-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

 

: (~16 . ..)

                                    Βιογραφικ

     Ο Ιωννης Πικατρος ταν λληνας ποιητς που γεννθηκε στο Ρθυμνο της Κρτης, πιθανς στις αρχς του 16ου αι. Δεν χουμε πολλ στοιχεα για τη ζω του κι τσι θα αρκεστομε στα λγα. (ημ: Να υπενθυμσω πως το Γλωσσρι εναι εδ!)
     γραψε το ποημα, Ρμα Θρηνητικ Εις Τον Πικρν Κι Ακρεστον δην απ 563 ομοιοκατληκτους στχους, στο οποο περιγρφει τη φανταστικ ιστορα του. Οι περισστεροι κρητικο ποιητς εναι φειδωλο σε πληροφορες για την καταγωγ τους, χι μως αυτς. Καμαρνοντας μετ τον ττλο του ποιματς του δηλνει: Ποημα κυρ-Ιωννου Πικατρου εκ πλεως Ρηθμνης. Τη πατρδα του δεν την ονομζει Ρθυμνο πως τη λει ο Σαχλκης κι λοι οι σγχονο του, -πως φανταζμαστε-  αλλ Ρθυμνα, πως οι αρχαοι πργονο του. Εκτς αυτο, δεν τη λει χρα κστρο, ονομασα που χρησιμοποιεται για λες τις πλεις, αλλ πλις, πως η Κωνσταντινοπολη κι λλες μεγλες πλεις. Κπως υπερβολικ σως για μια κωμπολη πως το Ρθυμνο εκενη την εποχ, 5.000 ψυχν, πολ μικρτερη απ τα Χανι και το Χνδακα, η 3η πλη, το 3ο διοικητικ κντρο, μλλον και το 3ο λιμνι. νθρωπος με επγνωση της ιστορας και της σημασας της πλης, μιας απ τις φημισμνες εκατν πλεις της Κρτης; χι. Δε συγκρνει και δεν επαινε πως ο Ντελλαπρτας (μελλοντικ θμα ρθρου για το Στκι) την πατρδα του στα Ερωτματ του, (στ. 1205-06). Εναι απλς μορφωμνος νθρωπος. Το αρχαστικ νομα της πλης μπορε να εξηγεται απ τη χρση του στους κκλους των μορφωμνων (κωδικογρφων κι λλων λογων) που κατγονταν απ το Ρθυμνο δροσαν εκε και χρησιμοποιοσαν στα γραπτ τους αυτ τη μορφ του ονματος.
      Για τον εαυτ του περιορζεται στην νδειξη κυρ. Δε δηλνει περφανα πως εναι ευγενστατος ρχων, πως ο μισρ ο κυρ-Μαρνος ο Φαλιρος. Σγουρα δεν θα ανκει στους βενετος ευγενες του νησιο. Εναι πολ δσκολο να εξακριβσει κανες αν αυτς η οικογνει του ανκουνε στους κρητικος ευγενες τους 2ης κατηγορας ευγενες του νησιο. λλα επνυμα λογοτεχνικ ργα 15ου αι. που να δηλνουνε και το νομα του ποιητ δε σζονται δε δνουνε σγουρα στοιχεα. Τα συμβολαιογραφικ γγραφα του 15ου αι. τις περισστερες φορς χρησιμοποιον αδιακρτως για αστος-πολτες (cittadini) κι ευγενες το ser. Το διο το ργο, δεν παρχει στοιχεα για τον διο, πραν του τι τα ελληνικ του εναι θαυμσια και χρησιμοποιε με νεση το 15σλλαβο στχο. Αυτ κι η σχση του ργου του με τον Απκοπο του Μπεργαδ, ποιας μορφς κι αν εναι (σχση εξρτησης αντδρασης), μας οδηγε στο να το χρονολογσουμε περ το 15ο αι.
     Μια περληψη πρτα και μετ βλπουμε τυχν στοιχεα. νας μαρος υποτθεται πως τον πταξε στον φρυγγα ενς φοβερο δρκοντα. Φτνοντας στο εσωτερικ του θηρου, ανακαλπτει τι βρσκεται στον δη. Μπρος στη πλη κθεται νας τρικφαλος φις. Ο Χρος καταφθνει καβλα πνω στο λογο και τον ρωτ γιατ ρθε στον δη. Ο θνητς απαντ πως ρθε για να δει και να γνωρσει το θρνο, τα μγαρα, τις χρες και τους δεσμτες του Χρου. Ο Χρος τονε παρνει λοιπν μαζ του και τονε γυρζει παντο στον δη. Το πνεμα του ποιματος, τελικ, που εναι αρκετ δσκολο να προσδιοριστε με ακρβεια, επειδ ακριβς πως κι η λλη κατβαση στον Κτω Κσμο του Απκοπου, δυστυχς, χει χσει το τλος του, εναι αρκετ απαισιδοξο. Ως προς αυτ ταιριζει πιτερο με τον πεσιμισμ των ργων του τλους του 15ου αι.



      Ο δης του εναι ο νεοελληνικς, που λοι οι νεκρο, καλο και κακο, βρσκονται μαζ στην δια υποχθνια ‘υποδεια’ φυλακ του Χρου. Ο Χρος στο αρχικ ποημα δεν εναι ο κυνηγς, πως τον ερμνευαν μχρι τρα οι μελετητς, αλλ νας καβαλλρης φονις με βαρ οπλισμ. Δεν εναι μως αυτεξοσιος. Την εξουσα του του την δωσε ο Θες, πους ορζει τα πντα. Εναι μια ιδα που εκφρζεται συχν απ' εδ και πρα. Η συζτηση για τη προλευση του Χρου καβαλρη (Θραξ ιππτης, Ετροσκικος Χρουν δυτικς καβαλλρης) δεν χει καταλξει ακμα σε οριστικ συμπερσματα. να στοιχεο που δεχνει κποια οικειτητα με τον αρχαιοελληνικ δη εναι ο 3κφαλος φλακας της εισδου κι εξδου απ τον δη. Ο ποιητς δεν αναφρει το νομα του Κρβερου και δεν τον παρουσιζει ως σκλο. Γι' αυτν εναι φδι δρκος. Ο ρλος του φλακα μως και το παρουσιαστικ του εναι αυτ του αρχαου Κρβερου. Το τι αυτ το στοιχεο του δρκοντα φλακα της πρτας του δη δεν τανε ξνο προς τη λακ παρδοση αποδεικνεται κι απ' το γεγονς τι ακριβς αυτ η περιγραφ ενσωματθηκε στο κρητικ μοιρολι που διασζει στχους του Πικατρου και του Χορττση.
    Ο ποιητς επομνως εναι γννημα-θρμμα Ρεθμνου, καλς γνστης της ελληνικς γλσσας του περιβλλοντς του, του παραδοσιακο ελληνικο μτρου και της σχετικ πρσφατης ομοιοκαταληξας. Ξρει τις νεοελληνικς δοξασες για το Χρο και τον Κτω Κσμο. Προδδει μως με το στοιχεο του (αννυμου) Κρβερου, που 'χει μεταμορφωθε σε φδι-δρκο και κποια οικειτητα με τον αρχαιοελληνικ πολιτισμ. Απ την λλη, η παρουσα δυτικν εικαστικν και λογοτεχνικν μοτβων στο ργο του δεχνει την εξοικεωσ του με ορισμνες ψεις των καθολικν δοξασιν σχετικ με τη μεταθαντια τχη των ανθρπων.
    Η τατιση του Πικατρου, του ποιητ, με υπαρκτ πρσωπο ταν μχρι πρσφατα αδνατη. Το διο σχυε και για τον Μπεργαδ. Δε διαθταμε αρχειακ υλικ για το Ρθυμνο. Οι 1ες γραπτς μαρτυρες για την οικογνεια Πικατρου στο Ρθυμνο χρονολογονταν απ το 1570 και μετ.10 Η οικογνεια ττε ανκε στους κρητικος ευγενες. Πρσφατα ο van Gemert εντπισε στα Κρατικ Αρχεα της Βενετας να μικρ φκελο νοταριακν πρξεων του συμβολαιογρφου Zuane Longo, που στα χρνια 1487-1490 εχε δρα το Ρθυμνο. Στις πρξεις αυτς εμφανζονται ορισμνα μλη της οικογνειας Πικατρου (Picator / de Picatoribus, Peccator): ο κρητικς ευγενς Νικλαος, μα φορ μαζ με τον πατρα του Pantaleo, ο καθολικς επσκοπος Μλου Ικωβος και κποιος ser Johannes.
      Αυτς ο Ioannes Picator / de Picatoribus απαντται στο πρωτκολλο του Longo απ τις αρχς του 1487. Κινεται στους κκλους των κρητικν κι λλων ευγενν, μαζ με τους οποους υπογρφει πρξεις ως μρτυρας. Απ το 1489 εμφανζεται ως θετς γιος του ττε δη πρην επισκπου Μλου. Οι πολ λγες πρξεις που σζονται τον παρουσιζουν ως πληρεξοσιο του θετο του πατρα να εκτελε αποστολς στο Χνδακα και στα Χανι. Η ανατροφ του στο ελληνικ περιβλλον της Δυτικς Κρτης, οι επαφς του με τους ντπιους ευγενες στο Ρθυμνο και με τους αντιπροσπους της ηγεσας της καθολικς εκκλησας στη Κρτη και στη Μλο, πρπει να του χαρσανε μρφωση με διπλ προσανατολισμ, την Ανατολ και τη Δση. Δε διαθτουμε στοιχεα για να διαπιστσουμε αν ο Ικωβος υιοθτησε το παιδ πριν απ τη χειροτονα του ως επισκπου. Σμφωνα με το (καθολικ) εκκλησιαστικ δκαιο, η υιοθεσα μλλον δεν επιτρπεται σε (αντερο) κληρικ. Αυτς εναι ο καννας. Η πραγματικτητα του τλους του 15ου αινα παρουσιζει, ακμα και στους αντερους κκλους, πολλς αποκλσεις. Ο ππας Ιννοκντιος Η' (1484-1492) εχε να γιο και μα κρη κι ο διδοχς του, ο Αλξανδρος ΣΤ', εχε 4 παιδι.
      Τα στοιχεα αυτ, πολ πενιχρ, εναι δυστυχς τα μνα που διαθτουμε κι εναι εξαιρετικ απθανο να βρεθονε ποτ λλα. Με βση αυτ, ο van Gemert πιθανολογε πως ο Ιωννης θα γεννθηκε γρω στα 1465-1470, μες στη περοδο της απαισιοδοξας μετ την λωση της Κωνσταντινοπολης, την επλαση των Οθωμανν και τις συνεχες φυσικς καταστροφς. Γενικ το περιβλλον αυτο του Ιωννη Πικατρου συμππτει σε αρκετ σημεα με τα στοιχεα που διαθτουμε για τον ποιητ: ονοματεπνυμο, μρφωση, γνωριμες κι ξω απ το χρο του Ρεθμνου. Παρλληλα με τον Πικατρο, ο van Gemert μεταθτει και τον Μπεργαδ προς το 2ο μισ του 15ου αι. και προτενει να ταυτιστε με κποιον Petrus Bergadhin, ναν 2ης γενις βενετοκρητικ ευγεν, κτοικο Χνδακα και μικρ φεουδρχη, που χει εξελληνσει το επνυμ του δη απ Bragadin(o)/Bregadin(o) σε Bergadhin/Μπεργαδς. Εναι ο μνος Bergadhin που μαρτυρεται τον 15ο αι. στο Χνδακα και στο Ρθυμνο. Ο κλδος του Ρεθμνου διατηροσε το βενετικ τπο του επνυμου Bragadin(o). Οι μαρτυρες που διαθτουμε γι' αυτν χρονολογονται απ το 1463 μχρι και το 1495. Το 1502 χει πια πεθνει. Πρπει να τανε περπου 20 χρνια μεγαλτερος απ τον Ιωννη Πικατρο που βρσκεται στα πρωτκολλα του Zuane Longo. Παρλο που οτε η μια τατιση οτε η λλη εναι σγουρη, τενουμε κι εμες να τη θεωρσουμε πιθαν. στω με κποιαν επιφλαξη δεχμαστε τη χρονολγηση και των 2 ργων στο 2ο μισ του 15ου αι., τον Απκοπο αρχαιτερο και τη Ρμα Θρηνητικ νετερο. Ο Vejleskov θεωρε και τις 2 υποθσεις πολ αδνατες και τις απορρπτει. Φανεται πως παραμερζει εκολα το επιχερημα για τη μχρι ττε γνωστη μορφ του επιθτου Μπεργαδς.
     Ας επιστρψουμε λιγκι στο ργο. Παρατηρομε 2 πργματα: πρτον δεν προσφωνε πουθεν το κοιν του, πως λλοι σγχρονο του και δετερον, ο Χρος δε ζητ απ τον νθρωπο επισκπτη να μεταδσει τις εμπειρες και παρατηρσεις του στους (αμαρτωλος) Χριστιανος, πως επσης σε λλα σγχρονα ργα, πχ. στο αννυμο ποημα, τη Παλαι και Να Διαθκη. Ο επισκπτης ο διος δικαιολογε την επσκεψ του, πιεσμνος απ τη ξαφνικ συνντηση με τον Χρο, με τη προσωπικ επιθυμα να δει το βασλει του. Το κοιν που εχε υπψη του ο Πικατρος πρπει να ταν ελληνφωνο τουλχιστον και ελληνφωνο, εξοικειωμνο με τις (νεο)ελληνικς δοξασες για τον δη και το Χρο. Το γεγονς τι ο ποιητς, εκτς απ’ αυτ, δεν αναφρει οτε το νομα του φλακα-φιδιο πρπει να σημανει πως το κοιν του μλλον δεν εχε κλασσικ μρφωση. Για τον επισκπτη δεν εναι αυτονητο τι λοι οι θνητο περνον απ την δια γφυρα καταλγοντας στην δια φυλακ, που κοιμονται τον πνο της λησμονις χωρς να θυμονται καννα και χωρς λλοι να τους θυμζουνε την αμαρτωλ τους ζω. Πρπει να υποθσουμε λοιπν πως το κοιν του δεν ταν ορθδοξο. Ο ορθδοξος δε θα παραξενευταν απ τον δη, τον κοιν για λους.
      Για καθολικος κι ουντες η απρριψη του καθαρτηρου πυρς (κι μμεσα και της υπαρκτς Κλασης και του ουρνιου Παραδεσου) πρπει να 'ταν μεγλη κπληξη, ιδως μετ τη Σνοδο της Φερρρα-Φλωρεντας και τις οξτατες διαμχες που ακολουθσανε. Το 1ο θμα που τθηκε εκε, θμα που δχαζε ακμα και τους ορθδοξους μεταξ τους, ταν αυτ του Καθαρτηρου.
      Ο Πικατρος δεν υπαινσσεται οτε τη καθολικ ποψη του καθαρτηρου πυρς, οτε τη συμβιβαστικ λση κποιας ενδιμεσης καθαρτικς φσης, που γινε τελικ δεκτ. Η παρσταση που δνει εναι τελεως ανεξρτητη απ τις θεολογικο-φιλοσοφικς συζητσεις για την παρξη μη του Καθαρτηρου. Ο Ιωννης Πικατρος, αν ο ποιητς εναι πργματι ο θετς γιος του ρωμαιοκαθολικο επισκπου Μλου, μπορε να κινονταν στους κκλους των βενετν και κρητικν ευγενν, η εικνα που παρουσιζει ωστσο εναι αυτ της ελληνικς λακς παρδοσης, εμπλουτισμνη με ορισμνα (φρικιαστικ) δυτικ στοιχεα. Τη προλευση και τη σημασα τους πρπει να τις καταλβαινε, τσον ο διος σο και το κοιν του, πολ καλ. Το διο ισχει εν μρει και για τον Μπεργαδ. Κι αυτς αποφεγει να υπαινιχθε τις αποφσεις της Συνδου της νωσης. Κι αυτς παρουσιζει μια μορφ του ενιαου ελληνικο δη, αν και πολ αφαιρετικ. Οι δικο του νεκρο δεν κοιμονται και δε  ξεχνον. Αυτ που θυμονται μως δεν εναι οι αμαρτες τους, αλλ οι χαρς της ζως. Κι αυτ εναι μια απ τις διαφορς του κοινς περπου μπνευσης κι αφετηρας ργου των.
______________________________

                Ρμα Θρηνητικ Εις Τον Πικρν Κι Ακρεστον δην


ΕΙΣ ΤΟΝ ΠΙΚΡΟΝ ΚΑΙ ΑΚΟΡΕΣΤΟΝ ΑΔΗΝ
ΠΟΙΗΜΑ ΚΥΡ ΙΩΑΝΝΟΥ ΠΙΚΑΤΟΡΟΥ
ΕΚ ΠΟΛΕΩΣ ΡΗΘΥΜΝΗΣ

Ὡς πρικαμνος μὲ χολν, διατὶ πολλὰ ἐγρπνου',              1
ἤθεκα ν᾿ ἀποκοιμηθῶ, νὰ πρω ἀραν ὕπνου.                   2
Ἐφνιστ μου κετοντα εἰς ὑπνοφαντασι μου                 3
-ἐπνειν τὸ κεφλι μου κι ἔκλαιγεν ἡ καρδι μου-,           4
ἐφνιστ μου νὰ περνῶ σ᾿ ἕνα λεφτὸ λαγκδι                   5
καὶ μσα ἔγεμε θερι, ἀμτρητο κουρδι.
Μσα στὸ μσον τῶν θεριῶν δρκον μεγλον εἶδα
καὶ μσα ἀπὸ τὸ στμα του φαρμκιν ἐξεπδα
καὶ μσα ἀπὸ τὸ κοῦφος του λγχες φωτιᾶς ἐβγαῖναν,
σπθες ὁμδι μὲ καπνὸν κι ἔρχονταν πρὸς ἐμναν.           10
Κι ὁ δρκος τοῦτος ἔστεκε, ὡς λοντας ἐμουγκᾶτον
καὶ φανετα μου τχατες κι ἐμναν ἀπονᾶτον.
Κι ἐγὼ πολλὰ ἐφοβθηκα κι ἀρχζω νὰ τρομσσω,
μπως ἀπὸ τὸ στμα του μὲ θνατον περσω.
Καὶ πραυτα μετὰ σπουδῆς ὀμπρὸς ὀπσω ἐστρφη·       15
μσα στὸ λεφτολγκαδον ἐπδα σὰν τὸ λφι.
Κι ἐγὼ ὅσο ἠμπρουν ἔφευγα ἐκ τὸ θεριὸν ἐκεῖνο,
ὀγιὰ νὰ φγω νὰ κρυφθῶ ἐκ τὸ κακὸν ἐκεῖνο.
Κι ἀπ᾿ αὖτο ν᾿ ἀπολυτρωθῶ, νὰ φγω δὲν ἠμπρουν
κι ἐκεῖνο τὸ κακὸ θεριὸ φγει με θλει, ἐθρουν:           20
ἦτον τὸ μτι του σ᾿ ἐμν, ἀρχζει νὰ τὸ στνη
κι ἐκνησε νὰ πηλαλῆ, ἀπνω μου νὰ βγανη.
Κι ἐσκπησ το πραυτα τὸ πὼς ἐχθρὸν τὸν ἔχω
κι εἶπα: «Πριχοῦ ἔρθη ἀπνω μου, ἂς πηλαλῶ, νὰ τρχω».

Λοιπὸν ὁ νοῦς μου ἐγμισε στὸ φγει νὰ κινσω·            25
καὶ τὸ κινσει, πραυτα κι ὁ δρκος ἐξοπσω!
Καὶ μὲ θυμὸν μ᾿ ἐζγωνε κι ἐδῶ κι ἐκεῖ μὲ πγει
κι ὡσὰν ἐχθρὸς ἐβολετον νὰ σση νὰ μὲ φγη.
Κι ἐγὼ φοβντας δυνατὰ νὰ μὴ μὲ καταφθση,
ὅσον ἠμπρουν ἔφευγα κι ἔτρεχα, μὴ μὲ πιση.              30
Καὶ πηανοντας μοῦ ἐφνηκε νὰ δῶ νερ, λιμνινα,
καὶ ποταμὸν ἀπρατον καὶ δσος καλαμινα,
κι ἔτρεχεν αἷμα καὶ νερ, θολὸν καὶ βουρκωμνον,
καὶ μσα ἐτρχασιν θερι, κεφλια ᾿ποθαμνων.
Καὶ ἐκ τὸν φβο τοῦ θεριοῦ στὸν ποταμὸν ἐμπῆκα         35
καὶ μὲ μεγλο κντυνο ἀντπερ του ἐβγῆκα. /
Καὶ τὸ περσει καὶ σταθῆ στὸν ποταμὸν ἐκεῖθες,
φωνὴ μὀφνη κι ἤκουσα: «Ἄθλιε, πθεν ἦλθες,
ὁπὄν᾿ τὸ σπτι τοῦ θεριοῦ, ἡ κατοικιὰ τοῦ δρκου
καὶ τὄμπα κι ἔβγα τῆς αὐλῆς τοῦ Χρου τοῦ κορκου;» 40
Καὶ στνομαι ν᾿ ἀφικραστῶ τς ἦτον ὁπὀμλει
κι εἶδα τὸν δρκο κι ἔστεκε στοῦ ποταμοῦ τ᾿ ἀχελι
καὶ μπανει μσα στὸ νερὸ κι ἔρχετον ὅθεν ἤμουν
κι ἔπασχεν, ὡς μοῦ φανεται, νὰ πρη τὴν δοχ μου.
Λοιπὸν τὸ δεῖν το, πραυτα τὸν δρμο πλι ἐπῆρα.         45

Καὶ τσα ὁποὺ ᾿κουρστηκα, ὄψια τῆς γῆς καθζω·
τὰ γνατ μου ἐτρμασι ᾿κ τὴν στρτα τὴν γυρζω.
Κι ὁ ἵδρωτς μου ἐκνησε, τὰ γνατ μου ἐτρμαν
κι ὀμπρὸς ὀπσω ἐγρισα τὸ ποῦ νὰ κμω στμα
καὶ ν ᾿βρω τπο νὰ βολῆ νὰ πᾶ ν᾿ ἀποκουμπσω           50
κι ἀπὸ τὸ στμα τοῦ θεριοῦ νὰ φγω νὰ γλυτσω.
Κι ἐφνιστ μου τχατες νὰ δῶ ᾿να μγα σπλιο
εἰς ἕνα σκσμα φαραγγιοῦ, μαῦρο καὶ δχως ἥλιο.
Κι ὁ νοῦς μου τὸ ἐγμωσε νὰ φγω ἀπὸ τὸν κμπο,
νὰ πηλαλσω δυνατὰ στὸ σπλιο μσα ν ᾿μπω.              55
Λοιπὸν στὸ σπλιον ἔδραμα, στὸν σκοτεινὸ τὸν τπο,
δρομαχισμνος δυνατὰ καὶ μὲ μεγλο κπο.
Καὶ τ ᾿μπει μσα καὶ σταθῆ, εἶδα ἕναν μαυροφρο
καὶ θὲ νὰ στρψω, πραυτα κι ὁ δρκος ἔν᾿ στὸν προ!
Κι εὐθς τὸ στμα του ἄνοιξε, μαῦρον καπνὸν ἐβγνει    60
κι ὁ μαυροφρος μ᾿ ἅρπαξε, στὸ στμα του μὲ βνει.
Κι ἐφνη μου, ἐγκρεμνστηκα στῆς μαρης γῆς τὸν πτο
κι ἐβολησα κι ἐδιβηκα στὸν Ἅδην ἀποκτω.
Κι ηὗρα τὲς πρτες σφαλιστὲς καὶ τὰ κλειδιὰ παρμνα
καὶ μετὰ μαῦρα φλμπουρα ἀπξω τεντωμνα.                 65
Κι εἶδα τὸν Χρο κι ἔμπαινε κι ἔβγαινε θυμωμνος,
σὰν μακελρης καὶ φονιὰς τὰ χρια ματωμνος,
μαῦρον ἐκαβαλκευε, ἐβστα καὶ κοντρι
κι ἐκρτειεν εἰς τὴν χραν του σαγτα καὶ δοξρι·
κι εἶχε θωριὰν ἀγριθωρη, μαρη κι ἀλλοτριωμνη          70
κι ἡ φορεσι του χλκινη καὶ καταματωμνη.

Τὸ δεῖν τον, ἐφοβθηκα κι εἶπα: «Ἂς διαγερω πσω
κι ἂς κμω τρπο κι ὀρδινιὰ τὴν στρτα νὰ γυρσω.
Τς ξερει πῶς νὰ τοῦ φανῆ, μπως διὰ μὲν μανση
καὶ μὲ θυμὸν καὶ χλητα ἀπνω μου κινση                      75
καὶ πῆ μου: “Τ ᾿θελες ἐδῶ;” Τ ἀπκριση νὰ δσω
καὶ ἴντα πρφαση νὰ βρῶ τὸν Χρο νὰ μερσω;»
Λοιπὸν δι᾿ αὐτὴν τὴν ἀφορμὴν ἐσποδασα νὰ στρψω
κι ὀμπρὸς ὀπσω νὰ στραφῶ, νὰ πγω νὰ μισψω.
Εἰσμιὸν στὴν πρταν ἔραξα / κι ηὗρα την σφαλισμνη,     80
περατωμνη δυνατὰ καὶ κατακλειδωμνη.
Κι ὀμπρὸς στὴν πρταν ἤτονε, εἰς τὸ μπασεβγασδι,
ὄφης τρικεφαλστομος δεμνος μ᾿ ἁλυσδι·
κι ὡσὰν πορτρης ἔβλεπε πρτα κι αὐλὲς ὁμδι,
μπως καὶ λθη τον τινὰς κι ἔβγη ἔξω ἀπὸ τὸν Ἅδη.          85
Καὶ τὸ στραφῆν καὶ τὸ νὰ ἰδῆ, ἐταρισε τὸ φδι
καὶ σὰν τὸν σκλον ἔσυρε νὰ κψη τ᾿ ἁλυσδι
κι ἔδρασσε ν ᾿ρθη ἀπνω μου, νὰ φθση νὰ μὲ πνξη,
ὡσὰν θερο πο ᾿τονε ὡς γιὰ νὰ μὲ ξεσκση.
Τ ᾿να του στμαν ἔβγανε φωτι, καπνὸ κι ἀπρι,              90
τ᾿ ἄλλο φαρμκιν ἔγεμε τῆς πρτας τὸ προθρι
καὶ τ᾿ ἄλλον αἷμαν ἔρρεγε κι ἀκνδα μὲ τὸν βρμο.
Ἔποικεν ὄχλητα πολλὴ καὶ σγχυση καὶ τρμο
κι ὁ Ἅδης ἐταρχθηκε κι οἱ πρτες ἐσαβξαν
κι ἀπὸ τὸν φβον τὸν πολὺν τὰ μλη μου ἐτρομξαν.          95

Κι ἀκοει ὁ Χρος τὴν ὄχλησιν ὁπο ᾿χεν ὁ πορτρης
κι ἦρθε στὴν πρτα τρχοντας στὸν μαῦρο καβαλρης.
Κι ἀπομακριὰς ἐφναξε: «Ποιὸς ἐκ τὸν Ἅδη βγανει;»
καὶ «Ποιὸς στοῦ Χρου τὴν αὐλὴν ἀποτρομᾶ καὶ μπανει;»
Καὶ τχα ττες ἔσωσε κι ἐσυναπντησ μου·                      100
λγει μου: «Τ ᾿θελες ἐδῶ στὸν Ἅδην, ἀδελφ μου;
Καὶ ποιὸς ἐδῶ σ᾿ ἐκλεσε ᾿γομενον ἢ κελρη
κι ἴντα δουλειὰ στὸ σπτι μου ἤθελες, παλικρι;
Ἔχεις ἐγνραν ἐδεπ, φλον σου συντοπτη,
ἢ συγγενὴ καὶ γετονα στοῦ Χροντος τὸ σπτι; 105
Ποιὸς δρμος σ᾿ ἔφερεν ἐδῶ, ποιὰ στρτα, παλικρι,
κι ἦρθες στὸν Ἅδην ἄβουλα δχωστα τοῦ πορτρη;
Ποι ᾿ν᾿ ἡ ὁδς σου; Πθεν πᾶς; Τ θλεις; Τ γυρεεις;
Βλπω τὸν δρμον ἔσφαλες! Καὶ πθεν ταξιδεεις;
Στὸν Ἅδην ἐταξδεψες κι ὁ Χρος ἔπιασ σε                       110
κι ὁ δρκος ποὺ σ᾿ ἐζγωνε, βλπω, ἐκυνγησ σε.
Εἰς ἄβυσσον ἐξπεσες, στὸν Ἅδην ἐκατβης.
Ἔχεις ἐλπδα - λγει μου - στὸν κσμο πλον ν᾿ ἀνβης;»
Καὶ τχα ττ᾿ ἐστρφηκα κι ὀμπρς του γονατζω
καὶ μὲ τὸν φβον τὸν πολὺν νὰ τοῦ συντχω ἀρχζω.
Κι ἐσντυχ του ἀφεντικ, λγω του: «Ἂν ἔν᾿ κι ὁρζεις,
τ ᾿τον ὁ δρμος μου ἐδεπ, ἄκουσε, νὰ γνωρζης.
Ἦλθα νὰ δῶ τὸν τπο σου, νὰ δῶ τὴν ἐπαρχι σου,
νὰ ἰδῶ ποῦ στκει τὸ θρον, Χρο, τῆς βασιλειᾶς σου,
νὰ δῶ τὰ κστρη τὰ κρατεῖς, τὲς χῶρες τὲς κουρσεεις,       120
τὴν ἀφεντιὰ τὴν ἔλαβες πῶς τὴν καθοδηγεεις,
κι αὐτοὺς τοὺς παρνεις ἐκ τὴν γῆν καὶ ρκτεις καὶ σκοτνεις,
τοὺς βασιλεῖς καὶ ἄρχοντες πῶς τοὺς περιμαζνεις
εἰς ἴντα τπο καταντοῦν, ᾿ς ποιὰ φυλακὴ τοὺς βνεις
καὶ δὲν θυμοῦνται νὰ στραφοῦν καὶ στὴν ὁδὸ νὰ μποῦσιν
τοὺς φλους, τὴν ἐγνραν τους πλι νὰ ᾿ρθοῦν νὰ δοῦσιν.

Φιλοτιμᾶς τους τχατες, σὲ κοῦρτες τοσε βνεις
κι εἰς γμους καὶ ξεφντωσες κι εἰς λυγερὲς τοὺς βγνεις;
Ἄλλες στολὲς καὶ φορεσιὲς εὑρκασιν κι ἐβλαν
κι ἀπὸ τὸν νοῦν τους πντοτε τοὺς φλους τους ἐβγλαν;     130
Ἐλησμονῆσαν τχατες; Θυμοῦνται νὰ διαγερουν
ἢ φλακισμνους τοὺς κρατεῖς καὶ βλπεις τους τριγρου;»
Λει μου: «Ἂν ἦλθες γιὰ νὰ δῆς τοῦ Χροντος τὰ κστρη,
δεῖ θλεις χῶρες σκοτεινς, ποὺ δὲν τοὺς φγγουν τ᾿ ἄστρη,
καὶ τπους ἀνεγνριστους, χωρὶς αὐλὲς καὶ στρτες,
καὶ μονοπτια ἀπρατα, ποὺ δὲν περνοῦν διαβτες.
καὶ πρτες πντα σφαλιστὲς καὶ σφικτοκλειδωμνες.
Καὶ ξεῦρε ὅσοι ἔρθουν ἐδεπὰ τοῦ κσμου δὲν θυμοῦνται,
εἰς ἕναν τπο κετονται κι ἀγνριστοι κοιμοῦνται.
Χαρὲς ἐδῶ δὲν γνονται, στολὲς οὐδὲν θυμοῦνται,                140
μᾶλλον τὰ ροῦχα ποὺ φοροῦν λουν καὶ καταλυοῦνται.
Καὶ ταπεινὰ πορεονται κι ἀλλητα δοικοῦνται
κι ἀλλλως των οἱ ταπεινοὶ δεχνουν καὶ δὲν λυποῦνται.
Γνριμοι δὲν γνωρζονται καὶ φλοι οὐδὲν θυμοῦνται,
οὐδὲ γειτνοι κι ἐδικοὶ ποιοὶ εἶν᾿ ἀναρωτοῦνται.
Οὐδὲ κορσια μὲ τοὺς νους ἀφνω ν᾿ ἀγαποῦνται
καὶ νὰ περιλαμβνουνται, ἀλλλως νὰ φιλοῦνται.
Καὶ χρνοι ἐδῶ δὲν περπατοῦν, μῆνες οὐδὲν θυμοῦνται,
οὐδὲ στοῦ Χρου τὴν αὐλὴν ὧρες οὐδὲν μετροῦνται.

Τὸν οὐρανὸν δὲν βλπουσιν μὲ τ᾿ ἄστρη νὰ φωτση,
οὐδὲ τὸν ἥλιον ὅταν πᾶ, λγω, νὰ βασιλεση,                       150
ἀμ᾿ εἶναι πντα σκοτεινο, μαῦροι καὶ ἀλλοτριωμνοι
καὶ μὲ τὴν θλψη κθονται ὅλοι πολλὰ θλιμμνοι.
Ταξδια ἐδῶ δὲν γνονται νὰ δχουνται τινδες,
οὐδὲ καρβια μπανουσιν μὲ τοὺς πραγματευτδες.
Καὶ τχα κτεργα ἐδεπὰ πιστεεις νὰ γυρζουν
κι οἱ ναῦτες τους νὰ τραγουδοῦν καὶ νὰ χαροκοπζουν;
Ἢ ν ᾿βρης χῶρες ν ᾿χουσιν ἀφεντικὰ παλτια
ἢ κστρη πυργογριστα μ᾿ αὐλὲς καὶ μονοπτια,
ἢ φρους μὲ τὲς ἔπαρσες καὶ μὲ πραγματευτδες,                160
νὰ πραγματεωνται ἄρχοντες, νὰ βνουν πωλητδες;
Ἐδῶ ᾿ς θρονιὰ δὲν κθουνται νὰ κρνουσιν κριτδες,
οὐδὲ ραβδιὰ βασιλικὰ κρατοῦσιν οἱ ρηγδες.

Ἀφντες δὲν γνωρζονται ἀπὸ τοὺς δουλευτδες,
οἱ σκλβες καὶ ὑποχεριὲς μσα ἀπὸ τὲς κυρδες.
Πολμοι ἐδῶ δὲν γνονται, στρατιὲς οὐδὲν στρατεουν,
οὐδὲ φουστα κμνουσιν, οὐδὲ ἄρματα γυρεουν.
Κι ἂν ἔν᾿ καὶ θλεις καὶ ποθεῖς, φλε, νὰ δῆς τὸν Ἅδη,
θλω σὲ πρει, ἅμα θς, τρα μ᾿ ἐμὲν ὁμδι,
νὰ δῆς, νὰ μθης τὰ κρατῶ καὶ τ ᾿χω μετὰ μνα                 170
καὶ τὰ κορμιὰ τὰ τμια ποῦ τ ᾿χω ᾿ποθεμνα».
Λγω του: «Ἂν θλεις τὸ λοιπν, ἅμαν ὁρζεις ν ᾿λθω,
στὸν ὁρισμ σου ν ᾿λθω ᾿δ, νὰ δῶ κι ἐγὼ νὰ μθω.
Μὰ τοῦτο σὲ παρακαλῶ: νὰ μὴ μὲ ἀναχωρσης
καὶ ᾿ς τπον ἀγριογνριμον μνον μηδὲν μ᾿ ἀφσης».
Λοιπν, καθὼς μοῦ ᾿φνηκε, εἶπε μου τπο ν ᾿βρω
νὰ καβαλκεσω πσω του ξεκπουλα στὸν μαῦρο,
καὶ διὰ νὰ μὴν τὸν φοβηθῶ ἔχωνε τ᾿ ἄρματ του.
Λοιπὸν μὲ θρρος, ἄφοβα ἐσμωσα κοντ του
κι ὀμπρὸς ὀπσω ἐγρισε κι ἔκλινε τὸ κοντρι                     180
κι ἀπσκυψε κι ἐπῆρε με στὸν μαῦρο καβαλρη.

Ἀπετις ᾿καβαλκεσαμε, λει μου: «Σφικτὰ μὲ κρτει»,
κι ἐκντησε τὸν μαῦρο του κι ἄρχισε κι ἐπερπτει.
Λοιπὸν ἐττες πραυτα ἐπισαμε τὸν δρμο
κι ἐπερπατοῦμαν σκοτειν, στὸν φβο καὶ στὸν τρμο.
Κι ὀμπρὸς κι ὀπσω ἐγριζα καὶ πντα σκτος ᾿θρουν
καὶ τποτες ὀγιὰ νὰ ἰδῶ ἄλλον οὐδὲν ἠμπρουν.
Κι ἀπετις ὥρα ἐδιβηκε, ἀκοω νερὰ ἐβροντοῦσαν
καὶ τχα κτω ἐτρχασιν κι εἰς τ᾿ ἄβυσσα ἐκτυποῦσαν.
Λγω του: «Χρο, τ ἔν᾿ αὐτὸ ὁποὺ βροντοκτυπει              190
καὶ τ ἔν᾿ τ᾿ ἀκογω κι ἔρχεται καὶ πθεν κατεβανει;»
Ἀπιλογθη κι εἶπε μου: «Ποτμι ἔν᾿ καὶ τρχει,
τὸ ποιὸ ποτμι οὐδὲ εἷς ἀξιθη νὰ κατχη.
Τὸ βθος του ἔναι ἀμτρητο, τὸ πλτος του ἔναι μγα
κι ὅλες οἱ βρσες τρχουσιν στὴν ἐδικν του φλγα.
Καὶ τὰ θηριὰ τριγρου του φβος καὶ μιὰ τρομρα
καὶ δρκοντες κι ἐβγανουσιν στὸ χεῖλος μιὰ τρομρα.
Καὶ βλπε, ἀπεὶν σιμσωμε, μὴ φοβηθῆς τὸ βθος
καὶ τοῦ νεροῦ τὸν βροντισμὸν καὶ τῶν θεριῶν τὸ πλῆθος».
Καὶ τχα ττες ᾿σσαμεν εἰς τοῦ νεροῦ τὸν τπο                  200
κι ὅλα τὰ μοῦ ᾿πεν εἶδα τα κι ἦσαν εἰς ὅμοιον τρπο.
Κι ἀνμεσα τοῦ ποταμοῦ ἤτονε μιὰ καμρα
ψηλ, στενὴ κι ἀπρατη, φβος καὶ μιὰ τρομρα.

Λει μου: «Αὐτὴν τὴν γφυρα μλλεται νὰ διαβοῦμε
καὶ μὲ μεγλο κντυνο κτεχε νὰ περνοῦμε».
Καὶ τχα ἀπνω ἀνβημαν κι ἀγλια ἐπερπατοῦμαν
κι ἀντρητα ἐδιαβαναμε κι ἀκπιαστα ἐπερνοῦμαν.
Κι ἀπετις ἐκατβημαν ἐκ τὴν καμρα κτω,
ἤρχισε πλι πρὸς ἐμὲν ὁ Χρος κι ἐδηγᾶτον.
Λγει μου: «Τς ἀξιθηκε νὰ μπῆ στὸν Ἅδη μσα,
νὰ μὴν εἰποῦν κι ἀπθανε καὶ τὰ μαλλι του ἐπσαν;
Καὶ τς αὐτὴν τὴν γφυραν ἐπρασε κι ἐμπῆκε
καὶ πλι τὴν ἐστρφηκε κι ἐγρισε κι ἐβγῆκε;»
Λγει μου: «Ἤξευρε κι αὐτοῦ περνοῦν οἱ μισεμνοι,
οἱ ποιοὶ ἐκ τὸν κσμο λεπουσιν κι ἐδῶ εἶναι πλακωμνοι.
Κι αὐτὴν τὴν στρτα γδχουνται νὰ κμουν ὁποὺ ζοῦσιν
κι ὁμδι μὲ τὸν Χροντα ὅλοι ἀπ᾿ ἐδῶ περνοῦσιν.
Λοιπὸν νὰ φγη ποιὸς μπορεῖ ᾿κ τὸν ποταμὸν ὁπο ᾿δες;
Διαταῦτος φρνιμα σκοπεῖ ὁ ἄνθρωπος ἐτοῦτο:
Δι᾿ αὐτὸν ὁ κσμος, τ᾿ ἀγαθὰ κι οἱ ἔπαρσες λιγανουν            220
κι ὡσὰν λουλοδι ψγουνται καὶ ὡς ἀθὸς διαβανουν.
Κι ἂν ἔζησεν ὁ ἄνθρωπος, χλιων χρονῶν νὰ ᾿γνη,
ὡσὰν ἐψὲς τοῦ ᾿φνησαν κι ἦσαν οἱ χρνοι ἐκεῖνοι.
Καὶ λγει μσα του ὁ ἐλεεινς: “Τὸν βιν μου ποῦ ν᾿ ἀφσω;”
κι ὥστε νὰ νιση ἐδιβηκε κι ὅλα τ᾿ ἀφνει ὀπσω.

Ωσὰν κερὶν ἐφνισε κι ὡς χρτος ἐμαρνθη
κι ὡσὰν ἀπὸ τὸ πρσωπο τῆς γῆς ἐπαραπρθη.
Κι ὁμοιζει τοῦ πραγματευτῆ ὁποὺ δοικᾶ στὸ φρος,
ὁποὺ ἀγορζει καὶ πουλεῖ τῆς πραγματειᾶς τὸ δῶρος.
Διατὶ κι ὁ κσμος φρος ἔν᾿ κι ἡμεῖς πραγματευτδες
κι ὁποὺ ἀγορση ἀγρασε τοῦ κσμου τὲς πραγμτειες.
Λοιπὸν ὁποὺ πραγματευτῆ τὲς πραγματειὲς ἐκεῖνες,
χαρὰ στὸν ὁποὺ ἀγρασε μισθοὺς κι ἐλεημο / σνες.
Χαρὰ λοιπὸν στὸν ἄνθρωπον ὁποὺ στὸ σπτι το ᾿σαν
ξνα, πτωχὰ κι ἀμλωτα κι ἀπὸ τὸν βιν του ἐζοῦσαν.
Διατὶ ὁ ᾿λεεινὸς ὁ ἄνθρωπος μνον αὐτὸ εὑρσκει
κι αὐτὸ κερδανει καὶ βαστᾶ δι᾿ ἀκριβὸ κανσκι.
Κι αὐτὸν ὁ Χρος δὲν ἁρπᾶ, ὁ Χροντας τιμᾶ τον
καὶ μὲ φωτιὰ τὴν γφυραν ἀντπερα περνᾶ τον.
Λοιπὸν εἰς ττοιες πραγματειὲς τὸ βιοτικ του ἂς βνη            240
καὶ μὴ φοβᾶται θνατον, καλὰ κι ἂν ἀποθνη».
Λγει μου πλι δετερον: «Τὰ σοῦ ᾿πα ἐγροκησς μου
καὶ τχατες τὰ λγια μου, φλε, ἀφικρστηκς μου;»
Λγω του: «Τ ᾿πες ἤκουσα καὶ λγος δὲν χωρζει,
καὶ λθος δὲν εὑρσκεται, ἀμ᾿ ἔναι σὰν τ᾿ ὁρζεις.
Μιὰ τρα χρη σοῦ ζητῶ, Χρο, καὶ κμε μο την:
δεῖξε μου αὐτοὺς ὁποὺ περνοῦν τὴν γφυραν ἐτοτην».

Λγει μου: «Ἔλα τὸ λοιπν, μετὰ χαρᾶς νὰ πᾶμε»,
κι ἀπὸ τὴν βιὰν ὁ μαῦρος του οὐδὲν ἐπδα χμαι.
Καὶ τχατε, ὡς μοῦ ᾿φνηκε - λγω σου ὅσον εἶδα -
απὸ τὸν δρμον τὸν πολν, μαῦρα λαγκδια ἐπδα.
Κι ἀπτις ἐπερσαμεν ἀμτρητο κομμτι,
ττες τὸν δρμον ἔπαυσε καὶ σιγανὰ ἐπερπτει.
Καὶ τχα ἐκεῖ ἐστθημαν κι ἀκογω κλημα μγαν
μὲ βροῦχος καὶ μὲ θρηνισμὸν κι “ὀγι σ᾿ ἐμὲν” ἐλγαν.
Σὰ ν ᾿χεν εἶσται τχατες ξδι βαρὺν ἐκλαῖγαν.
Λγω του: «Τ ἔναι, Χροντα, ὁ ἀλαλαγμὸς ἐκεῖνος,
καὶ ποους ἔσφαξαν ἐδῶ καὶ βγανει ττοιο θρῆνος;»
Λει μου: «Αὐτὸς ὁ θρηνισμὸς ἐβγανει ἐκ τὸ φουστο
τ᾿ ἀρφνητο κι ἐξκουστο ἀπὄναι ἐδῶ ἀποκτω·                       260
κι ἐπὰ κοντ ᾿χω τὴν φλακὴ πὄν᾿ τῶν νεκρῶν τὸ πλῆθος,
ὁποὺ σκεπζει ἡ πρτα της μὲ μαυρισμνο λθος.
Λοιπὸν u954 κατβα, πζευσε νὰ μπῆς νὰ δῆς τὸ θρῆνος».
Καὶ τὸ πεζεσει, πραυτα ἐπζευσε κι ἐκεῖνος.
Κι ὀμπρὸς ἐκεῖ ἐστθημαν κι ἦτον δεντρὸ μεγλο
καὶ ἔδεσε τὸν μαῦρο του νὰ μὴν σαλεση ζλο.
Κι ὡσὰν παρκει τοῦ δεντροῦ εἶδα θεριὸν ἀσπδα
κι ἦτον εἰς πλκαν κρκελος, δεμνος μ᾿ ἁλυσδα.
Καὶ τχα ἐκεῖ ἐσιμσαμε καὶ μπγει τὸ κοντρι
καὶ τὸ κιρκλιν ἔπιασε, σηκνει τὸ λιθρι
και λγει: «Σμωσε κοντὰ νὰ δῆς τὴν ἄγρια κοτη,
τὴν φυλακὴ τὴν σκοτεινὴ καὶ τῶν νεκρῶν τὸ σπτι».
Κι ἀπὸ τὴν χρα μ᾿ ἔπιασε κι εἶπα του: «Ὀμπρὸς ἐσ ᾿πα»,
κι ἐγὼ ξοπσω ἐκλοθουν του στὴν μαυρισμνη τρπα.

Σκλαν ἐκατεβαναμε, εἶχε στενὰ σκαλρια,
ἀγλι ἀγλι ἐπηαναμε κρατντα ἀπὸ τὰ χρια.
Κι ἀπεὶν ἐκατεβκαμεν ἀπὸ τὴν σκλα κτω
κι ἐστσαμε τὰ πδια μας στῆς φυλακῆς τὸν πτο,
ἀπὸ τὴν χρα μ᾿ ἄφηκε καὶ τὴν ζωσιν του πινει
κι ἀπὸ τὸ πλι του ἔβγαλε κλειδι, ὡσὰν μοῦ ἐφνη.               280
Καὶ τχα πρταν ἤνοιγε κι εἶπε μου νὰ σιμσω
κι ἅμα τ᾿ ἀνοξει, πραυτα ἐμπκαμεν ἀπσω.
Κι ἐκ᾿ εἶδα ἀφντες, ἄρχοντες, στρατιῶτες καὶ ρηγδες
καὶ βασιλῆδες φοβεροὺς κι ὄμορφους ἀμιρδες
καὶ παλικρια καὶ παιδι, κορσια ἀναπλεμνα
κι εἶχαν εἰς τοὺς σφονδλους τους σκουλκια φωλεμνα.
Καὶ κετονται τὰ ταπεινὰ σὰν πρβατα σφαμνα
κι ἔχουν τὰ χρια σταυρωτ, τὰ μτια καλυμμνα.
Κι ἐγὼ πολλὰ ἐλυπθηκα κι ἀρχζω νὰ φωνζω
καὶ μὲ τὴν γλσσα δυνατὰ τὸν Χρο ν᾿ ἀτιμζω.

Λγω του: «Χρε δολερὲ καὶ μυριασβολωμνε,
ἐχθρὲ τ᾿ ἀθρπου τοῦ ᾿λεεινοῦ, πντοτες βουλισμνε,
καὶ δὲν λυπᾶσαι τοὺς καλοὺς ἄντρες τοὺς ἀντρειωμνους,
τοὺς ἄρχοντες, τὲς λυγερὲς καὶ νους κανακεμνους;
Νὰ τοὺς ἁρπζης μὲ σφαγὴ ᾿κ τὰ χρια τῶν τινδων,
διὰ τὲς θλψες καὶ πικριὲς καὶ πνους τῶν μανδων.
Ἄσι τους, μαῦρε Χροντα, νὰ πολεμοῦν τὰ κστρη,
τὲς νκτες νὰ στρατεουσιν, νὰ φγγουσιν μὲ τ᾿ ἄστρη
κι ἄς τους νὰ βλπουν εἰς τὴν γῆν τὸν ἥλιο καὶ φεγγρι
καὶ μὴν ρουφᾶς τὸ αἷμα τους ὡσὰν ξερὸ σφογγρι.                  300
Μὰ παῖρνε ἐκ τοὺς ἄτυχους καὶ γροντες ἐκτφια,
κουτσος, τυφλος, παρλυτους, ρκτε τους ᾿ς μαῦρα θφια
καὶ τοὺς στρατιῶτες τοὺς καλοὺς μηδὲν τοὺς κονταρεης,
τοὺς ἀντρειωμνους, Χροντα, μηδὲν τοσε δοξεης».
Κι ὁ Χρος τχα, ὡς ἔδειξεν, ἄρχισε κι ἐλυπᾶτον
κι ἐκονειε τὸ κεφλι του κι αὐτὸ ἀπιλογᾶτον:
«Ἂν ἤτονε νὰ ᾿πγαινε στὸν Ἅδην ἄλλος γι᾿ ἄλλον,
πολλοὶ νὰ μοῦ ᾿παν: “Χροντα, ἄς τον αὐτὸν καὶ ν ἄλλον”.
Μὰ ξεῦρε τοῦ / το ἀπὸ μὲν κι ἔχε το πντα θρρος,
πὼς δὲν χαρζει προτιμὲς στὸν θνατον ὁ Χρος.                      310
Βλπεις ἐτοῦτο τὸ βαστῶ τὸ σιδερὸ δοξρι
καὶ τὲς σαΐτες τὲς βαριὲςκαὶ τὸ μακρὺ κοντρι;
{Τοῦτα δοξεουν ἄρχοντες, ἀφντες καὶ κριτδες.}

Τοὺς δυνατοὺς πληγνουσιν, τοὺς ἄπιαστους σκοτνουν
καὶ τοὺς ψηλοπερφανους δοξεουσιν †τοῦ τνου†.
{Καὶ ξεχωρζει ἀδελφος, πατρες ᾿κ τὰ παιδι των
καὶ πλουτισμνους ἄρχοντες ἀπὸ τὰ γονικ των·
καὶ τὲς μανδες θλβει τες, τὲς ὕπανδρες χηρεει,
βνει τους μαῦρες φορεσιὲς κι ὅλες τὲς κουτρουλεει.}
Ἐγὼ τὰ κστρη πολεμῶ καὶ μνος τὰ κουρσεω                        320
κι ὡς πρβατα τοὺς ἄντρες τους σφζω τους καὶ μισεω·
καὶ λοντες ἀμρωτους δχως σπαθὶ τοὺς παρνω
καὶ δχως ὄχλο σγχυσης μσα ᾿δεπὰ τοὺς φρνω.
{Κι ὅποτε σσω, πολεμῶ, γεμζω τὸ δοξρι,
καβαλικεω τὸ φαρὶν καὶ παρνω τὸ κοντρι·
καὶ ἀπνωθν τους στνομαι, δοξεω τὲς καρδις τους
καὶ μὲ τὴν λγχη τὴν πικριὰ ἐβγνω τὲς ψυχς τους.}
Ἐδῶ στὸν Ἅδη τὸν πικρὸ κι ἀπολησμονημνο
κι εἰς τὸ φουστο τὸ ἄμετρο καὶ πολυπληγωμνο
δνω τους μὲ τὴν ἅλυσον, καλοὺς κακοὺς ὁμδι,                        330
καὶ καταλεῖ τους τὸ πλακὶ καθημερνὸ στὸν Ἅδη.
Καὶ μνουσιν εἰς τὸν βυθν, στοῦ δρκοντος τὸ στμα,
στὴν στρτα τὴν ἀγιγερτο, στὸ μαυρισμνο στρῶμα,
ἐκεῖ ὁποὺ ᾿θκασιν πολλοὶ καὶ δὲν μποροῦν νὰ γρθουν,
᾿κ τὸν Ἅδη τὸν ἀχρταγο στὴν γῆν ἀπνω νὰ ἔρθουν».
Καὶ τχα ττε ἐκνησα τὸν Χρο ν᾿ ἀγενζω
κι ἀνταξ τον ἄχρηστα καὶ τ᾿ ὄνομ του βρζω.

Λγω του: «Λβρα καὶ φωτι, Χροντα, νὰ σὲ κψη
κι ὁ Βασιλεὺς τοῦ οὐρανοῦ μαγρι νὰ σὲ πψη!»
Καὶ τχατε ἀποκρθηκε: «Διατ μὲ ἀγενζεις                                340
καὶ τ σοῦ φταγω, ἄνθρωπε, κι ἀνασχυντα μὲ βρζεις;»
Κι εἶπα του: «Τχα δὲν μπορεῖς νὰ κμης ὀγιὰ φλους,
νὰ μχεσαι μὲ τοὺς κακος, ποὺ διγουν σὰν τοὺς σκλους;»
Λγει μου: «Ξεῦρε, φλε μου, κι ὁ κσμος μλος ἔναι
καὶ νοικοκρης τὸν κρατεῖ κι ἀργὸς ποτὲ δὲν ἔναι·
κι ἄνωθεν ἔναι ὁ μυλωνς, ὁ Θεὸς αὐτὸς γροικᾶται·
κι ἅμα τ᾿ ὁρσει, πραυτα ὁ μλος ᾿ς μιὸν κινᾶται
κι ἄλλους ἀλθει καὶ μασεῖ καὶ βνει τους στὸν Ἅδη
κι ἄλλους σηκνει ἐκ τὸν βυθὸν στοῦ κσμου τὸ λαγκδι».
Λγω του πλι: «Χροντα, ρωτῶ σε μ᾿ ἄξιο θρρος,                  350
παρακαλῶ σε τὸ λοιπν, μηδὲν τὸ πρης βρος:
τοτους τοὺς παρνεις ἐκ τὴν γῆν καὶ βνεις εἰς τὸν Ἅδη
καὶ τοὺς λαλεῖς ὡς πρβατα καὶ μακελειοῦ κουρδι,
τχα σ᾿ αὐτοὺς ὁ μυλωνὰς ὁπο ᾿πες - ἐνθυμᾶσαι; - ,
αὐτὸς σὲ πμπει πρὸς ἐμᾶς καὶ ὁριστὰ κινᾶσαι
κι ἐσὲ δεσπτην στλλει σε δχως αἰτιὰν καὶ τρπον
ἢ ἐσὺ ἀτς σου ἐχθρεεσαι τὸ γνος τῶν ἀνθρπων;»

Λει μου: «Τ ἔναι τὸ ρωτᾶς, τ ἔναι αὐτὸ τὸ λγεις
Δὲν τὸ κατχεις, ἄνθρωπε, -μὰ πρὸς ἐμνα κλαγεις-
καὶ ἄβουλα τοῦ αὐθεντὸς τποτας δὲν κινᾶται,                             360
οὐδὲ ἄνθρωπος, οὐδὲ θερι, οὐδὲ πουλὶ γεννᾶται;
Δὲν πφτει φλλον εἰς τὴν γῆν ἐκ τὸ δεντρὸν ἀπν
ἀνριστα τοῦ ἀφεντς, καθὼς καταλαμβνω.
Μᾶλλον αὐτὸς μὲ ἀνρθωσε ποτὲ νὰ μὴν καθζω,
νὰ καλικεω τὸ φαρν, τὸν κσμο νὰ γυρζω.
Καὶ καταξιᾶς μοῦ τ᾿ ἄφηκε τ᾿ ἀθρωπινὸ κουρδι
καὶ δδω τους τὸν θνατο καὶ βνω τους στὸν Ἅδη.
Δχως αὐτεῖνον τποτες δὲν δνομαι νὰ κμω,
οὐδ᾿ ἐξουσιζω τποτας: ἕνα κουκκκιν ἄμμο».
Κι ἀκογοντα τὰ μοῦ ᾿λεγε πικρὰ ἄρχισα νὰ κλαγω                    370
καὶ πλι ττε ἐκνησα τοῦ Χροντα νὰ λγω:
«Νὰ μὴν ἠμπρεσε τινὰς ν᾿ ἀρξη σὰν τὸ σκλο
καὶ μσα ἀπὸ τὰ χρια σου νὰ ξεγλυτση φλο,
ἢ μὲ χρυσφιν ἄμετρο ν ᾿στρεψεν εἷς υἱν του,
γὴ συγγενὴν ἢ κρην του ἢ μνα ἢ ἀδελφν του,
ἢ ν ᾿καμε παρταξη καὶ γμο, νὰ σ᾿ ἐπῆρε
κι εἰς τὸν χορὸ νὰ σ᾿ ἔμπασε, νὰ σοῦ ᾿πε: “Χρο, σρε”;
Τχα μὲ παραδιβασες, λγω, νὰ σοῦ μιλση,
τοὺς συγγενοὺς καὶ φλους του μπορεςς νὰ λησμονσης;»

«Δὲν τὸ ἠξερεις κι ὁ Θεὸς καρδιογνστης ἔναι                          380
κι ἄνω στὰ ὕψη τοῦ οὐρανοῦ λθος αὐτὸς δὲν ἔναι!
Κι ἅμαν ὁρση, νὰ μοῦ πῆ: “Χρο, στὸν κσμον ἄμε
κι ὅποιον σοῦ δεξω σκτωσε καὶ ρξε τονε χμαι”,
πῶς ἠμπορῶ νὰ παραβγῶ, σφλω τῆς ἐντολῆς του,
ἂν ἔν᾿ κι ἐμὲν ἀνρθωσε νὰ κμνω τὲς δουλεις του;»
Λγω του πλι δετερον: «Ἔδε ᾿πιτ / μιο τοῦτο
κι ἔδε μυστριο φοβερὸ καὶ θαμασμα ὁπο ᾿τον!
Λοιπὸν ρωτῶ σε, πς μου το, Χρο, ἂν ἔν᾿ κι ὁρζεις
κι ἅμα τὸ ξερεις, ἄρχισε νὰ τὸ διαχωρζης:
τς ἡ αἰτα ἤτονε κι ὁ ἄνθρωπος ἐγνη,                                         390
†ἅμαν† βαστᾶ τὸν θνατο κι †ἅμαν† στὸν Ἅδη μπανει;
Παρακαλῶ σε, π μου το, διατὶ ἔχωσαν τὸν τρπο:
διὰ τ ἀφορμὴ γυρεετε τὸ γνος τῶν ἀνθρπων;»
Καὶ τχα αὐτὸ τὸ ρτημα ἐστθη κι ἤκουσ μου
κι ὡς θεολγος δσκαλος ἀρχνα κι ἔλεγ μου:                            395

«Ἀρχν ὅντεν ἐκτστησαν οἱ δυὸ ἀδελφοὶ φωστῆρες,
ἥλιος, φεγγρι, οὐρανς, ὁ κσμος κι οἱ ἀστρες,
οἱ οὐρανοὶ ἐδοξστησαν, ᾿κ τὸν Θεὸν ἡ γῆς ἐκτστη,
τὸ πνεῦμα ἐκατβηκε κτω στὴν γῆν ποὺ ᾿κτστη
κι ἔκαμε κι ἐδιαχρισε μρα λαμπρὴ καὶ σκτος                         400
κι ἅψεν ἡ μρα μὲ τὸ φῶς καὶ τ᾿ ἄστρη μὲ τὸ σκτος·
κι ἔκαμε κμπους καὶ βουνὰ καὶ ὀρεινὰ λαγκδια,
θλασσα μὲ τοὺς ποταμοὺς καὶ δροσερὰ λιβδια
καὶ δντρη δροσοφτευτα, κλωνρια νὰ βαστοῦσι,
ν᾿ ἀθοῦν καὶ νὰ μυρζουσιν καὶ πντα νὰ καρποῦσι·                    405
κι ἐκαρποβλστησε τὴν γῆν πσα λογῆς χορτρι
καὶ πσα ἑνὸς ἐχρισε τὴν ἐδικν του χρη·
κι ἔκαμεν ὄρνεα καὶ πουλιὰ στὰ νφη νὰ πετοῦσι,
νὰ τρῶν ἐκ τὸν καρπὸν τῆς γῆς καὶ νὰ παιδοκομοῦσι·
κι ἔκαμε τὰ θεριὰ τῆς γῆς, τὰ ψρια τῆς ἀβσσου.                       410

{Τὰ νφη ἐδῶκε τοῦ οὐρανοῦ, μὲ τὸν βορα νὰ τρχουν,
νφη νὰ ρκτουν τὰ νερ, ὄψια τῆς γῆς νὰ βρχουν.}
Εἶδεν ὁ Θεὸς ὅ,τι ἔκαμε κι ἦσαν καλοκτισμνα,
ἀνορθωμνα δυνατὰ καὶ τλεια ὀρθωμνα.
Πραυτα ἐδιβην ἡ βουλὴ τῆς ὕψιστηςΤριδος,                           415
Πατρς, Υἱοῦ καὶ Πνεματος, ἀχριστης ὁμδος,
κι εἶπαν νὰ κμουν ἄνθρωπον ν ᾿χη ψυχὴ καὶ σῶμα,
ν ᾿χη ψυχὴ τοῦ οὐρανοῦ καὶ σρκα ἀπὸ τὸ χῶμα·
καὶ ν ᾿ναι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος γννημα ἐδικν τως
καὶ κατ᾿ εἰκναν ἴδιαν κι εἰς ὁμοιτητν τως·                                420
νὰ γνη αὐθντης τ᾿ οὐρανοῦ, μὲ κρτος ἐδικ του,
καὶ τῶν ἀγγλων βασιλεὺς καὶ δξα τοῦ πατρς του.
Κι ὁ Πλστης ττε ἐκλευσε κι ἦρθε στὸν κσμο κτω
κι ἐπισε χῶμα καὶ νερὸ ἀπὸ τῆς γῆς τὸν πτο·
κι ἐκ τὸν πηλν των ἔκαμε τὸν πρῶτο τῶν ἀνθρπων.                   425

{Ἀτς του τὸν ἐποησε, εὐλγησε κι ἔγιν τον.}
Λοιπὸν ἀπεὶν τὸν ἄνθρωπον ἔπλασε κι ἔκαμ τον,
θτει τὸν ὄψια τῆς γῆς ἐκεῖ κι ἐκομησ τον·
κι ἐκ / τὴν δεξιν του τὴν πλευρὰ ἕνα πλευρὸν ἐβγνει
καὶ τὴν γυνακαν ἔπλασε κι ἐκ τῶν ὀστων του βνει                     430
κι εἶπεν: “Ἐγερεσθε ἐκ τῆς γῆς”, κι ἐγρθησαν κι ἐστκαν·
κι εἶπε τὸν ἄνθρωπον Ἀδὰμ καὶ Εὔα τὴν γυνακα.
Κι Ἀδὰμ πραυτα ἐλλησε: “Ὀστοῦν ἐκ τὰ ὀστ μου
καὶ σρκα ἐκ τὴν σρκα μου κι αἷμα ἐκ τὴν καρδι μου”.
Καὶ πραυτα ἐσμξασιν μὲ παρρησιὰ μεγλη                                   435
κι ἔλαμπαν εἰς τὴν ὀμορφι, ὡς τοῦ ἡλιοῦ τὰ κλλη.
Κι εὐλγησ τους εἰς τὴν γῆν τὸ σπρμα τους νὰ μνη,
στὴν οἰκουμνη πντοτες ν᾿ αὐξανη, νὰ πληθανη·
καὶ μσα στὴν παρδεισον ἀτς του ἔβαλν τους
κι ὅλη τοὺς τὴν ἐχρισε κι ἀφντες ἔκαμν τους·                             440
κι εἶπεν τους: “Ὅλα τὰ δεντρὰ κι ἡ αὐλὴ τῆς παραδεσου
ἂς ἔν᾿ τῆς Εὔας σμερον κι ἐσν, Ἀδμ, δικ σου”.

Ἕνα δεντρὸ τῶν ἔδειξε κι εἶπεν των: “Τοῦτο θλω
᾿ς τοῦτο νὰ μὴν ἁπλσετε, γιατὶ ἐγὼ τὸ θλω.
Κι ἂν ἔν᾿ κι ἐσεῖς θελσετε εἰς τὸ δεντρὸ νὰ πᾶτε,                           445
ἀπνω μ του ν᾿ ἀγγσετε κι ἐκ τὸν καρπὸ νὰ φᾶτε,                           446
θνατον θλετε ντυθῆ καὶ πσειν εἰς τὸν Ἅδη                                   447
καὶ τὸ καλὸ καὶ τὸ κακὸ θλετε δεῖν ὁμδι”.                                     448
..................................Τλος λεπει..................

             &&&$$$%%%###@@@€€€

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers