Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Λαογραφικά 

Αρχαίοι: Επιγράμματα

 

    ΑΡΧΑΙΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

       ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ     

 

 

Εξήκοντα τελεί Χαριτώ λυκαβαντίδας ώρας αλλ' έτι κυανέων σύρμα μένει πλοκάμων, κάν στέρνοις έτι κείνα τα λύγδινα κώνια μαστών έστηκεν, μίτρης γυμνά περιδρομάδος και χρώς αρρυτίδωτος έτ' αμβροσίην, έτι πειθώ πάσαν, έτι στάζει μυριάδας χαρίτων. Αλλά πόθους οργώντας όσοι μη φεύγετ', ερασταί, δεύρ' ίτε,
τής ετέων ληθόμενοι δεκάδος.    
(ΦΙΛΟΔΗΜΟΣ)

Εξήντα πια η Χαριτώ,
μα τα σγουρά μαλλιά της μένουν ακόμα μαύρα και τα βυζιά της υψώνονται αλαβάστρινα,
γυμνά, χωρίς στηθόδεσμο,
από τ' αρυτίδωτο δέρμα της, σταλάζουνε, γοητεία κι αμβροσία,
χιλιάδες χάριτες αναβλύζουν.
Εσείς οι φλογεροί εραστές,
όσοι λαχταράτε πόθους δυνατούς,
σπεύστε και ξεχάστε τις δεκάδες των ετών.

 

 

Αισχύλον Ευφορίωνος Αθηναίον τόδε κεύθει μνήμα καταφθιμένον πυροφόροιο Γέλα. Αλκήν δ' ευδόκιμον Μαραθώνιον 'Αλσος άν είποι καί βαθυχαιτήεις Μήδος επιστάμενος.       (ΑΙΣΧΥΛΟΣ)

Τον Αθηναίο Αισχύλο, γιο του Ευφορίωνα, σκεπάζει τούτο το μνήμα, που πέθανε στη σιτοφόρο Γέλα. Για την εξαιρετικήν ανδρεία του μάρτυρες, το Μαραθώνιον 'Αλσος κι ο πυκνομάλλης Πέρσης, που τη γνώρισεν από τη καλή.

 

 

Έσταθι τάδε, κράνεια βροτοκτόνε, μηδ' έτι λύτρον χάλκεον αμφ' όνυχα στάζε φόνων δαΐων, άλλ' ανά μαρμαρέον δόμον ημένα αιπύν Αθάνας, αγγέλειν ανόρεαν
Κρητός Εχεκρατίδα. 
(ΑΝΥΤΗ)

Εδώ ανατέθηκε το ανθρωποκτόνο δόρυ, που πρέπει πια να σταματήσει η χάλκινη αιχμή του, να στάζει το αίμα των εχτρών κι ας αναπαυτεί στο μαρμάρινο ναό της Αθηνάς, διαλαλώντας τη δόξα του Κρητικού πολεμιστή, Εχεκρατίδα. 

 

 

Ο Λύκτιος Μένιτας τά τόξα ταύτ' επειπών έθηκε. "Τή κέρας τοί δίδωμι καί φαρέτρην, Σαράπι. Τούς δ' οϊστούς έχουσιν Εσπερίται".
              (ΚΑΛΛΙΜΑΧΟΣ)             

Ο Μένιτας από τη Λύκτο αναθέτει τα τόξα τούτα. "Το κέρας αφήνω μόνο και την άδεια μου φαρέτρα, στον Σαράπι. Τις αιχμές των βελών τις έχουν (στα κορμιά τους) οι Εσπερίται".

 

 

Ιφίων τοδ' έγραψε Κορίνθιος, ουκ ένι μώμος χερσίν, επεί δόξας έργα πολύ προσφέρει.        (ΙΦΙΩΝ)

Τούτο 'δω το σκάλισε Ιφίων ο Κορίνθιος. Μη κατηγορήσεις τα χέρια του, γιατί για έργα δόξας πιότερο, είναι πλασμένα.


------------------------------------


 -----------------------------------------

                                    ΑΝΩΝΥΜΑ

 

 

 

Οίδε πότ' Αιγαίοιο βαθύρροον οίδμα πλέοντες Εκβατάνων πεδίω κείμεθ' ενί μεσάτω. Χαίρε, κλυτή ποτέ πατρίς, Ερέτρια, χαίρετ' Αθήναι,
γείτονες Ευβοίης,
χαίρε θάλασσα φίλη.

Αυτοί που κάποτε του Αιγαίου το βαθύρροο κύμα πέρασαν, καταμεσίς στων Εκβατάνων τη πεδιάδα είναι θαμμένοι. Χαίρε, κάποτε ξακουστή πατρίδα Ερέτρια, χαίρετ' Αθήναι, γείτονες της Εύβοιας,
χαίρε θάλασσα αγαπημένη.

 

 

Τώνδέ ποτ' εν στερνοίσι τανυγλώχινας οϊστούς λούσεν φαίνισσα θούρος 'Αρης ψακάδι. Αντί δ' ακοντοδόκων ανδρών μνημεία θανόντων άψυχ' εμψύχων άδε κέκευθε κόνις.

Κάποτ' ο άγριος 'Αρης έπλυνε τις μυτερές του αιχμές μ' αίμα κατακόκκινο, καρφώνοντάς τες στα στήθη τούτων. Τούτο τ' άψυχο μνήμα, αντί ζωντανούς, σκεπάζει κονταροχτυπημένα παλικάρια.      

 

 

 -Τίς άδε;
 -Βάκχα.
 -Τίς δέ νιν ξέσε;
 -Σκόπας.
 
-Τίς δ' εξέμηνε,
 Βάκχος ή Σκόπας;
 -Σκόπας.                  

 -Ποια είν' αυτή εδώ;
 -Η Βάκχα.
 -Ποιος τη σκάλισε;
 -Ο Σκόπας.
 -Ποιος την έκαμε τρελή,
 ο Βάκχος ή ο Σκόπας;
 -Ο Σκόπας.

 

 

Βοΐδιον ηυλητρίς και Πυθιάς, αί ποτ' ερασταί, σοί, Κύπρι, τας ζώνας τάς τε γραφάς έθεσαν. Έμπορε και φορτηγέ, τό σόν βαλλάντιον οίδεν και πόθεν αι ζώναι και πόθεν οι πίνακες.

Η αυλητρίδα Βοΐδιον κι η Πυθιάς, κάποτε πολυαγαπημένες, αφιερώσανε σε σένα, Αφροδίτη, τις ζώνες και τα πορτραίτα τους. Έμπορα και καπετάνιε, η τσέπη σου ξέρει πως γίνανε κι οι ζώνες και τα πορτραίτα.

 

 

Ούτω μοι, μελία ταναά, ποτί κίονα μακρόν ήσο πανομφαίω Ζηνί μένουσ' ιερά. Ήδη γάρ χαλκός τε γέρων αυτά τε τέτρυσαι πυκνά κραδαινόμενα δαΐω εν πολέμω.

Εκεί να μείνεις, πλάι στον μεγάλο κίονα, δόρυ μου ένδοξο, αφιερωμένο, στον ιερό ναό του Δία. Η μπρούτζινη άκρη σου γέρασε πια κι εσύ φθάρθηκες από τους πολλούς κραδασμούς του πολέμου.

 

 

Τών αυτού τις έκαστος απολλυμένων ανιάται. Νικόδικου δέ φίλοι και πόλις ήδε γ' όλη.        

Καθένας θρηνεί τους δικούς του χαμένους. Τον Νικόδικο τονε κλαίνε οι αγαπημένοι φίλοι κι ολάκερη η πόλη.

 

 

Χαίρει τις, Θεόδωρος επεί θάνον. 'Αλλος επ' αυτώ χαιρήσει. Θανάτω πάντες οφειλόμεθα.

Χαίρεται κάποιος Θεόδωρος για τον θάνατό μου. Για κείνου άλλος θα χαρεί. Όλοι χρωστάμε το θάνατό μας.

 

 

'Ανθρωπ', ου Κροίσου λεύσεις τάφον, αλλά γάρ ανδρός χερνητέω μικρός τύμβος.
Εμοί δ' ικανός.

'Ανθρωπε, δε βλέπεις του Κροίσου τον τάφο, αλλά το μικρό μνήμα ενός χειρώνακτος μεροκαματιάρη.
Σε μένα όμως είν' αρκετό.

 

 

Ουκ επιδών νυμφεία λέχη
κατέβη τον άφυκτον, Γόργιππος, ξανθής Φερσεφόνης θάλαμον.

Πριν δει γυναίκα στο κρεβάτι του ο Γόργιππος, μπήκε για πάντα στον σκοτεινό θάλαμο της ξανθής Περσεφόνης.

 

 

Θηρών μέν κράτιστος εγώ,
θνατών δ' όν εγώ νύν φρουρώ τώδε τάφω λάινος εμβεβαιώς.
'Αλλ' ει μή θυμόν γε Λέων
εμόν ως όνομ' είχεν,
ουκ άν εγώ
τύμβω τώδ' επέθηκα πόδας.

Ο βασιλιάς των θηρίων είμαι 'γω,
μαρμάρινος τώρα φρουρώ τον άριστο νέο, στεκάμενος στον τάφο του.
Αν όμως ο Λέων δεν είχε ψυχή γενναία
όπως τ' όνομά του,
εγώ σε τούτον εδώ τον τάφο,
δε θα πατούσα τα ποδάρια μου.

 

 

Οι μέν εμέ κτείναντες ομοίων αντιτύχοιεν, Ζευ ξένι'. Οι δ' υπό γάν θέντες όναιντο βίου.

Αυτοί που με σκοτώσανε να πάθουνε τα ίδια, Ξένιε Δία. Είθε να ευτυχήσουν αυτοί που με θάψανε. 

_______________________

____________________________

                    

            ΕΠΙΓΡΑΜΜΑΤΑ ΤΟΥ

ΣΙΜΩΝΙΔΗ ΤΟΥ ΚΕΙΟΥ

Ό τοι Χρόνος οξύς οδόντας και πάντα ψήχει και τα βιαιότατα.

Ο Χρόνος έχει γερά δόντια κι όλα τα μασά, ακόμα και τα σκληρότατα.

 

 

Ει δ' άρα τιμήσαι θυγάτερ Διός, όστις άριστος, Δήμος Αθηναίων εξετέλεσσε μόνος.

Αν σκόπευες να τιμήσεις τον άριστο, κόρη του Διός, Η πόλη της Αθήνας το 'καμε από μόνη της.

 

 

Ουδέ καλάς σοφίας εστίν χάρις ει μή τις έχει σεμνάν υγείαν.

Ούτε κι η σοφία έχει χάρη, αν λείπει η καλή υγεία.

 

 

Τό γάρ γεγενημένον, ουκέτ' άρεκτον έσται.

Ό,τι έγινε, πλέον
δε ξεγίνεται.

 

 

Τό δοκείν και τάν αλάθειαν βιάται.

Η εντύπωση βιάζει και την αλήθεια.

 

 

Τίς γάρ αδονάς άτερ θνατών βίος ποθεινός ή ποία τυραννίς;
Τάς άτερ ουδέ Θεών
ζηλωτός αιών.

Ποια ζωή ή ποιά εξουσία
είναι ποθητή χωρίς ηδονή;
Χωρίς αυτή κανείς δε θα ζήλευε ούτε την αιώνια ζωή των αθανάτων Θεών.

 

 

Έστι και σιγάς ακίνδυνον γέρας.

Υπάρχει και σιωπής ακίνδυνο βραβείο.

 

 

Ο δ' αύ θάνατος κίχε καί τόν φυγόμαχον.

Κι αυτόν που αποφεύγει τη μάχη τονε βρίσκει αργότερα ο θάνατος.

 

 

Ελλήνων προμαχούντες Αθηναίοι Μαραθώνι, χρυσοφόρων Μήδων εστόρεσαν δύναμιν.

Πολεμώντας για τους Έλληνες στον Μαραθώνα, οι Αθηναίοι, ισοπέδωσαν την δύναμη των πλουσίων Περσών.

 

 

Ω ξειν', αγγέλλειν Λακεδαιμονίοις, ότι τήδε κείμεθα, τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι.

Ξένε διαβάτη μήνυσε στους Σπαρτιάτες, πως είμαστε 'δω πεσμένοι πιστοί στα δικά τους προστάγματα.

------------------------------------

------------------------------------------

                                                       
                              (ΡΟΥΦΙΝΟΥ)

 

Ουκέτι παιδομανής, ως πρίν ποτε νύν δέ καλούμαι θηλυμανής καί νύν δίσκος εμοί κρόταλον, αντί δέ μοι παίδων αδόλου χροός ήρεσε γύψου χρίματα καί φύκους άνθος επεισόδιον. Βοσκήσει δελφίνας ο δενδροκόμης Ερύμανθος καί πολιόν πόντου κύμα θοάς ελάφους.

Δεν αγαπώ πια τ' αγόρια, τώρα λιώνω για τα κορίτσια κι αντί για δίσκο, προτιμώ το κρόταλο, αντί για το τριχωτό δέρμα των αγοριών, μου αρέσει το χρώμα της πούδρας και το εξαιρετικόν άνθος του φυκιού. Δελφίνια θα βοσκήσει ο δασωμένος Ερύμανθος και ταχιά λαφάκια θα τρέχουν πάνω στ' αφρισμένο κύμα.

 

 

Λουσάμενοι, Προδίκη,
πυκασώμεθα καί τόν άκρατον έλκωμεν κύλικας μείζονας αιρόμενοι.
Βαιός ο χαιρόντων εστίν βίος, είτα τα λοιπά γήρας κωλύσει,
καί τό τέλος θάνατος.
 

Ας νιφτούμε Προδίκη, ας στολίσουμε μ' ανθούς τα κεφάλια μας κι ας γεμίσουμε ξέχειλα τα μεγάλα ποτήρια μ' ανέρωτο κρασί. Μικρές είν' οι χαρές της ζωής, όλα τούτα τα παίρνουνε τα γηρατειά και στο τέλος είν' ο θάνατος.

 

 

Ευρώπης τό φίλημα, και ήν άχρι χείλεος έλθη, ηδύ γε, κάν ψαύση μούνον άκρου στόματος, ψαύει δ' ουκ άκροις τοίς χειλέσιν, άλλ' ερύσασα το στόμα την ψυχήν εξ ονύχων ανάγει.

Το φίλι της Ευρώπης είναι γλυκύ, ακόμα κι αν με τις άκρες των χειλιών της αγγίξει λιγάκι το στόμα σου, δε τ' αγγίζει μόνο με τα χείλη, μόλις σου γλυκοφράξει το στόμα, ξεσηκώνει τη ψυχή σου από τ' ακράνυχα.

 

 

Ουκ έλεγον, Προδίκη, "Γηράσκομεν"; Ου προεφώνουν "Ήξουσιν ταχέως αι διαλυσίφιλοι"; Νύν ρυτίδες και θρίξ πολιή καί σώμα ρακώδες και στόμα τάς προτέρας ουκέτ' έχον χάριτας. Μή τίς σοι, μετέωρε, προέρχεται ή κολακεύων λίσσεται; Ως δέ τάφον σε παρερχόμεθα.

Δε στα 'λεγα Προδίκη, "Γερνάμε"; Δε πρόβλεπα "Θα 'ρθουνε γοργά κείνοι που θα μας χωρίσουν"; Τώρα ρυτίδες, κάτασπρα μαλλιά κι ερείπιο κορμί και το στόμα δεν έχει πια τη προτινή του χάρη. Σε πλησιάζει τώρα, άστατη, κανείς; Πέφτει στα πόδια σου να σε παρακαλέσει; Τώρα σε προσπερνάμε σα να 'σαι τάφος.

 

 

Πυγάς αυτός έκρινα τριών, είλοντο γάρ αυταί, δείξασαι γυμνήν αστεροπήν μελέων. Καί ρ' ή μέν τροχαλοίς σφραγιζομένη γελασίνοις λευκή από γλουτών ήνθεεν ευαφίη. Τής δέ διαιρομένης φαινίσσετο χιονέη σάρξ, πορφυρέοιο ρόδου μάλλον ερυθρότερη. Η δέ γαληνιόωσα χαράσσετο κύματι κωφώ, αυτομάτη τρυφερώ χρωτί σαλευομένη. Ει ταύτας ο κριτής ο Θεών εθεήσατο πυγάς, ουκέτ' άν ουδ' εσιδείν ήθελε τάς προτέρας.

Έκρινα ο ίδιος τα πισινά τριων κοριτσιών
που με διαλέξανε κριτή και μου δείξανε
τη γυμνήν ομορφιά τους.
Της πρώτης, σφραγισμένοι μ' ολοστρόγγυλα λακκάκια, ανθούσαν οι λευκοί γλουτοί απαλότατα.
Της δεύτερης η χιονάτη σάρκα που παλλόταν, γινότανε πιο πορφυρή κι από ρόδο. Της τρίτης το πισινάκι ασάλευτο σα γαλήνια θάλασσα κι αν έτρεμε λιγάκι, νόμιζες πως λικνίζεται μ' απαλό κύμα.
Αν ο Πάρις είχε δει αυτά τα πισινά,
δε θα 'θελε να ξαναδεί πια τις Θεές.

 

 

Ήρισαν αλλήλοις Ροδόπη, Μελίτη, Ροδόκλεια, των τρισσών τίς έχει κρείσσονα μηριόνην καί με κριτήν είλοντο καί ως Θεαί αι περίβλεπτοι έστησαν γυμναί, νέκταρι λειβόμεναι. Και Ροδόπης μέν έλαμπε μέσος μηρών πολύτιμος οία ροδών πολλώ σχιζόμενος ζεφύρω .(..) Της δέ Ροδοκλείης υάλω ίσος, υγρομέτωπος οία καί εν νηώ πρωτογλυφές ξόανον. Αλλά πέπονθε Πάρις διά τήν κρίσιν ειδώς, τάς τρείς αθανάτας ευθύ συνεστεφάνουν.

Μάλωναν η Ροδόπη, η Μελίτη κι η Ροδόκλεια, ποια από τις τρεις έχει πιο όμορφο μουνάκι κι όρισαν κριτή εμένα και σαν Θεές πανέμορφες μου στήθηκαν γυμνές, αρωματισμένες με νέκταρ. Της Ροδόπης, έλαμπε πολύτιμο ανάμεσα στους μηρούς, σα ροδώνας που σείεται  από ισχυρό ζέφυρο. (..) Της Ροδόκλειας, σα κρύσταλλο, υγρό κι όλο δροσιά, σαν άγαλμα που μόλις λαξεύτηκε και το βάλανε στον ναό. Αλλά ξέροντας καλά τι έπαθεν ο Πάρης από τη κρίση του, εγώ στεφάνωσα και τις τρεις θεές.

 

 

Μήτ' ισχνήν λίην περιλάμβανε μήτε παχείαν, τούτων δ' αμφοτέρων τήν μεσότητα θέλε. Τή μέν γάρ λείπει σαρκών χύσις, η δέ περισσήν κέκτηται. Λείπον μή θέλε, μηδέ πλέον.

Μην αγκαλιάζεις πολύ λεπτή, μήτε παχιά, από τις δυο αυτές να θες το μέσον.
Της μιας της λείπει σάρκα
κι η άλλη έχει παραπανίσια.
Μην επιδιώκεις το παραπάνω μήτε το λειψό.

 

 

Μισώ τήν αφελή, μισώ τήν σώφρονα λίαν. Η μέν γάρ βραδέως, ή δέ θέλει ταχέως.

Μισώ την εύκολη και τη πολύ μετρημένη.
Η μια το θέλει αργά-αργά κι η άλλη
αμέσως.

 

 

Εκβάλλει γυμνήν τις,
επήν εύρη ποτέ μοιχόν,
ως μή μοιχεύσας, ως από Πυθαγόρου, είτα τέκνον, κλαίουσα κατατρίψεις
τό
πρόσωπον και παραριγώσεις μαινομένου προθύροις;
Έκμαξαι, μή κλαίε, τέκνον.
Χευρίσομεν άλλον, τόν μή καί τό βλέπειν ειδότα καί το δέρειν.

Βγάζει ποτέ κανείς τη γυναίκα του γυμνή, όταν τη πιάσει άπιστη, λες και δεν το 'κανε κι ο ίδιος, λες κι είναι μαθητής του Πυθαγόρα, έπειτα κορίτσι μου, με το κλάμα θα χαλάσεις το πρόσωπό σου και θα ξεπαγιάσεις έξω από την πόρτα του τρελού;
Σκουπίσου και μη κλαις κορίτσι μου,
θα βρούμε άλλον που δε θα ξέρει μήτε να βλέπει, μήτε να δέρνει.

 

 

Παρθένος αργυρόπεζος ελούετο, χρυσέα μαζών χρωτί γαλακτοπαγεί μήλα διαινομένη. Πυγαί δ' αυτόμαται περιηγέες ειλίσσοντο, ύδατος υγροτέρω χρωτί σαλευόμεναι. Τον δ' υπεροιδαίνοντα κατέσκεπε πεπτάμενη χείρ ούχ' όλον Ευρώταν, άλλ' όσον ηδύνατο.

Νιβόταν ασημόποδη παρθένα και δρόσιζε τ' ολόχρυσα μήλα των μαστών της με τη πάλλευκην επιδερμίδα. Τ' ολοστρόγγυλο κωλαράκι της αργοσάλευε με χάρη, καθώς το δέρμα της αναρριγούσε από το νερό.
Με το χέρι πάσχιζε να καλύψει το φουσκωμένο μουνάκι, όχι ολάκερο,
όσο μπορούσε.

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers