-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

 

Lovecraft Howard Phillips ':

Βιογραφικ

     Ο Χουαρντ Φλιπς Λβκραφτ εναι πιθανν ο πιο γνωστς αμερικανς συγγραφας παρξενης μυθιστοριογραφας φρκης και τρμου, αλλ μερικο θεωρον την ογκδη αλληλογραφα του τη μγιστη ολοκλρωσ του. σο ζοσε εχε περιορισμνο αναγνωστικ κοιν, μα μετπειτα, επδρασε σημαντικ κι επηρασε λους τους επμενους συγγραφες, αλλ και τους λτρεις του εδους αυτο. Απ τους μεγαλτερους συγγραφες φαντασας, αν κι ζησε σχετικ λγο. Ο Λβκραφτ τανε ψηλς, αδνατος και συνθως χλωμς, αλλ τα μτια του λμπαν ολο ζω κι εξυπνδα. Εχε ευγενικ παρουσιαστικ κι ταν λιγομλητος. Εχε να πλοσιο λεξιλγιο που το χρησιμοποιοσε μ' εκπληκτικ ευχρεια ταν μιλοσε. Ο πλοτος αυτς φανεται καθαρ στα διηγματα και τις νουβλες του.



     Γεννθηκε στη Providence του Ρουντ ιλαντ στις 20 Αυγοστου 1890. Οι γονες του τανε βρεττανικς καταγωγς κι ο διος, λγω ανατροφς, παρμεινε φανατικ αγγλφιλος σ' λη τη ζω του. Ο πατρας του, Winfield Scott Lovecraft, τανε πλανδιος πωλητς κοσμημτων κι η μητρα του, Sarah Suzan Phillips, καταγταν απ τις πιο παλις οικογνειες της Μασαχουστης, που φτσαν εκε το 1630. ταν τανε 3 ετν, ο πατρας του παθε γενικ και βαρι κατθλιψη για λη την υπλοιπη ζω του και πεθανε ταν ταν ο μικρς 8 ετν.  Η μητρα του ακολοθησε κι αυτ τη τχη του συζγου της: τρελθηκε ταν ο Λβκραφτ γινε 29 ετν και πθανε 2 τη μετ, το 1921. Μπορε κανες να φανταστε το μεγλο, βαθ τραμα που μεινε μσα του κνοντας ακμη πιο δυστυχισμνη τη ζω του.
     Μια ζω ουσιαστικ τραυματισμνη κιλας απ ττε που τανε παιδ. Η ευθνη για τη καταστροφ της ζως του βαρανει αποκλειστικ τη μητρα του. ταν μια ψυχονευρωτικ, φαντασμνη γυνακα, που τον καταπεζε με μια βασανιστικ ασφυχτικ υπερφροντδα θλοντας να τονε προφυλξει απ' τους φανταστικος κινδνους της πραγματικτητας. φτασε στο σημεο να τοεν κρατ σχεδν φυλακισμνο στο μοναχικ τους σπτι, κτι που συνβαλε αποτελεσματικ στη διαμρφωση του χαρακτρα του. Ακμη και μεγλος απφευγε τον κσμο και σ' αυτ τον κσμο δεν μπρεσε ποτ του να εγκλιματιστε, οτε να τον αντιμετωπσει, οτε να τον αποδεχτε. Η συνδιαλλαγ του μ' αυτ το κσμο καθημεριντητας, η ρεαλιστικ επαφ μαζ του, δεν γινε ποτ. Παρμεινε εκτς. Μχρι το τλος της σντομης ζως του δινε την εντπωση ενς ανριμου ανθρπου.



    Το μεγλωμα του μικρο επαφεται πια στη βρεtτανικς καταγωγς μητρα του, τις 2 του θεες και το βιομχανο παππο του φυσικ, ο οποος θλησε να δσει στο βιβλιοφγο εγγον του λα τα μσα για μια καλ ζω. Ο μικρς αποστθιζε ποηση στα 2 του, στα 3 μποροσε να διαβσει και φτνοντας στα 6 γραφε πλον κανονικ. Στα 5 του ολοκλρωσε μλιστα τις Αραβικς Νχτες κι υιοθτησε το ψευδνυμο του Αμπντολ Αλχαζρντ, του Τρελο ραβα που ισχυριζταν ο Λβκραφτ τι εχε γρψει το μυθικ Νεκρονομικν. Αν και μχρι τα ξι θα χει δη ξεπερσει τους ραβες, καταβυθιζμενος πλον στην ελληνικ μυθολογα μσω των παιδικν εκδοχν της Ιλιδας και της Οδσσειας. Το παλιτερο εξλλου σωζμενο πνημ του εναι να ποημα του 1897, Το Ποημα Του Οδυσσα, που εναι εμπνευσμνο απ τα ομηρικ πη.
     Παιδ-θαμα, ρχισε να γρφει ποηση απ τα 6 του κι ο παπος του, Whipple Van Buren Phillips, τον ενθρρυνε σε τοτο, ωθντας τον να διαβζει τους κλασσικος. Η υγεα του ταν μνιμα προβληματικ και γι' αυτ αναγκστηκε να διακψει το γυμνσιο πριν το τελεισει. Στα χρνια που ακολοθησαν, ζησε γκλειστος, σχεδν μοναχικς κι απομονωμνος σ' να σιωπηλ σπτι, κατοικημνο απ' τα φαντσματα των διαβασμτων του. Γιατ αυτ η μισοαναπηρα του εχε και τη θετικ πλευρ της. Τον οδγησε με πθος στο διβασμα και στη μελτη. τανε πανξυπνος (λγεται τι ρχισε να διαβζει απ 3 ετν), σχεδν ιδιοφυς. Κι τσι πολ γργορα μσα σ' αυτ του την ονειρικ απομνωση ρχισε να οικοδομε το δικ του παρξενο, τρομδη κσμο, να κσμο που εχε πολ λγη σχση με τη γρω του πραγματικτητα. , τουλχιστον, η πραγματικτητα μετασχηματιζταν απ' τα ορματα και τους εφιλτες της ταραγμνης μοναξις του. Το μεγαλτερο και περισστερο υλικ της δουλεις του αντλθηκε απ' αυτν τον υπερφυσικ κσμο που χτισε στα χιμαιρικ τοπα των ονερων του.
     Παρ το ιδιαιτρως νεαρ της ηλικας του, φανεται πως ανακλυψε το απκοσμο λογοτεχνικ σμπαν του δη απ παιδ, πως υποδεικνουνε τουλχιστον οι αναφορς στα 1α αυτ γραπτ του, που τα περισστερα δε σωθκανε δυστυχς. Ως εντελς μοναχικ και φιλσθενο αγρι, κατφευγε στη λογοτεχνα για να βρει παρηγορι απ τις δυσκολες της ζως. Στο σχολεο πγαινε σποραδικ, καθς οι δικς του αναζητσεις φαινταν να του κομζουν λες τις γνσεις που θελε: στα οχτ του ρθε σε επαφ με την επιστμη, τη χημεα αρχικ και μετ την αστρονομα, και πλον γραφε σχολικς εφημερδες που μοραζε στους συμμαθητς του. Ο παππος του καννισε να κνει μαθματα κατ’ οκον ο μικρς, που φαινταν να τα παρνει τα γρμματα και με το παραπνω. Στο Γυμνσιο φνηκε να τα πηγανει καλ με τους συμμαθητς και τους δασκλους του, κνοντας πραγματικος φλους και μαθανοντας νες γνσεις για πολλ και διφορα. δη απ το 1906 θα ξεκινσει περιοδικ να δημοσιεει κεμενα σε εφημερδες κι επιθεωρσεις, κρατντας μλιστα τη δικ του μηνιαα αστρονομικ στλη σε διφορα ντυπα του Ροντ ιλαντ!



     Επσης μως τανε φιλσθενο παιδκι. πασχε απ μια σπνιαν ασθνεια του αματος, (poikilothermism), πργμα που τον κανε να φανεται πντα κρος στο γγιγμα. τσι δε πγαινε τακτικ σχολεο μα διβαζε πρα πολ κι γραφε απο 9 χρονν στη τοπικ μικρς κυκλοφορας εφημερδα, The Scientific Gazette. Το 1904, πεθανει ο παπος του κι λη η οικογνεια υποφρει λγω κακς διαχερισης χρημτων. Ο μικρς επηρεστηκε πρα πολ απ' λα τοτα κι φτασε σε σημεο να σκφτεται την αυτοκτονα. νας νευρικς κλονισμς που 'ρθε το 1908, εχε σα συνπεια, να μη πρει ποτ απολυτριο γυμνασου. Αυτ η αποτυχα τον ακολοθησε σ' λη του τη ζω, γιατ λαχταροσε να σπουδσει στο πανεπιστμιο, αλλ πντως δλωνε που εμφανιζταν, απφοιτος γυμνασου. Παρ τατα, ταν αυτοδδακτος πολυμαθς κι λοι του λγαν τι δεν χει να ντρπεται για τποτα, καθς μνος εχε καταφρει πραγματικ πρα πολλ σε εππεδο γνσης.
    Πρασε τη 5ετα 1908-1913 σαν να ταν ερημτης, εγκαταλεποντας τσο τη ποηση σο και τα αστρονομικ ενδιαφροντ του. Το μνο που κανε πια ταν να βαθανει τη παθολογικ σχση αγπης-μσους με τη μητρα του, η οποα δεν ξεπρασε ποτ τον θνατο του συζγου της. Ο Λβκραφτ βγκε απ τη δσκολη αυτ περοδο εντελς αλλαγμνος, εξοργισμνος τρα απ τη φτην ερωτικ λογοτεχνα που σρωνε στα χρνια του. Κι τσι θα αποκτσει φμη στρεφμενος κατ των λακν συγγραφων και επιδιδμενος σε σφοδρ πολεμικ εναντον τους! Οι αρχς του 1914 θα τον βρουν να διατηρε το δικ του περιοδικ ως ερασιτχνης εκδτης, τον Συντηρητικ, που θα μετρσει 13 τεχη μχρι το 1923. Ταυτοχρνως, ο γραφις στλνει ποιματα και δοκμια σε λογοτεχνικ περιοδικ, βρσκοντας λες τον παλι καλ εαυτ του.
    Οι αναγνστες του τονε καλοσαν να γρψει μυθιστρημα, καθς δε χορτανανε τα σντομα διηγματ του. Ακμα και καθιερωμνοι συγγραφες της εποχς τονε συμβολευαν να ξαναπισει τη λογοτεχνικ πνα, καθς εχε δεξει σημδια μεγαλοφυας δη απ το 1905 με Το Τρας στη Σπηλι και το 1908 με τον Αλχημιστ, που αποκλυπταν μια φαντασα που κλπαζε.
    τανε παραχαδεμνος, ντροπαλς, ευασθητος, ονειροπλος κι εσωστρεφς. Σ' λη τη στενχωρη ζω του μεινε να απροσρμοστο παιδ, ανκανο να χειριστε ακμα και τα πιο ασμαντα πραχτικ ζητματα της καθημεριντητας. Δικαιολογοσε την αδυναμα του και την αδρνει του θλοντας να πιστεει πως ταν νας τζντλεμαν· και φυσικ, νας κριος περιφρονε τις εμπορικς συναλλαγς και δεν καταδχεται να εργαστε το θεωρε υποτιμητικ κι οτε καν μπορε να διανοηθε τι εναι ποτ δυνατν η λογοτεχνα να χρησιμοποιηθε για βιοποριστικος λγους. Κτι ττοιο θα ταν ντροπ, ιεροσυλα. Εναι φυσικ, λοιπν, μια ττοια αντληψη για τη ζω να μη του επιτρπει να κερδζει οτε καν τα στοιχειδη. Αλλ χωρς αυτ δεν εναι δυνατν να επιβισει κανες. Εναι περεργο ωστσο πς νας υπρτατα ορθολογιστς κι υλιστς, πως ταν στο βθος του ο Λβκραφτ, να μη καταφρει ποτ του να εξοικονομσει στω και τ' απαρατητα για να ζσει. Αναμφισβτητα ταν μια αινιγματικ, αντιφατικ προσωπικτητα, να εξαιρετικ προβληματικ τομο. Παρξενος και κλειστς νθρωπος, δστροπος και δσκολος. Ξεκνησε πντως με ποηση κυρως, αλλ το 1917 κνει στροφ προς τη μυθιστοριογραφα.



    Το 1921, το χρνο που πθανε η μητρα του και που για να πληρνει το νοσοκομεο της αναγκαζταν να διορθνει διηγματα λλων, αγρμματων συγγραφων και συγκλονισμνος και πλι, απ τον θνατο της μητρας του αυτ τη φορ, μζεψε τα κομμτια του και πγε σε να συνδριο ερασιτεχνν δημοσιογρφων στη Βοστνη τον Ιολιο του 1921, ταν ο ρωτας θα του χτυπσει τη πρτα! Γιατ εκε θα γνωρσει την κατ εφτ χρνια μεγαλτερ του Σνια Χαφτ Γκριν, μια ουκρανορωσοεβραα καπελο που εχε γνωστ μαγαζ στη 5η Λεωφρο της Νας Υρκης κι τανε και πρεδρος σε να τοπικ σλλογο. Το 1924 το ζευγρι πει στη Ν.Υρκη, και παρ τις αντιρρσεις των δικν της παντρεονται στις 3 Μρτη. Μετ τη γαμλια τελετ σπιτθηκε στην οικα της συζγου του κι λα δειχναν ρδινα, καθς εχε μλις εξασφαλσει επαγγελματικ καρριρα ως συγγραφας πουλντας να καλ μρος των πρτων του γραπτν στο νεοδρυθν ττε και κλασσικ μετ περιοδικ Weird Tales (πρωτοεκδθηκε το 1923). Σε λγο αρχζουνε τα προβλματα: σχεδν αμσως, το καπελδικο της Γκριν φαλρισε, ο Λβκραφτ απρριψε μια καλ επαγγελματικ πρταση που θα τον φερνε στο Σικγο κι η σζυγος κλεστηκε τελικ σε σανατριο, καθς η υγεα της εχε επιβαρυνθε.
     Ο Χουαρντ προσπθησε να βρει μια δουλτσα για να πληρνει την αλμυρ αμοιβ του σανατορου, ανακλυψε ωστσο τι κανες δεν τανε διατεθειμνος να προσλβει να 34χρονο ντρα χωρς καμι εμπειρα στη πλτη του. Την Πρωτοχρονι του 1925, η Σνια μετακμισε στο Κλβελαντ για να πισει εκε δουλει κι ο Χουαρντ πγε να ζσει σε γκαρσονιρα σε κακφημη γειτονι του Μπροκλιν. Δ
εν μπορε να ζσει στο χος της μεγαλοπολης. Ο ρυθμς της κι οι νθρωποι της τον απωθον. Ο εκδτης του περιοδικο του προσφρει τη θση του διευθυντ στο περιοδικ, αλλ με τον ρο να πει να μενει στο Σικγο που βρσκονται τα γραφεα του περιοδικο. Ο Λβκραφτ αρνεται. Μχρι το Νομβρη τα οικονομικ του ζευγαριο φτνουνε σε απελπιστικ κατσταση. Ο Λβκραφτ κνει διφορες δουλεις, αλλ οι δυσκολες παραμνουνε κι αυξνονται. Πουλνε το πινο της Σνια αλλ τα πργματα δε διορθνονται. Και ττε ο Λβκραφτ αναγκζεται να γνει πλασι. Γυρζει απ πρτα σε πρτα πουλντας διφορα πργματα. Οι επιπτσεις που εχε αυτ η δουλει πνω σ' αυτν τον ευγενικ σιωπηλ νθρωπο, δουλει που ερχταν σε πλρη αντθεση με τα βαθτερα πιστεω του για τη ζω, εναι τρομερς. Πνγεται, υποφρει βουβ, η πληγ μσα του μεγαλνει κι αυτς αγωνζεται ν' αντξει. Παρ' λες τις προσπθεις του μως, δεν καταφρνουν να καλλιτερψουνε τη ζω τους, Η μοντρνα πλη με τ' ανθρπινα κοπδια της, που αποτελονται απ' λες τις φυλς του κσμου, του προκαλε απχθεια, τον αηδιζει. Αυτς που στθηκε πντα ο εραστς της Νας Αγγλας και του αγαπημνου του Πρβιντενς, με τα παλι μορφα γραφικ σπτια και τα συχα, γαλνια δρομκια, τα βουτηγμνα στη πρσινη σκι των δντρων, τρα εναι υποχρεωμνος να ζει στο κντρο μιας Βαβυλνας, μσα σε μια βαρβαρικ πανσπερμα χων. Η απνθρωπη ατμσφαιρα της πλης, τα παραφθαρμνα αγγλικ που ακοει κι οι λαβυρινθδεις δρμοι της τονε διχνουν. Αυτ η αποστροφ του για τη πλη της Ν. Υρκης θα βγει αργτερα στο διγημ του The Horror at Red Hook, που χαρακτηρστηκε λογοτεχνικ δηλητριο.



    Ωστσο, τα προβλματα του ζευγαριο συνεχζονται. Μρα με την ημρα οδηγονται σε αδιξοδο. "Αν μποροσα να γυρσω στο Πρβιντενς", γρφει σ' να φλο του, "στην ευλογημνη πλη που γεννθηκα και μεγλωσα, θα μουν ευτυχισμνος". Και τελικ γυρζουνε στο Πρβιντενς. Αλλ οτε κι εκε η ζω τους καλλιτερεει. Τρα εναι η Σνια που εργζεται για να ζσουν. Αλλ' αυτ εναι κτι που δεν μπορε ν' αντξει ο σεμνς Λβκραφτ. Κι τσι, το 1929 χωρζουν πια οριστικ, δνοντας τσι τλος σε μια φθορ κι να χωρισμ που χουν αρχσει ουσιαστικ πολ πιο πριν. Λγα χρνια μετ, συμφωνσανε να προυνε φιλικ διαζγιο. Πολλο βιογρφοι του, πιθανολογον αφυλα του κι αυτ σως να 'φερε τη διλυση του γμου του κι ειδικ το μσος που αναπτχθηκε μεταξ τους. Αφο επιδθηκε με τη γνριμη μισνθρωπη ρητορικ του σε πολιτικ και οικονομικ ζητματα κι γινε τελικ υποστηρικτς του Ροσβελτ κατ τη Μεγλη φεση (και μετριοπαθς σοσιαλιστς!), συνχισε να απορροφ γνσεις απ φιλοσοφα και λογοτεχνα μχρι αρχιτεκτονικ κι ιστορα. Αν κι η ζω του μελλε να γεμσει και πλι απ κακουχες και αναποδις. Το 1932 πθανε η πολυαγαπημνη του θεα και πγε τσι να ζσει με τη 2η θεα του, καθς τα γραπτ του, που γνανε τρα ιδιαιτρως περπλοκα και μακροσκελ, δεν σημεινανε πωλσεις. Για να συντηρεται αναγκζεται να διορθνει κεμενα λλων και να γρφει με ψευδνυμο ανλαφρες ιστορες. 
    Τρα ζει μνος με συντροφι τα γρμματα των φλων του συγγραφων. Αλλ ζει φτωχικ, γιατ τα χρματα που παρνει απ' τις διορθσεις κειμνων εναι ασμαντα. Δεν του περν καν απ' το μυαλ να πουλσει δικ του διηγματα. Αυτ τα γρφει κι στερα τα ξεχν στο συρτρι. τσι πρπει να κνει νας βικτωριανς αριστοκρτης που θεωρε τη λογοτεχνα ψιστο λειτοργημα. Δεν μποροσε να καταλβει πσο κακ κανε στον εαυτ του μ' αυτ τη νοοτροπα. Γιατ με την ανεδαφικ ταχτικ που ακολουθοσε, στερθηκε και την αναγνριση σο ζοσε, αλλ βλαψε και τον οργανισμ του. Ο διος ομολογε σ' να γρμμα του: "Ευτυχς, κατρθωσα να περιορσω τα αναγκαα προς το ζην". τρεμε στη σκψη μπως και τον κατηγορσουν τι γρφει για να ζσει. Κι τσι, μσα στην ψευδασθηση της πλασματικς ζως που δημιοργησε, σχεδν ερημτης, σχεδν αυτοεξριστος απ ναν κσμο που καθημεριν σκτωνε ,τι αυτς αγαποσε, ρχισε σιγ-σιγ να φθερεται και να φθνει. ταν νας γγλος τζντλεμαν σγουρα, αλλ δυστυχς μνο στα νειρ του.



    λ' αυτ τα χρνια γρφει συνχεια, λλοτε με γργορο ρυθμ, λλοτε με αργ. Μνο το 1929, απασχολημνος με τα προβλματα του διαζυγου του δε γρφει τποτα. Και ξαφνικ, κνει κτι παρξενο. Αρχζει να ταξιδεει. Πει στον Καναδ και σε μερικς παλις πλεις της Αμερικς. Αλλ' αυτ εναι μνο να σντομο ιντερμτζο στη μοναχικ ζω του. Γργορα ξαναγυρζει στο Πρβιντενς και συνεχζει πντα να ζει πως πριν. Βγανει μνο τις απογευματινς ρες για να δει κποιο φιλμ για να κνει ναν περπατο στα ερημικ δρομκια. Ολομναχος μσα στη σιωπ του. Γιατ ακμη και στο Πρβιντενς εχε πολ λγους φλους. Στο μεταξ κι σο περνει ο καιρς, η υγεα του λο και χειροτερεει. Εναι φυσικ. Καννας νθρωπος δεν μπορε να ζσει για πολ, φυσιολογικ, τργοντας μνο κονσερβαρισμνα φασλια λλα ττοια φτην φαγητ. Το πενιχρ του εισδημα μνο ττοια του επιτρπει ν' αγορζει. Θα νμιζε κανες τι επιδωξε την αυτοκαταστροφ του. σως γιατ πστευε τι ταν νας αποτυχημνος.
    Κι εχε δκιο να αισθνεται τσι. Οι οικογενειακς του κακοτυχες, ο αποτυχημνος του γμος, η στερημνη ζω του, η λλειψη αναγνρισης ως συγγραφα -σ' λη τη συγγραφικ ζω του γινε γνωστς μνο σ' να στεν κκλο λγων φλων του- κι η απογοτευση τι κυκλοφρησε μνον να μικρ βιβλο σο ζοσε, που μλις και μετ βας κλυψε τα ξοδ του -το βιβλο αυτ εναι The Shadow Οver Innsmouth, 1931- τον οδηγσανε στη πικρ, απαισιδοξη πστη του. Πρπει ββαια, να παραδεχτε κανες τι δεν εχε κι δικο. τανε πργματι τυχος. Και μ' αυτ τη θλψη θα πρπει ν' φησε τη τελευταα του πνο. Ο Χουαρντ Φλιπς Λβκραφτ πθανε στις 15 Μρτη 1937 το πρω, στο νοσοκομεο Τζιν Μπρουν Μεμριαλ απ καρκνο. ταν μνο 46 χρονν. Θφτηκε τρεις μρες αργτερα στον οικογενειακ τφο των Φλιπς στο κοιμητριο του Σουν Πιντ. Το θαμα, πως και σ' λλες ανλογες περιπτσεις συγγραφων που πθαναν γνωστοι για να γνουνε δισημοι στερα, ρθε μετ.



    ρχισε να γρφει απ παιδ, αλλ τα πρτα του κεμενα εναι ασμαντα. Στο βθος τους μως, διαφανεται ο σπρος του συγγραφα που θ' ανθσει αργτερα. Απ τα πιο παλι του διηγματα που θεωρονται εντελς αδξια, εναι The monster in the cave, 1905, και The Alchemist, 1908. Στα 16 εκδδει το The Rhode Island Journal of Astronomy εν παρλληλα γρφει γι' αστρονομικ θματα στη Tribiun του Πρβιντενς. Στη συνχεια, αρχζει ν' ασχολεται με τη φανταστικ λογοτεχνα, που τανε και το μεγλο του πθος, αλλ χωρς καμι επιτυχα. Και γι' αυτ, μετ το 1908, την εγκαταλεπει για να στραφε στη ρεαλιστικ. Η πεζογραφα κι η ποησ του μως, καρπο αυτς της στροφς, εναι πολ κακς, σημεινει ο κριτικς του Λιν Κρτερ. Το 1917, ξαναγυρζει στη φανταστικ λογοτεχνα και της αφοσινεται ως το τλος της ζως του.
    To The Tomb, 1917, να απ τα πρτα του διηγματα, εναι επηρεασμνο απ τον  Πε (1809-1849), εν το Dagon; γραμμνο τον διο χρνο, παρ* λο που εναι πιο προσωπικ, δεν παει ωστσο να 'ναι μνο μια αππειρα. To Polaris, το μοναδικ διγημα που γρφει το 1918, ελχιστα διαφρει σε ποιτητα απ τα διηγματα του προηγομενου χρνου. Περιγρφει το αρχαο πολικ βασλειο του Λομρ, που εναι μια απ τις πρτες ονειροχρες του. Το 1919, γνωρζει το συγγραφα που θα τον επηρεσει περισστερο και βαθτερα απ τον Πε, το λρδο Ντνσανι (1878-1957). Η ονειρικ και μαγικ ατμσφαιρα του Ιρλανδο συγγραφα κι η ευγενικ καταγωγ του τανε φυσικ να γοητψουνε το Λβκραφτ, που γρφει αμσως κιλας μσα στο 1919 4 διηγματα ντονα επηρεασμνα απ' αυτν, εναι τα: Beyond the Wall of Sleep, The Doom that came to Sarnath, The Statement of Randolph Carter, The White Ship.



    Αλλ και τα διηγματα του 1920 συνεχζουν να 'ναι επηρεασμνα απ τον Ντνσανι. Ο χρνος αυτς εναι παραγωγικς. Γρφει 8 διηγματα, που εναι τα: Arthur Jermyn (The White Ape), The Cats of Ulthar, χαραχτηριστικ δεγμα του τρπου που ο Λβκραφτ σκιαγραφοσε υπαινιχτικ το μακβριο σ' αυτς τις πρτες του αππειρες, Celephais (για μνα τον Πτροκλο, το κορυφαο των κορυφαων διηγημτων του), From Beyond, The Picture in the House, The Temple, The Terrible Old Man και The Tree. Στα κεμενα αυτς της περιδου θα συναντσει κανες και τα πρτα σμβολα της Μυθολογας Κθολου. Το διο παραγωγικ εναι και το 1921. Αρχζει με το διγημα The Moon-Bog. Ακολουθε το The Music of Erich Zann. To διγημα αυτ, παρ' λο που εναι επηρεασμνο απ τον Πε, χει δικ του φος και προσωπικτητα. Εναι απ τα λγα διηγματ του που εκφρζεται ο βαθτερος εαυτς του συγγραφα αλλ και το κοινωνικοπολιτικ του περιβλλον. Με βαθει μελαγχολα τραγουδ το χαμνο παρελθν και τις κομμνες ρζες απ' αυτ. To The Nameless City θεωρεται το 1ο διγημα απ' τον κκλο της Μυθολογας Κθολου κι εναι βασισμνο σ' νειρ του. Ο φανταστικς τρελς ραβας ποιητς Αμπντολ Αλχαζρντ, που γραψε το βλσφημο Νεκρονομικν, κνει εδ τη 1η του εμφνιση. Το αραβικ αυτ νομα εναι να ψευδνυμο που χρησιμοποιοσε ο Λβκραφτ παιδ, γοητευμνος απ' τις Χλιες και μια Νχτες. Στο 1921 ανκουν τα παρακτω διηγματα: The Other Gods, The Outsider, The Quest of Iranon και το Herber West: Reanimator, που εναι μια παραλλαγ του φρανκεστανικο θματος.



    Το 1922, γρφει το The Hound, που θεωρεται η 2η ιστορα Κθολου, το Hypnos και το The Lurking Fear. To 1923, γρφει το The Festival· εναι η 3η ιστορα Κθολου. To The Rats in the Walls θεωρεται απ τα πιο τρομαχτικ διηγματ του. Βασζεται στις πανρχαιες φρυγικς τελετουργες ανθρωποφαγας. Τα μουχλιασμνα υγρ υπγεια ενς αρχαου σπιτιο, με τ αηδιαστικ τρωκτικ να περιφρονται χαρχαλεοντας μσα σε μια αποτρπαιη ατμσφαιρα που αποπνει αποστροφ κι αποσνθεση, καθιστονε το διγημα μια απ τις ωραιτερες ιστορες τρμου. Το 1924, γρφει το Imprisoned with the Pharaohs και το The Shunned House. To 1925, γρφει το He, το The Horror at Red Hook, που εκφρζει, την απχθει του για τη Ν.Υρκη και το In the Vault.
     To 1926 εναι απ τις πιο δημιουργικς περιδους του Λβκραφτ. Αρχζει με το The Call of Cthulhu. Η νουβλα αυτ αποτελεται απ 3 διαφορετικ διηγματα, που επ μρους στοιχεα τους αλληλοσυνδονται αποτελντας μια πλρη εντητα. Το 1ο, εναι το The horror in clay, αναφρεται σ' να πλινο πλακδιο με περεργα ιερογλυφικ και σ' να ειδλιο απασιου τρατος. Στο 2ο το The tales of inspector Legrasse, ο επιθεωρητς Λεγκρς αφηγεται τη σλληψη μιας θρησκευτικς ομδας, που σε κποια ερημικ τοποθεσα της Ν. Ορλενης εκτελοσε μια μυστηριδη τελετουργα γρω απ να γαλμα που εχε τα χαρακτηριστικ του ειδλου του προηγομενου διηγματος. Το 3ο, The madness from the sea, περιγρφει να φοβερ νησ με κυκλπεια τεχη που αναδθηκε απ' τη θλασσα. Η πλη του νησιο εναι η μυθικ Ρ'λε και το τρας που βρσκεται παγιδευμνο σ' αυτ και που 'χει τα χαρακτηριστικ των αγαλμτων των προηγομενων διηγημτων εναι ο περφημος Κθολου. To The Call of Cthulhu αναδεχνει τη μαεστρα του να παγιδεει τον αναγνστη και να τον οδηγε σταδιακ στην ανησυχα δημιουργντας του τη ψευδασθηση της αληθοφνειας. Για να το πετχει χρησιμοποιε πλθος στοιχεα. Το δημοσιογραφικ φος, που πιστεει τι εναι το μνο κατλληλο να περιγρψει αληθιν γεγοντα. Αναφροντας ακμη φανταστικ βιβλα, το Νεκρονομικν; καθαρ φανταστικ βιβλο, ανμεσα σ' λλα υπαρκτ, πως το The Golden Bough του Τζιμς Φριζερ (1854-1941) το The Witch-Cult in Western Europe της Μργκαρετ Μρε (1862-1963), πως επσης κι αποκμματα εφημερδων της εποχς του, καταφρνει να προσδσει στο διγημ του μιαν λλη γεση αυθεντικτητας. Ο αναγνστης τρομζει με τη φρκη που παραμονεει τον ρωα κι χι γιατ τρομζει ο ρωας, που αθος συνθως, δεν μπορε να φανταστε τι τον περιμνει. Αυτ το στοιχεο, που αργτερα πολλο θα προσπαθσουν να μιμηθον, εναι και η μεγλη δεξιοτεχνα του. Στη πλοσια σοδει του 1926 ανκουν επσης το Cool Air, το Pickman's Model, το The Silver Key και το The Strang High House in the Mist. Τα 2 τελευταα εναι και πλι επηρεασμνα απ το ονειρικ κλμα του Ντνσανι.



    Το 1927, ο Λβκραφτ γρφει μια απ τις ωραιτερες νουβλες του, το The Colour out of Space. Κτι γνωστο, μυστηριδες, ανεξγητο, κτι ζωνταν μως, σως μια εξωανθρπινη ονττητα, ρχεται απ' τα βθη του διαστματος και πφτει σε μια ρημη περιοχ. στερ' απ λγο ολκληρη αυτ η περιοχ θ' αρχσει να φρεται παρξενα. Οργανικ κι ανργανα στοιχεα της μοιζουνε στοιχειωμνα, η φση ολκληρη μοιζει να μην υπακοει στους φυσικος νμους. Εναι απ τα λγα διηγματα του Λβκραφτ που η συγγραφικ του δειντητα εκτθεται σ' λη της την ομορφι. Κατ κποιο περεργο τρπο, το διγημα υποβλλει τη σγχρονη ατομικ εποχ, αλλ περιχει και κτι ακμα, τον αινιο τρμο του ανθρπου που χει συνειδητοποισει την ασημανττητα του μσα στο χος που τον περιβλλει. Ο Λβκραφτ δεχνει τρα καθαρ πως χει καταχτσει τα εκφραστικ του μσα, χει μορφσει να προσωπικ φος και καταφρνει, χι πντα ββαια, να υποτσσει τις εμπνεσεις του σε μια πιο αρχιτεκτονημνη σνθεση. Το διο συμβανει και στο μυθιστρημ του The Case of Charles Dexter Ward, γραμμνο στα τλη του 1927 και στις αρχς του 1928, που περιγρφει τη περπτωση του... βλσφημου συγγραφα Μπορλους, που χει ανακαλψει το μυστικ της ανστασης των νεκρν. Για το μυθιστρημα αυτ, αλλ και για το The Shadow out of Time (1934), ο κριτικς και συγγραφας Κλιν Ουλσον (1931-) γρφει τι αυτ τα 2 ργα φτνουν οπωσδποτε στο ψος του κλασσικο πρτυπου μιας καλς ιστορας φρκης, εν 12 λλα ργα του ασφαλς αξζει να επιζσουν.
    Το 1928, γρφει το The Dunwich Horror, που θεωρεται κι αυτ απ' τα καλλτερα του. Με το δικ του χαρακτηριστικ τνο και τρπο σχεδιζει τη μυστηριδη, μυθικ περιοχ του Ντνγουιτς, που βρσκεται κπου στη Μασαχουστη, και τυλγει με ανησυχητικ αβεβαιτητα κι αδιρατο φβο το μοναχικ σπτι των Γουτλι. Τα τρατα περιμνουν κι εδ αθατα στο πσω σκοτδι, τοιμα να επιτεθον μλις τους δοθε η κατλληλη ευκαιρα ταν καλλιεργηθε το δαφος. Τελικ θα εξοριστον αλλ δε θα καταστραφον. Πανσχυρα κι αθνατα σαν τον νθρωπο, μια κι εναι λογοτεχνικς προβολς του ανθρπινου υποσυνεδητου, θα υποχωρσουν για να ετοιμσουνε ξαν την επμενη επθεσ τους. Τα στοιχεα της μυθολογας Κθολου πληθανουν εδ κι αποχτον μια κποια στω και ρευστ μορφ. Το Νεκρονομικν ξανακνει τη θριαμβευτικ εμφνισ του, γνεται και πλι λγος για το Κθολου, την ονειρικ πλη Καντθ κι εμφανζεται μια καινοργια θετητα, η Σουμπ-Νιγκουρθ. Ο Λβκραφτ πως συνηθζει στα περισστερα ργα του, αφνει για τις τελευταες γραμμς τη ξαφνικ λση, που φροντζει να 'ναι ττοια στε να δημιουργε να τρομαγμνο ξφνιασμα κι αφο προηγουμνως χει οδηγσει σ' αυτ μ' ναν αριστοτεχνικ μαιανδρικ δρμο τον αναγνστη του.



    Στο διο περπου κλμα κι ατμσφαιρα κινεται και το The Whisperer in Darkness, το μοναδικ ργο που γραψε το 1930. Πολλο
μελετητς του τοποθετον το διγημα αυτ ανμεσα στα κορυφαα του. Εδ γνεται λγος για τους τερατμορφους Μεγλους Παλαιος και για τις προσπθεις τους να ξαναεισβλουνε στη γη. Ο αναγνστης ζει το αββαιο, ανατριχιαστικ, κλειστοφοβικ κλμα του υπαινιχτικο τρμου που διαποτζει τη σχεδν «γοτθικ» ατμσφαιρα φορτζοντς την και που πυκννει σταδιακ δημιουργντας μια ασφυχτικ, αποπνιχτικ νταση γχους ως το απροπτο τλος, που αφνει μως, πντα μια υποψα ανσυχης συνχειας. Στο διγημα εντοπζονται στοιχεα δανεισμνα απ λλους συγγραφες, που τα κεμεν τους διρθωνε ο Λβκραφτ. Τρα τα ενσωματνει στη δουλει του πλουτζοντας τσι τη μυθολογα του. To Whisperer εναι επηρεασμνο απ' το μυθιστρημα του Ρμπερτ Τσιμπερς (1865-1933), The King in Yellow, αλλ τρα η επδραση χει χωνευτε κι αφομοιωθε τσο δημιουργικ, απλυτα και τλεια στε μνο τα ονματα των ηρων να θυμζουνε τη προλευσ του.
    Δυο απ' τα πιο αντιπροσωπευτικ του ργα, το The Shadow over Innsmouth, και το At the Mountains of Madness, εναι γραμμνα το 1931. Στο 1ο περιγρφει το μισοερειπωμνο και θλιβερ λιμνι του ννσμουθ και τους τερατδεις ιχθυμορφους κατοκους των βυθν που εννονται με τους ανθρπους γεννντας τρατα, τους αυριανος σως κατοκους της γης. Σε καννα λλο διγημα δεν καταφρνει να περιγρψει τσο πετυχημνα τη μελαγχολικ ρημη, γκρζα ατμσφαιρα του ννσμουθ, πως το κνει εδ. Διαφορετικ εναι το κλμα κι η ατμσφαιρα της 2ης νουβλας. Πρ' απ τους πγους της Αρκτικς βρσκονται τα τερατδη, γιγντια ερεπια των Μεγλων Παλαιν, που ανακλονε το μγεθος των πανρχαιων κατοκων τους. Μια επιβλητικ ατμσφαιρα υποψας για κτι αδιρατο και τρομερ που σε παρακολουθε με αρατα δεια μτια απ παντο, στοιχεινει ολκληρο το ργο. Ο τρμος μορφος, απρσωπος και συγκεχυμνος, πως σ' ναν εφιλτη, μοιζει να καραδοκε και να παραμονεει συσπειρωμνος σε κθε γωνι σκι σιωπ του εξουθενωτικο αυτο χρου. Η ασημανττητα των ντων αλλ παρλληλα και η δυναμικτητ τους, το πθος τους για παρξη κι η πλη τους να πετχουνε το ακατρθωτο και να ερευνσουν το γνωστο, παρουσιζεται εδ, μσα σε μια ατμσφαιρα μεγαλοπρπειας και δους. Μες απ' αυτ το αριστοργημα ο Λβκραφτ κατορθνει επσης να συλλβει και την ιδα της εξελιχτικς ανδου και πτσης των πολιτισμν. Στο At the Mountains of Madness, υπρχει νας μακρινς απηχος απ' τον Αρθουρ Γκρντον Πυμ, του Πε κι απ' το First and Last Men, του λαφ Στπλεντον (1886-1950), αλλ εναι μνο νας απηχος. χει αφομοισει πλον εντελς τα διδγματα των δασκλων, τσι που να μη διακρνεται καθλου η
επιρρο τους.



    Το 1933, ξαναγρφει 2 ντανσανικ διηγματα, το The Dreams in the Witch-House και το Through the Gates of the Silver Key. To 1933, γρφει μνον να διγημα χωρς ιδιατερες αξισεις, το The Thing on the Doorstep, που ανκει στον κκλο της μυθολογας Κθολου. To The Shadow out of Time, που γρφτηκε το 1934, θεωρεται το σπουδαιτερο λογοτεχνικ κατρθωμ του. Η διγηση προσπαθε να χει κτι το τιτανικ, κι ως να σημεο το κατορθνει- κι η περιγραφ των κοσμικν πολιτισμν εναι εντυπωσιακ. Η δημιουργικ φαντασα του στο ργο αυτ στοχεει σε απθανα ψη. Το 1935, γρφει το In the Walls of Eryx, που εναι και το μοναδικ διγημα επιστημονικς φαντασας του Λβκραφτ. To The Haunter of the Dark εναι το τελευταο διγημα που γραψε πνω στη μυθολογα Κθολου. Αναφρεται στο Λαμπερ Τραπεζεδρο, να λατρευτικ αντικεμενο που προρχεται απ' το μυστηριδη, σκοτειν πλαντη Γυογγθ -τσι ονμαζαν οι Μεγλοι Παλαιο τον πλαντη Πλοτωνα- και σχετζεται με τη λατρεα του θεο Νυαρλαθοτπ, που εναι βασικς πρωταγωνιστς στη μυθολογα Κθολου. To The Evil Clergyman, να μλλον ασμαντο διγημα, που βρθηκε το 1937 στα χαρτι του, μετ το θνατο του, θεωρεται και το κκνειο σμα του.
    γραψε ακμα την πολ ενδιαφρουσα μελτη Supernatural Horror in Literature, που πρωτοδημοσιετηκε το 1927 στο περιοδικ The Hermit και τη ποιητικ συλλογ The Fungi from Juggoth, που εναι μια τυχη απομμηση της ποιητικς του Πε. Μερικ ποιματα της συλλογς ξεχωρζουν, αλλ γενικ η ποιητικ του αππειρα θεωρεται αποτυχημνη, Η λογοτεχνικ εργασα του δεν γινε αμσως γνωστ γιατ δημοσιετηκε κυρως στα λακ περιοδικ της εποχς του, που εχανε περιορισμνη κυκλοφορα κι ορισμνο κοιν. λα σχεδν τα διηγματα του κι οι νουβλες του δημοσιετηκαν στο περιοδικ Weird Tales, που εκδθηκε 1η φορ το 1923, δνοντας θηση στη φανταστικ λογοτεχνα. Μες απ τις σελδες του γιναν γνωστο πρα πολλο συγγραφες, πως ο Χνρι Γουιτχεντ (1882-1932), ο Κλαρκ στον Σμιθ (1892-1961), ο Φρανκ Μπλκναπ Λονγκ (1903-), ο Ρμπερτ Χουαρντ (1906-1936), ο Καρλ Γικομπι (1908-), ο Φριτς Λιμπερ, ο Ρμπερτ Μπλοχ, ο Ρι Μπρντμπερι, και πολλο λλοι. Λιγτερα διηγματ του δημοσιετηκαν στα περιοδικ Amazing Stones, που πρωτοκυκλοφρησε το 1926, και στο Astounding Science Fiction, που εκδθηκε 1η φορ το 1930.
     Η τελευταα 10ετα της ζως του ταν η πιο παραγωγικ. Σε τοτη γραψε τα περισστερα και καλτερα του μυθιστορματα. Παρλαυτ, αντ να πλουτανει, φτχαινε κι αναγκαζτανε χρονι τη χρονι, να ζει λο και πιο οικονομικ. Επηρεστηκεν επσης κι απ την αυτοκτονα του Robert E. Howard (συγγραφα του Κναν) κι λ' αυτ εχαν αποτλεσμα να του διαγνωστε υποσιτισμς και καρκνος του εντρου, το 1936. Κοντοζυγνοντας ο θνατος, συνειδητοποησε τη γυμν αλθεια, τι το ργο του τανε καταδικασμνο να ξεχαστε. Κι αυτ γιατ παρ τη πρσκαιρη επιτυχα και τις πωλσεις, δεν εχε εκδσει ποτ πραγματικ βιβλο στη ζω του (εκτς απ το βεβιασμνο και ωμ Η Σκι πνω απ το νσμουθ)! Οι 60 ιστορες και τα τσα δοκμια και ποιματ του τανε διασκορπισμνα σε μια σειρ λογοτεχνικν και παραλογοτεχνικν περιοδικν και πστεψε πως θα τα κλυπτε λα η λθη. Μχρι ττε ββαια ο καρκνος που καττρωγε τα ντερ του εχε προχωρσει τσο που τποτα δεν μποροσε να γνει. Αρχιν να υποφρει απ εφιλτες και μια σπνια ευαισθησα στο κρο κι αγκομαχε να βγλει τον χειμνα του 1936-1937, ταν ο ανεπωτος πνος θα τον αναγκσει τελικ να μπει στο νοσοκομεο τον Μρτη του 1937, που κι φησε την τελευταα του πνο 5 μρες αργτερα, στις 15 του διου μνα. ζησε χωμνος βαθι σε μιζρια κι απραντο πνο, για να περπου ολκερο τος. Στις 15 Μρτη 1937 πεθανει στη Providence και θβεται στο Swan Point Cemetery, μλις 47 ετν!



     Αλλ αν εναι σμερα γνωστς, αν μελετον το φος του, τη θεματικ του, τον εσωτερικ προβληματισμ του και τη λογοτεχνικ του ποιτητα, αν τον αποκαλον ρχοντα της φαντασας, μοναδικ δεξιοτχνη στο χειρισμ του μακβριου, δσκαλο στο σχεδασμα της ατμσφαιρας υπερφυσικο τρμου, κι αν χει μεταφραστε σε δδεκα τουλχιστον γλσσες και θεωρεται νας απ τους μεγαλτερους συγγραφες της Αμερικς, αυτ οφελεται στην αγπη ενς ανθρπου, του συγγραφα γκαστ Ντρλεθ (1909-1971). Ο Λβκραφτ ταν μανιδης αλληλογρφος —του αποδδονται τουλχιστον 100.000 γρμματα, μερικ φταναν τις 60 μχρι 70 σελδες -κι αλληλογραφοσε με πολλος φλους του συγγραφες. νας απ' αυτος τανε κι ο γκαστ Ντρλεθ. τσι, 2 χρνια μετ το θνατο του, ο Ντρλεθ που τον λτρευε και τον πστευε, μαζ με τον Ντναλντ Γουντρε (1908-) δημιουργσανε τον εκδοτικ οκο ρκαμ (εναι το νομα μιας φανταστικς πολιτεας στη Μασαχουστη κι αυτ λογοτεχνικ δημιοργημα του Λβκραφτ) για να δημοσιεσουν αποκλειστικ τα ργα του. τσι, χρη στην αγπη και την επιμον του Ντρλεθ, οι κριτικο κι ο κσμος ρχισαν να προσχουν αυτ τον τσο πρωρα κι δικα χαμνο συγγραφα, κτι ανλογο γινε και με τη περπτωση του Φραντς Κφκα (1883-1924), που σωθκανε τα ργα του χρη στο φλο του Μαξ Μπορντ.
    Σμερα χαρει παγκσμιας φμης και τοποθετεται δπλα στον Πε, αν κι ορισμνοι τον θεωρον αντερο του. Ανεξρτητα αν ποτ αυτ αποδειχτε χι, να εναι ββαιο, τι φερε μια να πνο στη φανταστικ λογοτεχνα κι σως στη λογοτεχνα γενικτερα. Επηρεασμνος απ' την αγγλοσαξωνικ λογοτεχνα, κυρως του 18ου αι., που της τανε φανατικς λτρης, απδειξη τι προσπθησε να μιμηθε το γοτθικ φος της, κατφερε να τη ξεπερσει τελικ και να δημιουργσει δικ του, εντελς προσωπικ στυλ. Πολλο κριτικο θεωρονε το γρψιμο του εξεζητημνο, βαρ, δσκαμπτο, δυσκνητο, περτεχνο και πομπδες. Αντθετα, λλοι το θεωρον μοναδικ, πρωττυπο, πλοσιο σε ποικιλα λξεων -πως κι εναι εξλλου- γοητευτικ μπαρκ και πρτυπο γραφς. Το 1945, νας απ τους πιο δηλητηριδεις Αμερικανος κριτικος, ο ντμουντ Ουλσον γραφε: "Ο Λβκραφτ δεν ξρει πς να χειρζεται τη πννα. Το γεγονς τι το πολυλογδικο κι εξεζητημνο φος του συγκρνεται απ μερικος με κενο του ντγκαρ λαν Πε, φανερνει απλ τι καννας πια δε ξρει τι πει να πει καλ γρψιμο". Ο Ισακ Ασμοφ επσης τονε χαρακτηρζει κομπλεξικ, ρρωστο, αλαζονικ, χλευαστ κι εχθρ της ζως, ναν εραστ που δε βρκε ποτ το αντικεμενο της αγπης του ναν ανξιο να προσφρει αγπη, να διανοομενο που κρυβτανε πσω απ τις χιμαιρικς επιστολς του.
    Αντθετα, ο Ελβετς κριτικς Μισλ ντε Γελρντ τονε θεωρε ως ναν απ τους 4 μεγαλτερους συγγραφες της Αμερικς. Οι λλοι 3, κατ τον Γελρντ, εναι ο ντγκαρ λαν Πε, ο μπροουζ Μπιρς (1842-1914) κι ο Ουλτ Ουτμαν (1819-1892). Ο Ισπανς δοκιμιογρφος Χοσ Λους Γκαρσα τονε τοποθετε ανμεσα στους 10 μεγαλτερους συγγραφες λων των εποχν. Ο Ζαν Κοκτ (1889-1963) τονε θαυμζει και τονε πιστεει βαθι κι ο μεγλος Αργεντικς συγγραφας Χρχε Λους Μπρχες (1889-1986) γρφει να λαβκραφτικ διγημα και το αφιερνει στη μνμη του, εν ο Πολωνς μελετητς του, Μαρκ Γουντματς γρφει τι ο Λβκραφτ κατορθνει να δημιουργε πυκνς εντυπσεις με την εισαγωγ του φοβισμνου αφηγητ, ενς συνηθισμνου δηλαδ ανθρπινου πλσματος που αντανακλ και πολλαπλασιζει τον τρμο στον οποο εναι μρτυρας ο διος, αλλ του εναι αδνατο να πιστψει σ' ναν λλο κσμο τσο απασια διαφορετικ απ' το συνηθισμνο.



    Πντως μως, ετε παραδχεται κανες το Λβκραφτ ετε τον απορρπτει, εναι αδνατο να τον αγνοσει, ακμα κι αν το θλει. Γιατ δημιοργησε σχολ, που τα λογοτεχνικ κλαδι της φτνουν μχρι τις μρες μας. Κτι που οι κριτικο, ιδως οι πολμιοι του, συνθως κοντφθαλμοι, δεν μπορον να αντιπαρλθουν αλλ κι αδυνατον να εξηγσουν. Βαθς γνστης της ευρωπακς κι αμερικανικς λογοτεχνας, ο Λβκραφτ ταν επσης και μοναδικς κτοχος της παγκσμιας μυθολογας, πργμα που τονε βοθησε να δημιουργσει τη δικ του μυθικ γεωγραφα και τη δικ του περφημη συνθετικ μυθολογα Κθολου. Εξηγντας ο διος το ργο του γρφει: "λες μου οι ιστορες, αν κι ασνδετες μεταξ τους, βασζονται στην ιδα τι ο κσμος μας κποτε εχε κατοικηθε απ μια λλη φυλ πλασμτων, που επειδ ασχολθηκε με τη μαρη μαγεα, διχτηκε απ' τη γη κι εξορστηκε κπου μακρι στο Απτερο Διστημα. Εκε ζει και περιμνει την ευκαιρα να ξανρθει".

     Ο τφος του φρει γκρφιτι με τη φρση απ το ργο του The Call Οf Cthulhu:


    Νεκρς δεν εναι αυτς
          που αινια μνημονεεται,

             και με παρξενους καιρος
                  ακμα κι ο θνατος μπορε να πεθνει
.

___________________________________________________________
___________________________________________________________

                           Το Χρμα Απ' Το Διστημα

     Στα δυτικ του 'Αρκαμ οι λφοι αγριεουν και βρσκεις κοιλδες πυκν δασωμνες που δεν τις περαξε ποτ τσεκορι. Και σκοτεινς, απτομες χαρδρες που τα δντρα τις σκαρφαλνουν με τους πιο φανταστικος τρπους κι που κελαρζουν ρυκια που δεν εδαν ποτ το σπθισμα του λιου. Στις ομαλς πλαγις βλπεις πολυκαιρισμνες φρμες, δεμνες με το τοπο, χαμηλ σπτια σκεπασμνα με λειχνες, που κθονται στ' απνεμα και στοχζονται χωρς τελειωμ τα παλι μυστικ της Νας Αγγλας. λες εναι τρα ρημες. Οι χοντρς καμινδες καταρρουν κι οι ξυλδετοι τοχοι φουσκνουν επικνδυνα κτω απ τις χαμηλς σαμαρωτς σκεπς.
     Οι παλιο φυγαν και στους ξνους δεν αρσει να ζουν εδ. Οι Γαλλο-Καναδο κι οι Ιταλο προσπθησαν μταια, οι Πολωνο ρθαν κι φυγαν. χι γιατ εδαν κουσαν πιασαν τποτα, αλλ για κτι που ανκει στο βασλειο της φαντασας. Ο τπος τη διεγερει νοσηρ και τις νχτες τα νειρα γνονται ανσυχα. Αυτ θα 'ναι που διχνει τους ξνους, γιατ ο γρο Αμι Πιρς ποτ δεν επε τποτα για σα θυμται απ 'κενες τις παρξενες μρες. Ο Αμι, που χρνια τρα τα χει κπως χαμνα, εναι ο μνος που μεινε και που μιλ καμι φορ για ττε. Και το τολμ γιατ το σπτι του εναι κοντ στην ανοιχτωσι και στους δρμους που ακολουθον οι ταξιδιτες γρω στο 'Αρκαμ.
     Παλιτερα νας δρμος καβαλοσε τους λφους, γεφρωνε τις κοιλδες κι βγαζε σια εκε  που εναι τρα το «καμνο χρσωμα», μως ο κσμος σταμτησε να τον χρησιμοποιε κι ανοχτηκε καινοριος, που κνει μεγλη βλτα προς το νοτι. Ανμεσα στ' αγριχορτα που ξαναγρισαν μπορες να βρεις σημδια του παλιο και θα υπρχουν ακμα και ταν τα βαθουλματα σκεπαστον απ τα νερ της καινοριας δεξαμενς. Ττε τα σκοτειν δση θα ξεκληριστον και το καμνο χρσωμα θα κοιμηθε κτω απ τα γαλζια νερ που θα καθρεφτζουν τον ουραν και θα ρυτιδνουν στον λιο. Και τα μυστικ των παρξενων ημερν θα γνουν να με τα μυστικ του βυθο. να με τους χαμνους θρλους των γρικων ωκεανν και με το μυστριο της πρτης γης.
     ταν ανβηκα εκε για να επιστατσω τη θση των ργων, μου επαν τι στο μρος φλιαζε το κακ. Μου το επαν στο 'Αρκαμ κι επειδ η πλη αυτ εναι πολ παλι και γεμτη θρλους για μγισσες νμισα πως το κακ θα εναι κτι σαν αυτ που σιγοψιθυρζουν οι γιαγιδες στα παιδι εδ και εκατοντδες χρνια. Το νομα «καμνο χρσωμα» μου φαινταν κακγουστο και θεατρικ και αποροσα πς βρκε θση στο φολκλρ ενς κσμου πουριτανικο. Κατπιν εδα με τα μτια μου τις απτομες ρχες και τις σκοτεινς χαρδρες στα δυτικ και σταμτησα ν' απορ. μεινε και σε μνα μνο η ασθηση του παλιο μυστριου. ταν πρω αλλ εδ εχε πντα μισφως. Τα δντρα ταν πολ πυκν, οι χοντρο κορμο τους δεν ταριαζαν στα συχα δση της Νας Αγγλας. Ανμεσ τους ταν παραπανσια σιωπ κι νιωθες το χμα κτω μαλακωμνο απ την ταγκ λειχνα και τα απολειφδια πειρων χρνων σαπλας.
     Στις ανοιχτωσις, κυρως κατ μκος του παλιο δρμου, βλεπες μικρς φρμες στις πλαγις. Κποτε μ' λα τα κτσματα ρθια, κποτε μ' να μνο και μερικς φορς μια μοναχικ καμινδα μισομπαζωμνα κελρια. Εδ βασλευαν τα ρεκια και τα  αγριχορτα  και μες στη βλστηση σορνονταν φευγαλα γρια πλσματα. λα τα σκπαζε μια ανησυχα κι να πλκωμα. Μια ασθηση εξωπραγματικ και γκροτσκα, λες κι απ την προοπτικ το κιαροσκορο εχε χαθε κποιο ζωτικ στοιχεο. Δεν απρησα που φευγαν οι ξνοι, γιατ αυτς δεν ταν τπος να κοιμηθες. Παραμοιαζε με τοπο του Σαλβατρ Ρζα, με απαγορευμνη ξυλογραφα σε ιστορα τρμου.
     Αλλ το χειρτερο ταν το καμνο χρσωμα. Το κατλαβα μλις πτησα το πδι μου εκε, στο βθος μιας απλχωρης κοιλδας. Σε ττοιο πργμα δεν μποροσε να ταιριξει λλο νομα - το αντστροφο. Λες και ο ποιητς εχε τορνψει τη φρση χοντας αυτ ειδικ το μρος μπροστ του. Πρπει, σκφτηκα καθς το κοταζα, να το 'φτιαξε τσι η φωτι.  Αλλ γιατ να μην ξαναφυτρσει τποτα σ' αυτ τα πντε εκτρια γκρζας ερημις που ανογονταν προς τον ουραν σαν μια μεγλη βολα που κατφαγαν δυνατ οξα απ το δσος και τα χωρφια; Το μεγαλτερο μρος του τν στα βρεια του παλιο δρμου, αλλ να μικρ κομμτι περνοσε κι απναντι.
     Καθς το πλησαζα νιωσα παρξενους δισταγμος και τελικ το δισχισα μνο και μνο γιατ το απαιτοσε η δουλει μου. Δεν υπρχε χνος βλστησης σ' λο το πλτωμα, μονχα μια ψιλ σκνη στχτη που λες κι ο νεμος δεν την παρσερνε. Τα δντρα εκε κοντ ταν ρρωστα και στην περιφρεια σπιζαν νεκρο κορμο. Καθς βδιζα βιαστικ εδα στα δεξι μου πτρες και τοβλα απ μια παλι καμινδα, χνη κελαριο και το μαρο χασμουρητ ενς παρατημνου πηγαδιο που οι στσιμοι ατμο που το τλιγαν παιζαν παρξενα παιχνδια με τις αχτδες του λιου. Ακμα κι η απτομη, σκοτειν, δασωμνη ανηφορι πιο πρα φαινταν μπροστ του καλδεχτη και πια δεν αποροσα με τα φοβισμνα μουρμουρητ των κατοκων του Αρκαμ. Εδ κοντ δεν βλεπες λλο σπτι ερεπιο. Ακμα και παλι το μρος θα 'ταν μοναχικ κι απμακρο. Και το δειλιν, απ φβο μπως ξαναπερσω το δυσοωνο σημεο, κανα κκλο και γρισα στην πλη απ το δρμο του νοτι. Και σαν να θελα να μαζευτον σννεφα, γιατ εχε τρυπσει στην ψυχ μου νας βαθς φβος για το βαθ σκοτδι του δειου ουρανο.
Το βρδυ ρτησα μερικος γρους στο Αρκαμ για το «καμνο χρσωμα» και τι σμαινε η φρση «παρξενες μρες» που σιγομουρμοριζαν στα κλεφτ τσο πολλο. Ωστσο δεν παιρνα καθαρ απντηση, παρ πως το μυστριο ταν πολ πιο πρσφατο απ' σο νμιζα. Δεν ταν παλις θρλος αλλ κτι που το 'ζησαν οι συνομιλητς μου. Εχε συμβε κατ το '80 και κποια οικογνεια εχε εξαφανιστε ξεκληριστε.
     Δεν θελαν να μιλσουν πιο συγκεκριμνα και καθς λοι μου 'λεγαν να μη δσω σημασα στις τρελς ιστορες του γρο Αμι Πιρς, το λλο πρω βγκα σε αναζτησ του. Εχα ακοσει πως ζοσε μνος στο αρχαο γερμνο σπιτκι, εκε που τα δντρα αρχζουν να πυκννουν υπερβολικ. Το μρος ταν τρομερ παλι, εχε αρχσει να αναδνει την αμυδρ εκενη μιασμνη μυρωδι που τυλγει τα πολυχρονισμνα σπτια. Χτυποσα ρα πολλ σπου να με καταλβει ο γρος, και ταν σρθηκε δειλ ως την πρτα εδα καθαρ τι δεν του 'κανε χαρ να με δεχτε. Δεν ταν και τσο εξασθενημνος' αλλ τα μτια του γερναν μ' να περεργο τρπο και τα ακατστατα ροχα του και τα σπρα γνια του τον δειχναν πολ πεσμνο.
     Μη ξροντας πς να τον καταφρω να μου τα πει, προσποιθηκα πως εχα ρθει για δουλει, του επα για την υδατοδεξαμεν κι ρχισα να του κνω αριστες ερωτσεις για τη περιοχ. ταν πολ πιο ξυπνος και μορφωμνος απ' σο με εχαν αφσει να πιστεω και πριν καλ-καλ το καταλβω εχε μπει στο νημα περισστερο απ κθε λλον με τον οποο εχα μιλσει στο Αρκαμ. Δεν ταν σαν τους λλους αγρτες της περιοχς. Οτε και διαμαρτυρθηκε για τα δση και τη γη που θα σκεπζαμε' αν και σως να το κανε αν ταν το σπτι του στην καταδικασμνη περιοχ και δεν μενε ξω απ τα ρια της μελλοντικς λμνης. Το μνο που δειξε ταν ανακοφιση' ανακοφιση για το χαμ των σκοτεινν κοιλδων που εχε περιπλανηθε σ' λη του τη ζω. Καλτερα κτω απ το νερ -καλτερα, μετ απ τις αλλκοτες εκενες μρες. Και μ' αυτν την αρχ η φων του χαμλωσε, το κορμ του γειρε μπροστ κι ρχισε να τεντνει το δεξι δεκτη του τρεμουλιαστ αλλ επιβλητικ.
     τσι κουσα την ιστορα και καθς η φων του πλανιταν, βραχν και ψιθυριστ, απ επεισδιο σε επεισδιο, ργησα ξαν και ξαν κι ας ταν καλοκαιριτικη μρα. Πολλς φορς χρειστηκε να τον ξαναφρω στον τορ της ιστορας, να εξακριβσω επιστημονικ σημεα που τα εχε παπαγαλσει κομματιαστ απ τις κουβντες των καθηγητν να γεφυρσω τα σημεα που χανταν η συνοχ και η λογικ της αφγησης. ταν τλειωσε, δεν αποροσα πια που το μυαλ του εχε κουνηθε λιγκι που ο κσμος στο Αρκαμ δεν πολυμιλοσε για το καμνο χρσωμα. Βιστηκα να γυρσω στο ξενοδοχεο πριν νυχτσει, μη θλοντας να με βρουν τα στρα στο δρμο και την λλη μρα γρισα στη Βοστνη και παραιτθηκα. Δεν μποροσα να ξαναγυρσω σ' αυτν το θολ δαδαλο των δασωμνων λφων ν' αντικρσω ξαν το καμνο χρσωμα με το μαρο πηγδι που χασκε πλι στα ερεπια. Σε λγο η δεξαμεν θα εναι τοιμη κι λα τα παλι μυστικ θα ασφαλιστον για πντα κτω απ τα νερ. Αλλ και ττε δε θα 'θελα να πω εκε νχτα -χι σο φεγγαν τα τρομερ στρα' και με τποτα δε θα 'πινα πια το καινοριο νερ της πλης του 'Αρκαμ.
     'Αρχισαν λα, επε ο γρο Αμι, με το μετεωρτη. Απ  την εποχ των μαγισσν ως ττε δεν εχε ακουστε τποτα, κι ακμα και τη παλι κενη εποχ κανες δε φοβταν τα δυτικ δση σο το μικρ νησ στο ποτμι Μισκατνικ, που ο διβολος εχε την αυλ του πλι  σ' να περεργο πτρινο βωμ παλιτερων κι απ τους διους τους Ινδινους. Τα δση δεν ταν στοιχειωμνα και η αχλ τους δεν ταν ποτ τρομερ πριν ρθουν  οι παρξενες μρες. Ττε ρθαν εκενο το σπρο σννεφο, η αλυσδα των εκρξεων στον αρα και η στλη του καπνο στο δσος. Κι ως τη νχτα λο το Αρκαμ ξερε για τον μεγλο σπρο βρχο που πεσε απ τον ουραν και χθηκε στο χμα πλι στο πηγδι, στη φρμα ου Νχουμ Γκρντνερ. Εκενου εναι το σπτι που στκει εκε που βρσκεται τρα το καμνο χρσωμα -το μορφο σπρο σπτι του Νχουμ Γκρντνερ με τα δντρα και τους πλοσιους κπους.
     Ο Νχουμ εχε πει στην πλη να πει για το βρχο, και στον πηγαιμ στθηκε στου Αμι Πιρς. Ττε ο Αμι ταν στα σαρντα, κι λα τα παρδοξα που γιναν εντυπθηκαν βαθι στο μυαλ του. Εχε ακολουθσει με τη γυνακα του τους τρεις καθηγητς του πανεπιστμιου του Μισκατνικ, που το λλο πρω εχαν τρξει να δουν τον παρξενο επισκπτη απ τα διαστρικ βθη και εχαν απορσει γιατ ο Νχουμ τον εχε παραστσει τσο μεγλο. Μζεψε, επε ο Νχουμ δεχνοντας το μεγλο καφετ φοσκωμα πνω απ τη γη και το καμνο χορτρι κοντ στο πηγδι στην μπροστιν αυλ' αλλ οι σοφο απντησαν πως οι πτρες δε μαζεουν. Η ζστη του δεν εχε χαθε και ο Νχουμ ισχυρστηκε τι το βρδυ η πτρα φεγγε αχν. Οι προφσορες τη χτπησαν μ' να γεωλογικ σφυρκι και διαπστωσαν πως ταν παρξενα μαλακ. Σχεδν σαν καουτσοκ' και μλλον κοψαν παρ σπασαν να δεγμα για να το αναλσουν στο πανεπιστμιο. Το βλανε σ' να παλι κουβ που δανεστηκαν απ τον Νχουμ, γιατ ακμα κι αυτ το μικρ κομμτι  δεν λεγε να κρυσει. Γυρζοντας στο Αρκαμ στθηκαν στου Αμι για να ξεκουραστον και φνηκαν σκεφτικο ταν η κα Πιρς παρατρησε τι το κομμτι μκραινε κι εχε κψει τον πτο του κουβ. Εδ που τα λμε δεν ταν μεγλο, αλλ σως το εχαν κψει μικρτερο απ' σο θελαν.
     Την λλη μρα -λ' αυτ γιναν τον Ιονιο του '82- ξαναγρισαν αναστατωμνοι. Περνντας απ του Αμι του επαν τα παρδοξα που εχε κνει το δεγμα, και πς χθηκε σιγ-σιγ ταν το βαλαν σ' να γυλινο δοχεο. Χθηκε και το δοχεο, και οι σοφο μλησαν για κποια παρξενη συγγνεια της πτρας με τις σιλικνες. Μσα στην ευταξα του εργαστηρου η συμπεριφορ της χτυποσε ακμα πιο παρδοξη στα μτι. Δεν αντδρασε καθλου και δεν τμισε ταν τη ζσταναν με κρβουνο. Το διο γινε κι ταν δοκμασαν με βρακα, και σντομα αποδεχτηκε απολτως μη πτητικ σε κθε δυνατ θερμοκρασα, ακμα και στη φλγα υδρογνου-οξυγνου. Στο αμνι  αποδεχτηκε πολ επλαστη και στο σκοτδι φθριζε ντονα. Αρνιταν να κρυσει και σντομα ανασττωσε ολκληρο πανεπιστμιο' ταν την βαλαν στο φασματοσκπιο κι δειξε χρματα που απουσαζαν απ το γνωστ φσμα, ρχισαν να μιλον με κομμνη ανσα για να στοιχεα, παρδοξες οπτικς ιδιτητες κι λλα απ εκενα που λνε οι σκοτισμνοι επιστμονες ταν αντικρζουν το γνωστο.
     Ζεστ πως ταν, δοκμασαν στο δεγμα λα τα γνωστ αντιδραστρια. Το νερ δεν κανε τποτα. Το διο και το υδροχλωρικ. Το νιτρικ και το βασιλικ δωρ απλς ζεχναν πνω στη καυτ απροσβληττητ της. Ο Αμι δυσκολευταν να τα θυμηθε λ' αυτ, αλλ γνρισε μερικ διαλυτικ ταν τα ανφερα με τη συνηθισμνη σειρ. Αμμωνα, καυστικ ποτσα, αλκολη, αιθρα, διθειοχο νθρακα και λλα πολλ. Ωστσο, αν και το βρος του ψγματος λιγστευε ολονα κι δειχνε τι ψυχταν ελαφρ, καμι αλλαγ στα αντιδραστρια δεν δειχνε τι επδρασαν καθλου επνω του. Κι μως, δχως αμφιβολα, ταν μταλλο. Καταρχν ταν μαγνητικ και μετ την καταβθισ του στα οξα φνηκαν αμυδρ χνη των γραμμν του Βνμεσττεν που συναντομε στο σδηρο των μετεωριτν. ταν η πτρα ψχθηκε αρκετ, τη μετφεραν σε γυαλ κι εκε φησαν λα τα υπολεμματα που μειναν απ το αρχικ κομμτι. Το λλο πρω υπολεμματα και γυαλ εχαν χαθε δχως ν' αφσουν το παραμικρ χνος και μονχα να μαρισμα δειχνε το σημεο του ραφιο που εχε σταθε το γυαλ την προηγομενη νχτα.
     Αυτ επαν οι καθηγητς στον Αμι μπροστ στην πρτα του, και ξαναπγε μαζ τους να δει τον λθινο απεσταλμνο των στρων, αυτν τη φορ χωρς τη γυνακα του. Τρα ταν ολοφνερο πως εχε μικρνει, ακμα και οι ψχραιμοι καθηγητς αναγκστηκαν να το παραδεχτον. Γρω στον καφετ καρομπαλο κοντ στο πηγδι το δαφος εχε γυμνωθε, εκτς απ τα σημεα που το χμα βαθολωνε. Και εν την προηγομενη μρα ταν κοντ δυμισι μτρα, τρα ταν μλις να και μισ. Ο μετεωρτης ταν ακμα ζεστς και οι σοφο μελτησαν ξαν την επιφνει του καθς αποσποσαν με το καλμι λλο να, μεγαλτερο τρα, κομμτι. σκαψαν βαθι και καθς ψαχολευαν τη μικρτερη πτρα εδαν τι ο πυρνας της δεν ταν ολτελα ομοιογενς.
     Ανακλυψαν κτι που φαινταν σαν η πλευρ μιας μεγλης χρωματιστς φοσκας βυθισμνης μσα της. Το χρμα, που θμιζε κπως μερικς απ τις λουρδες του παρξενου φσματος του μετεωρτη, ταν σχεδν αδνατο να περιγραφε'  και  μνο αναλογικ το θερησαν χρμα. Η φοσκα ταν γυαλιστερ και με το δχτυλο τους φνηκε εθραυστη και κοφια. νας απ τους καθηγητς τη χτπησε δυνατ μ'  να σφυρ κι σκασε με ξερ, νευρικ χο. Δε βγκε απ μσα τποτα, και το σνολο εξαφανστηκε με το σκσιμο. Στη θση της μεινε μονχα ο κενς χρος' λοι θερησαν πιθαν τι θα 'βρισκαν κι λλες σο μκραινε το ψγμα.
     Κθε προσπθεια για εξαγωγ συμπερασμτων ταν μταιη, τσι στερα απ μερικς προσπθειες να βρουν κι λλες φοσκες τρυπντας το ψγμα οι ερευνητς φυγαν με το νο δεγμα -που στο εργαστριο αποδεχτηκε μοια παρδοξο με το προηγομενο. Το υλικ ταν επλαστο, θερμ, μαγνητικ, ελαφρ φωτειν, ψυχταν λγο στα ισχυρ οξα, το φσμα του ταν πρωτγνωρο, εξαφανιζταν με την κθεση στον ατμοσφαιρικ αρα, αντιδροσε αλληλοκαταστροφικ με τις πυριτικς ενσεις, δεν παρουσαζε λλο γνρισμα κοιν με τα γνωρσματα της λης. Δεν ανκε στη γη μας, ερχταν απ το μεγλο διστημα' και σαν ττοιο ταν προικισμνο με ιδιτητες γνωστες σ' εμς και εχε δικος του, γνωστους νμους.
     Τη νχτα ξσπασε καταιγδα κι ταν την λλη μρα οι καθηγητς πγαν στου Νχουμ απογοητετηκαν οικτρ. Καθς η πτρα ταν μαγνητικ θα πρπει να 'χε και κποιες περεργες ηλεκτρικς ιδιτητες' γιατ, καθς επε ο Νχουμ, εχε τραβξει τους κεραυνος με περεργη επιμον. Μσα σε μια ρα εδε δκα να χτυπον την μπροστιν αυλ κι ταν πρασε η καταιγδα δεν μενε απ το αρχαο λιθστρωτο του πηγαδιο παρ μονχα το διο το μισοβουλιαγμνο και μισομπαζωμνο πηγδι. σκαψαν, αλλ η πτρα δε βρθηκε και οι επιστμονες πιστοποησαν την ολοκληρωτικ εξαφνισ της. Η αποτυχα ταν απλυτη' δεν τους μενε παρ να επιστρψουν στο πανεπιστμιο και να μελετσουν το ψγμα, που ταν προσεχτικ φυλαγμνο σε μολυβνια θκη. Διατηρθηκε μια βδομδα αλλ οι επιστμονες δεν βγαλαν καμι κρη. ταν χθηκε, δεν μεινε τποτα και σε λγο οι επιστμονες δεν ταν πια ββαιοι αν κποτε τα μτια τους αντκρισαν τον απκρυφο εκενο απεσταλμνο του πειρου χρου που τυλγει τη γη μας' το παρξενο μοναχικ μνυμα που εχαν στελει λλο κσμοι, λλα βασλεια της ενργειας και της λης.
     Φυσικ οι εφημερδες του 'Αρκαμ ασχολθηκαν πολ με το συμβν, μιας και εχε προκαλσει το ενδιαφρον του πανεπιστμιου'  στειλαν φωτορεπρτερ να κουβεντισουν με τον Νχουμ Γκρντνερ και τη φαμλια του. Τλος στειλε το γραφι της και μια εφημερδα της Βοστνης κι ο Νχουμ γινε γργορα τοπικ διασημτητα. ταν νας λεπτς, καλοσυντος πενηντρης και ζοσε στη χαρομενη φρμα της κοιλδας με τη γυνακα και τα τρα παιδι του. Με τον Αμι βλπονταν συχν, το διο κι οι γυνακες τους' και λ' αυτ τα χρνια ο Αμι μνο καλ εχε να πει για λογαριασμ του. δειχνε κπως περφανος για την προσοχ που δθηκε στο σπιτικ του και τις βδομδες που ακολοθησαν μιλοσε συχν για το μετεωρτη. Ο Ιολιος και ο Αγουστος ταν ζεστο' ο Νχουμ δολεψε σκληρ στα χωρφια που ταν πρα απ το χεμαρρο του Τσπμαν. Η νταλκα του σκαψε βαθι το δασωμνο δρμο απ 'κει ως το σπτι του. Η δουλει τον κορασε περισστερο απ ,τι συνθως και σκφτηκε πως ρχισαν να τον βαρανουν τα χρνια.
     Μετ ρθε η ρα των φροτων. Τα αχλδια και τα μλα ωρμαζαν σιγ-σιγ κι ο Νχουμ ορκιζταν τι τα δντρα του πρκοβαν σο ποτ λλοτε. Οι καρπο αποκτοσαν διαστσεις φανταστικς κι απρσμενη γυαλδα και ταν τσο πολλο που παργγειλαν κι λλα βαρλια για τη σοδει. Αλλ με το ωρμασμα ρθε κι η πικρ απογοτευση, γιατ απ' λη αυτν την υπροχη σρκα δεν τρωγταν οτε μια δαγκωνι. Στη λεπτ γεση των αχλαδιν εχαν τρυπσει μια ταγκδα και μια πκρα αρρωστημνη. Λγο να δγκωνες σου 'μενε ρες η αηδα. Το διο με τα πεπνια και τις ντομτες και ο Νχουμ εδε περλυπος να χνονται λες του οι σοδεις. Σνδεσε τα γεγοντα στα γργορα και δλωσε πως ο μετεωρτης εχε δηλητηρισει το χμα κι ευχαρστησε τον Θε που οι λλες του καλλιργειες ταν στο ψλωμα, πλι στο δρμο.
     Ο χειμνας ρθε νωρς κι κανε πολ κρο. Ο Αμι δεν βλεπε τον Νχουμ το διο συχν με παλιτερα και παρατρησε πως ρχιζε να χει φος στεναχωρημνο. Το διο και η υπλοιπη οικογνεια, σαν να 'χαν κψει τις πολλς κουβντες' οι επισκψεις τους στη εκκλησα λιγστεψαν, το διο και η συμμετοχ τους στις γιορτς της περιοχς. Για το συγκρατημ αυτν και τη μελαγχολα δε βρισκταν αιτα, αν και παραπονιντουσαν κπου-κπου για κακοδιαθεσα και για κποια ακαθριστη ανησυχα που νιωθαν. Ο διος ο Νχουμ μλησε κποτε πιο συγκεκριμνα: τον φβιζαν κτι χνρια στο χινι. ταν συνηθισμνα χειμωνιτικα πατματα των λαγν και των σκουρων και των αλεποδων, αλλ ο σκοτισμνος αγρτης λεγε πως κτι δεν πγαινε καλ στην ψη και στην τξη τους. Ποτ δε μλησε καθαρ, φαινταν μως να πιστεει τι δεν ταριαζαν με την κανονικ ανατομα και τα συνθεια των σκουρων, των λαγν και των αλεποδων. Ο Αμι δεν δινε πολλ σημασα σ' αυτς τις κουβντες, ως το βρδυ εκενο που πρασε με το λκυθρ του μπροστ απ το σπτι του Νχουμ. Εχε φεγγρι κι νας λαγς δισχισε το δρμο και τα πηδματ του ταν τσο μεγλα που δεν ρεσαν οτε στον Αμι οτε στο λογ του. Το τελευταο, μλιστα, το 'ριξε σ' να τρελ τρεχαλητ και μλις που το συγκρτησε ο Αμι. Απ ττε κι πειτα ο Αμι πρσεχε περισστερο τις ιστορες του Νχουμ και αποροσε γιατ κθε πρω τα σκυλι των Γκρντνερ δειχναν τσο φοβισμνα. Τελικ σχεδν σταμτησαν να γαβγζουν.
     Τον Φλεβρη τα αγρια του ΜακΓκργκορ απ το Μντοου Χιλ βγκαν να κυνηγσουν αγριοπντικες και κοντ στο κτμα του Γκρντνερ χτπησαν να πολ περεργο δεγμα. Οι αναλογες του σματς του ταν ελαφρ παραλλαγμνες κατ τρπο δυσπεργραπτο κι η κφρασ του δεν εχε ποτ ξαναφανε σε αγριοπντικα.  Τα αγρια κατατρμαξαν και πταξαν αμσως το ψοφμι κι τσι μονχα οι περιγραφς τους φτασαν στ' αυτι του κσμου. Αλλ λοι γνριζαν  δη πσο  φοβονταν τα λογα ταν περνοσαν μπροστ απ το σπτι του Νχουμ: το υλικ που δνει τροφ στους χαμηλφωνους μθους συσσωρευταν με γρηγορδα.
     Ο κσμος ορκιζταν τι το χινι λιωνε γρηγορτερα γρω απ του Νχουμ και στις αρχς του Μρτη  γινε μια φοβισμνη κουβντα στο μπακλικο του Πτερ, στο Κλαρκς Κρνερ. Ο Στφαν Ρις εχε περσει το πρω απ του Γκρντνερ και εχε δει τα αγριολχανα στη λσπη πλι στο δρμο. Ποτ πριν δεν εχε ξαναδε τσο μεγλα και με τσο παρξενα χρματα. Αδνατο να περιγραφον. Το σχμα τους ταν τερατδες και το λογο ενοχλθηκε απ μια μυρωδι που φνηκε του Ρις χωρς προηγομενο. Το απγευμα πγαν πολλο να κοιτξουν τα ανμαλα φυτ κι λοι συμφνησαν ,τι το χμα μας δε βγζει ποτ ττοιους καρπος. Θυμθηκαν και τα χαλασμνα φροτα του περασμνου φθινοπρου κι απ στμα σε στμα κυκλοφρησε τι στου Νχουμ το χμα ταν φαρμακωμνο. Ββαια φταιγε ο μετεωρτης, κι ταν μερικο θυμθηκαν πσο παρξενη φνηκε η πτρα στους ανθρπους του πανεπιστμιου, πγαν να τους πονε τα τελευταα να.
     Μια μρα οι επιστμονες επισκφτηκαν τον Νχουμ' αλλ καθς δεν τους ρεσαν τα στοιχει και τα παραμθια ταν πολ προσεχτικο στα συμπερσματ τους. Τα φυτ ταν οπωσδποτε παρδοξα, αλλ λα τα αγριολχανα εναι κπως αλλκοτα στο σχμα και στο χρμα. Μπορε κποιο μεταλλικ στοιχεο απ το μετεωρτη να 'χε εισχωρσει στο χμα, αλλ οι βροχς θα το ξπλεναν γργορα. σο για τα αποτυπματα και τα φοβισμνα λογα -αυτ ταν κουβντες των χωρικν που ταν φυσικ να τις προκαλσει η πτση του αερλιθου. Τι να κνουν οι σοβαρο νθρωποι σ' αυτν την περπτωση; Οι προληπτικο χωριτες εναι ικανο να πουν και να πιστψουν  τα πντα. Κι λες τις παρξενες μρες οι καθηγητς κρτησαν περιφρονητικ απσταση. Μνο νας, ταν ενμιση χρνο αργτερα πρε απ την αστυνομα για ανλυση δυο μπουκλια χμα απ την περιοχ, θυμθηκε τι το παρξενο χρμα των αγριολχανων θμιζε το ανμαλο φσμα του κομματιο του μετεωρτη. Τα δεγματα στην ανλυση που κανε δωσαν τα δια παρξενα αποτελσματα και μνο αργτερα χασαν τις αλλκοτες ιδιτητς τους.
     Τα δντρα του Νχουμ μπουμποκιασαν πριμα και τη νχτα σλευαν δυσοωνα στον νεμο. Ο δετερος γιος του Νχουμ, ο δεκαπεντχρονος Θαδαος, ορκιζταν πως αναδεονταν και δχως να φυσ, αλλ' αυτ δεν το επιβεβαωναν οτε τα πιο γρια κουτσομπολι. Ωστσο ταν σγουρο πως πλανιταν στον αρα μια ανησυχα. Ολκληρη η οικογνεια του Νχουμ απχτησε το συνθειο να στνει, εκε στα ξαφνικ, αυτ, αλλ κανες τους δεν μποροσε να ονομσει τι ακριβς θρυβο περμενε' σως ταν γιατ στιγμς-στιγμς χαναν την ασθηση της πραγματικτητας. Δυστυχς οι στιγμς αυτς πκνωναν απ βδομδα σε βδομδα σπου γινε κοιν μυστικ πως «κτι δεν πγαινε καλ με τους Γκρντνερ». Κι οι πριμες καμπανολες εχαν κι αυτς παρδοξο χρμα' χι σαν των αγριολχανων, αλλ οπωσδποτε σχετικ και το διο γνωστο σ' σους το εδαν. Ο Νχουμ πγε μερικ λουλοδια στο Αρκαμ και τα δειξε στον αρχισυντκτη της Γκαζτ , αλλ ο αξιτιμος αυτς κριος περιορστηκε να γρψει να χιουμοριστικ ρθρο που κοριδευε διακριτικ τις σκοτεινς φοβες των αγροτν. Κι ταν λθος του Νχουμ που επε σ' να σοβαρ αστ πς φρνονταν οι μεγλες σκουρχρωμες πεταλοδες μλις πλησαζαν τα λουλοδια.
     Ο Απρλης κντεψε να τρελνει τους γετονες κι ρχισε ν' αχρηστεεται ο δρμος που περνοσε απ του Νχουμ, σπου εγκαταλεφθηκε εντελς. φταιγε η βλστηση. λα τα οπωροφρα πταξαν λουλοδια με χρματα παρξενα και στο πατικωμνο χμα της αυλς και στο γειτονικ λιβδι ξεπετχτηκε μια παρδοξη πρασινδα που μνο οι βοτανολγοι θα μποροσαν να τη συσχετσουν με την κανονικ χλωρδα της περιοχς. Εκτς απ το πρσινο χορτρι και τις φυλλωσις των δντρων, πουθεν δεν βλεπες τα γνωστ υγιειν χρματα' παντο βασλευαν οι χτικιασμνες πρισματικς παραλλαγς ενς βασικο χρωματικο τνου αρρωστημνου, δχως θση στο γνωστ γινο χρωματικ φσμα. Ο Αμι κι οι Γκρντνερ πστευαν τι τα περισστερα απ τα χρματα ταν βασανιστικ οικεα και αποφσισαν τι θμιζαν  τη φοσκα μσα στο μετεωρτη. Ο Νχουμ ργωσε κι σπειρε το λιβδι και το πνω χωρφι αλλ δεν περαξε καθλου τη γη γρω απ το σπτι. Τρα πια ταν τοιμος για λα κι εχε συνηθσει στην ασθηση πως κτι βρισκταν κοντ τους και περμενε να το ακοσουν. Φυσικ του ρθε σχημο που οι γετονες απφευγαν το σπτι του, πιο πολ, μως, περαξε τη γυνακα του. Τα παιδι ταν καλτερα γιατ βρσκονταν καθημεριν στο σχολεο' αλλ τα κουτσομπολι που κουγαν τα φβιζαν. Ο Θαδαος, που ταν ιδιατερα ευασθητος, υπφερε περισστερο.
     Το Μη ρθαν τα ντομα και το σπτι του Νχουμ γινε νας εφιλτης γεμτος απ πργματα που βοιζαν σρνονταν μσα στην γρια βλστηση. Η ψη και οι κινσεις τους δεν ταν κανονικς και τα νυχτεριν συνθεια τους δεν εχαν ξαναγνει. Οι Γκρντνερ  ρχισαν να φυλνε σκοπι τη νχτα, περμεναν απ παντο να ρθει κτι _ τι δεν ξεραν να πουν.  Ττε ταν που αναγκστηκαν να ομολογσουν πως ο Θαδαος εχε δκιο για τα δντρα. Τρα το εδε και η κα Γκρντνερ απ το παρθυρο, καθς κοιτοσε τα πρησμνα κλαδι μιας μηλις που την λουζε το σεληνφωτο. Τα κλαδι κουνινταν στα σγουρα δχως να φυσ. Θα ταν οι χυμο τους. Τρα τα σκπαζε λα η παραξενι. Κι μως, η επμενη ανακλυψη δεν γινε απ τη φαμλια του Νχουμ. Αυτονν τις αισθσεις τις αποκομισε η συνθεια κι αυτ που δεν μποροσαν να δουν το εδε νας φοβισμνος πλασι απ το Μπλτον, που πρασε απ 'κει μια νχτα, ανξερος για τα λεγμενα στην περιοχ. Αυτ που διηγθηκε στο Αρκαμ βρκαν μια γωνι στις σελδες της Γκαζτ . Κι εκε τα πρωτδαν οι αγρτες, μαζ και ο Νχουμ. Η νχτα ταν σκοτειν και τα φανρια του πλασι αδναμα, αλλ γρω σε μια φρμα στην κοιλδα το σκοτδι ταν λιγτερο πυκν. να θολ μα ευδικριτο φως φαινταν να βγανει απ' λη τη βλστηση, απ το χορτρι, τα φλλα και τους ανθος, εν σε μια στιγμ να κομμτι του φωσφορισμο αποσπστηκε απ το σνολο και κρυφοσλευε στην αυλ κοντ στα παχνι.
     Ως ττε το χορτρι φαινταν απεραχτο κι οι αγελδες βοσκαν ελεθερα στα χωρφια κοντ στο σπτι, αλλ προς τα τλη του Μη το γλα ρχισε να χαλ. Ττε ο Νχουμ ανβασε τις αγελδες ψηλ και τα πργματα ξανστρωσαν. Σε λγο η αλλαγ στο χορτρι  και τα φλλα φαινταν με το μτι. Η πρασινδα ρχισε να παρνει μια σταχτι απχρωση κι ρχισε να αποκτ μια παρξενη ξερδα.  Τρα πια μονχα ο Αμι πγαινε στους Γκρντνερ κι οι επισκψεις του λο και αραωναν. ταν κλεισε το σχολει οι Γκρντνερ ουσιαστικ απομονθηκαν απ τον κσμο και κπου-κπου φηναν τον Αμι να κνει τις δουλεις τους στο χωρι. Εχαναν σιγ-σιγ τις φυσικς και τις πνευματικς τους δυνμεις και κανες δεν παραξενετηκε ταν μαθετηκαν τα να για την τρλα της κας Γκρντνερ.
     γινε τον Ιονιο, ταν κντευε να κλεσει χρνος απ την πτση του μετωρου κι η φτωχι γυνακα ορλιαζε για κτι που ταν στον αρα και δεν μποροσε να το περιγρψει. Στο παραμιλητ της δεν κουγες καννα ουσιαστικ, μονχα ρματα κι αντωνυμες. Πργματα κινονταν κι λλαζαν και πετριζαν, τα αυτι αποκρνονταν σε κτι που δεν ταν ολτελα χος. Κτι πρθηκε -την δειαζαν απ κτι- κτι που δεν πρεπε να κολλ πνω της -κποιος πρεπε να το διξει- τποτα δεν ησχαζε τη νχτα- οι τοχοι και τα παρθυρα λλαζαν θση. Ο Νχουμ δεν την στειλε στο συλο, την φησε να πλανιται στο σπτι σο δεν περαζε οτε τον εαυτ της οτε τους λλους. Ακμα κι ταν λλαξε η κφρασ της δεν κανε τποτα. ταν μως ρχισαν να τη φοβονται τα παιδι κι ο Θαδαος κντευε να λιποθυμσει απ τις γκριμτσες της, αποφσισε να την κλειδσει στη σοφτα. Τον Ιολη εχε πψει να μιλ και αρκοδιζε στα τσσερα, και πριν βγει ο μνας στο μυαλ του Νχουμ μπκε η ιδα τι φωσφριζε αμυδρ στο σκοτδι, πως γινταν ολοφνερα τρα με τη γρω βλστηση.
     Λγο πριν απ' αυτ τρελθηκαν τα λογα. Κτι τα ξεσκωσε μια νχτα κι καναν τρομερ θρυβο στο στβλο. Με τποτα δεν ησχαζαν κι ταν ο Νχουμ νοιξε την πρτα ρμησαν ξω σαν τρομαγμνα ελφια. Μια βδομδα χρειστηκε για να ξανβρει και τα τσσερα, ταν μως ολτελα χρηστα κι αχαλνωτα. Κτι τρπωσε στα μυαλ τους, και ο Νχουμ τα σκτωσε για να μην υποφρουν. Ο Νχουμ δανεστηκε απ τον Αμι ν' λογο για το θερισμ, αλλ δεν μποροσε να το καταφρει να πλησισει τα παχνι. Ορλιαζε, κλωτσοσε, χρεμτιζε, κι αναγκστηκε να το αφσει ξω στην αυλ. Στο μεταξ λη η βλστηση γινταν σταχτι και εθραυστη. Ακμα και τα λουλοδια με τα παρδοξα λαμπρ χρματα ταν τρα γκρζα, τα φροτα βγκαν γκρζα, μικρ κι νοστα. Τα τριαντφυλλα και οι ζνιες μπροστ στο σπτι απχτησαν  τσο βλσφημη ψη που ο μεγαλτερος γιος του Νχουμ, ο Ζνωνας, πγε μια μρα και τα 'κοψε. Την δια εποχ πθαναν τα ντομα με το παρξενο χνοδι, ακμα κι οι μλισσες που εχαν αφσει τις κυψλες για να κρυφτον στο δσος.
     Κατ τον Σεπτμβρη λα λιωναν σε μια σταχτι σκνη κι ο Νχουμ φοβταν τι τα δντρα θα πθαιναν πριν φγει το δηλητριο απ το χμα. Τρα η γυνακα του πθαινε κρσεις τρομαχτικν ουρλιαχτν και τα νερα του, καθς και των αγοριν, ταν σε συνεχ υπερνταση. Τρα απφευγαν τους ανθρπους, κι ταν νοιξαν τα σχολεα τα παιδι δεν ξαναπγαν. μως ταν ο Αμι που κατλαβε πρτος, σε μιαν απ τις σπνιες επισκψεις του, τι  το νερ του πηγαδιο δεν ταν καλ. Εχε κακι γεση, χι ακριβς σαπλας, οτε γλυφ, κι  ο Αμι συμβολεψε το φλο του ν' ανοξει λλο πηγδι  ψηλτερα σπου να καθαρσει το χμα. Αλλ ο Νχουμ αγνησε την προειδοποηση, γιατ τρα πια τα παρξενα και τα δυσρεστα τον φηναν απαθ. Μαζ με τα αγρια του συνχισε να πνει το μολυσμνο νερ, το διο αδιφορα και μηχανικ πως τρωγαν το λιγοστ, κακομαγειρεμνο φαγητ τους κι καναν τις χαρες, μοντονες δουλεις τους. Τους τλιγε λους μια παγωμνη παρατηση, σαν να περπατοσαν σ' ναν λλο κσμο, ανμεσα σε σειρς φρουρν δχως νομα που τους οδηγοσαν σ' να ββαιο χαμ.
     Ο Θαδαος τρελθηκε τον Σεπτμβρη, στερ' απ μιαν επσκεψη στο πηγδι. Εχε πει μ' να κουβ, αλλ γρισε μ' δεια χρια ουρλιζοντας και, κπου-κπου, σ' να ηλθιο παραμιλητ ψιθριζε για «κτι χρματα που σλευαν εκε κτω». Δυο τρελο στην οικογνεια ταν πολ βαρ, αλλ ο Νχουμ φρθηκε γενναα. Αφησε το παιδ λετερο μια βδομδα, σπου ρχισε να παραπατ και να κινδυνεει να πθει κακ, και μετ το κλεισε σ' να λλο δωμτιο στη σοφτα, απναντι στη μνα του. Τα ουρλιαχτ τους πσω απ τις κλειδωμνες πρτες ταν τρομαχτικ, ιδιατερα για τον μικρ Μρβιν που φανταζταν τι χρησιμοποιοσαν μια γλσσα χι τοτης της γης. Του Μρβιν η φαντασα φοντωσε επικνδυνα κι η ανησυχα του γινε χειρτερη μετ του κλεσιμο του αδερφο του, που ταν ο καλτερος φλος του.
     Τον διο καιρ ρχισαν να πεθανουν τα ζωνταν. Τα πουλερικ πραν χρμα σταχτ και πθαναν γργορα. Το ψαχν τους ταν ξερ και θριβταν τρζοντας ταν το 'κοβες. Οι γουρονες πραν αφσικο πχος και ξαφνικ ρχισαν ν' αλλζουν με τρπο σιχαμερ που κανες δεν μποροσε να εξηγσει.  Φυσικ το κρας τους ταν χρηστο κι ο Νχουμ κντεψε να τρελαθε. Οι κτηνατροι της περιοχς δεν πλησαζαν το κτμα, κι ο γιατρς απ το 'Αρκαμ δε μπρεσε να βρει κρη. Τα γουρουνπουλα ρχισαν να γκριζανουν κι η σρκα τους να ξερανεται. λιωναν πριν ακμα πεθνουν, τα μτια και οι μουσοδες τους πθαιναν περεργες αλλοισεις. ταν ανεξγητο, γιατ ποτ δεν φαγαν τα μολυσμνα χρτα. Μετ κτι χτπησε τις αγελδες. Μρη-μρη το δρμα τους βολιαζε απασια και συχν εκδηλνονταν φριχτς αποσυνθσεις. Στις τελευταες φσεις -και πντα στο τλος ερχταν ο θνατος- γκρζαιναν κι αυτς κι η σρκα τους θριβταν πως και στις γουρονες. Λγος για δηλητριο δε γινταν, γιατ εχαν μενει σφαλιγμνες στα παχνι. Οτε μπορε να 'χε μεταφρει το μικρβιο λλο ζωφιο, γιατ δεν μποροσε να μπει απ πουθεν. Πρπει να ταν φυσικ ασθνεια -ποια δεν μποροσε να το χωρσει ο νους. ταν ρθε ο θρος δεν μενε καννα ζωνταν στη φρμα -ως και τα σκυλι το 'χαν σκσει μια νχτα και δεν ξανακοστηκαν. Οι πντε γτες εχαν φγει πρωττερα, αλλ δεν το πρσεξε κανες γιατ τα ποντκια εχαν δη χαθε και μονχα η κα Γκρντνερ τις αγαποσε.
     Στις δκα εννι του Οκτβρη  ο Νχουμ μπκε τρικλζοντας στο σπτι του Αμι με φριχτ να. Ο θνατος εχε βρει το φτωχ Θαδδαο στη σοφτα και με τρπο ανεπωτο. Ο Νχουμ σκαψε να τφο στο μαραζωμνο διπλαν χωρφι κι απθεσε μσα ,τι βρκε. ταν αδνατο να μπκε τποτα απ' ξω γιατ το μικρ σιδερφραχτο παρθυρο κι η κλειδαρι στην πρτα δεν εχαν πειραχτε. Αλλ το διο εχε γνει και στα παχνι. Ο Αμι κι η γυνακα του παρηγρησαν σο μποροσαν τον κεραυνοχτυπημνο ντρα, αλλ δεν παψαν στιγμ να ριγον. νας γυμνς τρμος φαινταν να τυλγει τους Γκρντνερ κι σα γγιζαν, κι η παρουσα ενς τους στο σπτι του Αμι ταν σαν πνο απ τπους ακατονμαστους. Με μεγλη δυσφορα ο Αμι συνδεψε τον Νχουμ σπτι του κι κανε ,τι μποροσε για να ησυχσει το υστερικ κλμα του μικρο Μρβιν. Ο Ζνωνας δε χρειαζταν παρηγορι. Τρα τελευταα περιοριζταν να κοιτ αποβλακωμνα μπροστ του και να υπακοει στις διαταγς του πατρα του. Κι ο Αμι σκφτηκε πως δεν εχε σκημη τχη. Κπου-κπου οι κραυγς του Μρβιν διασταυρνονταν με τις κραυγς απ τη σοφτα και στο ερωτηματικ βλμμα του Αμι ο Νχουμ απντησε τι η γυνακα του αδυντιζε συνεχς. ταν ρχισε να νυχτνει, ο Αμι κατφερε να το σκσει. Γιατ οτε η δναμη της φιλας δεν μποροσε να τον πεσει να μενει εκε ταν ρχισε ο αδναμος φωσφορισμς της βλστησης και τα κλαδι φνηκαν να σαλεουν μολοντι δε φυσοσε. Ο Αμι ταν πργματι τυχερς που δεν εχε περισστερη φαντασα. Ακμα κι τσι το μυαλ του εχε κουνηθε κπως. Αν ταν ικανς να σκεφτε και να συνδυσει τα σα γνονταν γρω του, θα καταντοσε αναπφευκτα μανιακς. Μσα στο λυκφως πρε βιαστικ το δρμο του σπιτιο του, με τις κραυγς της τρελς και του νευρωτικο αγοριο να κουδουνζουν φριχτ στ' αυτι του.
     Τρεις μρες αργτερα, πρω-πρω, ο Νχουμ χθηκε στη κουζνα του Αμι. Ο φλος του λειπε, αλλ κατρθωσε να ψελλσει λλη μιαν απελπισμνη ιστορα, εν η κα Πιρς τον κουγε τρομοκρατημνη. Τρα ταν ο μικρς Μρβιν. Εχε χαθε. Αργ την προηγομενη μρα εχε βγει μ' να φανρι κι να κουβ για νερ. Και δε γρισε. Εδ και μρες το μυαλ του χανταν και μλις που καταλβαινε τα γρω του. Αρχιζε να ουρλιζει με το παραμικρ. Εκενο το βρδυ ακοστηκε στην αυλ μια τρομερ κραυγ, αλλ σπου να φτσει ο πατρας του στην πρτα το παιδ εχε χαθε. Το φως του φαναριο δε φαινταν πουθεν κι απ τον Μρβιν οτε χνος. Εκενη την ρα ο Νχουμ νμισε πως ο κουβς και το φανρι εχαν επσης χαθε. Αλλ την αυγ, ταν γρισε απ το ολονχτιο ψξιμο στα χωρφια και το δσος, βρκε κοντ στο πηγδι  μερικ πολ παρξενα πργματα. Εδε μια συμπιεσμνη και κπως λιωμνη σιδερνια μζα, που ταν προφανς το φανρι. Κι να μισολιωμνο χερολι και δυο τρα στρεβλωμνα σιδερνια στεφνια ταν ,τι απμεινε απ τον κουβ. Αυτ ταν λο. Ο Νχουμ δεν μποροσε να καταλβει, η κα Πιρς τα 'χε χαμνα κι ο Αμι, ταν γρισε κι κουσε τα συμβντα, δεν μπρεσε να σκεφτε το παραμικρ. Ο Μρβιν χθηκε και δεν υπρχε λγος να το πονε στον κσμο, που απφευγε τρα λους τους Γκρντνερ. Οτε και στους αστος του Αρκαμ, που τα κοριδευαν λα. Κτι σερνταν, σερνταν και πλησαζε, και περμενε να το δουν και να το ακοσουν. Ο Νχουμ θα 'φευγε σντομα κι θελε να φροντσει ο Αμι τη γυνακα του και τον Ζνωνα, αν επιζοσαν. Θα 'ταν η Θεα Δκη. Γιατ, μως, αφο πντα εχε ακολουθσει το δρμο του Κυρου;
     Ο Αμι κανε δυο βδομδες να ξαναδε τον Νχουμ. Κι ταν πρασαν, ανσυχος για το τι μποροσε να 'χε συμβε, νκησε τους φβους του και πγε στο σπτι των Γκρντνερ. Απ τη μεγλη καμινδα δεν βγαινε καπνς κι ο επισκπτης φοβθηκε για το χειρτερο. Η ψη της φρμας σε τρμαζε -σταχτ σακατεμνο χορτρι και φλλα στο χμα, θρυψαλιασμνοι κισσο στη βση των αρχαων τοχων, κι εκενοι με μια μελετημνη κακα που ο Αμι αισθνθηκε πως οφειλταν σε μια πολπλοκη αλλαγ του στρεβλματος των κλαδιν. Ωστσο ο Νχουμ ταν ζωντανς. ταν αδναμος και ξαπλωμνος σ' να ντιβνι στη χαμηλοτβανη κουζνα, αλλ δεν εχε χσει τα λογικ του και μποροσε να δνει απλς διαταγς στον Ζνωνα. Το δωμτιο ταν παγωμνο. Και καθς ο Αμι δεν κρυβε τα ργη που τον διαπερνοσαν ο οικοδεσπτης φναξε βραχν στον Ζνωνα να φρει κι λλα ξλα. Πργματι χρειζονταν, γιατ το βαθ τζκι  ταν σβηστ κι αδειαν κι να σννεφο στχτης αναδευταν απ τον παγερ νεμο που μπαζε η καμινδα. Σε λγο ο Νχουμ τον ρτησε αν νιωθε καλτερα με τα καινορια ξλα, και ττε ο Αμι κατλαβε τι συνβη. Τελικ εχε σπσει και το πιο γερ σκοιν, και το μυαλ του μοιρου χωρικο δε θα βασανιζταν πια απ καινοριες λπες.
Παρ τις προσεχτικς του ερωτσεις, ο Αμι δεν μπρεσε να ξεδιαλνει τι γινε ο Ζνωνας.
 -«Στο πηγδι -ζει στο πηγδι...» λεγε και ξανλεγε ο θολωμνος πατρας. Μετ στο μυαλ του επισκπτη στραψε η θμηση της τρελς γυνακας κι λλαξε την κατεθυνση των ερωτσεων.
 -«Η Νμπι; Να 'την, εκε πρα!» απντησε κπληκτος ο φτωχς Νχουμ, κι ο Αμι κατλαβε πως πρεπε να την αναζητσει μνος του. Αφνοντας τον Νχουμ να ψελλζει κακα στο ντιβνι, πρε τα κλειδι απ το καρφ πλι στην πρτα και σε λγο τα σκαλι τριζαν καθς ανβαινε στη σοφτα. Εκε πνω μριζε κλεισορα κι οι θρυβοι απ κτω πνγονταν ολτελα. Απ τις τσσερις πρτες μονχα μια ταν κλειδωμνη και ο Αμι δοκμασε διφορα κλειδι. Κποιο αποδεχτηκε σωστ κι ο Αμι κατφερε ν' ανοξει τη χαμηλ σπρη πρτα.
     Μσα ταν σκοτδι, γιατ το παρθυρο ταν μικρ και το μισκλειναν τα χοντροφτιαγμνα ξλινα κγκελα. Ο Αμι δεν μποροσε να διακρνει τποτα στο σανιδνιο πτωμα. Η βρμα ταν ανυπφορη και πριν συνεχσει αναγκστηκε να πει σ' λλο δωμτιο και να γεμσει τα πνευμνια του με καθαρτερον αρα. ταν ξαναμπκε εδε κτι σκοτειν στη γωνι και μλις κοταξε καλτερα βγαλε μια τρομερ κραυγ. Καθς ορλιαζε του φνηκε πως να στιγμιαο σννεφο σκπασε το παρθυρο και το επμενο δευτερλεπτο νιωσε να τον χαδεει νας σιχαμνος ατμς. Παρξενα χρματα χρευαν στα μτια του. Κι αν δεν τον εχε μουδισει η φρκη σως σκεφτταν τη φουσκλα του μετεωρτη που εχε σπσει ο γεωλγος και τη νοσηρ ανοιξιτικη βλστηση. Τρα μως σκεφτταν μονχα τη βλσφημη τερατωδα που εχε μπροστ του. ταν φανερ πως εχε συμμεριστε κι εκενη την ακατονμαστη μορα του μικρο Θαδαου και των ζωντανν. Αλλ το τρομερ ταν τι τα απομεινρια αργοσλευαν αισθητ σαν να συνχιζαν να γνονται σκνη.
     Ο Αμι δεν μπρεσε να μου δσει λλες λεπτομρειες της σκηνς, αλλ η κινομενη μορφ στη γωνα δεν ξαναεμφανζεται στην ιστορα του. Μερικ πργματα δε λγονται, κι αυτ που κνεις απ απλ ανθρωπι ο νμος το κρνει μερικς φορς αδυσπητα. Συμπρανα τι στο δωμτιο δεν μεινε τποτα που να κινεται κι τι το να φηνε κτι που θα μποροσε να σαλψει θα 'ταν πρξη τερατδης, σαν να καταδκαζε μιαν παρξη στην αινια κλαση. Κθε λλος θα λιποθυμοσε θα τρελαινταν, αλλ ο Αμι, ο τετργωνος χωρικς, πρασε προσεχτικ τη χαμηλ πρτα και κλεδωσε πσω του το καταραμνο μυστικ. Τρα εχε να τακτοποισει τον Νχουμ. Να τον ησυχσει, να τον τασει και να τον μεταφρει κπου που θα τον φρντιζαν.
Καθς ρχιζε να κατεβανει τη σκοτειν σκλα, ο Αμι κουσε πσω του να γδοπο. Του φνηκε ακμα τι ξαφνικ πνγηκε μια κραυγ και θυμθηκε νευρικ τους γλοιδεις ατμος που εχαν περσει δπλα του στο φριχτ εκενο δωμτιο. Σταματντας απ κποιον απροσδιριστο φβο κουσε κτω κι λλους θορβους. Ναι, σαν να σερνταν κτι βαρ κι ακουγταν νας σιχαμνος χος, κτι σαν βρμικο και κολασμνο ροφηγμα. Οι συνειρμο εχαν αποκτσει τερατδη ταχτητα και ο Αμι σκφτηκε θελ του αυτ που 'χε αντικρσει εκε πνω. Θε μου! Σε ποιο διαβολικ μαγεμνο κσμο εχε μπλεχτε; Δεν τολμοσε να κουνηθε, στεκταν τρμοντας στη σκοτειν στροφ της σκλας. Κθε λεπτομρεια της σκηνς αποτυπωνταν πυρωμνη στο μυαλ του. Οι θρυβοι, η ντρομη αναμον, το σκοτδι, τα στεν απτομα σκαλοπτια και -Ελεμων Κριε!- ο αμυδρς αλλ ευδικριτος φθορισμς του ξλου γρω του. Σκαλοπτια, τοχοι, δοκρια, λα σιγλαμπαν!
     στερα το λογο του Αμι χρεμτισε γρια κι ακοστηκε να γριο ποδοβολητ που σμαινε τι το 'χε σκσει. Σε λγο δεν ακουγταν οτε αυτ οτε το αμξι κι ο τρομαγμνος ντρας στη σκοτειν σκλα προσπθησε να μαντψει την αιτα της φυγς. Μα δεν ταν μνο αυτ. Εχε ακουστε κι λλος νας θρυβος εκε ξω. Κτι σαν υγρ πλατσορισμα -νερ- πρπει να ταν το πηγδι. Εχε αφσει κοντ του τον ρωνα δετο κι νας απ τους τροχος πρπει να πταξε μσα καμι πτρα. Κι ο χλωμς φωσφορισμς εξακολουθοσε να τυλγει τα φριχτ παλι ξλα. Θε μου! πσο αρχαο ταν το σπτι! Το μεγαλτερο μρος του πρπει  να 'χε χτιστε πριν απ το 1679 κι η τωριν σκεπ πρπει να 'γινε το αργτερο το 1730.
     Κτω ακουγταν τρα καθαρ να αδναμο ξσιμο κι ο Αμι σφιξε δυναττερα να βαρ μπαστονι που εχε γραπσει για κποιο λγο στη σοφτα. Παρνοντας σιγ-σιγ θρρος αποτλειωσε το κατβασμ του και προχρησε τολμηρ προς την κουζνα. Αλλ δεν ολοκλρωσε την κνησ του, γιατ αυτ που γρευε εχε φγει απ 'κει. Εχε ρθει να τον συναντσει, ακμα ζωνταν κατ κποιο τρπο. Αν εχε συρθε αν το 'χε σρει κποια λλη δναμη, ο Αμι δεν ξερε. Αλλ ο θνατος το 'χε σταματσει. λα εχαν συμβε μσα στην τελευταα μισ ρα, αλλ η κατρρευση, η αλλαγ του χρματος και η διλυση εχαν δη προχωρσει πολ. Το σμα ταν φριχτ στεγνωμνο και ξερ κομμτια απσπονταν  κι πεφταν σαν λπια. Ο Αμι δεν μποροσε να  το αγγξει. Τρομοκρατημνος, κοταζε τη διεστραμμνη παρωδα που ταν κποτε ανθρπινο πρσωπο.
 -«Τι ταν, Νχουμ; Τι ταν;» ψιθρισε και τα πεταχτ φαγωμνα χελια μλις κατρθωσαν να ψελλσουν μια τελικ απντηση.
 -«Τποτα... τποτα... το χρμα... καει... υγρ και κρο μα καει... ζοσε στο πηγδι... λαμπε τη νχτα... ο Θαδαος κι ο Μρβιν κι ο Ζνωνας... λα τα ζωνταν... ρουφ τη ζω απ' λα... στην πτρα... πρπει να ταν στην πτρα...φαρμκωσε λο το μρος... τι θλει;... αυτ το στρογγυλ που βγαλαν απ την πτρα... το 'σπασαν... το διο χρμα... το διο, σαν τα λουλοδια και τα φυτ... πρπει να εχε κι λλα... σπροι... σπροι μεγλωναν... το 'δα αυτν τη βδομδα... θα 'πιασε τον Ζνωνα γερ... δυνατ παιδ, ολοζντανο... χτυπ στο μυαλ και μετ σ' αρπζει... καει... στο πηγδι... το ξρεις αλλ δεν μπορες τποτα... να ξεφγεις... σε τραβ... απ ττε που πρε τον Ζνωνα... η Νμπι... στα καλ μου... πτε την τισα... θα την πρει... σκτο χρμα... τη νχτα το πρσωπ της παρνει το χρμα... καει και ρουφ... απ λλο μρος, που τα πργματα δεν εναι σαν εδ... νας απ τους καθηγητς το επε... δκιο... πρσεξε, Αμι, θα κνει κι λλα... ρουφ τη ζω...»
     Αυτ ταν λο. Αυτ που μλησε δεν μποροσε να μιλσει πια γιατ εχε λισει τελεως. Ο Αμι πλωσε να κκκινο τραπεζομντιλο στ' απομεινρια κι απ την πσω πρτα βγκε παραπατντας προς τα χωρφια. Ανηφρισε για το βοσκοτπι και σκουντουφλντας φτασε στο σπτι του απ το βρειο δρμο και το δσος. Δεν μποροσε να περσει το πηγδι. Του εχε ρξει μια ματι απ το παρθυρο, εδε πως δεν λειπε πτρα απ το πεζολι του. Αρα το αμξι δεν εχε ξεκολλσει τποτα...το πλατσορισμα οφειλταν αλλο -κτι βοτηξε στο πηγδι αφο αποτλειωσε τον καημνο τον Νχουμ.
     ταν φτασε σπτι εδε τι τα λογα και το αμξι εχαν γυρσει κι τι η γυνακα του κντευε να τρελαθε απ την αγωνα. Την καθησχασε δχως πολλς εξηγσεις και ξεκνησε αμσως για το Αρκαμ που ειδοποησε τις αρχς τι η φαμλια του Γκρντνερ δεν υπρχε πια. Δεν επε λεπτομρειες, αλλ μνο για το θνατο του Νχουμ και της Νμπι -για τον Θαδαο ταν δη γνωστ- κι επε τι για το θνατ τους πρπει να φταιγε η δια αρρστια που εχε χτυπσει τα ζωνταν. Επσης δλωσε την εξαφνιση του Μρβιν και του Ζνωνα. Οι αστυνομικο καναν πολλς ερωτσεις και στο τλος ο Νχουμ αναγκστηκε να οδηγσει τρεις στη φρμα του Νχουμ, μαζ με τον ανακριτ, τον ιατροδικαστ και τον κτηνατρο που εχε κοιτξει τα ρρωστα ζα. Πγε παρ τη θλησ του, γιατ το απγεμα προχωροσε και φοβταν να νυχτωθε στο καταραμνο μρος. Αλλ ταν κποια παρηγορι που εχε τσους μαζ του.
     Οι ξι ντρες ακολοθησαν τον Αμι με μιαν μαξα κι φτασαν στο συφοριασμνο κτμα κατ τις τσσερις. Αν και συνηθισμνοι στα θλιβερ θεματα δεν μπρεσαν να μενουν ασυγκνητοι απ' αυτ που βρκαν στη σοφτα και κτω απ την κκκινη κουβρτα. Η λη ψη της φρμας με την γκρζα ερημι της ταν δη αρκετ φοβερ, αλλ τα δυο αποσαθρωμνα αντικεμενα ξεπερνοσαν κθε ριο. Κανες δεν μπρεσε να κρατσει το βλμμα του πνω τους ρα πολλ, ακμα και ο γιατρς παραδχτηκε τι δεν εχε πολλ να κνει. Φυσικ θα γινταν ανλυση δειγμτων κι κανε αρκετ ρα να τα μαζψει και πρπει εδ να πομε τι αινιγματικ πργματα συνβησαν στο εργαστριο ταν φτασαν τελικ οι δυο φιλες. Η φασματοσκπηση δωσε παρδοξα αποτελσματα και παρατηρθηκαν πολλ κοιν σημεα με το μετεωρτη του περασμνου χρνου. Οι παρδοξες αυτς ιδιτητες χθηκαν μετ να μνα κι απ τη σκνη μειναν διφορα φωσφοροχα και ανθρακοχα αλκαλικ λατα.
Ο Αμι δε θα τους λεγε για το πηγδι αν ξερε τι θ' αποφσιζαν να ασχοληθον μαζ του αυτοστιγμε. Ο λιος πγαινε να δσει  και βιαζταν να φγει απ 'κει.  Αλλ και δεν μποροσε να τραβξει το βλμμα του απ το πτρινο πεζολι, κι ταν τον ρτησαν παραδχτηκε τι ο Νχουμ φοβταν κτι εκε κτω -τσο που δε σκφτηκε να αναζητσει εκε τον Μρβιν τον Ζνωνα.
      Υστερ' απ' αυτ το μνο που μενε ταν ν' αδεισουν και να ερευνσουν αμσως το πηγδι. Ο Αμι υποχρεθηκε να περιμνει τρμοντας καθς το βρωμισμνο νερ πεταγταν κουβαδι-κουβαδι στο χμα γρω. Οι ντρες μριζαν με σιχασι το νερ και προς το τλος, ταν βρκαν τα σπια πτματα, αναγκστηκαν να φρξουν τη μτη τους. Δεν καθυστρησαν και πολ γιατ το νερ ταν ανεξγητα χαμηλ. Δε χρειζεται να πομε με ακρβεια τι βρκανε. Ο Μρβιν κι ο Ζνωνας ταν κι οι δυο εκε μσα, εν μρει, γιατ τα απομεινρια τους ταν κυρως κκαλα. ταν επσης κι να μικρ ελφι κι νας σκλος, περπου στην δια κατσταση, και πολλ κκαλα μικρτερων ζων. Η λασπουρι και η γλτσα στο βυθ φαινταν ανεξγητα πορδης και φουσκαλιασμνη και κποιος που κατβηκε μ' να μακρ κοντρι διαπστωσε τι μποροσε να το χσει λο στη λσπη  δχως να συναντσει αντσταση.
     Τρα εχε πσει το σορουπο κι φεραν φανρια απ το σπτι. Μετ, ταν φνηκε πως δεν εχαν να κερδσουν τποτα περισστερο απ το πηγδι, μπκαν λοι στο σπτι κι ρχισαν να συζητον στο αρχαο καθιστικ εν το αδιατραχτο φως του μισο φεγγαριο παιζε κουρασμνα με τη σταχτι ερημι ξω. Οι ντρες τα εχαν φανερ χαμνα με την υπθεση και δεν μποροσαν να βρουν οτ' να πειστικ στοιχεο που να συνδει την παρξενη κατσταση των φυτν, την γνωστη αρρστια των ζων και των ανθρπων και τους ανεξγητους θαντους του Μρβιν και του Ζνωνα στο μολυσμνο πηγδι. Εχαν ακοσει, ββαια, τα κουτσομπολι των χωρικν. Αλλ δεν μποροσαν να πιστψουν πως συνβαιναν πργματα υπερφυσικ. Δχως αμφιβολα ο μετεωρτης εχε δηλητηρισει το χμα αλλ η αρρστια των ανθρπων και των ζων που δεν φαγαν τποτα που προερχταν απ' αυτ το χμα ταν λλη υπθεση. φταιγε το νερ του πηγαδιο; Πολ πιθαν. Θα ταν καλ ιδα να το αναλσουν. Αλλ ποια παρλογη τρλα σπρωξε και τα δυο παιδι να πσουν στο πηγδι; Οι πρξεις τους ταν τσο μοιες -και τα απομεινρια δειχναν πως εχαν πεθνει και τα δο απ τον διο σταχτ θνατο της αποσθρωσης. Γιατ λα ταν τσο σταχτι και αποσαθρωμνα;
     Ο ανακριτς, καθισμνος σ' να παρθυρο που βλεπε στην αυλ, ταν ο πρτος που εδε το φως γρω απ το πηγδι. Εχε νυχτσει για καλ και τα αποτρπαια περχωρα του σπιτιο τα φτιζε αδναμα κτι περισστερο απ τις στατες αχτδες του φεγγαριο. Η καινορια λμψη ταν συγκεκριμνη και σαφς. Φαινταν να ανεβανει απ το μαρο πηγδι σαν αδναμο φως φρου κι αχνοκαθρεφτιζταν στις λιμνολες του αδειασμνου νερο. Εχε χρμα πολ παρξενο και ο Αμι τινχτηκε καθς στριμχνονταν λοι στο παρθυρο. Γιατ η χροι της παρξενης αυτς αχτδας του μισματος δεν του ταν γνωστη. Εχε δει το χρμα και πριν και φοβταν να σκεφτε τι μποροσε να σημανει αυτ. Το εχε δει στη βδελυρ σαθρ φοσκα του αερλιθου πριν δυο καλοκαρια, το εχε δει στην ξετρελαμνη ανοιξιτικη βλστηση κι εχε πιστψει πως το εχε δει στιγμιαα το διο αυτ πρω στο μικρ καγκελφραχτο παρθυρο του τρομαχτικο δωματου στη σοφτα που εχαν γνει τσα ακατονμαστα. Εχε αστρψει εκε για να δευτερλεπτο κι να γλοιδης μισερς ατμς εχε περσει δπλα του ξνοντς τον -και, κατπιν, εχε πρει τον φτωχ Νχουμ κτι με παρμοιο χρμα. Το 'λεγε μχρι τλους -το 'λεγε πως ταν σαν τη φυσαλδα και τα φυτ. Μετ γινε το φευγι στην αυλ και το πλατσορισμα στο πηγδι -και τρα το πηγδι αυτ ξερνοσε στη νχτα μια χλωμ σιχαμερ αχτδα με την δια απχρωση.
     Πρπει να αναγνωρσουμε στο μυαλ του Αμι το γεγονς τι κι αυτν ακμα τη στιγμ της ντασης στοχστηκε πνω σ' να σημεο με βασικ επιστημονικ σημασα. Απρησε πς διατηροσε την δια εντπωση απ ναν ατμ ιδωμνο στο φως της μρας, σ' να παρθυρο που νοιγε στον πρωιν ουραν, κι απ να νυχτεριν ανδωμα που φνταζε σαν φωσφορικ ομχλη πνω στο μαρο ερημωμνο τοπο. Δεν ταν σωστ -ταν ενντια στη Φση- και σκφτηκε τα τελευταα εκενα τρομερ λγια του χτυπημνου φλου του, «απ λλο μρος που τα πργματα δεν εναι σαν εδ... νας απ τους καθηγητς το 'πε...»
     ξω τα τρα λογα, δεμνα σε δυο μαραζωμνους θμνους πλι στο δρμο, τραβοσαν τα χαλινρια κι σκαβαν το χμα με μανα. Ο οδηγς του αμαξιο κνησε προς την πρτα να κνει κτι, αλλ ο Αμι βαλε στον μο του να χρι που 'τρεμε.
 -«Μη βγεις ξω», ψιθρισε. «Δε ξρουμε. Ο Νχουμ επε πως κτι ζει στο πηγδι που σου ρουφ τη ζω. Επε πως πρπει να γινε απ κποια στρογγυλ φοσκα σαν αυτ που 'δαμε στο μετεωρτη. Ρουφ και καει, επε, κι εναι μονχα να χρωματιστ σννεφο σαν αυτ το φως τρα, που μλις φανεται και δε ξρεις τι εναι. Ο Νχουμ πστευε πως τρφεται με κθε εδους ζω και δυναμνει συνχεια. Επε πως το 'δε τη περασμνη βδομδα. Πρπει να 'ρθε απ τον ουραν, πως επαν κι οι καθηγητς για τον μετεωρτη. τσι που 'ναι κι τσι που δουλεει δε μπορε να 'ναι του κσμου μας. Εναι απ πρα».
     Κι τσι στθηκαν αναποφσιστοι εν το φως απ το πηγδι γινταν δυναττερο και τα λογα χρεμτιζαν λο και πιο φρενιασμνα. ταν στ' αλθεια φοβερ στιγμ. Ο τρμος φλιαζε στο διο αυτ το πανρχαιο, καταραμνο σπτι, τσσερις τερατδεις σωρο απομεινρια -δυο απ το σπτι και δυο απ το πηγδι- στο πσω υπστεγο, κι αυτς ο γνωστος και ββηλος ιριδισμς απ τα λασπερ βθη μπροστ. Ο Αμι εχε συγκρατσει τον καροτσρη δχως να το σκεφτε, ξεχνντας τι ο διος μεινε βλαβος απ το γλιτσερ χδι του χρωματιστο ατμο στη σοφτα. σως, μως, και να 'κανε σωστ. Ποτ δε θα μθει  κανες τι τριγυρνοσε ξω εκενη τη νχτα. Και μολοντι η βλαστμια απ το πειρο δεν εχε βλψει καννα που 'χε το μυαλ του απεραχτο, δεν ξερες τι μποροσε να κνει εκενη την τελικ στιγμ με τη φανερ αυξημνη της δναμη και τα σημδια μιας συγκεκριμνης βολησης που  θα φανερωνταν σντομα κτω απ τα σκρπια σννεφα του σεληνοφτιστου ουρανο.
     Την δια στιγμ νας απ τους αστυνομικος στο παρθυρο πρε μια κοφτ, δυνατ ανσα. Οι λλοι τον κοταξαν και κατπιν ακολοθησαν γργορα τη ματι του προς το σημεο που εχε ξαφνικ τραβξει την προσοχ του. Δε χρειζονταν λγια. Αυτ που αμφισβητονταν σαν χωριτικο κουτσομπολι ταν τρα αναμφισβτητο. Εναι ακριβς γι' αυτ το πργμα, που λοι της ομδας το παραδχονταν αργτερα, που δε μιλνε για τις παρξενες μρες στο 'Αρκαμ. Εναι απαρατητο να καταλβουμε τι δε φυσοσε καθλου αρας τη βραδιν εκενη ρα. Ββαια λγο αργτερα σηκθηκε νεμος, αλλ τη στιγμ εκενη δε φυσοσε καθλου. Ακμα και τα ξερ, δχως φλλα κλαδι της κπαρης στο φρχτη  κι η τντα στην κορφ του αμαξιο δε σλευαν καθλου. Κι μως, μσα στην ανσυχη, ββηλη ηρεμα τα ψηλ κλαδι λων των δντρων της αυλς αναδεονταν. Συσπνταν σιχαμνα και σπασμωδικ, νυχιζοντας μ' ακρτητη επιληπτικ μανα τα φωτισμνα απ τη σελνη σννεφα. ξυναν ανσχυρα το φαρμακωμνο αρα σαν να τα κουνοσε, δεμνη μαζ τους με ασματα σρματα, μια υπγεια φρικωδα που σφδαζε θανατερ μσα στο μαρο χμα.
     Για μερικς στιγμς δεν ανσανε κανες. Κατπιν να πιο σκοτειν σννεφο σκπασε το φεγγρι κι η σιλουτα των συστραμμνων κλαδιν χθηκε για λγο. λοι ξσπασαν σε μια κραυγ. Γεμτη δος, βραχν, σχεδν δια σ' λους τους λαιμος. Γιατ ο τρμος δε χθηκε μαζ με τη θα των κλαδιν, και σε μια φοβερ στιγμ βαθτερου σκοταδιο οι παρατηρητς εδαν να σπιθουρζουν στην κορυφ των δντρων χιλιδες μικροσκοπικς τελεες θαμπς ακτινοβολας, στην κρη του κθε κλαδιο, σαν τις φλγες που κατβηκαν τη μρα της Πεντηκοστς στα κεφλια των Αποστλων. ταν νας τερατδικος αστερισμς αφσικου φωτς, λιμασμνο σμρι νεκροθρεμμνες κωλοφωτις που χρευαν κολασμνες σαραμπντες πνω σε στοιχειωμνα λη. Και το χρμα ταν το διο ακατονμαστο μ' αυτ που ο Αμι εχε μθει πια να αναγνωρζει και να αποστρφεται. Σ' λο αυτ το διστημα ο φωσφορισμς απ το πηγδι γινταν ολονα φωτειντερος, φρνοντας στους ζαβλακωμνους ντρες μια ασθηση  αφσικης καταδκης. Τρα πια δεν λαμπε απ το πηγδι. Ξεχυνταν. Και καθς το μορφο ρυκι του ακατονμαστου χρματος εγκατλειπε τη φωλι του, φαινταν να ξεχνεται κατευθεαν στον ουραν.
     Ο κτηνατρος ργησε και πγε στη μπροστιν πρτα για να βλει λλο να δοκρι.  Ο Αμι δεν τρεμε λιγτερο κι αναγκστηκε να τραβξει τους λλους απ το μανκι για να τους δεξει φωνα το φγγος που μεγλωνε στα δντρα. Ο θρυβος των αλγων εχε γνει πια τρομαχτικς, αλλ καμι απ τις ψυχς που ταν κλεισμνες στο γρικο σπτι δε θα τολμοσε να βγει ξω μ' οποιοδποτε ανττιμο  που θα μποροσε να πληρωθε σ' αυτν εδ τη γη. Με το πρασμα της ρας η λμψη μεγλωνε εν τα ανσυχα κλαδι λες και τεντνονταν λο και περισστερο για να προυν κθετη κατεθυνση. Τρα λαμπε και το ξλο της τροχαλας του πηγαδιο και σε λγο νας αστυνομικς δειξε τις κυψλες και τα υπστεγα κοντ στο δυτικ τοχο. Αρχιζαν να λμπουν κι αυτ αν και τα οχματα των επισκεπτν φανονταν απεραχτα. Ττε ακοστηκε μια γρια ταραχ στο δρμο και καθς ο Αμι δυνμωνε τη λμπα για να δονε καλτερα αντιλφθηκαν τι τα τρομαγμνα λογα εχαν σπσει τα λουρι και το σκγανε μαζ με το αμξι.
     Το πλγμα λυσε τις γλσσες κι ακοστηκαν ταραγμνοι ψθυροι.
 -«Καλπτει κθε τι το οργανικ να γρω», μουρμορισε ο ιατροδικαστς. Κανες δεν απντησε, αλλ ο ντρας που εχε κατβει στο πηγδι επε τι με το μακρ του στυλιρι θα 'χε ανακατψει κτι που δεν πρεπε. «ταν τρομερ», πρσθεσε. «Δεν υπρχε πτος, μονχα γλνα και φουσκλες κι η ασθηση πως κτι παραμνευε εκε κτω». Το λογο του Αμι σκαβε ακμα το χμα και ορλιαζε ξω στο δρμο και σχεδν πνιγε τα αδναμα ψελλσματα του ιδιοκττη του, που προσπαθοσε ν' αρθρσει τις μορφες σκψεις του.
 -«ρθε απ τη πτρα... μεγλωνε κτω κε... πρε λες τις ζως... τρφηκε απ' αυτος, απ τη ψυχ και το σμα τους... του Θαδδαου και του Μρβιν, του Ζνωνα και της Νμπι... στο τλος ο Νχουμ...πιαν λοι απ το νερ... τους βρεσε... ρθε απ πρα που τα πργματα δεν εναι πως εδ... τρα γυρζει πσω...»
     Στο σημεο αυτ, καθς η στλη του γνωστους χρματος γινε ξφνου λαμπρτερη κι ρχισε να επιδδεται  σε υπαινιγμος φανταστικν μορφν που αργτερα ο καθνας απ τους παρντες περιγραφε διαφορετικ, απ τον βασανισμνο Ηρωνα βγκε μια κραυγ που δεν εχε ξανακουστε ποτ απ αλγου στμα. Στο χαμηλοτβανο καθιστικ βολωσαν τα αυτι τους κι ο Αμι στρεψε το πρσωπ του απ το παρθυρο αναγουλιζοντας απ φρκη. Τα λγια δεν μπορον να το περιγρψουν -ταν ο Αμι κοταξε ξαν ξω, το μοιρο ζο κειτταν ακνητο στο σεληνοφτιστο χμα ανμεσα στα συντρμμια του μικρο αμαξιο. Αυτ ταν το τλος του Ηρωνα, που τον θαψαν το λλο πρω. Αλλ δεν ταν ρα για πνθος, γιατ την δια στιγμ ο νας αστυνομικς τρβηξε την προσοχ τους σε κτι τρομαχτικ που βρισκταν μσα στο διο το δωμτιο. Με το φως της λμπας σβηστ γινε φανερ τι νας ασθενικς φωσφορισμς εχε αρχσει να πλημμυρζει το σπτι. φεγγε στα πλατι σανδια του δαπδου και στην κουρελο, λαμπριζε στα φατνματα των μικρν παρθυρων. Διτρεχε τα χοντρ δοκρια στις γωνις, η μαρμαρυγ τλιγε τα ντουλπια, τις πρτες και τα ξλινα πιπλα. Δυνμωνε απ λεπτ σε λεπτ και τλος γινε φανερ τι κθε τι το ζωνταν πρεπε να εγκαταλεψει το σπτι.
     Ο Αμι τους δειξε την πσω πρτα και το μονοπτι που βγαζε απ τα χωρφια στην πνω βοσκ. Προχρησαν σκουντουφλντας σαν σε νειρο και δεν τλμησαν να κοιτξουν πσω σπου απομακρνθηκαν αρκετ στο ψλωμα. Ευτυχς που υπρχε το μονοπτι, γιατ δε θα μποροσαν να φγουν απ μπροστ, απ το καταραμνο πηγδι. Δεν ταν και λγο που πρασαν απ τον ολφεγγο σταλο και τα υπστεγα και απ τα λαμπερ οπωροφρα με τα διεστραμμνα, δαιμονικ περιγρμματα. Δξαζαν τον θε που το ανδεμα των κλαδιν γινταν περισστερο κοντ στην κορυφ. Καθς περνοσαν το παλι γεφρι πνω απ το ρμα του Τσπμαν, κατμαυρα σννεφα σκπασαν το φεγγρι κι φτασαν στο ξγναντο μπουσουλντας στα τυφλ.
     ταν κοταξαν κτω προς την κοιλδα και τη φρμα των Γκρντνερ, αντκρισαν να θαμα τρομερ. Ολκληρη η φρμα λαμπδιαζε με το φριχτ, γνωστο χρμα: τα δντρα, τα χτσματα, ακμα κι σο χορτρι θμνοι δεν εχαν υποκψει ολτελα στη θανσιμη γκρζα ξεραλα. λα τα κλαδι τεντνονταν προς τον ουραν, με γλσσες βρμικης φλγας στις κρες τους και ρυκια της διας τερατδικης φωτις σερνντουσαν  στ' ακριν δοκρια του σπιτιο, του στβλου και των υπστεγων. Ηταν σκην απ ραμα του Φουζλι. Και παντο αλλο βασλευε το πανηγρι της φωτεινς αμορφας, αυτ το ξνο, δχως διαστσεις ουρνιο τξο του μυστηριακο δηλητηρου που βγαινε απ το πηγδι -που σερπε, χιδευε, γλειφε, γρπωνε, τλιγε και φουσκλιαζε κακβουλα με τους γνωρους, υπρκοσμους χρωματισμος του.
     Μετ, χωρς ειδοποηση, το φριχτ πρμα ρμησε κθετα στον ουραν σαν ρουκτα μετωρο, δχως ν' αφσει χνρια πσω του, κι εξαφανστηκε μσα απ μια στρογγυλ, παρδοξα κανονικ τρπα στα σννεφα. Κανες δεν πρλαβε να πρει ανσα. Κανες δε θα μπορσει ποτ να ξεχνει αυτ που εδε κι ο Αμι κοιτοσε χαζ τα αστρια του Κκνου, τον Ντνεμπ που στραφτε ανμεσ τους, εκε που το γνωστο χρμα γινε να με το Γαλαξα. Αλλ την δια στιγμ η ματι του γρισε πλι στη γη, τραβηγμνη απ το κροτλισμα στην κοιλδα. ταν μονχα κροτλισμα, χος ξλου που σκζεται κι χι κρηξη -που ορκζονταν πολλο λλοι της ομδας. Αλλ το αποτλεσμα ταν το διο: μσα σε μια πυρετικ, καλειδοσκοπικ στιγμ η καταδικασμνη φρμα ξσπασε σε μια εκρηχτικ, αστραφτερ καταιγδα απ αφσικες σπθες που θμπωσε το βλμμα των λγων που την εδαν  κι στειλε στο ζενθ του ουρανο να σννεφο με ττοιο χρμα και ττοιο αφνταστο υλικ που το σμπαν ολκληρο το αποδιχνει. Μσ' απ την ατμδη οπ που ξανκλεισε γργορα ακολοθησε τη θανατλα που χανταν και σ' να δευτερλεπτο χθηκε κι αυτ. Πσω και κτω μεινε μνο να σκοτδι που ο ντρες δεν τολμοσαν να επιστρψουν, και παντο γρω ρχισε να σηκνεται νας νεμος που λες και ξεχυνταν στα χαμηλ σε μαρες ριπς που στελνε το αστρικ διστημα. Στργκλιζε και ολοφυρταν, μαστγωνε τα χωρφια και βαζε τα δση με τρελ κοσμικ μανα, σπου γργορα η ομδα κατλαβε τρμοντας τι δε χρειαζταν να περιμνει το φεγγρι για να δει τι απμεινε απ τη φρμα του Νχουμ.
     Με τρμο που δεν φηνε θση σε συζτηση και θεωρες οι εφτ ντρες ξεκνησαν τρμοντας για το Αρκαμ απ τον βοριν δρμο. Ο Αμι ταν χειρτερα απ τους λλους και τους ικτεψε να τον πνε ως μσα στην κουζνα του πριν συνεχσουν για την πλη. Δεν θελε να περσει μνος τα ανεμοδαρμνα δση  που ανμεσ τους περνοσε ο κανονικς δρμος για το σπτι του. Γιατ εχε δεχτε να χτπημα παραπνω απ τους λλους κι λα τα κατοπιν χρνια τον πλκωνε νας σκοτεινς φβος που δεν τολμοσε οτε να φανερσει. Καθς οι υπλοιποι της ομδας στον ταραγμνο λφο στρεφαν αποφασιστικ το πρσωπ τους προς το δρμο, ο Αμι εχε στραφε πλι για μια στιγμ προς τη σκιαγμνη, ερημωμνη κοιλδα που ως πριν λγο δινε καταφγιο στον κακτυχο φλο του. Κι απ' αυτ το μακριν σημεο εδε κτι να σηκνεται αδναμα και να βουλιζει πλι στο μρος που εχε τιναχτε στα ουρνια ο μγας μορφος τρμος. Δεν ταν παρ να κομμτι χρμα -μα χι απ 'κενα που ξρουμε στους ουρανος και τη γη μας. Κι επειδ ο Αμι αναγνρισε αυτ το χρμα και ξρει πως το τελευταο αυτ αδναμο απομεινρι θα λουφζει ακμα εκε κτω στο πηγδι, δεν ξανρθε ποτ στα σγκαλ του.
     Ποτ δεν πλησασε αυτ το μρος. Πρασαν σαρντα τσσερα χρνια απ την ρα του τρμου, αλλ ποτ δεν πτησε πδι εκε και θα χαρε ταν τα σκεπσει λα η τεχνητ λμνη. Θα χαρ κι εγ γιατ δε μου ρεσε ο τρπος που το φως του λιου λλαζε χρμα γρω στο χελος του παρατημνου πηγαδιο καθς περνοσα. Ελπζω να μενει το νερ πντα βαθ _αλλ κι τσι δε θα το πιω ποτ. Οτε και θα ξανρθω στις γειτονις του Αρκαμ. Τρεις απ τους ντρες που ταν με τον Αμι ξαναγρισαν το λλο πρω για να δονε τα ερεπια στο φως της μρας, αλλ ερεπια ουσιαστικ δεν υπρχαν. Μνο τα τοβλα της καμινδας, οι πτρες του κελαριο, λγα μεταλλικ σκουπδια εδ κι εκε, και το πεζολι του ακατανμαστου πηγαδιο. Εκτς απ το λογο του Αμι, που το 'συραν και το 'θαψαν πιο πρα, και το μισοκατεστραμμνο αμξι του, κθε λλο χνος ζως εχε χαθε. Απμειναν πντε μαγεμνα εκτρια σκονισμνη, σταχτι ερημι και τποτα πια δεν ξαναβλστηκε εκε. Ως σμερα ανογεται  στον ουραν σαν νας μεγλος λεκς που προξνησαν στο δσος και τα χωρφια παντοδναμα οξα, κι οι λγοι που τλμησαν να στρψουν μτι πνω της παρ τους ψθυρους των χωρικν την ονμασαν καμνο χρσωμα.
     Οι χωρικο διηγονται πργματα παρξενα. Θα ταν ακμα πιο παρξενα αν οι νθρωποι της πλης και οι χημικο του πανεπιστμιου ενδιαφρονταν να αναλσουν το νερ απ το αχρησιμοποητο πηγδι τη σκνη που δε φανεται να σκορπζεται απ τον νεμο. Κι οι βοτανολγοι θα 'πρεπε να μελετσουν τη μισοπεθαμνη χλωρδα στις κρες του λεκ, γιατ θα μποροσαν σως να ρξουν φως στην πστη των χωρικν τι το κακ απλνεται σιγ-σιγ, σως δυο με τρεις πντους το χρνο. Ο κσμος λει τι την νοιξη το χρμα στα γειτονικ φυτ δεν εναι απλυτα σωστ κι τι γρια ζα αφνουν περεργα χνρια στο ελαφρ χειμωνιτικο χινι. Το χινι πνω στο λεκ δε φανεται το διο βαρ μ' αλλο. Τα λογα -τα λγα που μειναν στη μηχανοκνητη εποχ μας- νευριζουν μλις βρεθον στη σιωπηλ κοιλδα. Οι κυνηγο δεν μπορον να εμπιστευτον τους σκλους τους ταν περνον κοντ απ την γκριζωπ σκνη.
     Λνε ακμα τι το μρος επιδρ σκημα στο μυαλ. Πολλο μισοτρελθηκαν τον επμενο χρνο και σ' λες τις περιπτσεις δεν εχαν τη δναμη να φγουν απ 'κει. Ττε οι πιο δυνατο στη θληση εγκατλειψαν την περιοχ και μονχα οι ξνοι προσπθησαν να μενουν στα παλι σπτια. Ωστσο δεν τα κατφεραν. Κι αναρωτιμαι καμι φορ ποια διασθηση οξτερη απ τη δικ μας τους χρισαν οι γριες και παρδοξες μαγικς ιστορες που διηγονται χαμηλφωνα. Τα νυχτεριν νειρα γνονται τρομαχτικ σ' αυτ το μρος, παραπονιονται, και σγουρα η εμφνιση του σκοτεινο τπου αρκε απ μνη της να ξεσηκσει μια νοσηρ φαντασα. Κανες ταξιδιτης δε γλτωσε απ μιαν ασθηση παραδοξτητας καθς περνοσε τις βαθις χαρδρες κι οι ζωγρφοι τρμουν καθς εικονζουν τα πυκν δση που το μυστρι τους ξεπηδ ταυτχρονα απ το πνεμα και την ραση. Κι εγ ο διος νιθω περεργα για την ασθηση που εχαν απ το μακριν μου περπατο -πριν ακοσω την ιστορα του Αμι. ταν ρθε το σορουπο εχα κπως επιθυμσει να μαζευτον λγα σννεφα, γιατ νας παρξενος φβος για τα βαθι ουρνια εχε τρυπσει σορνοντας στην ψυχ μου.
     Μη ρωττε τη γνμη μου. Δεν ξρω -αυτ αρκε. Μνο τον Αμι μπρεσα να ρωτσω. Οι νθρωποι στο Αρκαμ δε μιλον ποτ για τις παρξενες μρες κι οι τρεις καθηγητς που εδαν τον αερλιθο και τη φουσκλα εναι νεκρο. Υπρχουν κι λλες φουσκλες -να εστε σγουροι. Κποια πρπει να τρφηκε καλ και να ξφυγε, και κποια λλη δεν πρλαβε. Δχως αμφιβολα εναι ακμα στο βθος του πηγαδιο -το ξρω πως κτι δεν πγαινε καλ με το φως του λιου πνω απ το μιασμνο νερ. Οι χωριτες λνε πως το κακ προχωρε δυο τρεις πντους το χρνο, σως λοιπν κτι μεγαλνει ακμα εκε, τρφεται και περιμνει. Αλλ ποιος δαμονας κι αν κλωσ το κακ εκε κτω πρπει να 'ναι δεμνος με κτι, αλλις θα ξαπλωνταν γργορα. Να 'ναι δεμνος με τις ρζες των δντρων που νυχιζουν τον νεμο; Μια απ τις ιστορες που αφηγονται σμερα στο 'Αρκαμ λει για χοντρς βελανιδις που λμπουν τη νχτα και σαλεουν με τρπο ανρμοστο.
     Τι εναι, μονχα ο Θες ξρει. Απ υλικ ποψη υποθτω τι αυτ που περιγραψε ο Αμι θα πρπει να ονομαστε αριο, μως αριο που δεν υπκουε στους νμους του κσμου τοτου. Δεν ταν καρπς των κσμων και των λιων που λμπουν στα τηλεσκπια και τις φωτογραφικς πλκες των αστεροσκοπεων μας. Δεν ταν ανσα των ουρανν εκενων που τις διαστσεις τους μετρον οι αστρονμοι και λνε πως δεν επιδχονται μτρηση. ταν να χρμα απ το βαθ διστημα -νας φριχτς αγγελιαφρος απ τα μορφα βασλεια του Απερου- πρα απ τη Φση που γνωρζουμε. Απ χρους που η παρξ τους θολνει απ μνη της το μυαλ και μας μουδιζει με τα μαρα εξκοσμα χσματα που ανογει μπροστ στα φρενιασμνα μτια μας.
     Αμφιβλλω πολ αν ο μι επε ψματα συνειδητ και δεν πιστεω πως η ιστορα του ταν ολκληρη γννημα της τρλας, πως με προειδοποησαν στο Αρκαμ. Κτι τρομερ ρθε στους λφους και τις κοιλδες μας μ' αυτ το μετωρο -και κτι τρομερ- αν και δεν ξρω πσο μεγλο- μνει ακμα. Θα χαρ να δω να 'ρχεται το νερ. Στο μεταξ ελπζω να μην πθει τποτα ο Αμι. Εδε πρα πολλ και η επδραση του πργματος ταν τσο φαρμακερ! Γιατ δεν μπρεσε ποτ να φγει απ 'κει; Πσο καθαρ θυμταν τα τελευταα λγια του Νχουμ:
 -«...το ξρεις αλλ δε μπορες τποτα... να ξεφγεις... σε τραβ...» Ο 'Αμι εναι πολ συμπαθητικς γρος, ταν ξεκινσει  το ργο της υδατοδεξαμενς θα πρπει να γρψω στον αρχιμηχανικ να τον προσχει. Δε θα 'θελα να τον θυμμαι σαν εκενη τη σταχτι, στρεβλ, σαθρ τερατωδα που επιμνει, λο και περισστερο, να ταρζει τον πνο μου.
  
______________________________________
______________________________________

                                          Σελεφας

     τανε σ' νειρο που ο Κουρνις αντκρισε τη πλη στη κοιλδα και την ακτ πρα στο βθος και τη χιονοσκπαστη βουνοκορφ που δσποζε στη θλασσα και τις ζωηρχρωμες γαλρες που σαλπριζαν απ το λιμνι για τους αλαργινος τπους, που η θλασσα σμγει με τον ουραν. τανε σ' νειρο επσης, που 'χε αποκτσει τ' νομα Κουρνις, γιατ ταν τανε ξυπνητς τονε φωνζανε κπως αλλις. σως τανε φυσικ γι' αυτν να ονειρευτε να καινοριο νομα, γιατ ταν ο τελευταος της φαμλιας του και ζοσε μονχος ανμεσα στα διφορα πλθη του Λονδνου. τσι δεν υπρχανε πολλο για να του πουν να λγο και να του θυμσουνε ποιος τανε κποτε.
     Η περιουσα και τα κτματ του εχανε χαθε και δε του ρεσε ο τρπος που ζοσαν οι νθρωποι τριγρω του.. Τα σα γραφε τα περγελοσαν εκενοι που τους τα 'δειχνε, τσι μετ απ λγο καιρ ρχισε να τα κρατ για τον εαυτ του και τελικ σταμτησεν εντελς να γρφει. σο περισστερο αποτραβιταν απ τον κσμο γρω του, τσο πιο θαυμαστ γνονταν τα νειρ του. Και θα 'ταν αλθεια μταιο να προσπαθσει να τ' αποδσει στο χαρτ. Ο Κουρνις δεν τανε μοντρνος και δε σκεφτταν πως οι λλοι που γρφανε. Εν κενοι πασχζαν να απογυμνσουνε τη ζω απ τα χρυσοποκιλτα ππλα του μθου και να δεξουνε σε γυμνν ασκμια το αποκρουστικ πρμα που λγεται πραγματικτητα, εκενος αναζητοσε την ομορφι και μνο. Κι ταν η αλθεια κι η περα δε κατφερναν να την αποκαλψουνε, την αναζητοσε στη φαντασα και στα ορματα και τελικ τη βρκε στο διο του το κατφλι, ανμεσα στις θολς θμησες των παιδικν παραμυθιν και των ονερων.
     Δεν υπρχουνε πολλο που να ξρουνε τι θαματα ξανογονται μπρος τους, τις ιστορες και τα ορματα της νιτης τους. Γιατ ταν σαν παιδι ακομε κι ονειρευμαστε δε κνουμε παρ συγκεχυμνες σκψεις κι ταν σα μεγλοι προσπαθομε να θυμηθομε, εμαστε πια τσον αποχαυνωμνοι και πεζο, χοντας ποτιστε με το δηλητριο της ζως. Μερικο μως απ μας ξυπνμε τις νχτες με παρξενα, φαντασμαγορικ ορματα μαγευτικν λφων και κπων, απο συντριβνια που τραγουδνε στον λιο, απ χρυσαφνιους γκρεμος που δεσπζουνε πνω απ θλασσες ψιθυριστς, απ πεδιδες που απλνονται πρα ως τις παρυφς κοιμισμνων πλεων, φτιαγμνων απ μπροτζο και πτρα κι απ σκιερς ομδες ηρων που καλπζουν σε περιστλιστα λευκ τια, στις κριες πυκνν δασν. Και ττε καταλαβανουμε πως ρξαμε μια φευγαλα ματι πρα, πσω απ τις Φιλντισνιες Πλες, σε κενο τον κσμο των θαυμτων που 'τανε δικς μας προτο γνουμε σοφο και δυστυχες.
     Ο Κουρνις φτασε τελεως απρσμενα στον παλι του κσμο της παιδικς ηλικας του. Αρχικ ονειρετηκε το πελριο, πτρινο, κισσοντυμνο σπτι που 'χε γεννηθε κι που εχανε ζσει δεκατρες γενις προγνων του, εκε που λπιζε ν' αφσει κποτε τη τελευταα του πνο κι αυτς. To φεγγαρφωτο λουσε το τοπο κι εκενος εχε βγει κλεφτ απ το δωμτι του, ξω στην ευωδιαστ καλοκαιριτικη νχτα. Δισχισε τους κπους, κατηφρισε τα παρτρια, πρασε απ τις μεγλες βαλανιδις του πρκου και πρε το μακρ, σπρο δρμο για το χωρι. Το χωρι τανε πολ παλι, με τις γωνις του φαγωμνες απ τον χρνο, σαν το φεγγρι που 'χεν αρχσει να λιγοστεει κι ο Κουρνις αναρωτθηκε αν οι μυτερς στγες των μικρν σπιτιν κρυβαν τον πνο τον θνατο. Μακρις λγχες γρασιδιο φυτρνανε στους δρμους και τα τζαμφυλλα στα παραθρια ταν ετε θρυμματισμνα, ετε ατενζανε τυφλ, πνιγμνα στη σκνη.
     Δε χασομρησε διλου κει, αλλ συνχισε τον δρμο του σαν κτι να τονε καλοσε προς να προορισμ. Δε τολμοσε να παρακοσει στο κλεσμα, γιατ φοβταν μπως αποδειχτε κι αυτ αυταπτη, σαν τις επιδιξεις και τις φιλοδοξες της ξπνιας ζως που δεν οδηγονε σε καννα σκοπ. στερα κτι τον εχε τραβξει σ' να δεντρφυτο δρμο που 'βγαζε στους γκρεμος του Στενο, πρ' απ το χωρι. τσι φτασε κει που τλειωνε το κθε τι -στο βραθρο και την βυσσο που ολκερο το χωρι κι ολκερος ο κσμος τλειωναν απτομα στο δχως αντλαλους κεν του απερου, που ακμα κι ο ουρανς μπροστ, ταν δειος κι αφτιστος απ το μισοφαγωμνο φεγγρι τ' αστρα.
     Η πστη τονε κντρισε να προχωρσει, ν' αψηφσει το βραθρο και να βουτξει στην βυσσο. Κατβαινε αργ, αιωρομενος σα φυσαλδα, ανταμνοντας στο δρμο σκοτειν, μορφα, ανονερευτα νειρα, αχνς φωτερς σφαρες που μπορε να 'τανε μισονειρεμνα νειρα και κοροδευτικς φτερωτς μορφς, που φανονταν να περιγελονε τους ονειροπλους λων των κσμων. στερα, το σκοτδι φνηκε να σκζεται μπροστ του και ττε αντκρισε τη πλη στη κοιλδα. λαμπεν αστραφτερ πρα μακρι, πολ μακρι κτω, σ' να φντο θλασσας κι ουρανο, με μια χιονισμνη βουνοκορφ κοντ στην ακτ.
     Ξπνησε ακριβς τη στιγμ που αντκριζε τη πλη. Ωστσο ξερε απ κενη τη φευγαλα ματι, πως δεν ταν λλη απ τη Σελεφας, στη κοιλδα του Ουθ-Ναργκι, πρα απ τους Τανριους Λφους. ταν εκε που το πνεμα του εχε ζσει λη την αιωνιτητα μιας ρας, να καλοκαιριτικο απομεσμερο, κποτε, πριν πολλ-πολλ χρνια, ταν εχε ξεγλιστρσει απ τα μτια της γκουβερνντας του κι εχεν αφσει τη ζεστ θαλασσινν αρα να τον νανουρσει, εν χζευε τα σννεφα απ τον γκρεμ κοντ στο χωρι. Εχε διαμαρτυρηθε ττε, ταν τονε βρκανε, τονε ξυπνσανε και τονε πρανε πσω στο σπτι, γιατ κενη τη στιγμν ακριβς ταν τοιμος να σαλπρει με μια χρυσαφνια γαλρα για κενους τους σαγηνευτικος τπους, που η θλασσα σμιγε με τον ουραν. Τρα λοιπν νιωθε την δια αγανκτηση για το ξπνημα, γιατ εχε ξαναβρε επιτλους τη θαυμαστ πλη, στερα απ σαρντα χρνια βαρετς ζως.
     Αλλ τρεις νχτες αργτερα, ο Κουρνις ξαναγρισε στη Σελεφας. πως και την λλη φορ, ονειρετηκε πρτα το χωρι που 'τανε βυθισμνο στον πνο τον θνατο και την βυσσο που 'πρεπε να κατβει κανες πετντας ανλαφρα στο κεν. στερα φνηκε κενο το σκσιμο μπροστ του κι αντκρισε πλι τους λαμπερος μιναρδες της πλης, εδε τις χαριτωμνες γαλρες που λικνζονταν αγκυροβολημνες στο ζαφειρνιο λιμνι και θαμασε τα δντρα γκνγκο του ρους Αρν, που κυματζανε στη θαλσσιαν αρα. Αλλ τοτη τη φορ κανες δε τονε δικοψε παρνοντς τονε βναυσα, μακρι απ κει και σα φτερωτ πλσμα, συνχισε να κατεβανει ανλαφρα προς μια χορταριασμνη πλαγι, σπου τα πδια του ακουμπσανε μαλακ στη χλη. Εχε στ' αλθεια επιστρψει στη κοιλδα του Ουθ-Ναργκι και στην υπροχη πλη, Σελεφας.
     'Αρχισε να κατηφορζει τον λφο περπατντας στη μυρωδτη χλη, ανμεσα σε πολχρωμα λουλοδια. Διαβανοντας απ το ξλινο γιοφυρκι, που πριν τσα και τσα χρνια εχε σκαλσει τ' νομ του, πρασε τον αφριστ Ναραξ, δισχισε το αλσλλιο ακογοντας τον αδικοπο ψθυρο των δντρων κι φτασε στη μεγλη πτρινη γφυρα πλι στις πελριες πλες της πλης. λα ταν πως τα θυμταν απ παλι: τα διαμαντνια τεχη δεν εχανε χσει τη γυαλδα τους, οτε τα διακοσμητικ, στιλπν, μπροντζινα αγλματα εχανε θαμπσει. Κατλαβε πως δεν εχε λγους ν' ανησυχε μπως τα πρματα που 'ξερε εχανε χαθε, γιατ ακμα κι οι σκοπο στις πολεμστρες σαν οι διοι, το διο νοι σο τους θυμταν.
     ταν διβηκε τις μπροτζινες πλες, μπκε στη πλη κι ρχισε να βαδζει στους δρμους, τους στρωμνους με νυχα, οι μποροι κι οι καμηλιρηδες, τονε χαιρετσανε σα να μην εχε φγει ποτ απ κει. Κι ταν ο διος νας απ τυρκουζ, αφιερωμνος στον Ναθ-Χορτθ, που οι στεφανωμνοι με ορχιδες ιερες του εξγησαν τι δεν υπρχε χρνος στο Ουθ-Ναργκι, αλλ μονχα αινια νιτη. στερα δισχισε τον Δρμο των Κινων προς τη προκυμαα, που μαζεονταν οι εμπροι κι οι ναυτικο, καθς και παρξενοι νθρωποι απ τους τπους εκενους που η θλασσα σμγει με τον ουραν. Εκε μεινε κμποσο, αγναντεοντας πρα στ' ολφωτο λιμνι που στραφταλζανε τα κυματκια, κτω απ ναν γνωστον λιο κι που λικνζονταν ανλαφρα οι γαλρες απ τους μακρινος τπους, πρ' απ τη θλασσα. Αγνντεψε πρα προς το βουν 'Αραν, που ορθωντανε μεγαλπρεπο απ την ακτ, με τις χαμηλτερες πλαγις του καταπρσινες απ τα κυματιστ δντρα και τη λευκ του κορφ ν' αγγζει τα ουρνια.
     Πιτερο απ ποτ, λαχταροσε να σαλπρει με μια γαλρα, για κενους τους αλαργινος τπους, που 'χεν ακοσει τσες και τσες παρξενες ιστορες κι ψαξε να βρει τον καπετνιο που τον εχε δεχτε σαν επιβτη του, τσα χρνια πριν. Βρκε τον νθρωπο που αναζητοσε, τον Αθμπ, καθισμνον πως και ττε στην δια κασλα με μπαχαρικ, αλλ δε φνηκε να 'χει συνειδητοποισει πσα χρνια εχανε κυλσει στο μεταξ. πειτα, οι δυο τους, πγανε με βρκα σε μια γαλρα στο λιμνι και δνοντας εντολς στους κωπηλτες και το πλρωμα, το πλοο νοιξε πανι για τη κυματδη θλασσα της Σερενρια, που οδηγε στον ουραν. Κμποσες μρες γλιστροσαν ανλαφρα στα κματα, σπου τελικ φτσανε στον ορζοντα, εκε που η θλασσα σμγει με τον ουραν. Η γαλρα δε κοντοστθηκε διλου δω, αλλ συνχισε ν' αρμενζει αιθρια προς τον γαλζιο τ' ουρανο, περνντας ανμεσα απ μπαμπακνια σννεφα με ρδινες πινελις. Και χαμηλ κτω στη καρνα, ο Κουρνις, μποροσε να δει παρξενες χρες και πλεις ανεπωτης ομορφις, πλαγιασμνες νωχελικ στο λιφωτο που δε φαινταν να λιγοστεει να σβνει. Και κποτε ο Αθμπ τονε πληροφρησε πως σντομα θα μπανανε στο λιμνι της Σερνιαν, της ροδχρωμης, μαρμαρνιας πλης στα σννεφα, που ορθνεται σε κενη την αιθριαν ακτ, απ' που ο δυτικς νεμος φυσ στον ουραν. Αλλ πνω που οι ψηλτεροι απ τους σμιλευτος πργους της πλης φανκανε μπρος του, νας χος ακοστηκε κπου στο διστημα κι ο Κουρνις ξπνησε στη λονδρζικη σοφτα του.
     Για πολλος μνες μετ, αναζητοσε μταια τη μαγευτικ πλη της Σελεφας και τις γαλρες της π' αρμνιζαν σε θλασσες κι ουρανος. Αν και με τα φτερ τ' ονερου κατφερε να περιπλανηθε σε πολλος φαντασμαγορικος κι ασλληπτους τπους, κανες απ' σους συνντησε κει δεν τανε σε θση να τον πληροφορσει πως να ξαναβρε το Ουθ-Ναργκι πρ' απ τους Τανριους Λφους.
     Μια νχτα πρασε πετντας πνω απ σκοτειν βουν, που τρεμοφγγαν αχνς, μοναχικς φωτις καταυλισμν σε μεγλες αποστσεις μεταξ τους κι που περιπλανιντανε παρξενα κοπδια μαλλιαρν ζων με μελωδικ καμπανκια στα μπροστρικα. Και στην αγριτερη περιοχ αυτς της ορεινς χρας, της τσο αλαργινς που λιγοστο νθρωποι την χουνε δει ποτ, ανακλυψε πανρχαιο πτρινο τεχος ανχωμα, να προχωρ φιδογυριστ, σκαρφαλνοντας σε βουνοκορφς και διασχζοντας κοιλδες. τανε πολ γιγντιο για να 'χει φτιαχτε απ χρια ανθρπου και τσο μακρ που καμι του κρη δεν πιανε το μτι. Πρ' απ κενο το τεχος, στο γκριζωπ φως της αυγς, φτασε σε μια γη με μαγευτικος κπους και κερασις κι ταν ο λιος ανβηκε ψηλ, αντκρισε ττοιον υπροχο θαμα απ κκκινα και λευκ λουλοδια, πρσινα φυλλματα και παρτρια, σπρα μονοπτια, διαμαντνια ρυκια, γαλζιες λιμνολες, σκαλιστ γιοφρια και πορφυρσκεπες παγδες, που μες στο θαυμασμ του λησμνησε για μια στιγμ τη Σελεφας.
     Αλλ τη θυμθηκε πλι, ταν κατηφρισε να λευκ μονοπτι προς μια πορφυρσκεπη παγδα. Σκπευε να ρωτσει σχετικ τους κατοκους τοτης της γης, λλ' ανακλυψε πως δεν υπρχαν νθρωποι εκε, παρ μνο πουλι, μλισσες και λουλοδια. Κποιαν λλη νχτα ανβηκε μιαν ατλειωτην ελικοειδ σκλα απ νοτερ πτρα κι φτασε σ' να παρθυρο ενς ψηλο πργου με θα προς μιαν απραντη πεδιδα κι να ποτμι, φωτισμνα απ τη πανσληνο. Και στη σιωπηλ πλη που απλωντανε στην χθη του ποταμο, του φνηκε πως δικρινε μερικ γνριμα χαρακτηριστικ. Θα κατβαινε να ρωτσει τον δρμο για το Ουθ-Ναργκι, αν μια φοβερ αυγ δεν σκαγε απ κποιο μακριν τοπο πρ' απ τον ορζοντα. Στο φως της εδε τα ερεπια και την αρχαιτητα της πλης, το λμνασμα στους καλαμινες του ποταμο και τον θνατο που αγκλιαζε τοτη τη γη. ταν τσι νεκρ απ τη μρα που ο βασιλις Κυναραθλις εχεν επιστρψει απ τις κατακτσεις του για να βρει την εκδκηση των Θεν.
     τσι ο Κουρνις συνχιζε τις καρπες αναζητσεις του για τη μαγευτικ πλη της Σελεφας και τις γαλρες που σλπαραν για τη Σερνιαν στον ουραν. Στις περιπλανσεις του αυτς τα μτια του αντικρσανε πολλ και θαμαστ πρματα. Κποτε μλις που γλτωσε απ τον αρχιερα, που δεν επιτρπεται να περιγραφε, ο οποος χει σκεπασμνο το πρσωπ του με μια κτρινη μεταξνια μσκα και κατοικε ολομναχος σ' να προστορικ πτρινο μοναστρι στο παγωμνο ερημικ οροπδιο του Λενγκ. Με τον καιρ ρχισε να βρσκει ανυπφορα τ' ανοσια διαλεματα της μρας κι τσι ρχισε να προμηθεεται ναρκωτικ για να μεγαλσει τις περιδους πνου. Το χασς τονε βοθησε πολ και κποια φορ τον στειλε σε μια περιοχ του διαστματος που δεν υπρχει η ννοια της μορφς κι που φωτειν αρια μελετονε τα μυστικ της παρξης. Εκε, να βιολετ αριο τονε πληροφρησε, πως ο χρος αυτς του διαστματος, βρισκταν ξω απ κενο που οι νθρωποι αποκαλοσαν πειρο, που υπρχανε πρματα σαν την λη, την ενργεια και τη βαρτητα.
     Ο Κουρνις αγωνιοσε πια να επιστρψει στη πυργοστλιστη Σελεφας κι τσι μεγλωσε τις δσεις των ναρκωτικν. Αλλ κποτε τα χρματ του τελεισανε και δεν τανε σε θση ν' αγορσει λλα. Και μια καλοκαιριτικη μρα, παρτησε τη σοφτα κι ρχισε να περιπλανιται σκοπα στους δρμους, σπου τα βματ του τον οδηγσανε πνω απ μια γφυρα κι φτασε σε μια περιοχ της πλης που τα σπτια γνονταν λο και πιο αραι. Εκε ακριβς, τονε βρκε η εκπλρωση κι αντμωσε τη τιμητικν ακολουθα των ιπποτν που 'χαν ρθει απ τη Σελεφας, για να τον οδηγσουνε σ' αυτ για πντα. ταν ωραοι ιππτες, καβλα σε πιτσιλωτ τια, ντυμνοι μ' αστραφτερς πανοπλες και χρυσοκντητους μανδες με παρξενα οικσημα. τανε τσοι πολλο, που για μια στιγμ τους πρασε για στρατ. Εχανε σταλε προς τιμ του, γιατ ταν αυτς που 'χε πλσει το Ουθ-Ναργκι στα νειρ του και για τον λγον αυτ θα γιντανε τρα ο μεγλος θες του. Οι ιππτες του πρσφεραν ν' λογο, τονε βλαν επικεφαλς στη πομπ τους κι λοι μαζ αρχσανε να καλπζουνε μεγαλπρεπα στους κμπους του Σρρυ, προς τον τπο που ο Κουρνις κι οι πργονο του εχανε γεννηθε.
     τανε πολ παρξενο, αλλ καθς οι καβαλρηδες προχωροσαν, τανε σαν να καλπζανε ταυτχρονα και πσω στον Χρνο, γιατ κθε φορ που διασχζανε κποιο χωρι στο λυκφωτο, βλπανε σπτια και χωρικος που δεχνανε ν' ανκουνε στην εποχ του Μεσαωνα και πιο παλι και μερικς φορς συναντοσαν φιππους ιππτες με μικρς ομδες απ ακολοθους τους. Με τον ερχομ της νχτας η πορεα τους γινε πιο γοργ και σντομα καλπζανε παρξενα, σα να πετοσανε στον αγρα. Στο μουντ φως της αυγς φτσανε στο χωρι που ο Κουρνις εχε δει ζωνταν στα παιδικ του χρνια και κοιμισμνο νεκρ στα νειρ του. ταν ολοζντανο τρα κι οι πρωινο του κτοικοι χαιρετοσανε καθς οι καβαλρηδες διασχζανε με πταγο τα καλντερμια για να βγονε στο δντρφυτο μονοπτι που τλειωνε στην βυσσο των ονερων.
     Στο παρελθν εχεν αρμενσει σ' αυτ την βυσσο μονχα νχτα κι αναρωτιταν τρα πως θα φαινταν στο φως της μρας. τσι παρατηροσεν ανυπμονα καθς η πομπ πλησαζε στο χελος της. Καθς αρχζανε να καλπζουνε στην ανηφορι προς τα κει, μια χρυσαφνια λμψη ξστραψε κπου στη δση κι κρυψε το τοπο πσω απ φωτερ ππλα. Η βυσσος ταν να στροβιλιζμενο χος ρδινης και γαλζιας φαντασμαγορας κι αρατες φωνς τραγουδοσανε χαρμσυνα καθς η συνοδεα των ιπποτν σλταρε απ την κρη του χελους κι ρχισε να κατεβανει μ' ανλαφρη χρη, περνντας μες απ αστραποβλα σννεφα κι ασημνιες λμψεις.
     Οι καβαλρηδες κατεβαναν ατλειωτα, με τις οπλς απ τα πολεμικ τους τια να γαντζνονται στον αιθρα σα να καλπζανε πνω σε χρυσαφνιες μμους. Και μετ, οι φωτεινς καταχνις σκιστκανε κι ανοξανε για ν' αποκαλψουνε μιαν ακμα μεγαλτερην ομορφι, λη κενη την ομορφι της πλης Σελεφας και την ακτ πρα και τη χιονισμνη βουνοκορφ που δσποζε στη θλασσα και τις ζωηρχρωμες γαλρες που σλπαραν απ το λιμνι για τους αλαργινος τπους, που η θλασσα σμγει με τον ουραν.
     Κι απ ττε, ο Κουρνις βασιλεει στο Ουθ-Ναργκι και σ' λες τις γειτονικς περιοχς του ονερου και διατηρε την αυλ του πτε στη Σελεφας και πτε στη συννεφχτιστη Σερνιαν. Βασιλεει εκε ακμα και θα συνεχσει να βασιλεει ευτυχισμνα για πντα, μ' λο που κτω απ τους γκρεμος του νσμουθ, οι παλρροιες των Στενν παιζαν με το κουφρι ενς αλτη, που 'χε διασχσει τρεκλζοντας το μισορημο χωρι κενη την αυγ. Παζανε κοροδευτικ και το πετοσανε στα βρχια, κτω απ τους κισσοντυμνους Πργους του Τρβορ, που νας εντυπωσιακ χοντρς κι ιδιατερα απεχθς, εκατομμυριοχος εργοστασιρχης μπρας, απολμβανε την αγορασμνην ατμσφαιρα μιας χαμνης ευγενικς γενις.
_______________________________
______________________________

"Selefais" (1927)
Μετφραση: Γιργος Μπαλνος
_________________________

"The Colour Οut Οf Space"
(1927)
Μετρ: Βασλης Καλλιπολτης


 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers