Πεζά

Ποίηση-Μύθια

Ο Dali & Εγώ

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Σχόλια-Αρθρα

Λαογραφικά

Ενδιαφέροντες

Κλασσικά

Αρχαία Ελλ Γραμμ

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Παγκ. Θέατρο

Ινφ-Σχολ-Επικοιν.

Φανταστικό

Ερ. Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Κλασσικά 

Μυρτιώτισσα: Δυναμική Σύγχρονη Σαπφώ...

        Βιογραφικό

     Η Μυρτιώτισσα ήταν Ελληνίδα ποιήτρια και μεταφράστρια. Αγαπήθηκε όσο λίγες γυναίκες στην εποχή της, τόσο για την ομορφιά της, όσο και για το πνεύμα και τα ερωτικά της ποιήματα. Από τις σημαντικότερες γυναικείες φυσιογνωμίες στο χώρο της νεοελληνικής ποίησης.
     Η Θεώνη Δρακοπούλου, όπως ήτανε το πραγματικό της όνομα, γεννήθηκε το 1885 στο Μπεμπέκι, προάστιο της Πόλης. Ο πατέρας της, Αριστομένης Δρακόπουλος, ήτανε γιος της Θεώνης Καλαμογδάρτη κι εγγονός του Ανδρέα Καλαμογδάρτη, γόνου αρχοντικής Πατρινής οικογένειας. Ήτανε διπλωμάτης κι υπηρετούσεν εκεί ως πρώτος διερμηνέας της Ελληνικής Πρεσβείας. Είχεν όλα τα μέσα και τη καλλιέργεια να της προσφέρει τη μόρφωση που απαιτούσεν η πρώιμη καλλιτεχνική της ιδιοσυγκρασία. 6 χρόνια μετά τη γέννηση της κόρης του διορίστηκε γενικός πρόξενος της Ελλάδας στη τουρκοκρατούμενη τότε Κρήτη, όπου μετακόμισε μαζί με την οικογένειά του. Μετά από παραμονή 2 χρόνων στο νησί, η οικογένεια εγκαταστάθηκε οριστικά στην Αθήνα, όπου η Θεώνη φοίτησε στη Σχολή Χιλ της Πλάκας.
     Από μαθητική ηλικία είχε κλίση προς τη ποίηση και το θέατρο. Στα 16 προκάλεσε θόρυβο γύρω από το όνομά της, όταν απήγγειλε στον Παρνασσό το ποίημα του Παλαμά, Ξύπνα, Ξύπνα, -ένα σπαραξικάρδιο θρηνολόγημα για το παιδί του. Τελειώνοντας τις εγκύκλιες σπουδές στην Αθήνα, παρακολούθησε μαθήματα στη Βασιλική Δραματική Σχολή Εθνικού Θεάτρου. Στη συνέχεια πήρε μέρος σ’ ερασιτεχνικές παραστάσεις αρχαίου δράματος και συνεργάστηκε με τη Νέα Σκηνή του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου
Γράφει η ίδια για κείνη τη περίοδο:

   [....] Λάβαινα μέρος εδώ κι εκεί σε κάτι ερασιτεχνικές παραστάσεις αρχαίων δραμάτων κι αργότερα πάλι σε καλύτερο και καλλιτεχνικότερο επίπεδο με τον καταπληχτικό Χρηστομάνο. Λέγανε πως είχα ταλέντο, μα δε μ’ άφησαν να το καλλιεργήσω. Έπειτα βιαστικά, σα να με είχαν πάρει τα χρόνια, με πάντρεψαν. Είναι ωστόσο βέβαιο πως εγώ προετοίμασα στο γιο μου το δρόμο που τον πέρασε αργότερα τόσο θριαμβευτικά, γιατί ως την ώρα που τον γέννησα, το μόνο πράγμα που μ’ απασχολούσε, το μόνο που πρόσεξα στο Παρίσι, σε κείνη τη μεγαλούπολη που πήγα μετά το γάμο μου, ήταν το θέατρο. Ο γάμος μου στάθηκε άτυχος. Εγώ η ίδια δέχτηκα να παντρευτώ έναν ξάδερφό μου που είχε έρθει τότε απ’ το Παρίσι για να μας δει και τον προτίμησα απ’ όλους τους νέους που γνώριζα. Δεν τον αγάπησα, όμως έλεγα πως το συγγενικό μας αίμα θα έσμιγε σιγά σιγά και τις ψυχές μας. Είχα άδικο. Όσο καλός κι αν ήταν, ευγενικός, μορφωμένος, όσο κι αν αγάπησε και φρόντισε κι αυτός όπως μπορούσε για τη μόρφωση του παιδιού μας, στο βάθος έμεινε ξένος για μένα. Αγαπούσε ωστόσο κι αυτός πολύ το θέατρο και με βοήθησε στο Παρίσι να πηγαίνω και ν’ ακούω τα μαθήματα που έδιναν φτασμένοι ηθοποιοί στην επίσημη Δραματική Σχολή του Κράτους. Οι καλύτερές μου ώρες ήταν εκείνες που περνούσα σ’ εκείνη την αίθουσα.

     Την ίδια εποχή ερωτεύεται τον κατά 6 χρόνια μεγαλύτερό της ποιητή Πέτρο Ζητουνιάτη (1875-1909). Ο έρωτάς τους θα ‘ει άδοξο τέλος, μετά τις απειλές της οικογένειάς της προς τον νεαρό ποιητή από τη Λειβαδιά, για διακοπή της σχέσης του. Το 1904 έλαβε μέρος στη παράσταση της "Αντιγόνης" του Σοφοκλή κι έπαιξεν επίσης στο Δημοτικό και το Εθνικό Θέατρο.



     Έπειτα από σύντομη διακοπή της ενασχόλησής της με το θέατρο, λόγω αντίδρασης της οικογένειάς της, συνέχισε τις δραματικές σπουδές της στο Παρίσι, όπου εγκαταστάθηκε μετά το γάμο της με τον μακρινό της εξάδελφο Σπύρο Παππά, ο οποίος υπηρετούσε στο διπλωματικό σώμα. Το ζευγάρι απέκτησε ένα γιο, τον Γιώργο Παππά (1903-1958), ο οποίος αναδείχθηκε σε μεγάλο πρωταγωνιστή του ελληνικού θεάτρου. Ο γάμος της  ήτανε βραχύβιος, αφού έγινε παρά τη θέλησή της και μετά από μερικά χρόνια επέστρεψε στην Αθήνα, όπου εργάστηκε ως καθηγήτρια απαγγελίας στο Ωδείο Αθηνών. 
     Ατυχίες οικογενειακές την ανάγκασαν να εγκαταλείψει τη σκηνή, να δοθεί στη περιπλάνηση και τη παρηγοριά των ταξιδιών. Καθοριστική για την ποιητική της έκφραση στάθηκε η γνωριμία κι ο έρωτάς της με τον ποιητή Λορέντζο Μαβίλη. Μετά τον δραματικό θάνατό του στη μάχη του Δρίσκου το 1912 κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων, η Μυρτιώτισσα στράφηκε στη ποίηση για να εκφράσει τον πόνο της. Το 1919 κυκλοφόρησε η πρώτη της ποιητική συλλογή με τίτλο Τραγούδια. Σημαντική για τη ζωή της στάθηκε επίσης η βαθιά φιλία που τη συνέδεε με τον Παλαμά, που της στάθηκε καθοδηγητής, στη ποιητική της πορεία, από την ηλικία των 27 κι ύστερα. Στη συνέχεια και για 6 χρόνια εργάστηκεν ως καθηγήτρια απαγγελίας στο Ελληνικόν Ωδείο.



     Αν η βιογραφία της δεν έχει να παρουσιάσει εντυπωσιακά απρόοπτα, ποικίλες όμως είναι οι φάσεις  από τις οποίες πέρασεν η ψυχική της περιπέτεια, ανακλάσεις της οποίας συναντούμε στα ποιήματά της. Οι στίχοι της, -μαζί με κείνους της Αιμιλίας Δάφνη- αποτέλεσαν τη πρώτη ουσιαστική κι αξιόλογη προσφορά γυναικείας τέχνης στο τόπο μας. Συνεργάστηκε με τα περιοδικά της Αλεξανδρείας: "ΓΡΑΜΜΑΤΑ", "ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΝΗ ΤΕΧΝΗ" καθώς επίσης και με τα δικά μας: "ΝΟΥΜΑ", "ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ" και σ' αραιά διαστήματα, με νεότερα περιοδικά κι εφημερίδες. Δίνοντας ένα συνεχές παρών αποδείχτηκε σημαντικά πολύγραφη μεταξύ των άλλων γυναικών συναδέλφων της, απόχτησε δε το τίτλο της αντιπροσωπευτικής Ελληνίδας ποιήτριας, χαρακτηριζομένη μάλιστα ως η νέα Σαπφώ, στην εποχή της.
     Σημαντικό να προσθέσουμε πως ο μέγας ποιητής της εποχής, Κωστής Παλαμάς, έσπευδε να προλογίζει μαγεμένος το κάθε της βιβλίο, πράμα που δείχνει από μόνο του τη μεγάλη σπουδαιότητα αυτής της γυναικείας τρυφερής λαλιάς.

     Τιμήθηκε με κρατικά βραβεία ποίησης, το 1932 για τα Δώρα Της Αγάπης και το 1939 για τις Κραυγές. Μετά τον πρόωρο χαμό του γιου της, τον οποίο υπεραγαπούσε, εξέδωσε το βιβλίο Ο Γιώργος Παππάς Στα Παιδικά Του Χρόνια (1962). Ασχολήθηκε, επίσης, με τη μετάφραση ξένων λογοτεχνών κι ελλήνων κλασικών, που δημοσιευτήκανε σε περιοδικά ή κυκλοφορήσανε σε αυτοτελή βιβλία. Εξέδωσεν επίσης τα ποιητικά έργα Τραγούδια (1919), Κίτρινες Φλόγες (1925) (με πρόλογο του Παλαμά, 1925), Δώρα Της Αγάπης (1932, Βραβείο Ακαδημίας Αθηνών) και Κραυγές (1939, Κρατικό Βραβείο) ενώ το 1953 κυκλοφόρησε ένα συγκεντρωτικό έργο με τίτλο Ποιήματα.
     Τα τελευταία χρόνια της ζωής της υπέφερε από διαβήτη. Πέθανε έπειτα από καρδιακή προσβολή στην Αθήνα τη Κυριακή 4 Αυγούστου του 1968, σε ηλικία 83 ετών. Η ταφή της έγινε στον οικογενειακό τάφο της οικογένειας Δρακοπούλου στο Α' Νεκροταφείο Αθηνών. Το αρχείο της οικογένειας Καλαμογδάρτη δώρισε τα Ποιήματα στον ξάδελφό της Γεώργιο Παπαδιαμαντόπουλο κι αυτός με τη σειρά του στη Δημοτική Βιβλιοθήκη.

     Η ποίηση της αποτελεί σταθμό στο γυναικείο νεοελληνικό ποιητικό λόγο, ενώ ήτανε και διέξοδος στο ρομαντικό και συναισθηματικό χαρακτήρα της. Τα ποιήματά της είναι αμιγώς ερωτικά και συγκινούν με τη γνησιότητα της λαϊκής ιδιοσυγκρασίας της. Κυριαρχείται από έντονο λυρισμό, ενώ συχνά θέματά της είναι η φύση και το δίπτυχο έρως-θάνατος. Όπως  παρατήρησε κι ο Παλαμάς, δεν επιμένει, ιδίως στις 1ες της συλλογές, στην επεξεργασία του στίχων και παρουσιάζει χαλαρότητα στο ύφος, μειονεκτήματα, που καλύπτονται συχνά από τον πηγαίο θερμό λυρισμό της.

=======================

           Τί Άλλο Καλέ Μου...  *

Τί άλλο, καλέ μου, ζητάς από μένα
και στέκεις θλιμμένος μπροστά στη μορφή μου,
αφου κι η καρδιά μου, αφού κι η ψυχή μου,
-κι ας είσαι νεκρός- πλημμυρούν από Σένα;

Τα θεία τραγούδια σου ένα προς ένα
τα ζει κάθε νύχτα η ψάλτρα φωνή μου,
γενήκαν αυτά μοναχή προσευχή μου,
αγνή προσευχή, γεννημένη από Σένα!

Γιατί με κοιτάζεις με μάτια θλιμμένα;
Λαμπάδα σου ανάβω την ίδια ψυχή μου
και μέρα τη μέρα σκορπά κι η ζωή μου
για Σένα, τα ρόδα της τα χλωμιασμένα.

* (τούτο το ποίημα γράφτηκε μάλλον για το Λορέντζο Μαβίλη κι ανήκει στη ποιητική συλλογή της: "Κίτρινες Φλόγες" που εκδόθηκε πρώτη φορά το 1925, 13 χρόνια μετά τον θάνατο του.)

Νεκρέ Έρωτά Μου!

Νύχτα, φεγγάρι,
και συ μπροστά μου
ζωντανεμένος,
νεκρέ Έρωτά μου!

Κάτι μου δείχνει
το θείο σου χέρι,
πότε το κύμα
πότ' ένα αστέρι.

Σου λέω: "Καλέ μου
άργησες τόσο!
Τί θα μπορέσω
πια να σου δώσω
";

Μου λες: "Το φως μου
θα σε φωτίζει
κι η άυλη ζωή μου
θα σε στολίζει
"!

Και περπατούμε
και το φεγγάρι
μας στεφανώνει
ουράνια χάρη!

Ξάφνου σε χάνω.
Κι αντικρινά μου
το ξέρο δέντρο
για συντροφιά μου!

      Μηδ' Ο Πόνος μου...

Μήδ' ο πόνος μου δε σε κρατά
μηδέ πια τα δάκριά μου,
κάθε μέρα φεύγεις μακριά
κι όλο πιο μακριά μου.

Τυλιγμένον μες στη συγνεφιά
και στη καταχνιάν, αλλοιά μου
δε σε ξεχωρίζει καθαρά
η θαμπή ματιά μου.

Κι αν χαθείς για με παντοτινά
θλιβερέ Έρωτά μου,
πάνε της ψυχής μου τα φτερά,
πάει και το χρυσάφι της καρδιάς μου...

            Πάθος

Ω! τα μάτια, τα μάτια σου
που όλο χρώματ' αλλάζουν,
με γητεύουν τα μάτια σου
και βαθιά με σπαράζουν.

Μες στα χέρια -τα χέρια σου-
τα γερά τ' ατσαλένια,
τρεμουλιάζουν τα χέρια μου
σα πουλιά λαβωμένα!

Και το σώμα, το σώμα σου,
νευρικό κι αντρειωμένο,
πως το λιώνει το σώμα μου
το βαριά κουρασμένο.

                     Στο Γιο Μου... 
**

Τα πλοία που λαχτάριζες μακριά για να σε φέρουν
στις χώρες που 'ν' σαν όνειρο, στις χώρες που μαγεύουν

κάθε παιδιού τη νια καρδιά π' όλο ποθεί και θέλει
να δει, ν' αγγίξει, να γευτεί της γης όλο το μέλι!

Την άγια θύρα της ζωής τρεμάμενη σ' ανοίγω
και κρύβω τη λαχτάρα μου και τον καημό μου πνίγω.

Μα είναι μεγάλος μου καημός κι είναι πικρή η ψυχή μου...
Ω! διάφανο αγριολούλουδο βγαλμένο απ' τη πνοή μου.

Μονάχα συ, φωτίζοντας βαθιά τη σκοτεινιά μου,
το νεκρωμένο ξύπναγες, παλμό μες στη καρδιά μου.

Τώρα σε χάνω. Αμίλητη, αδάκρυτη και μόνη,
βλέπω τη νύχτα να 'ρχεται βαριά και να με ζώνει...

** (ο γιος της ήταν ο γνωστός τότε πρωταγωνιστής του δραματικού θεάτρου Γιώργος Παππάς)

              Voluptas

Ελάτε, ο κόσμος όλος είμαι 'γω.
Μες απ' τα χρυσοκόκκινα μαλλιά μου
απ' τη ματιά κι από τα δάχτυλά μου
της ηδονής πετιέται το στοιχειό.
Ελάτε, ο κόσμος όλος είμαι 'γω.

Με ρόδα ευωδιασμένο έχω το στρώμα
κι επάνω του -μεθυστικό πιοτό-
χυμένο τ' αλαβάστρινό σου σώμα.
Όμως αγάπη μη γυρεύετε απο μένα,
δε θα με δείτε μπρος σας να λυγίσω
και πάνε τα τραγούδια σας χαμένα.

Μέσα μου άγριες νιώθω επιθυμίες
και τις ερωτευμένες σας καρδιές
πως θα 'θελα να μπόρεια να μασήσω
μες στα λευκά μου δόντια τα γερά,
σα φρέσκα μυγδαλάκια τραγανά
και τον αιμάτινο χυμό τους να ρουφήξω!

Δάκρια δε θέλω, δε ζητώ,
παρά φωτιά για τη φωτιά μου,
τα σαρκικά φιλιά μου
στόμα που στάζει φλόγα να γευτεί.

Ω! τι με νοιάζει τότες κι αν κοπεί
το νήμα από της Μοίρας μου τ' αδράχτι,
αφού θα νιώθω πως θα σκορπιστεί
από ηδονή το είναι μου σε στάχτη.

       Σ' Αγαπώ...

Σ' αγαπώ, δε μπορώ
τίποτ' άλλο να πώ
πιο βαθύ, πιο απλό,
πιο μεγάλο!

Μπρος στα πόδια σου 'δώ
με λαχτάρα σκορπώ
το πολύφυλλο ανθό
της ζωής μου.

Ω! Μελίσσι μου! Πιές
απ' αυτόν τις γλυκές,
τις αγνές ευωδιές
της ψυχής μου!

Τα δυο χέρια μου, να!
στα προσφέρω δετά
για να γύρεις γλυκά
το κεφάλι

Κι η καρδιά μου σκιρτά,
κι όλη ζήλεια ζητά
να σου γίνει ως αυτά
προσκεφάλι!

Και για στρώμα, καλέ,
πάρε όλην εμέ,
σβήσ' τη φλόγα σε με
της φωτιάς σου,

ενώ δίπλα σου εγώ
τη ζωή θ' αγροικώ
να κυλά στο ρυθμό
της καρδιάς σου...

Σ' αγαπώ, τί μπορώ,
ακριβέ, να σου πώ
πιο βαθύ, πιο απλό,
πιο μεγάλο;                   (Κίτρινες Φλόγες)

-------------------------------------------------------------------------------------------

    Έρωτας Τάχα...

Έρωτας τάχα να 'ν' αυτό
που έτσι με κάνει να ποθώ
τη συντροφιά σου,
που σα βραδιάζει, τριγυρνώ
τα φωτισμένα για να δω
παράθυρά σου;

Έρωτας να 'ναι η σιωπή
που όταν σε βλέπω μου το κλει
σφιχτά το στόμα,
που κι όταν μείνω μοναχή,
στέκω βουβή κι εκστατική
ώρες ακόμα;

Έρωτας να 'ν' ή συφορά
με κάποιου αγγέλου τα φτερά
που χει φορέσει
κι έρχετ' ακόμη μια φορά
με τέτια δώρα τρυφερά
να με πλανέσει;

Μα ό,τι και να 'ναι το ποθώ
και καλώς να 'ρθει το κακό
που 'ν' από σένα,
θα γίν' υπέρτατο αγαθό
στα πόδια σου αν σωριαστώ
τ' αγαπημένα...                        (Τα Δώρα Της Αγάπης)

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers