χρησιμοποιοσαν οι Γερμανικο (και κατ' επκτασην οι Σκανδιναβικο) λαο, πριν αποκτσουνε το δυτικ αλφβητο, πως οι Τετονες κι οι Βκινγκς. Η λξη ρονος (rune), με βση την ινδοευρωπακ ρζα ru, σημανει ψθυρος, μυστικ. Αυτ συνεπγεται κι απ τη πρωταρχικ χρση που εχαν: η παρδοσ τους τανε προφορικ και μεταδιδταν απ το Σαμνο το Δρυδη στον μαθητευμενο και μνο. τσι η χρση των ρουνικν συμβλων ως μσο απομνημνευσης των εννοιν και των δοξολογιν παρμενε σ' να κλειστ ιερατικ κκλο. Ακμη, εικζεται πως γρφονταν σε ξλο, που, πρα της φθαρττητς του σε σχση με τη πτρα και τον ππυρο, καιγτανε στο τλος της τελετς. τσι τα στοιχεα που 'χουμε γι' αυτος εναι κατ πολ νετερα της χρσης τους (γρω στο 200 μ.Χ), εν ασαφ αποσπσματα χουμε σε πτρες της Νορβηγας, που ανγουνε τη χρση τους περ το 1300 π.Χ.

                 Το Στοιχειωμνο Παλτι

Στη πιο χλωρεφορη κοιλδα μας, αγγλων κατοικα,
παλτι αγρωχα μορφο, λαμπρ, πργωνε με καμρι.
Στ' απλυτου Μονρχη νου τη διτα, 'κε στεκμενο!
Ποτ στο πριν, φτερογα Σεραφεμ δε φτεροκπησε,
πνω απ ττοια θαυμαστ κι εξασιαν εμορφι!

Λβαρα κατακτρινα, χρυσ, νδοξα κυματζανε,
κι επλλοντο επνω στις επλξεις του,
-αυτ γινντουσαν παλι, στα βθη του Καιρο-
κθ' νεμος ευγενικς τα χιδευε, μρα γλυκει,
εν ρωμα σκορπζοντας γλυκ πνω στις πολεμστρες.

Και οι διαβτες που περνοσαν απ' της ευτυχις τη γη,
στα παραθρια βλπαν φως και μσα να λικνονται
πνεματα, στο ρυθμ απ' τις χορδς ενς λαοτου,
γρω απ' το θρνο, που ο βασιλις πορφυρογννητος
καθταν κι απολμβανε, μ' λο το μεγαλεο του,
ξιος ηγτης στη καρδι του ευγενικο λαο του.

Και λμπαν λες πναγνο σεντφι και ρουμπνι,
του ωραου παλατιο οι εξασιες Πλες, που
βγαναν και βγαναν σα πανσχυρες στρατεις,
λμποντας οι αντλαλοι, με μνο τους καθκον,
πντα να προστατεουνε με τις γλυκς τους τις φωνς,
ψλλοντας, το πνεμα και το νου του βασιλι τους.

Μα ντα σατανικ ντυμνα θλψη τη χτυπσανε,
την υψηλ κυριαρχα του Μονρχη -τρα κλψτε!
γιατ καλ αυγ δε πρκειται να ξανφξει πια,
πνω απ' αυτ τη ζοφερ πλον, την ερημι!-
Κι η ιστορα γρω απ' το τραν βασλει του,
που η δξα ρδιζε, νθιζε, εναι λησμονημνη,
καλ μες στου Παλιο Καιρο το κοιμητρι πια θαμμνη.

Και τρα σοι απ' τη κοιλδα τχει να περσουνε,
βλπουν απ' τα παρθυρα να βγανει φως σαν αμα,
κτι τερστια κι σχημα πλσματα να λικνονται
πνω σ' να παρταιρο κι απασιο σκοπ,
που απ' τις Πλες τις χλωμς, γρω ξεχνεται,
μαζ με πλθος ντων που γελν -μα δε χαμογελνε.

                         Λενρ

Τσκισ' η κοπα η χρυσ, το πνεμα αχ φτερουγζει!

Θρηνστε σμαντρα για την αθα ψυχ καθς
χνεται μες στα ζοφερ δατα της Στυγς.
Και μοναχς ο Γκυ Ντε Βερ, για δεν δακρζει;
Θρνησε τρα ποτ πια! καμπτη και θλιμμνη
σε χρου κλνη κεται η Λενρ σου αγαπημνη.
Εμπρς! του θνατου τραγοδι ας ακουστε
και η νεκρσιμη ακολουθα ας διαβαστε,
μνος στο μεγαλεο της, που πθανε τσο μικρ!
που πθανε δο φορς: και τσο να και νεκρ!

"Καθρματα! Το λαμπρ της μεγαλεο π' αγαπσατε
μα τη θαυμσια τη περηφνεια της μισσατε.
Κι ταν αρρστησε βαρι, νεκρ τη μακαρσατε!
Πς πια νεκρσιμη η λειτουργι να διαβαστει;
Κι ο επιτφιος μνος της πς να τραγουδιστε,
απ το στμα το κακ, τη γλσσα σας τη μοχθηρ,
κι απ το μτι το κακ σας, Χρου νβγει ευχ;
Κι εκενη αθα -Θε μου- κεται τσο να και νεκρ!"

"Τι θλιβερ! Τα παραλς! Αρκε μια προσευχ,
να στελει τη νεκρ κοντ στο Θε ν' αναπαυθε.
Λενρ κι ελπδα, τανε νεκρς απ καιρ,
πετξανε μακρυ και σε αφσαν μοναχ
να πνγεσαι σε παιδικς αγπης μταια 'παντοχ.
Και τρα η αιθρια ομορφι της γρνει ταπειν,
με ολοζντανα ξανθ μαλλι
μα με σβησμνο βλμμα,
με φλογερ και ζωνταν ολξανθα μαλλι
και θνατο στο βλμμα!"

"Μακρυ απ 'μ! Απψε η καρδι μου ελαφρι
και δεν θ' ασχοληθ, μα ο γγελος πετ ψηλ
μ' να Παινα του παλιο καιρο! Καμπνες μη θρηνετε!
Μπας κι η γλυκει ψυχ χαρ να βρει, καταφυγ,
καθς τις ντες νισει, αφνοντας τη Μαρη Γη,
τους κτω φλους, για τους πνω παρατσει,
σε θρνο χρυσ, τη Κλαση τοτης της γης ν' αφσει
και θρνους κι οδυρμος, να πει να καθσει
σιμ στο Κρη της Παρδεισος κι εκε να κατοικσει!"

                  Μονχος

Δεν ρθα απ τη παιδωμ μου, πως λλοι.
Δεν χω δει τα μρια σα, πως λλοι.
Τα πθη μου δε τα φερε μια νοιξη κοιν,
δεν θα μποροσε...

Δε ροφηξα τη θλψη μου απ' την δια πηγ.
Δεν θ 'μποργα ποτ μου να ξυπνσω
με τη καρδι μου ρυθμισμνη στη χαρ,
κι ,τι αγαπσα, το λτρεψα μονχος.

Ττε, στης παιδωμς μου την αυγ,
μια πιο τρικυμισμνη ζση μου χαρχτηκε,
απ τα βθη του καλο και νοσηρο
μυστριου, -π' ακμα με ορζει-, αυστηρο.

Απ το χεμαρρο, απ' το σιντριβνι,
απ τον κοκκινβραχο εκενου του βουνο,
απ τον λιο που με τλιγε παντο
σ' να φθινπωρο μ' απχρωση χρυσο,

απ την αστραπ στον ουραν,
-καθς που πρασε τ' ανμεσ μου-,
απ τη θελλα κι απ τον κεραυν

και σχμα δθηκε στο σμρι των νεφν,
(κι αν το λοιπ στερωμα, τανε γαλαν)
ενς μεγλου δαμονα, στη θρια μου.


          Η Ανσυχη Κοιλδα

Μας χαμογλασε μια σιωπηλ κοιλδα
που ανθρποι πια δεν κατοικοσαν.
Εχανε πει, βλπεις, στους πολμους,
μπιστεοντας στα μπιρμπιλματα στρα,
νχτα απ' τους αιθριους πργους τους,
να προστατεουνε τα λολουδα,
π' αναμεσ τους εν' λη τη μρα,
μχρι το σορουπο τεμπλικα να πσει.

Τρα ο διαβτης να ηρεμσει πρπει
τη λυπημνη ανησυχα της κοιλδας.
Που τποτε ποτ δεν μνει ακνητο-
Τποτε πια δε σζει τους ανμους
οπο γεννον στη μοναξι τη μαγικ.
Τα δντρα αυτ κανες αγρ δεν ανακτεψε
μα πλλονται σαν τις ψυχρς τις θλασσες,
πρα στις μακρινς ομχλινες Εβρδες!

Δχως αγρα αυτ τα νφη οδηγονται
θροζοντας μες στον ανσυχο Ουραν,
ανκατα απ' το πρω ως το δελι,
πνω απ τις βιολτες, που πλαγιζουνε
σε χλιους-δυ σχηματισμος 'που 'δει το μτι,
σαν κυματζουνε πνω στους κρνους
και κλανε πνω σ' να ξνο τφο!

Σειονται: -απ' τις ευωδιαστς κορφς τους
πφτουνε φλοδες μσχου σε σταγνες.
Θρηνον: -απ τους λεπτος τους μσχους
δκρυα χιλιχρονα σταλζουν σε διαμντια.

                  Στην Ελνη

Εναι για μνα η ομορφι σου, Ελνη,
σα της Νικαας κει τα μπρκα τα παλι,
και πλει αργ και τρυφερ, μσα χαμνη
αν τους αινες, στο νερ το μυρωμνο,
προσκυνητ να μεταφρει αποσταμνο,
στο χοχλασμ του κματος γερμνο,
πσω στη μητρικ του ακρογιαλι.

Σε πλαγα απελπισις πολ θα τριγυρσω,
ως οι μποκλες σου οι ξανθς, η ψη αρχετυπικ,
και των Ναδων οι νεμοι, να με γυρσουν πσω,
στο Σθνος μου το Ρωμακ, στη Λμψη την Ελληνικ!

Ιδο λοιπν! Ανογει να παρθυρο λο φς
λαμπρ, κι εσ σαν γαλμα να στκεις μπρος,
κρατντας το αχτινο λυχνρι σου στο χρι!
Ψυχ! Ω Ψυχ! ποια Ιερ Γη κι αν σ' χει φρει!

       Στη Marie Louise (Shew) *

λοι σοι χαρονται πρω τη παρουσα σου
λοι σοι χουνε νυχτι την απουσα σου
Το χνρι απ' τον ουραν ψηλ που τους κοιτ
λιος ιερς, κενους που κλαιν', τους ευλογ
Για ελπδα, μαν ρα -μια ζω-, κι απ' λα πνω,
Για τη πστη, τη βαθι θαμμνη τους, ανσταση ξαν
Σε Αλθεια, σ' Αρετ, στον Κσμον λο, κνω,
Για σους χουν ξαπλωθε σ' απελπισις ξενη κλνη,
Σαν τοιμοι απ καιρ, να δουν το φως να σβνει,
Μιαν ικεσα "Γεννηθετω Φως" απλ, ψιθυριστ.

Μ' αυτ το λγο που εκπληρθηκε απαλ,
Στων Σεραφεμ τη λμψη των ματιν τους,
-Απ' σους που χρωστν τον εαυτ τους-
Η ευγνωμοσνη τους πλησιζει σε λατρεα,
-Θυμσου, ο πιο αληθινς- ο πιο θερμ αφοσιωμνος,
Και σκψου, αυτς ο λγος ο απλς, εναι γραμμνος
Απ αυτν, που τους τυλ, με τση μνεα,
Αυτς, οπο το πνεμα του με γγελο μιλ.

* Ενσω η οικογνεια Poe ζοσε στο Fordham της Ν. Υρκης, η κυρα Shew ξεκνησε να περιθλπει ως νοσοκμα ,τη σζυγο του Poe, τη Βιρτζνια κι αργτερα και τον διο, καθς τανε στενς φλος κι μπιστος. Εχε παντρευτε τον Joel Shew, αλλ πρε διαζγιο και παντρετηκε τον Rolad Stebbins Houghton το 1850.

                     Στο Ποτμι

Γλυκ ποτμι! στη φωτερ κρυστλλινη ροολα,
εσ' μβλημα της λαμπερς της ομορφδας,
-μια φωναχτ καρδι. Της παιγνιδιρικης μαγνδας
τχνη, μες στου γερο-Αλμπρτο τη κορολα.

Μα σαν το κμα σου κοιτ η καρδι μου,
ττε λυγ και τρμει σα κλαρκι.
Γιατ λοιπν το ομορφτερο ρυκι
σου, μοιζει να τη προσκυν βαθι μου;

Γιατ η καρδι μου μοια με το ρμα,

κρατει την εικνα της βαθι μου.
Καρδι που τρμει σαν αχνς, αλλοι μου,
σαν η ψυχ της με γυρεει με το βλμμα.

                        Η Λμνη

Στων νιτων μου την νοιξη ειχ την ευκαιρα
Στο μγα κσμο μας να βρω 'να μρος μαγικ
Κι αυτ π' αγπησα σαν 'τι μοναδικ,
τη μοναξι τη λατρευτ στην χθη γριας λμνης,
να 'μαι στο μαρο βρχο της και γρω μου τα πεκα.

Μα σαν η Νχτα ρριξε τα ππλα της τα μαρα,
εδ που βρσκομαι, μα και παντο στον κσμο
κι ο νεμος ψιθριζε στ' αυτι τη μελωδι του,
τ' γριο τραγοδι του με ξπνα τρομαγμνο
αχ! της μοναχικς μου γριας λμνης η φοβρα.

Κι μως τρομακτικ δεν τανε παρ,
το τρμουλο αυτ μια ηδονικ χαρ.
Μια ασθηση σα να 'μουν σε χρυσωρυχεο,
μπορε μου δεξει πληρσει να ορζω
-χι Αγπη- αν κι Αγπη της χαρζω.

Θνατος τανε σ' αυτ το κμα απ φαρμκι
και μες στον κλπο του ο τφος ταιριαστς
γι' αυτν που εκε παρηγορι ζητ για να 'χει
για τη μονχη φαντασα, στ' αλθεια ποις
μπορε Εδμ να κνει της μοναχικς ψυχς του,
αυτ τη σκοτειν και γρια λμνη!

               Νεραδοχρα

Θολς πεδιδες, γκρζες, μουλιασμνες
δση νεφελωμνα απ τη πχνη,
και που το σχμα τους να δομε δε μπορομε,
γιατ θολσαν στλες τη ματι μας
σαν δκρυα που στζουνε παντο:
Τερστια κρινα φεγγρια νωτισμνα 
Και πλι -και ξαν- κθε στιγμ της νχτας-
ατλειωτα αλλζουν θσεις κι ξω
κρατνε μακρυ το φως των στρων
με των ωχρν τους των προσπων τη χνο.

Σημανει δδεκα στο ρολογκι της σελνης.
Μια απ τις πιο θολς, φαι μεμβρνη
(αυτ που κπως, και κατ τη διαλογ,
εφνη να ν' η πιο σωστ θολ απ' λες)
μπανει στο κτω-κτω και πιο κτω,
με κντρο της στο στμμα της κορφς
ενς βουνο, κι η μεγλη περιφρει της
πφτει σαν απαλ κουρτνα πνω
απ' τα χωριoυδκια, τα δρομκια, πως λχει,
απ' το παρξενο δσος επνω
-κι απ της θλασσας τον πντο-
πνω κι απ' τις ψυχς, κι ευθς επνω,
απ κθε μισοκοιμισμνο πργμα,
και τα καλπτει απαλ κι ερμητικ
σε να δαδαλο φωτς και ττε,
πσο βαθος! -Ω, Θε μου πσο βθος,
κρατ στον πνο τους, το πθος.

Εγερονται καθς χαρζει το πρω,
κι η φεγγαρνια φορεσι τους
τινσσεται και σκζει στα ουρνια,
ψεκζοντας σταγνες της παντοθε,
-πως σχεδν στο κθετ-
σ' να κτρινο αλμπατρς.
Δεν χουνε πια τη σελνη
σαν διο σκπασμα πως πριν,
σαν μια σκην, σαν μια τντα,
που 'ν' χρηστη και περιττ:
Οι στλες, μως διασκορπνται
γοργ με ψεκασμ, απ' που,
σαν πεταλοδες απ τη Γη μας,
ζητονε τον Παρδεισο τους,
(ποτ τους ευχαριστημνες),
κι τσι τον ξαναβρσκουν πλι.
φρνοντας πλι να κομμτι, κτω
πα' στα παλλμενα φτερ τους.

            νειρο Μσα Σ' νειρο

Πρε τοτο το φλημα πα' στα γραμμνα φρδια
και καθς φεγω σε με λιγκι να σου πω.
Δε λθεψες πως κλησεν ολ' η ζω μου δια
σαν νειρο χωρς ιδιατερο σκοπ!

Ακμα κι αν η Ελπδα πταξε μακρι μου,
στ' ραμα στο τποτε, στη νχτα στη μρα,
τοτο λες να 'ν' η πιο τραν απλει μου;
νειρο μσα σ' νειρο... κι απ' σα ζομε πρα...

Κρατ μσα στη χοφτα μου κκκους ξανθος της μμου,
καταμεσς σε γριους θαλασσδαρτους γιαλος.
Τι λιγοστο! Πως ξεγλιστρον μες απ' τα δχτυλ μου;
Κι εγ ξεσπ σ' ατλειωτους... ατλειωτους λυγμος.

Κμα ανελητο με χτυπ, με θρυβο μεγλο.
Κι -ω Θε μου- δε μπορ μητ' νανε να σσω;
Αχ! λα σα ζσαμε, να τανε ωστσο,
νειρο μσα σ' νειρο, το να μσα στ' λλο;
                                                                         Ιολιος 2005
Μτφρ: μχρις εδ Πτροκλος

-------------------------------------------------------------

    Το Κορκι

Δδεκα δειχνεν η ρα,
μεσονχτι πως και τρα
κι μουν βυθισμνος ρα
σε βιβλα αλλοτιν,
ταν μες απ 'να θμπος
πνου να μου 'φανη σμπως,
ξω απ τη πρτα κποιος
να χτυποσε σιγαν.
"Επισκπτης", επα, "θα 'ναι και χτυπει σιγαν,
                                   τοτο θα 'ναι μοναχ
".


Α! θυμμαι 'πεφτε χινι
και του κρυο Δεκμβρη τνοι
σκοζαν μες στο παραγνι
και στοιχειναν τη φωτι.
Η νυχτι με στεναχρα
κι δικα ψαχνα τση ρα
να 'βρω τη γλυκει Λενρα
μες στ' αρχαα μου χαρτι.
Τη Λενρα που αγγλοι της κρατονε συντροφι
                                          και δικι μας ποτ πι.

Κθε θρισμα στο μετξι
της κουρτνας εχ' αλλξει
κι ρχονταν να με ταρξει
γριος φβος που τρυπ
κι λεγα, να πρω θρρος
και να διξω αυτ το βρος:
"Επισκπτης, δχως λλο,
θα 'ναι τοτος που χτυπ.
Κποιος νυχτοπαρωρτης, που για να 'μπει μου χτυπ,
                                             τοτο θα 'ναι μοναχ
".


Ξφνου ντρειωσ' η ψυχ μου
και παρ τη ταραχ μου:
-"Κριε", φναξα, " κυρα
συχωρστε μ' στω αργ.
Στα χαρτι μουν σκυμμνος
κι σως μισοκοιμισμνος,
δε σας κουσα ωρισμνως
να χτυπτε τσι αργ
".

Με τα λγια τοτα 'νογω τα πορτφυλλα γοργ.
                                         ξω νχτα μοναχ.

Το σκοτδι αυτ τρυπντας
μεινα κειδ απορντας,
κθε τσο ανασκιρτντας
μσα σ' νειρα αλγειν.
Κρτησε σιγ για ρα
κι ξαφνα απ' τα βθη τρα,
μια φων να λει: "Λενρα"
σα ν' ακοστηκε βραχν.
"Εγ φναξα: Λενρα! και τη φρνει ηχ ξαν.
                                      τσι θα 'ναι μοναχ
".


Μπκα στο δωμτιο πλι
μ' νω-κτω το κεφλι,
μα μες απ' αυτ τη ζλη,
δυνατν ακου χτυπι.
"Α! Στο παραθρι θα 'ναι",
λω ευθς, "και με ζητνε.
Ας ιδ τρα ποις να 'ναι,
φτνει το μυστριο πια.
Η καρδι μου δεν αντχει, φτνει το μυστριο πια.
                                        θα 'ν' αγρας μοναχ
".


Ττε τα παντζορια ανογω,
μως μια κραυγ μου πνγω,
καθς βλπω 'να κορκι
μες στο δμα να περν.
Η ευγνεια δε το νοιζει
κι οτε που με λογαριζει,
μα γαντζνει στο περβζι
της εσπορτας, στερν.
Και γαντζνει και κουρνιζει στη μαρμρινη Αθην
                                            και κοιτζει μοναχ.

Πς ανπνευσα στ' αλθεια!
και γελντας απ' τα στθεια,
λω απ παλι συνθεια,
στ' ρνιο με τη κρυ ματι:
-"Κι αν σου κψαν το λοφο
κι αν σ' αφκαν τσι αστεο,
μαυροπολι, λλως θεο,
που πλανισαι στη νυχτι,
ποι 'ναι τχα τ' νομ σου μες στην ραχνη νυχτι
";

                                        Και μου λει: -"Ποτ πια"!

Τρμαξα στ' αλθεια μου ντας
μου δευτρωσε μιλντας.
"Δχως λλο", επα σκιρτντας,
"τοτο ξρει μοναχ.
Κποιος πρην κρις του,
θα 'κλαψε πολ. Ο καημς του
σως να 'γινε δικς του
και για τοτο αγκομαχ.
Του απμεινε στη σκψη κι εναι σα να ξεψυχ,
                               λγοντς μου
: Ποτ πι"!


Και τη θλψη μου ξεχνντας,
στρεψα σ' αυτ γελντας,
τη καρκλα μου τραβντας
στο κορκι αντικρυν.
Μα στο κθισμ μου πνω,
χλιες τσες σκψεις κνω
και στο νου μου τρα βνω,
για ποι λγο αληθιν,
σα μιαν επωδ μακβρια, να μου λει λο ξαν,
                                  το κορκι; -"Ποτ πια"!

Γρφος θα 'ν' ανιγμ του
κι σως μνυμα θαντου
και κοιτντας τη ματι του,
που τρυποσε τη καρδι,
γρνω ωραα το κεφλι,
στο δικ της προσκεφλι,
που αντιφεγγοσε πλι
σα και ττε μια βραδι,
με το βιολετ βελοδο, σα και ττε μια βραδι
                               και που δε θ' αγγξει πια!

Ξφνου να 'νιωσα μου 'φνη
γρω μου κρατο λιβνι
και πλημμρα να μου φτνει
νφι η θεα του καπνι.
-"'Αθλιε!" φναξα, "στοχσου,
που Θες στλνει κοντ σου
γγελους να σου σταλσσου'
νηπενθς για λησμονι.
Πις το, ω! πις το, τη Λενρα, να ξεχσεις μ' απονι
".

                                          Και μου λει: -"Ποτ πια"!

-"Α! Προφτη", κρζω, "ωιμνα!
κι αν του Δαμονα 'σαι γννα
κι αν ο Πειρασμς σε μνα,
σ' στειλ' απ' τη γης βαθι.
Κι αν σε τπο ρημαγμνο
σ' χει ρξει απελπισμνο,
σ' να σπτι στοιχειωμνο,
με σκις και με ξωθι,
θα 'βρω στη Γαλαδ, ω! πσμου, θα 'βρω κει παρηγορι
";

                                             Και μου λει: -"Ποτ πια"!

-"Α! Προφτη, ανλιαγο ρνιο
κι αν πουλ 'σαι κι αν τελνιο,
απ' το σκτος σου το αινιο
κι απ' τη κρα σου νεφι,
πσμου, στης Εδμ τα δση,
θα 'βρει ο νους μου ν' αγκαλισει,
μια παρθνα που 'χει αγισει
κι χει αγγλους συντροφι;
Μιαν ολλαμπρη παρθνα, που 'χει αγγλους συντροφι
";
                                             Και μου λει: -"Ποτ πια"!

-"Φγε στ' γρια σου τα μρη,
ρνιο φντασμα! Ποις ξρει
αν αυτ που σ' χει φρει,
δε σε καταπιε ξαν
κι οτ' να μικρ φτερ σου
να μη μενει 'δω δικ σου
!"
φναξα, "και το φευγι σου
να χαθε στα σκοτειν.
Πρε και το κρξιμ σου, πρ' απ την Αθην
"!
                               Και μου λει: -"Ποτ πια"!

Κι απ ττε 'κει δεμνο,
το κορκι καθισμνο.
Μνει πντα κουρνιασμνο,
στη μαρμρινη Θε.
Κι η ματι του, πως κοιτζει,
με ματι δαιμνου μοιζει
κι η νυχτι που το σκεπζει,
του στοιχεινει τη σκι.
Α! η ψυχ μου δε θα φγει απ' αυτνε τη σκι.
                                   Δε θα φγει ποτ πια!

μετ. Γιννης Β. Ιωαννδης

         νναμπελ Λη

Χρνια πολλ περσαν απ ττε,
       σ' να βασλειο δπλα στο γιαλ,
που κποια κρη ζοσε, τ' νομ της
       νναμπελ Λη, θα το 'χετ' ακουστ.
Κι η κρη αυτ μονχην εχε σκψη
       να μ' αγαπ και να την αγαπ.

μαστ' ακμα δυο μικρ παιδκια,
       σ' να βασλειο δπλα στο γιαλ:
Μα ταν τραν η αγπη που αγαπιμαστε-
       η νναμπελ Λη κι εγ. Στον ουραν
τα φτερωμνα Σεραφεμ, που μας ζηλεανε,
       μας κοταζαν με μτι φθονερ.

Κι ταν γι' αυτ -περσανε πια χρνια-
       που στο βασλειο δπλα στο γιαλ,
κατβηκε απ' τα νφη στην ωραα μου
       νναμπελ Λη, ψυχρ, θανατερ
τ' αγρι κι οι μεγλοι συγγενδες της
       τη πραν και μ' αφσαν μοναχ,
σ' να μνημορι μσα να τη κλεσουνε
       στη χρα τοτη δπλα στο γιαλ.

Οι γγελοι που δεν εχαν τη δικ μας
       την ευτυχα, ζηλψαν και γι' αυτ-
Ναι! Και γι' αυτ (καθς το ξρουν λοι
       μες στο βασλειο δπλα στο γιαλ),
Τ' αγρι απ τα νφη κποια νχτα
       κατβηκε ψυχρ, θανατερ
και μ' ρπαξε τον ριο θησαυρ.

Κι απ των πιο σοφν και πιο μεγλων
       η αγπη μας τραντερη πολ-
κι οτ' οι αγγλοι πνω στα ουρνια
       κι ουτ' οι δαιμνοι κτω απ' το βαθ
Ωκεαν μπορονε τη ψυχ μου
       να τη χωρσουν διλου απ' τη ψυχ
της ωραας μου νναμπελ Λη.

Γιατ ποτ δε βγανει το φεγγρι
       χωρς ονερατα γλυκ να μου κρατε
της ωραας μου νναμπελ Λη.
       Και πντα, ταν προβλλουνε τ' αστρια,
νιθω και πλι τη ματι τη λαμπερ
       της ωραας μου νναμπελ Λη.
Κι λη τη νχτα δπλα μου τη νιθω,
       συντρφισσα μου, αγπη μου ακριβ
μσα στον τφο δπλα στην ακτ
       που του πελου το κμα αντιλαλε.

Μετ:
Κ. Παπαδκης


 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers