-


Dali &









/




 
 

 

Bierce Ambrose Gwynnett:



                                                   Βιογραφικ

     Ο Αμπρουζ Μπιρς (Ambrose Gwynnett Bierce 1842-1914-5;) απεχθαντανε το ρεαλισμ. Στο Αλφαβητρι Του Διαβλου τον ρισε ως "τη τχνη ν' αναπαριστς τη φση, πως τη βλπουν οι βτραχοι να διγημα γραμμνο απ κμπια". στω λοιπν, πως η ζω του τανε μυθιστρημα. Θα πστευε ραγε κανες πως η αρχ και το τλος του διαθτουν τον παραμικρ ρεαλισμ; Πσο αληθοφανς εναι αυτ το εντελς παρδοξο νομα Αμπρουζ Γκουνετ; Εναι δυνατν νας απ τους πιο γνωστος Αμερικανος λογοτχνες, ν απ τα διασημτερα πρσωπα της εποχς του, να χαθε στα καλ καθομενα, σαν ν' νοιξε η γη και να τον κατπιε, μνο και μνο επειδ πετχτηκε μχρι το επαναστατημνο Μεξικ για να δει τις μχες;
     Για να πομε τα πργματα με το καθημεριν νομ τους, φανεται να υπρχει μια θεμελιδης αντφαση ανμεσα στη προσωπικτητα που αναδεικνουν τα δημοσιογραφικ κεμεν του -τον κυνικ μισνθρωπο κι ατθασο μισογνη, τον απογοητευμνο απ τους κθε λογς πολιτικος και τους -ισμος τους, τον ορκισμνο εχθρ θρησκειν και παπδων κθε γνωστς πιθανς λατρεας, τον φαρμακερ υβριστ συγγραφων που θεωροσε κακος, σο δισημοι σημοι κι αν ταν -ανμεσα σ' αυτ τη προσωπικτητα κι εκενη που προβλλουν οι ιδιατερα περιποιητικο βιογρφοι του. Το μελαγχολικ προσωπεο που φορει ο Μπιρς του "Αλφαβηταρου" δεν εναι παρ η μσκα ενς πολ πληγωμνου ανθρπου.
     Παρλο που αργ γργορα τσακωνταν με τους φλους του, εχε πντα πολλος, στε να κνει ελεθερα τις επιλογς του. σως επειδ οι γυνακες νμιζαν πως ξρουν τι η απχθει του για το φλο τους δεν ταν παρ θεατρινισμς, δεν ταν λγες εκενες -ιδως νες συγγραφες- που κατφευγαν για συμβουλς στον «Δρ. Τζνσον» του Σαν Φρανσσκοστον κριτικ της Δυτικς Ακτς. Τις δεχταν πντα με καρτερικ ευγνεια και τις βοηθοσε σο μποροσε. πως και να 'χει, ο «Πικρχολος Μπιρς», ο πιο «Μοχθηρς νθρωπος του Σαν Φρανσσκο», κατφερε να επιβισει στο εκτυφλωτικ λυκφως της φμης, διαγρφοντας μεγλη δημοσιογραφικ τροχι, που στη διρκει της περιλαβε για τα καλ, με το πνευματδες χιομορ και το σαρκασμ του -που βοιξαν απ' κρη σ' κρη στην Αμερικ, πριν περσουν τον Ατλαντικ- συναδλφους συγγραφες, δισημους πως οι, Χνρι Τζιμς (Henry James 1843-1916) και Στφεν Κριν (Stephen Crane 1871-1900), μασνους, υπερβολικ πλοσιους καπιταλιστς, ορισμνους Προδρους κι ακμα σημους ιεροκρυκες, ενεργητικτατους τοπικος ρχοντες κι αδξιους στιχοπλκους.
     Εναι αδνατον να νισουμε σμερα κενη την ιδιατερη γοητεα, που 'κανε τους συγχρνους του ν' ανχονται, ν' απολαμβνουν και ακμα ν' αγαπον το μεγλο στραβξυλο. Αρκε να επισημνουμε -πρμα που δε κνουν συνθως οι σντομες αναφορς στη ζω του- πως επρκειτο για εξαιρετικ καλοφτιαγμνον ντρα. τανε ψηλς με πλοσια υπξανθα μαλλι, ευθυτενς κι αθλητικς, παρλο που υπφερε απ χρνιο σθμα. Εχε γαλζια διαυγ μτια και φρσκια ρδινη επιδερμδα, παρλη τη συνθει του να καταναλνει μεγλες ποστητες αλκολ. Ντυντανε κομψ κι ασχολιταν σχεδν ψυχαναγκαστικ με την προσωπικ του υγιειν, σως επειδ πρασε μεγλο μρος της ζως του μσα στη δυσοσμα και τη βρωμι μιας απ τις πιο δυσρεστες πολεμικς συρρξεις της ανθρπινης ιστορας.
     Γεννθηκε 24 Ιουνου 1842 στην επαρχα Μιγκς, Οχιο. τανε το 10ο παιδ της Λουρα και του Μρκου Αυρλιου Μπιρς. Ο πατρας, φτωχς αγρτης κι ευσεβς Κοινοτιστς Πουριτανς, προερχμενος -πως λλωστε κι η μητρα- απ αποκους που εγκαταστθηκαν στη Να Αγγλα το 17ο αινα, αποφσισε πως τα ονματα των παιδιν του πρεπε ν' αρχζουν λα με Α; Αμπιγκιλ, Αμλια, ννα, ντισον, Αγουστο, Αλμντα, ντριου, λμπερτ κι στερα Αμπρουζ. Πς φτασεν μως στο μελδραμα του γγλου συγγραφα Τζρολντ (Douglas Jerrold 1803-1857): "Αμπρουζ Γκουνετ Μια Ιστορα Πλι Στη Θλασσα"  ("Ambrose Gwynett; or Α Seaside Story" 1828), που 'βαλε δπλα στο Α του βρφους να G; στη συνχεια ρθαν κι λλα Α: ο ρθουρ που πθανε το 1846, σ' ηλικα 9 μηνν, η Αδλια κι η Αυρηλα, που πθαναν κι αυτς μες στα επμενα 2 χρνια.
     Για να τονε καταλβουμε, πρπει οπωσδποτε ν' αρχσουμε απ το γεγονς πως την εποχ που ρχισε να καταλαβανει τον κσμο γρω του, η μητρα του ταν απασχολημνη πρτα λγο με φροντδα νεογννητων και δετερο με το πνθος για το δη νεκρ παιδ. τσι, δε πρσφερε στο αγορκι την αγπη που φειλε. Εκενος απρριψε τους γονες και την οικογνεια· κατφυγε στα βιβλα. Σμφωνα μ' σα λγονταν, ο Μρκος εχε τη μεγαλτερη βιβλιοθκη στο Κοσκιοσκο της Ιντινα, που μετακμισαν το 1846. Εκε τριγριζε ο μικρς. ταν μνος. Μνος στο σπτι και μνος στο σχολεο.
     Μλις κλεισε τα 13, εγκατλειψε για πντα το πατρικ. Στην αρχ, γινε ο φτωχοδιβολος του τυπογραφεου μιας αντιρατσιστικς εφημερδας που 'χεν ιδρυθε πρσφατα στο γειτονικ Ουρσοου. στερα τονε τρβηξε το κρον Οχιο, που ο Λοκιος, μικρτερος αδελφς του Μρκου -τσο μα τσο διαφορετικς απ κενον- ταν ο επιφανστερος πολτης: δικηγρος, συγγραφας, 4 φορς δμαρχος και θρυλικς πολεμιστς. ταν το 1838, ο Καναδς βρισκταν στα πρθυρα εξγερσης ενντια στη βρετανικ επικυριαρχα, ο Στρατηγς Μπιρς πρασε τη λμνη ρι μ' να σμα 500 εθελοντν, για να προκαλσει γενικ ξεσηκωμ. Τρα ταν σκληροπυρηνικς αντιρατσιστς που εφοδασε με πυρομαχικ κι πλα τον Τζων Μπρουν (John Brown 1800-1859), ταν ο τελευταος ξεκνησε την αιματηρ ξοδο απ το δουλοκτητικ Ντο.
     Ο Λοκιος αποφσισε πως ο Αμπρουζ πρεπε να γνει στρατιωτικς. Μλις κλεισε τα 17 τον στειλε στο περφημο Στρατιωτικ Ινστιτοτο του Κεντκι. στερα απ 'να χρνο τον απβαλαν, αλλ εχεν αποκτσει δη στρατιωτικ παρστημα και γνσεις σχεδου και χαρτογραφας, που σντομα αποδεχθηκαν εξαιρετικ χρσιμες. Ακολοθησαν 9 μνες γεμτοι διφορες περιστασιακς δουλεις στο Ουρσοου σπου, νοιξη του 1861 ξσπασε ο Εμφλιος. ταν απ' τους πρτους που κατατχτηκαν στο στρατ του Λνκολν (Abraham Lincoln 1809-1865). Με το 9ο Σνταγμα Πεζικο Εθελοντν του Κεντκι, μπκε στο καθημεριν σφαγεο. Στον πρσφατο Κριμακ Πλεμο εχανε χσει τη ζω τους 20000 Βρετανο στρατιτες, απ τους οποους μνο 3000 ξεψχησαν στα πεδα των μαχν. Τον Απρλη του 1862, η φρικιαστικ μχη του Σλο, που 'λαβε μρος κι ο Μπιρς, τλειωσε με 23.741 πτματα.
     Πρασε τη θητεα του εξ ολοκλρου στο Ντο. Για ναν νθρωπο γννημα-θρμμα της πεδινς Δσης, οι ορεινς εκτσεις του Ντου τανε πργματι συγκλονιστικς. Η ομορφι τους, μεταβαλλταν αναπντεχα, βασανιστικ, σε σκηνικ ανφελων ηρωισμν και νυχτερινν σφαγν. Ο Μπιρς εδε γουρονια να τρνε σρκες σκοτωμνων στρατιωτν και μυαλ να χνονται απ ανοιγμνα κρανα. Απ μιαν ποψη εχε να κνει με «τυπικ πλεμο». Η μχρι αυτοθυσα γενναιτητ του φνηκε πολ νωρς, ταν δισωσε να πληγωμνο συνδελφ του, περνντας μες απ τα πυρ του στρατο των Νοτων. Το Ινστιτοτο του Κεντκι, μετ πολλ χρνια τονε πρτεινε για προαγωγ.
     Το Φλεβρη του 1862 κι εν ταν δη λοχας, μετατθηκε στη ταξιαρχα του στρατηγο Γουλιαμ Χιζεν (William Babcock Hazen 1830-1887), που ανκε στο σμα του Οχιο, υπ τη διοκηση του Μπιοελ (Don Carlos Buell, 1818-1898). Ονομστηκε αξιωματικς της τοπογραφικς υπηρεσας κι ρχισε να χαρτογραφε τη περιοχ. Τον επμενο χρνο γινε υπολοχαγς και το Νομβρη του 1864 προχθη τιμητικ σε λοχαγ. Τρα πια βρισκταν κοντ στο Επιτελεο κι η συμπεριφορ των στρατηγν του προκαλοσε αηδα. σοι δεν ταν ανητοι ταν ανριμοι. Ο ρως του ταν ο Χιζεν, που δεν βλεπε με καλ μτι την ανοησα, τσο των οπλιτν σο και των αξιωματικν.
     Αυτς που θα γραφε αργτερα το "Αλφαβητρι Του Διαβλου", εχε κληρονομσει απ' τους πουριτανος προγνους τους την αυστηρ συνεδηση. τσι, τρμαξε μ' σα εδε ως υπεθυνος για τον ομοσπονδιακ θησαυρ στη Σλμα της Αλαμπμα, μετ τη λξη της επιστρτευσης. λα τα τσακλια του Βορρ εχαν ρθει για να σκυλψουν το Ντο. Δουλει του Μπιρς ταν να εντοπζει και να συγκεντρνει το βαμβκι που θεωρετο πως ανκε στη κυβρνηση των ΗΠΑ. Το βαμβκι τανε προν με μεγλη ζτηση, τσο σημαντικ σο το πετρλαιο σμερα. Οι συνδελφο του στνανε κομπνες με ασυνεδητους επιχειρηματες, ξετσπωτους πειρατς και λαθρμπορους. Η επιμον του στην εντιμτητα, θεσε τη ζω του σε μεγλο κνδυνο.
     Τρα βλεπε πσω και πρα απ τον πομπδη ιδεαλισμ του θεου Λοκιου. Γιατ εχε γνει κενος ο πλεμος; Ο τυχοδιωκτισμς των στρατιωτν, η απληστα των δημοσων λειτουργν, ο πλεμος κι οι συνπεις του, προσφρανε στον δη αυστηρ ηθικολγο Μπιρς, τη κυνικ ματι που συναντμε στο "Αλφαβητρι". Τελικ, ο Χιζεν τονε γλτωσε απ' αυτ τη κατσταση. Τον πρε μαζ του σε μια περιοδεα για την επιθερηση των οχυρν στη να Ορειν Περιοχ της Δσης. Η αποστολ ξεκνησε τον Ιολιο του 1866 κι ταν επικνδυνη, αλλ απολαυστικ, πορεα στην ινδινικη ενδοχρα, που οι βσονες γριζαν ακμη ελεθεροι. Μλις τελεωσε η επιθερηση, επστρεψε στο Σαν Φρανσσκο, ελπζοντας πως θα πρει κποιο γρμμα, που θα τονε διορζει λοχαγ του στρατο των ΗΠΑ. Το γρμμα το πρε, αλλ τον πληροφοροσε πως εχε γνει δετερος αναπληρωτς υπολοχαγς. Θμωσε κι αποφσισε να τα παρατσει. τσι βρθηκε εργος σε μια πλη που 'σφυζε απ δρση, χτισμνη τις 2 τελευταες 10ετες, στη διρκεια του διαβητου Πυρετο του Χρυσο. Θα μενει εκε, για πνω απ 30 χρνια.
     Αρχικ πινει δουλει σαν φλακας στο Εθνικ Νομισματοκοπεο, εν παρλληλα αποφασζει ν' αναλβει ο διος τη μρφωσ του. Διαβζει λη τη Παρακμ & Πτση Της Ρωμακς Αυτοκρατορας (Decline and Fall ο the Roman Empire) του ντουαρντ Γκμπον (Edward Gibbon 1737-1794). Το ργο αυτ, με τη ζωντνια του, βγαλε τον Πικρχολο Μπιρς απ' το κουκολι του πρην στρατιτη που μνη του περιουσα ταν οι ελπδες του. Διβασε κι μαθε πως υπρξε κποτε μια ισχυρ δημοκρατα, που βυθστηκε στο χος κι αναγκστηκε να τρχει πσω απ κυκλοθυμικος Κασαρες, πως υπρξαν κποτε ενρετοι ηγτες που αντικαταστθηκαν απ απασιους τυρννους. Καθς εχε πια αποξενωθε εντελς απ' τη ψυχρ ευσβεια των γονιν του και τα επαρχιτικα ευαγγελικ κηργματα, η ειρωνεα με την οποα περιγραφε ο Γκμπον τη προκατληψη, την υποκρισα και τη διαφθορ της πρωτο-χριστιανικς Εκκλησας, δωσε πνευματικ δισταση στις στομαχικς αντιδρσεις του. χι μνο οι απψεις, αλλ και το φος του μεγλου δασκλου διαποτζουν το "Αλφαβητρι" του, κθε φορ που τολμ να εκφραστε με το χαρακτηριστικ στμφο των λατινικν.
     Το Σαν Φρανσσκο ταν το καταλληλτερο μρος για να ξεκινσει τη συγγραφικ του καριρα. 100000 ψυχς περπου στριζαν την κδοση 90 εφημερδων & περιοδικν κθε εδους. 2 απ' τους σημαντικτερους πρωτοπρους αυτο που λειπε -δηλαδ μιας ξεχωριστς Αμερικανικς λογοτεχνας- μεσουρανοσαν στο εκκεντρικ, αυτοδημιοργητο στερωμα της πλης: ο Μπρετ Χαρτ (Bret Harte 1836-1902) κι ο Μαρκ Τουαην (Mark Τwan Ψευδ. Samuel Taylor Clemens, 1835-1910). Το πρτο δημοσευμ του ταν να ποημα, στην εφημερδα Califomian. Θα συνεχσει να γρφει ποιματα μχρι το τλος της καριρας του. Μερικ ταν μελαγχολικ. λλα -τα περισστερα- σατιρικ. λα μως διθεταν ρτια τεχνικ και μελωδα.
     Πστευε πως η ποηση ταν η υψηλτερη μορφ λογοτεχνας. Τον διο καιρ μως αποφσισε, με θλψη, πως σγουρα δεν θα μποροσε να πετχει κτι σημαντικ στη ζω του μνο με τη συγκνηση των στχων. ρχισε να δημοσιεει ρθρα απ δω κι απ κει. Το καλοκαρι του 1868 γινε μλος του δημοσιογραφικο επιτελεου της News Letter κι απ το Δεκμβρη, αρχισυντκτης της εφημερδας. Ο προκτοχς του -κποιος Γουτκινς- πριν φγει για τη Ν. Υρκη, του συνστησε ευγενικ να διαβσει Τζναθαν Σουφτ (Johnathan Swift 1667-1745) και Βολταρο (Francois-Marie Arouet Voltaire 1694-1778).
     Απ' τον τρελπαπα μαθε μχρι πο μπορε να φτσει η γρια αγανκτηση, στε να μη γνει κακγουστο χχανο. Απ το Γλλο αφομοωσε μια μθοδο λακωνικς και χαριτωμνης ειρωνεας, που βρισκταν στον αντποδα του Γκμπον. Στην δια σελδα του "Αλφαβηταρου" ο Σουφτικς ορισμς της Αγκαλις ως "... πρωτστως χρσιμης στα αγροτικ πανηγρια, για τη στριξη δσκων με κρο κοτπουλο και κεφαλν αρσενικν ενηλκων", ακολουθεται απ τον Βολταιρικ Δικηγρο "...Αυτν που ξρει να παρακμπτει το νμο".
     Ο γγλος ιδιοκττης της News Letter, ο Φρντερικ Μριοτ (Frederick Marriott 1805-1884), εχε καταφρει να κνει την εφημερδα του το πιο αποδοτικ διαφημιστικ μσο του Σαν Φρανσσκο και τρα τριβε τα χρια του απ ικανοποηση, βλποντας πως η εκ του συστδην επθεση του Μπιρς -που 'γραφε με το ψευδνυμο Τελλης- στον Κλρο της πλης θα του ανβαζε την κυκλοφορα. Οι αντιδρσεις τανε σκανδαλδεις. Καυτηραζε την εγκληματικ συμπεριφορ των Χριστιανν απναντι στην εργατικ κινεζικ κοιντητα και σχολαζε τους φνους και τις αυτοκτονες. Οι φνοι -ιδιατερα οι αιματηρο- εναι ακμη και σμερα σημαντικς λγος για την αξηση της κυκλοφορας των εφημερδων. Σε μιαν εποχ και σ' να τπο, που οι εφημερδες ταν επιθετικς και βναυσες, λο το Σαν Φρανσσκο αντιμετπιζε με οδυνηρ κπληξη χαιρεκακα τη Σουφτικ απουσα αναστολν του Τελλη.
     Το ανερχμενο αστρι βρκε το αστρι της καρδις του στη Μλι Ντι, κρη ενς επιτυχημνου μεταλλωρχου. Στο μεταξ, ο Μπιρς εχεν δη προκαλσει ασθηση στο Λονδνο, που ττε ταν ακμη η λογοτεχνικ πρωτεουσα του αγγλφωνου κσμου. 1872 ο γερο-Ντι αποχαιρτησε πανευτυχς το νεαρ ζευγρι, που στρφηκε προς ανατολς. Κι λλοι αστρες της Καλιφρνια αφθηκαν στην λξη του διου μαγντη. Ο Μπρετ Χαρτ θα μετακμιζε για τα καλ στην Αγγλα. Ο Μαρκ Τουαην κανε μια σντομη εμφνιση, πως κι ο Χοακν Μλλερ (Joaquin Miller 1837-1913), σαν ιδιτυπος καουμπι «Ποιητς των Σιρας». μως ο Μπιρς προτμησε να τριγυρζει στα καπηλει με μια παρα διακεκριμνων γγλων πεζογρφων και δημοσιογρφων, που συμπληρωντανε κπου-κπου με τον Γκλμπερτ (W.S. Gilbert 1836-1911) και με το λιμπρετστα του, Σλλιβαν (Arthur Seymour Sullivan 1842-1900).
     Ο Μπιρς βρκε εκδτες για 3 συλλογς πεζν. Το ψευδνυμ του, «Ντοντ Γκριλ» (Dod Grile), αναγραμματισμς του «Οργισμνος Θες» (God Riled) δεν εχε επιτυχα, δεν γινε οικεο στους αναγνστες κι τσι δυσκολετηκε κπως να συντηρσει τη γυνακα και τους 2 νεογννητους γιους του. Η Αγγλα μως του ρεσε -μετεβλθη σ' νθερμο αγγλφιλο- και στενοχωρθηκε ταν η Μλι, που 'χεν δη επιστρψει στο Σαν Φρανσσκο, νοσταλγντας τον τπο της, του ανγγειλε πως ταν γκυος στο 3ο τους παιδ. Οκτβρη του 1875 φτανε κοντ στην οικογνει του, στη Καλιφρνια, καταμεσς μιας οικονομικς φεσης, που τον ανγκασε να περσει πολλος μνες νεργος, πριν καταφρει να υπογρψει μια στλη στην εφημερδα Argonaut, σα «Πολυλογς» ο «Τελλης» με νο νομα.
     Το 1880 παρατ ξαφνικ τη δημοσιογραφα κι αναλαμβνει διεθυνση ενς μεταλλεου στους Μαρους Λφους της Ντακτα. Μιλμε για γρια Δση στα «γρι» της! Εχε την πρνοια να προσλβει το γρηγορτερο εν ζω πιστλι της περιοχς, για τη προστασα της επιχερησης. Στις μισθοδοτικς καταστσεις τον καταχρισε ως «Μπονι Μι, δολοφνος». ντως υπρχε χρυσφι σε κενους τους ανθρακλοφους, αλλ η επιχερηση δεν βρισκτανε στο σωστ σημεο κι τσι, χωρς ευθνη του -σ'  λες τις δουλεις του τανρ πολ αποδοτικς- το σμπαν κατρρευσε σε μερικος μνες.
     Ξανστησε μως τη στλη του «Πολυλογ» σε μιαν λλη εφημερδα του Σαν Φρανσσκο. Η Wasp τον προσλαβε ως συντκτη τον Γενρη του 1881. Ττε θα ξεκινοσε -λως παραδξως απ το γρμμα Ρ- τα λμματα που θα συγκντρωνε αργτερα με ττλο "Το Αλφαβητρι Του Διαβλου". Η στλη γινε δημοφιλς και στα επμενα 5 τη θα 'φτανε τα 88 λμματα, με 15-20 λξεις το καθνα. Η κρσιμη στιγμ της λογοτεχνικς ζως του φτασε το 1887, ταν ο Γουλιαμ Ρντολφ Χερστ (William Randolph Hearst 1863-1951), απφοιτος του Χρβαρντ και γιος ενς πλοσιου διαφθαρμνου αυτοδημιοργητου γερουσιαστ, αντιλφθηκε πως το μλλον των εφημερδων βρισκταν στον κιτρινισμ που ερεθζει μ' αισχρ τρπο τις αισθσεις των αναγνωστν. ρπαξε τον Μπιρς και τον βαλε να γρφει μια στλη και κρια ρθρα στην Examiner του Σαν Φρανσσκο.
     Το γεγονς πως του παρεχε τη δυναττητα ν' αμφισβητε ,τι κι ποιον θελε ταν αρκετ. Τον Χερστ δεν τον νοιαζε αν οι απψεις που εξφραζε ταν αντθετες με τις δικς του. Εξλλου, η Examiner ταν μια καλ διξοδος για τις ιστορες απ τον Εμφλιο που τον καθιρωσαν ως σημαντικ αμερικαν λογοτχνη. Το διγημα βρισκταν ακμη στην εφηβεα του ως λογοτεχνικ εδος. Ο Μπιρς το τροφοδτησε με ναν συνδυασμ προσεκτικ επιλεγμνων λεπτομερειν κι αλλκοτων, εξαιρετικν γεγοντων, οπωσδποτε απστευτων. Θα μποροσε να θεωρηθε πρδρομος του Μαγικο Ρεαλισμο, που αναπτχθηκε στη διρκεια του 2ου μισο του 20ου αινα και μια σημαντικ επιστροφ στον Γουλτερ Σκοτ (Sir Walter Scott 1771-1832), το μεγλο δημιουργ «μυθιστοριν». Αρκε να ρξουμε μια ματι στο λμμα Μυθιστρημα, στο "Αλφαβητρι": "Για τη μυθιστορα, το μυθιστρημα εναι ,τι η φωτογραφα για τη ζωγραφικ".
     Ο διεισδυτικς επιμελητς του ργου του Μπιρς καταλαβανει την «εσωτερικ σχση» των διηγημτων για τον Εμφλιο, των Μθων και των φανταστικν ιστοριν, που 'χουν ρωες πολτες. μως την αναμφισβτητη προτμηση των αναγνωστν την συγκντρωσαν οι φανταστικς ιστορες. Στην αγγλφωνη λογοτεχνα δεν υπρχει τποτε παρμοιο με τα διηγματα του Εμφυλου, που συνεχζουν να συγκλονζουνε τον αναγνστη, ακμη και μετ απ' λα τα εξαιρετικ κεμενα για τον πλεμο που γρφτηκαν μετ το 1914. Ακμη και τα γραπτ του Ρμπερτ Γκριβς (Robert Graνes 1895-1985), ας πομε, του Βασλι Γκρσμαν (Vasily Grossman 1905-1964), συγκρινμενα με το αδκαστο "Τσικαμουγκα"  (Chickamauga) του Μπιρς, φανονται σα να μας λυπονται, σαν να μας κρβουν κποια πργματα.
     Υπηρετοσε στη ταξιαρχα του Χιζεν στη Τζρτζια ταν το Σεπτμβρη του 1863 ξσπασε η μχη της Τσικαμουγκα. Ο στρατς των Βορεων οπισθοχρησε, εγκαταλεποντας 16000 νεκρος και βαρι πληγωμνους. πως οι περισστεροι παλιο στρατιτες, ο Μπιρς πνιξε μσα του τις φρικιαστικς, κυριολεκτικ απεργραπτες, μνμες του πολμου, για 10ετες. Τελικ, η τχνη του κατφερε να σχηματοποισει τη Τσικαμουγκα, χι φωτογραφικ, αλλ απ την ποψη των συνεπειν της, με τα μτια ενς κωφλαλου αγοριο.
     Το 1ο βιβλο του, Ιστορες Για Στρατιτες & Πολτες (Tales οf
Soldiers & Civlians), εμφανστηκε το 1891. Αυτ η σοβαρ δημιουργικ κρηξη εχε συμπσει με την καταστροφ της προσωπικς του ζως. Εξαγριθηκε ταν ανακλυψε την ερωτικ επιστολ που 'χε στελει στη Μλι κποιος Δανς περαστικς απ' τη Καλιφρνια. σως, αυτ η λγω απιστα της, να μην τανε παρ μνο πρφαση κι χι αιτα για το χωρισμ τους το 1888, παρλο που πολ αργτερα θα εξομολογιταν στις κρες του πως η μητρα τους ταν η μεγλη αγπη του. Την επμενη χρονι, ο Ντι, ο 17ετς γιος του, ανερχμενος δημοσιογρφος, αυτοπυροβολθηκε αφο πρτα σκτωσε τον καλτερ του φλο για χρη ενς κοριτσιο. Η γραφ του Μπιρς γινε ακμη πιο πικρχολη.
     σο για τον Χερστ τανε καταδεκτικς και καλοπληρωτς, αλλ ο Μπιρς δεν ργησε ν' αντιληφθε και ν' αντιμετωπσει με καχυποψα τα πολιτικ σχδι του. (Οι λακστικες εφημερδες του εξυπηρετοσανε την επιθυμα του να γνει Πρεδρος). Αλλ οι προσδοκες του εργοδτη του γνανε και δικς του ταν το 1896 ο Χερστ τον στειλε στην Ουσινγκτον, για να οργανσει εκστρατεα ενντια στον Κλλις Π. Χντινγκτον [Collis Ρ. Huntingdon 1821-1900]. Ο Μπιρς τον απεχθαντανε, να βετερνο της επιβωσης μιας γενις αδστακτων καπιταλιστν της μετεμφυλιακς εποχς. Η κυβρνηση Λνκολν εχε δανειοδοτσει τη Southern Pacific Railroad Company, που του ανκε. Τα χρματα δεν επεστρφησαν και τρα ο Χντινγκτον προωθοσε στο Κογκρσο νομοσχδιο, που ανστειλε το χρος για 75 πντε χρνια! Τους επμενους μνες, δημοσευε συγκλονιστικ στοιχεα στις εφημερδες του Χερστ στο Σ. Φρανσσκο και τη Ν. Υρκη.
     Μια μρα, στα σκαλι του Καπιτωλου, ο Χντινγκτον του ζτησε να ορσει την τιμ του. "Η τιμ μου" απντησε κενος, "εναι 75 εκατομμρια δολρια. Αν, ταν εστε τοιμος να πληρσετε, τυχανει να λεπω, μπορετε να τα δσετε στο φλο μου, το θησαυροφλακα των ΗΠΑ". Η απντηση γινε πρωτοσλιδο στις εφημερδες λης της χρας και το Κογκρσο απρριψε τα σχδια του Χντινγκτον.
     Το Δεκμβρη του 1899, επστρεψε στην Ουσιγκτον για μνιμη εγκατσταση. ταν ακμη υπλληλος του Χρστ και περιζτητος, ταν για κακ του τχη, στις αρχς του 1901, ο Λιγκ, ο 2ος γιος του -επσης δημοσιογρφος- πθανε απ πνευμονα στη Ν. Υρκη. 4 χρνια
αργτερα πθανε κι η Μλι Μπιρς, αφο επιτλους εχεν υποβλλει ατηση διαζυγου. Στο μεταξ, ο Μπιρς παργαγε για τον Χερστ, περισστερο... Αλφαβητρι. Το "Αλφαβητρι Ενς Κυνικο" (The Cynic's Word Book) εμφανστηκε το 1906 κι ο εκδτης του, ο Νταμπλντι, τανε πανευτυχς με τον ττλο. Περιλμβανε το σνολο των λημμτων, απ το Α μχρι και το L. Ολκληρο το "Αλφαβητρι", με το σωστ ττλο του, δημοσιεθηκε το 1911, στον 7ο τμο μιας παρτολμης 12τομης κδοσης των "Απντων" του [Collected Works 1909-1912].
     Με το γρισμα του αινα, το Αλφαβητρι εχε μεγλην απχηση. Οι αντιδρσεις ταν αλυσιδωτς, απ το μισογυνισμ των κμικς της New Yorker και τις μπηχτς του Γκροτσο Μαρξ (Groucho Marx 1890-1977) μχρι την γρια στιρα του Γκοργκ Γκρος (Georg Grosz 1893-1959), του Στιβ Μπελ (Steve Bell 1951-) και του Ραλφ Στντμαν (Ralph Steadman 1936-), που εικονογραφε με τον καλτερο τρπο του βιβλου αυτο. Το γεγονς πως βιστηκε να συγκεντρσει τα γραπτ του, ενδχεται να σημανει πως πστευε τι δεν θα γραφε πια κτι αξιλογο. Μπορε να 'νιωθε πως γραψε, μλησε και μθυσε αρκετ. Απ το φθινπωρο του 1913, ρχισε να κουβεντιζει για το ενδεχμενο να πει στο Μεξικ και να δει απ κοντ τις επαναστατικς εξελξεις. Το αντιμετπιζε σως σαν μια μορφ ευθανασας. θελε ν' αγωνιστε στο πλευρ των ανταρτν του Πντσο Βγια (Pancho Villa / Doroteo Arango Arambula 1877-1923) να τονε πρει καμι αδσποτη; Εκτς τοτου, συνχισε να ισχυρζεται πως ο πλεμος τον ενδιφερε ακμη.
     Γνωρζουμε πως τον Οκτβρη επισκφθηκε τα παλι πεδα των μαχν του Εμφυλου, συμπεριλαμβανομνης της Τσικαμουγκα και πως φτασε στο Τξας, απ' που ταχυδρμησε μερικ γρμματα. Το αν και κατ πσον η επιστολ που 'λαβε η γραμματας και σντροφς του Κρι Κρστιανσον -και φρεται ως η τελευταα, με ημερομηνα αποστολς: 26 Δεκμβρη 1914- ταχυδρομθηκε απ τη Τσιουουα στο Μεξικ, δεν εναι ββαιο. Τυπικ, πρκειται για το τελευταο χνος του. Το σγουρο εναι τι κανες απ τους πολλος αμερικανος δημοσιογρφους που ακολουθοσανε το στρατ του Βγια, δεν συνντησε τον παλαμαχο και δισημο συνδελφ του και πως η ρευνα που διεξγαγε η αμερικανικ κυβρνηση δεν εχε κανν αποτλεσμα.

     "Πολ σημαντικτερη εναι η εκκεντρικ και μελαγχολικ μορφ του Αμερικανο δημοσιογρφου Αμπρουζ Μπιρς [Ambrose Bierce, 1842-1914;], ο οποος πρασε μσα απ το σφαγεο του Εμφυλου Πολμου, αλλ κατφερε να επιβισει, για να μας δσει μερικς απ τις καλτερες ιστορες που γρφτηκαν ποτ στη γλσσα μας, και να εξαφανιστε, το 1913, αφνοντας πσω να σννεφο μυστηρου που θα λεγε κανες πως βγκε απ την εφιαλτικ φαντασα του. Ο Μπιρς ταν σατιρικς συγγραφας και δημοσιογρφος, αλλ την φμη του την οφελει κυρως στα σκοτειν, αρχακς πνος διηγματ του, τα περισστερα απ τα οποα αντλον τα θματ τους απ τον Εμφλιο, και αποτελον την ζωηρτερη και ρεαλιστικτερη συμβολ της λογοτεχνας μας, στην καλλιτεχνικ διαπραγμτευση εκενης της σγκρουσης. Ουσιαστικ, λες οι ιστορες του Μπιρς εναι ιστορες τρμου. Εν ασχολονται κυρως με τις οργανικς και ψυχολογικς που παρνει ο τρμος στο πλασιο της φσης, εισγουν μιαν αναλογα ανμεσα στον κνδυνο και το υπερφυσικ στοιχεο, ανογοντας να νο κεφλαιο στην λογοτεχνα του αλλκοτου".

Χ.Π. Λβκραφτ (1890-1937Ο Υπερφυσικς Τρμος Στη Λογοτεχνα 1935


     Ο κριος Σμιουελ Λβμαν
[Samuel Loveman, 1885-1976], εξαρετος ποιητς και κριτικς λογοτεχνας, που τονε γνρισε προσωπικ, συμπυκννει με τον παρακτω τρπο την ιδιοφυα του μεγλου «Ουτοπιστ», στον πρλογο της κδοσης μρους της αλληλογραφας του:

     "Στον Μπιρς - για πρτη φορ - η φρκη δεν εναι οτε ρητορικ τχνασμα οτε εκτροπ, πως στον Ποε [Edgar Allan Poe, 1809-1849] και τον Μωπασν [Guy de Maupasant, 1850-1891], αλλ μια ατμσφαιρα καθορισμνη κι αλλκοτα ακριβς. Οι λξεις, τσο απλς που θα μποροσαμε σως να τους προσψουμε υπερβολικ λογοτεχνικτητα, αποκτον κτι ανερα φρικτ, μια να απρσμενη δισταση. Στον Πε νομζει κανες πως αυτς ο μετασχηματισμς των λξεων πρκειται για tour de force [ανδραγθημα], εν στον Μωπασν για μια αγωνιδη δσμευση στην επτευξη της αποκορφωσης. Στον Μπιρς, απλ κι ειλικριν, το δαιμονιακ στοιχεο διατηρεται σταθερ κι απλυτα θεμιτ μχρι τλους. Επιπλον, τθεται διαρκς μια σιωπηρ συμμαχα με την φση. Στο "Θνατο του Χλπιν Φριζερ", τα λουλοδια, το χορτρι, τα κλαδι και τα φλλα των δντρων γνονται με υπροχο τρπο να οχυρ ενντια στην επλαση του υπερφυσικο κακο. Δεν πρκειται για τον συνθη ιδανικ κσμο,αλλ για ναν κσμο διαποτισμνο απ το μυστηριδες γαλζιο και την κθιδρη απεθεια των ονερων˙ αυτ εναι Μπιρς. Τλος, με κποιον περεργο τρπο, το απνθρωπο δεν λεπει εντελς".

     Το «απνθρωπο» στο οποο αναφρεται ο Λβμαν, συνσταται σε μια σπνια διαπλοκ σαρδνιας κωμωδας και μαρου χιομορ, κι ακμη-ακμη σνα εδος απλαυσης που υποβλουν εικνες σκληρτητας και μαρτυρικς απογοτευσης. Το ργο του εναι γενικ κπως νισο. Πολλ διηγματ του εναι ολοφνερα γραμμνα κατ παραγγελα, με κοιντοπο τεχνητ φος, που προρχεται απ τα δημοσιογραφικ πρτυπα, αλλ το ιδιμορφο στοιχεο του αποτρπαιου τους προσδδει κτι εξαιρετικ, και αρκετ απ αυτ βρσκονται οπωσδποτε στην κορυφ της αμερικανικς διηγηματογραφας.
    
Ο Μπιρς σπνια εκμεταλλεεται στο πακρο τις δυναττητες των θεμτων του τουλχιστον χι σο συχν το καταφρνει ο Πενα μεγλο μρος του ργου του διακατχεται απ κποια ασθηση αφλειας, πεζογραφικς στερεοτυπας κι επαρχιωτισμο, στοιχεα αντιπαραβαλλμενα με τις προσπθειες των επιγνων του. Εντοτοις, η γνησιτητα κι η καλλιτεχνικ αξα των σκοτεινν υπαινιγμν του, θα κρατον πντα τα διηγματ του στο απυρβλητο της επλασης του χρνου.

     "Ο Αμπρουζ Μπιρς, για του οποου τη καταγωγ και την εκπαδευση δεν υπρχουν πληροφορες, εκτς απ το ελογο γεγονς πως δεν εναι απ την Καλιφρνια, χει γρψει ποιματα και διηγματα, αλλ τον γνωρζουμε κυρως απ τα καυστικ δημοσιογραφικ κεμεν του. Η γραφ του εναι εν πολλος πικρχολη, σαρκαστικ κι αν θελα να ψσω ναν νθρωπο στα κρβουνα, δεν θα μποροσα να βρω λλον που να ξρει καλτερα τι πρπει να κνω. Μα παρλη την δναμη της πνας του, δεν εναι εκολος συγγραφας. Διψ για φρκη, του αρσει να κνει τις τρχες των αναγνωστν του να ορθνονται και τα μτια τους να κινδυνεουν να πεταχτον απ τα κρανα τους. να διγημα του Αμβρσιου Μπιρς δεν μπορε εκολα να κερδσει την επιδοκιμασα οποιουδποτε κθεται μνος μια σκοτειν νχτα του χειμνα, σνα δωμτιο με πρτες που δεν κλειδνουν καλ και παραθυρφυλλα που τρζουν. Η λιακδα, το καταγλανο κμα, οι ψθυροι των φλλων, και το κελρυσμα των δροσερν πηγν δεν γοητεουν τον Μπιρς. σοι απ μας αγαπον λες αυτς τις φυσικς ομορφις, θα θεωρσουν οπωσδποτε τον συγγραφα τουλχιστον αλλκοτο. Του λεπει εκενη η ζωντνια κι η πνευματικ ισορροπα, που κνουν το ργο του Στβενσον [Robert Louis Stevenson, 1850-1894] γοητευτικ κι ιδιαιτρως τονωτικ. Επιπροσθτως, δεν εννοε να περιορσει την φεσ του προς τη δημιουργα παρξενων λξεων, τσο το χειρτερο που αυτ η φεση δεν υποστηρζεται απ σοβαρ φιλολογικ προσντα".

SAN FRANCISCO NEWS LETTER Τεχος Χριστουγννων, 1897

     Πραγματικ στοιχεα που να στηρζουνε τη φμη πως πγε στο Γκραντ Κνιον, βρκε μιαν συχη γωνι κι αυτοπυροβολθηκε, δεν υπρχουν.

==================
 

                    Ο Θνατος Του Χλπιν Φριζερ 

     «O θνατος επιφρει πολ σημαντικτερες αλλαγς απ αυτς που συνθως παρατηρομε. Συμβανει συχν να επιστρφουν οι ψυχς και να εμφανζονται στους ζωντανος με την μορφ των σωμτων που εγκατλειψαν ταν πθαναν. Το διο γνεται και με τα σματα. Συχν επανρχονται στην ζω και κινονται χωρς ψυχ. Μλιστα εκενοι που τυχε να συναντσουν να ττοιο πτμα -κι επζησαν- δλωσαν πως δεν χει συναισθματα και μνμη˙ μνο μσος. Επσης, εναι γνωστ πως νθρωποι οι οποοι υπρξαν καλοκγαθοι σο ζοσαν, γιναν κακο ταν πθαναν».   ΑΛΗ

ΜΕΡΟΣ 1ο

     Μια νχτα κατασκτεινη στα μσα του καλοκαιριο,
 νας νδρας ξπνησε απ τον βαθ πνο του μσα στο δσος, ανακθισε στην γη, κοταξε, για μια στιγμ το απλυτο σκοτδι που τον ζωνε και επε: «Κατερνα Λαρο». Αυτ μονχα. Κι οτε ξερε γιατ. Ο ντρας λεγταν Χλπιν Φριζερ. Κποτε μενε στην Σντα λενα, μα τρα κανες δεν ξρει πο βρσκεται, γιατ εναι νεκρς. ταν χεις την συνθεια να κοιμσαι στα δση, με μνο στρμα τα ξερ φλλα και την βρεγμνη γη και μνο σκπασμα τα κλαδι αππου πεσαν τα φλλα και τον ουραν αππου πεσε η γη, δε μπορες να ελπζεις πως θα ζσεις πολ. Παρλα αυτ, ο Φριζερ κατφερε να φτσει τα τριανταδο. Υπρχουν πλσματα σαυτν τον κσμο -εκατομμρια πλσματα κι σως τα πιο σπουδαα- που θεωρον πολ σημαντικ να γνεις τριανταδο χρνων. Εναι τα παιδι. ταν αντικρζεις το ταξδι της ζως απ το πρτο λιμνι που πιασε το καραβκι των ημερν σου, ακμα κι η πιο μικρ απσταση μοιζει να οδηγε στη μακριντερη ακτ. Εν πση περιπτσει, δεν εναι ββαιο αν ο Χλπιν Φριζερ πθανε απ τις κακουχες.
     Εχε περσει λη τη μρα στα βουν του κλαντ, κυνηγντας περιστρια κι λλα μικρ αποδημητικ. Αργ το απγευμα συννφιασε ο καιρς κι χασε ο Χλπιν τον προσανατολισμ του, κι αντ να κνει ,τι κνει ποιος χαθε, να κατεβε γργορα-γργορα στα πεδιν, να βρει τους δρμους, να σωθε, μπερδετηκε ακμη περισστερο γυρεοντας τα μονοπτια, μχρι που η νχτα τον πρφτασε στο δσος. Μες στο σκοτδι δεν μποροσε να περσει τις πυκνς φυλλωσις που του φραζαν το δρμο. Σστισε πια ολτελα, κουρστηκε, ξπλωσε στην ρζα μιας μεγλης Μαντρνας και κοιμθηκε βαθι, χωρς οτε να νειρο. ρες μετ, μες στη καρδι της νχτας, κποιος μυστριος γγελος Θεο, ξφυγε απτις αμτρητες στρατις των συναδλφων του, και γλστρησε σαν αστραπ κατ την Δση, κτω. Ψιθρισε την λξη του ξυπνημο στο αυτ του κοιμισμνου κι εκενος ανακθισε κι επε να νομα, χωρς να ξρει οτε γιατ οτε σε ποιον ανκε.
    
Ο Χλπιν Φριζερ δεν ταν φιλσοφος, οτε επιστμονας. Εχε ξυπνσει απτομα απ' τον βαθ, τρισκτεινο πνο του και εχε πει να νομα που δεν θυμτανε καν να το θυμται. Κι μως δεν μπκε καν στον κπο να σκεφτε πως θα μποροσε να δσει μιαν εξγηση. Απλ του φνηκε παρξενο και ριγντας απρθυμα, σε νδειξη σεβασμο προς τη ψχρα που βαζε η νχτα ττοια εποχ, ξπλωσε πλι και κοιμθηκε. μως τρα, ο πνος του δεν ταν πια τρισκτεινος: ονειρευταν.
    
Πγαινε, λει, σναν μεγλο χωματδρομο, που χανταν κατλευκος μες στα νυχτεριν σκοτδια του Καλοκαιριο. Απ πο εχε ξεκινσει, πο πγαινε και γιατ, ιδα δεν εχε, παρλο που λα ταν τσο απλ και φυσικ. τσι εναι τα νειρα, αφο στη Πρα Γη του Κρεβατιο, οι εκπλξεις δεν προβληματζουνε καννα κι η λογικ αναπαεται. Σε λγο, φτασε σε μια διασταρωση. νας στεντερος, λιγτερο ταξιδεμνος, δρμος ξεκινοσε απ τον μεγλο χωματδρομο κι μοιαζε πια παρατημνος, γιατ -πως σκφτηκε ο Χλπιν- θα οδηγοσε σε κτι οπωσδποτε κακ. Δεν δστασε, τον πρε αμσως, σαν σπρωγμνος απ κποια ακατανκητη ανγκη.
    
Καθς βδιζε με κπο, ρχισε να νιθει πως ο δρμος του ταν ζωντανς: γεμτος αρατα πλσματα, που δεν μποροσε να τους δσει κποια μορφ συγκεκριμνη. Μνο ασυνρτητους ψιθρους, κομματιασμνους, κουγε πσω απτα δντρα, ολγυρ του. γνωστη ταν η γλσσα τους κι μως κπως τη καταλβαινε. Λξεις, φρσεις ατλειωτες, αποσπσματα φρικαλας συνομωσας ενντια στο σμα και τη ψυχ του.
    
Εχε νυχτσει απρα, κι μως το απραντο δσος που δισχιζε σαν να φωτιζταν απ κποια ασθενικ λμψη. Δεν ξερε απ πο ερχταν εκενη η λμψη, γιατ δεν βλεπε τα πργματα τριγρω του να ρχνουν σκι. Μια πορφυρ αναλαμπ αιχμαλτισε το βλμμα του. Οι παλις ροδις που εχε αφσει κποιο κρο, σχημτιζαν μακρστενες λιμνολες, σαν να βρεχε πριν απ λγο. Σταμτησε και βοτηξε τα δχτυλ του εκε. ταν αμα! Κοταξε γρω του. Αμα παντο. Τ' αγριχορτα που θριευαν στις κρες του δρμου εχανε τα πανψηλα πλατι τους φλλα βουτηγμνα στο αμα κι η σκνη ανμεσα στις παλις ροδις ταν γεμτη ξεραμνες κηλδες σαν να πεσε κκκινη βροχ. Στους κορμος των δντρων ξεχριζαν αμτρητα σημδια πορφυρ, κι απ τα φυλλματ τους το αμα σταζε σαν τη δροσι.
    
Κοταζε γρω του ο Χλπιν μ' να τρμο, που δεν ταριαζε στην φυσικ ικανοποηση που νιωθε. λα εκενα του φανονταν σαν εξαγνισμς ενς εγκλματος. ξερε πως ο νοχος ταν ο διος, μα δεν μποροσε να θυμηθε πτε και πο το κανε. Η συνεδηση της ενοχς του δεν ταν παρ νας ακμη τρμος μες στις τσες απειλς, στα τσα μυστρια που τον κκλωναν. Μταια γρισε πσω στη περασμνη του ζω, μπως και θυμηθε την στιγμ του ανοσιουργματς του. Οι σκηνς, τα περιστατικ βοιζαν και μπερδεονταν μες στο μυαλ του. Η μια εικνα σβηνε την λλη  σμιγε μαζ της κι πλαθε κτι αριστο, θαμπ. Πουθεν μια λμψη, μια μικρ φλογτσα, κποιο σημδι αυτο που αναζητοσε. Η αποτυχα φοντωσε τον τρμο του. νιωθε σαν να 'χε σκοτσει μες στο σκοτδι, μα δεν ξερε ποιον και γιατ. φριξε καθς το μυστηριδες φως σλεψε σιωπηλ, απασια, απειλητικ, ανμεσα σε κενη την επβουλη βλστηση, σε κενα τα δντρα, που σαν να εχαν συνεννοηθε, αππνεαν κτι μελαγχολικ, κτι μοχθηρ. ταν ββαιος πως λα γρω του συνωμοτοσαν για να ταρξουν την γαλνη του.
    
Δεν ντεχε πια. Απ παντο φταναν στ' αυτι του καθαρ μυριδες αναπντεχοι ψθυροι πλασμτων, που ταν ολοφνερο πως δεν ανκαν στον κσμο αυτν. Μζεψε τις δυνμεις του και, σαν να θελε να διαλσει κποια απασια μγια που τον βθιζαν αργ στη σιωπ, στη πλρη αδρνεια, κραγασε με ση ορμ του επτρεπαν τα πνευμνια του! Η φων του φνηκε να σπζει σε πειρα κομμτια παρξενων, πρωτγονων χων. να ακατανητο τραλισμα ξεπδησε απ μσα του, κι τρεξε να χαθε στην απεραντοσνη του δσους. στερα σιωπ. στερα λα πως πριν. Κι μως εχε κνει μιαν αρχ, εχε αντισταθε, εχε πρει κουργιο. νοιξε πλι το στμα του κι επε:
 -"
Δε θα υποκψω στη σιωπ. Μπορε να ταξιδεουν δυνμεις που δεν εναι μοχθηρς σ' αυτν τον καταραμνο δρμο. Θα τους αφσω κτι, θα τους αφσω να σημδι. Θα εξιστορσω τα λθη μου και τους κατατρεγμος που υπφερα, εγ νας αβοθητος θνητς, νας μετανον αμαρτωλς κι κακος ποιητς"!
    
Ο Χλπιν Φριζερ ταν ποιητς μνον σο ταν μετανον αμαρτωλς: στο νειρ του. Βγζοντας απ το πανωφρι του να σημειωματριο με κκκινο δερμτινο κλυμμα -και τις μισς σελδες χωρισμνες για υπενθυμσεις- διαπστωσε πως δεν εχε μολβι. κοψε να κλαδκι απ κποιον θμνο, το βοτηξε σε μια λακκοβα με αμα κι γραψε βιαστικ. Δεν εχε καν προλβει ναγγξει το χαρτ με το κλαδκι του, ταν κπου μακρι σε κενη την απροσμτρητη κταση που απλωνταν μπρος του, ξσπασε να βαθ, γριο γλιο, που μοιαζε ολονα να ρχεται ολονα προς το μρος του, να γλιο χωρς ψυχ, χωρς καρδι, χωρς χαρ, σαν την φων του ψαροφγου που ξορκζει την νυχτεριν μοναξι του στην χθη της λμνης, να γλιο που κορυφθηκε σε μιαν απκοσμη κραυγ γρω του, κοντ του, κι στερα σβησε με κματα αργ, λες και το καταραμνο πλσμα που την εχε βγλει πρασε πλι το κατφλι του κσμου απ' που εχε πριν λγο ξεχυθε.
    
μως ο Χλπιν νιωθε πως δεν ταν τσι. ,τι φρικτ εχε ξεστομσει κενο το αποτρπαιο γλιο δεν εχε κνει βμα απ κοντ του. να παρξενο ασθημα κατλαβε αργ-αργ το σμα και το μυαλ του. Δε μποροσε να πει τι ακριβς ταν και ποιαν απ' τις αισθσεις του επηραζε. Το εισπραττε σαν βαθι συνασθηση, σαν ακλνητη βεβαιτητα κποιου υπερφυσικο κακο εντελς διαφορετικο απ' τις αρατες υπρξεις που συνωστζονταν γρω του κι ασγκριτα ισχυρτερου. ξερε πως αυτ τανε που 'χε βγλει κενο το αποτρπαιο γλιο. Τρα μοιαζε να τον πλησιζει. Απ πο δεν ξερε, κι οτε τολμοσε να υποθσει. λοι οι φβοι που νοιωθε πριν λγο, σβσαν φωλισαν μες στον γιγντιο τρμο που τονε κυριαρχοσε. τρεμε σγκορμος κι εχε μνο μια σκψη: να τελεισει το μνυμ του στις καλς δυνμεις που δισχιζαν εκενο το στοιχειωμνο δσος. σως κποτε τον γλτωναν αν αρνιταν την ευλογα του αφανισμο. γραφε με τρομακτικ ταχτητα. Το κλαδκι δεν χρειαζταν αμα πια: εχε αρκετ απ τα δχτυλ του. μως, στην μση εκε μιας πρτασης, τα χρια του πψανε να υπακοουν στην θλησ του. Κρμασαν βουλα τα χρια του, κι πεσε το μικρ βιβλο στην γη κι μεινε εκενος, φωνος, να κοιτ το αιχμηρ, τσακισμνο, πρσωπο, τανκφραστα, ψυχα μτια της μητρας του, που στεκε μπροστ του: μια σιωπηλ φιγορα τυλιγμνα στα κατλευκα σβαν της.

ΜΕΡΟΣ 2ο

     ταν ταν νεαρς, ο Χλπιν Φριζερ ζοσε με τους γονες του στο Νσβιλ του Τνεσι. Οι Φριζερ ταν καλοστεκομενοι, με καλ θση σε μια κοινωνα που εχε καταφρει να περσει σχεδν αλβητη μσα απτην λαλαπα του Εμφυλου Πολμου. Τα παιδι τους απλαυσαν λες τις κοινωνικς και εκπαιδευτικς ευκαιρες που τους προσφερες ο τπος και η εποχ τους, και εκμεταλλετηκαν στο πακρο τις καλς συναναστροφς και τις γνσεις τους, δεδομνου τι ταν ευγενικ και καλλιεργημνα. Ο Χλπιν ταν ο μικρτερος, καθλου ερωστος κι σως λγο «βουτυρπαιδο». Εχε το διπλ μειονκτημα μιας εργατικς μητρας κι ενς απερσκεπτου πατρα. Ο Φριζερ πατρ ταν αυτ που δεν ταν καννας επορος Ντιος: πολιτικς. Οι αξισεις που προβαλε η περιοχ του, καλτερα, ο τπος, η Πολιτεα του, διεκδικοσαν τσο σθεναρ τον χρνο και την προσοχ του, σε σημεο που αναγκστηκε να γυρσει την πλτη στις ανγκες της οικογνεις του -συμπεριλαμβανομνων και των δικν του- μην χοντας αυτι παρ μνο για το πανδαιμνιο των πολιτικν και πολεμικν ιαχν.
    
Ο νεαρς Χλπιν πραγματοποησε μια ονειροπλα, οκνηρ, ρομαντικ για την ακρβεια, στροφ σχετικ με την αδυναμα που τρεφε στην λογοτεχνα και χι στη νομικ, το επγγελμα που τον εχε αναθρψει. σοι γνωστο του ταν οπαδο της μοντρνας θεωρας της κληρονομικτητας, πστευαν ακρδαντα πως ο αστρας του χι ασμαντου αποκου ποιητ Μρωνα Μπιν -πατρα της μητρας του- συνχιζε να βρσκεται στη τροχι της σελνης. Αν και δεν φανεται να σχολιστηκε ποτ, αξζει να σημειωθε πως εν κθε πραγματικς Φριζερ πρεπε να διαθτει οπωσδποτε να πολτιμο ανττυπο των προγονικν «Ποιητικν ργων» (που εχανε τυπωθε με ξοδα της οικογνειας κι αποσρθηκαν προ πολλο απ την αφιλξενη αγορ), η οικογνεια εκδλωνε μιαν εντελς αντιφατικ απροθυμα να τιμσει τον μεγλο εκλιπντα στο πρσωπο του πνευματικο διαδχου τουΟ Χλπιν αντιμετωπιζταν εξολοκλρου σαν να εδος πνευματικο μαρου προβτου, που θα μποροσε αν πσα στιγμ να εκθσει το κοπδι βελζοντας μμετρα.
    
Οι Φριζερ του Τνεσι ταν πρακτικ κοπδι, χι με τη λακ αντληψη της αφοσωσης σε ποταπς επιδιξεις, αλλ υπ την ννοια μιας ερωστης απχθειας για οτιδποτε καθιστοσε ναν νδρα ανκανο να επιδοθε στο ευεργετικ λειτοργημα της πολιτικς. Για να εμαστε δκαιοι με τον νεαρ Χλπιν, θα πρπει να πομε πως εν μσα του εχαν αναπαραχθε πιστ τα περισστερα πνευματικ και ηθικ χαρακτηριστικ που τσο η ιστορα, σο κι η οικογενειακ παρδοση απδιδαν στον ποικο βρδο, το κληρονομικ θεο χρισμα δεν ταν παρ μια λογικ συνεπαγωγ. χι μνο δεν φερε ποτ την μοσα ενπιον του δικαστηρου, αλλ δεν εχε καν τη δυναττητα να γρψει σωστ ναν στχο, προκειμνου να γλιτσει τον εαυτ του απ τον Φονι των Σοφν. Παρολαυτ, δε γνριζε πτε θα μποροσε να ξυπνσει και ναρχσει να κροει τη λρα η ικαντητα που κοιμταν μσα του.
    
Στο μεταξ, ο νεαρς ταν κατ κποιον τρπο αδσποτος. Ανμεσα σ' αυτν και τη μητρα του εχε αναπτυχθε να κλμα απλυτης κατανησης, γιατ η Κυρα ταν νθερμη λτρης του τελευταου μεγλου Μρωνα Μπιν, μολοντι με τη λεπττητα για την οποα τσο δκαια θαυμζουμε το φλο της (πανουργα την ονομζουν οι κακεντρεχες) κατφερνε να κρβει την αδυναμα της απλους, σοι δεν τη μοιρζονταν μαζ της. Απ αυτ την ποψη, η συνενοχ τους μοιαζε μ' ναν καλ κρυμμνο δεσμ. Αν η μητρα του τον καλμαθε, εκενος αναμφβολα εχε κνει ,τι περνοσε απ το χρι του για να καλομθει.
    
ταν φτασε στην ηλικα που κθε Ντιος αδιαφορε για τις εκλογς, ο δεσμς του με την μορφη μητρα του -την οποα φναζε απ μικρς Κτυ- γινε ισχυρτερος και τρυφερτερος. Στις δο αυτς ρομαντικς υπρξεις εκδηλθηκε με αξιοσημεωτο τρπο εκενο το αστχαστα παραμελημνο φαινμενο, η αναπφευκτη κυριαρχα του ερωτικο στοιχεου, που υπερισχει, αμβλνει κι εξωραζει ακμη και την εξ αματος συγγνεια. ταν αχριστοι πια, και οι ξνοι που παρατηροσαν τη συμπεριφορ τους, συχν τους περνοσαν για εραστς.
    
Μια μρα, ο Χλπιν Φριζερ μπκε στη κρεβατοκμαρα της μητρας του, τη φλησε στο μτωπο, παιξε λγο με μια κατμαυρη μποκλα που εχε ξεφγει απ τη προσεκτικ κμμωσ της και της επε, καταβλλοντας τερστια προσπθεια να παραμενει ρεμος:
 -"Θα σε περαζε πολ, Κτυ, αν πγαινα στην Καλιφρνια για μερικς εβδομδες"";
    
Η Κτυ δεν χρειαζταν να κινσει τα χελη για να δσει μιαν απντηση που μλις τα εκφραστικ της μγουλα εχαν μαρτυρσει. Προφανς τη περαζε πολ και τα δκρυα που κλησαν απ' τα μεγλα κασταν της μτια, το απδειξαν αμσως.
 
-"Αχ, γιε μου!"!" επε, κοιτζοντας το πρσωπ του με απραντη τρυφερτητα."πρεπε να το περιμνω. Μπως δε πρασα γρυπνη τη μισ νχτα, επειδ την λλη μισ ρθε στο πνο μου ο Παππος Μπιν; Στθηκε κτω απ' το πορτρατο του -το διο νος, το διο μορφος- μου 'δειξε το δικ σου, δπλα του κι ταν το κοταξα δε ξεχρισα χαρακτηριστικ. Πνω στο πρσωπ σου τανε ζωγραφισμνο να παν, σαν κι αυτ που σκεπζουμε τα πρσωπα των νεκρν. Ο πατρας σου γλασε μαζ μου, μως εμες οι δυο ξρουμε πως λα αυτ δεν εναι ασμαντα. στερα εδα κτω απ' την κρη του πανιο σημδια χεριν στον λαιμ σου. Συγχρεσ με, αλλ δεν πρπει να κρβουμε ο νας απτον λλο ττοια πργματα. σως εσ να χεις κποιαν λλη ερμηνεα. σως να μην σημανει πως θα πας στη Καλιφρνια πως θα με πρεις μαζ σου".
    
Ομολογουμνως, αυτ η επιτδεια ερμηνεα στο φως ενς εντελς πρσφατου δεδομνου, δεν ικανοποιοσε απλυτα την αυστηρτερη λογικ του γιου. Χρειστηκε μνο μια στιγμ. για να περσει απτο μυαλ του η σκψη πως το νειρο προμνυε μιαν απλοστερη και πιο μεση -αν κι χι λιγτερο τραγικ- καταστροφ απ την επσκεψ του στις ακτς του Ειρηνικο. Ο Χλπιν Φριζερ εχε την εντπωση πως θα στραγγαλιζταν στον θαμντοπο που τον γννησε.
 
-"Δεν υπρχουν ιαματικς πηγς στην Καλιφρνια;" ξανρχισε η Κυρα Φριζερ, πριν προλβει να της δσει την αληθιν ερμηνεα του ονερου. «Δεν υπρχουν μρη για ναπαλλαγες απτους ρευματισμος και τις νευραλγες; Κοταξε τα δχτυλ μου. Δε λυγζουνε πια. Εμαι ββαιη πως με πονον ταν κοιμμαι".
    
πλωσε τις παλμες της προς το μρος του. Ποιαν ακριβς διγνωση κρυψε ο νεαρς πσω απ το χαμγελ του, ο αφηγητς δεν εναι σε θση να πει. Αισθνεται μως υποχρεωμνος να πει πως δχτυλα με πολ μικρτερη ακαμψα και πολ λιγτερες ενδεξεις ασυνασθητων πνων, σπανως προσφρθηκαν για ιατρικ εξταση, ακμα κι απ την ομορφτερη ασθεν, τσο πρθυμα, τσο τοιμα για ασυνθιστες θεραπευτικς μεθδους.
    
Τελικ ο νας απ αυτος τους δο παρδοξους ανθρπους, που μοιρζονταν τις διες παρδοξες αξες, φυγε για την Καλιφρνια, που τον καλοσαν τα συμφροντα του πελτη του κι ο λλος παρμεινε στο σπτι του, διατηρντας τη κρυφν ελπδα πως ο σζυγος δεν ξερε καν τι σημανει διασκδαση.
    
Μια νχτα σκοτειν, ο Χλπιν Φριζερ περπατοσε στην προκυμαα του Σαν Φρανσσκο, ταν ξαφνικ -με μια ταχτητα που τον εξπληξε και τον θορβησε-μεταμορφθηκε σε νατη. Στη πραγματικτητα τονε τσουβαλισανε σνα πλοο λαθρεμπορικ κι καναν πανι για μια χρα μακριν. Αλλ οι συμφορς του δεν τλειωσαν με κενο το ταξδι, γιατ το πλοο ναυγησε σνα νησ του Ντιου Ειρηνικο, και πρασαν ξι ολκληρα χρνια μχρι να ανακαλψει τους επιζντες κποιο τολμηρ εμπορικ ιστιοφρο και να τους φρει πσω στο Σαν Φρανσσκο.
    
Παρλη τη φτχεια του, ο Φριζερ δεν εχε χσει τη παλι περηφνεια του, πριν απ κενα τα ξι χρνια που του φανονταν αινες. Δεν δεχταν βοθεια απ ξνους. μενε μ’ ναν απ τους επιζντες συντρφους του κοντ στην Σντα λενα και περμενε να και χρματα απ το σπτι του, ταν βγκε για κυνγι κι ονειρετηκε... 

ΜΕΡΟΣ 3ο

     Το φσμα που του κοβε τον δρμο μες στο στοιχειωμνο δσος -απαρλλαχτο
κι μως τσο διαφορετικ απ την μητρα του- ταν αποτρπαιο! χνος αγπης, χνος λαχτρας δεν στλαζε μες στη καρδι του. Δεν του θμιζε τποτε απ τις παλις καλς ημρες, δεν του προκαλοσε το παραμικρ συνασθημα. Αχρταγος τρμος τα κατπινε λα. Προσπθησε να γυρσει, να τρξει, να φγει, μως τα πδια του τανε βαρι σα μολβι. Του ταν αδνατον ακμη και να τα σαλψει. Τα χρια του κρμονταν ψυχα. Μνο τα μτια του μποροσε να κινσει, μα και πλι δε τολμοσε να τα πρει απ τα σκοτειν μτια του φσματος, που ξερε πως δεν ταν μια ψυχ χωρς σμα, αλλ η πιο φρικαλα απτις υπρξεις που λυμανονταν εκενο το στοιχειωμνο δσος, να σμα χωρς ψυχ! Στο δειο βλμμα του δεν υπρχε οτε αγπη οτε οκτος οτε καν νοημοσνη, τποτε, τποτε ικαν να δεχθε μια παρκληση, μια ικεσα για λεος. «Δεν υπρχουν περιθρια συμβιβασμο» σκφτηκε καταφεγοντας εντελς παρλογα στην επαγγελματικ του γλσσα κι κανε τη κατσταση ακμη πιο τρομακτικ, σαν αναμμνο τσιγρο μσα σε τφο.
    
λα γιναν σε μια στιγμ, που μως φνηκε να κρτησε αινες, γιατ ο κσμος σπρισε απ γηρατει και ντροπ και το στοιχειωμνο δσος -με τις σκις και τους ψιθρους του- χθηκε απ την συνεδηση του Χλπιν, χοντας επιτελσει απ καιρ τον τερατδη προορισμ των τρμων του. Το φσμα στθηκε σε απσταση αναπνος απ τον ονειρευμενο. Τον κοταξε με την ζωδη μοχθηρα του κτνους. στερα σλεψε, πλωσε τα χρια προς το μρος του με φρικιαστικ αγριτητα! Η πρξη αυτ απελευθρωσε τις σωματικς δυνμεις του Χλπιν χωρς μως να απελευθερσει και τη θλησ του. Το μυαλ του ταν ακμη δεμνο με μγια, αλλ το δυνατ σμα και τα ευκνητα βλφαρ του, που μχρι κενη τη στιγμ ταν ψυχα, τυφλ, ανκτησαν την παλικαρσια δναμ τους. Για μια στιγμ, νιωσε νας απλς θεατς σε κενον τον αφσικο αγνα ανμεσα σε μια νεκρ νοημοσνη κι ναν ζωνταν μηχανισμ, -συμβανουν αυτ στα νειρα. στερα, ανκτησε τον λεγχο του εαυτο του, σαν να πδησε ξαφνικ μες στο σμα του. Το καταπονημνο αυτματο εχε πια βοληση, μποροσε να κινηθε, να νισει τον κνδυνο, να παλψει, πως ο φρικιαστικς αντπαλς του.
    
Μα πς μπορε νας θνητς να τα βγλει πρα με τα πλσματα των ονερων του;
    
Η φαντασα που εχε πλσει τον εχθρ ταν δη κατατροπωμνη. Το αποτλεσμα της πλης ταν η αιτα της πλης. Παρ την αντσταση που προσπθησε να προβλει, λη η δναμη, λη η ενεργητικτητ του, χθηκαν στο απλυτο κεν κι νιωσε τα παγωμνα δχτυλα να σφγγουν τον λαιμ του. Λγισε, γειρε προς την γη, εδε το νεκρ, σκελετωμνο πρσωπο να σκβει πνω του, λο και πιο κοντ. στερα σκοτδι. Κπου μακρι ακογονταν γρια τμπανα, φωνς ανθρπων που αναστναζαν, βογκοσαν. νας ατλειωτος θρνος υψθηκε και βθισε τα πντα στη σιωπ...
    
Ο Χλπιν Φριζερ ονειρετηκε πως ταν νεκρς.

ΜΕΡΟΣ 4ο

Την ζεστ, διφανη νχτα διαδχθηκε η πυκν ομχλη του πρωινο. Το απγευμα
της προηγουμνης
, μια ελαφρ υπνοια δροσις, μια ανεπασθητη πκνωση της ατμσφαιρας, η σιλουτα ενς σννεφου εχε φανε στην δυτικ πλευρ του ρους Σντα λενα, πνω ψηλ προς τη γυμν κορφ. τανε τσο λεπτ, τσο διφανο
-σχεδν αρατο- που ποιος το παρατηροσε
, σγουρα θα 'λεγε:
 «
Ελτε γργορα! Σελγο θα χαθε»!
    
Κποια στιγμ φνηκε να πυκννει. Η μια του κρη εχε αδρξει το βουν, εν η λλη γερνε προς τις πλαγις. Αργ-αργ, απλωνταν προς τον Ντο και τον Βορ, λκοντας την ομχλη που ανδυαν οι πλαγις του βουνο, πντα απ το διο εππεδο, υπακοοντας σνα καλομελετημνο σχδιο. Μεγλωσε, μεγλωσε, σπου η κορφ του βουνο δε φαινταν πια. στερα απλθηκε κι λλο, σχημτισε να πυκν σταχτ θλο πνω απ τη κοιλδα. Στην Καλιστγκα, που βρσκεται στην κρη της κοιλδας, στους πρποδες του βουνο, ταν νχτα δχως στρα και μρα δχως λιο. Η ομχλη, βουτντας στη κοιλδα, στρφηκε ντια, καταπνοντας να-να τ' αγροκτματα, σπου τλιξε τη Σντα λενα, εννι μλια μακρι. Η σκνη κατακθισε στους δρμους, τα δντρα μοσκεψαν, τα πουλι σπασαν στις φωλις τους, το φως του πρωινο μογχρωσε, πρε μιαν αποτρπαιη ψη, χωρς χρμα, χωρς χνος ζεστασις.
    
Δυο ντρες φησαν την πλη της Σντα λενα, με το πρτο χραμα. Πραν το δρμο που δισχιζε τη κοιλδα και κατευθνθηκαν ντια, προς την Καλιστγκα. Εχαν πλα στους μους κι ποιος δε ξρει απ ττοια πργματα, θα τους περνοσε για κυνηγος. ταν νας βοηθς Σερφη απ την Νπα, κι νας Ντετκτιβ απ το Σαν Φρανσσκο -ο Χλκερ κι ο Τζραλσον αντστοιχα- επαγγελματες ανθρωποκυνηγο.
 -"Πσο μακρι εναι;" ρτησε ο Χλκερ, καθς βδιζαν γργορα, σπζοντας τη λευκ κροστα υγρασας που σκπαζε τον δρμο κι αναδεοντας την σκνη.
 
-"Η σπρη Εκκλησα; χι πνω απ μισ μλι"" απντησε ο λλος. "Και μια που το φρε ο λγος" συνχισε, "δεν εναι οτε σπρη οτε εκκλησα. να παλι σχολεο εναι, εντελς γκρζο απ την εγκατλειψη. Κποτε λειτουργοσε και σαν εκκλησα. ταν υπρχε εκε να νεκροταφεο ,τι πρπει για ποιητς. Δεν αναρωτθηκες γιατ σου επα να ρθεις οπλισμνος";
 
-"Α, δεν με απασχολον ττοια πργματα. ταν ρθει η ρα, θα μου τα πεις λα. Πντα τσι κανες. Αλλ αν πρπει να ριψοκινδυνεσω μιαν υπθεση, νομζω πως μλλον με θλεις για να συλλβουμε κανναν πεθαμνο στο νεκροταφεο".
 -"Θυμσαι τον Μπρνσκομ
;" επε ο Τζραλσον, αντιμετωπζοντας την ευστροφα του συντρφου του με την αδιαφορα που ξιζε. "Τον τπο που κοψε το λαργγι της γυνακας του";
 -"
Αν τον θυμμαι λει! Μου 'φαγε μια βδομδα και με δικ μου ξοδα. Τον επικρυξαν για πεντακσια δολρια.
σο τα εδες, τα εδα. Δεν εννοες πως..."
 -"
Αυτ ακριβς. Κτω απτην μτη σας ταν, παιδι, βμα δεν κανε. Τα βρδια πει στο παλι νεκροταφεο, στην σπρη Εκκλησα".
 -"Ε, τον διβολο! Εκε θψανε τη γυνακα του".
 -"Χρειαζτανε πολ μυαλ, φιλαρκια μου, για να υποθσετε πως κποια στιγμ θα ερχτανε στον τφο".
 -"Εναι το τελευταο μρος που μπορες να φανταστες πως θα τον βρεις".
 -"Σε λα τα υπλοιπα ψξατε μως. Εδα πως δεν βγλατε κρη και του στησα καρτρι εκε".
 -"Και τον βρκες";
 -"χι, να πρει ο διβολος, ΜΕ βρκε. Με κατλαβε το τσακλι. Βγκε μπροστ μου κανονικ κι αναγκστηκα να το βλω στα πδια. νας Θες ξρει πως δεν με καθρισε. Α, εναι πολ καλς. Εμνα φτνει κι η μισ επικρυξη αν χεις οικονομικ ζρια".
    
Ο Χλκερ γλασε με τη καρδι του κι εξγησε πως οι πιστωτς του δεν τον ενοχλοσαν ποτ.
 -"Θλω να σου δεξω τη περιοχ και να καταστρσουμε να σχδιο" συνχισε ο Ντετκτιβ. "Νομζω πως εναι καλτερα να οπλοφορομε ακμη και τη μρα".
 -"Ο νθρωπος μλλον εναι ψυχοπαθς" επε ο βοηθς Σερφη. "Η επικρυξη εναι για τη σλληψη και καταδκη του. Αν εναι παλαβς, δε πρκειται να τονε καταδικσουν".
    
Τσον ντονα επηρασε τον Χλκερ το ενδεχμενο μιας δικαστικς αποτυχας, στε -για μια στιγμ- σταμτησε ασυνασθητα στη μση του δρμου. στερα συνχισε με λιγτερο ζλο.
 -"τσι φανεται" συμφνησε ο Τζραλσον. "Εμαι υποχρεωμνος να παραδεχθ πως δεν εδα ποτ μου πιο αξριστο, ακορευτο, τσαλακωμνο κι εξαθλιωμνο ερεπιο στην αρχαα και τιμημνη τξη των αλητν. μως τον στρωσα στο κυνγι και δεν χω καμι πρθεση να τον παρατσω. Εναι ζτημα φμης και τιμς. Κανες δε μπορε να καταλβει πως ο τπος εναι η λλη πλευρ του φεγγαριο".
 -"Καλ λοιπν" επε ο Χλκερ, "θα πμε να δομε τη περιοχ". Και πρσθεσε,
χρησιμοποιντας την αγαπημνη του κφραση για τους τφους: "Θα πμε εκε που τσι κι αλλις εναι γραφτ να πμε. Εννο, ταν ο γερο-Μπρνσκομ βαρεθε εσνα και την ενοχλητικ παρουσα σου. Α, μια και το φερε ο λγος, κουσα τις προλλες πως το «Μπρνσκομ» δεν εναι το πραγματικ του νομα".
 -"Και ποι εναι";
 -"Δε μπορ να θυμηθ. Τον παρτησα τον λεχρτη, τον βγαλα απ το μυαλ μου κι τσι το ξχασα. Κτι σαν Παρντ. Η γυνακα που της κοψε το λαιμ, ο θεμουρλος, ταν χρα ταν την γνρισε. Εχε ρθει στην Καλιφρνια για να βρει τους συγγενες της. Υπρχουν νθρωποι που το κνουν αυτ. Τα ξρεις τρα".
 -"Φυσικ".
 -"μως αφο δεν ξερες το πραγματικ νομα, πς βρκες τον τφο; Τον μντεψες; Ο νθρωπος που μου δωσε το νομα, επε πως εναι σκαλισμνο στη ταφπλακα".
 -"Δε βρκα τον τφο" επε ο Τζραλσον απρθυμα. Δεν θελε να παραδεχθε πως αγνοοσε να τσο σημαντικ στοιχεο του σχεδου του. "ριξα μια ματι γενικ στη περιοχ. Μια απ τις δουλεις που πρπει να κνουμε σμερα το πρω εναι να εντοπσουμε τον τφο. Εδ εναι, λοιπν, η σπρη Εκκλησα".
    
Μχρι εκε, ο δρμος περνοσε μσα απ χωρφια. Τρα μως, αριστερ τους. απλωνταν να δσος με βελανιδις, μαντρνες και γιγντια λατα, μισοβυθισμνα στη μουντ, τρομακτικ ομχλη. Τ' αγριχορτα σχημτιζαν πυκνς -αλλ χι αδιβατες- λχμες. Στην αρχ, ο Χλκερ δεν βλεπε το κτσμα, αλλ καθς μπκαν στο δσος, νας ανεπασθητα γκρζος τερστιος γκος αντειλε στο βθος της ομχλης. Λγα βματα ακμη και θα μποροσε νακουμπσει τους τοχους του. Η σπρη Εκκλησα ταν εκε, ξεκθαρη, μουσκεμνη απ' τη δροσι, ασμαντη στο μγεθος. μοιαζε μ' λα τα επαρχιακ σχολεα: να τετργωνο αρχιτεκτνημα, σα κιβτιο. Τσσερις πτρινοι τοχοι, σκεπ γεμτη βρα και μερικς δειες τρπες, εκε που κποτε υπρχαν παρθυρα. Τζμια και κσες εχαν αφαιρεθε προ πολλο.
    
ταν ερειπωμνο αλλ χι ερεπιο,
δεν μοιαζε με κενα τα στερετυπα υποκατστατα, που οι συγγραφες οδηγν για τη Καλιφρνια, χαρακτηρζουν «μνημεα του παρελθντος». Ο Τζραλσον, χωρς να ρξει οτε μια ματι στο συνηθισμνο κτσμα, κινθηκε προς τα μουσκεμνα χαμκλαδα που βρσκονταν στο βθος.
 -"Θα σου δεξω πο πετχτηκε μπροστ μου" επε. "Αυτ εναι το νεκροταφεο".
    
Ανμεσα στους θμνους ξεχριζαν μικρο περφρακτοι χροι με τφους˙ μερικο εχαν μνον να. Τα μρμαρα εχαν μαυρσει, οι ξλινοι φρκτες -ταν δεν εχαν δη σκορπσει κπου εκε γρω- ταν σπιοι, ετοιμρροποι. Ορισμνοι εχανε καλυφθε εντελς απ τα σπια φλλα. Μνο κπου-κπου μια σκορα λωρδα απ χαλκι δειχνε πως κποιος φτωχς θνητς -,τι απμεινε απ' αυτν- βρισκτανε δυο μτρα κτω απ την γη. Κποιος θνητς που εγκαταλεποντας τον «ευρ κκλο των τεθλιμμνων φλων» εγκαταλεφθηκε ομοως απ κενους, με μνη περιουσα να κομμτι γης, που πντως ντεξε περισστερο απ' τη μνμη του. Τα μονοπτια -αν, τλος πντων, υπρξαν ποτ- εχανε χαθε προ πολλο. Δντρα ολκληρα πετγονταν απ τους τφους, διαλοντας μρμαρα και φρκτες με τις ρζες και τα κλαδι τους. Παντο απλωνταν ατμσφαιρα εγκατλειψης και παρακμς, κθε λλο παρ αταριαστη σε πολιτεα νεκρν.
    
Ο Τζραλσον πγαινε μπρος, αποφεγοντας με κπο, αλλ κι επιδεξιτητα, τα μικρ δντρα που ξεφτρωναν απ παντο. Ξαφνικ σταμτησε, πρτεινε το πλο του, ψιθριζε κτι σαν «Προσοχκαι στθηκε ακνητος με το βλμμα καρφωμνο σια μπρος. Ο σντροφς του, παρλο που δεν βλεπε τποτε με τσα κλαδι γρω, τον μιμθηκε. Σταμτησε κι ετοιμστηκε για κθε ενδεχμενο. Μια στιγμ αργτερα, ο Τζραλσον προχωροσε προσεκτικ. Ο λλος τον ακολοθησε. Στη ρζα ενς τερστιου ελτου βρισκταν το σμα ενς νεκρο ντρα.
    
Στθηκαν σιωπηλο απ πνω του και παρατρησαν λες εκενες τις λεπτομρειες, που τραβον αμσως τη προσοχ οποιουδποτε: το πρσωπο, τη στση του σματος, τα ροχα, οτιδποτε θα μποροσε γργορα κι απλ να απαντσει στα βουβ ερωτματα που θτει η ανθρπινη περιργεια.
    
Το σμα ταν ανσκελα, με τα πδια ανοιχτ. Το να χρι ταν τεντωμνο ψηλ, πνω απ το εππεδο του κεφαλιο, εν το λλο προς τα κτω. Αυτ το χρι εχε μια τρομερ σσπαση κι η παλμη βρισκταν κοντ στον λαιμ του νεκρο. Κι οι δυο γροθις τανε σφιχτ κλεισμνες. Η λη στση του σματος δειχνε απεγνωσμνη και μταιη αντσταση σε... Τι;
    
Δπλα του βρισκταν να πλο κι να κυνηγετικ σακδιο, που απ τα δχτυα του πρβαλαν τα φτερματα σκοτωμνων πουλιν. λα δεχνανε πως εχε προηγηθε λυσσαλα πλη. Γρω υπρχαν θμνοι τσακισμνοι, εντελς γυμνωμνοι απ' τα φλλα τους κι απ' τον κορμ του δντρου λεπανε κομμτια φλοδας, που βρσκονταν σκρπια παντο. Τα σπια φλλα σχημτιζαν μικρος σωρος, χι μως απ τη κνηση των ποδιν του νεκρο. λλα πδια εχαν παλψει εκε... Τα πδια κποιου που γοντισε, αφνοντας αναμφισβτητα τα χνη του στο ψος των γοφν του θματος.
    
Η φση της πλης ταν αποτυπωμνη στον λαιμ και το πρσωπο του νεκρο. Εν το στθος και τα χρια ταν κτασπρα, ο λαιμς και το πρσωπο τανε βαθυκκκινα, σχεδν μαρα. Η πλτη του ακουμποσε σνα μικρ ανχωμα και το κεφλι τανε πεσμνο πσω, σχηματζοντας μια γωνα εντελς παρλογη. Τα ορθνοιχτα μτια ρχνανε το δειο βλμμα τους προς την εντελς αντθετη κατεθυνση απ κενη των ποδιν του. Απ' τους αφρος που γμιζαν το ανοιχτ στμα του, πρβαλλε κατμαυρη και πρησμνη γλσσα. Ο λαιμς εχε φρικτς πληγς, καμωμνες απ χρια δυνατ που βυθιστκανε στη μαλακ σρκα και συνεχσαν να τη σπαρζουν ακμη και μετ το θνατο απ ασφυξα. Το στθος, το κεφλι κι ο λαιμς τανε βρεγμνα, τα ροχα μοσκεμα, η ομχλη εχε νοτσει με μικρς, πυκνς σταγνες δροσις τα μαλλι και το μουστκι του νεκρο. λα αυτ οι δο ντρες τα παρατηρσανε σιωπηλο, με μια μνο ματι. στερα ο Χλκερ επε:
 -"Ρε τον κακομορη! Τ κλαση πρασε"!
    
Ο Τζρλασον επιθερησε σβλτα να-γρο το δσος, με τον κκορα του πλου σηκωμνο και το δχτυλο στην σκανδλη.
 -"Εναι δουλει μανιακο" επε, χωρς να πρει τα μτια του απ τα δντρα.
 -"Ο Μπρνσκομ-Παρντ το κανε".
    
Τη προσοχ του Χλκερ τρβηξε κτι χωμνο ανμεσα στα φλλα που εχανε σαρσει τα πδια του δολοφνου. ταν να σημειωματριο με κατακκκινο δερμτινο κλυμμα. Το μζεψε απ κτω και το νοιξε. Εχε να σωρ λευκς σελδες για υπενθυμσεις. Στην πρτη σελδα υπρχε το νομα: Χλπιν Φριζερ. Λγο παρακτω βρσκονταν γραμμνοι με κκκινο μολβι -βιαστικ, πρχειρα γραμμνοι, σχεδν δυσανγνωστοι- οι παρακτω στχοι, που ο Χλκερ τους διβασε δυνατ, εν ο σντροφς του συνχιζε να επιθεωρε το μρος, τοιμος ν' αντιδρσει και στη παραμικρ κνηση της δροσις πνω στα φλλα.

Παγιδευμνος βρθηκα σε δσος μαγεμνο.
Λγο το φως κι η δστυχη καρδι μου σκλαβωμνη.
Το κυπαρσσι στη μυρτι φαιντανε δεμνο,
κι εκενη στην αγκλη του φαρμακερ δοσμνη.

Κτι ψιθριζε η ιτι στο λατο με πνο˙
το πνθιμο μαυρχορτο κι ο απγανος χιμοσαν
επνω στους αμραντους,
τους πνιγαν και μνο
τσουκνδες μναν και φρικτ στοιχει που τις πατοσαν.
 

Μλισσα εκε δε βοιζε, πουλ δε κελαηδοσε.
Αρα γλυκει δε σλευε ανμεσα στα φλλα.
Σιωπ! ο αρας, τρομερ αγρμι, ξεψυχοσε
πσω απ' τα δντρα σπρνοντας τριγρω ανατριχλα
.

Φαντσματα ψιθριζαν, κρυμμνα στο σκοτδι
,
λγια βαθι, προδοτικ και μυστικ θαμμνα.
Αμα τα δντρα στζανε και μοσκευαν το βρδυ,
κι λμπαν μες στο μγο φως λουλοδια ματωμνα. 

-δικα! φναξα, δικα! μεινα μαγεμνος.
Δχως ψυχ, δχως καρδι, μνος, δχως ελπδα,
στη θληση, στη σκψη μου μουν παγιδευμνος,
κι νιωθα πως τα πιο φρικτ ακμη δεν τα εδα!

Στο τλος, εν' αρατο...
 

     Ο Χλκερ σπασε. Δεν υπρχε τποτε λλο να διαβσει. Το χειργραφο σταματοσε στη μση του στχου.
 -"Σαν Μπιν ακογεται" επε ο Τζραλσον, που ταν να εδος διανοομενου, με τον τρπο του ββαια. Χαλρωσε κπως την επιφυλακ του, κι μεινε ακνητος με τα μτια καρφωμνα στον νεκρ.
 -"Ποις εναι ο Μπιν;" ρτησε μλλον αδιφορα ο Χλκερ.
 -"Ο Μρων Μπιν, νας τπος που ξεφτρωσε απ τους πρτους αποκους, πριν εκατ χρνια. γραφε καταθλιπτικ πργματα. χω τα «παντ» του. Αυτ το ποημα μως δε περιλαμβνεται. Θα ξχασαν να το βλουν".
 -"Κνει κρο" επε ο Χλκερ, "πμε να φγουμε. Πρπει να φρουμε τον Δικαστ απ την Νπα".
    
Ο Τζραλσον δεν επε τποτε, γνεψε μως καταφατικ. Περνντας δπλα απ το μικρ ανχωμα στο οποο ακουμποσαν οι μοι και το κεφλι του νεκρο ντρα, σκνταψε σε κτι σκληρ. σκυψε και παραμρισε τα σαπισμνα φλλα που το σκπαζαν. ταν μια πεσμνη ταφπλακα. Κατφερε να διαβσει την επιγραφ: Κατερνα Λαρο.
 -"Λαρο, Λαρο!" φναξε ο Χλκερ, σαν κτι να τον χτπησε. "Μα, τι... Αυτ εναι το πραγματικ νομα του Μπρνσκομ˙ χι Παρντ. Και -μπα σε καλ μου, πς μου ρθαν λα ξαφνικ!- το νομα της σκοτωμνης γυνακας του ταν Φριζερ"!
 -"Κποια βρωμι γνεται δω" επε ο Ντετκτιβ Τζραλσον. "Τα σιχανομαι αυτ..."
    
Ττε ταν που τραξε την ομχλη -μακρι, πολ μακρι- να γλιο υπκωφο, αργ, ψυχο, τσο χαρομενο σο το ουρλιαχτ της αινας που γυρεει να τραφε μες στη νχτα της ερμου. Αντειλε σιγ-σιγ, κι ρχισε να δυναμνει, να δυναμνει, λο και πιο καθαρ, πιο ντονο, πιο τρομερ, σπου φτασε να γνει αφσικο, απνθρωπο, δαιμονικ -σχεδν ξω απ' το ξφωτο που στκονταν οι δυο σκληρο ανθρωποκυνηγο, γεμζοντς τους απεργραπτο τρμο! Δεν κνησαν τα πλα τους.
    
Δεν σκφτηκαν καν να το κνουν. Η απειλ αυτο του φρικαλου χου δεν μποροσε ν' αντιμετωπιστε με πλα. Απρσμενα εχε ξεφυτρσει απ' τη σιωπ κι απρσμενα επστρεψε σ' αυτν. Χμηξε πρτα καταπνω στ' αυτι τους, ξσπασε σε μια τελευταα εκκωφαντικ βο κι στερα υποχρησε, πρα μακρι, σβνοντας -πνθιμο, μηχανικ μχρι και τον τελευταο αντλαλο- σ' ναν απροσμτρητο βυθ...

-----------------------------------------------------------------------------------
Ambrose Gwynnett Bierce
"The Death of Halpin Frayser" (1893)

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers