-

Dali &

-


-









/




 
 

 

: V

     Σε τοτο το ρθρο χω συγκεντρσει Επιγρμματα, σα τουλχιστον μπρεσα να μαζψω, τους χω κνει μιαν απλωτ μετφραση, τσο σο να μπορσω να τα κνω μμετρα και με ρμα και πνω κει χω λιγκι υπερβε τα εσκαμμνα, για το πετχω. Φυσικ δεν το κατφερα σε λα - λα, μα στα περισστερα εξ αυτν. Στα προηγομενα ρθρα αφο μλησα για συλλογς, ανθολογες, παρελειπμενα χρσιμα, για την ιστορα των επιγραμμτων, για τους δημιουργος των -σους τουλχιστον κατφερα να βρω στοιχεα- εδ παραθτω τα δια τα Επιγρμματα κι ελπζω να τχω... επιεκειας και καλς αντιμετπισης. Ελπζω επσης να το διασκεδσετε με τη καρδι σας γιατ πραγματικ εναι απστευτα ργα τχνης, ειδικ μερικ εναι... κολασμνα καλ!  Σημειωτον, 2-3 δεν εναι δικ μου η μετφραση, δεν ξρω δεν θυμμαι τνος εναι, γιατ κποτε απ ναν τρκερ εχα κατεβσει μερικ. Αν κποιος/α γνωρζει κτι για κενα, ας μου το πει και θα το διορθσω αμσως και με χαρ μου.
     Λοιπν σαν μνη οδηγα που 'χω να δσω εναι, πως τα επιγρμματα εναι βσει αλφαβητικς σειρς των δημιουργν των και το αρχαο κεμενο εναι μπλε σκορο, πλγιας γραφς, εν η μετφραση, ευθεα γραφ και κκκινη. Αυτ και πμε λοιπν μαζ παρεολα...
Π. Χ.


================================

                   ΑΓΑΘΙΑΣ

Ει ποτ μεν κιθρης επαφσατο πλκτρον ελοσα
κορη, Τερψιχρης αντεμλιζε μτοις.
Ει ποτ δε τραγικ ροιζματι ρξατο φωνν,
αυτς Μελπομνης βμβον απεπλσατο.
Ε δε και Αγλαης κρσις στατο, μλλον αν αυτ
Κπρις ενικθη, κν εδκαζε Πρις.
Σιγ εφ' ημεων, να μη Δινυσος ακοσας
των Αριαδνεων ζλον χοι λεχων.

Αν παξει με τη λρα της η κρη,
τη μελωδα θα φθονε κι η Τερψιχρη.
Αν τραγικος στχους μιλε σα μαγεμνη,
θα λες τι ακος τη Μελπομνη.
Σε κρσεις ομορφις και με κριτ τον Πρη,
την Αφροδτη θα νικοσε και στη χρη.
Σιωπ μπως κι ο Δινυσος φθονσει,
που χω την Αριδνη μου αγαπσει!


                     
ΑΙΣΧΥΛΟΣ

Αισχλον Ευφορωνος Αθηναον τδε κεθει
μνμα καταφθιμνον πυροφροιο Γλα.
Αλκν δ' ευδκιμον Μαραθνιον λσος ν εποι
κα βαθυχαιτεις Μδος επιστμενος.

Τον Αθηναο Αισχλο τ' Ευφορωνα σκπει τοτο το χμα,
στη καρπερ που πθανε, τη σιτοφρο Γλα.
Για την αντρει του μρτυρες, ο σγουρομλλης Πρσης
που τηνε γνρισε καλ, και τ' λσος Μαραθνα.

                           ΑΛΚΜΑΝ

Εὕδουσι δ᾽ ὀρων κορυφα τε καὶ φραγγες
προνς τε καὶ χαρδραι
φῦλ τ᾽ ἑρπτ᾽ ὅσα τρφει μλαινα γαῖα
θῆρς τ᾽ ὀρεσκῷοι καὶ γνος μελισσᾶν
καὶ κνδαλ᾽ ἐν βνθεσσι πορφυρας ἁλς·
εὕδουσι δ᾽ οἰωνῶν φῦλα τανυπτεργων.

Κοιμονται γκρμια, κορυφς, φαργγια και βουν,
κοιμονται τα σερνμενα, στη μαρη γης χωμνα,
κοιμονται οι μλισσες και τ' γρια θερι,
κοιμονται σα τρφει η γης, στο βθος ξαπλωμνα
του πντου κτη πορφυρ, και ξω στη στερι,
κοιμονται και αυτ τα μακρυφτρουγα πουλι.

Οὔ μ' ἔτι, παρθενικαὶ μελιγρυες ἱαρφωνοι,
γυῖα φρην δναται· βλε δὴ βλε κηρλος εἴην,
ὅς τ' ἐπὶ κματος ἄνθος ἅμ' ἀλκυνεσσι ποτται
νηδεὲς ἦτορ ἔχων, ἁλιπρφυρος ἱαρὸς ὄρνις.

Ω! πια δε μου βαστον τα γνατ μου λλο,
γλυκλαλες, μελρρυτες παρθνες, πως πρτα,
θα 'θελα να 'μουν αλκυν στο κμα το μεγλο,
να γλεφω πνω τον αφρ ξυστ λαφροπετντα',
με τ' λλα αλκυονπουλα κι τρομος στη καρδι μου,
την νοιξη να προμην στα ροδογλαζα φτερ μου.

Πολλκι δ᾽ ἐν κορυφαῖς ὀρων, ὅκα
σιοῖσι ϝδηι πολφανος ἑορτ,
χρσιον ἄγγος ἔχοισα, μγαν σκφον,
οἷ τε ποιμνες ἄνδρες ἔχοισιν,
χερσὶ λεντεον ἐν γλα θεῖσα
τυρὸν ἐτρησας μγαν ἄτρυφον ἀργεφνταν.

Στα κορφοβονια τα ψηλ, πολλς φορς,
εκε ποποτε χαρονται θεο και οι θες,
κρατντας μαλαμτινο στο χρι αγγεο
τραν σαν κενο που 'χουν οι βοσκο,
ρμεξες μνη, λιονταρσιο γλα απ κει,
κι φτιαξες χλωροτρι μορφο και θεο.

                      ΑΜΜΙΑΝΟΣ

Εἴη σοι κατὰ γῆς κοφη κνις, οἰκτρὲ Ναρχε,
ὄφρα σε ῥηιδως ἐξερσωσι κνες.

Το χμα, Ναρχε σκληρ, να το 'χεις ελαφρ σου,
για να ξεθψουν εκολα οι σκλοι το κορμ σου.


Εἰ βολει τὸν παῖδα διδξαι ῥτορα, Παῦλε,
ὡς οὗτοι πντες, γρμματα μὴ μαθτω.

Ρτωρ, σαν λλοι, να γενε, αν θλει το παιδ σου,
Παλε, στο αγρμματο, η ευθνη γιεδικ σου.

Οἴει τὸν πγωνα φρενῶν ποιητικὸν εἶναι
καὶ διὰ τοῦτο τρφεις, φλτατε, μυιοσβην.
κεῖρον ἐμοὶ πεισθεὶς ταχως· οὗτος γὰρ ὁ πγων
φθειρῶν ποιητς, οὐχὶ φρενῶν γγονεν.

Τρφεις το μοσι φλε μου και το 'χεις για σοφα,
θαρρες πως εναι ποηση και το 'χεις να καυχισαι.
Ταχι σπεσε και ξριστο, ο πγων εν' εστα
ψειρν κι λλων ρυπαρν, σο και να χτυπισαι. 

            ΑΝΤΙΠΑΤΡΟΣ Ο ΣΙΔΩΝΙΟΣ

Ο πριν εγ και ψρα και αρπκτειραν ερκων σπρματος
υψιπετ Βιστοναν γρανον, ρινο χερμαστρος
εστροφα κλα τιτανων, Αλκιμνης, πτανν εργον
πωθε νφος, και με τις αυττειρα παρ σφυρ
διψς χιδνα σαρκ τον εκ γενων πικρν ενεσα
χλον ηλου χρωσεν, δ' ως τα κατ' αιθρα
λεσσων τουμ' ποσν ουκ ιδην πμα κυλινδμενον.

Ο Αλκιμνης, εμαι γω π' εν ξυπνα τη σφεντνα μου
τεντνοντας, ψαρνια και Βιστνους γερανος
που ψλαθε ορμνε στη σπορ, -λο το φτερωτ
τους σννεφο- απωθοσα, διψς οχι με δγκωσε στο πδι.
Στη σρκα μου περνντας το φαρμκι, τον λιο μου 'κλεψε.
Τα μτια μου στον ουραν εχα στραμμνα και δεν εδα
τον λεθρο, που πουλα στα πδια φιδοσρνει.

                     ΑΝΥΤΗ

Θάεο τὸν Βρομίου κεραὸν τράγον, ὡς ἀγερώχως
ὄμμα κατὰ λασιᾶν γαῦρον ἔχει γενύων
κυδιόων ὅτι οὗ θάμ᾿ ἐν οὔρεσιν ἀμφὶ παρῇδα
βόστρυχον εἰς ῥοδέαν Ναῒς ἔδεκτο χέρα.

Για δες το Βρμιο τργο με τα κρατα μεγλα,
πως μας κοιτ καμαρωτς κουνντας το γενκι,
αφο η Νας με το τριανταφυλλνιο της χερκι.
συχν τους βστρυχος του τους πυκνος γαργλα.

Μνᾶμα τόδε φθιμένου μενεδαΐου εἵσατο Δᾶμις
ἵππου, ἐπεὶ στέρνον τοῦδε δαφοινὸς Ἄρης
τύψε, μέλαν δέ οἱ αἷμα ταλαυρίνου διὰ χρωτός
ζέσσ᾿, ἐπὶ δ᾿ ἀργαλέᾳ βῶλον ἔδευσε φονᾶ.

Ο Δμης στησε το μνμα τοτο, νχει
το γενναο του τι πουπεσε στη μχη.
Στο στρνο τρθη, πτισε το ξερ χμα
το αμα που 'χυσε, το ερωστο το σμα.

Ἑρμᾶς τᾷδ᾿ ἕστακα παρ' ὄρχατον ἠνεμόεντα
ἐν τριόδοις πολιᾶς ἐγγύθεν ἀιόνος,
ἀνδράσι κεκμηῶσιν ἔχων ἄμπαυσιν ὁδοῖο·
ψυχρὸν δ᾿ ἀχραὲς κράνα ὑποπροχει.

Εμ' ο Ερμς. Με στσανε σ' αυτν εδ τον τοχο,
στον κπο μες στο τρστρατο, για να γροικ τον χο
τ' ανμου στη κατλευκη, απ' τα κματα, ακτ.
Ανπαψου περαστικ, νερκι πιες απ' τη πηγ.

Πολλκις τδ' ολοφυδν κρας επ σματι Κλενα
μτηρ ωκμορον παιδ' εβασε φλαν,
ψυχν αγκαλουσα Φιλαινδος, προ γμοιο
χλωρν υπρ ποταμο χεμ' Αχροντος βα.

Πολλκις μταια στης θυγατρς το μνμα
τ' γουρου χρου της, παρθνο θμα,
η δλια η Κλενα φναζε να μη διανσει,
η Φιλαινδα της η νια, ποχε κινσει,
το μαυρνερο τ' Αχροντα, μα να γυρσει.

ζευ πας υπ καλ δφνας ευθαλα φλλα,
ωραου τ' ρυσαι νματος αδ πμα,
φρα τοι ασθμανοντα πνοις θρεος φλα γυα
αμπασης, πνοι τυπτμενα Zεφρου.

ποιος κι αν εσαι κθισε στης δφνης τη σκιολα,
απλαυσ τη τη δροσι, απ' τα ωραα φλλα,
πιες απ' το γργαρο νερ, στη δροσερ πηγ
και ξεκουρσου απ' το κμα στου ανμου τη χνο.

σταθι τδε, κρνεια βροτοκτνε, μηδ' τι
λτρον χλκεον αμφ' νυχα στζε φνων δαων,
λλ' αν μαρμαρον δμον ημνα αιπν Αθνας,
αγγλειν ανρεαν Κρητς Εχεκρατδα.

Εδ ανετθη το φονικ δρυ, που πρπει
να πψει να στζει η χλκινη λεπδα,
πια το αμα των εχτρν. Ανπαψ του,
στης Αθηνς το μαρμαρνιο τον να λαλντας,
τη δξα του Κρητς πολεμιστ, Εχεκρατδα.

               ΑΝΩΝΥΜΑ

 -Τς δε;
 -Βκχα.
 -Τς δ νιν ξσε;
 -Σκπας.
 -Τς δ' εξμηνε, Βκχος Σκπας;
 -Σκπας.  

 -Ποι εν' αυτ εδ;
 -Η Βκχα.
 -Ποιος τη σκλισεν;
 -Ο Σκπας.
 -Ποιος την καμε μαινδα,  ο Βκχος ο Σκπας;
 -Ο Σκπας.

Εθ' νεμος γενμην, 
συ δε σας στεχουσα παρ' αυγς
στθεα γυμνσαις,
και με πνοντα λβοις.

νεμος να γινμουνα μακρι,

και την αυγ να περπατ εκε
που γδνεται τα στθια της αυτ
και μνα στην αγκλη της να πρει.

Βοδιον ηυλητρς και Πυθις, α ποτ' εραστα,
σο, Κπρι, τας ζνας τς τε γραφς θεσαν.
μπορε και φορτηγ, τ σν βαλλντιον οδεν
και πθεν αι ζναι και πθεν οι πνακες.

Βοδιον η αυλητρς κι η Πυθις, πολυαγαπημνες,
σ' αφιερσαν Κπριδα, ζνες τους και πορτρατα.
μπορα και καπετνιε, οι τσπες οι αδειασμνες,
ξρουν πως γνανε και ζνες και πορτρατα.

Οτω μοι, μελα τανα, ποτ κονα μακρν
σο πανομφαω Ζην μνουσ' ιερ.
δη γρ χαλκς τε γρων αυτ τε ττρυσαι
πυκν κραδαινμενα δαω εν πολμω.

Εκε μενε στον κονα, δρυ μου δοξασμνο,
πλι, στον ιερ να του Δα αφιερωμνο.
Η κρη σου η χλκινη εφθρη αγαπητ μου
κι εσ πια γρασες πολ για... κραδασμος πολμου.

Τν αυτο τις καστος απολλυμνων ανιται.
Νικδικου δ φλοι και πλις δε γ' λη. 

Καθνας θρηνε τους δικος του νεκρος, πως λοι.
Τον Νικδικο κλαν' οι δικο του κι ολκερη η πλη.

Ει τις γμας πλι δετερα λκτρα δικει
ναυηγς πλει δις βυθν αργαλον.

Αν ποιος χρισε με μια, γυνακα παρνει κι λλη,
σα ναυαγς που σ' ωκεαν βουτ ξαν, με το κεφλι!

Χαρει τις, Θεδωρος επε θνον.
λλος επ' αυτ χαιρσει.
Θαντω πντες οφειλμεθα.

Κποιος Θδωρος στη θαν μου γελει.
Για κεινο θα χαρε κποιος λλος.
Ο καθες τη θαν του σε κποιον χρωστει...

Ουκ επιδν νυμφεα λχη κατβη τον φυκτον,
Γργιππος, ξανθς Φερσεφνης θλαμον.

Προτο σε κλνη, ο Γργιππος, να δει γυνακας σμα,
τη Περσεφνη αντμωσε, βαθι στο μαρο χμα.

Ἀλφειοῦ στμα φεῦγε · φιλεῖ κλπους Ἀρεθοσης
πρηνὴς ἐμππτων ἁλμυρὸν ἐς πλαγος.

Απφυγε αλμυρ φιλ του Αλφειο στο στμα
γιατ φιλ τ'ς Αρθουσας τον κλπο της ακμα.


Οδε πτ' Αιγαοιο βαθρροον οδμα πλοντες
Εκβατνων πεδω κεμεθ' εν μεστω.
Χαρε, κλυτ ποτ πατρς, Ερτρια,
χαρετ' Αθναι, γετονες Ευβοης,
        χαρε θλασσα φλη.

Αυτο που κποτε του Αιγαου το βαθρροο κμα πρασαν,
καταμεσς στων Εκβατνων τη πεδιδα εναι θαμμνοι.
Χαρε, κποτε ξακουστ πατρδα Ερτρια,
χαρετ' Αθναι, γετονες της Εβοιας,
         χαρε θλασσα αγαπημνη.

Τνδ ποτ' εν στερνοσι τανυγλχινας οστος
λοσεν φανισσα θορος 'Αρης ψακδι.
Αντ δ' ακοντοδκων ανδρν μνημεα θανντων
ψυχ' εμψχων δε κκευθε κνις.

Κποτ' ο γριος ρης πλυνε τις μυτερς του αιχμς,
μ' αμα κατακκκινο, καρφνοντς τες στα στθη τοτων.
Τοτο τ' ψυχο μνμα, αντ ζωντανος,
σκεπζει κονταροχτυπημνα παλικρια.

Εἶχε κορωνοβλον πενης λιμηρὸν Ἀρστων
ὄργανον, ᾧ πτηνὰς ἠκροβλιζε χνας
ἦκα παραστεχων δολην ὁδν,οἷος ἐκενας
ψεσασαθαι λοξοῖς ὄμμασι φερβομνας.
νῦν δ’ ὁ μὲν εἰν Ἀΐδῃ· τὸ δὲ οἱ βλος ὀρφανὸν ἤχου
καὶ χερς· ἡ δ’ ἄγρη τμβον ὑπερπταται.

Με τη σφεντνα τ' σφαλτα ο Αρστων κυνηγοσε,
αφο τις παραφλαγε, και σκτωνε τις χνες.
Μχρι τον δη που 'φτασε, το βλος δε σφαλοσε,
τρα πνω απ' το μνμα του πετν ψηλ εκενες.

Θηρν μν κρτιστος εγ,
θνατν δ' ν εγ νν φρουρ
τδε τφω λινος εμβεβαις.
λλ' ει μ θυμν γε Λων
εμν ως νομ' εχεν, ουκ ν εγ
τμβω τδ' επθηκα πδας.

Λων, ο βασιλις των ζων εμαι 'γω,
τρα μαρμρινος εδ τον ριστο φρουρ,
σ' αυτ το μνμα ακομητα στημνος.
Αν μως ο Λοντας δεν ταν αντρειωμνος
ως τ' νομα, δεν θα βαζα κι εγ
τα πδια μου σ' αυτν τον τφο εδ!

Οι μν εμ κτεναντες ομοων αντιτχοιεν, Ζευ ξνι'.
Οι δ' υπ γν θντες ναιντο βου.

Δα φιλξενε, ας πθουνε τα δια,
αυτο που μ' αφαιρσαν τη ζω.
Αυτο που με κηδψαν με λουλοδια,
μακριοι, να ευτυχσουνε αυτο.

Κνων δπυχης, η γυν
δε τεσσρων, εν τη κλνη δε
των ποδν ισουμνων, σκπει,
Κνωνος που το χελος ρχεται.

Κνων, το μπι σου δυο πχες.
Τσσερις της γυνς που εχες.
Στη κλνη κι χοντας τα πδια σα,
το στμα σου θα  της πινε τα... τσσα!

Την καταφλεξπολιν Σθενελαδα,
την βαρμισθον, την τοις βουλομνοις
χρυσν αμεργομνην, γυμνν μοι
δια νυκτς λης παρκλινεν νειρος
χρι φλης ηος προκα χαριζομνην.
Ουκτι γουνσομαι την βρβαρον ουδ' επ' εμαυτ
κλασομαι, πνον χων κενα χαριζμενον.

Για Τη Σθενελαδα*
Την ακριβ εταρα που 'καψε πλεις και χωρι
κι ρμεγε το χρυσφι σων τη ποθοσα',
τζμπα την εχα γω μια ολκερη νυχτι
ως την αυγ, σε νειρο που τσο λαχταροσα.
Τρα δε θα με δει ξαν, φτωχς να της προσπσω,
να κλαω μπρος στα πδια της να τη παρακαλσω,
τι χω τον πνο φλο μου, που λα της τα κλλη
τζμπα κι απλχερα μου τα δωρε, πλι και πλι.

* Το επγραμμα αυτ εν εναι μεν Αννυμο, χει αποδοθε και στους Ρουφνο, Μελαγρο και Μρκο Αργεντριο.

Πμπω σοι μρον ηδ,
μρω παρχων χριν,
ου σο. Αυτ γαρ μυρσαι
και το μρον δνασαι.

Μρο σου στλνω υπροχο, γλυκ
κι χι σ' εσ, σε κενο κνω προσφορ.
Γιατ μπορες και στ' ρωμα εσ,
πιο μορφη να δσεις ευωδι.

Στρογγλη, ευτρνευτε, μονοατε, μακροτρχηλε,

υψαχην στειν φθεγγομνη στματι,
Βκχου και Μουσων ιλαρ λτρι και Κυθερεης,
ηδγελως, τερπν συμβολικν ταμη,
τιφθ’, οπταν νφω, μεθεις συ μοι, ην δε μεθυσθ,
εκνφεις; αδικες συμποτικν φιλην.

Μονλαβο ολοστργγυλο και καλοδουλεμνο
καντι, με ψηλ λαιμ και στμα στενεμνο,
με Κπριδος, Μουσν και Βκχου φλυαρντας,
στου συμποσου μορφη γλυκ χαμογελντας,
λογκια μεθυσμνα, και με μεθς χωρς να πιω.
Συμποτικ μου φλη μ' αδικες: με φησες στεγν!

Καὶ πυρὶ καὶ νιφετῷ με κα, εἰ βολοιο, κεραυνῷ
βλλε, καὶ εἰς κρημνοὺς ἕλκε καὶ εἰς πελγη.
Τὸν γὰρ ἀπαυδσαντα πθοις καὶ Ἔρωτι δαμντα
οὐδὲ Διὸς τρχει πῦρ ἐπιβαλλμενον.

Ρξε φωτι και κψε με, χινι και πγωσ με
και αν μου θλεις το κακ, κεραυνοβλησ με.
Πτα με αν θες απ’ τους γκρεμος στης θλασσας τα βθη
τι λλο ο ερωτπληκτος χειρτερο να πθει;

Κα πενη κα ἔρως
δο μοι κακ·
κα τ μν οἴσω κοφως,
πῦρ δ φρειν Κπριδος οὐ δναμαι.

Τη φτχεια και τον ρω
τα βσανα τα δυο,
τη φτχεια υποφρω,
στον ρωτα πον!

ὦ ξεῖν͵ εὔυδρόν ποτ ἐναίομεν ἄστυ Κορίνθου͵
νῦν δ ἅμ Αἴαντος νᾶσος ἔχει Σαλαμίς.
ἐνθάδε Φοινίσσας νῆας καὶ Πέρσας ἑλόντες
καὶ Μήδους͵ ἱερὰν Ἑλλάδα ῥυσάμεθα.

Ξνε, στην αφνει Κρινθο κποτε ζοσαμε,
τρα στου Ααντα τη Σαλαμνα εξαπλσαμε.
ταν τα πλοα των Περσν κατενικοσαμε
την μορφη πατρδα μας Ελλδα, τη γλυτσαμε

μφαξ ουκ επνευσας.τ’ ς σταφυλ,παρεπμψω.
μ φθονσης δοναι κν βραχ τς σταφδος.

Κι ταν μικρολα σουνα, μκρ σαν αγουρδα,
μ' αρνθηκες, μα κι ριμη, ποτ μου δεν σε εδα,
τουλχιστον μη μ' αρνηθες τη γεση απ σταφδα.

Γυμνν εδε Πρις με, και Αγχσης, και δωνις.
τος τρες οδα μνους. Πραξιτλης δ πθεν;

Πρις, Αγχσης κι δωνις μ' εδαν γυμν μονχα,
Ο Πραξιτλης πτε, πο και πς με πτυχ' τσι τχα;...

νθρωπ', ου Κροσου λεσεις τφον,
αλλ γαρ ανδρς χερνητω μικρς τμβος.
Εμο δ' ικανς.

Διαβτη δεν βλπεις του Κροσου το μνμα,
φτωχο, εδ βλπεις να τφο λιτ.
Με τα κπια μου 'στθη και μου 'ν' αρκετ.


Ἠρσθην, ἐφλουν, ἔτυχον, κατπραξ’, ἀγαπῶμαι.
τς δ κα ἧς κα πῶς, ἡ θες οἶδε μνη.

Βρκα κι αγπησα σφοδρ και μ' ρωτα υποφρω,
μα τ και πς, δε μαρτυρ, 'γω μνο θα το ξρω!

Ου βροτς ο γλπτης.οαν δ σε Βκχος εραστς*
εδεν υπρ πτρας ξεσε κεκλιμναν.

Αθνατος ο γλπτης σου -πως σε εδε ο Βκχος,
σε σκλισε να σε γλεντ επνω του νας βρχος.

* Αυτ δεν το χω μεταφρσει-μετρσει εγ. Π.Χ.

               ΑΣΚΛΗΠΙΔΗΣ

Ἀρχενασσαν ἔχω, τν ἐκ Κολοφῶνος ἑταραν,
ἇς καὶ ἐπὶ ῥυτδων ὁ γλυκὺς ἕζετ’ Ἔρως.
ἆ νον ἥβης ἄνθος ἀποδρψαντες ἐρασταὶ
πρωτοβλου, δι’ ὅσης ἤλθετε πυρκαῆς.

Κρατ την Αρχενασσα, του Κολοφνα εταρα
εταρα που ρυτδιασε στων εραστν τα χρια.
Ακμα μως σταται σ' ρωτος καλοκαρια
πως στου πρωτανθο της τη φωτι την υπερτρα.

Φεδη παρθενης. Και τ πλον;
Ου γαρ ες ιδην ελθοσ' ευρσεις τον φιλοντα, κρη.
Εν ζωσι τα τερπν τα Κπριδος.
Εν δ' Αχερντι οστα και σποδη, παρθνε, κεισμεθα.

Φυλς τη παρθενι και τ κερδζεις;
Στον δη δε θα 'ρθει ο εραστς.
Τες ηδονς της Κπριδος, στη ζση αποκομζεις.
Σκνη κι οστ, κρη, στο τφο σου θα βρεις!

                 ΑΥΣΟΝΙΟΣ

Non unus vitae color est nec carminis unus 

Lector: habet tempus pagina quaeque suum.
Est quod mane legas, est et quod vespere. Laetis
Seria miscuimus, temperie ut placeant.
Hoc mitrata Venus probat hoc galeata Minerva,
Stoicus has partes, has Epicurus amat.
Salva mihi veterum maneat dum regula morum,
Ludat permissis sobria Musa iocis.

Δεν χει μνον να χρμα η ζω,
οτε κι η ποηση εν' αναγνστη μνο.
Κθε βιβλο τη δικ του 'χει στιγμ:
τη νχτα λλο διβαζες και λλο το πρω.
Για ναν' ωραο, μπλχουμε τ' αστεο με τον πνο.
Στργει στο εν η Κπριδα, στο λλο η Αθην,
το να στργει Επκουρος, Στωικς τ' λλο αγαπ.
σον εντς μου επιζε καννας των παλιν ηθν,
τσι κι η Μοσα να μου δν' αστεα ορων επιτρεπτν.

ΑΥΤΟΜΕΔΩΝ Ο ΚΥΖΙΚΗΝΣ

Την απ της Ασης ορχηστρδα,
την κακοτχνοις σχμασιν
εξ απαλν κινυμνην ονχων,
αινω, ουχ τι πντα παθανεται,
ουδ' τι βλλει τας απαλς
απαλς δε κι δε χερας,
αλλ' τι και τρβακος περ πσσαλον
ορχσασθαι οδε
και ου φεγει γηραλας ρυτδας
γλωττζει, κνζει, περιλαμβνει
ν δ' επιρρψει το σκλος,
εξ δου την κορνην ανγει.

Τη χορετρα απ' την Ασα που περεργα ποζρει
κι απαλ μπγει τα νχια, επαιν χι για το πθος
οτε π' απαλ τυλγει με τα ροδαλ της χρια,
τον πσσαλο τον γηραλο και τριγρω του κοζρει,
μα που ξρει να χορεει πνω του χωρς το λθος,
τις ρυτδες του ρουφντας τον φιλε γλυκ και πλρια,
τονε τρβει, τον σκεπζει, γρω-γρω τον μελνει
κι αν τα σκλια πνω βλει κι απ' τον δη τον σηκνει.

Ἄνθρωποι δελης, ὅτε πνομεν· ἢν δὲ γὲνηται
ὄρθρος, ἐπ’ ἀλλλους θῆρες ἐγειρμεθα.

Τα βρδυα που τα πνουμε ανθρπους μας λογζουν,
μα το πρω μαλλνουμε σα ζα που μουγκρζουν!

                       ΒΑΚΧΥΛΙΔΗΣ


Τκτει δ τε θνατοῖσιν εἰρνα μεγαλνορα
πλοῦτον καὶ μελιγλσσων ἀοιδᾶν ἄνθεα.
Δαιδαλων τ᾽ ἐπὶ βωμῶν θεοῖσιν αἴθεσθαι
βοῶν ξανθᾷ φλογὶ μηρ᾽ εὐμλλων τε μλων
γυμνασων τε νοις αὐλῶν τε καὶ κμων μλειν.
ἐν δὲ σιδαροδτοις πρπαξιν αἰθᾶν ἀραχνᾶν ἱστοὶ πλονται,
ἔγχεα τε λογχωτὰ ξφεα τ᾽ ἀμφκεα δμναται εὐρς.
χαλκεᾶν δ᾽ οὐκ ἔστι σαλπγγων κτπος,
οὐδὲ συλᾶται μελφρων ὕπνος ἀπὸ βλεφρων ἀῷος ὃς θλπει καρ.
συμποσων δ᾽ ἐρατῶν βρθοντ᾽ ἀγυια, παιδικο θ᾽ ὕμνοι φλγονται.

Η Ειρνη γενν πλοτος και δναμη
και τ' νθη δνουν δωντας γλυκ.
Καιν' οι φωτις στους καλλοσκλιστους βωμος,
η σια τσκνα απ' τα σφγια, στον ουραν ανεβανει
κι οι νοι σκφτονται το πλαιμα, το γλντι, τον αυλ.
Στη σιδερνια λαβ της ασπδας, ιστοπλκουν αρχνες
και σπαθι, λγχες και δρατα λυνουνε στη σκουρι.
Και δεν ηχον σλπιγγες που κλβουνε τον πνο χαρματα
απ' τα βλφαρα, που ευφρανει τη καρδι και γλυκανει το μυαλ.
Γιομζουν οι στρτες με γιορτς ερωτικς και τυλγονται λοι
στις... φλγες των φωνν απ τα παιδικ τραγοδια.

                ΒΑΣΣΟΣ

Ου μλλω ρεσειν χρυσς ποτε,
βους δε γνοιτο λλος,
χω μελθρους κκνος επηνιος.
Ζην φυλασσσθω τδε παγνια,
τη δε Κορννη τους οβολος
δσω τους δο, κου πτομαι.

Εγ δε θα γεν ποτ Χρυσ Βροχ,
σε Ταρο λλος ας μεταμορφωθε,
σε Κκνο καλλφωνο στους αιγιαλος.
Θ' αφσω τα τερτπια αυτ στο Δα.
Στη Κορννα μου θα δσω δο οβολος
και θα πετξουμε, φτερν δεν χω χρεα!

            ΓΛΑΥΚΟΣ ΝΙΚΟΠΟΛΙΤΗΣ

Οὐ κνις οὐδ’ ὀλγον πτρης βρος, ἀλλ’ Ἐρασππου
ἥν ἐσορᾷς, αὕτη πᾶσα θλασσα τφος·
ὤλετο γὰρ σὺν νη· τὰ δ’ ὀστα ποῦ ποτ’ ἐκενου
πθεται, αἰθυαις γνωστὰ μναις ἐνπειν.

Δε βρσκεται σ' αυτ τη γη, τ' Ερσιππου το μνμα,
μα στης θαλσσης κρβεται, το γριο το κμα.
Βολιαξε με το πλοο του και ξρουν μν' οι γλροι
που βρσκεται και σπεται το δλιο παλικρι.

                        ΓΛΥΚΩΝ

Πντα γλως καὶ πντα κνις καὶ πντα τὸ μηδν·
πντα γὰρ ἐξ ἀλγων ἐστὶ τὰ γινμενα.

λα εναι γλιο, σκνη κι πως πντα το μηδν,
καθς απ' το παρλογο, το παν δημιουργηθν.

                 ΔΗΜΟΔΟΚΟΣ

Καππαδκην ποτ' ἔχιδνα κακὴν δκεν, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ
κτθανε γευσαμνη αἵματος ἰοβλου.

Τον Καππαδκη τον κακ κι οχι να τον τσιμπσει,
φαρμακερ το αμα του κι αυτ θε να ψοφσει.


           ΔΙΟΓΕΝΗΣ ΛΑΕΡΤΙΟΣ

Ἡρκλειτος ἐγ· τὶ μ’ ἄνω κτω ἔλκετ’, ἄμουσοι;
οὐχ ὑμῖν ἐπνουν,τοῖς δὲ μ’ ἐπισταμνοις.
εἷς ἐμοὶ ἄνθρωπος τρισμριοι, οἱ δ’ ἀνριθμοι
οὐδες. τατ’ αὐδῶ καὶ παρὰ Φερσεφνη.

Εγ εμ' ο Ηρκλειτος, σχετοι μη τραβτε,
γι' αυτος που ξραν κπιαζα κι εσες αλλο να πτε.
Μριους στον ναν ερισκα, σε μριους οτε να
και Περσεφνη τοτα δω τα λω και σε σνα!

Ἐνθδε Γοργεω κεφαλὴ κυνικοῦ κατκειμαι
οὐκτι χρεμπτομνη οὔτ’ ἀπομυσσομνη.

Ενθδε κεται η κεφαλ του κυνικο Γοργα.
Οι μξες κι οι ροχλες του, χουνε πια αργα!

                 ΔΙΟΣΚΟΥΡΔΗΣ

Δωρδα τὴν ῥοδπυγον ὑπὲρ λεχων διατενας
ἄνθεσιν ἐν χλοεροῖς ἀθνατος γγονα.
Ἡ γὰρ ὑπερφυεσσι μσον διαβᾶσ μὲ ποσσὶν
ἤνυεν ἀκλινως τὸν Κπριδος δλιχον,
ὄμμασι νωθρὰ βλπουσα· τὰ δ’, ἠτε πνεματι φλλα,
ἀμφισαλευομνης ἔτρεμε πορφρεα,
μχρις ἀπεσπεσθη λευκὸν μνος ἀμφοτροισιν,
καὶ Δωρὶς παρτοις ἐξεχθη μλεσι.

Στα χρτα τη καλλπυγο Δωρδα, τη ξαπλνω
στων λουλουδιν τη γιρταση, αθνατος ξαμνω.
Τα πδια της τ' ατλειωτα, τη ρχη μου τυλξαν
της Κπριδος τον καλπασμ, τρχει για να κερδσει
κι πως τα φλλα σ' νεμο, τα μτια ανοιγοκλεσαν
κι αυτ μαζ με μνανε ξπνοη χει χσει!

       ΔΙΟΦΑΝΗΣ ΜΥΡΙΝΑΙΟΣ

Τριλληστὴς ὁ Ἔρως καλοῖτ’ ἂν ὄντως·
ἀγρυπνεῖ, θρασς ἐστιν, ἐκδιδσκει.

Ο ρωτας με τρεις ληστς μοιζει σα, κνει γιορια
θρασς, σε γδνει, ακομητος, δεν κνει καλαμπορια!

       ΕΙΡΗΝΑΙΟΣ ΡΕΦΕΡΕΝΔΑΡΙΟΣ

μματα δινεεις κρυφων ινδλματα πυρσν,
χελεα δ' ακροβαφ λοξ παρεκτανεις
και πολ κιχλζουσα σοβες ευβστρυχον αγλην,
εκχυμνας δ' ορω τας σοβαρς παλμας.
λλ ου σης κραδης υψαχενος κλασεν γκος,
οπω εθηλνθης, ουδ μαραινομνη.

Κρυφς φωτις πετον τα μτια της που μ' αντικρζουν,
σεεται ολκερη με τα χρια της τελεως ανοιχτ,
γελ και τα υπροχα, τα λαμπερ μαλλι ανεμζουν,
και με τα χελη τα βαμμνα της χαμογελ πλατι.
Μα δε μαλκωσε, μνει αλαζονικ η καρδι της,
τ κι αν ο χρνος ρχνει στχτη στα μαλλι της.

      ΕΥΗΝΣ Ο ΑΣΚΑΛΩΝΤΗΣ

Κἤν με φγῃς ἐπὶ ῥζαν, ὅμως ἔτι καρποφορσω,
ὅσσον ἐπισπεῖσαι σο, τργε, θυομνῳ. (εις μπελον)

Τργε απ' τη ρζα κι αν με φας πλι 'γω θα βλαστσω,
για ταν θα σε σφξουνε σπονδ εγ να χσω.


                            ΖΩΝΑΣ

Δς μοι τοὐκ γαης πεπονημνον ἁδὺ κπελλον,

ἇς γενμην καὶ ὑφ’ ᾇ κεσομ’ ἀποφθμενος.

Δσ' μου να πνω αχρταγ' απ' τη κοπα τη γλυκει,
που δεν επλσθη εκ πηλο και γννησε και μνα,
και τρα επ της κετομαι, γλυκ και κουρασμνα.

                          ΗΓΗΣΙΠΠΟΣ

Ὀξεῖαι πντῃ περὶ τὸν τφον εἰσὶν ἄκανθαι
καὶ σκλοπες· βλψεις τοὺς πδας, ἢν προσῃς.
Τμων μισνθρωπος ἐνοικω. Ἀλλ πρελθε
οἰμζειν εἶπας πολλ, πρελθε μνον.

Εγρεψα στο μνμα μου μ' αγκθια να το ζσουν
τσι στε σοι ρχονται τα πδια να ματσουν.
Ο Τμων ο μισνθρωπος εδ χει πλαγισει
και φγε γιατ λες πολλ, με χεις πια κουρσει!

                     ΗΔΥΛΟΣ

Ονος και προπσεις κατεκομισαν Αγλαονκην
αι δλιαι και ρως ηδς ο Νικαγρεω, ης παρ
Κπριδι τατα μροις τι πντα μυδν
τα κενται παρθενων υγρ λφυρα πθων,
σνδαλα και μαλακαι, μαστν ενδματα,
μτραι πνου και σκυλμν των ττε μαρτρια.

Κρασ με δλιες πρποσες, απ το Νικαγρα
κι ρως ηδς, κοιμσανε την ρμη Αγλαονκη.
Παρθενικ' αναθματα, ακμ' υγρ 'π' τα μρα, τρα
-σανδλια και στηθδεσμος- εναι στην Αφροδτη.
Πειστρια πνου σφαλτα, και ρωτος ξενχτι!

                ΘΥΜΟΚΛΗΣ

Μμνῃ που, μμνῃ, ὅτε τοι ἔπος ἱερὸν εἶπον ·
Ὥρη κλλιστον, χὤρη ἐλαφρτατον ·
ὥρην οὐδ' ὁ τχιστος ἐν αἰθρι παρσθη ὄρνις ·
νῦν, ἴδε, πντ' ἐπὶ γῆς ἄνθεα σεῦ κχυται.

Θυμσαι τ σου λεγα πριν κμποσο καιρ;
"Η νοιξη υπροχη μα δε κρατει για πολ".
Δεν τη προφταν' οτε γοργφτερο πουλ!
Για δες τρα τα νθη σου κτω στη γη σωρ!

ΙΟΥΛΙΑΝΣ ΑΠ ΥΠΡΧΩΝ


Στφος πλκων ποθ’, ερον
εν τος ρδοις ρωτα.
κα τν πτερν κατασχν,
εβπτισ’ εις τον ονον.
λαβν δ’ πιον αυτν.
κα νν σω μελν μου
πτεροσι γαργαλζει.

Σου πλεκα στεφνια χρνια
με ρδα, ρω, τυλιγμνα.
Τρα τα χω ποτισμνα
-κι αφο φτερογες σου βουτξω-
στον κρσο. Πνω διψασμνα
και καθως μσα μου κυλει
με τα φτερ με γαργαλει.

             ΙΦΙΩΝ Ο ΚΟΡΙΝΘΙΟΣ

Ιφων τοδ' γραψε Κορνθιος,
ουκ νι μμος χερσν,
επε δξας ργα πολ προσφρει.

Ιφων ο Κορνθιος με χρια κουρασμνα,
ετοτο δω εσκλισε, μη τα κατηγορετε,
γιατ για ργα πιτερο να πετε,
δξας κι ανδρεας μνο 'ναι πλασμνα.

                   ΚΑΛΛΙΜΑΧΟΣ

Ο Λκτιος Μνιτας τ τξα τατ' επειπν θηκε.
"Τ κρας το δδωμι κα φαρτρην, Σαρπι.
Τος δ' οστος χουσιν Εσπερται".

Ο Μνιτας απ τη Λκτο αναθτει τα τξα τοτα.
"Το κρας αφνω μνο και την δεια μου φαρτρα,
στον Σαρπι. Τις αιχμς των βελν τις χουνε
στα κορμι τους οι Εσπερτες".

Εἶπ τις, Ἡρκλειτε, τεὸν μρον, ἐς δὲ με δκρυ

ἤγαγεν· ἐμνσθην δ’, ὁσσκις ἀμφτεροι
ἥλιον ἐν λσχῃ κατεδσαμεν· ἀλλὰ σὺ μν που,
ξεῖν’ Ἁλικαρνησεῦ, τετρπαλαι σποδι·
αἱ δὲ τεαὶ ζουσιν ἀηδνες, ᾗσιν ὁ πντων
ἁρπακτὴς Ἀδης οὐκ ἐπὶ χεῖρα βαλεῖ.

Μου επανε Ηρκλειτε, πως φυγες στον δη
και δκρυσα θυμομενος πσες εδαμε δσεις
μαζ, μα τρα πει πια που επες να μ' αφσεις,
στχτη και χμα γνηκες, μα η αηδν σου δει.
Κι ο δης ο πικρτατος που λα τα θερζει,
σο κι αν θλει να μπορε, αυτν δεν την αγγζει.

                    ΚΡΙΛΛΟΣ

Πγκαλον εστ’ επγραμμα τ δστιχον. ν δ παρλθης
τος τρες, ραψωδες, κουκ επγραμμα λγεις.

Λιτ, ουσιδες, δστιχο επγραμμα, χει κλλος,
με τρεις και νω θεωρ πως φλυαρες μεγλως.

Τοῖσι μὲν εὖ πρττουσιν ἅπας ὁ βος βραχς ἐστιν,
τοῖς δὲ κακῶς μα νξ ἄπλετς ἐστι χρνος.

Εναι η ζω μα στιγμ,
γι' αυτν που τη γλεντει
και μια στιγμ λη η ζω,
για κενον που πονει.
                                                           (σημ: Αυτ τα 2 δεν τα 'χω μτφρ, εγ)
                       ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ

Εἰς τὶ μτην νπτεις δμας Ἰνδικὸν ; ἴσχεο τχνης·
οὐ δνασαι δνοφερὴν νκτα καθηλισαι.

Τον Ινδ και να τον πλνεις το σαπονι σου χαλς
πως δεν μπορες να κμεις και τας νκτας πιο λευκς!

Εἰ ταχὺς εἰς τὸ φαγεῖν καὶ πρὸς δρμον ἀμβλὺς ὑπρχεις,
τοῖς ποσ σου τρῶγε καὶ τρχε τῷ στματι.

Αν τρως γοργ, μα στο τρεχι καθυστερες ακμα,
τργε με τα ποδρια σου και τρχε με το στμα!

                        ΛΟΥΚΙΛΛΙΟΣ

Εζτουν, πινκων πθεν ονομα τοτω καλσσω,
και παρ σοι αληθες ερον, θεν λγοντας,
πενης γαρ μεγλης μεγλους πνακας παρθηκας,
ργανα του λιμο, πειναλους πνακας.

Ποτ μου δεν κατλαβα γιατ το λνε "πναξ",
το πιτο, που μου σρβιρες σαν μουν καλεσμνος,

σπτι σου για το δεπνο. Αν εμαι πεινασμνος
το μγα πιτο τ' αδειαν, γω θα το λω: "πεναξ"!

Ἢ τ φιλεῖν περγραψον, Ἒρως, ὃλον ἢ τ φιλεῖσθαι
πρσθες, ἳν’ ἢ λσῃς τν πθον ἢ κερσῃς.

ρωτα κνε ν' αγαπ να με αγαπονε,
φωτι σβσ' απ' τις σρκες μου στες να καονε.

Βουλμενς ποθ’ ὁ λεπτὸς ἀπγξασθαι Διφαντος,
νῆμα λαβὼν ἀρχνης αὑτὸν ἀπηγχνισεν.

Κτισχνος ο Διφαντος πολ, και μη το ψχνεις,
αφο σκψου κρεμστηκε με νμα μιας αρχνης!

Γραμματικὸν Ζηνωνὶς ἔχει πγωνα Μνανδρον,
τὸν δ’ υἱὸν τοτῳ φησὶ συνεστακναι.
τς νκτας δ’ αὐτῇ μελετῶν οὐ παεται οὗτος
πτσεις, συνδσμους, σχματα, συζυγας.

Η Ζηνωνς για δσκαλο, Μνανδρο πρε τχα,
να δασκαλψει τον υι στα γρμματα, μονχα.
Μα κθε νχτα μελετ αυτ ολες τις πτσεις,
φωνς, συνδσμους πνω του, κι ολες τις εξισσεις.

          ΜΑΚΗΔΟΝΙΟΣ ΗΠΑΤΙΚΟΣ

Την φιλοπουληγλωτα κρην επ νυκτς νειρον
εχον επισφγξας πχεσιν ημετροις.
Πεθετ μοι ξμπαντα, και ουκ αλγιζεν εμεο
κπριδι παντοη σματος απτομνου.
Αλλ βαρζηλς τις ρως, και νκτα λοχσας
εξχεεν φιλην, πνον αποσκεδσας.
δ μοι ουδ' αυτοσιν εν υπναλοισιν ονεροις
φθονς εστιν ρως κρδεος ηδυγμου.

Εχτς το βρδυ εδα στ' νειρ μου,
το γελαστ κορτσι πως κρατοσα στο πλευρ μου.
Χωρς ναζκια τα 'διν' λα στη στιγμ
κι εγ απλ τη χιδευα σ' λο της το κορμ.
μως ο ρωτας ο φθονερς παραφυλοσε,
πρε τον πνο μου τη πιο ακατλληλη στιγμ.
Να κψει τ' νειρο θαρρες καραδοκοσε
και μου αρνεται, εμπαθς, μια νχτα ερωτικ.

Μνμη καὶ Λθη, μγα χαρετον· ἡ μὲν ἐπ’ ἔργοις
Μνμη τοῖς ἀγαθοῖς, ἡ δ’ ἐπὶ λευγαλοις.

Λθη και Μνμη να 'ν' καλ κι λα καλς φτιαγμνα,
για να θυμομαι τα καλ και τ' λλα ξεχασμνα.

Λῆξον, Ἔρως, κραδης τε καὶ ἥπατος· εἰ δ’ ἐπιθυμεῖς
βλλειν, ἄλλο τ μου τῶν μελων μετβα.

ρως, στο παρ, στη καρδι, σταμτα να τοξεεις
'χ κι λλα μλη στο κορμ αν θες να σημαδεεις.

Παρμενς, ουκ ργω, το μεν ονομα καλν ακοσας
ωισμην, σοι δε μοι πικρτερη θαντου.
Και φεγεις φιλοντα, και ου φιλοντα δικεις,
φρα πλιν εκενον και φιλοντα φγης.
Κεντρομανς δ' γκιστρον φυ στμα, και 'με
δακντα ευθς χει ροδου χελεος εκκρεμα.

Δεν εσαι συ πραγματικ σαν Παρμενς. *
το νομ σου μνον μορφα ηχες,
και θνατου, μου 'σαι ακμα πικροτρα.
Διχνεις αυτν που σ' αγαπει
και κυνηγς αυτν που δε σε πει,
για να τον διξεις ταν σε ζητ.
Αγκστρι χει το στμα σου και να,
που πιστηκα να κρμομαι στα χελη σου τα κοραλλι.

 * Παρμενς, απ το ρμα παραμνω, σημανει πιστ, ρα της λει πως εναι μνο κατ' νομα κι χι στην ουσα του ονματς της!

        ΜΑΡΚΟΣ ΑΡΓΕΝΤΡΙΟΣ

Αρε τα δκτυα τατα, κακσχολε, μηδ' επτηδες
ισχον ερχομνη σστρεφε, Λυσιδκη.
Ου σε περισφγγει λεπτς στολιδμασι ππλος,
πντα σου βλπεται γυμν και ου βλπεται.
Ει τδε σοι χαρεν καταφανεται, αυτς ομοως
ορθν χω βσσω τοτο περισκεπσω.

Σκωσ' τα δχτυα σου πλανετρα Λυσιδκη,
που περπατες κουνντας τους γοφος.
Το ππλο σου το ελαφρ δε σε καλπτει,
κρβει-δεν κρβει, τους τερπνος σου θησαυρος.
Εν αυτ εσ το λες χαριτωμνο,
με διο ππλο κρβω αυτ που 'ν' σηκωμνο!

Την ισχνν Δικλειαν, ασαρκτερην Αφροδτην, ψεαι;
Αλλ καλος θεσιν τερπομνην,
Ου πολ μοι το μεταξ γενσεται, αλλ' επ λεπτ
στρνα πεσν ψυχς κεσομαι εγγυττω.

Εδατε την μορφη Δικλεια την ισχν;
Σαν Αφροδτη μοιζει, πιο λιγν.
Μα τους καλος της τρπους θα χαρ.
Στο στθος της αν πσω, το λεπτ,
τποτ' ανμεσα σε μνα και σ' αυτ
και στη ψυχ της μσα θα βρεθ!

Στρνα περὶ στρνοις, μαστῷ δ’ ἔπι μαστὸν ἐρεσας
χελε τε γλυκεροῖς χελεσι συμπισας
Ἀντιγνης καὶ χρῶτα λαβὼν πρὸς χρῶτα, τὰ λοιπὰ
σιγῶ, μρτυς ἐφ’ οἷς λχνος ἐπεγρφετο.

Στο κρφο μου να σε κρατ, στα στθεια μου απνω,
της Κπριδος γλυκ φιλι στα χελια σου να βνω,
σρκα με σρκας νωση, π' λα τα μλη λνει...
σιωπ! Για τ' λλα μρτυρας, θα εναι η... Σελνη!

Αντιγνην στεργε Φιλστρατος, ν δ παλαιστας
τλμων ρου πντε πενιχρτερος,
ερε δ' π κρυμο γλυκ φρμακον, ντα γρ σχν
γονατ' κοιμθη, ξενε,μετ’ Αντιγνης.

Την Αντιγνη πθησε ο Φιλστρατος, του ρα
Μα ο δλιος τανε φτωχς, μηδ στον λιο μορα.
Στη παγωνι μως σκφτηκε να βλει γνυ-γνυ
αντκρυ, κι αθις πλγιασε, ξνε, την Αντιγνυ!!!

                     ΜΕΛΕΑΓΡΟΣ

Α φλερως χαροπος Ασκληπις οα γαλνης
μμασι συμπεθει πντας ερωτοπλοεν.

Φιλδονη Ασκληπις, με βλμμα μπλε ηρεμας,
παντες πεθεις πντοτε σ' ερτων τρικυμας.

Ουκτι Τιμαρου, το πριν γλαφυροο κλητος,
πγμα φρει πλωτν Κπριδος ειρεση,
αλλ' επ μεν ντοισι μετφρενον, ως κρας ιστ,
κυρτοται, πολις δ' εκλλυται πρτονος,
ιστα δ' αιωρητ χαλ σπαδονσματα μαστν,
εκ δε σλου στρεπτς γαστρς χει ρυτδας,
νρθε δε πανθ' υπραντλα νες, κολη δε θλασσα
πλημρει, γνασιν δ' ντρομς εστι σλος.
Δστανς γ' ος ζως ετ' ων Αχερουσδα λμνην
πλεσετ' νωθ' επιβς γρας επ' εικοσρου.

Στης Τιμαρου τη φρεγτα, το κουπ της,
-κποτ' ωραα- δε ξεκουν, της Αφροδτης.
Κυρτσαν οι μοι της, σαν το σαθρ κατρτι,
και τ' ασημι της μαλλι, σα ξεφτισμνοι κβοι
και χαλαρ, σαν τα πανι, της κρμονται τα στθη,
Μπρα θαρρες χει αυλακσει τη κοιλι της.
Μπζει το σκφος τα νερ, πρρα και πρμνη,
τα γνατ της τρζουνε, πλημμρισε τ' αμπρι.
Αχ! δυστυχς ποιος καρβι σπιο πρει
και ζωντανς περν τ' Αχροντα τη λμνη.

ρθρε, τ νυν, δυσραστε,,
βραδς περ κσμων ελσση,
λλος επε Δημος θλπεθ' υπ χλανδι;
λλ' τε ταν ραδηνν κλποις χων, ωκς επστης,
ως βλλων επ' εμε φως επιχαιρκακον.

Αυγ, σκληρ στους εραστς, γιατ αργες μονχα,
σαν η Δημ στη κλνη της ζεστανει κποιον λλο;
Εν ταν την εχα 'γω, πως βιστηκες να ρξεις
το φως σου το χαιρκακο, γοργ, στο τσκα-τσκα!

γχει και πλιν ειπ, πλιν, πλιν, Ηλιοδρας,
ειπ, συ δ' ακρτω το γλυκ μσγ' νομα,
και μο τον βρεχθντα μροις, και χθιζν οντα,
μναμσυνον κενας αμφιτθει στφανον.
Δακρει φιλραστον, ιδο, ρδον, ονεκα κεναν
λλοθι κου κλποις αμετροις εσορ.

Βλε κρασ και πες ξαν: "στη 'γει σου Ηλιοδρα",
σμξε το απθανο πιοτ με το γλυκ ονομ της,
Το στφανο, -το χτεσιν- λουσμνο στ' ρωμ της,
φρα το συ και λα μου, κενη να μου θυμζει,
αχ δες το ρδο του ρωτα, για κενη πως δακρζει,
που μακρυ, σ' λλη αγκαλι, τη βλπω να 'ναι τρα.

δη λευκον θλλει, θλλει δε φλομβρος νρκισσος,
θλλει δ' ουρεσφοιτα κρνα. δη δ' η φιλραστος,
αν νθεσιν ριμον νθος, Ζηνοφλα Πειθος αδ
τθηλε ρδον. Λειμνες, τ μταια κμαις επ φαιδρ
γελτε: Α γαρ παις κρσσων αδπνοων στεφνων.

Ανθζει τρα ολλολευκος, μορφος μενεξς,
κι ο νρκισσος που λαχτραει τη βροχ,
τα κρνα ανθζουνε στων λφων τις πλαγις.
Κι η Ζηνοφλα, σα το ρδο της Πειθος κι αυτ,
ανθζει ηδυπαθς σαν νθος μσα στ' λλα.
Τι καμαρνετε αγρο για τ' ανθισμνα σας μαλλι;
Μες στα υπροχα νθη σας καλλστη η κοπελλι.

Το σκφος αδ γγηθε, λγει δ' τι τας φιλρωτος
Ζηνοφλας ψαει του λαλου στματος.
λβιον * εθ' υπ' εμες νυν χελεσι χειλα θεσα
απνευστ ψυχν ταν εν εμο προποι.

Τι τυχερ το κπελλο που της φιλ τα χελη
πως το στμα με κρασ βρχει η Ζηνοφλη...
Ας τανε τα χελη της ν' αγγξουν τα δικ μου
και μονοροφι ας πινε λα τα σωθικ μου.

Νυξ μακρ και χεμα,
μσην δ' επ Πλειδα δνει,
καγ παρ προθροις νσσομαι υμενος
τρωθες της δολης κενης,
πθω ου γαρ ρωτα
Κπρις, ανιηρν δ' εκ πυρς κε βλος.

Μεγλη η νχτα και ψυχρ κι η Πολια πει να δσει
κι εγ μπροστ στη πρτα της, μοσκεμα στη βροχ,
τρελς στον πθο κι η καημνη μου ψυχ
φαρμακωμνη απ' την πιστη θα σβσει.
ρωτα, Κπρις, δεν μου χρισες γλυκ,
βλος πικρ, καυτ στο στθος μου 'χεις μπξει!

Γυμνν ην εσδης Καλλστιον, ω ξνε, φσεις:
"λλακται διπλον γρμμα Συρηκοσων".

Αν αντικρσεις γυμν, ω ξνε, την Καλλστιον
θα πεις πως εν' επσης και καλλσχιων!!!

Ψυχ μοι προλγει φεγειν πθον Ἡλιοδρας,
δκρυα κα ζλους τος πρν ἐπισταμνη.
Φησ μν, ἀλλ φυγεῖν οὔ μοι σθνος· ἡ γρ ἀναιδς
αὐτ κα προλγει κα προλεγοῦσα φιλεῖ.

Μσα η ψυχ μου το μην, την Ηλιοδρα χνω,
τις ζλειες και τα δκρυα, λει πως παρατει.
Μα ,τι κι αν πει δε δναμαι ακμα να το κνω,
γιατ προβλπει μεν σωστ, μ' ακμα αγαπει!


Εὕδεις, Ζηνοφλα, τρυφερὸν θλος· εἲθ’ ἐπὶ σο νῦν
ἄπτερος εἰσῄειν Ὕπνος ἐπ βλεφροις,
ὡς ἐπὶ σοὶ μδ’ οὗτος, ὁ καὶ Διὸς ὄμματα θλγων,
φοιτσαι, κτεχον δ’ αὐτὸς ἐγὼ σε μνος.

Κοιμσαι Ζηνοφλα μου, ολφρεσκο βλαστρι.
Χωρς φτερ να τρπωνα στα βλφαρ σου τχα,
οτ' πνος να μη σ' γγιζε που 'χει και Δα πρει
αλλ κι λλος κανες, μικρ, εγ... εγ... μονχα!

Παμμῆτορ γῆ, χαῖρε· σ τὸν προς οὐ βαρὺν εἰς σὲ
Αἰσιγνην καὐτ νῦν ἐπχοις ἀβαρς.

Γη Μννα μας σε χαιρετ, ο νις δεν ταν βρος
σο που ταν ζωντανς, ο Αισιγνης, κι τσι
και συ 'λαφρι να του γενες, σα που τον πρ' ο Χρος!

Εν τδε, παμμτειρα θεν, λτομα σε, φλη Νξ,
να λτομαι, κμων σμπλανε, πτνια Νυξ.
ε τις υπ χλανη βεβλημνος Ηλιοδρας
θλπεται, υπναπτη χρωτ χλιαινμενος,
κοιμσθω μν λχνος, ο δ' εν κλποισιν εκενης
ριπτασθες κεσθω δετερος Ενδυμων.

Σε ικετεω, Νχτα δσποινα κι αγαπημνη,
μητρα λων των θεν και κοσμογυρισμνη,
αν κποιος στα σκεπσματα της Ηλιοδρας μοχθε
κι η φλγα απ τη σρκα της τονε κρατει ξπνο,
στελ' του τον πνο, Νχτα μου, σβσε τους και το λχνο,
στην αγκλη της, ως Ενδυμωνας, να αποκοιμηθε.

                  ΜΜΝΕΡΜΟΣ

Ημεῖς δ͵ οἷ τε φλλα φει πολυνθεμος ὥρη
ἔαρος͵ ὅτ αἶψ αὐγῆις αὔξεται ἠελου͵
τοῖς ἴκελοι πχυιον ἐπὶ χρνον ἄνθεσιν ἥβης
τερπμεθα͵ πρὸς θεῶν εἰδτες οὔτε κακὸν
οὔτ ἀγαθν· Κῆρες δὲ παρεστκασι μλαιναι͵
ἡ μὲν ἔχουσα τλος γραος ἀργαλου͵
ἡ δ ἑτρη θαντοιο· μνυνθα δὲ γνεται ἥβης
καρπς͵ ὅσον τ ἐπὶ γῆν κδναται ἠλιος.
αὐτὰρ ἐπὴν δὴ τοῦτο τλος παραμεψεται ὥρης͵
αὐτκα δὴ τεθνναι βλτιον ἢ βοτος·
πολλὰ γὰρ ἐν θυμῶι κακὰ γνεται· ἄλλοτε οἶκος
τρυχοῦται͵ πενης δ ἔργ ὀδυνηρὰ πλει·
ἄλλος δ αὖ παδων ἐπιδεεται͵ ὧν τε μλιστα
ἱμερων κατὰ γῆς ἔρχεται εἰς Ἀδην·
ἄλλος νοῦσον ἔχει θυμοφθρον· οὐδ τς ἐστιν
ἀνθρπων ὧι Ζεὺς μὴ κακὰ πολλὰ διδοῖ.

Αὐτκα μοι κατὰ μὲν χροιὴν ῥει ἄσπετος ἱδρς,
πτοιῶμαι δ’ ἐσορῶν ἄνθος ὁμηλικης
τερπνὸν ὁμῶς καὶ καλν, ἐπεὶ πλον ὤφελεν εἶναι
ἀλλ ὀλιγοχρνιον γνεται ὥσπερ ὄναρ
ἥβη τιμεσσα· τὸ δ ἀργαλον καὶ ἄμορφον
γῆρας ὑπὲρ κεφαλῆς αὐτχ ὑπερκρμαται͵
ἐχθρὸν ὁμῶς καὶ ἄτιμον͵ ὅ τ ἄγνωστον τιθεῖ ἄνδρα͵
βλπτει δ ὀφθαλμοὺς καὶ νον ἀμφιχυθν.
Τὸ πρὶν ἐὼν κλλιστος, ἐπὴν παραμεψεται ὥρη,
οὐδὲ πατὴρ παισὶν τμιος οὔτε φλος.

Εμες σαν της λουλουδιαστς της νοιξης τα φλλα
π' ανογουνε και γργορα τον λιο τους ρουφνε,
γραμμνο μας απ' τους Θεος, νιτης ανατριχλα
νχουμε μνο μια στιγμ, γιαυτ στο νου σου βνε
και το καλ και το κακ. Δυο Μαρες εναι Μορες
πντα στο πλι μας: η μια κακ στερν κρατει
κι η λλη χρο. Η νιτη μας λγο μνο βαστει,
σο του λιου πα στη γη οι επουρνιες γρες.
Κι ταν περν 'ποπνω μας αυτ η φνα φση,
καλλτερος ο θνατος παρ κποιος να ζσει.
Γιατ η δλια μας ψυχ πκρες θε να γιομσει,
φτχεια στου μεν το σπιτικ με λα τα κακ της,
και που δεν κανε παιδι και θλει ν' αποκτσει
κι τσι με τη λαχτρα του στον δη θα περσει.
λλος με αρρστιες και δειν να τρνε τη ζω του,
κανες δε μνει αλβητος στο Δι και την ευχ του.

Αμσως σ' λο το κορμ, κρος ιδρς ποτμι,
τρομζω ταν δπλα μου της νιτης βλπω τ' νθη
χαρομενη, πανμορφη, που ν 'ταν κι λλη τση.
μως, σαν νειρο, κυλ, κι η νιτη πει, 'χθη,
το γρας πνω στο κορμ ρχεται να σε ζσει,
και πφτει πα στη κεφαλ, μζερο να κρεμται
και χρηστο σε καθιστ κι αγνριστο σε κμει,
μηδ τα μτια βλπουνε κι ο νους δε συλλογται.
Κι αν σουν πριν πανμορφος, τα νιτα σαν περσου'
δεν εσαι πλον αρεστς, μτε και στα παιδι σου.

Αἲ γὰρ ἄτερ νοσων τε καὶ ἀργαλων μελεδωνων
ἑξηκοντατη μοῖρα κχοι θαντου.

Χωρς αρρστιες, βσανα, αν πρναγ' η ζω μου,
ας μου 'μελλε στα εξντα μου να ρθει η θαν μου.

Την σαυτο φρνα τρπε, δυσηλεγων δε πολιτν,
λλος τις σε κακς, λλος μεινον ερε.

Εφρανε νου, με των κακν συμπολιτν τα κλλη,
π' λλος φριχτ κι λλος καλ για σνανε θα ψλλει.

                      ΝΙΚΑΡΧΟΣ

Πντε μετ' λλων Χρμος εν Αρκαδα δολιχεων,
θαμα μν, αλλ' ντως βδομος εξπεσεν.
εξντων, τχ' ερες, πς βδομος, ες φλος αυιο,
θρσει, Χρμε, λγων, λθεν εν ιματω.
βδομος ον οτω παραγνεται, ει δ' τι πντε
εχε φλους, λθ' ν, Ζωλε, δωδκατος

Με πντε διαγωνστηκε ο Χρμος στη τρεχλα,
και βδομος τερμτισε, θαμα μα γεγονς!
"Μα ταν ξι" σως πεις, "πως βδομος αυτς;"
Ο φλος με χιτνα, στο στβο ρμησε πηλλα
και "Θρρος Χρμε" φναξε, και πρασε μπροστ του!
Σκψου Ζωλε, ακμα πντε ναχε συντροφι του,
θα βγαινε δωδκατος και πσω η... σκι του!!!

Πορδὴ ἀποκτννει πολλοὺς ἀδιξοδος οὖσα·
πορδὴ καὶ σζει τραυλὸν ἱεῖσα µλος.
οὐκοῦν εἰ σζει, καὶ ἀποκτννει πλι πορδ,
τοῖς βασιλεῦσιν ἴσην πορδὴ ἔχει δναµιν

Η πορδ πολλος σκοτνει αν δεν βγει και ζοριστε,
μα και σζει αν τραυλσει κι αν βγει τραγουδιστ.
Αφου σζει και σκοτνει, με τη βρομερ λαλι,
ττε εν' η δυναμ της ση με του βασιλι.

Μὴ μρα, μὴ στεφνους λιθναις στλαισι χαρζου·
μηδὲ τὸ πῦρ φλξῃς · ἐς κενὸν ἡ δαπνη.
ζῶντ μοι,εἴ τι θλεις, χρισαι· τφρην
δὲ μεθσκων πηλὸν ποισεις, κοὐχ ὁ θανὼν πεται.

Με μρα και με στφανα τον τφο μη στολσεις
και μην ανψεις τη πυρ, ξοδο περιττ.
Αν θες δνε μου σο ζω. Σπονδ στη στχτη αν χσεις
λσπη θα κνεις, μη θαρρες πως σαν νεκρς θα πιω.

Ὀρθῶσαι τὸν κυρτν ὑποσχμενος Διδωρον
Σωκλῆς τετραπδους τρεῖς ἐπθηκε λθους
τοῦ κυρτοῦ στιβαροὺς ἐπὶ τὴν ῥχιν·
ἀλλὰ πιεσθεὶς τθνηκεν, γγονεν δ’ ὀρθτερος καννος.

Στο Διδωρο, υποσχθηκε ο Σωκλς, το φουκαρ καμπορη,
με κοτρνες τρεις στη ρχη του θε να τονε ισισει,
μα τανε βαρις πολ και τον χει σκοτσει.
Και τρα σα τη καλαμι σιος, μες στο κιβορι!

Ουκ αποθνσκειν δει με;
Τι μοι μλει, ην τε ποδαγρς ην τε δρομες γεγονς
εις δην υπγω; Πολλο γαρ μ' αροσιν,
α χωλν με γενσθαι.
Τνδ' νεκεν γαρ σως οποτ' ε θισους.

Αφο στα σγουρα μια μρα θα πεθνω,
τι με ποδγρα, τ σαν δρομας, στον δη φτνω;
λλοι θε να με πνε και κουτσ, στη κσα πνω.
Γι' αυτ κι εγ σο ζω, γλντι δε χνω!

Ευμεγθης πεθει με καλ γυν,
αν τε και ακμς πτητ', αν τε και Σιμλε,
πρεσβυτρη. Η μεν γαρ με να περιλψεται,
ν δε παλαι,  γραα τε και ρυσ, Σιμλε, λιχμσεται.

Με φτιχνει Σμυλε ψηλ κι ωραα γυνακα στο επα
ετε νεαρ ετε πλησιζει προς τα γηρατει.
Γιατ η να θα μου κνει μια σφιχτ αγκαλι
κι η λλη, η γραα, θα μου κνει ωραα ππα!

Οὑ δναμαι γνῶναι, πτερον χανει Διδωρος
ἢ βδῆσ’ · ἓν γὰρ ἔχει πνεῦμα κτω καὶ ἄνω.

Δεν ξρω ο Διδωρος αν κλνει χασμουριται
γιατ το στμα κι ο πωπς δια σ' αυτν περνιται.

                       ΝΟΣΣΙΣ

ἅδιον οὐδὲν ἔρωτος· ἃ δ᾽ ὄλβια, δετερα πντα
ἐστν· ἀπὸ στματος δ᾽ ἔπτυσα καὶ τὸ μλι.
τοῦτο λγει Νοσσς· τνα δ᾽ ἁ Κπρις οὐκ ἐφλασεν,
οὐκ οἶδεν τνα γ᾽, ἄνθεα ποῖα ῥδα.

Απ τον ρωτα ουδν γλυκτερο δε βνω
μχρι το μλι φτυσα, και τποτε πιο πνω.
Εγ το λω η Νοσσς, κι ποια δεν χει ερωτευτε
στα χρτα μσα, τ' νθεα δε βρσκει: τα πατε.

Καίροισάν τοι ἔοικε κομᾶν ἄπο τὰν ᾽Αφροδίταν
ἄνθεμα κεκρύφαλον τόνδε λαβεῖν Σαμύτας·
δαιδαλέος τε γάρ ἐστι, καὶ ἁδύ τι νέκταρος ὄσδει,
τοῦ, τῷ καὶ τήνα καλὸν ῎Αδωνα χρίει.

Με χαρ δχετ' η Κπρις, μορφη προσφορ:
της Σαμτας το διχτκι που τυλγει τα μαλλι.
Πργματι φνα η τεχνικ και κενο πως μυρζει!
πως το νκταρ που η θε τον δωνι ραντζει.

λτοῖσαι ποτὶ ναὸν ἰδώμεθα τᾶς Ἀφροδίτας
τὸ βρέτας, ὡς χρυσῷ δαιδαλόεν τελέθει.
εἵσατό μιν Πολυαρχὶς ἐπαυρομένα μάλα πολλὰν
κτῆσιν ἀπ' οἰκείου σώματος ἀγλαίας.

Ελτε πμε στο να να δομε τ'ς Αφροδτης
τ' γαλμα τ' ολοστλιστο, που 'ναι μες στο χρυσ.
Η Πολυαρχς το στλισε και το 'στησεν εδ
με πλοτο που εμζεψε με το λαμπρ κορμ της.

Θαυμαρέτας μορφὰν ὁ πίναξ ἔχει· εὖ γε τὸ γαῦρον
τεῦξε τό θ' ὡραῖον τᾶς ἀγανοβλεφάρου.
σαίνοι κέν σ' ἐσιδοῖσα καὶ οἰκοφυλαξ σκυλάκαινα
δέσποιναν μελάθρων οἰομένα ποθορῆν.

Τη Θαυμαρτη ο πνακας, περτεχνα εικονζει
που παζοντας τα βλφαρα μορφς πολλς αλλζει
κι ο σκλος φλαξ την ουρ σα παλαβς λικνζει,
γιατ θαρρε τη δσποινα την δια του κοιτζει.

                         ΜΗΡΟΣ

Οἵη περ φλλων γενε, τοη δὲ καὶ ἀνδρῶν.
φλλα τὰ μὲν τ’ ἄνεμος χαμδις χει, ἄλλα δὲ
θ’ ὕλη τηλεθωσα φει, ἔαρος δ’ ἐπιγγνεται ὥρῃ·
ὥς ἀνδρῶν γενεὴ ἡ μὲν φει ἡ δ’ ἀπολγει.

Θνητς γενις, σκορπτε σαν τα φλλα,
σοφ, στη θση σας λλα θα βλει η φση,
σπου κι αυτ μια μρα θα σκορπσει,
το φσημα τ' αγρα σαν ανατριχλα.

                ΠΑΛΛΑΔΣ

ν μετ’ Αλεξνδρειαν ες Αντιχειαν απλθης

κα μετ τν Συρην Ιταλας επιβς,
τν δυνατν ουδες σε γαμσει, τοτο γρ
αιε οιομνη πηδς εις πλιν εκ πλεως.

Και αν στην Αλεξνδρεια πας, την Αντιχεια αφσεις
κι αν τη Συρα παρατς και προς την Ιταλα πας,
να γαμηθες μ' ντρα σωστ ποτ σου μη νομσεις,
μα προσδοκς κι απ μια πλη σ' λληνε πηδς.

Εἰπ, πθεν σ μετρεῖς κσμον καὶ περατα
γαης ἐξ ὀλγης γαης σῶμα φρων ὀλγον.
σαυτὸν ἀρθμησον πρτερον καὶ γνῶθι σεαυτν,
καὶ ττ’ ἀριθμσεις γαῖαν ἀπειρεσην.
εἰ δ’ ὀλγον πηλὸν τοῦ σματος οὑ καταριθμεῖς,
πῶς δνασαι γνῶναι τῶν ἀμτρων τὰ μτρα;

Πες μας εσ πς μτρησες τα πρατα του κσμου,
που απ λγο χμα 'ναι πλασμνο το κορμ σου;
Δεν μαθες καλ-καλ τον διο τον εαυτ σου.
Τη Σμπαν υπολγισε, μα πρτιστα μετρσου.
Τη λσπη αυτ που σε κρατ, η Αφντρα,
μθε τη κι πειτα μετρς των μετρων τα μτρα.

Πντων μουσοπλων ἡ Καλλιπη θες ἐστιν·
ἡ σὴ Καλλιπη Ταβλιπη λγεται.

Η Καλλιπη, κθε ποιητ μοσα του τιμημνη,
μα 'σ η Ταβλιπη* σου 'ναι πιο... δοξασμνη!

Ῥῷ καὶ λμδα μνον κρακας κολκων διορζει·
λοιπὸν ταὐτὸ κραξ βωμολχος τε κλαξ.
τοὔνεκ μοι, βλτιστε, τδε ζῷον πεφλαξο
εἰδὼς καὶ ζντων τοὺς κλακας κρακας.

Με να γρμμα κλακας, κορκου ξεχωρζει
και η λαλι τους μοια περπου ψιθυρζει.
Γι' αυτ λοιπν απφυγε τα δο αυτ κτνη,
γιατ ο κλαξ, κρακας των ζωντανν εγνει.

Κουρεὺς καὶ ῥαφιδεὺς κατεναντον ἦλθον ἀγῶνος,
καὶ τχα νικῶσιν τὸ ξυρὸν αἱ ῥαφδες.

Κουρες και ρπτης ρθανε στα χρια μια μρα,
γοργ οι βελνες κναν το ξυρφι πρα πρα!

Πρωτομχου πατρὸς καὶ Νικομχης γεγαμηκὼς

θυγατρα͵ Ζνων͵ ἔνδον ἔχεις πλεμον.
ζτει Λυσμαχον μοιχὸν φλον͵
ὅς σ ἐλεσας ἐκ τῆς Πρωτομχου λσεται Ἀνδρομχης.

Toυ Πρωτομχου το βλαστ, τη κρη Νικομχης
νυμφετηκες, ω! Ζνωνα, κι λο αμχες θα 'χεις.
Βρες της να Λυσμαχο, για να σε... βοηθσει,
η Ανδρο-μχη να παφτε, χαλλι το γαμσι!

μοσα μυρικις ἐπιγρμματα μηκτι ποιεῖν·
πολλῶν γὰρ μωρῶν ἔχθραν ἐπεσπασμην.
ἀλλ᾿ ὁπταν κατδω τοῦ Παφλαγνος
τὸ πρσωπον Πανταγθου, στξαι τὴν νσον οὐ δναμαι.

Μριες φορς ορκστηκα το επγραμμ να πψω,
νοσ, δι πολλος κκιωσα, που 'τυχε να τους "θψω".
Μα σαν τη μορη δω ξαν αυτο του Παφλαγνα
Παντγαθου, η αρρστια μου μ' αδρχνει απ' τη λαγνα!

Χαλκοτπος τν ρωτα μεταλλξας, εποησε
τγανον, ουκ αλγως τι κα αυτ φλγει.

Χαλκωματς τον ρωτα θα κνει κατσαρλα
σωστ, γιατ μνον αυτς τα κατακαει λα.

Πολλ μεταξ πλει κλικος κα χελεος ἄκρου.

Μχρι στα χελη το ποτρι σου να φρεις,
πολλ σου μλλει να συμβον και δεν το ξρεις.

Γραμματικοῦ θυγτηρ ἔτεκεν φιλτητι μιγεῖσα
παιδον ἀρσενικν, θηλυκν, οὐδτερον.

Κρη φιλλογου τκτει τρις τηροσα ισορροπα
θλυ ρρεν κι... ουδτερο για την ιεραρχα!

Τοὺς καταλεψαντας γλυκερὸν φος οὐκτι θρηνῶ,
τοὺς δ’ ἐπὶ προσδοκῃ ζῶντας ἀεὶ θαντου.

Μη κλαις σους αφσανε του γλυκο λιου μας το φως
μα κλψε αυτος που χροντα προσμνουν διαρκς!

Πολλ λαλες, ω νθρωπε,
χαμα δ τθη μετ μικρν. σγα,
κα μελτα ζν τι τν θνατον.

νθρωπε πολλ μας λες γι' αυτ λιγκι σιπα
κι εσ σε λγο θε να μπεις βαθι μσα στο χμα.
Το θνατο μελτησε για σο ζεις ακμα.

Σιγῶν παρρχου τὸν ταλαπωρον βον,
αὐτὸν σιωπῇ τὸν χρνον μιμομενος·
λαθὼν δὲ καὶ βωσον, εἰ δὲ μ, θανν.

πως ο Χρνος σιωπηλ, βουβ, γλυστρει,
ζσε κι εσ βουβς τη μζερη σου ζση,
κρυφ ζω, κρυφς κι ο θνατς σου ας ορσει.

Πᾶσα γυνὴ χλος ἐστν· ἔχει δ’ ἀγαθὰς δο ὥρας,
τὴν μαν ἐν θαλμῳ, τὴν μαν ἐν θαντῳ.

Κθε γυνακα στη ζω πκρα μεγλη φρει,
δυο στιγμς εναι κανες οπο την υποφρει:
η μια εναι σαν τη γαμ
κι η λλη σαν τη χαιρετ.

Γῆς ἐπβην γυμνὸς γυμνὸς θ’ ὑπὸ γαῖαν ἄπειμι·
καὶ τὶ μτην μοχθῶ γυμνὸν ὁρῶν τὸ τλος;

ρθα γυμνς κι τσι γυμνς στο στερο θα φγω,
προς τι να σκω τχατε, να λυνω λγο-λγο;

Πλουτεῖς· καὶ τὶ τὸ λοιπν; ἀπερχμενος
μετὰ σαυτοῦ τὸν πλοῦτον σρεις εἰς σορὸν ἑλκμενος;
τὸν πλοῦτον συνγεις δαπανῶν χρνον·
οὐ δνασαι δὲ ζωῆς σωρεῦσαι μτρα περισστερα.

Μαζεεις πλοτη, τ μ' αυτ; Ξοδεεις τη ζω σου
και δε μπορες μ' αυτ ζω, να πρεις παραπνω.
Ε! μζευε! μα μη θαρρες πως θρθουνε μαζ σου.

Μηδποτε ζσας ὁ πνης βροτὸς οὐδ’ ἀποθνῄσκει·
καὶ γὰρ ζῆν δοκων ὡς νκυς ἦν ὁ τλας.
οἱ δὲ τχας μεγλας καὶ χρματα πολλὰ λαχντες,
οὗτοι τὸν θνατον πτῶσιν ἔχουσι βου.

ποιος δεν ζησε ποτ, ποτ του δεν πεθανει,
γιατ ο φτωχς το βο του μοια νεκρς περνει.
Ο τυχερς με τα λεφτ και που καλοπερνει,
αυτς λογζει απλεια, στο χμα ταν μπανει.

Πντες τῷ θαντῳ τηρομεθα καὶ τρεφμασθε
ὡς ἀγλη χορων σφαζομνων ἀλγως.

λοι Χρο δουλεουμε, τρεφμενοι στ' αλνια,
πως τα σφγια πρβατα, μεζδες στα σαλνια.

* η λξη Τβλι, στην αρχαιτητα εχε την ννοια του παιγνιδιο με ζρια (πεσσος) με σκοπ το τζγο. Το κλασσικ παιγνδι ανανακαλφθηκε αργτερα....

                    ΠΑΡΜΕΝΩΝ

Ἐς Δανην ἔρρευσας, Ὀλμπιε, χρυσς, ἵν’ ἡ παῖς
ὡς δρῳ πεισθῇ, μ τρσῃ ὡς Κρονδην.

Δα, τη κρη θμπωσες, Δανη, με το χρυσφι,
κι χι με βι γαλιφις, το φβο σου για ν χει!

Ὁ Ζες τν Δανην χρυσοῦ, κἀγ δ σ χρυσοῦ·
πλεονα γρ δοῦναι τοῦ Δις οὐ δναμαι.

Κι αν αυτς το καμε κι εγ να σε χρυσσω,
μα απ' το Δα πιο πολλ δεν χω να σου δσω!

             ΠΑΥΛΟΣ ΣΙΛΕΝΤΙΑΡΙΟΣ

Βστρυχον ωμογροντα τ μμφεαι μματα θ' υγρ
δακρσιν; Ημετρων παγνια τατα παθν,
φροντδες απρκτοιο πθου τδε, τατα βελμνων
σμβολα και δολιχς ργα νυχεγρεσης.
Και γαρ που λαγνεσσι ρυτς παναριος δη,
και λαγαρν δειρ δρμα περικρεμται.
Οππσον ηβσκει φλογς νθεα, τσσον εμεο
ψεα γηρσκει φροντδι γυιοβρω.
Αλλ κατοικτερασα διδου χριν, αυτκα γαρ μοι
χρως αναθηλσει κρατ μελαινομνω.

Τα μαλλι μου τα σταχτι μη μου χλευζεις
και με τα μορφα υγρ σου μτια μη μου κλαις.
Τα πθια μου κι οι στεροι πθοι μου, λογιζεις,
εν' αποδεξεις απ' του ρωτα το τξο, σαγιτις.
και πως οι τσες νχτες μου τανε πικρς.
Ρυτιδωμνα τα λαγνια μου κι απ' το λαιμ,
το δρμα μου χει κρεμσει πλαδαρ.
Τι κι αν μσα μου καει σφριγηλ κι εφηβικ
φλγα του πθους, που εσ μου ξεσκεπζεις.
Τη χρη κνε μου κι εμ να λυπηθες,
ττε θα γνει η σρκα μου η γρι, νεανικ
και τα μαλλι μου σαν κορκου θα τα δεις.

Πρκριτς εστι Φιλννα τε ρυτς οπς βης πσης,
ιμερω δ' αμφς χειν παλμαις μλλον σο μλα
καρηβαροντα κορμβης μαζν νεαρς ρθιον ηλικης.
Σον γαρ φθινπωρον υπρτερον εαρος λλης,
χεμα σον αλλοτρου θερμτερον θρεος.

Προτιμ Φιλννα τις ρυτδες σου, απ της βης τους χυμος,
μες στις παλμες μου τα στθια σου κι χι νεανικος μαστος.
Το φθινοπρι σου καλλτερον απ τις νοιξες των κοριτσιν
και ο χειμνας σου θερμτερος, απ λων των καλοκαιριν.

Ρψομεν, χαρεσσα, τα φρεα, γυμν δε γυμνος

αμπελση γυοις για περιπλοκδην,
μηδν οι το μεταξ, Σεμιρμιδος γαρ εκενο
τεχος εμο δαιει λεπτν φασμα σθεν,
στθεα δ' ευξεθ, τα τε χελεα, τλλα δε σιγ
κρυπτον, εχθαρω την αθυροστομην.

Γδσου κι σε τη σρκα μου στη σρκα σου να σμξει

κι ανμεσ μας τποτε, τα μλη μας μπλεγμνα.
Κι αυτ το τολι της θες που σε χει τυλξει,
σαν τεχος αδιαπραστο μου φανεται εμνα.
Στθος με στθος, στματα διπλ μανταλωμνα,
κι ολγυρ μας η σιωπ, τα λγια μας να κρψει.

Ιππομνην φιλουσα νον προσρεισα Λενδρω,
εν δε Λεανδρεοις χελεσι πηγνυμνη,
εικνα την Ξνθοιο φρω φρεσ,
πλεξαμνη δε Ξνθον, ες Ιππομνην νστιμον τορ γω.
Πντα τον εν παλμησιν ανανομαι,
λλοτε δ' λλον αιν αμοιβαοις πχεσι
δεχνμενη αφνειν κυθρεια υπρχομαι.
Ει δε τις ημν μμφεται, εν πενην μιμντω οιογμω.

Τον Ιππομνη ταν γλυκ-γλυκ φιλ,
του Λανδρου το φλημα θυμμαι,
κι ταν σ' αυτο τα χελια μου κολλ,
του Ξνθου τη μορφ θα συλλογμαι,
κι ταν χω αυτν στην αγκαλι μου,
τον Ιππομνη θα ζητ η καρδι μου.
Πντα τον ντρα απαρνιμαι, τον σιμ μου.
Σαν τους αλλζω μες στης κλνης μου τη κοτη,
απολαμβνω τη Κυθρειαν Αφροδτη.
Κι αν με ψγει κποια, ας μνει αυτ πιστ
στο σπτι της, στο ταρι της, και μονογαμικ.

Εσβσθη φλογεροο πυρς μνος.
Ουκτι κμνω, αλλ καταθνσκω ψυχμενος Παφη.
δη γαρ μετ σρκα δι' οστα και φρνας ρπει
παμφγον ασθμανων οτος ο πικρς ρως.
Και φλοξ εν τελετας, τε θματα πντα λφυξεν,
φορβς ηπανη ψχεται αυτομτως.

Σβστηκ' αυτ που μ' καιγε, η δυνατ φωτι.
ταν μεγλη μα εγ δεν υποφρω πια.
Απ τη Κπρη σβνω, που μου στλνει παγωνι.
δη στη σρκα μου, στα κκκαλ μου, στη καρδι,
ρωτας χει μπει, παμφγος και βαθι.
Απομεινρι μνω στης θυσας τη φωτι,
που σαν τελεισει, εναι λα στχτη πια.

Χθιζ μοι Ερμνασσα φιλακρτους
μετ στμμασιν αυλεας αμφιπλκοντι θρας
εκ κλικος επχυεν δωρ, αμθυνε δε χατην
ην μλις ες τρισσν πλξαμεν αμφιλκην.
Ευφλχθην δ' τι μλλον υφ' δατος,
εκ γαρ εκενης λθριον εχε κλιξ
πυρ γλυκερν στομτων.

Χτες που κρεμοσα στη πρτα της
στεφνια καλοπλεγμνα μεθυσμνος,

με κατβρεξε η Ερμνασσα με κπελλο.
Χλασε το πρωιν το χτνισμ μου
που 'λεγα πως θα κρατσει τρεις ημρες.

Το νερ μως μ' καψε, μλλον γιατ το κπελλο
εχε πρει λη τη φλγα των χειλιν της.

Μηκτι τις πτξειε πθου βλος· ἰοδκην γὰρ
εἰς ἐμὲ λβρος Ἔρως ἐξεκνωσεν ὅλην.
Μὴ πτεργων τρομοι τις ἐπλυσιν· ἐξτε γρ μοι
λὰξ ἐπιβὰς στρνοις πικρὸν ἔπηξε πδα,
ἀστεμφς, ἀδνητος ἐνζεται, οὐδὲ μετστη,
εἰς ἐμὲ συζυγην κειρμενος πτεργων.

Δε θα χτυπσεις ρωτα, κανναν πια με βλος,
σε μνα τη φαρτρα σου, την δειασες και τλος.
Κι ουδ πετντας θα γυρνς και κσμο θα τρομζεις,
αφο πνω στο στθος μου ρχεσαι και αρζεις.
Στκεσαι πνω μου, με καις, και εμαι η χαρ σου,
τρα που πλον κοψες αχ! και τα δυο φτερ σου!


                        ΠΛΑΤΩΝ

Αστρ πρν μν λαμπες εν ζωοσιν Εος.
νν δ θανν λμπεις σπερος εν φθιμνοις.

Σαν στρο λαμπες τ'ς αυγς
πριν κατεβες στον δη.
Κι Αποσπερτης στων νεκρν
πια φγγεις το σκοτδι.

λσος δ’ ως ικμεσθα βαθσκιον,ερομεν νδον
πορφυροις μλοισιν εοικτα παδα Κυθρης.
ουδ χεν ιοδκον φαρτρην,ου καμπλα τξα.
αλλ τ μν δνδρεσσιν υπ’ ευπετλοισι κρμαντο,
αυτς δ’ εν καλκεσσι ρδων πεπηδημνος πνω
εδεν μειδιων.ξουθα δ’ εφπερθε μλισσαι
κηροχτου μλιτος λαρος επ χελεσι ρανον.

Μες στου δσους τη σκι στον πνο δοσμνο,
διο Κπρης, ροδομγουλο γιο πλαγιασμνο.
Βλη, τξα, φαρτρα, στο κλαρ κρεμασμνα,
εδα, με χαρομενα ρδα τριγρω ανθισμνα,
κοιμισμνος γελοσε. Κι απ πνω μελσσι,
να γλυκνει τα χελη του, μλι εχε χσει.


Αστρας εισαθρες αστρ εμς.
εθε γενομην Ουρανς,
ως πολλος μμασιν εις σε βλπω.

Αστρι μου, τ' στρα κοιτς, αχ να 'μουν ουρανς σου,
μ' πειρα μτια να σε δω, σε μνα φανερσου.


Τν ψυχν, Αγθωνα φιλν, επ χελεσιν σχον.
λθε γρ η τλμων ως διαβησομνη.

Σαν σε φιλ Αγθωνα και η ψυχ μου ακμα
τρχει και θλει να σε βρει και μου 'ρχεται στο στμα.

                      ΠΟΣΕΔΙΠΠΟΣ

Κπρον, τε Κθηρα,κα Μλητον εποιχνες,
κα καλν Συρης ιπποκρτου δπεδον,
λθοις λαος Καλλιστω, τν εραστν
ουδ ποτ’ οικεων σεν απ προθρων.

Θε, σε Κπρο, Κθηρα, Μλητο κατοικντας
και στη Συρα τη κλαγγ των πλων σου γροικντας
Βοθα τη Καλλστιον την μορφη πολ
γιατ δε νστεψ' οτε μρα το φιλ!

                ΠΡΟΚΛΟΣ

Πρκλος ἐγὼ γενμην Λκιος γνος,
ὃν Συριανὸς ἐνθδ' ἀμοιβὸν ἐῆς θρψε διδασκαλης.
Ξυνὸς δ' ἀμφοτρων ὅδε σματα δξατο τμβος·
αἴθε δὲ καὶ ψυχὰς χῶρος ἕεις λελχοι.

Εγ εμαι ο Πρκλος γεννηθες εις τη Λυκα,
κι ανατραφες με Συριανο διδασκαλα.
Τα δυο κορμι τα δχτηκε μαζ αυτ το μνμα,
μποτε τχα κι οι ψυχς να εναι σμα-σμα!

                     ΠΤΟΛΕΜΑΟΣ

Μὴ πθεν εἰμὶ μθῃς μηδ’ οὔνομα · πλὴν ὅτι θνῄσκειν
τοὺς παρ’ ἐμὴν στλην ἐρχομνους ἐθλω.

Πο βρσκομαι και πως με λεν, μη θες να μθεις, ξενε!
Αυτο που θ 'ρθουν να με βρουν νεκρο θλω να εναι.

                          ΡΟΥΦΙΝΟΣ

Πμπω σοι, Ῥοδκλεια, τδε στφος, ἄνθεσι καλοῖς

αὐτὸς ἐφ’ ἡμετραις πλεξμενος παλμαις.
Ἔστι κρνον, ῥοδη τε κλυξ νοτερὴ τ’ ἀνεμνη
καὶ νρκισσος ὑγρὸς καὶ κυαναυγὲς ἴον.*
Ταῦτα στεψαμνη, λῆξον μεγλαυχος ἐοῦσα·
ἀνθεῖς καὶ λγεις καὶ σὺ καὶ ὁ στφανος.

Σου πμπω το στεφνι αυτ μ' ριους νθος φτιαγμνο
και που με τα χερκια μου το χω εγ πλεγμνο,
με Κρνους, Ρδα, Ανεμνες, Ναρκσσους και ΟΝ,
ολφρεσκα, υγρ και των χρωμτων θεον,
κι ταν στεφανωθες μ' αυτ, Ροδκλεια μη γελσεις:
στο νθος και στο μαρασμ μαζ μ' αυτ θα μοισεις.

 *Τα αρχικ των ονομτων των λουλουδιν σχηματζουν ακροστιχδα:
κρνον, ῥοδη, ανεμνη, νρκισσος, ἴον : κρανον.

Εἰ τοην χριν εἶχε γυνὴ μετὰ Κπριδος εὐνὴν,

οὐκ ἂν τοι κρον ἔσχεν ἀνὴρ ἀλχῳ συνομιλῶν.
Πᾶσαι γὰρ μετὰ κπριν ἀτερπες εἰσὶ γυναῖκες.

Μετ τον ρωτα αφο οι χρες τους ξοφλνε,
οι νδρες στις γυνακες τους τις πλτες τους γυρννε -
γιατ μετ την νωση, τερπνς παουνε να ’ναι.

Κλλος χεις Κπριδος, Πειθος στμα,
σματος ακμν ειαρινν Ωρν, φθγμα δε Καλλιπης,
νουν και σωφροσνην Θμιιδος και χερας Αθνης.
Συν σοι δ' αι Χριτες τσσαρς εισ, Φλη.

Κλλος χεις της Κπριδος, Πειθος χεις το στμα,
Καλλιπης τη γλυκει φων, της νοιξης το σμα,
Θμιδος νου και φρνηση, χερες απ' τη Παλλδα.
Με σνα, Φλη, οι Χριτες γενκανε τετρδα!

Λουσμενοι, Προδκη, πυκασμεθα κα τν κρατον
λκωμεν κλικας μεζονας αιρμενοι.
Βαις ο χαιρντων εστν βος,
ετα τα λοιπ γρας κωλσει,
κα τ τλος θνατος.

Προδκη, μ' νθη στα μαλλι στολισμνοι, σα λουστομε,
ξχειλα, μ' ονο ανρωτο, μεγλα ποτρια ας πιομε.
Μικρς οι χρες της ζως -και μγιστο το βρος-,
τις παρνουν τα γερματα και στο αντο ο Χρος.

Ουκ λεγον, Προδκη, "Γηρσκομεν";
Ου προεφνουν "ξουσιν ταχως αι διαλυσφιλοι";
Νν ρυτδες και θρξ πολι κα σμα ρακδες
και στμα τς προτρας ουκτ' χον χριτας.
Μ τς σοι, μετωρε, προρχεται κολακεων λσσεται;
Ως δ τφον σε παρερχμεθα.

Δεν στα 'λεγα προβλποντας, "Γερνμε και θα 'ρθονε
γοργ να μας χωρσουνε, Προδκη οι οχτρο μας";
Ρυτδες, κτασπρα μαλλι κι ερεπιο το κορμ μας.
Το στμα σου απλεσε τη πρωτιν του χρη.
Προσπφτει παρακαλετ ξαν καννα παλικρι;
Τρα λοι σε προσπερνον, σα τφο σε κοιτονε!

Ευρπης τ φλημα, και ν χρι χελεος λθη,
ηδ γε, κν ψαση μονον κρου στματος,
ψαει δ' ουκ κροις τος χειλσιν,
λλ' ερσασα το στμα την ψυχν εξ ονχων ανγει.

Το φιλ της Ευρπης γλυκ κι αν ακμα
με τα χελη απαλ σ' αγγξει στο στμα.
Γιατ μλις σου φρξει λο γλκα τα μχια,
τη ψυχ σου αρπ απ' τα χελ' ως τα νχια!

ρισαν αλλλοις Ροδπη, Μελτη, Ροδκλεια,
των τρισσν τς χει κρεσσονα μηρινην
κα με κριτν ελοντο κα ως Θεα αι περβλεπτοι
στησαν γυμνα, νκταρι λειβμεναι.
Και Ροδπης μν λαμπε μσος μηρν πολτιμος
οα ροδν πολλ σχιζμενος ζεφρω .(..)
Της δ Ροδοκλεης υλω σος, υγρομτωπος οα
κα εν νη πρωτογλυφς ξανον. Αλλ ππονθε
Πρις δι τν κρσιν ειδς,
τς τρες αθαντας ευθ συνεστεφνουν.

Μαλλνανε τρεις κοπελις, ποι το 'χει πιο ωραο:
Η Ροδπη, η Ροδκλεια και η Μελτη αντμα
και στθηκαν διες θες, γυμνολες να τις κρνω.
Της πρτης λαμπε ακριβ στο μσο, το μηραο,
σαν κκκινο τριαντφυλλο που τρμει στο αγιζι.
(η Μελτη λεπει...)
Της δετερης λαμπριζεν υγρ κι λο αντρα,
σαν το γλυπτ που τλειωσε και σε να σταλζει.
Αλλ εγ γνωρζοντας του Πρι τη λαχτρα,
βρβευσα, μοια και τις τρεις, με το δικ μου κρνο!

Μτ' ισχνν λην περιλμβανε μτε παχεαν,
τοτων δ' αμφοτρων τν μεστητα θλε.
Τ μν γρ λεπει σαρκν χσις,
η δ περισσν κκτηται.
Λεπον μ θλε, μηδ πλον.

Μην αγκαλιζεις πολ λεπτ μηδ παχει,
να θες το μσον απ αυτς τις δυ.
Της μιας της λεπουν κρατα κι η λλη περισσει.
Μη πεθυμς το παραπνω, το λειψ.

Μισ τν αφελ, μισ τν σφρονα λαν.
Η μν γρ βραδως, δ θλει ταχως.

Μισ την αγαθ και τη πολ μετρημνη.
Η μια το θλει αργ-αργ κι η λλη ξελιγωμνη.

Εκβλλει γυμνν τις, επν ερη ποτ μοιχν,
ως μ μοιχεσας, ως απ Πυθαγρου, ετα τκνον,
κλαουσα κατατρψεις τ πρσωπον
και παραριγσεις μαινομνου προθροις;
κμαξαι, μ κλαε, τκνον. Χευρσομεν λλον,
τν μ κα τ βλπειν ειδτα κα το δρειν.

Βγζει ποτ κανες τη δικ του τη γυν
ταν τη πισει πιστη, ξω απ' το σπτι του γυμν,
λες και αυτς δεν κανε, -του Πυθαγρα μαθητς;
λα κορτσι μου, μη κλας, χαλς το πρσωπ σου
και θα κρυσεις ξω απ τη πρτα του τρελο;
Σκουπσου και μη κλαις θα βρομε ταιριαστ σου
που να μη δρνει  βλπει, να εναι τιμητς!

Παρθνος αργυρπεζος ελοετο, χρυσα
μαζν χρωτ γαλακτοπαγε μλα διαινομνη.
Πυγα δ' αυτμαται περιηγες ειλσσοντο,
δατος υγροτρω χρωτ σαλευμεναι.
Τον δ' υπεροιδανοντα κατσκεπε πεπτμενη χερ
οχ' λον Ευρταν, λλ' σον ηδνατο.

Λουζταν κι πεφτε νερ στου κοριτσιο τα στθια,
που σλευαν, μλα χρυσ, στο γαλατνιο σμα.
Πς οι γλουτο της τρβονταν και μοιζανε, αλθεια,
να εναι πιτερο υγρο κι απ’ το νερκι ακμα...
Φουσκνει το μουνκι της, μπροστ το χρι βζει,
μα σο και να το 'θελε, λο δεν το σκεπζει.

                    ΣΙΜΩΝΙΔΗΣ Ο ΚΕΟΣ

Σσος και Σωσ, Στερ, σοι τνδε ανθεσαν στφανον.
Σσος μεν σωθες, Σωσ δε, τι Σσος εσθη.

Ο Σσος κι η Σωσ, σου αναθτουν αυτ το στεφνι, ω Σωτρα.
Ο Σσος γιατ σθηκε κι η Σωσ γιατ σθηκε ο Σσος.


Βαιὰ φαγν καὶ βαιὰ πιὼν καὶ πολλὰ νοσσας

ὀψὲ μν, ἀλλ’ ἔθανον. ἔρρετε πντες ὁμοῦ.

Φαγ πολ, πιοτ πολ και χνομαι, τρεχτε
πθανα κι σοι τρξατε, στο διολο να πτε.

Ουδν εν ανθρποισι μνει χρμα μπεδον αιε.

Καννα πργμα δεν μνει για πντα δεμνο με τους ανθρπους.

Των γαρ ηλιθων απερων γνεθλα.

πειρη η γενι των ηλιθων.

Νμος εστ θες, Tοτον αε πντοτε τμα.

Ο Νμος εναι Θες. Τμα τον πντοτε.

τοι Χρνος οξς οδντας και πντα ψχει και τα βιαιτατα.

Ο Χρνος χει γερ δντια κι λα τα μασ, ακμα και τα σκληρτατα.

Ει δ' ρα τιμσαι θυγτερ Δις, στις ριστος, Δμος Αθηναων εξετλεσσε μνος.

Αν σκπευες να τιμσεις τον ριστο, Αθην, η Αθνα το 'καμε απ μνη της.

Ουδ καλς σοφας εστν χρις ει μ τις χει σεμνν υγεαν.

Οτε κι η σοφα χει χρη, αν λεπει η καλ υγεα.

Τ γρ γεγενημνον, ουκτ' ρεκτον σται.

,τι γινε πια δε ξεγνεται.

Τ δοκεν και τν αλθειαν βιται.

Η εντπωση βιζει και την αλθεια.

Τς γρ αδονς τερ θνατν
βος ποθεινς ποα τυραννς;
Τς τερ ουδ Θεν
ζηλωτς αιν.

Ποι ζω ποι εξουσα
ποθητ 'ναι νευ ηδονς;
Χωρς της, δε θα ζλευε κανες

των Αιωνων Θεν τη Παρουσα.

στι και σιγς εκνδυνον γρας.

Υπρχει και σιωπς ακνδυνο βραβεο.

Ο δ' α θνατος κχε κα τν φυγμαχον.

Βρσκει ο Χρος και αυτν που αποφεγει τη μχη.

Ελλνων προμαχοντες Αθηναοι Μαραθνι,
χρυσοφρων Μδων εστρεσαν δναμιν.

Για τους λληνες μαχμενοι Αθηναοι στο Μαραθνα,
σντριψαν τους πλοσιους Μδους σ' να δκαιον αγνα.

Ω ξειν',
αγγλλειν Λακεδαιμονοις,
τι τδε κεμεθα,
τοις κενων ρμασι πειθμενοι.

Ω! ξνε που περνς διαβτης,
πες στη πατρδα μας τη λατρεμμνη
τι βρισκμαστε εδ πεσμνοι,
πιστο και πντα στο πρσταγμ της.

     Λγο πριν το τλος, φησα μια... "μονομαχα" μεταξ Τιμοκροντα & Σιμωνδη. Ο μεν σατρισε σα φλαρο, παρτκια κι επιδειξιομαν και του καμε να επγραμμα, κι ο Σιμωνδης δεν απντησε μα ταν πθανε ο Τιμοκρων του βαλε να επιτμβιο επγραμμα. Πιο κτω παραθτω και τα δυο με σειρ εμφανσεως.

                     Τιμοκρων

Κηα με προσλθε φλυαρα ουκ εθλοντα
ουκ εθλοντ με προσλθε Κηα φλυαρα.

Δχως αιτα μ' πιασε της Τζις πολυλογα
πολυλογα μ' πιασε της Τζις, δχως αιτα.

                    Σιμωνδης

Πολλὰ πιὼν καὶ πολλὰ φαγὼν καὶ πολλὰ κκ᾿ εἰπὼν
ἀνθρπους κεῖμαι Τιμοκρων ῾Ρδιος.

Αφο πια κι φαγα πολλ κι αδκων και δικαων
τα χωσα. Τρα 'δ πρα κετομαι Ρδιος Τιμοκρων.

                       ΣΚΥΘΗΝΣ

Ορθν νυν στηκας, αννυμον, ουδ μαρανη,
ενττασαι δ' ως αν μποτε παυσμενον, αλλ' τε
μοι Νεμεσηνς λον παρκλινεν εαυτν
πντα διδος, α θλω, νεκρν απεκρεμσο.
Τενεο και ρσσου και δκρυε, πντα ματαως,
ουχ ξεις λεον χειρς αφ ημετρης.

Τρα σηκθηκες ορθ κι εσαι νταβραντισμνο,
σαν εχα τον Νεμεσην, καθσουνα πεσμνο.
Πος χτυπσου, δκρυσε, τστωσε μανιασμνα,
το λεος της χοφτας μου δεν θα 'βρεις απ μνα.

               ΤΟΥΔΙΚΙΟΣ ΓΑΛΛΟΣ

Ἡ τρισ λειτουργοῦσα πρς ἕν τχος ἀνδρσι Λδη,
τῷ μν ὑπρ νηδν, τῷ δ’ ὑπ, τῷ δ’ ὄπιθεν,
εἰσδχομαι φιλπαιδα, γυναικομανῆ, φιλυβριστν.
Εἰ σπεδεις ἐλθν σν δυσ, μ κατχου.

Εγ η Λυδ η ξακουστ, μπορ με τρεις να πσω
κοχλι, χελη κι βατο, μπορω να τους διαθσω,
βιτσιζο, γη, παιδεραστ κι τι κι αν πεις,
περστε μγκες το λοιπν, ελτε και οι τρεις.

                  ΦΙΛΟΔΗΜΟΣ

Κρμβην Αρτεμδωρος, Αρσταρχος δε τριχον,

βολβσκους δ' ημν δκεν Αθηναγρας,
ηπτιον Φιλδημος, Απολλοφνης δε δο μνας
χοιρεου, και τρεις σαν απ' εχθς τι
ων και στεφνους και σμβαλα και μρον ημν
λμβανε, παι δεκτης ευθ θλω παργειν.

Το λχανο Αρτεμδωρος, ο Αρσταρχος παστ,
κρεμμδια Αθηναγρας, Φιλδημος σκωταρι,
ο Απολλοφνης δυο μνων αξας χοιριν,
χρια σα μεναν απ χτες και εναι αρκετ.
Παιδ, τρχα, τη κοπα, στφανα και πιατικ
και μρα, δκα ακριβς, το δεπνο να σερβιριστ.

Οσσκι Κυδλης υποκλπιος, ετε κατ' μαρ
ετ' αποτολμσας λυθον εσπριος,
οιδ' τι παρ' κρημνν τμνω προν, οιδ' τι ριπτ
πντα κβον κεφαλς αιν περθεν εμς.
αλλ τι μοι πλον εστ ; η γαρ θρασς ηδ', ταν λκη
πντοτ' ρως αρχν ουδ' ναρ οδε φβου.

Κθε που θα βρεθ στην αγκαλι σου ω! Κυδλη,
-ετε τη νχτα τη μρα σε γυρψω-
ξρω τι βαδζω σια στου γκρεμο τα χελη,
και το κεφλι μου στα ζρια θα το παξω.
Το ξρω μα τ μ' ωφελε; Ο ρως γνεται θρασς:
κμει φοβο τον νθρωπο που σρνει, παρευθς.

Μικκ και μελανεσα Φιλανιον, αλλ σελνων
ουλοτρη και μινο χρτα τερεινοτρη
και κεστο φωνεσα μαγτερα και παρχουσα
πντα και αιτσαι πολλκι φειδομνη.
τοιατην στργοιμι Φιλανιον, χρις αν ερω
λλην, ω χρυση Κπρι, τελειοτρην.

Κοντολι και μελαχροιν, η Φιλαινι η καημνη,
με το σγουρ, σα σλινου, μαλλ, χαριτωμνη,
το δερματκι της γλυκ και απαλ σα χνοδι,
με τη φων της σε μεθ σ' ερωτικ τραγοδι,
μου δνει ,τι της ζητ, ξεχν την αμοιβ της.
Ττοιο 'ναι το κορτσι μου κι εσ χρυσ μου Κπρις
φλαξ μου τη σιμ ως βρω καλλτερ της.

Νυκτεριν, δκερως, φιλοπννυχε, φανε, Σελνη,

φανε δι ευτρτων βολλομνη θυρδων.
αυγαζε χρυσην Καλλστιον, ες τα φιλεντων
ργα κατοπτυειν ου φθονος αθαντη.
ολβζεις και τηνδε και ημας, οδα, Σελνη,
και γαρ συ ψυχν φλεγεν Ενδυμων.

Λμψε νυχτβια δσποινα, αθνατη Σελνη,
γλυκ απ' τις γρλιες, φτισε μου Εκενη,
γλιστρντας πνω στη Καλλστιον τη ξανθ,
συ που θωρες λων των εραστν τα μχια.
Ξρω μας μακαρζεις και εμνα και αυτ,
κι εσ 'χες πσει  κποτε στου ρωτα τα νχια.

Εξκοντα τελε Χαριτ λυκαβαντδας ρας

αλλ' τι κυανων σρμα μνει πλοκμων,
κν στρνοις τι κενα τα λγδινα κνια
μαστν στηκεν, μτρης γυμν περιδρομδος
και χρς αρρυτδωτος τ' αμβροσην,
τι πειθ πσαν, τι στζει μυριδας χαρτων.
Αλλ πθους οργντας σοι μη φεγετ', εραστα,
δερ' τε, τς ετων ληθμενοι δεκδος.

Εξντα πια η Χαριτ, μα χρνια δε μετρνε,
κορκου κμη και βυζι, χει που σε κεντνε,
απ τη σρκα της σταλ, μρο και αμβροσα
και δρμα ατσαλκωτο, χαρτων πανδαισα.
Εσες λοιπν που θλετε να δσετε παρδες
σπεστε και μη μετρσετε των χρνων τις δεκδες!

Κν ρψης επ λαι και ην επ δεξι ρψης
Κριναγρη, κενεο σαυτν περθε λχους,
ει μη σοι χαρεσσα παρακλνοιτο Γμελλα,
γνση κοιμηθες ουχ πνον, αλλ κπον.

σο κι αν στρουφογρνεις στο κρεββτι σου
το δειο, ω! Κριναγρα, ερωτικ σου,
αν η γλυκει Γεμλλα δεν ειν' πλι σου,
πνος να διξει, δε θα 'ρθει, τον κματ σου!

Ψαλμς και λαλι και κτιλον μμα
και ωδ Ξανθππης και πυρ ρτι κατεχμενον,
ω ψυχ, φλξει σε. Το δ' εκ τνος πτε και πς,
ουκ οδα. Γνση δσμορε, τυφομνη.

σμα, γλυκει φων και λγνο βλμμα αν μενει,
κι ακμα η φωτι που σιγοκαει, της Ξανθππης,
ψυχ θα λυσεις, θα σε κψει σαν καμνι.
Πς, πτε και γιατ, δε θα 'ξερες να επεις
και θα τα μθεις, ταν στχτη θα 'χεις γνει.

Ἡ κομψή͵ μεῖνόν με. τί σοι καλὸν οὔνομα; ποῦ σε

ἔστιν ἰδεῖν; ὃ θέλεις͵ δώσομεν. οὐδὲ λαλεῖς;
ποῦ γίνῃ; πέμψω μετὰ σοῦ τινα. μή τις ἔχει σε;
ὦ σοβαρή͵ ὑγίαιν. οὐδ Ὑγίαινε λέγεις;
καὶ πάλι καὶ πάλι σοι προσελεύσομαι·
οἶδα μαλάσσειν καὶ σοῦ σκληροτέρας. νῦν δ ὑγίαινε͵ γύναι.

ι ομορφολα, πο τραβς, πες μου το τ' νομ σου
και απ μνα ,τι θες, να σ ιδω λγο στσου.
Δε μου μιλς; Τ σκφτεσαι; Να σ' ερω, που αρζεις;
Θα ψξω πλι να σε βρω. Μην τχεις με καννα;
Σοβρεψες κι οτ' να "γει", απ το στμα βγζεις.
Θα σ' ερω, ννοια σου και δεν μου ξεγλυστρς εμνα,
γιατ χω ρξει πιο σκληρς, ματκια μου, απ σνα!
Τα ξαναλμε το λοιπν. Προς ρας, ντε γει σου!

Ἠράσθην· τίς δ οὐχί; κεκώμακα· τίς δ ἀμύητος
κώμων; ἀλλ ἐμάνην· ἐκ τίνος; οὐχὶ θεοῦ;
ἐρρίφθω· πολιὴ γὰρ ἐπείγεται ἀντὶ μελαίνης
θρὶξ ἤδη͵ συνετῆς ἄγγελος ἡλικίης.
καὶ παίζειν ὅτε καιρός͵ ἐπαίξαμεν· ἡνίκα
καιρὸς οὐκέτι͵ λωιτέρης φροντίδος ἁψόμεθα.

Ηρσθην, παρασρθηκα -και ποις δεν τοχει πθει;
Λωλθηκα! Κποια Θε; Μα τλος πια τα λθη,
δι γρασα και σπρισα, το γρας με προφτανει
και πρπει να συμμαζευτ, για τσο που μου μνει.
Σαν νις το παιξα κι εγ τ' ωραο παιγνιδκι,
τρα μου πρπει φρνηση, φροντδα και... τσαγκι!

Ἠράσθην Δημοῦς Παφίης γένος· οὐ μέγα θαῦμα·
καὶ Σαμίης Δημοῦς δεύτερον· οὐχὶ μέγα·
καὶ πάλιν Ὑσιακῆς Δημοῦς τρίτον· οὐκέτι ταῦτα
παίγνια· καὶ Δημοῦς τέτρατον Ἀργολίδος.
αὐταί που Μοῖραί με κατωνόμασαν Φιλόδημον͵
ὡς αἰεὶ Δημοῦς θερμὸς ἔχοι με πόθος

Κποια Παφιτισσα Δημ ηρσθην, -τι ερωνεα
μετ μια Σαμιτισσα Δημ, -χωρς αστεα,
τρτη, απ' τις Υσις Δημ, πγωσα σαν την εδα
και μια τταρτη Δημ, απ την Αργολδα.
Οι Μορες κτι ξρανε και δσαν τ' νομ μου:
Φιλ-δημος! Κποια Δημ θα παρνει τα μυαλ μου!

Πέντε δίδωσιν ἑνὸς τῇ δεῖνα ὁ δεῖνα τάλαντα͵
καὶ βινεῖ φρίσσων καί͵ μὰ τόν͵ οὐδὲ καλήν·
πέντε δ ἐγὼ δραχμὰς τῶν δώδεκα Λυσιανάσσῃ͵
καὶ βινῶ πρὸς τῷ κρείσσονα καὶ φανερῶς.
πάντως ἤτοι ἐγὼ φρένας οὐκ ἔχω͵ ἢ τό γε λοιπὸν
τοὺς κείνου πελέκει δεῖ διδύμους ἀφελεῖν.

Της δνει πντε τλλαρα, για να τηνε γαμσει,
και τρμει σα παιδπουλο κι αυτ δε πινει μα.
Εγ στη Λυσινασσα δνω πντε δραχμολες
κι εναι κουκλ και δδεκα φορς θε να με... ψσει.
Δε λαχταρ και γεομαι τα πντα μ' ηρεμα!
'μαι τρελλς αυτουνο, να κψουν τις... αυγολες!


Αντικρτης δει τα σφαιρικ μλλον Αρτου
πολλ, την ιδην δ' ουκ ενει γνεσιν,
διστζειν γαρ φη, πτερ' εν Κρι γεγνηται
Δδυμος τοις χθυσιν αμφοτροις.
ερηται δε σαφς εν τοις τρισ, και γαρ οχευτς
και μωρς μαλακς τ' στ και οψοφγος.

Ο Αντικρτης γνριζε καλ αστρονομα,
καλλτερα απ' τον ρατο, που δε σκμπαζε μα,
μως δε γνριζε πτε εχ' ο διος γεννηθε:
Δδυμος τχα Κρις μπως στον Ιχθ;
Μπλεκταν πο 'χεν διον τριν αστερισμν:
Ακλαστος, μουνδουλος, βλαξ κι εκ των αγαθν!

Κπρι γαληναη φιλονμφιε, Κπρι δικαοις
σμμαχε, Κπρι Πθων μτερ αελλοπδων,
Κπρι, των ημσπαστων απ κροκων εμ παστν,
τον χισι ψυχν Κελτσι νειφμενον,
Κπρι, τον ησχιν με, τον ουδεν κωφ λαλεντα,
τον σο πορφυρω κλυζμενον πελγει,
Κπρι φιλομστειρα, φιλργιε, σζ με, Κπρι,
Ναακος δη, δεσπτι, προς λιμνας.

Κπρις προσττις δκαιη, της υμεναου γαλνης,
και των γοργοτρικυμισμνων πθων χορηγς,
εμνα μ' εξορσανε εκ της γαμλιας κλνης
ψυχ μου που σα πγος Κλτικης χιονις εγνης,
εγ, φιλσυχος, δεν λω χαζομρες σε καννα,
στο πλαγος το ρδιν σου, εμαι τρα ναυαγς,
Προσττις σων ψχνουνε λιμνι, σαν κι εμνα,
βηθα ω! Κπρι, στης Ναδος, νβρω απνεμο λιμνα.

Ο πριν εγ και πντε και εννα, νυν, Αφροδτη,
εν μλις εκ πρτης νυκτς ες ηλιον.
οιμο μοι και τοτο κατ βραχ, πολλκι δ' δη
ημιθανς θνσκει τοτο το Τερμριον.
ω Γρας Γρας, τι ποθ' στερον ην αφκηαι,
ποισεις, τι νυν δε μαραινμεθα;

Εγ που πρτα τκαμα πντε κι εννι φορς
ολημερς, τρα με ζρι και βαρι, το κνω μα.
Κι αυτ κρατ λιγτερο και στερα, μαθς,
ω! Κπρις, το Εργαλεο μου ψοφ τυραννισμνο.
Αν απ τρα κρμεται τσι δα μαραμνο,
τι θα γενε σα φτσουνε τα γηρατει με βα;

"Γινσκω, χαρεσσα, φιλεν πλιν τον φιλοντα,
και πλι γινσκω τον μεν δακντα δακεν
μη λπει με λην στργοντ σε μηδ' ερεθζειν
τας βαρυοργτους σο θλε Πιερδας."

Τατα εβων αιε και προλεγον, τατ' αλλ' σα πντωι
Ιονωι μθων κλυες ημετρων.
τοιγρ νυν συ μεν δε μγα κλαουσα βαζεις
ημες δ' εν κλποις μεθα Ναδος.

"Ξρω χαρ μου, αυτν που μ' αγαπ να αγαπ,
μα και δαγκνω αυτος που με δαγκνουν.
Μη θλβεσαι και προκαλες, σαν σε φιλ,
τις Μοσες, που αλμον μας αν θυμνουν".

Τα κματα εχζευες, σαν στα 'λεγα αυτ,
της Ιονου και τα θεωροσες παραμθια.
Κι ιδο τρα που οδρεσαι στ' αλθεια,
εν εγ κρατ την μορφη Ναδα αγκαλι.

Δημ με κτενει και Θρμιονη μεν εταρη
η Δημ δ' οπω Κπριν επισταμνη,
και της μεν ψαω, της δ' ου θμις. ου μα σε , Κπρι,
ουκ οδ' ν ειπεν δει με ποθεινοτρην.
Δημριον λξω την παρθνονου γαρ τοιμα
βολομαι, αλλ ποθ παν το φυλασσμενον.

Η Θρμιον και η Δημ με βαλαντνουν.
Εταρα η μια κι η λλη μαθη παρθνα.
Τη μια τη παρνω μα η λλη δε μ' αφνει.
Δεν ξρω ποι 'ναι ποθηττερη για μνα.
Λω η μικρ Δημ κι η Κπρις ας με κρνει,
δεν θλω τα τοιμα, μα τα δεντως φυλαγμνα.

Ω ποδς, ω κνμης, ω τον απλωλα δικαως μηρν,
ω γλουτων, ω κτενς, ω λαγνων, μοιν, ω μαστν,
ω του ραδινοο τραχλου, ω χειρν, ω των μανομαι ομματων,
ω κατατεχνοττου κινματος, ω περιλλων γλωττισμν,
ω των μμεθα φαναρων. Ει δ' Οπτικ και Φλρα
και ουκ δουσα τα Σαπφος, και Περσες Ινδς ηρσατ' Ανδρομδης.

Αχ τα πδια, αχ η κνμη, -Θε μου χνομ'- οι μηρο της,
οι γλουτο της, τα λαγνια, -παλαβνω- η σχισμ της,
οι μοι της, ο τρυφερς αυχνας, τα βυζκια της,
τα χρια, τα τσακσματα, τα μορφα ματκια της,
ψθυροι που μ' ανβουν, τα γλυκ φιλκια της.
Κι αν εναι Ιταλς η Φλρα, τι με αυτ;
Τι κι αν ποτ της δε τραγοδησε Σαπφ;
Ινδ, Περσες, την Ανδρομδα δεν ηρσθη, σας ρωτ;

Καὶ νυκτὸς μεσάτης τὸν ἐμὸν κλέψασα σύνευνον
ἦλθον καὶ πυκινῇ τεγγομένη ψακάδι.
τοὔνεκ ἐν ἀπρήκτοισι καθήμεθα κοὐχὶ λαλεῦντες
εὕδομεν͵ ὡς εὕδειν τοῖς φιλέουσι θέμις;

ρθα σ' εσ νυχτιτικα, το ταρι μου γελντας,
γνηκα λοτσα στη βροχ και εμαι μουσκεμνη,
και στκεσαι τσι αμλητος το πτωμα κοιτντας.
Μα πρπει λες τσι πραγοι να 'ναι οι ερωτευμνοι;


κι να δικ μου

ΠΑΤΡΟΚΛΟΣ ΧΑΤΖΗΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ

Κρβει τα δυο της τα βυζκια, η αγπη μου
και μου γελ μ' αυτ τα μτια τα μεγλα.
Νιθει καλ, γιατ δε ξρει το μερκι μου,
πως κενα θα 'πρεπε να κρβει κι χι τ' λλα!

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers