Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Κλασσικά 

Παπαντωνίου Ζαχαρίας: Γέρο-Ρουμελιώτης Του ...Βουνού

 

 Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου με τον Γιαννούλη Χαλεπά, έξω από το σπίτι του δεύτερου στον Πύργο της Τήνου.

                                          Βιογραφικό

     Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου γεννήθηκε στο Καρπενήσι το 1877. Γονείς του ήταν ο δημοδιδάσκαλος Λάμπρος από το χωριό Γρανίτσα, που τότε ανήκε στο δήμο Απεραντίων του νομού Ευρυτανίας κι η Ελένη, κόρη του συμβολαιογράφου Καρπενησίου, Ζαχαρία Ηλιόκαυτου, των οποίων ήταν το 2ο παιδί. Γεννήθηκε στο σπίτι των Γιώργου και Βασίλη Φαρμακίδη ή στο σπίτι του Βα­σί­λη Μπλα­τσή, κατά το Μιχάλη Σταφυλά κι είχε 3 αδέλφια, το Χαρίλαο, το Θανάση και τη Σοφία. Λόγω της καταγωγής του πατέρα του ήταν γραμμένος στα δημοτολόγια του χωριού Γρανίτσα.
     Στο Καρπενήσι τελείωσε τις 3 πρώτες τάξεις του δημοτικού σχολείου, συνέχισε στην Άμφισσα και τελείωσε το Γυμνάσιο στην Αθήνα, καθώς το 1890 εγκαταστάθηκαν οικογενειακώς εκεί, λόγω των μεταθέσεων του πατέρα. Γράφηκε, όμως παρακολούθησε ελάχιστα μαθήματα στην Ιατρική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, που την εγκατέλειψε όταν λιποθύμησε στο πρώτο μάθημα της ανατομίας. Σπούδαζε επίσης ζωγραφική κι άφησε πρόχειρα σκίτσα, μερικές προσωπογραφίες σχεδιασμένες με το μολύβι και γελοιογραφίες, ενώ το 1911 έλαβε μέρος σε έκθεση στο Ζάππειο με γελοιογραφίες κι άλλα σχέδια.



     Στράφηκε από τα φοιτητικά του χρόνια προς τη συγγραφή και τη δημοσιογραφία και σε ηλικία δεκαέξι μόλις ετών ξεκίνησε να αρθρογραφεί στην Ακρόπολη του Βλ. Γαβριηλίδη. Ως το 1898, οπότε κυκλοφόρησε η πρώτη ποιητική συλλογή του με τίτλο Πολεμικά τραγούδια, συνέχισε να συνεργάζεται με περιοδικά κι εφημερίδες όπως η Εφημερίδα των συζητήσεων, ο Χρόνος κι η Σκριπτ, όπου υπήρξε αρχισυντάκτης από το 1900 ως το 1905. Ως δημοσιογράφος δημοσίευσε με τα λογοτεχνικά ψευδώνυμα «Αβδηρίτης», «Χάρης Ημερινός», «Ο Άλλος» κι «Ο Φωνογράφος» και συνεργάστηκε με τις εφημερίδες «Ακρόπολις» του Βλάση Γαβριηλίδη, με το «Σκριπτ», στο οποίο εργάστηκε κι ως αρχισυντάκτης γράφοντας πολιτικά άρθρα και χρονογραφήματα, «Το Άστυ», ενώ στο «Ελεύθερο Βήμα» δημοσίευσε κριτικές εικαστικών τεχνών.
     Την 6η Απριλίου του 1897, η «Πρωία» και το «Σκριπτ» είχαν την είδηση της ημέρας. Η πρώτη λόγω των σχέσεων της με τον τότε πρωθυπουργό Δηλιγιάννη είχε ειδήσεις από «πρώτο χέρι» κι ήταν η εφημερίδα που θα δημοσίευε σε αποκλειστικότητα τη διακοπή των σχέσεων Ελλάδας–Τουρκίας και τη κήρυξη του πολέμου. Το «Σκριπτ» τυπώνονταν στο ίδιο τυπογραφείο και νυχτερινός συντάκτης εκείνο το βράδυ ήταν ο Παπαντωνίου, ο οποίος μαζί με τον αρχιεργάτη της «έκλεψαν» την είδηση με τον τρόπο που περιέγραψε ο ίδιος:

   «...Εκεί εις το βάθος, εις δεκαπέντε βημάτων απόστασιν, ενώ ο αρχιεργάτης της Πρωίας, εστοιχειοθέτει μετά φόβου Θεού το πολύτιμον χειρόγραφον, ο αρχιεργάτης του Σκριπτ παρηκολούθει από μακράν τας κινήσεις των χεριών του και από τα κινήσεις αυτάς ...κατόρθωσε ...να «διαβάσει» την είδησιν, που είχε ως εξής:
   "Αργά, καθ’ ην στιγμήν τίθεται το φύλλον υπό το πιεστήριον, ήλθεν η είδησις ότι η Πύλη, έδωκεν τα σχετικά διαβατήρια εις τον εν Κωνσταντινουπόλει πρεσβευτήν μας κ. Μαυροκορδάτον και τω εκοινοποίησεν την διακοπήν των σχέσεων"».

     Συνεργάστηκε επίσης με τα περιοδικά «Παναθήναια», «Νουμάς», «Ηγησώ», «Καλλιτέχνης» και «Νέα Ζωή». Στη διάρκεια των ετών 1908-11 ήταν ανταποκριτής στο Παρίσι της εφημερίδας «Ταχυδρόμος» του Αριστείδη Κυριακού, η οποία διέκοψε την έκδοσή της και στερήθηκε τη μισθοδοσία του, ενώ εγκλωβίστηκε στη Γαλλική πρωτεύουσα αναζητώντας την επόμενη επαγγελματική του στέγη. Με τη βοήθεια του Σωτήρη Σκίπη, προσλήφθηκε στην εφημερίδα «Εμπρός» του Δημητρίου Οικονόμου-Καλαποθάκη, ως τακτικός χρονογράφος και δημοσίευσε τα περίφη­μα «Παρισινά γράμματα». Σε άρθρο του στις 4 Ιουνίου 1917, παρουσίαζε ως καθήκον κάθε γνήσιου έλληνα πατριώτη τη «...συστηματικήν αγρίαν κι αποτελεσματικήν καταδίωξίν» του ρεμπέτικου τραγουδιού, για τη μετάδοση του οποίου θεωρούσε υπεύθυνα «τα λαϊκά θεατρίδια-μεταξύ των οποίων ο φρικαλέος Καραγκιόζης, ο έρως των ελλήνων», ενώ πρότεινε απαγόρευση κάθε εισαγωγής ήχου από τη Σμύρνη και χαρακτήριζε το ζήτημα «δημοσίας ασφάλειας».
     Το 1904 γίνεται ένα από τα πρώτα μέλη της εταιρίας Η Εθνική Γλώσσα, με στόχο την υπεράσπιση της δημοτικής (μαζί με τους Μαλακάση, Πορφύρα, Χατζόπουλο, Καρκαβίτσα, Κονδυλάκη κι άλλους). Για την Εθνική γλώσσα συνέταξε τον επόμενο χρόνο τη διακήρυξη Προς το ελληνικό Έθνος, εκθέτοντας τους στόχους της. Από το 1908 και ως το 1911 βρέθηκε στο Παρίσι ως απεσταλμένος της εφημερίδας Εμπρός του Αριστείδη Κυριακού. Παράλληλα αρθρογραφούσε σε γαλλικές εφημερίδες και γνώρισε νέα καλλιτεχνικά ρεύματα. Μετά την επιστροφή του στην Αθήνα εγκατέλειψε τη δημοσιογραφία (με μοναδική εξαίρεση τη συγγραφή χρονογραφημάτων στην εφημερίδα Εμπρός ως το 1914) και διακρίθηκε σε μια έκθεση ζωγραφικής στο Ζάππειο για σχεδιάσματα και γελοιογραφίες που είχε δημοσιεύσει κατά καιρούς σε διάφορα περιοδικά.
     Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, εγκατέλειψε τη δημοσιογραφία κι ασχολήθηκε με τη Δημόσια Διοίκηση, όταν μέσω του Στέφανου Γρανίτσα βουλευτή Αιτωλοακαρνανίας, μέρος της οποίας αποτελούσε κι η Ευρυτανία, γνωρίστηκε με τον Ελευθέριο Βενιζέλο.
Από το 1912 και ως το 1916 διετέλεσε νομάρχης στη Ζάκυνθο, τις Κυκλάδες, τη Καλαμάτα και τη Σπάρτη. Από τη θέση του Νομάρχη προώθησε την ιδέα οργάνωσης εργατικού σωματείου στη Σύρο καθώς επίσης τη διοργάνωση του πρώτου Πανιονίου Συνεδρίου για τα 50 χρόνια της Ένωσης της Επτανήσου. Ως νομάρχης Λακωνίας διώχθηκε ποινικά για παράβαση καθήκοντος, διότι αρνήθηκε μαζί με τον εισαγγελέα Α. Ρέγκο, να υπογράψει τον αφορισμό του Βενιζέλου από τους ιερωμένους και τέθηκε εκτός υπηρεσίας, οδηγήθηκε σε δίκη, στην οποία όμως απαλλάχτηκε. Συμβάν για το οποίο έγραψε:

   «Ετιμήθηκα με τον Αργυρούν Σταυρόν Ιπποτών του Βασιλικού Τάγματος του Σωτήρος και με την καταδίωξη του Εφετείου Ναυπλίου».

     Το 1917 πέθανε ο πατέρας του και τον επόμενο χρόνο έγραψε (σε συνεργασία με τους Δ.Ανδρεάδη, Αλ.Δελμούζο, Π.Νιρβάνα και Μ.Τριανταφυλλίδη και εικονογράφηση του Π. Ρούμπου) "Τα Ψηλά Βουνά", έργο που προορίστηκε για αναγνωστικό της Γ' τάξης του δημοτικού σχολείου (είχε προηγηθεί ανάθεση του έργου στον Παπαντωνίου από το Υπουργείο Παιδείας της επαναστατικής κυβέρνησης Βενιζέλου).
     Τον επόμενο χρόνο αυτοκτόνησε σε ηλικία 39 ετών ο αδελφός του Θανάσης, που αντιμετώπιζε έντονες ψυχικές διαταραχές από τα 22 του. Το 1920 τύπωσε την παιδική ποιητική συλλογή "Τα Χελιδόνια", αφιερωμένη στον αδελφό του, η οποία επανεκδόθηκε το 1931 με τίτλο Παιδικά τραγούδια. Μετά την ανατροπή της κυβέρνησης Βενιζέλου η νέα κυβέρνηση αποφάσισε να καούν δημοσίως τα αναγνωστικά της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης, ανάμεσα στα οποία και τα "Ψηλά Βουνά".

     Το 1918 διορίστηκε Διευθυντής της Εθνικής Πινακοθήκης κι αργότερα πρόεδρος του μόνιμου 5μελούς καλλιτεχνικού συμβουλίου της, θέση που διατήρησε μέχρι τον θάνατό του. Ταξινόμησε κι εμπλούτισε τις συλλογές της με έργα των Ελλήνων ζωγράφων και χαρακτών της εποχής, Γύζη, Λύτρα, Μαλέα, Παρθένη, Γαλάνη και του πρώτου της διευθυντή, του ζωγράφου Ιακωβίδη. Αγόρασε το μοναδικό ιδιόχειρο έργο του Γκρέκο , «Η Συναυλία των Αγγέλων» το 1931, με το ποσό των 5.000.000 δραχμών που απέσπασε από τον Αλέξανδρο Παπαναστασίου. Ως Διευθυντής της Πινακοθήκης, είπε:

   «…πώς είναι δυνατόν να ανακηρύξω επίσημα και με την υπογραφή μου όλους τους ζωγράφους κι οπαδούς των εικαστικών τεχνών, μεγάλους άνδρες και δημιουργούς. Προτιμώ, οπωσδήποτε, να τους έχω εχθρούς μου».

     Το 1922 διορίστηκε καθηγητής της Αισθητικής κι Ιστορίας της Τέχνης στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών του Πολυτεχνείου, θέση την οποία διατήρησε έως το 1938, που εκλέχθηκε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Πρότεινε τη σύσταση «Συμβουλίου Δημόσιας Καλαισθησίας» κι αγωνίστηκε ως σχολιογράφος αλλά στη συνέχεια κι ως Ακαδημαϊκός, να διασώσει τις συνοικίες από τη τσιμεντοποίηση και τα βουνά της Αττικής από τη λατόμηση. Οραματίστηκε τον ενιαίο αρχαιολογικό χώρο της Ακρόπολεως και πρότεινε να υπάρχει όριο στο ύψος των κατασκευών, κατάργηση της μεσοτοιχίας κι ύπαρξη αυλής. Δεν έπαψε παράλληλα να ασχολείται με τη τέχνη και τη κριτική, ενώ βραβεύτηκε μαζί με τον Στέλιο Σπεράντζα και την Ελένη Μ. Νεγρεπόντη (κατόπιν Ελένη Ουράνη) στον επίσημο διαγωνισμό Στρατιωτικών Ποιημάτων που προκήρυξε ο Ελευθέριος Βενιζέλος.
     Το 1923 εξέδωσε τη ποιητική συλλογή του "Πεζοί Ρυθμοί" και τους 3 τόμους των Νεοελληνικών αναγνωσμάτων για τις πρώτες τάξεις του δημοτικού, τιμήθηκε με το εθνικό Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών και διορίστηκε καθηγητής στο Αμαλίειο ορφανοτροφείο και τη Σχολή Καλών Τεχνών. Την ίδια χρονιά ταξίδεψε σε Ευρώπη, Κωνσταντινούπολη κι Άγιο Όρος στα πλαίσια των καθηκόντων του ως διευθυντή της Εθνικής Πινακοθήκης. Τέσσερα χρόνια αργότερα τυπώθηκε η συλλογή διηγημάτων του "Διηγήματα", ενώ από το 1929 κι ως το 1937 εκδόθηκαν το θεατρικό έργο "Ο όρκος του πεθαμένου", διασκευή από το δημοτικό τραγούδι "Του νεκρού αδελφού", η ποιητική συλλογή "Τα Θεία Δώρα", το ιστορικό δοκίμιο "Ο Όθων" οι ταξιδιωτικές εντυπώσεις "Άγιον Όρος" και δυο συλλογές διηγημάτων με τίτλους "Βυζαντινός όρθρος" κι "Η θυσία".
     Το 1938 αναγορεύτηκε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών στην έδρα της λογοτεχνίας, θέση από την οποία υπέβαλε την πρώτη του εισηγητική έκθεση στη δημοτική, γεγονός που προκάλεσε αντιδράσεις. Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου πέθανε τη πρώτη μέρα του Φεβρουάρίου του 1940 από καρδιακή συγκοπή. Πολλά ανέκδοτα κείμενά του εκδόθηκαν μετά το θάνατό του.
     Το 2001 στη διατριβή της η Φωτεινή Κεραμάρη, επιχείρησε τη βιβλιογράφηση του έργου του, το οποίο βρήκε ότι αποτελείται από 3.276 λήμματα. Κάλυψε η ερευνήτρια τις εφημερίδες, στις οποίες εργάστηκε ως δημοσιογράφος, από 16 ως 34 ετών, επίσης εκείνες στις οποίες δημοσίευσε αργότερα σε σταθερή βάση, καθώς και κάποια περιοδικά, δίχως τα επαρχιακά έντυπα και του Παρισιού. Το μεγαλύτερο μέρος του έργου του παραμένει ανέκδοτο και διάσπαρτο.
     Παρουσιάστηκε στη λογοτεχνία τα μαθητικά του χρόνια, με το σατιρικό στιχούργημα «Αι μηχανορραφίαι» και με το διήγημά του «Ο Ψωμάς» που με εισήγηση του Γρηγορίου Ξενόπουλου συμπεριλήφθηκε τον Απρίλη 1895, στην «Εικονογραφημένη Εστία» και το τελευταίο του «Η κοπέλλα στο παράθυρο», δημοσιεύθηκε στις 25 Δεκεμβρίου 1938, στο «Ελεύθερον Βήμα». Ως πεζογράφος, θεωρείται μεταξύ των αρίστων, χαρακτηριστικά του υπήρξαν η πρωτοτυπία, η σαφήνεια, η πυκνότητα κι η γραφικότητα. Γλώσσα του, με μικρές εξαιρέσεις, υπήρξε η απλή αστική καθομιλουμένη με στοιχεία καθαρεύουσας, στα χρονογραφήματά του. Ως διηγηματογράφος χρησιμοποιεί τη δημοτική. Το περιεχόμενο των διηγημάτων του είναι ποικίλο, οι τύποι του παρμένοι από την αστική επαρχιακή ζωή. Χαρακτηριστικό του γνώρισμα, η φυσιολατρία.
     Η ποίησή του ως προς τη στιχουργία χαρακτηρίζεται από ευχέρεια, επιμέλεια και μετρική ποικιλία. Ως προς τη μορφή είναι γραφική, ως προς το περιεχόμενο απαισιόδοξη. Ως σχολικός ποιητής και συγγραφέας, είναι ενθουσιώδης οπαδός της συναισθηματικής αγωγής. Από ηθική άποψη οπαδός των ομαδικών ιδεωδών. Ενδεικτική είναι η γνώμη του Γρηγορίου Ξενοπούλου, ο οποίος το 1928, κρίνοντας το έργο του τα «Διηγήματα» έγραψε:

   «Όλοι σχεδόν οι ήρωές του ανέρχονται εις περιωπήν συμβόλων. Τα διηγήματα αυτά έχουν χρώμα, άλλ’ έχουν κι ορίζοντα, ατμόσφαιραν, βάθος, ψυχήν, πνοήν. Είναι μία τέχνη ανωτέρα».

---------------------------------------------------------------------------------------------

Το Τραγούδι Της Μάνας

Τρία σύγνεφα ταξίδευαν
-Τραγούδα το σιγά-
Τρία σύγνεφα ταξίδευαν
Κατά το Καρπενήσι...

Το 'να ψηλά κρεμάμενο
-Φλογέρες θα το πούνε-
Το 'να ψηλά κρεμάμενο
Λαμπάδιαζε στη δύση.

Τ' άλλο βοριάς το μάχουνταν
-Τραγούδα το σιγά-
Τ' άλλο βοριάς το μάχουνταν
Και σαν αχνός εχάθη...

Το τρίτο το πυκνότερο
-Φλογέρες θα το πούνε-
Το τρίτο το πυκνότερο
Τ' αργοταξιδεμένο

Απάνου από τη κούνια μου
-Τραγούδα το σιγά-
Απάνω από τη κούνια μου
Αρμένισε κι εστάθη

Βαριά φουρτουνιασμένο...

                 Αγροτικό

Στο στάβλο ήρθ' απόψε το φεγγάρι...
Εκοίταξεν απ' το παράθυρό του,
είδε την αγελάδα, το μοσκάρι,
το βόδι που μασούσε το σανό του.

Στο κήπο μας ανήσυχα γλιστρούσε,
ανέβηκεν επάνω στη συκιά μας,
εμέτρησε τα λίγα πρόβατά μας,
είδε το γάϊδαρό μας και γελούσε.

Πήγε στ' αμπέλι, πήγε στο λιοστάσι,
άκουσε τα κουδούνια απ' το κοπάδι,
χωρίς κουβά κατέβη στο πηγάδι
κι ήπιε πολύ νερό να ξεδιψάσει.

Στης λεύκας μας τα φύλλα παιχνιδίζει,
στον ουρανό το καθαρό ανεβαίνει.
Μια χήνα το κοιτάζει σαστισμένη
κι ο σκύλος μας ακόμα το γαβγίζει.

            Η Προσευχή Του Ταπεινού

Κύριε, σαν ήρθεν η βραδιά, σου λέω τη προσευχή μου:
'Αλλη ψυχή δεν έβλαψα στο κόσμο απ' τη δική μου.
Εκείνοι που με πλήγωσαν ήσαν αγαπημένοι.
Τη πίκρα μου τη βάσταξα, μου δίνεις και τη ξένη.

Μ' απαρνηθήκαν οι χαρές. Δε τις γυρεύω πίσω.
Προσμένω τα χειρότερα. Ειν' αμαρτία να ελπίσω.
Σαν ευτυχία αγαπώ της νύχτας τη φοβέρα.
Στη πόρτα μ' άλλος δε χτυπά κανείς, απ' τον αγέρα.

Δεν έχω δόξα. Ειν' ήσυχα τα έργα που 'χω πράξει.
'Ακουσα τη γλυκειά βροχή, τη δύση 'χω κοιτάξει,
έδωκα στα παιδιά χαρές, σε σκύλους λίγο χάδι,
ζευγάδες καλησπέρισα που γύριζαν το βράδι.

Τώρα δεν έχω τίποτε να διώξω ή να κρατήσω.
Δε περιμένω ανταμοιβή, πολλή 'ναι τέτοια ελπίδα!
Ευδόκησε ν' αφανιστώ, χωρίς να ξαναζήσω.
Σ' ευχαριστώ για τα βουνά και για τους κάμπους που είδα.

   Λυπημένα Δειλινά

Στης γειτονιάς της φτωχικής
γυρίζ' ο νους μου, τα στενά,
τα λυπημένα δειλινά
στοχάζομαι της Κυριακής.

Μέσα στη κόκκιν' αντηλιά
το μαραμένο θηλυκό
δίχως ελπίδα και μιλιά
ποτίζει το βασιλικό.

Κανείς διαβάτης δε περνά,
κανέν' αυτή δε καρτερεί,
που στο μπαλκόν' ορθή φορεί
το γιορτινό της το γκρενά.

Σα Μοίρα κάθεται μια γριά.
Στο φως μιας πόρτας ρημαδιού,
μακραίν' ο ίσκιος του παιδιού...
Καμπάν' ακούγεται μακριά.

Στο σύννεφο το βυσσινί
θα πέσ' ο ήλιος να κρυφτεί.
Ψαλμός ακούγετ' η φωνή
του τελευταίου πραματευτή.

Όλα σταμάτησαν εκεί.
Αργεί πολύ να 'ρθει η βραδιά...
Πως έχω τη καρδιά βαριά
το δειλινό τη Κυριακή.

    Ο Γεροβοσκός

Πόσα χρόνια πέρασα
κι άσπρισα κι εγέρασα
πάνω στα ψηλώματα
βόσκωντας τα πρόβατα!

Τις κορφές επάτησα
και νυχτοπερπάτησα
και σε δέντρα γερικά
είδα κι είδ' αγερικά!

Σε ψηλές ανηφοριές
σα κοτσύφι χύθηκα
κι έπεσα σε ρεματιές
και αποκοιμήθηκα!

Πάνω στη καπότα μου,
φορεσιά και στρώμα μου,
είδα 'νείρατα γυρτός
ξυπνητός και κοιμιστός!

Σ' αητοράχη εσκάλωσα
με το λύκο μάλωσα
κι άναψα τρανές φωτιές,
σε τετράψηλες κορφές!

Είδα τ' άστρι στο βουνό,
που το λεν' Αυγερινό
και στη καθαρή βραδιά
χόρτασα τη ξαστεριά!

Μύρμηγκα δε ζήμιωσα
κι άνθρωπο δε θύμωσα.
Πήρα τα μικρά τ' αρνιά,
σα παιδιά στην αγκαλιά!

Μια ζωήν επέρασα
κι ειπ' ο Θεός κι εγέρασα
και το χιόνι το πολύ,
μου 'πεσε στη κεφαλή!

'Αειντε προβατάκια μου,
περπατάτ' αρνάκια μου,
πάμετε σιγά-σιγά
και μας 'πήρεν η βραδιά...

Σερενάδα Στο Παράθυρο Του Σοφού

Σοφέ μου το τετράσοφο
που σε φωτά, λυχνάρι
να 'τανε, λέει, φεγγάρι
και 'συ είκοσι χρονώ!
Να 'τανε τάχα η γνώση σου
με τον αγέρα μάχη,
μια δασωμένη ράχη
ξεκίνημα πρωϊνό...

Να 'τανε τάχα η σκέψη σου
συρτού χορού τραγούδια,
μιαν αγκαλιά λουλούδια,
μιαν ιστορία τρελή,
τα μύρια που δε γνώρισες
νερό θα τα 'χες μάθει
με δάσκαλο τα πάθη,
μ' ένα κλεφτό φιλί.

Πολύ τη καταφρόνεσες
τη ζωή, παναθεμάτη...
Και τώρα; Είναι φευγάτη
σαν όνειρο πρωϊνό.
Χειλάκια ανθούν στη γειτονιά
γαρούφαλα στη γλάστρα
κι εσύ διαβάζεις τ' άστρα
και τον βαθύ ουρανό.

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers