-

Dali &

-


-








.

--.


.

./.


 
 

 

Byron George Gordon ( ):

Μνη αρετ που τιμται στην Αγγλα,
                        εναι η υποκρισα.
                                       Τ εναι το ποτ;
                                               Απλ παση για σκψη.
 Βιογραφικ

     Ο Τζορτζ Γκρντον Νολ Μπυρον, 6ος Βαρνος (George Gordon Noelle Byron, 6th Baron), γνωστς στην Ελλδα Λρδος Βρων, ταν γγλος αριστοκρτης βαρνος, ποιητς, πολιτικς, φιλλλην κι απ' τις σημαντικτερες μορφς του ρομαντισμο. Θεωρεται απ τους μεγαλτερους Βρεττανος ποιητς, παραμνει ακμα και σμερα δημοφιλς. Απ το πλοσιο ργο του ξεχωρζουνε τα μακροσκελ ποιματα Δον Ζουν και Το προσκνημα του Τσιλντ Χρολντ.
Υπρξε εξαιρετικ δισημος κι επιτυχημνος ποιητς, αλλ κι ιδιατερα αμφιλεγμενη προσωπικτητα στην Αγγλα, ζντας στατη οικονομικ κι ερωτικ ζω. Ταξδεψε σε πολλ μρη στην Ευρπη, ιδιατερα στην Ιταλα, που ζησε για 7 τη σε πλεις πως Βενετα, Ραβννα και Πζα. Στη παραμον του στην Ιταλα, δχτηκε πολλς φορς επισκψεις απ το φλο του κι τερο ποιητ Πρσυ Μπυς Σλλε. Αργτερα συνδεσε τ' νομα του με τη στριξη των επαναστατικν κινημτων σε Ιταλα κι Ελλδα και πθανε στο πλευρ των Ελλνων επαναστατν στο Μεσολγγι, στα 36 του, μετ απ υψηλ πυρετ. Θεωρεται απ' τους πλον σημαντικος γγλους λογοτχνες του 19ου αι., εν στην Ελλδα εναι απ τις πιο αναγνωρσιμες μορφς της Επανστασης του 1821 κι εθνικς ευεργτης. Η ζω του υπρξε γεμτη σκνδαλα, οικονομικ κι ερωτικ, με αποκορφωμα τη φημολογομενη ερωτικ σχση του με την ετεροθαλ αδελφ του. Η μνη νμιμη κρη του υπρξε η ιντα Λβλες, η οποα θεωρεται η 1η προγραμματστρια, γνωστ για τη συμβολ της στη δημιουργα της αναλυτικς μηχανς του Τσαρλς Μπμπατζ. Στα μη νμιμα τκνα του ανκει η Αλλγκρα Μπυρον, που πθανε σε μικρ ηλικα, εν φμες θλουν να απκτησε και μια κρη, την Ελζαμπεθ Μεντρα Λη (Elizabeth Medora Leigh), απ την ετεροθαλ αδελφ του.


                                      Ο Μπυρον στα 16 του

     Γεννθηκε στο Λονδνο στις 22 Γενρη 1788. Γιος του πλοιρχου του Βασιλικο Ναυτικο, Τζον "Τρελλο Τζακ" Μπυρον και της 2ης συζγου του, Κθριν Γκρντον. Ανκε σε αριστοκρατικ οικογνεια, απ τη πλευρ της μητρας, το γνος Γκρντον κι ταν απγονος του Εδουρδου Γ'. Οι γονες του εχανε χωρσει μως πριν καν εκενος γεννηθε. Ο μεν πατρας εχε διαφγει στη Γαλλα λγω χρεν, η δε μητρα, προσπαθντας να αποφγει τους πιστωτς, συνδευσε αρχικ τον σζυγ της στη Γαλλα το 1786, αλλ επστρεψε στην Αγγλα τλη 1787 για να γεννσει το γιο της σε αγγλικ δαφος. Ξδεψε μεγλο μρος της δικς της περιουσας για την αποπληρωμ των χρεν αυτν. Ο Μπυρον γεννθηκε χωλς (στη δεξι κνμη) και τα 1α τη διμενε με τη μητρα του στο Αμπερντν Σκωτα, μλλον φτωχικ, που κι μαθε και τα πρτα του γρμματα. Στις 19 Μη 1798 πθανε ο αδελφς του παππο του, απ τον πατρα του, Ουλλιαμ Μπυρον, γνωστς ως ο Μοχθηρς Λρδος κι τσι ο 10ετς νεαρς, που τανε 1ος στη σειρ διαδοχς, κληρονμησε τον ττλο του Βαρνου Μπυρον. ταν δεν βρισκτανε στο σχολεο το κολλγιο, ζοσε με τη μητρα του στο Σουθγουελ του Νοττιγχαμσιρ στη κεντρικ Αγγλα. Στη διαμον του εκε δημιοργησε διφορες φιλες κι γραψε τα 1α του θεατρικ για τη ψυχαγωγα της τοπικς κοιντητας. Οι φλοι του τον παρτρυναν να ασχοληθε με τη ποηση. τσι γραψε τα 1α του ποιματα στα 17, που γνανε γνωστ ως τα Fugitive Pieces (μτφ. Φυγαδευμνα κομμτια). Ο ερωτισμς των γραπτν αυτν μως σντομα γινε αντικεμενο ριδας με κποια απ' τα μλη της κοιντητας κι τσι καταστραφκαν πριν διαδοθον ευρως.



     Η 1η ποιητικ συλλογ του, Hours of Idleness (ρες απραξας), που περιχονταν πολλ απ τα αρχικ ποιματ του καθς και πιο πρσφατες συνθσεις, δχτηκε ντονη -κι αννυμη- κριτικ απ το λογοτεχνικ περιοδικ Edinburgh Review, που κατεχε σημαντικ θση στα λογοτεχνικ δρμενα της εποχς. Ως απντηση, γραψε το 1ο σατιρικ του ργο, English Bards & Scotch Reviewers (γγλοι βρδοι & Σκωτσζοι κριτικο), που δημοσευσε αρχικ αννυμα (1809). Πολ γργορα μως η ταυττητ του αποκαλφθηκε κι οι αντιδρσεις ταν ντονες, με αποκορφωμα μια πρσκληση σε μονομαχα. Με τον καιρ μως γινε μδα και για κποιους ταν να εδος τιμς, να βρσκονται στο στχαστρο της πννας του.
     Συνχισε να γρφει ποιματα, με το Το προσκνημα του Τσιλντ Χρολντ να εκδδεται το 1812 και να γνωρζει εξαιρετικ μεγλη δημοφιλα, κτι που τον κανε περιζτητο και διασημτητα της εποχς. Φανεται να εξεπλγη απ την εξλιξη αυτ, και κατ τα δικ του λεγμενα, απλς τυχε μια μρα να ξυπνσει και ν' ανακαλψει πως εναι δισημος. Η 1η κδοση με 500 ανττυπα εξαντλθηκε σε 3 μρες κι ακολοθησαν 6 ακμα εκδσεις σ' να μνα. Παρλληλα μως, ασχολομενος με τη πολιτικ, εκφνησε τον 1ο του λγο στη Βουλ των Λρδων περ ενς νομοσχεδου που θσπιζε αυστηρτατες ποινς για τους υπατιους των ταραχν που 'χανε ξεσπσει στο Νττιγχαμ μετ την εισαγωγ μηχανν κατασκευς καλτσν, συντασσμενος με τους φιλελεθερους. Ο λγος του κενος προκλεσε ιδιατερην εντπωση και σπεσανε πολλο να τονε συγχαρον. Ο 2ος λγος του μετ 2 μνες, περ της χειραφτησης των Καθολικν Παπιστν δεν τανε τσον αξιλογος, αλλ οτε κι ο 3ος, που εκφνησε τη 1 Ιουνου.



     Τα επμενα ποιματα επικεντρθηκαν σε θματα απ την Ανατολ στη συλλογ με ττλο Oriental Tales (Ανατολτικες ιστορες) που περιχουν τα ποιματα Ο γκιαορης, The Bride of Abydos (Η νφη της Αβδου), Ο Κουρσρος, Ο Λρα, και The Siege of Corinth (Η πολιορκα της Κορνθου). Γενικ ταν ιδιατερα σπταλος και καθλου φειδωλς οικονομικ, τσι με τον καιρ συσσωρευτκανε χρη που οι πιστωτς του τον αναζητοσανε συνεχς προς αποπληρωμ. Συνπεια των χρεν του, αλλ και της καταδωξης απ πρην ερωμνες, βρκε την ευκαιρα να ξεκινσει τη μεγλη Ευρωπακ περιοδεα  ταξιδεοντας σε διφορες χρες της Ευρπης, πως καναν στα πρτυπα της εποχς, οι νεαρο γγλοι ευγενες μετ την ενηλικωση τους. Με τους Ναπολεντειους πολμους να βρσκονται σε εξλιξη, αναγκστηκε ν' αποφγει αρκετς χρες της Β. & Κ. Ευρπης, τσι κατληξε στις χρες της Μεσογεου. Σμφωνα με κποια αλληλογραφα που διασζεται μεταξ Μπυρον και φλων του στην Αγγλα, ν απ τα κνητρα του ταν κι η εμπειρα του ομοφυλοφιλικο ρωτα, κτι που πιθανς θα ξεσκωνε μεγλα πθη στην Αγγλα που κι ταν πλον δισημος. Ωστσο το ενδιαφρον του για την Α. Μεσγειο πγαζε κι απ τις ιστορες που εχε διαβσει ως παιδ για τη μακρυν γη του Λεβντε, τις περιοχς των Οθωμανν, των Περσν και τους μυστικιστς Σοφι.



     Στις 2 Ιουλου του 1809 αποπλοντας απ το Πλμουθ μαζ με το φλο του Τζον Καμ Χμπχαους και κποιους υπηρτες, φθνει αρχικ στη Λισαβνα κι απ εκε παραπλοντας το Γιβραλτρ φθνει στη Μλτα, που και παραμνει για μικρ διστημα. Τον Σεπτμβρη, επιβανοντας στο αγγλικ πολεμικ Σπιντερ, αντκρυσε για λγο και 1η φορ, τη πλη που 14 χρνια μετ θ' φηνε τη τελευταα του πνο. Τελικ αποβιβστηκε στη Πρβεζα. Απ κει, επιθυμντας συνντηση με τον Αλ Πασ, μετβη στα Γιννινα. Φθνοντας μως εκε και μαθανοντας τι κενος βρσκεται στο Τεπελνι, μετ 3μερη παραμον, αποφσισε να μεταβε εκε, που φθνοντας μετ απ 9 μρες γινε δεκτς απ υον Πασ, που τονε φιλοξνησε στο σερι του. Τις εντυπσεις του απ κενη τη βρβαρη αγλη της φιλοξενας, τις αποτπωσε στο φημισμνο ποημ του Το προσκνημα του Τσιλντ Χρολντ (Childe Harold's Pilgrimage, 1812). Απ κει, επιστρφοντας μσω Ιωανννων στη Πρβεζα, αππλευσε για τη Πτρα, πλην μως λγω μεγλης θαλασσοταραχς αναγκστηκε να επιστρψει. Τελικ αλλζοντας δρομολγιο, δισχισε μαζ με τους συντρφους του την Ακαρνανα φθνοντας στο Μεσολγγι απ' που και πγε στη Πτρα κι απ εκε μσω Βοσττσας (Αιγου), φθασε στην Ιτα, απ' που μσω Αρχωβας, Λειβαδεις και Φυλς φθασε στην Αθνα το βρδυ των Χριστουγννων του 1809, καταλοντας στην οικα της αδελφς του λληνα υποπρξενου της Αγγλας.



     Στη διρκεια της 3μηνης παραμονς του στην Αθνα, επισκφθηκε τις πιο ιστορικς τοποθεσες της Αττικς, εν παρλληλα ερωτετηκε σχεδν παρφορα τη Τερζα Μακρ, τη μλις 12χρονη κρη του γγλου προξνου Προκπιου Μακρ και της αφιρωσε και το ποημ του Κρη των Αθηνν (Maid of Athens, 1809). Στις 4 Απρλη 1810 ο κυβερντης του αγγλικο δκροτου Πυλδης (κατασκευς 1794) που ναυλοχοσε στον Πειραι, τονε προσκλεσε μαζ με το φλο του Χομπχους για να ταξδι μχρι τη Σμρνη. τσι αποδεχθες τη πρσκληση σε λγες μρες φθασε στη Σμρνη, παραμνοντας εκε κμποσο. Στις 11 Μρτη αναχρησε με την αγγλικ φρεγτα Σαλστ (Salsette) για τη Πλη. Στην αναμον δειας διλευσης απ τα Δαρδανλια, επανλαβε το εγχερημα του μυθικο Λανδρου, διασχζοντας τα στεν κολυμπντας απ την αρχαα βυδο της ασιατικς ακτς προς τη Σηστ της ευρωπακς (3 Μη 1810), μαζ με τον Λοχαγ κενχεντ του πληρματος της φρεγτας, θλο που και δικαιολογημνα θα περηφανεεται στο υπλοιπο της ζως του.



     Τελικ φθασε στη Πλη στις 13 Μη, που και παρμεινε για 2 μνες. Στη συνχεια συνδευσε τον γγλο πρσβη στον αποχαιρετιστριο λγο του, καθς και στην επιστροφ του με το διο πλοο στην Αγγλα. μως στην επιστροφ, καθς προσγγισε η φρεγτα στη Κα, αποβιβστηκε, απ' που κι επστρεψε στην Αθνα, αυτ τη φορ μνος του, και κατλυσε στη ττε Μον των Φραγκισκανν (Μον Καπουτσνων των Αθηνν), δπλα στο Μνημεο του Λυσικρτη. Στην υπλοιπη 10μηνη παραμον του στην Ελλδα, με ορμητριο εκδρομν τη παραπνω Μον, επισκφθηκε πολλ μρη κυρως του Μωρη. Στη διρκεια δε κποιας εκδρομς του στο Σονιο, κινδνεψε να συλληφθε μηρος απ Μανιτες πειρατς. Μεταβανοντας λγες ημρες μετ στη Πτρα, προσβλθηκε απ ελονοσα κι πως αφηγθηκε ο διος, διασθηκε χρη στους Αλβανος υπηρτες του, που τρομοκρτησανε τους ιατρος λγοντς τους πως θα τους αποκεφλιζαν αν ο κρις τους δεν θεραπευτανε.



     Στις 11 Απρλη 1811 επιβιβστηκε για Μλτα, σε πλοο που μετφερε να μρος φορτου των μαρμρων του Παρθεννα που 'χε αφαιρσει ο Λρδος λγιν. Ο Λρδος Μπυρον ταν ανοιχτ κι ιδιατερα ενοχλημνος με την αφαρεση των γλυπτν του Παρθεννα κι αντδρασε με θυμ ταν στη ξενγηση του στο μνημεο εδε να λεπουν τα τργλυφα κι οι μετπες. Αργτερα γραψε να ποημα, τη Κατρα της Αθηνς (The Curse of Minerva), κατηγορντας τις πρξεις του λγιν. Φθνοντας στη Μλτα προσβλθηκε και πλι απ ελονοσα, οπτε κι αποφσισε την επιστροφ του στην Αγγλα. τσι επιβανοντας στις 3 Ιουλου στην αγγλικ φρεγτα Βολζ (HMS Volage) επστρεψε στο Πρτσμουθ στις 17 Ιουλου
Στην επμενη 2ετα ο Μπυρον τανε πλον νας επιτυχημνος ποιητς, ωραος ως δωνις, ευπατρδης, σχετικ πλοσιος, αλλ και περιφρονητς της κρατοσας κοινωνικς ηθικς. χοντας μεγλη επιτυχα μεταξ των γυναικν, που πως ο διος υποστριζε, υπστην περισστερες αρπαγς απ' οποιονδποτε λλον απ την εποχ του Τρωικο πολμου, αφιερνοντας μως πολ χρνο για να συνθτει τα να του ποιματα πως Ο Γκιαορης (1813), Η Νμφη της Αβδου (The Bride of Abydos, 1813), Ο Κουρσρος (1814), Ο Λρα (1814), η Παριζνα (Parisina, 1816), η Πολιορκα της Κορνθου (The Siege of Corinth, 1816) κ.. που λα χρονολογονται στην δια περοδο, αν και κποια εξ αυτν δημοσιετηκαν αργτερα. Την δια ταχτητα με τη συγγραφ εχανε κι οι πωλσεις τους, συγκεκριμνα το ποημα Ο Κουρσρος που τυπθηκε σε 14.000 ανττυπα εξαντλθηκε μσα σε μα μνο μρα. Γενικ οι πωλσεις αυτν των ποιημτων του επφεραν τερστια κρδη, παρχοντς του τη δυναττητα πλουσιτερης ζως, δημιουργντας μως να μεγλα χρη που για την αντιμετπιση τους θερησε μοναδικ διξοδο τον γμο.



     Φημολογονταν πως παλαιτερα διατηροσε ερωτικ σχση με την αριστοκρτισσα και μλος της καλς κοινωνας Κρολαν Λαμπ -απ' αυτν απκτησε και τον περφημο χαρακτηρισμ Mad, Bad, and Dangerous to know (Τρελλς, Κακς, κι Επικνδυνη γνωριμα)-, εν αντστοιχες φμες κυκλοφορονε και για τις ερωτικς σχσεις που διατηροσε με την ετεροθαλ αδερφ του την Ωγκστα Λη, με την οποα πιθανς εχε δη μια κρη που εχε γεννηθε το 1814. Παντρετηκε τελικ την ευγεν ννα Ιζαμπλλα "Ανναμπλλα" Μλμπανκ στις 2 Γενρη 1815 κι η κρη που απκτησαν ως ζεγος πλον ονομστηκε ιντα -που μετ γινε σημαντικ φυσιογνωμα των γλωσσν προγραμματισμο ως 1η προγραμματστρια εργαζμενη στην αναλυτικ μηχαν του Τσαρλς Μπμπατζ. Τα οικονομικ μως του Μπυρον δεν βελτιθηκαν, και σε συνδυασμ με την εξ αυτν στενοχρια, με την κρατη οινοποσα με τους φλους του και με τους περιορισμος του οικογενειακο βου η συμπεριφορ του απναντι στη σζυγ του κατστη ολθρια. Στις 15 Γενρη 1816 η σζυγς του μετβη με τη κρη τους στο πατρικ της κτμα, για να μη δει τη κατσχεση των εππλων τους, στλνοντας μως καθ' οδν να τρυφερ γρμμα στον Μπιρον. Λγες μως μρες μετ ο Μπυρον λαβε γρμμα απ τον πεθερ του τι η σζυγς του δεν θα επανερχτανε πλον κοντ του. Με περπου διο περιεχμενο ακολοθησε κι επιστολ της διας της Ανναμπλα κι ακολοθησε ο χωρισμς.


                             Η κυρα Μπυρον (1792-1860)

     Τελικ ταν επλθε επσημα το διαζγιο του ζευγαριο στις 21 Απρλη 1816, η δημοτικτητ του ρχισε να μεινεται, εν διφορες φμες ρχισαν να διαδδονται μχρι και για ομοφυλοφιλικς τσεις, ειδικ μετ απ μια φραστικ επθεση που 'κανε κατ της αντιβασιλεας, που θεωρθηκε ιδιατερα προσβλητικ. Δεν αποκλεεται ββαια οι φμες αυτς εναντον του να ταν κατευθυνμενες, για πολιτικος λγους, υπρχαν μως και βσιμοι λγοι για να γνουν πιστευτς. Κατπιν αυτν, η παραμον του πλον στην Αγγλα κατστη αδνατος, περιορζοντας τις δημσιες εμφανσεις του, γεγονς που τον ανγκασε να την εγκαταλεψει, λγω της κατακραυγς της Βρεττανικς κοινωνας. Μετ το χωρισμ του με την Ωγκστα και το παιδ του και με τα οικονομικ χρη και τις πολλς ερωμνες να τον καταδικουν, αναγκστηκε να φγει απ την Αγγλα τον Απρλη του 1816. Δεν επρκειτο να επιστρψει ποτ πσω πλον.



     Στις 25 Απριλου του 1816 επιβιβσθηκε σε πλοο με μεγλη συνοδεα, και μσω Οστνδης εγκαταστθηκε αρχικ στις Βρυξλλες κι απ κει επισκεπτμενος το πεδο της μχης του Βατερλ κατληξε στη Γενεη που και διμεινε μερικος μνες συναντντας τον εξριστο εκε απ την Αγγλα ποιητ Πρσυ Μπυς Σλλε και με τη μλλουσα σζυγο του, Μαρυ Γκντγουιν, ποιητ και συγγραφα αντστοιχα σημαντικ ργων (Οζυμανδας του Πρσυ Σλλε, και Φρνκενσταν της Μαρυ Σλλε) με τους οποους και ανπτυξε ιδιατερη φιλα, εν φανεται πως η προσωπικτητ του ενπνευσε τον γιατρ του στην Ελβετα, Τζον Ουλλιαμ Πολιντρι, να βασσει τον κεντρικ χαρακτρα της ιστορας του με ττλο Ο Βρυκλακας (The Vampyre), πρδρομο της βαμπιρικς λογοτεχνας, σ' να απ τα γραπτ του Μπυρον με ττλο Fragment of a Novel.
Στη συνχεια μετβη στην Ιταλα, που υποστριξε ενεργ το φιλελεθερο κνημα των Ιταλν καρμπονρων στον πλεμο τους για ανεξαρτησα ναντι των Αυστριακν. Εκε ταξδεψε σε διφορες ιταλικς πλεις πως η Ρμη, η Ραβννα κι η Πζα. Η Πζα ταν κι η τοποθεσα που γραψε το δισημο μυθιστρημ του με τον ττλο Δον Ζουν. Τελικ κατληξε στη Γνοβα, που το 1822 τον επισκφτηκε αντιπροσωπεα των Ελλνων επαναστατν ζητντας την υποστριξη του, καθς τανε πλον γνριμος ως υποστηρικτς της αυτοδιθεσης των λαν, κατ το παρδειγμα της ιταλικς αυτοδιθεσης ναντι της Αυστρας. Αποδχτηκε το ατημα της αντιπροσωπεας και ξεκνησε τις προετοιμασες για το ταξδι του στην Ελλδα, αναχωρντας το 1823 με το πλοιριο Ηρακλς προς τη Κεφαλλονι.



     Το 1823 κατευθνεται, στερα απ παρτρυνση της Φιλελληνικς Επιτροπς του Λονδνου, προς την Ελλδα, σταματντας στη Κεφαλλονι, που παρμεινε για 6 μνες στην οικα του Κμη Δελαδτσιμα, φλου του Αλξανδρου Μαυροκορδτου. Τελικ, αν κι αρχικς προορισμς του ταν ο Μωρης, εγκαθσταται στο Μεσολγγι, που ρχεται σ' επαφ με τον Μαυροκορδτο, που υποστηρζει οικονομικ. Εν τω μεταξ, χει σχηματσει ιδιωτικ στρατ απ 40 Σουλιτες, υπ τους Δρκο, Τζαβλλα και Φωτομρα. Διατηροσε αλληλογραφα με γγλους επιχειρηματες πως ο Σμιουελ Μπαρφ για την οικονομικ ενσχυση των επαναστατν κι ταν απ τους πρτους που συνειδητοποησαν τις καταστροφικς συνπειες που θα εχε το δνειο στην περπτωση που αυτ χρησιμοποιετο χι για εθνικος σκοπος, αλλ για πολιτικς διαμχες.


                                                    Ο Θυρες του

     Πθανε στις 19 Απρλη 1824 στο Μεσολγγι, στερα απ πυρετ. Το πνθος για τον θνατ του τανε γενικ καθς ο Σολωμς συνθεσε μακρ ωδ στη μνμη του (Ωδ εις τον θνατο του Λρδου Μπιρον). Προς εκδλωση του πνθους στο Μεσολγγι ρχτηκαν 37 κανονιοβολισμο απ την ανατολ του ηλου, μα κθε λεπτ, καθς ταν ττε μνο 37 ετν. Σμφωνα με τον ιστορικ Ντηβιντ Μπροερ (David Brewer) μα σειρ απ αιτες-νσοι εναι πιθαν να ενχονται για το θνατ του, καθς δεν κατστη ποτ ως σμερα, δυνατ να τεθε η διαφορετικ διγνωση. Ο Μπυρον εναι πιθαν, λοιπν, να πθανε συνεπεα μας μοιραας (απ μα σειρ) εγκεφαλικς αιμορραγας, μας ουραιμικς δηλητηρασης, ετε λγω τυφοειδος πυρετο, ελονοσας, ρευματικο πυρετο, εν δε θα μποροσε ν' αποκλειστε οτε η σφιλη.



     νας απ τους στενος φλους του Μπυρον στο Μεσολγγι ταν ο επσης σπουδαος φιλλληνας Αμερικανς ιατρς, απ τη Βοστνη, Σμιουελ Γκρντλε Χου (1801-1878), που στην Ελληνικ Επανσταση του 1821, νεαρς ττε μλις απφοιτος του Πανεπιστημου, εχε λθει στην Ελλδα και για 6 χρνια πρσφερε εθελοντικ τις ιατρικς του υπηρεσες στους λληνες αγωνιστς.
     Μετ το θνατο του Λρδου Μπυρον, ο Χου κρτησε ως κειμλιο της φιλας το αγγλικ κρνος-περικεφαλαα του, που αργτερα, το 1925, το φερε στην Ελλδα η μικρτερη κρη απ τα 6 παιδι του, η Μωντ Χου (1855 - 1948, Αμερικανδα συγγραφας τιμημνη με το Βραβεο Πολιτζερ, παντρεμνη με τον γγλο διακοσμητ/ζωγρφο Τζον λλιοτ), και το δρισε στο Εθνικ Ιστορικ Μουσεο της Αθνας.


ΡΗΤΑ:

 * Τι εναι το ποτ; Μια απλ παση για σκψη.

 * Γνε συ το ουρνιο τξο στις καταιγδες της ζως. Η βραδυν δσμη που χαμογελ στα νφη μακρυ και βφει τ' αριο με προφητικ ακτνα.

 * Στο πρτο της πθος, μια γυνακα αγαπ τον αγαπημνο της, στη συνχεια το μνο που αγαπ εναι αγπη.

 * Η θλψη εναι γνση, αυτο που γνωρζουν τα περισστερα πρπει να θρηνον βαθτερα, το δντρο της γνσης δεν εναι το δντρο της ζως.

 * Η μεγλη τχνη της ζως εναι η ασθηση, να νιθουμε τι υπρχουμε, ακμα και στον πνο.

 * Να γελς πντα ταν μπορες. Εναι φθην φρμακο.

 * Η φμη εναι η δψα της νιτης.

 * Η μνη αρετ που τιμται στην Αγγλα εναι η υποκρισα.

 * Βγανω ξω μνο και μνο για να βισω μια να επιθυμα να μενω μνος.

 * Η αγπη θα βρει να τρπο μες απ μονοπτια που οι λκοι φοβονται να πλησισουν.

 * Εκε νιθεις το πειρο συνασθημα, τσο αισθητ στη μοναξι, εκε που εμαστε λιγτερο μνοι.

 * Εμαι σγουρος τι τα κκαλ μου δε θ' αναπαονταν σ' ναν αγγλικ τφο και το σμα μου δε θα 'λυωνε στο χμα της χρας. Πιστεω τι θα μου 'φερνε τρλλα στο νεκρικ κρεβτι η σκψη τι κποιος θα 'τανε τσο ποταπς στε να μεταφρει το πτμα μου πσω στη γη σας.

 * Οι αντιξοτητες εναι ο πρτος δρμος προς την αλθεια.

 * Ο καλτερος προφτης του μλλοντος εναι το παρελθν.

 * Ναι, η αγπη εναι πργματι φως απ τον ουραν. Μια σπθα απ εκενη την αθνατη φωτι με τους αγγλους που μοιρζονται, απ τον Αλλχ που δθηκε για να σηκσει απ τη γη τη χαμηλ επιθυμα μας.

 * Δεν υπρχει νστικτο σαν αυτ της καρδις.

 * Η φιλα μπορε και συχν γνεται, να εξελιχθε σε αγπη, αλλ η αγπη ποτ δεν υποχωρε σε φιλα. 

ΕΡΓΑ:

Το Προσκνημα του Τσιλντ Χρολντ (Childe Harold's Pilgrimage, 1812 - 1818).
Ο Γκιαορης (The Giaour, 1813), μετ. Αικατερνης Δοσου, Τποις Π. Α. Σακελλαρου, Αθναι 1857, 2η κδοση: Τποις Ανδρου Κορομηλ, Αθναι 1873.
Ο Λρα (Lara, A Tale, 1814).
Ο κουρσρος (The Corsair, 1814), μετ. Λεωνδα Ραζλου, Εκδ. Γανιρη, Αθναι.
Μνφρεντ (Manfred, 1817) μετ. Henry Green, Τυπογραφεον & βιβλιοπωλεον Ευσταθου Π. Χριστοδολου, Πτραι 1864.
Δον Ζουν (Don Juan, 1819-1824, ημιτελς λγω θαντου, 1824).
Ποιματα, μετ. Γ. Πολτου, 3 τμοι, Τποις Ανδρ. Κορομηλ, Αθναι 1867-1871.
παντα Βρωνος, Εκδτης Ανστης Κωνσταντινδης, 3 Τμοι, Τποις Ανστη Κωνσταντινδου, Αθναι 1895.
Τραγοδια για την Ελλδα, Βιογραφα & πρλογος Ι. Ζερβο (1875-1944), Εκδ. Παπαδημητρου & Σια, Αθναι.
Επιστολς απ την Ελλδα 1809-1811 & 1823-1824, μετ. Δημοσθνης Κορτοβικ, εκδ.: Ιδεγραμμα, Αθνα 1996.
Byron's letters & journals, ed. L. A. Marchand, 12 vols. (1973–82), vols. 10 & 11.


ΤΙΜΗΤΙΚΑ:

 * Η Ταξιαρχα Βρωνα, εθελοντικς πολεμικς σχηματισμς αποτελομενος απ λληνες και φιλλληνες, που δημιουργθηκε στο Μεσολγγι στα τλη Μρτη 1824 (30 φιλλληνες αξιωματικο, 100-120 νδρες).
 * Ο Δμος Βρωνα της Αθνας.
 * Ο 3306 Βρων, αστεροειδς που ανακαλφθηκε το 1979.
 * Ο Λχος σπουδαστν του ΕΛΑΣ/ΕΠΟΝ στα Δεκεμβριαν.


========================


             Παριζνα

Ι
Ἡ ὧρα εἶν' αὐτὴ ποῦ ἀπὸ τοὺς κλνους βγανει

Ὁ ψιλὸς τ' ἀηδονιοῦ κελαδισμς,
Ποῦ εἰς κθε του μιλιὰ μουρμουρισμνη
Φανεται ὁ πθος τοῦ ἐραστῆ γλυκς.
Καὶ τ' ἀερκι ποῦ τερπνὰ φυσει
Καὶ τὸ ρυκι ποῦ σιμὰ κυλει
Μουσικὴ χνουν σὰ φιλρμ' αὐτι.
Εἶναι ψηλὰ τ' ἀστρι' ἀνταμωμνα,
Κτου στὴν γῆν εἶν' ἐλαφρὰ βρεμνα
Ὄλα τὰ λουλουδκια μὲ δροσι.
Τὸ γαλζιο τὸ κῦμα εἶναι βαθτερο
Κι ἕνα ξστερο σκτος 'ς τὸν αἰθρα,
'Στὴ γλυκει του μαυρδα καθαρ,
Ὁπ' ἔρχεται ὅταν βασιλεσ' ἡ μρα
Τὴν ὥρα ποῦ φεγγρι λαμπηρὸ
Τοῦ δειλινοῦ τὸ φῶς σκορπζει πρα.

ΙΙ
Ἀλλ' ὄχι τοῦ νεροῦ γιὰ ν' ἀγροικσῃ
Tὸν καταρρκτ' ἡ Παριζνα βγανει,
Ὄχι τὸ οὐρνιο φῶς γιὰ ν' ἀντικρσῃ
Eἰς τὰ μαυρδια τῆς νυκτὸς προβανει.
Κι ἂν εἰς τὸ περιβλι αὐτὴ καθζει
Δὲν εἶναι γιὰ τὰ ὁλνοικτα λουλοδια,
Aὐτιζεται - ὄχι γι' αἠδονιοῦ τραγοδια -
Ἂν καὶ ττοια λαλιὰ ν' ἀκοσῃ ἐλπζει.
Καὶ ν μὲς τὰ πυκνὰ φλλα γλυστρει
Ἕνα πτημα, ἡ ὄψη της χλωμιζει -
Kαὶ ἡ καρδι της γοργτερα κτυπει.
Μσ' ἀπ' τὰ στθη της φουσκνουν!
Μιὰ στιγμὴ μνη ἀκμα - Κι ἀνταμνουν -
Ἐπρασε ἡ στιγμ - καὶ πφτει ἐμπρς της
Mὲ μιᾶς γονατισμνος ὁ καλς της.

III
Καὶ τ τοὺς μλει τρα ὁ κσμος ὅλος
Μὲ τὸν καιρὸν ὁποῦ τὰ πντα ἀλλζει;
Ὅσα ἐκεῖ ζοῦν - ἡ γῆ κι ὁ οὐρανὸς θλος -
Σὰν τποτα ὅλα ὁ νοῦς τὰ λογιζει.
Καθὼς νεκροὶ νὰ ἦσαν δὲν προσχουν
Σ' ὅ,τι κτω, ψηλ, γρω τους ἔχουν,
Πῶς ὅλα τἄλλα ἐπρασαν θαρροῦν,
Πῶς ἕνας γιὰ τὸν ἄλλο μνοι ζοῦν.
Στενζουν μὲ βαθειὰ γλυκδα τση
Ποῦ ἂν δὲν ἔπαυε ἐκενη ἡ εὐτυχισμνη
Τρλλα, στχτ' ᾑ καρδιαῖς ἤθελαν γνῃ
Ὅσαις παρμοια φλγα ἔχει πυρσῃ.
Φαντζονται οὐδὲ κἂν κρῖμα ἢ κινδνους
Στοῦ τρυφεροῦ τῶν ὄνειρων τὴ ζλη;
Ποιὸς ποτ του ἐσταμτησε ἀπ' ἐκενους
Ὅσοι ἀγροικῆσαν μσα τὴν μεγλη
Tοῦ πθους τοτου ὁρμ; ποιὸς ἐφοβθη
Πιὰν ττοιαν ὥρα; ἢ ποιὸς ἀνανοθη
Πσο λγο βαστοῦν ττοιες στιγμς;
Ἀλλ' ὅμως νὰ ποῦ πρασαν κι αὐταῖς!
Κι ὁ καθες μας ξυπνᾷ προτοῦ γνωρσῃ
Π' ὄνειρο ττοιο πλιὰ δὲ θὰ γυρσῃ.

IV
Μὲ ματιαῖς φεγουν κεῖθε ἀργὰ ριγμναις,
Ποῦ ἀπλαυσαν χαραῖς κριματισμναις,
Κι ἐλπζουν, πλῆν λυποῦνται, ὡσὰν στερνὸς
Γι' αὐτοὺς ἐκεῖνος νὰ ἦταν χωρισμς.
Οἱ πλθιοι στεναγμο, τὸ σφιχτοἀγκλιασμα
Καὶ τῶν φιλιῶν τὸ ἀτλειωτο ἀναγλλιασμα
Ἐνῷ φγγει ὁ οὐρανὸς εἰς τὴ θωρι της,
Ὁποῦ, ὡς φοβᾶται, δὲν τὴ συχωρει,
Ὡς νἄβλεπε τὸ μγα ἁμρτημ της
Κθ' ἄστρο γαληνὸ ποῦ τοὺς τηρει -
Τ' ἀγκλιασμα Κι οἱ πλθιοι στεναγμοὶ
Δεμνους τοὺς κρατοῦν ἀκμη ἐκεῖ.
Ἀλλ' ἔφθασε ἡ συιγμὴ νὰ χωρισθοῦν,
Μὲ βαρειὰ τὴν καρδιὰ καὶ τρομασμνοι,
Ἀπ' ταῖς ἀνατριχλαις παγωμνοι
ὁποῦ γοργὰ τὸ κρῖμ' ἀκολουθοῦν.

V
Καὶ ὁ Οὗγος πει στὴν ἔρημ του κλνη.
Ἄλλου γυναῖκα ἐκεῖ νὰ ἐπιθυμσῃ,
πλὴν τ' ἄπιστο κεφλι της ἐκενη
Σιμὰ στὸν καλὸν ἄνδρα θ' ἀκουμβσῃ.
Στὸν ὕπνον ὅμως δεχνει θερμασμνη

VI
Τὴ σφγγει στὴν καρδι του κοιμημνη,
Γροικῶντας κθε λξη της κομμνη·
Κι ἀκοει - τ σαστζει κι ὅλος φρκη
Σὰ νἄκουε τ' Ἀρχαγγλου τὴ φων;
Καὶ πῶς νὰ μὴ σαστσῃ; Καταδκη
Δὲ θὲ νὰ τοῦ βροντᾷ πλιὸ τρομερὴ
Στὸ μνῆμα ὅταν γιὰ πντα θὰ ξυπνσῃ
Τὸ θρνο τοῦ Θεοῦ γιὰ ν' ἀντικρσῃ.
Πῶς νὰ μὴ φρξῃ; Τὴ γλυκει του εἰρνη
Ἡ μιλιὰ τοῦ κατστρεψεν ἐκενη.
Ἕνα μουρμουρητὸ ἀποκοιμισμνο,
Τὄνομ' αὐτὸ σιγὰ ψιθυρισμνο,
Τῆς γυναικὸς τὸ κρῖμα φανερνει
Καὶ μ' ἐντροπὴ τὸν Ἄζο κηλιδνει.
Καὶ τνος τὄνομα εἶναι ποῦ βογγει
Εἰς τὸ προσκφαλ του φοβερ,
Καθὼς τὸ κῦμα ποῦ στὴν ἄκρη σπει
Πετῶντας τὸ σανδι 'ς τὸ σκληρὸ
Βρχο καὶ τὸν πνιμμνον κομματιζει
Τὸν δστυχο ποῦ πφτει καὶ βουλιζει,
Γιὰ νὰ μὴν ἀνεβῇ στὸν κσμο πλι;
Παρμοια στὴν ψυχὴ τοὖλθ' ἡ κτυπι.
Τνος τ' ὄνομ' αὐτ; Τ' Οὕγου; Ἐκεινοῦ;
Ἀλθεια! αὐτὸ δὲν τοὖχ' ἐλθεῖ στὸ νοῦ!
Τοῦ Οὕγου, τοῦ παιδιοῦ μιᾶς π' ἀγαποῦσε,
Τοῦ δικοῦ του παιδιοῦ ποῦ ἦταν κακὸς
Τῆς διεστραμμνης νειτης του καρπς,
Ὅταν τὴ Λεκω ὁ Ἄζος ἀπατοῦσε,
Τὴν κρη ποῦ 'ς τὴν τρλλα της πιστεθη
Αὐτὸν ποῦ ἀπκει δὲν τὴν ἐπαντρεθη.

VII
Τὸ μαχαῖρι ἀπ' τὴ θκη πει νὰ βγλῃ,
Ἀλλὰ πρὶν ὅλο βγῇ τὸ κρβει πλι.
Ἄν καὶ τῆς ἄξιζε, ὅμως δὲν τολμει
Μορφὴ νὰ σφξῃ τσο ἀγγελικ,
Κἄν ὄχι ἐνῷ γελᾷ στὸν ὕπνο – ἐκεῖ,
Ὄχι, δὲν εἰμπορεῖ. Δὲν τὴν ξυπνει!

Ἀλλ' ἀπνου της βλπει μ' ἕνα μτι,
Ποῦ ἂν σηκοννταν κενη ἀπ' τὸ κρεββτι,
Θἄπεφτε πλι πσω κοιμισμνη
Μὲ τὴν κθε αἴσθησ της παγωμνη.
Στὰ φρδια του χοντραῖς σταλαματιαῖς
Ἄστραφταν εἰς τοῦ λχνου ταῖς φωτιαῖς,
Ἀκμη αὐτὴ κοιμοῦνταν. Δὲ μιλοῦσε.
Στὸ νοῦ του αὐτὸς ταῖς μραις της μετροῦσε.

       Κρη Των Αθηνν

Ι.
Κρη των Αθηνν, πριν χωριστομε
Δστε, ω δστε πσω την καρδι μου!
Αλλις, μια και το στθος μου χει αφσει,
Κρατστε την, και πρτε κι λα τ' λλα!
Τον ρκο μου ακοστε πριν χαθ,
Ζω μου, σας αγαπ.

ΙΙ.
Ομνω στις πλεξδες τις λυμνες,
Που του Αιγαου οι αρες τις χαδεουν·
Σ' αυτ τα βλφαρα που κρσσια μαρα
Πρωτανθισμνα μγουλα φιλονε·
Στο βλμμα, σαν δορκδας αγριωπ,
Ζω μου, σας αγαπ.

ΙΙΙ.
Στα χελη τοτα που λαχτρησα να νισω·
Σε τοτη τη δαχτυλιδνια μση·
Στα νθη που φυλς και μαρτυρονε
σα οι λξεις μου να πουν δεν στργουν·
Στον ρωτα τη χαρ τον καημ,
Ζω μου, σας αγαπ.

IV.
Κρη των Αθηνν! χω πια φγει:
Γλυκει μου, να με σκφτεστε, ταν μνη
Κι αν χω πια σαλπρει για τη Πλη,
Καρδι μα και ψυχ κρατ η Αθνα:
Πς θα μποροσα να μη σας ποθ;
Ζω μου, σας αγαπ.

      Αδιφορη Καρδι

Αδιφορη τοτη η καρδι θα μνει
γιατ καρδι καμμι δεν συγκινε:
κι' μως απαρνημνη και θλιμμνη
ματνει στη στιγμ.

Οι μρες μου χλωμ κτρινα φλλα
τ' νθη και της αγπης οι καρπο
εναι σκουλκια βορκος και σαπλα
και κοφιοι οι παλμο.

Οι σπθες που μου φεγουν απ' τα σπλχνα
καθς ηφαστεια νησιο νεκρ
φλγες δεν βγνουνε παρ μιαν χνα
σα νεκρικ πυρ.

Τον κλρο του ρωτα που συνταρζει
ελπδες και πθους δεν χω εγ
μηδ σκοπ πρεξ να μαρζι
να βαρ ζυγ.

Και να μην πω: «οτε τσι – μτε τρα…»
στα εξιλαστρια πθη της ζως
ηρων στεφνια πλκονται οληνρα
θαντου και τιμς.

Βλια και λβαρα! Αχς, Ελλδα
φως μου, πς με καλες. Πολεμιστς
και πλι στης ασπδας την απλδα
πεθανουν νικητς.

Ω ξπνα! Ελλδα μου χι συ, ξπνα
και βζαξε τις ρζες πνεμα μου
δυνμωσε μες των Γραικν τα δεπνα
με να νεμα μου.

Πενες της σρκας, ηδονς και πθος
τα βδελυρ και τερατμορφα
χι! Κττα την ομορφι σαν λθος
σε πρσωπα μορφα.

Αν κλαις τη νιτη σου, ττε μη ζσεις!
Χρος και θνατος σωστς εδ
με σφαρες τη ζω σου να σφαλσεις
στο χμα αυτ.

Γρνα με περιργεια το κεφλι
μτρα καλ, να 'ναι φαρδς-πλατς
ο τφος σου, κι' στερα απ την ζλη
πσε ν' αναπαυτες.

           Το Νησ

φθονους καρπος που η φση
δινε και χωρς δουλεα
Δσος ανμελο μα δχως μονοπτι.
Κτμα που η Αφθονα
δειαζε χωρς ντροπ
Κρας της -χωρς αφντη,
λοι σοι τους εκε
Πθο- που αινες πολλο
δεν υπταξαν ακμη
νθρωποι για τη ζω τους
να αποφασζουν μνοι
Γη αδολωτη, με πλοσια
ορυχεα στα ρηχ της,
λιος χρυσαφιο και φροτα
τα γεννματ της
Να χουν την ελευθερα
σπτι τη σπηλι να πονε
Κπο γενικ που λοι
μσα ξνοιαστοι γυρνονε
που η Φση να νθος
τκνων της αναγνωρζει.

  ταν Χωρσαμε Οι Δυο Μας

ταν χωρσαμε οι δυο μας, και μακρυ
μεναμε πλι, σιωπηλο και δακρυσμνοι
με ραγισμνες τις καρδις μας για πολλ
χρνια ξεκψαμε, για χρνια χωρισμνοι,
πλον ωχρ τα μγουλ σου και ψυχρ
γναν, και πιο ψυχρ ακμα το φιλ σου
εκενη η ρα που προεπε μαντικ
θλψη για τρα που δεν εμαι πια μαζ σου.

Τρα το αγρι με χαδεει το πρω,
με ψχρα απκοσμη στο πρσωπο με ρανει
μοιζει προμντεμα κποια προβολ
λου αυτο που τρα νιθω και βαρανει.
Σπασμνοι, πια, λοι οι ρκοι σου, κενο
και φμη ασμαντη ο κσμος πια σου δνει
κι μα κοντ μου τ' νομ σου ακουστε
νιθω κι εγ κποια ντροπ του να με κλενει.

Κι αν σ' αναφρουν εν στκομαι μπροστ,
βαρι καμπνα, και σαν πνθιμ μου μοσα
με πινει ργος και με σφγγει και μετ
τσο πολ, ρωτ, γιατ σε αγαποσα;
Αυτο δεν ξρουν τι σ' ξερα καλ
σ' ξερα μσα, ξω, σχημο κι ωραο
Πολ, πολ θα μετανινω και πικρ
τσο βαθι, οτε σε μνα θα το λω.

Μες στην σιωπ συναντηθκαμε, κρυφ
μες στην σιωπ τρα μονχος θα θρηνσω
για ,τι ξχασε η δικ σου η καρδι
και μ' να ψμα η ψυχ φησε πσω
και αν τυχν, χρνια αν περσουνε πολλ
κπου -τυχαα- μια φορ σε συναντσω
πς να σε πω; να χαιρετσω; -Μοναχ
σιωπ και δκρυα μπορ να σου χαρσω.

   Ομορφι Πς Περπατ...

Σε μια ομορφι πς περπατ νυχτεριν,
σ' ναν ανφελο ουραν και στολισμνο
φωτς και σκτους κθε θαμα θα βρεθε
στα δυο της μτια και σ' αυτν συγκερασμνο,
στο γλυκ φως που ο ουρανς χει γι' αυτ
=κι ας το ζητον οι μρες λες- φυλαγμνο.

Μια σκι δσε της πρ' της μιαν αχτδα
κι αυτ η χρη λη αμσως θα χαθε
που χει κθε της εβνινη πλεξδα,
στο πρσωπ της που απαλ φεγγοβολε.
Οι σκψεις χαρονται, που οτε μια κηλδα
βρσκουν σ' αυτν που αυτς γλυκ φιλοξενε.

Σ' αυτ το μτωπο, σ' αυτς τις παρεις
τσο απαλ, τσο απλ, τσο γλυκ
χρυσ χαμγελα, αποχρσεις λαμπερς
λνε για μρες που ξοδετηκαν καλ:
Μια απ' τις καλτερες, πιο ρεμες ψυχς,
και μια καρδι που μ' αθωτητα αγαπ!

      λλο Δε Τριγυρνομε

Λοιπν, τλειωσε, λλο δεν τριγυρνομε
εμες οι δυο μσα στην νχτα τσο αργ
Κι αγπη ακμα στην καρδι αν κουβαλομε
κι αν λμπει ακμα το φεγγρι δυνατ.

Το ξφος πιο πολλ απ' την θκη του θα ζσει
απ το στθος περισστερα η ψυχ
Πρπει η καρδι να ανασνει, να ηρεμσει
πρπει κι ο ρωτας, κι αυτς ν' αναπαυθε.

Τι κι αν η νχτα χει φτιαχτε για ν' αγαπομε
πντα ταχς ο ερχομς του πρωινο,
Εμες λλο πια δεν θα τριγυρνομε
κτω απ' το φως του φεγγαριο.

            Τα Νησι Της Ελλδας

Τὰ νησιὰ τῆς Ἑλλδας! ὦ νησιὰ βλογημνα,
Ποῦ μὲ ἀγπη καὶ φλγα μιὰ Σαπφὼ τραγουδοῦσε,
Ποῦ πολμων Κι εἰρνης δῶρα ἀνθζαν σπαρμνα,
Ποῦ τὸ φγγος του ὁ Φοῖβος ἀπ' τὴ Δῆλο σκορποῦσε!
Ἄχ, ἀτλειωτος ἥλιος σᾶς χρυσνει ὡς τὰ τρα,
Μὰ βασλεψαν ὅλα, ὅλα τἄλλα σας δῶρα!

Καὶ τῆς Χος τὴ Μοῦσα, καὶ τῆς Τως τὴ λρα,
Ἀντρειοσνης κι ἀγπης δοξαρσματα πρῶτα,
Σὲ ἄλλους τπους γιὰ φμη τὰ μετφερε ἡ Μοῖρα,
Γιατ ἡ μαρη τους μννα μτε ἄ ζοῦνε δὲ ρτα!
Κι ἀντιλλησαν ξφνω παραπρα στὴ Δση
Ἀπ' ἐκεῖ ποῦ ἀνθζαν τῶ «Μακρων αἱ νῆσοι.

Τὰ βουνὰ τὸ μεγλο Μαραθνα θωρᾶνε,
Κι ἡ ἀθνατη βλπει τὰ πελγη κοιλδα.
Ἐδῶ πρα μονχος συλλογιμουν πῶς νἆναι
Θὰ μποροῦσε καὶ πλε μιὰ ἐλετερη Ἑλλδα!
Γιατὶ πῶς νὰ κοιτζω τὸ Περσνικο μνῆμα,
Καὶ νὰ λγω πῶς εἶμαι τῆς σκλαβιᾶς Κι ἐγὼ θῦμα!

Στὸν γκρεμνὸ ποῦ ἀντικρζει τὴ μικρὴ Σαλαμῖνα,
Μιὰ φορὰ βασιλας θρονιαζτανε. Κτου
Δχως τλος καρβια μὲ τἀμτρητα ἐκεῖνα
Μαζευντανε πλθη. Εἶταν ὅλα δικ του.
Τὴν αὐγὴ μὲ καμρι τὰ μετροῦσε ἐκεῖ πρα,
Μὰ τ γνηκαν ὅλα σνε βρδιασε ἡ μρα!

Ποῦ εἶν' ἐκεῖνα! Ποῦ εἶναι, ὦ πατρδα καημνη!
Κθε λγγος σου τρα κι ἀκρογιλι ἐβωβθη!
Τῶν παλιῶν τῶν ἡρων ἕνας μῦθος δὲ μνει,
Τῆς μεγλης καρδιᾶς τους κθε χτπος ἐχθη.
Καὶ τὴ λρα σου ἀκμα τὴν ἀφῆκες, ὠημνα!
Ἀπ' τοὺς θεους σου ψλτες νὰ ξεπσῃ σ' ἐμνα!

Μὲς στὸν ἄδοξο δρμο ποῦ μιὰ τχη μὲ σρνει
Μὲ φυλὴ ποῦ σηκνει τῆς σκλαβιᾶς ἁλυσδα,
Κποιο βλσαμο κρφιο στὸ τραγοδι μου φρνει
Ἡ ντροπὴ ποῦ μὲ πινει γιὰ μιὰ ττοια πατρδα!
Καὶ τ νἄχῃ ἐδῶ ἄλλο ποιητὴς παρὰ μνο
Γιὰ τοὺς Ἕλληνες πκρα, γιὰ τὴ χρα τους πνο!

Πρπει τχα νὰ κλαῖμε μεγαλεῖα χαμνα,
Καὶ ντροπὴ νὰ μᾶς βφῃ ἀντὶς αἷμα, σὰν πρῶτα;
Βγλε, ὦ γῆς δοξασμνη, ἀπ' τὰ σπλχνα σου ἕνα
Ἱερὸ ἀπομεινρι τῶν παιδιῶν τοῦ Εὐρτα!
Ἀπ' ἐκειοὺς τους Τρακσους τρεῖς ἄν ἔρθουνε, φτνουν
Ἄλλη μιὰ Θερμοπλα στὰ βουν σου νὰ κνουν.

Πῶς! Ἀκμα σωπανουν; Πῶς! Ἀκμα συχζουν;
Ὄχι, ὄχι! Ἀκογω τὶς ψυχὲς ἀπ' τὸν ᾍδη
Σὰν ποτμι ποῦ τρχει μακρινὰ, νὰ φωνζουν:
«Ἕνας μνο ἄς σαλψῃ ζωντανὸς, καὶ κοπδι
Ἀπ' τῆ γῆς ἀποκτου λεβεντιὰ ξεκινοῦμε.
Εἶναι αὐτοὶ ποῦ κοιμοῦνται· ἐμεῖς ἀκομα σ' ἀκοῦμε!

Ἄχ, τοῦ κκου, τοῦ κκου! ἄλλες λρες στὰ χρια!
Μὲ σαμιτικο τρα τὸ ποτρι ἄς γεμσῃ.
Ἄφινε αἷμα καὶ μχες γιὰ τὰ τορκικα ἀσκρια,
Καὶ καθνας τὸ αἷμα τοῦ ἀμπελιοῦ του ἄς μᾶς χσῃ!
Δς τους! Ὅλοι ξυπνᾶνε καὶ πετοῦν ὡς ἀπνω,
Τοῦ μικρψυχου Βκχου τὸ ἐγκμιο σὰν κνω!

Τὸν Πυρρχιο χορ σας ὡς τὰ τρα βαστᾶτε,
Ἡ Πυρρχια ἡ «φλαγξ ποῦ νὰ πῆγε, καημνοι!
Ἀπὸ δυὸ ττοια δῶρα πῶς ἐκεῖνο ξεχνᾶτε
Ποῦ ψυχὲς ἀντρεινει καὶ καρδιὲς ἀνεστανει!
Καὶ τὰ γρμματα ἀκμα ἑνὸς Κδμου κρατεῖτε·
Τχα νἆταν γιὰ σκλβους τὰ ψηφι του θαρρεῖτε;

Τὸ Σαμιτικο χνε στὸ ποτρι ὡς τὰ χελη!
Ὄξω οἱ λῦπες! Ἐλᾶτε μὲ τὴν πλσκα γεμτη!
Ἔτσι ἔψελνε ὁ θεῖος Ἀνακροντας, φλοι!
Σκλβος εἶταν Κι ἐκεῖνος, μὰ ἑνὸς Πολυκρτη.
Ἀπὸ ξνους τυρννους δὲν ἐγνριζαν ττες·
Εἶταν αἷμα δικ τους, σὰν κι αὐτοὺς πατριῶτες.

Τὴ Χερσνησο ἕνας μιὰ φορὰ τυραννοῦσε,
Μὰ διαφντευε πρῶτος τὰ καλὰ, τὴν τιμ της.
Μιλτιδη τὸν λγαν. Ἄχ, καὶ πλε νὰ ζοῦσε!
Ἕνα ἄς εἶχε ἡ πατρδα ττοιο πλε παιδ της!
Βασιλιὰς σὰν Κι ἐκεῖνον ποι λαὸ δὲ μαγεει!
Βασιλιὰς ποῦ μὲ ἀγπη μοναχὴ σὲ δεσμεει.

Στὸ ποτρι μου πλε τὸ Σαμιτικο χνε!
Στὸ Σουλιτικο βρχο, πρὸς τῆς Πργας τὸ χῶμα,
Γενεὰ σιδερνια ὡς τὰ σμερα εἶναι,
Ποῦ ἀπὸ μννες Δωρδες λὲς καὶ βγανει ἀκμα.
Ἴσως μνει ἐκεῖ πρα κποιος σπρος κρυμμνος,
Ποῦ θὰ δεξῃ ἄ δὲν εἶναι Ἡρακλεδικο γνος.

Ἀπ' τοὺς ἄπιστους Φργκους λευτεριὰ μὴ ζητᾶτε!
Ἐκεῖ ζοῦν ἡγεμνες ποῦ πουλοῦν κι ἀγορζουν.
Μὲ δικ σας τουφκι καὶ σπαθὶ πολεμᾶτε!
Αὐτοῦ θἄβρετ' ἐλπδα, κι ὅ,τι θλουν ἄς τζουν.
Ζυγὸς Τορκου, μὲ Φργκου πονηριὰ σὰν ταιρισουν
Τὴν ἀσπδα, ὅσο νἆναι δυνατὴ, θὰ τὴ σπσουν.

Μὲ Σαμιτικο πλε τὸ ποτρι ἄς γεμσῃ!
Μὲς στὸν ἴσκιο χορεουν οἱ κοπλλες μας πλι·
Σὰν τὰ μαῦρα τους μτια δὲν εἶδε ἄλλα ἡ φση,
Μὰ σὰ βλπω τὴ νιτη καὶ τἀφρᾶτα τους κλλη,
Τὸ δικ μου τὸ μτι τὸ θολνει μιὰ στλα,
Ποῦ γιὰ σκλβους τὸ θνε τῶ βυζιῶν τους τὸ γλα!

Στοῦ Σουνιοῦ θὰ καθσω τὸ μαρμρινο βρχο,
Σντροφ μου τὸ κῦμα τοῦ Αἰγαου θὰ κνω,
Αὐτὸ ἐμνα νἀκογῃ, Κι ἐγὼ ἐκεῖνο μονχο,
Κι ἐκεῖ ἀπνω σὰν κκνος μὲ τραγοδι ἄς πεθνω.
Δὲ σηκνει ἡ ψυχ μου σκλβα γῆ! Χτπα κτω
Τῆς σκλαβιᾶς τὸ ποτρι, κι ἄς πῃ νἆναι γεμᾶτο!

=ΓΡΨΑΝΕ:

                        Βρων

Εκατ χρνια πρασαν. Δεν πρασες. Μιλε
για σε η κλαγγ του χρυσατο κι η αναπνο των κρνων.
Στων Πιερδων τους ναος και θρνοι και βωμο
για σνα και στη μνμη των Ελλνων.

που κλεισες τα μτια σου, στη θμησ μου ακμα
ξνων αθρπων ερχομος και λατρεμος κρατ
στην πτρα που σ ανπαψε, στο που πτησες χμα
η πτρα ταν προσκνημα, το χμα φυλαχτ.

Σ εσ του Αρχλοχου η χολ και της Σαπφς η φλγα,
της βιβλικς σου χρας ο οστρος ο σαιξπηρικς,
μοιαστης Μοσας βζαξες τρικυμισμνης ργα,
στη γη μας ρθες θεσταλτος Τυρταος ρωμαντικς.

Εκατ χρνια πρασαν. Δεν πρασες . Και ζεις
με των ατν το πταγμα και με των γριων κρνων
την ευωδι, στο λυρισμ, στη σκψη, στης ψυχς
τα πθη, και στη δξα των Ελλνων.
                                                             Κωστς Παλαμς

   Βρων

Ἔνιωσεν ὅτι
τοῦ ἦσαν οἱ στχοι
ἄχαρη τχη
καὶ ματαιτη.

Ἡ ὁρμ του ἡ πρτη
πιὰ δὲν ἀντχει,
ἀλλ, στὰ τεχη,
ἔνδοξη νιτη.

Γνονται οἱ γροι
γαῦροι. Θὰ ὁρμση
ἀνδρῶν λουλοδι.

Κι ὁ Μπρον ξρει
πῶς νὰ τὸ ζση
τὸ θεῖο Τραγοδι.
                                                        Κστας Καρυωτκης

Ο Θνατος Του Βρωνα
     (αποσπ.)
1
Λευτερι, γιὰ λγο πψε
νὰ χτυπᾶς μὲ τὸ σπαθ.
Τρα σμωσε καὶ κλψε
εἰς τοῦ Μπιρον τὸ κορμ.

2
Καὶ κατπι ἂς ἀκλουθοῦνε
ὅσοι ἐπρξανε λαμπρ.
ἀποπνου του ἂς χτυποῦνε
μνο στθια ἡρωικ.

3
Πρῶτοι ἂς ἔλθουνε οἱ Σουλιῶτες,
καὶ ἀπ᾿ τὸ Λεψανον αὐτὸ
ἂς μακρανουνε οἱ προδτες
καὶ ἀπ᾿ τὰ λγια ὁποῦ θὰ πῶ.

4
Φλμπουρα, ὄπλα τιμημνα,
ἂς γυρθοῦν κατὰ τὴ γῆ,
καθὼς ἤτανε γυρμνα
εἰς τοῦ Μρκου τὴ θαν,

5
ποῦ βαστοῦσε τὸ μαχαρι,
ὅταν τοῦ ῾λειψε ἡ ζω,
μεσ᾿ στὸ ἀνδρφονο τὸ χρι,
καὶ δὲν τ᾿ ἄφηνε νὰ βγεῖ.

6
Ἀναθρφηκε ὁ γενναῖος
στῶν ἁρμτων τὴν κλαγγ.
Τοῦτον ἔμπνευσε, ὄντας νος,
μα θεὰ μελωδικ.....   
                                                             Διονσιος Σολωμς



 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers