-


Dali &








-

/




 
 

 

Poe Edgar Allan: ...

 

         ντγκαρ 'Αλαν Πε

                                              Βιογραφικ

     Η προσωπικ τραγωδα ταν, δυστυχς, μια επαναλαμβανμενη κατσταση σ' ολκληρη τη διρκεια της ζως του. Γεννημνος στη Βοστνη το 1809 απ γονες ηθοποιος, ποτ δε γνρισε τον πατρα του Ντιβιντ Πε, που εγκατλειψε τη μητρα του κι εξαφανστηκε λγο μετ τη γννηση του, για να πεθνει στη Βιρτζνια το 1810. Η μητρα του, που υπφερε απ φυματωση, πθανε στο Ρτζμοντ της Βιρτζνια τον Δεκμβρη του 1811, αφνοντας ορφανος τον ντγκαρ, το μεγαλτερο αδελφ του Ουλιαμ-Χνρι και την ετεροθαλ αδελφ τους Ροζαλ.
     Η κυρα Φρνσις 'Αλαν απ το Ρτζμοντ πεισε τον πλοσιο μπορο σζυγ της Τζον να πρει στο σπτι τους τον μικρ. ταν στο σπτι τους που μεγλωσε, κι εκε δχτηκε και τις πρτες επιρρος του, που ταν ιστορες σκλβων και παραμθια ειπωμνα απ καροτσρηδες κι μπορους της θλασσας. Οι νεκρο κι οι ετοιμοθνατοι πντα ριζαν την ψυχοσνθεση του. Σμφωνα μλιστα με μια ιστορα, ταν ταν 6 χρνων, κποια μρα καθς περνοσε απ το τοπικ νεκροταφεο νιωσε να «καταλαμβνεται απ τον τρμο», καθς ταν σγουρος τι τα πνεματα των απθαντων θα τον κυνηγοσαν.
     Το 1815, η οικογνεια πγε στη Σκοτα και την Αγγλα, που ζησαν για 5 χρνια. Οι εμπειρες απ το σχολεο προσθεσαν ακμη περισστερες επιδρσεις στη ζω του. Επιστρφοντας στο Ρτζμοντ κι εν βρισκταν στα πρτα χρνια της εφηβεας, ρχισε να γρφει ποηση σε τακτικ χρονικ διαστματα. Λγο μετ συνντησε και τον ρωτα στο πρσωπο ενς κοριτσιο που κουγε στο νομα Ελμρα, με την οποα και συνψε δεσμ. Το 1826 τον στειλαν στο πανεπιστμιο της Βιρτζνια για να σπουδσει νομικ. Ο πλοσιος πατρις του, με τον οποο πντα εχε μια τρικιμιδη σχση, του δωσε 100 δολρια για να καλψει τα χρονιαα του ξοδα, τα οποα ξεπερνοσαν τα 450 δολρια. Κτω απ' αυτς τις συνθκες ο νεαρς ποιητς σντομα βρθηκε χρεωμνος κι ρχισε να παζει χαρτι για να καλψει τις ζημις του. Και σαν να μην φταναν αυτ, τα γρμματα της Ελμρα προς αυτν υποκλπτονταν κι απ τους γονες της κι απ τους δικος του, με αποτλεσμα η κοπλα που δεν πρε τις απαντσεις που περμενε, στε να πειστε ν' αρραβωνιαστε κποιον λλο. Μετ απ' αυτ, ο ντγκαρ το 'ριξε στο ποτ. Οι αντιστσεις του στο αλκολ ωστσο ταν αδνατες και πολ εκολα γινταν βαιος και παρανοκς ταν πινε πολ.
     Μχρι το τλος του χρνου, ο 'Αλαν τον βγαλε απ το πανεπιστμιο. Μετ απ φοβερος καυγδες με τον πατρι του ο ποιητς εγκατλειψε το σπτι και κατευθνθηκε προς τη Βοστνη. Το 1827 εξδωσε το πρτο του βιβλιαρκι με ττλο, "Ο Ταμερλνος &'Αλλα Ποιματα". Η φτχεια, τον διο χρνο, τον οδηγε στην απεγνωσμνη λση της στρτευσης. Κατατσσεται στα 18 του χρνια σαν ντγκαρ Α. Πρι, αναφροντας στην ατησ του πως εναι 22 χρνων. Το 1829, μετ το θνατο της αγαπητς του μητρις, κνει ατηση για εγγραφ στην στρατιωτικ ακαδημα του West Point, χοντας την υποστριξη του πατριο του, αλλ και κποιου αξιωματικο.
     Με το που βρθηκε, μως, στο West Point το 1830, βολιαξε πλι στα χρη. μοιαζε επσης να μη του ταιριζει το κλμα κει. ταν μεγαλτερος απ τους λλους φοιτητς, πιο μορφωμνος και σωματικ πιο αδνατος. Εν βρισκταν στην ακαδημα, μελτησε τους ρομαντικος ποιητς: Byron, Shelley, Keats, Wordsworth και Coleridge κι φησε να διαδοθε η φμη τι ταν εγγονς του Μπνετικτ 'Αρνολντ. χοντας βαρεθε το West Point ως τις αρχς του 1831, αποφσισε να παραμελε τα καθκοντ του για να τον διξουνε. Το Γενρη πρασε στρατοδικεο για διφορα παραπτματα. Μετ την απλυσ του, κατληξε να ζει στη Βαλτιμρη με την αδελφ του πατρα του Μαρα Κλεμ (θεα Μτι) και τη κρη της Βιργινα.
     Εκε, ρχισε να γρφει πεζ κεμενα κι θελε να υποβλει σε διφορους διαγωνισμος διηγημτων. Την δια περοδο, στα 1832, ανακλυψε και το πιο, να συνηθισμνο φρμακο της εποχς, που τανε διεγερτικ κι εχε την ικαντητα να εξουδετερνει πενα και κρο και να επεκτενει την ασθηση του χρνου. Στη διρκεια κενου του καλοκαιριο εχε δεθε ερωτικ με τη Μαρη Ντβερο, αλλ ο δεσμς αυτς δεν κρτησε πολ, λγω της τρομακτικς συμπεριφορς που παρουσαζε κθε φορ, που βρισκταν υπ την επιρρο αλκολ  ναρκωτικν. Το 1833 κρδισε να λογοτεχνικ βραβεο αξας 50 δολαρων απ μιαν εφημερδα της Βαλτιμρης για την ιστορα του, "Μνυμα Στο Μπουκλι". Αυτ του φερε πρτη σημαντικ αναγνριση και φμη τους τοπικος λογοτεχνικος κκλους.
     Ο Τζον 'Αλαν πθανε το 1834, αλλ δεν φησε κτι αξας απ την περιουσα του στο θετ γιο που ποτ δεν υιοθτησε, που σντομα πρσθεσε και τη λψη λβδανου στις κακς του συνθειες. Το 1835 επστρεψε στο Ρτζμοντ για να δουλψει σαν συντκτης στη Southern Literary Messenger. Ττε ταν που παντρετηκε και τη 13χρονη ξαδρφη του Βιργινα, πρτα σε κρυφ τελετ και μετ σε δημσια, που στο πιστοποιητικ της αναφερταν τι το κορτσι ταν 21 χρνων. Μετ απ διφορες μετακομσεις και δουλεις η μικρ οικογνεια των ντγκαρ, Βιργινας και Μτι, κατληξε στη Φιλαδλφεια, που ο ποιητς πιασε δουλει στο Burton's Gentleman's Magazine. τανε στη διρκεια κενης της περιδου που γραψε μερικς απ τις πιο γνωστς ιστορες τρμου κι υπερφυσικο. Ττε ρχισε να εκκολπτεται μσα του η ιδα να ξεκινσει κποιο δικ του περιοδικ, το The Penn Magazine, το οποο αργτερα μετονομστηκε σε, The Stylus.
      Στη διρκεια ενς δεπνου, το Γενρη του 1842, εν η Βιργινα παιζεν ρπα και τραγουδοσε, ξαφνικ κπηκε η ανσα της κι ρχισε να βχει δυνατ. Βγκε αμα απ το στμα της, λερνοντας το λευκ φρεμα. Αυτ το γεγονς επιβεβαωσε κενο που φοβταν απ καιρ: τι υπφερε απ τη μυστηριδη ασθνεια της φυματωσης που του 'χεν δη στερσει μητρα και πατρα. Η ανακλυψη αυτ τον ριξε με πθος στο ποτ. Στη διρκεια του καλοκαιριο του 1842 κι εν η θεα Μτι κρατοσε το σπιτικ πως μποροσε, ακμη και δεχμενη ελεημοσνη, η κατσταση της Βιργινας υποτροπασε. Ο Πε αναζτησε τη νιπαντρη Μαρη Ντβερο στη Να Υρκη. Περμενε ξω απ τη πρτα της μχρι να γυρσει σπτι και με το που την εδε τη κατηγρησε τι δεν αγαποσε τον ντρα της. Μετ απ λγες μρες, τονε βρκαν να περιπλανιται στο δσος, βρμικος κι αναμαλλιασμνος.
      Λγο καιρ μετ μπκε σ' εφαρμογ να σχδιο για να βρεθε υποστριξη για το σχεδιαζμενο περιοδικ του, μσω πολιτικν επαφν. Οι προσπθεις του στη Φιλαδλφεια απτυχαν, αλλ το 1943 τον προσκλεσαν για να δσει μια διλεξη στην Ουσιγκτον και να συναντηθε με τον πρεδρο στο Λευκ Οκο. Αυτ ταν η πιο σημαντικ ευκαιρα που 'χε ποτ για να κνει καλ εντπωση και ν' αποκτσει χρσιμους συμμχους. Αλλ, λγες μλις μρες μετ την φιξ του, πεστηκε να πιει ποτ στη διρκεια ενς δεπνου. Αυτ οδγησε σ' ακμη περισστερο ποτ. Τελικ, η διλεξ του ακυρθηκε κι ταν παρουσιστηκε στο Λευκ Οκο, ταν μεθυσμνος και ρεζιλετηκε. Μ' λες τις ελπδες για στριξη στο περιοδικ του κατεστραμμνες, επστρεψε στη Φιλαδλφεια.
     Παρακολουθντας τη Βιργινα ν' αργοπεθανει αυξθηκαν οι τσεις του γι' αυτοκαταστροφ. Στο ποημ του "Το Σκουλκι Κατακτητς" (The Conqueror Worm), που γρφτηκε στη διρκεια αυτς της σκοτεινς περιδου, προβλει την εικνα ενς καταστροφικο σκουληκιο κμπιας και την αποσνθεση της ανθρωπτητας. Αν κι απκτησε αναγνριση στους λογοτεχνικος κκλους, τποτα δε θα μποροσε να συγκριθε με τη φμη που απκτησε με το που κδοσε το 1845 το ποημα, "Το Κορκι". Το ποημα αυτ γινε μια εθνικ ψχωση μσα σε λγες βδομδες κι ανατυπθηκε σ' εφημερδες και περιοδικ σ' ολκερη τη χρα, αλλ λγω του τι ττε δεν υπρχε προστασα των πνευματικν δικαιωμτων, λες αυτς οι ανατυπσεις δε του απφεραν οτε σεντ. Συνχισε να ζει στην αινια φτχεια του.
     Στο μεταξ η κατσταση της Βιργινας συνχισε να χειροτερεει και το Γενρη του 1847, στην ηλικα των 25 υπκυψε στο μοιραο. Το 1848, ο ντγκαρ αρραβωνιστηκε τη Σρα-λεν Ουτμαν, αλλ ο γμος αναβλθηκε 2 μρες πριν τη τλεσ του, καθς ο Πε, που 'χεν υποσχεθε να κψει το ποτ, εντοπστηκε να πνει. Κτω απ' αυτς τις συνθκες επστρεψε στο Ρτζμοντ που συνντησε τον ρωτα της πρτης του νιτης την Ελμρα, την οποα αρραβωνιστηκε. Ο γμος ορστηκε για τις 17 Οκτβρη 1849.
     Τον Σεπτμβρη αναχρησε για να συναντσει κποιους φλους και συγγενες και να φροντσει κποιες δουλεις, ταξιδεοντας προς τη Να Υρκη μσω Βαλτιμρης και Φιλαδλφειας. Δεν τα κατφερε να πει πιο πρα απ τη Βαλτιμρη. φτασε εκε μεθυσμνος κι εξαφανστηκε για 5 μρες. ταν, τελικ, τον βρκανε βρισκτανε σε παραλρημα. Τον οδγησαν στο νοσοκομεο που κρατθηκε με το ζρι στη ζω για λγες ακμη μρες. Πθανε τη Κυριακ 7 Οκτβρη 1849, σ' ηλικα 40 ετν μλις. Τα τελευταα του λγια ταν: «Κριε βοθα τη φτωχ μου ψυχ». Σαν να μυστηριδες υστεργραφο στη ζω του. Κποιος αννυμος επισκπτης παρνει τρα κκκινα τριαντφυλλα και να μπουκλι κονικ στον τφο του, στη Westminster Church της Βαλτιμρης, στην επτειο των γενεθλων του συγγραφα κθε χρνο, απ το 1949
.

                                    Τοτο εναι γραμμνο απ το Λκη Φουρουκλ

---------------------------------------------------------------------------------------------

              H Koιμωμνη

Κποια μεσνυχτα του μνα Αλωνρη
στθηκα κτω απ 'να μυστικ φεγγρι.
Απ' το χρυσ χειλκι της χνιζεν απαλς
και δροσερς του οπου ο καπνς
και στλαζε απαλ, στλα τη στλα
στην συχη ψηλ βουνοκορφ,
και νυσταγμνα σκαρπετει με μουσικ,
σε μια τερστια συμπαντικ κοιλδα.

Σειται το δενδρολβανο στο μνμα,
Λυγ το κρνο το λευκ πνω στο κμα,
Ομχλη τλιξε γλυκ τα δυο της στθη
λεθρος που μεταγυρν σ' ανπαυσ της,
Bλπεις! η λμνη, -ακριβς πως η Λθη-
σε ναν πνο ξυπνητ χει ξακρσει
και τποτα στο κσμο δε θα τη ξυπνσει.
Πεντμορφη κοιμται! Κι εγ μαζ της!
που και κεται με τις μορες της, η Ειρνη.

Ω λαμπερ κυρ, στη νχτα εναι σωστ,
το παραθρι αυτ να μενει ανοιχτ;
Oι φαλες αρες, απ' των δντρων τις κορφς
περνον το πλγμα των κλαδιν γελαστς,
Oι στατοι νεμοι, του μγου η κρυψνα,
φτεροκοπνε μσα-ξω σου μες στον κοιτνα
και σειε της κλνης σου το θλο, στα γερ
φουσκνοντας του τη κουρτνα, ζοφερ,
Πν' απ' το κροσσωτ καπκι το κλεισμνο
που κετεται τ' υλο σμα σου κρυμμνο,
εκε πνω απ' το πτωμα κι απ τον τοχο κτω
σαν τα φαντσματα, σκις πλανιονται πνω-κτω!

Ω γλυκει κυρ μου, τχα δε φοβσαι;
Γιατ, και τ τχα εδ να συλλογσαι;
Σγουρα θα 'ρθες απ πντους μακρινος
Θαμα σ' αυτ τα κυπαρσσια, που δε βζει ο νους.
Παρξενο το ροχο σου, παρξενα χλωμ!
Παρξενη η μακρι κοτσδα σου, κι απ' λα πιο πολ,
ετοτη η θανσιμα πανσχυρη σιωπ.

Η κυρ κοιμται. Αχ! Μπορε να κοιμηθε
σε πνο, ατλειωτο, ατραχτο, βαθ!
Οι Ουρανο τηνε φυλν σε κρπτην ιερ!
Αυτ η σκπη λλαξε σε λλη βλογημνη
κι η κλνη της σε μελαγχολικ!
Στο Θε προσεχομαι να εναι πλαγιασμνη
με σφαλιχτ τα δυο της μτια, να μη δουν,
ταν τα ζοφερ, χλωμ φαντσματα περνον.

Η αγπη μου κοιμται. Εθε να κοιμηθε
σ' αυτ τον πνο τον αινιο και βαθ!
Θα προυν το κορμ της σκουλκια ευγενικ!
Πρα μακρυ, στο δσο, χωμτινη, παλι
για κενην να γενε μια υψηλ φωλι,
μια φωλι που μαρα φρεσε συχν
με φτερωτ φατνματα, θριαμβικ πετ
πνω απ' τ' λλα μνματα τα οικογενειακ.

Κποιο κιβορι, μοναχικ και μακριν
κντρα στις πλες αυτς που 'χει διαβε
ντας παιδ, πολλ πλκα λευκ
να κλειε με αυτ τον κρτο σαν ηχ
φρκη να το σκεφτες κι οριστικ
δε θ' ακοστε απ σνανε ξαν,
και μη σκιαχτες, φτωχ της αμαρτας παιδ!
εν' οι λυγμο που βγνουν οι νεκρο.

         Νεραδοχρα

Θολς πεδιδες, γκρζες, μουλιασμνες
δση νεφελωμνα απ τη πχνη,
και που το σχμα τους να δομε δε μπορομε,
γιατ θολσαν στλες τη ματι μας
σαν δκρυα που στζουνε παντο:
Τερστια κρινα φεγγρια νωτισμνα 
Και πλι -και ξαν- κθε στιγμ της νχτας-
ατλειωτα αλλζουν θσεις κι ξω
κρατνε μακρυ το φως των στρων
με των ωχρν τους των προσπων τη χνο.

Σημανει δδεκα στο ρολογκι της σελνης.
Μια απ τις πιο θολς, φαι μεμβρνη
(αυτ που κπως, και κατ τη διαλογ,
εφνη να ν' η πιο σωστ θολ απ' λες)
μπανει στο κτω-κτω και πιο κτω,
με κντρο της στο στμμα της κορφς
ενς βουνο, κι η μεγλη περιφρει της
πφτει σαν απαλ κουρτνα πνω
απ' τα χωριoυδκια, τα δρομκια, πως λχει,
απ' το παρξενο δσος επνω
-κι απ της θλασσας τον πντο-
πνω κι απ' τις ψυχς, κι ευθς επνω,
απ κθε μισοκοιμισμνο πργμα,
και τα καλπτει απαλ κι ερμητικ
σε να δαδαλο φωτς και ττε,
πσο βαθος! -Ω, Θε μου πσο βθος,
κρατ στον πνο τους, το πθος.

Εγερονται καθς χαρζει το πρω,
κι η φεγγαρνια φορεσι τους
τινσσεται και σκζει στα ουρνια,
ψεκζοντας σταγνες της παντοθε,
-πως σχεδν στο κθετ-
σ' να κτρινο αλμπατρς.
Δεν χουνε πια τη σελνη
σαν διο σκπασμα πως πριν,
σαν μια σκην, σαν μια τντα,
που 'ν' χρηστη και περιττ:
Οι στλες, μως διασκορπνται
γοργ με ψεκασμ, απ' που,
σαν πεταλοδες απ τη Γη μας,
ζητονε τον Παρδεισο τους,
(ποτ τους ευχαριστημνες),
κι τσι τον ξαναβρσκουν πλι.
φρνοντας πλι να κομμτι, κτω
πα' στα παλλμενα φτερ τους.

                  νειρο Μσα Σ' νειρο

Πρε τοτο το φλημα πα' στα γραμμνα φρδια
και καθς φεγω σε με λιγκι να σου πω.
Δε λθεψες πως κλησεν ολ' η ζω μου δια
σαν νειρο χωρς ιδιατερο σκοπ!

Ακμα κι αν η Ελπδα πταξε μακρι μου,
στ' ραμα στο τποτε, στη νχτα στη μρα,
τοτο λες να 'ν' η πιο τραν απλει μου;
νειρο μσα σ' νειρο... κι απ' σα ζομε πρα...

Κρατ μσα στη χοφτα μου κκκους ξανθος της μμου,
καταμεσς σε γριους θαλασσδαρτους γιαλος.
Τι λιγοστο! Πως ξεγλιστρον μες απ' τα δχτυλ μου;
Κι εγ ξεσπ σ' ατλειωτους... ατλειωτους λυγμος.

Κμα ανελητο με χτυπ, με θρυβο μεγλο.
Κι -ω Θε μου- δε μπορ μητ' νανε να σσω;
Αχ! λα σα ζσαμε, να τανε ωστσο,
νειρο μσα σ' νειρο, το να μσα στ' λλο;
                                                                         Ιολιος 2005

                        Το Κορκι

Κποια φορ, μεσνυχτα, εν εμελετοσα
κατκοπος κι αδναμος να παλι βιβλο
μιας επιστμης γνωστης, κουσα να κρτο
σα να χτυποσε σιγαν κανες στη ξπορτ μου.
"Καννας ξνος", σκφτηκα "οπο χτυπ τη πρτα,
                           τοτο θα εναι μοναχ και χι τποτ' λλο
".

Θυμμαι ταν στον ψυχρ και παγερ Δεκμβρη
και κθε λμψη της φωτις σα φντασμα φαινταν.
Ποθοσα το ξημρωμα, μταια προσπαθοσα
να δσει με παρηγορα στη λπη το βιβλο,
για τη γλυκι Ελεονρα μου, την μορφη τη κρη
πως οι αγγλοι τη καλον, εν εδ δεν χει
                                                       για πντα οτε νομα.

Και τ' αλαφρ μουρμουρητ που κναν οι κουρτνες
με γγιζε, με γμιζε με τρμους φανταχτος,
και για να πψει τ' γριο το χτπημα η καρδι μου
σηκθηκα φωνζοντας: "Θα εναι κποιος ξνος
που ζητ να κοιμηθε δω στη κμαρ μου
                          αυτ θα εναι μοναχ και περισστερο χι
".

Τρα μου φνηκε η ψυχ πιο δυνατ για τοτο,
"Κριε" επα, " Κυρ, ζητ να συγχωρεστε,
γιατ εγ ενσταζα κι ο κρτος ταν λγος,
συχος, που δεν κουσα εν χτυπ η πρτα
"
κι νοιξα στους αγρηδες ορθνοιχτη τη πρτα
                       σκοτδι ταν γρω μου και χι τποτ' λλο.

Μες στο σκοτδι στθηκα ρα πολλ μονχος,
γεμτος τρμους κι νειρα που πρτη φορ ττε
η λυπημνη μου ψυχ στα βθη της επρε,
μα η σιγ ταν σωστη και το σκοτδι μαρο
κι "Ελεονρα" μοναχ ακογονταν η ηχ
απ τη λξη που 'βγαινε απ' τα ανοιχτ μου χελη.
                              Αυτ μονχα τανε και χι τποτ' λλο.

Γυρζοντας στη κμαρα με μια καρδι λο φλγα,
κουσα πλι να χτυπον πιο δυνατ απ πρτα.
"Σγουρα κποιος θα χτυπ απ το παραθρι,
ας πω να δω κι ας λσω πια ετοτο το μυστριο,
ας ησυχσει η μαρη μου καρδι και θα το λσω,
                             θα εναι οι αγρηδες και χι τποτ' λλο.

'Ανοιξα το παρθυρο κι να κορκι μαρο
με σχμα μεγαλπρεπο στη κμαρα μου μπκε
και χωρς διλου να σταθε ν' αμφιβλλει λγο,
επγε και εκθισε στη πτρινη Παλλδα
απνω απ τη πρτα μου, γιομτο σοβαρτη.
                           Κουνθηκεν, εκθισε και χι τποτ' λλο.

Το εβενχρωμο πουλ που σοβαρ καθταν
τη λυπημνη μου ψυχ κανε να γελσει.
"Χωρς λοφο", ρτησα, "κι αν εν' η κεφαλ σου
δεν εσαι κνας νανδρος, αρχακ κορκι,
που κατοικες στις πνθιμες ακρογιαλις της Νχτας;
Στ' νομα της Πλουτωνικς της Νχτας, τ' νομ σου
!"
                Και το κορκι απντησε: "Ποτ απ 'δω και πια".

Ξεπλγηκα σαν κουσα το χαρο πουλ
ν' ακοει τσον εκολα τα σα το ρωτοσα
αν κι η μικρ απντηση που μου 'δωσε δεν ταν
καθλου ικανοποιητικ στα σα του πρωτπα,
γιατ ποτ δεν τυχε να δεις μες στη ζω σου
να πουλ να κθεται σε προτομ γλυμμνη
απνω απ τη πρτα σου να λει:
                                                                         "Ποτ πια".

Μα το Κορκι απ κει που ταν καθισμνο
δεν επε λλη λξη πια σα να 'ταν η ψυχ του
απ τις λξεις: "Ποτ πια", γεμτη απ καιρ.
Ακνητο καθτανε, χωρς να φτερ του
να κινηθε σαν ρχιζα να ψιθυρζω αυτ:
"Τσοι μου φλοι φγανε ως και αυτς οι Ελπδες
κι ταν θε να 'ρθει το πρω κι εσ θε να μου φγεις".
                   Μα το πουλ απντησε: "Ποτ απ δω και πια".

Ετρμαξα στη γργορη απντηση που μου 'πε
πντα εκε ακνητο στη προτομν απνω.
"Σγουρα" σκφτηκα, "αυτ που λει και ξαναλει
θα εναι ,τι μαθε απ τον κρι του
που αμελικτη η καταστροφ θα του κοψ' το τραγοδι
που θα 'λεγεν ολημερς και του 'καμε να λει
λυπητερ το
"Ποτ πια" για τη χαμνη ελπδα".

Μα η θα του ξωτικο πουλιο μ' φερε γλιο
κι αρπζοντας το κθισμα εκθισα μπροστ του
και βυθισμνος σ' νειρα προσπθησα να βρω
τι λει με τη φρση αυτ, το μαρο το Κορκι,
το χαρο, τ' απασιο, ο τρμος των ανθρπων,
σαν λεγε τις θλιβερς τις λξεις:
                                                                        "Ποτ Πια!".

Κι τσι ακνητος βαθι σε μαρες σκψεις μπκα
χωρς μια λξη μοναχ να πω εις το Κορκι
που τα λο φλγα μτια του μες στη καρδι με καγαν.
τσι σκεφτμουν χοντας στο βελουδνιο μρος
του παλαιο καθσματος γερμνο το κεφλι,
στο μρος που το χδευαν η λμψη της καντλας,
εκε που η αγπη μου δε θ' ακουμπσει
                                                                                    πια!

Ττε ο αγρας φνηκε σα να 'ταν μυρωμνος
απ 'να θυμιατριο αρατο που αγγλοι
και Σεραφεμ το κοναγαν και τ' αλαφρ τους πδια
ακογονταν στο μαλακ χαλ της κμαρς μου.
"Ναυαγισμνε" φναξα, "αναβολ σου στλνει
με τους αγγλους, ο Θες και μαρη λησμοσνη
για τη χαμνη αγπη σου την μορφη Λεονρα.
Πιες απ' το μαρο το πιοτ της Λθης και λησμνα
εκενην που χθηκε
". Και το Κορκι επε:
                                                       "Ποτ απ δω και πια!".

Επα: "Προφτη των κακν, ετε πουλ ετε δαμων
ετε του μαρου πειρασμο αποσταλμνε συ
ετε στης γριας θελλας το μνιασμα χαμνε,
αλλ' φοβε, στον κσμο αυτπου κατοικε ο Τρμος,
πες μου με ειλικρνεια, υπρχει δω στον κσμο
της λπης καν βλσαμο που δνει η Ιουδαα;
Πες μου!
", μα κενο απντησε:
                                                       "Ποτ απ δω και πια!".

"Προφτη", επα, "δαμονα, της Συφορς πουλ,
Προφτης μως πντοτε, στον Ουραν σ' ορκζω,
που απλνεται απ πνω μας παρηγορτρα αψδα,
εις του Θεο το νομα που οι δυο μας τον λατρεουν,
πες μου αν στον Παρδεισο θε ν' αγκαλισω κενη,
εκενη που οι γγελοι τη λεν Ελεονρα
";
Και το κορκι απντησε:
                                                       "Ποτ απ δω και πια!".

"Ας γν' η μαρη φρση σου το σνθημα να φγεις",
εφναξα αγριωπς πηδντας κει μπροστ του.
"Πγαινε πλι να χαθες στην γρια καταιγδα
γρνα στις ακρογιαλις της Πλουτωνεου Νχτας
οτ' να μαρο σου φτερ δε θλω δω ν' αφσεις
ενθμηση της φρσης σου της ψετικης και πλνας
βγλ' απ' τη δλια μου καρδι το ρμφος που 'χεις μπξει
και σρε τη φανταστικ μορφ σου στα σκοτδια
!"
Και το Κορκι απντησε:
                                                       "Ποτ απ δω και πια!".

Και το Κορκι ακνητο στη προτομ λο μνει,
στης Αθηνς τη προτομ απνω απ τη πρτα
και τ' αγριωπ τα μτια του σα του Διαβλου μοιζουν
ταν μονχος σκφτεται. Και το θαμπ λυχνρι
ρχνει σκια στο πτωμα σαν πφτει στο Κορκι.
Και η ψυχ μου ανμπορη δε θα μπορσει πια
να βγει απ' τον αμφβολο τον κκλο της Σκις
που φανεται στο πτωμα.
                                                       Ποτ απ δω και πια!
                                                                       Μετφραση: Κστας Ουρνης

       Το Κορκι

Δδεκα δειχνεν η ρα,
μεσονχτι πως και τρα
κι μουν βυθισμνος ρα
σε βιβλα αλλοτιν,
ταν μες απ 'να θμπος
πνου να μου 'φανη σμπως,
ξω απ τη πρτα κποιος
να χτυποσε σιγαν.
"Επισκπτης", επα, "θα 'ναι και χτυπει σιγαν,
                                   τοτο θα 'ναι μοναχ
".

Α! θυμμαι 'πεφτε χινι
και του κρυο Δεκμβρη τνοι
σκοζαν μες στο παραγνι
και στοιχειναν τη φωτι.
Η νυχτι με στεναχρα
κι δικα ψαχνα τση ρα
να 'βρω τη γλυκει Λενρα
μες στ' αρχαα μου χαρτι.
Τη Λενρα που οι αγγλοι της κρατονε συντροφι
                                          και δικι μας ποτ πι.

Κθε θρισμα στο μετξι
της κουρτνας εχ' αλλξει
κι ρχονταν να με ταρξει
γριος φβος που τρυπ
κι λεγα, να πρω θρρος
και να διξω αυτ το βρος:
"Επισκπτης, δχως λλο,
θα 'ναι τοτος που χτυπ.
Κποιος νυχτοπαρωρτης, που για να 'μπει μου χτυπ,
                                             τοτο θα 'ναι μοναχ
".

Ξφνου ντρειωσ' η ψυχ μου
και παρ τη ταραχ μου:
-"Κριε", φναξα, " κυρα
συχωρστε μ' στω αργ.
Στα χαρτι μουν σκυμμνος
κι σως μισοκοιμισμνος,
δε σας κουσα ωρισμνως
να χτυπτε τσι αργ
".
Με τα λγια τοτα 'νογω τα πορτφυλλα γοργ.
                                         ξω νχτα μοναχ.

Το σκοτδι αυτ τρυπντας
μεινα κειδ απορντας,
κθε τσο ανασκιρτντας
μσα σ' νειρα αλγειν.
Κρτησε σιγ για ρα
κι ξαφνα απ' τα βθη τρα,
μια φων να λει: "Λενρα"
σα ν' ακοστηκε βραχν.
"Εγ φναξα: Λενρα! και τη φρνει ηχ ξαν.
                                      τσι θα 'ναι μοναχ
".

Μπκα στο δωμτιο πλι
μ' νω-κτω το κεφλι,
μα μες απ' αυτ τη ζλη,
δυνατν ακου χτυπι.
"Α! Στο παραθρι θα 'ναι",
λω ευθς, "και με ζητνε.
Ας ιδ τρα ποις να 'ναι,
φτνει το μυστριο πια.
Η καρδι μου δεν αντχει, φτνει το μυστριο πια.
                                        θα 'ν' αγρας μοναχ
".

Ττε τα παντζορια ανογω,
μως μια κραυγ μου πνγω,
καθς βλπω 'να κορκι
μες στο δμα να περν.
Η ευγνεια δε το νοιζει
κι οτε που με λογαριζει,
μα γαντζνει στο περβζι
της εσπορτας, στερν.
Και γαντζνει και κουρνιζει στη μαρμρινη Αθην
                                            και κοιτζει μοναχ.

Πς ανπνευσα στ' αλθεια!
και γελντας απ' τα στθεια,
λω απ παλι συνθεια,
στ' ρνιο με τη κρυ ματι:
-"Κι αν σου κψαν το λοφο
κι αν σ' αφκαν τσι αστεο,
μαυροπολι, λλως θεο,
που πλανισαι στη νυχτι,
ποι 'ναι τχα τ' νομ σου μες στην ραχνη νυχτι
";
                                        Και μου λει: -"Ποτ πια"!

Τρμαξα στ' αλθεια μου ντας
μου δευτρωσε μιλντας.
"Δχως λλο", επα σκιρτντας,
"τοτο ξρει μοναχ.
Κποιος πρην κρις του,
θα 'κλαψε πολ. Ο καημς του
σως να 'γινε δικς του
και για τοτο αγκομαχ.
Του απμεινε στη σκψη κι εναι σα να ξεψυχ,
                               λγοντς μου
: Ποτ πι"!

Και τη θλψη μου ξεχνντας,
στρεψα σ' αυτ γελντας,
τη καρκλα μου τραβντας
στο κορκι αντικρυν.
Μα στο κθισμ μου πνω,
χλιες τσες σκψεις κνω
και στο νου μου τρα βνω,
για ποι λγο αληθιν,
σα μιαν επωδ μακβρια, να μου λει λο ξαν,
                                  το κορκι; -"Ποτ πια"!

Γρφος θα 'ν' ανιγμ του
κι σως μνυμα θαντου
και κοιτντας τη ματι του,
που τρυποσε τη καρδι,
γρνω ωραα το κεφλι,
στο δικ της προσκεφλι,
που αντιφεγγοσε πλι
σα και ττε μια βραδι,
με το βιολετ βελοδο, σα και ττε μια βραδι
                               και που δε θ' αγγξει πια!

Ξφνου να 'νιωσα μου 'φνη
γρω μου κρατο λιβνι
και πλημμρα να μου φτνει
νφι η θεα του καπνι.
-"'Αθλιε!" φναξα, "στοχσου,
που Θες στλνει κοντ σου
γγελους να σου σταλσσου'
νηπενθς για λησμονι.
Πις το, ω! πις το, τη Λενρα, να ξεχσεις μ' απονι
".
                                          Και μου λει: -"Ποτ πια"!

-"Α! Προφτη", κρζω, "ωιμνα!
κι αν του Δαμονα 'σαι γννα
κι αν ο Πειρασμς σε μνα,
σ' στειλ' απ' τη γης βαθι.
Κι αν σε τπο ρημαγμνο
σ' χει ρξει απελπισμνο,
σ' να σπτι στοιχειωμνο,
με σκις και με ξωθι,
θα 'βρω στη Γαλαδ, ω! πσμου, θα 'βρω κει παρηγορι
";
                                             Και μου λει: -"Ποτ πια"!

-"Α! Προφτη, ανλιαγο ρνιο
κι αν πουλ 'σαι κι αν τελνιο,
απ' το σκτος σου το αινιο
κι απ' τη κρα σου νεφι,
πσμου, στης Εδμ τα δση,
θα 'βρει ο νους μου ν' αγκαλισει,
μια παρθνα που 'χει αγισει
κι χει αγγλους συντροφι;
Μιαν ολλαμπρη παρθνα, που 'χει αγγλους συντροφι
";

                                             Και μου λει: -"Ποτ πια"!

-"Φγε στ' γρια σου τα μρη,
ρνιο φντασμα! Ποις ξρει
αν αυτ που σ' χει φρει,
δε σε καταπιε ξαν
κι οτ' να μικρ φτερ σου
να μη μενει 'δω δικ σου
!"
φναξα, "και το φευγι σου
να χαθε στα σκοτειν.
Πρε και το κρξιμ σου, πρ' απ την Αθην
"!
                               Και μου λει: -"Ποτ πια"!

Κι απ ττε 'κει δεμνο,
το κορκι καθισμνο.
Μνει πντα κουρνιασμνο,
στη μαρμρινη Θε.
Κι η ματι του, πως κοιτζει,
με ματι δαιμνου μοιζει
κι η νυχτι που το σκεπζει,
του στοιχεινει τη σκι.
Α! η ψυχ μου δε θα φγει απ' αυτνε τη σκι.
                                   Δε θα φγει ποτ πια!
                                                                  
         μετ. Γιννης Β. Ιωαννδης
                  'Αναμπελ Λη

Χρνια πολλ περσαν απ ττε,
       σ' να βασλειο δπλα στο γιαλ,
που κποια κρη ζοσε, τ' νομ της
       'Αναμπελ Λη, θα το 'χετ' ακουστ.
Κι η κρη αυτ μονχην εχε σκψη
       να μ' αγαπ και να την αγαπ.

μαστ' ακμα δυο μικρ παιδκια,
       σ' να βασλειο δπλα στο γιαλ:
Μα ταν τραν η αγπη που αγαπιμαστε-
       η 'Αναμπελ Λη κι εγ. Στον ουραν
τα φτερωμνα Σεραφεμ, που μας ζηλεανε,
       μας κοταζαν με μτι φθονερ.

Κι ταν γι' αυτ -περσανε πια χρνια-
       που στο βασλειο δπλα στο γιαλ,
κατβηκε απ' τα νφη στην ωραα μου
       'Αναμπελ Λη, ψυχρ, θανατερ
τ' αγρι κι οι μεγλοι συγγενδες της
       τη πραν και μ' αφσαν μοναχ,
σ' να μνημορι μσα να τη κλεσουνε
       στη χρα τοτη δπλα στο γιαλ.

Οι γγελοι που δεν εχαν τη δικ μας
       την ευτυχα, ζηλψαν και γι' αυτ-
Ναι! Και γι' αυτ (καθς το ξρουν λοι
       μες στο βασλειο δπλα στο γιαλ),
Τ' αγρι απ τα νφη κποια νχτα
       κατβηκε ψυχρ, θανατερ
και μ' ρπαξε τον ριο θησαυρ.

Κι απ των πιο σοφν και πιο μεγλων
       η αγπη μας τραντερη πολ-
κι οτ' οι αγγλοι πνω στα ουρνια
       κι ουτ' οι δαιμνοι κτω απ' το βαθ
Ωκεαν μπορονε τη ψυχ μου
       να τη χωρσουν διλου απ' τη ψυχ
της ωραας μου 'Αναμπελ Λη.

Γιατ ποτ δε βγανει το φεγγρι
       χωρς ονερατα γλυκ να μου κρατε
της ωραας μου 'Αναμπελ Λη.
       Και πντα, ταν προβλλουνε τ' αστρια,
νιθω και πλι τη ματι τη λαμπερ
       της ωραας μου 'Αναμπελ Λη.
Κι λη τη νχτα δπλα μου τη νιθω,
       συντρφισσα μου, αγπη μου ακριβ
μσα στον τφο δπλα στην ακτ
       που του πελου το κμα αντιλαλε.
Μετφραση: Κ. Παπαδκης         

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers