Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Διαδικτύου 

Μετέωρος 'Αγγελος: Αόρατοι Δρόμοι

 

             Το Eίδωλο

Στις φορές που συναντάμε στους άλλους τον αντικατοπτρισμό του ειδώλου μας

Κρατήσου δίπλα μου στη μπόρα, στη φωτιά
δέξου να βρέχεσαι, να καίγεσαι μαζί μου
μαζί να βαφτιζόμαστε σ' εικονικούς θανάτους.
Κοίτα το πλήθος:
Όλεθρος τ' άγγιγμα τους.
Γυρεύω τραίνο ν' αποδράσουμε μακρυά.

Απ' τ' ανοιχτό παράθυρο ο χρόνος ξεπηδά
ψελλίζει η νύχτα το θλιμμένο της τραγούδι
Βαρύ φεγγάρι. Το κοιτώ και με κοιτά.
Κι οι δυο πλανήτες σε παράλληλη τροχιά

Σήμερα πάλι σε διακρίνω στον καθρέφτη
ατάραχο το βλέμμα σου σαν πάντα με κοιτά.
Είσαι εδώ και μακρυά.
Σαν αίνιγμα η μνήμη σε σμιλεύει
που χρόνια η απάντηση ύπουλα μ' αποφεύγει

Το είδωλο σου κουβαλώ εδώ και χρόνια
στην έρημο, στη θάλασσα του νου
ιχνηλατώντας την ανόθευτη μορφή σου
στην πιο απρόσιτη γωνία τ' ουρανού

Κι όσο διαβαίνει ο καιρός κατανοώ
πως οι ουρανοί που δε γνωρίσαμε
συντηρούνται πάντοτε ανέφελοι.
Το κορμί που δεν κρατήσαμε
σε νιότη ατάραχη είναι ταγμένο.

Έτσι έμαθα να συμβιώνω με το είδωλο σου
προσμένοντας διαρκώς κάποια φωνή
συμβιβάστηκα με την έμπιστη σιωπή των αντιγράφων

        
    
Πουθενά

Θα 'ρθεις μια μέρα να ζητάς

τις ανοιχτές σου θάλασσες.
Μα δεν θα 'χω πια σταγόνα να σου δώσω.

"Κοίτα τον ουρανό!" θα μου δείχνεις με το δάχτυλο

ένα μπλαβό σεντόνι πάνω απ' τα πάντα

απ' τα σπίτια, από τους δρόμους, απ' τις μέρες μας

Κάποιος απήγαγε τον ήλιο.

Σε περιμένουν αγκαλιές ντυμένες με μαχαίρια.

Ματιές φαρμακωμένες από απληστία.

Λέξεις χτισμένες στην υποκρισία της τυπικότητας

Σε περιμένει η εξουσία με τους σκοτεινούς της κώδικες.

Χαρτιά φορτωμένα δυσνόητες λέξεις.

Υποσχέσεις αγκαλιά με τις απογοητεύσεις τους.

Η προσδοκία πλησίον της άρνησης.

Αστυνόμοι θα ελέγχουν τη μορφή σου

διερευνώντας ποιός είσαι, που ανήκεις

ποια διαφημισμένη των κομμάτων ευκαιρία πίστεψες

στο κερδοφόρο το παζάρι των ιδεολογιών.

Πού να σε πάω να γευτείς τη μοναξιά;

Τώρα τη σκέψη κρυφακούν και τη φωνή μας

Όσα ακόμα διατηρούνται αληθινά

βαθιά κρυμμένα στα κελιά της θύμησης μας.

Θα 'ρθεις μια μέρα να ζητάς

τα μελλούμενα ταξίδια σου.

Μα θα συναντάς κάθε λιμάνι κλειδωμένο

                   Η Φυγή
 

Μέρα τη μέρα προθερμαίνω τη φυγή

όμως για χρόνια παραμένω καρφωμένος

γυρεύω την εικόνα σου να φύγουμε μαζί

στη μοναξιά και στη σιωπή που 'μαι ταγμένος

Γνωρίζω μέρη που δε βάδισε κανείς

ανθρώπου χέρι δε θρυμμάτισε τα δέντρα

το δάσος σα λικνίζεται στο νεύμα της αυγής

μοιάζει να αδερφώνεται με σύννεφο και πέτρα

Θα 'ναι οι άνθρωποι χιλιόμετρα μακριά

το σαρκοβόρο βλέμμα τους, η άπληστη ματιά τους

τα βουρκωμένα πάθη τους δεν θα σ' αγγίζουν πια

δεν θα πυρώνει το κορμί σου η φωτιά τους

Τις νύχτες σα προσμένουμε καθάριο το φεγγάρι

ατίθασος ο άνεμος θα παίρνει τα μαλλιά μας

το αύριο σαν αίνιγμα θα παίζουμε στο ζάρι

κερδίζοντας στο μέλλοντα τη μέρα τη δικιά μας

Έλα να φύγουμε σ' απρόσιτο καιρό

απ' τα εφήμερα δεσμά δραπέτες και διωγμένοι

δεν καρτερούμε τίποτε άλλο πια εδώ

σε μια πατρίδα που μας φέρθηκε σα ξένη

Όσοι διαλέξανε στο πλήθος να χτιστούν

είναι του κόσμου οι δειλοί κι υποταγμένοι

στη πνιγηρή κι αδιέξοδη στεριά τους ναυαγούν

φορές χιλιάδες ανασύρονται πνιγμένοι

Τη μέρα που κινήσαμε προς άγνωστη πορεία

από το χθες διαγράφοντας τις μέρες και τα χρόνια

χαράξαμε στο χάρτη μας ανάερα σημεία

προς την τροχιά π' ακολουθούν τα χελιδόνια

                Δε Μας Ακούς
 

Δε μας ακούς που τρέχουμε σα βουερό μελίσσι

πλασμένοι από δάκρυα και τύψεις ηδονών

πως προσδοκούμε μάταια ο θάνατος να δύσει

δραπέτες να δηλώσουμε στον κόσμο των σκιών

Δε μας ακούς που πένθιμες κεντάμε προσευχές

και πως καμπάνες θλιβερά ηχούν στο πέρασμα μας

τι βιαστικά οδεύουμε απ' το παρόν στο χθες

στα χώματα τρεκλίζοντας τα μάταια βήματα μας

Δε μας ακούς που χτίζουμε παλάτια στο κενό

τη μοίρα πως στηρίζουμε σε εύθραυστα θεμέλια

το μέλλον που διαγράφεται τρομακτικά θολό

αισχρά το μασκαρεύουμε με πρόστυχα κουρέλια

 

Δε μας ακούς που έγκλειστοι σε νοητές αισθήσεις

σε λαβυρίνθους σκοτεινούς μια λάμψη καρτερούμε

όλη η πορεία του μυαλού στρωμένη πεποιθήσεις

κι είναι τα χρόνια άμαξες που τις ποδοπατούνε

Δε μας ακούς που θαύματα στον πόνο καρτερούμε

που διαρκώς το βλέμμα μας γυρνά στον ουρανό

μένουμε πάντα αμαρτωλοί που κάθαρση ζητούμε

με μέλλον απροστάτευτο και παρελθόν σκληρό

Δε μας ακούς... στα έγκατα της λήθης σου στέκουμε προδομένοι

με αναμμένα τα κεριά σε άδεια εικονοστάσια

πλέον η μόνη επιλογή που άδολη προσμένει

μπρος στον ανάλγητο χαμό να στρέψουμε τα μάτια

                  Ζούμε

                                   "Πριν φτάσουνε τα νιάτα μας, τα έκλεψε η οδύνη" 

Ζούμε

ισοβίτες σε κελιά υποχρεώσεων

σιαμαίοι μ' εμμονές και ψευδαισθήσεις

μια αδιέξοδη τροχιά ν' ακολουθούμε

 

Ζούμε

δεσμευμένοι μ' αλυσίδες παραδόσεων

γελασμένοι κι απ' τις πέντε μας αισθήσεις

σε παρόν και παρελθόν ν' ακροβατούμε

 

Ζούμε

σε εκρήξεις αυτοσχέδιων στιγμών

φορτωμένοι ουτοπίες απολαύσεων

λαχταρώντας μια τροχιά να πορευτούμε

 

Ζούμε

σ' αγκαλιές διαφθαρμένων ηδονών

καπετάνιοι σε γαλέρα αποδράσεων

προσδοκώντας μια στεριά να βυθιστούμε

Ζούμε
σ' ακατοίκητους υπόγειους συρμούς
στα βαγόνια του «ποτέ» και του «κανένα»
τη σκιά μας στους νεκρούς ν' αναζητούμε

Ζούμε

με εγκαύματα απ' τους εύφλεκτους καιρούς

τα τραγούδια μας στα χείλη κλειδωμένα

προσδοκώντας κάποιο ψέμα να κρυφτούμε

Ζούμε
οφειλέτες σε παράδεισο ακριβό
οργισμένοι για την άσκοπη ειμαρμένη
με τη μόνη εκλογή να υπακούμε...

                  Οι Φίλοι

Σε κείνους που στο πρώτο ανηφορισμα υποχώρησαν πανικόβλητοι. Γραμμένο σε κάποια απόμερη σκοπιά, κάποιες απόμερες νύχτες της ζωής μου...

«Έτσι, όπως εχωρίζαμε τα βράδια,
για πάντα να χαθούνε τόσοι φίλοι
Κ. Γ. Καρυωτάκης

Οι φίλοι που διαβήκανε δίχως να χαιρετίσουν

της λησμονιάς το νόμισμα τους πρέπει γι' αμοιβή

σα λάμψεις κάποιου πρωινού που βιάστηκαν να δύσουν

κουφάρια οι εικόνες τους και θα θαφτούν στη γη

 

Οι φίλοι που κρυφτήκανε χωρίς χαιρετισμό

στο γαλαξία του μυαλού κομήτες σκοτωμένοι

τα λόγια τους σαν θραύσματα χάνονται στο κενό

αργοβουλιάζοντας στου νου την άπατη οικουμένη

 

Οι φίλοι που ελάχιστα γνωρίσαν τη φωνή μας

πορεύονται σαν άγνωστοι στη θάλασσα του πλήθους

κρίμα γιατί ποθούσαμε να 'ρχοντουσαν μαζί μας

συντροφικά να λύναμε όσους μας δένουν γρίφους

 

Οι φίλοι που χαθήκανε σ' απόμερες πορείες

καλέσαν τη διάψευση σε γεύμα αρχοντικό

σαν ίσκιοι περιφέρονται σ' αθέατες νοθείες

για να γευτούν ξεδιάντροπα της νίκης μερτικό

Όλοι αυτοί που άνοιξαν διαδρόμους στη φυγή

στο πλήθος ζητιανεύουνε μια ζεστασιά αγάπης

στην πρόσκληση τους απαντά μια άσπλαχνη σιγή

σαν δίκαιη απόκριση κάθε παλιάς απάτης

 

Κι αν κάποτε γυρίζουνε στη μνήμη νοερά

τις πύλες ανταμώνουνε βαριά αμπαρωμένες

όσα ζητούν αισθήματα κείτονται πια νεκρά

κι όσες φωτιές ανάβαμε οριστικά σβησμένες

                    Ποιητές

 

Οι ποιητές περιδιαβαίνουν μυστικά

τις αποστάσεις τους σε κρύπτες αθανάτων

αταίριαστοι κι απόμεροι απ' τη κοινή χαρά

τη ζεστασιά κρυφοφιλούν των ποιημάτων

Οι ποιητές αγκομαχούν με προσευχές

με φθόγγους χτίζουνε καλύβες σε υπόγεια

αιχμάλωτοι μιας έμπνευσης με άγνωστες βουλές

βουβά υποτασσόμενοι στης μούσας τους τα λόγια

Οι ποιητές μοιάζουν απείθαρχα παιδιά
δε συρρικνώνονται σε εύκολες πορείες
εξερευνούν τους ουρανούς μ' αόρατα φτερά
με πείσμα μετατρέποντας τις λέξεις σ' οπτασίες

Οι ποιητές πλέκουν τα όνειρα μ' αγκάθια

κι απ' τον παράδεισο τραβούν στον Γολγοθά

με σφαλισμένα τα υγρά, ασθενικά τους μάτια

τον δαίμονα της μοναξιάς διακρίνουνε μπροστά

 

Οι ποιητές πλέουν σ' αόρατα πελάγη

ωκεανοί απόκεντροι τους δέχονται οργισμένοι

μα όσο κι αν ενδόμυχα ποθούν μια χαραυγή

σε κόσμους αξημέρωτους πορεύονται διωγμένοι

Οι ποιητές μοιάζουν ασήμαντοι προφήτες

σε δρόμους άβατους πλανιόνται πληγωμένοι

στην κοσμική συνείδηση φαντάζουνε αγύρτες

που πριν χαθούν φαίνονται κιόλας ξεχασμένοι

      Αιωρήσεις

                                           «Από την γη στον ουρανό και πάλι πίσω»

Γίνομαι νύχτα

λαμπερός αστερισμός

μια αντανάκλαση στον ίσκιο της σελήνης

Σβήνω τον ήλιο

διασκορπίζομαι στο φως

παρασυρόμενος στα έγκατα της δίνης

 

Σπάζω το χρόνο

απ' τις ώρες ξεγλιστρώ

τους λεπτοδείκτες στροβιλίζω μεθυσμένος

Βουτώ στη μνήμη

κολυμπώ στο παρελθόν

σε καταρράχτη πορφυρό χύνομαι διψασμένος

 

Φεύγω μακριά

σ' ένα βαγόνι αδειανό

αναζητώ κάποια ασύνορη πατρίδα

Σπέρνω φωτιά

πλημμύρα μάχης προσδοκώ

για να ανθίσει η πιο ισχυρή μου ελπίδα

Στρέφομαι πίσω

όσους χάθηκαν πενθώ

τους ξεχασμένους ήρωες καιρού αλλοτινού

 

Ντύνομαι νύχτα

θλιμμένα ενδύματα φορώ

μ' έρεβος βάφω το σεντόνι τ' ουρανού


Πετάω ψηλά

με αγκαλιάζει ο ουρανός

μετεωρίζομαι στα κρυσταλλένια σύννεφα

Γίνομαι πένα

θρυμματίζω τη σιωπή

και την κραυγή μου μετατρέπω σε συνθήματα

                   Το Κτήνος

Κρύβεται εντός μου ένας ίσκιος σαρκοβόρος

που πολεμά ατέρμονα κάθε αγνή μου σκέψη

τραβώντας σε ρηχά νερά κάθε υπόγεια βλέψη

στον άμεπτο πλανήτη μου φαντάζει δορυφόρος

 

'Ασπλαχνα κι αδυσώπητα χαράσσει τις πληγές μου

των εμμονών οδηγητής στις πρόστυχές στιγμές

με χρώμα μαύρων στοχασμών βάφει τις ηδονές

γκρεμίζοντας στο έρεβος τις πιο αγνές αυγές μου

Μακρύς, τραχύς και δύσκολος ο δρόμος της φυγής

περιδιαβαίνω άοπλος των λήσταρχων τη χώρα

των ενοχών και των πληγών με τραυματίζει μπόρα

δίχως σημάδι εμφανές μιας προσιτής στοργής

 

Κάθε φορά που προσδοκώ παράδεισο να βρω

στήνει καρτέρι ο πειρασμός κρυμμένος στη λαγνεία

τραβά σιδεροπλέγματα μπροστά απ' την ευτυχία

φυλακισμένος φαίνομαι στο ίδιο μου το «Εγώ»

λοξοδρομώντας κάθε οδό προς την αθανασία

σαν επιβάτης φαίνομαι χαμένος στο σταθμό

Έρχονται μέρες που μαγνήτης μοιάζει η θλίψη

άμμος κινούμενη βυθίζει τις ζωές στα σκοτεινά
τα σχέδια μου πνίγονται σε σκοτεινά νερά


Μέσα σε κάποιο αστερισμό που θα 'ρθει ν' ανατείλει

η μέρα αψεγάδιαστη θ' απλώσει τους καρπούς της

η διψασμένη μου καρδια θα δρέψει τους χυμούς της

και της απέραντης ζωής πλατιά θ' ανοίξει η πύλη

                     Κισμέτ

                                     ("Όσα ταξίδια κι αν επιχειρήσουμε προς διαφορετικές κατευθύνσεις, θα συναντηθούμε τελικά στον ίδιο προορισμό...")

Όλοι εμείς οι εραστές του κόσμου των θαυμάτων

που το χαμό μας βλέπουμε σα μακρινή στιγμή

μοιάζει η τυφλή πορεία μας έν' άθροισμα βημάτων

σαν από νότες άθροισμα που σμίγουν στη σιωπή

 

Τα είδωλα μας στήνουμε στης γης τους ανδριάντες

και τα αποθεώνουμε με τους φθαρτούς μας όρκους

ξεχνάμε πως αόρατοι μας σέρνουνε ιμάντες

προς του Θεού τους δικαστές και τους ενόρκους

 

Στης υδρογείου τις σχισμές γλιστράμε διψασμένοι

τον κόσμο να δαμάσουμε με του μυαλού τη ρώμη

στη λησμονιά το γένος μας θάβει την ειμαρμένη

αποξεχνώντας τις πληγές που χάσκουνε ακόμη

Πορείες αλλοπρόσαλλες χαράζουμε στο μέλλον

εναλλαγές των σκηνικών μ' αδιάλειπτους ρυθμούς

σα μάγοι ξεφυτρώνουμε ψυχές απ' το καπέλο

κομπάρσοι που στο θίασο μιμούνται τους Θεούς


Δουλόπρεπα προσμένουμε και δεύτερο ταξίδι
νέου Μεσσία ένδυμα ζητάμε παγωμένοι

στο νέο στέμμα της ζωής να γίνουμε στολίδι

στης νύχτας τους αστερισμούς άρκτος φωτολουσμένη

Πάντα θ' ακούμε ηχηρά το γλέντι και το γέλιο

κι ας νιώθουμε απάνω μας κατάσαρκα τη θλίψη

ώσπου να σπάσει οριστικά του κόσμου το θεμέλιο

και αιώνια στο έρεβος το σύμπαν να μας ρίξει

             Ενηλικίωση

                                       "Για τα παιδιά που είναι καταδικασμένα να μεγαλώσουν"
 

Θα μεγαλώσουμε απότομα μια μέρα

και τα ταξίδια μας θα σβήνουν μες στη πόλη

το δάκτυλο μας θα κοσμεί μαλαματένια βέρα

σημάδι πως οδεύσαμε εκεί που τρέχαν όλοι

Θα καταπνίγουμε τα όνειρα σε σκέψεις

ορμώμενοι αχόρταγα στη μάχη της ζωής

του χρήματος υπόδουλες θα χουμε μόνο βλέψεις

και κάθε τρέλα εξόριστη στη χώρα της σιωπής

Γοργά θα λησμονήσουμε τους τίμιους αγώνες

τα λόγια που λατρέψαμε γεμάτα περηφάνεια

κάθε αγνή ανάμνηση θα σβήσει στους αιώνες

κι οι πόθοι μας περαστικά θα μοιάζουν καραβάνια

Με επαγγέλματα θα ντύνονται οι ζωές μας

πάντα με έγνοιες θα μας βρίσκουν οι καιροί

θα ημερεύσουν οι περήφανες φωνές μας

χορτάτο και ξεκούραστο θα λιώνει το κορμί

Πειθαρχημένοι κι άβουλοι στο πρότυπο ζωής

δίχως ουσία θα μας προσπερνούν οι ώρες

κρυφά θα ηδονιζόμαστε μ' ιδέες διαφυγής

κάπου μακριά σε τροπικές ηλιολουσμένες χώρες

Θα θέλαμε να πιάσουμε και πάλι τα παιχνίδια

το χρόνο να γυρίσουμε σε άλλες εποχές

στης λησμονιάς της διαδρομές να κάνουμε ταξίδια

ουτοπική απόδραση σε τρυφερές στιγμές

Καμιά φορά στο παρελθόν θα τριγυρνάμε

στη νιότη μας που κρύφτηκε, στα χρόνια που σβηστήκαν

μιαν αίσθηση απώλειας στο βλέμμα θα φοράμε

πενθώντας για τα σχέδια που στα ρηχά πνιγήκαν

Σαν αργοναύτες που δε μπήκαν στο καράβι

σα μια σειρήνα που 'χει χάσει τη φωνή
σταδιακά θα πέφτουμε σε πιο βαθύ σκοτάδι
ώσπου το θρόνο της φθοράς να πάρει η σιγή

             Οι Μαντατοφόροι

                                                ("Η ζωή είναι ανώτερη από την καταστροφή ακόμα κι όταν μπήγει πρόκες στα μάτια της". Γιάννης Bach Σπυρόπουλος)

 

Ίσως κάποτε ακουστούν οι τελευταίες μας λέξεις
αυτές που αντέχουν μέσα τους να φυλακίσουν ολάκερους τους φόβους μας

Τότε θα ψελλίσουμε τις προσευχές για τους Θεούς μας
και πριν πατήσουμε της ανυπαρξίας το ετοιμόρροπο σκαλί
θα προτιμήσουμε ακόμα και τις κολάσεις των θρησκειών μας


Γιατι μια μαρτυρική ύπαρξη είναι ανώτερη από την ανυπαρξία


Ίσως κάποτε η ανατολή ξυπνήσει για τελευταία φορά
κι εμείς με μαντίλια θα χαιρετάμε τις χαμένες μελλούμενες μέρες


Πως θ' αντέξουμε άραγε τότε την κυριαρχία του σκότους;
Εμείς τ' απόμακρα παιδιά ενός κοσμοκράτορα ήλιου
θα ξεριζώνουμε όσες φλόγες ξεμείναν μέσα μας για να πορευόμαστε


Γιατι ο πόθος για το φως νικάει και το πιο βαθύ σκοτάδι


Ίσως κάποτε 'ρθούν μαντατοφόροι και μας πουν πως ο κόσμος χάθηκε
και πως καλούμαστε στην κηδεία της ζωής να παραβρεθούμε 


Τότε θα αναγνωρίσουμε το ψέμα που κολυμπάει στη ματιά τους
γιατι η ζωή ποτέ δεν περιορίζεται στα πλαίσια ενός θανάτου
σκαρφαλώνει κρεμάμενη από κάθε ύπαρξη και μορφή


Το τραγούδι της πεπερασμένης ύπαρξης μας κάποτε σιωπά
μα της ζωής η παναρμόνια ραψωδία είναι αγέραστη
αδιάλειπτη ακτινοβολία σε πείσμα του αδηφάγου σκότους


Η ζωή ποτέ δε σταματά. Δώρο και κατάρα σε μια υπόσταση.

Δώρο γι' αυτούς που ακόμα μαζί της πορεύονται.
Κατάρα για εκείνους που σε αποχωρισμό εξαναγκάζονται.
Μια μορφή με δυο ετερόφωτα πρόσωπα.
                                                                Πάντα.

            Διαφυγή

                              («Όποιος λέει ότι υπάρχει Θεός, έχει μέσα του ένα πεθαμένο Θεό. Κι όποιος λέει ότι δεν υπάρχει, έχει μέσα του ένα πεθαμένο άνθρωπο» Δ. Λιαντίνης)


Εγκλωβισμένος στα γρανάζια των αιώνων
περιορίζω τις μικρές μου αποδράσεις
ευθυγραμμίζομαι στους δρόμους των κανόνων
και συρρικνώνομαι σ' ελάχιστες διαστάσεις

Τι κι αν το πνεύμα μου ζητάει διαφυγή
σ' άγνωστες χώρες που διψούν για εξερευνήσεις
φυλακισμένος σε μια ατέρμονη σιωπή
μέσα μου λιώνουν σιωπηλές οι ερωτήσεις

Ψάχνω να μάθω ποιος μας ντύνει με ζωή
τι να 'ναι αυτό που μας γεννά και μας σκοτώνει
αν του θάνατου η νυχτιά εγκυμονεί αυγή
και αν η λάμψη της ψυχής στην άβυσσο παγώνει

Πόσο λυπάμαι τη δική μας τη πορεία
δεσμώτες μιας διαδρομής χωρίς προοπτική
κάθε νυχτιά γκρεμίζεται κάθε μας ουτοπία
τραβώντας μας ανήλεα σ' απύθμενη σιωπή

Ερωτήσεις σ' άλλους κόσμους έχω σπείρει
και προσμένοντας ν' ανθίσουν απαντήσεις
του χρόνου η παλίρροια τη νιότη παρασύρει
βουλιάζοντας τη διαφυγή μέσα σ' αναζητήσεις

Δεν ξέρω αν κάποτε γνωρίσω το Θεό μου
αν στους αιώνες θα κυλώ στους ουρανούς
όμως στον κόσμο ό,τι ένιωσα δικό μου
μέσα σε λέξεις κολυμπά και ψάχνει ωκεανούς


                           Μοναξιά

Χορός ανεκπλήρωτων απαντήσεων μες στο γυμνό δωμάτιο,
ένα ποτήρι μοναχά να ξεδιψά τις αναμνήσεις.
Εικόνες π' αργοσβήνουν γυμνές στους γυρω τοίχους,
καθρέφτες που αντανακλούν τις προσδοκίες μας.

Ό,τι είπαμε μετατράπηκε σε αέρινο κύμα που μια καλοκαιρινή νύχτα
ξέφυγε από τα τρεμάμενα μας χείλη.
Και τώρα μέσα στο σιωπηλό κι ερημικό μας ησυχαστήριο
προσπαθούμε τα αόρατα να ξεχωρίσουμε περασμένα μας λόγια


Ποιο άραγε παρελθόν μας έχει σκλαβώσει;
Ποια πρόσωπα εχουν ξαπλώσει στων ανεκπλήρωτων προσδοκιών μας
τα χρωματιστά κι ευωδιαστά σεντόνια;

Απώλεια, η πρωτογεννήτρα μάνα της μοναξιάς.

Ζωγραφίζει τα περασμένα στον σκουρόχρωμο καμβά της μνήμης μας
και μας αφήνει ανήμπορους να χαζεύουμε το αμετάβλητο παρελθόν

Δεύτερη μάνα η επιθυμία.

Φυτεύει πάντα τα ομορφότερα και πιο ευωδιαστά λουλούδια
στο άγονο χώμα της αυτοεκτίμησης μας.
Κι έτσι ρίζες οι πιο γλυκές μας προσμονές ποτέ δεν βγάζουν


Κι αν κάποτε είδαμε σκιές συντρόφων
την έρημο μας να διαβαίνουν
μια αυταπάτη, μια αυτόκλητη γέννηση της επιθυμίας μας
μεταμόρφωσε μέσα στην παραζάλη μας
τις προσμονές σε εικόνες

Μα το αποτελεσμα παραμένει το ίδιο.

Μια ηχώ επαναλαμβανόμενης απουσίας.
Σαν ένα ποίημα που κανείς δεν θα διαβάσει.

Σα μια παράσταση που θα τελειώσει με το άψυχο πέσιμο της αυλαίας...

             Διαχωρισμοί

Η νύχτα μοιάζει σπασμένη στα δυο
Η μισή παραμένει καρφωμένη στο χθες
Η υπόλοιπη καλωσορίζει τη νέα αυγή

Τα πρόσωπα εναλλάσσονται σε κάθε λάμψη
Η φρικιαστική μορφή του δολοφόνου
Η πληγωμένη έκφραση του θύματος

Μια απόμερα φωταγωγημένη διασταύρωση
Τα βήματα που βιαστικά ηχούν στο ένα πέρασμα
Οι πνοές που απαλά στροβιλίζονται στο άλλο

Η επαναλαμβανόμενη προδοσία της ζωής
Το μαρμαρένιο οδόστρωμα του νέου ερχομού
Τα ετοιμόρροπα σκαλοπάτια της φυγής

Οι ετερόφωτοι διακόπτες της ανθρώπινης φύσης
Η ανύψωση προς τις οροσειρές της δημιουργίας
Η κατάπτωση προς τις χαράδρες της φθοράς

Η αμείλικτη ανασκόπηση μιας συνείδησης
Οι άγγελοι που στεφανώνουν τις ιερές στιγμές
Οι δαίμονες που ευλογούν κάθε προδοσία
 
Οι μεταβαλλόμενες παραστάσεις της πίστης
Η φάτνη που θερμά καλωσορίζει το σωτήρα
Ο σταυρός που άσπλαχνα τον αποχαιρετά

Του χρόνου η παραπλανητική φύση
Ένα μέλλον που έχει χρόνια να βαδίσει
Ενα παρελθόν που διασχίζεται σε μια στιγμή...

            'Aγιες Hμέρες


Το χιόνι απαλά αγκαλιάζει τις σκεπές
τα έλατα κατάφωτα φαίνονται απ' τα σπίτια
διαβαίνει πλέον άλλους δρόμους η συνήθεια
κι αργοσβήνουν απ' τα κάλαντα οι σιωπές


Ολάκερος ο ουρανός στολίστηκε μ' αστέρια
κι ανάμεσα τους σιγολιώνει το φεγγάρι
ευτυχισμένα τα παιδιά, προτάσσουν με καμάρι
τα δώρα π' αναπαύθηκαν μες στα ζεστά τους χέρια


Γεράκος συμπαθητικός κατεβαίνει απ' τις σκεπές
τα χέρια του γεμάτα με πολύχρωμα παιχνίδια
βλέπει για μια στιγμή της πόλης τα στολίδια
κι ύστερα χάνεται στων παιδιών τις αγκαλιές


Θεός γεννιέται σήμερα σ' αμόλυντες καρδιές
κρυφά τον αντικρίζουνε στη κοντινή τους φάτνη
δεν κρύβεται πια απ' των ματιών την πάχνη
κι ακούγονται ξεκάθαρα των μάγων οι ευχές


Της γης η παρθενιά μοιάζει να επιστρέφει
είχε ξεφύγει απ' τον τόπο αυτό για χρόνια
όλη την ύπαρξη ζεσταίνει με συμπόνια
και κάθε σκέψη μιαρή αμέσως καταστρέφει


Λάμψη αιώνια χορεύει σε δρόμους λευκούς
κηρύττοντας την άφιξη μεγάλης ευλογίας
μεταμορφώνεται παιδί σε μέλος χορωδίας
και βγάζει ήχους μαγικούς για να ακούς...


           Αναπόληση


Αναπολώ τα χρόνια που δεν έζησα
τα ξεχασμένα ναυάγια,
τις ώρες της σιωπής
τα ροδοπέταλα της νεόκοπης αγνότητας
Τις μέρες που δεν έφταναν σαν κλώνοι της μιζέριας.


Αναπολώ των αοιδών τη γάργαρη λαλιά
τους στίχους των φλογισμένων ποιητών
τις πένες που στροβιλίζονταν στην αιωνιότητα
τους θριαμβευτές ήρωες των παραμυθιών
Κάθε φωτεινό τετράστιχο που λάμπει στην ιστορία

Αναπολώ τις ψευδαισθήσεις των παιδιών
τους αμόλευτους τους ουρανούς
τα γέλια τους που έσκαγαν σαν πυροτεχνήματα στον αέρα
τα φρεσκοβαμμένα τους όνειρα
τα μεσημεριανά παιχνίδια τους
Τις φωταγωγίες της πλατείας που έλουζαν κάθε στιγμή

Αναπολώ το μέρος
όπου ανέφικτα και προσιτά εφάπτονται
γεννώντας σπίθες σε κάθε στιγμιαία επαφή
Χαράσσοντας τον χάρτη των ανθρώπινων ορίων.

Αναπολώ κάθε τι αδημιούργητο.
Μια ουτοπία που στα μελλούμενα στεριώνει
Τις προσμονές που φυτρώνουν μακριά στον ορίζοντα
Το φως ενός άστρου που ακόμα δεν έχει γεννηθεί.

           Η Εξέγερση Των Σκλάβων


«Φέραν τους πατεράδες μας δεμένους μ' αλυσίδες
τους έχτισαν μια φυλακή να εχουνε για πατρίδα
σ' όλα εμάς τα ορφανά σκόρπισαν τις ελπίδες
κι αγγίζουμε το μέλλον μας με νεκρική λαβίδα»


-"Ποιος παγώνει απόψε τη ζεστή μας σιωπή";
-"Είναι οι σκλάβοι που ακούγονται
 Της περηφάνιας ο αέρας κυματίζει τη φωνή τους
"

-"Ποιος τρομάζει τους δρόμους με θηρίου φωνή";

-"Είναι οι σκλάβοι που βρυχώνται
 Σπάσανε πια οριστικά τ' ανήλιαγα κελιά τους
"

«Οι μέρες βρώμικες σαπίζουν στα τσαντίρια
 της φτώχειας άστεγα, λιπόσαρκα παιδιά

άλλοι δροσίζονται σ' επίχρυσα ποτήρια
κι άλλους μολύνουνε φαρμακερά νερά»

-"Ποιος χτυπάει τα πλούτη μ' οργισμένο σφυρί";
-"Είναι των σκλάβων η γροθιά

 Δεν χορταίνουν άλλο πια με ψίχουλα αξιοπρέπειας
".

-"Ποιος με πάθος προσμένει μια καινούργια ζωή";
-"Είναι οι σκλάβοι που ονειρεύονται
  Κάτω απ' τις στάχτες του ρατσισμού φτερουγίζει η δικαιοσύνη
".


«Οι δρόμοι άδειοι φλογισμένοι από θυμό
 μας προκαλούν να ξεκινήσει το ταξίδι 
 φωτιά ζωής να βάλουμε σ' ότι είναι πια νεκρό
 εξέγερση στα σπλάχνα μας έχει αρχίσει ήδη»

                            Αποκαθήλωση
 

Αγάπησα τον αντικαθρεπτισμό σου στις λίμνες της γραφής
Τις ώρες κοινής ησυχίας που μανιασμένα ραγίζαμε τους ήχους
Τις αποδράσεις μας στις κοιλάδες με τους αναδυόμενους καθρέφτες
Τότε που σπέρναμε δάκρυα και άνθιζαν φωταγωγημένα συναισθήματα


Τις μυστικές παρατηρήσεις μας από τ' ανοιχτά παράθυρα της αθανασίας.
Το συνεχές παιχνίδι με τον διακόπτη που αναβόσβηνε την φυλακή μας
Το ακατάληπτο πάγωμα του χρόνου σε μια διαρκή κατάσταση αναμονής
Το εφηβικό μας στιχουργικό κρυφτό με τις μάσκες των παρομοιώσεων


Έφυγε το κορμί και μένει το φάντασμα φυλακισμένο στον καθρέφτη
Μια αναλαμπή ενός καλύτερου κόσμου με υπέροχα κρυμμένους ποιητές
Η φλόγα ενός αναπτήρα που φώτισε ότι κρυφά επιθυμούσαμε να δούμε
Ένα καράβι από υποσχέσεις που απομακρύνεται στο μανιασμένο ωκεανό


   Η Ιουλιέτα Tων Πολυκατοικιών


Σ' ένα στενό δωμάτιο ενός μικρού ορόφου
ντυμένη με υφάσματα φτηνά αγορασμένα
με προσμονές και όνειρα σε τάξη οργανωμένα
βουβή ακούει τις στριγκλιές και τις βρισιές του δρόμου


Παν' από χρόνια οι καιροί που κρύβαν παραμύθια
που με καρδιάς ξεσπάσματα σπούσε τις παραδόσεις
τώρα τα βγάζει δύσκολα ψωνίζοντας με δόσεις
και μια αίσθηση κενού κρύβει βαθιά στα στήθια


Θυμάται που καθότανε στ' αρχοντικό μπαλκόνι
και του Ρωμαίου έβλεπε τον έρωτα στα μάτια
θαρρώ μαζί του το 'σκαγε σε ξένα μονοπάτια
με 'κείνον μες στην αγκαλιά ψηλά να τη σηκώνει


Σαν μια σκιά αντικριστά στέκει η παλιά ζωή της
στην ένταση της λησμονιάς η πιο βαριά της μνήμη
του μεγαλείου η φωνή που κι ας πονά δεν κλείνει
που πάντα σαν αποσκευή την κουβαλά μαζί της


Τα ρούχα της υποταγής χωρίς φωνή υφαίνει
στο δρόμο τα αρσενικά με πόθο την ορέγουν
οι φθονερές γειτόνισσες όλο κουτσομπολεύουν
πως όλοι την επιθυμούν μα δίχως ταίρι μένει


Βαρκούλα που ναυάγησε ανάμεσα στα πλήθη
πορεία μιας μοναξιάς σε βρώμικους διαδρόμους
συχνά αναλογίζεται πως ζει με παρανόμους
και πως τα χρόνια που περνάν βιάζουνε τα ήθη


Έχει ξεφτίσει η μοναξιά του πόθου της στέμμα
φτιαγμένη βλέπει τη ζωή από σωρούς πτωμάτων
σα δάνειο υπέρογκο κάλπικων νομισμάτων
που 'χει μολύνει με ντροπή τ' αρχοντικό της αίμα

Ιουλιέτα αρχόντισσα πως ξέπεσε η γενιά σου
που άραγε σκορπίστηκαν όλα όσα λαχταρούσες;
η ομορφιά σου έσταζε στους δρόμους που πατούσες
κι οι πιο μεγάλοι ραψωδοί υμνούσαν τ' όνομα σου

                  No Way Out

Αναμνήσεις απ' τα μάτια σου γλιστράνε
στον τοίχο το ρολόι στο θάνατο σε σέρνει
τι να 'ναι άραγε αυτό που απ' τη ζωή σε παίρνει
και σε ποια μέρη άγνωστα οι δαίμονες σε πάνε;


Αθανασία πεθυμάς μοιχέ εραστή της ζήσης
τον κόσμο πάντα έβλεπες σα μέρας καρναβάλι
έφτασε πλέον ο καιρός να γεννηθούνε άλλοι
τη μάσκα πια του σώματος μόνη να παρατήσεις


'Αδικα τρέχεις να κρυφτείς στης λησμονιάς τα μέρη
θα σε προστάζει ο χαμός κράζοντας τ' όνομα σου
«λίγες οι ώρες σου στη γη, πρόλαβε κι ετοιμάσου!»
προτάσσοντας ανήλεα κι αδίστακτα το χέρι


Θα αγκαλιάζεις τις χαρές μιας περασμένης νιότης
με θέρμη θα αναπολείς τις μέρες της ορμής σου
ποια τρόπαια θα ήθελες να κουβαλάς μαζί σου
όμορφη εταίρα η ζωή κι εσύ χρυσαφικό της  


Στην πλάση ρίχνεις μια ματιά γεμάτη νοσταλγία
επιστροφές μ' άλλο κορμί πλανεύουν το μυαλό
«Θα επιστρέψω κάποτε, δε γνέφω στο καλό!
μείγμα 'ναι ο κόσμος από σάρκα και μαγεία»


Ζωή και θάνατος παιδιά μιας ύπαρξης πλανεύτρας
εξόριστος απ' το μηδέν σε τούτο δω τον τόπο
επέλεξε μονάχος σου του θάνατου τον τρόπο
τις μελωδίες μην ακούς μιας σειρήνας ψεύτρας  


Αρχόντισσα η σάρκα σου, ποτέ της δεν πεθαίνει
στους τόπους που μεγάλωσες πάντα θα τριγυρνάει
σα μια νεράιδα αθάνατη ποτέ της δεν γερνάει
με κάθε τι που λάτρεψες θα μείνει ενωμένη


                       Εσύ


Το πρόσωπο σου έχει μείνει στον καθρέφτη
κι έχει θαμπώσει απ' το κλάμα του χαμού
σαν κεραυνός η μοναξιά μπροστά μου πέφτει
χρόνια εξορίας στις κοιλάδες του οδυρμού 


Έχουν καρπίσει στη πανσέληνο λουλούδια
'κεινα που λάτρευες σαν ήσουνα μικρή
βουβά ακούγονται ερωτικά τραγούδια
μια φύση ολάκερη σαν και σένανε νεκρή


Βροχής σταγόνες που σα κρύσταλλα σκορπίζουν
στιγμές και μνήμες που μας ένωσαν μαζί
δέντρα κομμένα που ποτέ δεν θα καρπίσουν
σαν τις στιγμές που η μορφή σου μόνο ζει


Σπασμένες νύχτες που κουρνιάζουν στα σκοτάδια
σε σπρώχνουν βίαια με τη συμβολή τ' ανέμου
αυτά τα βράδια το κορμί μου κάνει βάρδια
απελπισμένος που δεν θα σε ξαναδώ ποτέ μου


Θυμάμαι τότε που μου έσφιγγες τα χέρια
με ώρες μίλαγες για τόπους μακρινούς
στο στήθος σου φτερούγιζαν χιλιάδες περιστέρια
το βλέμμα μου αιχμαλώτιζε αγάπης οιωνούς  


Έχω στολίσει το κρεβάτι με γαρδένιες
και περιμένω να προβάλλεις στο σκοτάδι
έχει στερέψει το κενό τις ταπεινές μου έγνοιες
και σαν επαίτης περιμένω ένα σου χάδι...


Στη Θάλασσα Των Ψευδαισθήσεων


Πίσω απ' τα πυρωμένα μου χείλη
πίσω απ' το αδέξιο μου σώμα
επιδέξια κρύβεται ένα βλέμμα παιδικό


Μέσα στις φοβισμένες κόρες των ματιών μου
σα σταλακτίτες κρέμονται οι φόβοι μου
σα δάκρυα κυλούν οι προσδοκίες μου


Βράδιασε και ο ουρανός αιμορραγεί αστέρια
χιλιάδες ευχές ανθίζουν στην καρδιά μου
το φεγγάρι σα μάνας μήτρα γεννά το φως


Φύλλα φθινοπωρινά αγχομαχούν στο πάτημα μου
κρύος ο άνεμος ζεσταίνεται από την ανάσα μου
νυχτοπούλια θηλάζουν χαρούμενα το σκοτάδι


Μεταμορφώνομαι σε δέντρο, σε φυτό, σε πουλί
λιώνω το κορμί μου υπό τη φλόγα της φύσης
ισορροπώ ζωή και θάνατο στο νήμα της σιωπής
 
Γίνομαι ήλιος κατάφωτος και βαθύ πηχτό σκοτάδι
γέλιο μικρού αγγέλου και φριχτό μοιρολόι χήρας
ματιά διαπεραστική και βλέμμα από χρόνια τυφλό 


Ταξιδεύω μέσα απ' τις κουρτίνες θολών αντιθέσεων
αναμνήσεις με κοινωνούν μέλι και φωτιά   
ατέλειωτο κολύμπι στη θάλασσα των ψευδαισθήσεων

                 Θάνατος & Αθανασία...

Με ξύπνησαν οι προσμονές της σαρκοφάγος γνώσης
οι διψασμένες μου πηγές που δε χορταίνουν μνήμες
οι δρόμοι οι νεόχτιστοι που σπαν τις παραδόσεις
κι οι πιο μεγάλοι ποιητές που γνώρισα από φήμες

Γεννήθηκα στο στείρο φως μιας θαμπωμένης λάμπας
μεγάλωσα στο λυκοφώς των κρύων πρωινών
παρθένο γάλα στράγγιξα της φλογογέννας μάνας
σπαρμένη γνώση τρύγησα των γόνιμων καιρών

Βουβούς δρόμους περπάτησα σπαρμένους με αγκάθια
παθιάστηκα απ' τις ηδονές των γέρων εραστών
πόρνες θλιμμένες γέμισαν της μνήμης τα δωμάτια
μες το μυαλό κολύμπησα των παρανοϊκών

Ήμουν ναός της μοναξιάς στη φυλακή του πλήθους
χαμένο αστραπόβροντο σε ήπιους καιρούς
ξεπήδησα από παλιούς, φυλακισμένους μύθους
σαν μια κατάρα αδέσποτη σταλμένη απ' τους νεκρούς

Ακόρεστα πλανήθηκα σ' αμόλευτους αιθέρες
συνάντησα στα σύννεφα διωγμένα ξωτικά
τις πατρικές αρνήθηκα ηλιοκαμένες μέρες
το δρόμο μου σχεδίασα ίσια προς το βορρά

Μέσα στο ψύχος γνώρισα του πνεύματος τη φλόγα
πόσο πολύ με μέθυσαν τα λόγια της σιωπής!
ένιωσα ν' ανασταίνομαι από βαθιά κατώγεια 
μίλια μακριά από τ' έρεβος μιας χώρας φωτεινής!

Μ' αλίμονο, ποτέ δεν συμβιβάστηκα με ψίχουλα ζωής
«η αιωνιότητα μικρή δεν σβήνει την ορμή μου»
πεποίθηση η γέννηση χαλκέντερης κραυγής
που να ουρλιάζει αγέραστη μακριά απ' το κορμί μου

Μια μαύρη νύχτα φύτεψα μια σφαίρα στη θαλάμη
και το πιστόλι έστρεψα ίσια στο δαίμονα μου
αυτοστιγμεί το άδειασα πατώντας την σκανδάλη
ώσπου αργά διαπίστωσα πως ήταν η καρδιά μου

             Memento
                                   (εμπνευσμένο από το ομώνυμο κινηματογραφικό έργο)


Οι θύμησες σου σε εικόνες χαραγμένες
φωτογραφίες παρελθόντος που ουρλιάζουν
οι απορίες στο μυαλό σου φοβισμένες
ν' αποφασίσουν για το μέλλον τους διστάζουν

Ντυμένος είσαι από λέξεις της οργής
σκόρπιες κατάρες τυπωμένες στο κορμί σου
σε οδηγούν μπροστά στις πόρτες της σφαγής
όπου θα γίνει η πομπή της νέμεσης σου


Θρυμματισμένο παρελθόν που πνίγεται στη λήθη
κομμάτια απ' τη μνήμη που σε περιγελούν
ολόκληρη η πορεία σου διασταυρωμένοι μύθοι
με ύποπτες αλήθειες αργά ν' ακολουθούν


Στο εύστοχο πιστόλι σου κρεμιέται η φωνή σου
η λύτρωση που καρτεράς όλο σε αποφεύγει
άδεια τα χρόνια μα δεν φράζουν την ορμή σου
σαν τη θλιμμένη σου φωνή που ουρλιαχτά σμιλεύει


Ένας σκοπός αόρατος οπλίζει τη θαλάμη
οι σημειώσεις χαραυγές που φέγγουν στιγμιαία
πόσες ζωές θρυμμάτισε η άδεια σου παλάμη;
ανατολές κι αινίγματα γεννιούνται σιαμαία


Σε μια πορεία μάταιη, μοναχική, θλιμμένη
λαβύρινθος η ερημιά χωρίς νήμα εξόδου
απ' αγκαλιά προδόθηκες βαθιά διεφθαρμένη
κι αδιάκοπα επιζητάς τον δρόμο της εφόδου


H Παλιά Μου Γειτονιά


Ειν' η παλιά μου γειτονιά
γυναίκα κουρασμένη
που σβήνει δακρυσμένη
στο κρύο του χιονιά


ανήλιαγα και ταπεινά
προβάλλουν τα στενά της
μα ένιωσα κοντά της
τη μητρική αγκαλιά


Μ' έκρυβε μες στη ζεστασιά
για δεκαπέντε χρόνια
κι έλεγα θα 'ναι αιώνια
ετούτη η ξεγνοιασιά


παίζαμε όλα τα παιδιά
κλέφτες και αστυνόμους
τρέχαμε μες τους δρόμους
μ' αμόλευτη καρδιά


Ήμασταν όλοι μεθυσμένοι
από της νιότης το κρασί
ήμασταν μια ψυχή μαζί
μα τώρα όλοι ξένοι


πώς να χωρέσω σε στιχάκια
τις αναμνήσεις μιας ζωής
σβήνουν τα όνειρα νωρίς
στα παιδικά σοκάκια...

 Στους Ίδιους Δρόμους

                                          (Κάποτε θα επιστρέψουμε όλοι στους ίδιους δρόμους...)


Φιλούσες παθιασμένα το μέτωπο της μοίρας σου
και σιγανά μουρμούριζες μελλούμενα τραγούδια
το πρόσωπο σου φώτιζε η αυγή της ηλιαχτίδας σου
στο πέρασμα σου άνθιζαν πολύχρωμα λουλούδια

Μαργαριτάρι πορφυρό χάιδευε το λαιμό σου
δοσμένο απ' εξόριστους αντάρτες των καιρών
κάθ' όμορφο κι απόκρυφο μοιάζει παιδί δικό σου
σα σε χαζεύω να χτυπάς τη θλίψη των ωρών

Προσευχήθηκα μαζί σου για τους ξεχασμένους κομήτες
που τη τροχιά τους έσπειραν σε περασμένους χρόνους
μου μοιάζουνε ακούραστοι κι αλάνθαστοι διαβήτες
που σχηματίζουν προσμονές σ' ερημωμένους δρόμους

Οι προσευχές δεν έφταναν να σβήσουν την ορμή σου
τον κόσμο σου ζωγράφισες με πύρινα πινέλα
σε μια παλέτα αχόρταγη θρεμμένη από τρέλα
στους βράχους αντιβούιζε σα πνεύμα η φωνή σου

Όσες πορείες χάραξες θα φύγουν απ' τους χάρτες
όσες ελπίδες γέννησες τα μάτια τους θα κλείσουν
οι προσμονές γι' ανύψωση θα μείνουν αυταπάτες
καθώς οι λάμψεις της ζωής στα μάτια σου θα σβήνουν

Κάποια στιγμή θα αισθανθείς τρεμούλιασμα στους ώμους
φτερά θα σου φανερωθούν θρεμμένα από γνώση
θα χεις ξεχάσει αν στο χρέος τα πάντα έχεις δώσει
και θα γυρίσεις μονομιάς στους ίδιους δρόμους


 Beyond Τhe Sea

                          (Για να μιλήσεις για τη θάλασσα, θάλασσα πρέπει και συ να γίνεις...)

Κάτω από της θάλασσας το μαρμαρένιο αφρό
και το γαλάζιο φόρεμα που τη γύμνια της καλύπτει
οι παλμοί του νερού κυματίζουν
με των κυμάτων τη μορφή
με των γοργόνων τη φωνή
και ζωγραφίζουν με αλμύρα τον ανταριασμένο αέρα.

Εκεί τα ασημοστόλιστα πουλιά του νερού
γλιστράνε στα διάφανα χάδια των κυμάτων
σχηματίζουν φθαρτές πορείες στο πέλαγο.

Εκεί τα κοράλια φωτίζουν σα διαμάντια
κι επιμελώς φυλάσσουν τα σμαράγδια των βυθών
τα ζεσταίνουν από τις υπόγειες ανάσες του πελάγου.

Καθρέπτες παραμόρφωσης χορεύουν στο νερό
καθρεπτίζουν τις χρωματισμένες Ατλαντίδες
πλημμύρα ιριδισμών στη χώρα της σιωπής
 
Κάτω από του Ποσειδώνα τη περήφανη ματιά
αφήνονται αδέσμευτες οι λεπτές χορδές των αισθήσεων
κι οι καταρράκτες της ελευθερίας φωσφορίζουν ευλογία

Συνειρμικές οι χαραυγές των νυσταγμένων πρωινών
βουλιάζουν κι ανασταίνονται απ' τις φωνές του κόσμου
μιλάνε πια γεννώντας φυσαλίδες από το στόμα

Βάπτισμα με γλυκό αλάτι ζεσταμένο απ' την άμμο
αναγέννηση μέσα από χιλιάδες πολύχρωμα κοχύλια
ολόκληρη η φύση συμπυκνωμένη μέσα σε μια σταγόνα

Επιφάνεια στολισμένη με αυτόφωτα διαμάντια,
πυθμένας παγωμένος απ' τη γαλήνη της μοναξιάς του
συνύπαρξη και φθόνος γεννούν αδιάκοπη αντάρα

Ποιοι άραγε να ξεχώρισαν κάτω από τα πέπλα σου
την απόκρυφη και μυσταγωγική ομορφιά σου
ερημική μου Mούσα, ω κόρη της Αφροδίτης;

    Αδελφοσύνη

                                  (Αυτό το τραγούδι μιλάει για τη λύτρωση...)

Έφτασε η ώρα
Το σώμα μας πορεύτηκε με τα γέρικα άτια του χρόνου
Τα μάτια μας κουράστηκαν εικόνες να γεμίζουν
Τα χείλη μας δεν διψάνε πια για πρόσκαιρα φιλιά
Θα γεμίσουμε το δισάκι μας με νέες περιπλανήσεις
Οι πλάτες του κόσμου θ' αντέξουν το βάρος μας

Ίχνη από μετάξι θ' αφήνουν τα βήματα μας

Και τότε
Όλες μας οι πορείες θα ενωθούν
Τα πέλματα μας ρυθμικά θα πορεύονται
Κάθε σκόρπια κουβέντα θα βρίσκει ανταπόκριση

Τα χέρια ενωμένα
Προέκταση θα γίνουν τ' ουρανού
Αντιφέγγισμα φωτός στα σύννεφα
Ιριδισμοί παιδικών επιθυμιών

Κάθε ανθρώπινη οπτασία θα καθρεφτίζει το κορμί της
Από κάθε κορμιού τα στήθη χιλιάδες ψυχές θα θηλάζουν
Κάθε ψυχή γλυκός αέρας, νερό, φωτιά και βελούδο

Μια πανανθρώπινη ιστορική στιγμή
Όπου παρθένο οξυγόνο ταξιδεύει σε κάθε σώμα
Κάθε μορφή και ένας καθρέφτης του απείρου
Σύμπαν και ανθρώπινη αθανασία γίνονται ένα.

Εκκένωση επιθυμιών από τα κλουβιά του χρόνου    
Ροδοπέταλα έρωτα σκεπάζουν κάθε ακάθαρτο μίσος
Διψασμένοι οι ουρανοί προσμένουν ακόμα το φως μας

Ατέλειωτο παιχνίδι με τα κύματα των εποχών

Με μια κρυστάλλινη κλωστή να ενώνει τους αιώνες
Ψιθυρίσματα προσευχών ταξιδεύουν στις φλέβες του καιρού
Εναρμονισμένη χορωδία σκαρφαλώνει στους αιθέρες!

Εδώ και πάντα.

Σα νεράιδας βουβή αναπνοή
Υφαντού ζαλισμένη κλωστή
Παγκόσμια ένωση ιερή
Αδελφοσύνη.

       Θυμάμαι...

                                                              ("Welcome to my memories nightmare")

Θυμάμαι νεράιδες στολισμένες με ματωμένα νυφικά

γαμπρούς με άνθη ξεραμένα στα σκαλιά να περιμένουν

γαμήλια ταξίδια σ' απόκοσμα εδάφη ερημικά

και παντρεμένους εραστές αφού φιλιούνται να πεθαίνουν

Θυμάμαι φιλιά που σπάταλα προσέφεραν φαρμάκι

αγκαλιές κλειδωμένες μες στης ηδονής τα κάστρα

ταξίδια ατέλειωτα προς μια ανύπαρκτη Ιθάκη

νύχτες αχόρταγης φωτιάς όπου αιμορραγούσαν τ' άστρα

Θυμάμαι άρρωστους να φτύνουν κάθε θλίψη
καημούς και πένθη στη φωτιά να παρασέρνουν
σ' ανομολόγητη χαρά η φλόγα να τους έχει ρίξει

και κάθε δαίμονα που έφτανε αλύπητα να δέρνουν

Θυμάμαι μάνες που γάλα πικρό φυλάγανε στα στήθια

να αναθρέφουνε θεριά που σκίζαν τη γαλήνη

παιδιά που ασυμβίβαστα σκοτώναν τη συνήθεια

παιδιά που πνεύμα υψώσανε στη γύρω σκοτοδίνη

Θυμάμαι δρόμους π' οδηγούσαν στο ταξίδι

την περιπλάνηση πόρνη μ' όλους ερωτευμένη

δεκάδες νέες διαδρομές που είχαν σβήσει ήδη

τυφλή πορεία από θνητούς μα και Θεούς καταραμένη

Θυμάμαι κάστρα απόρθητα με κυβερνήτες σκιάχτρα

ποιος άραγε προσπάθησε ποτέ να τα αλώσει;
το ύψος μόνο των τειχών φόβητρο κάθε άντρα

κι ο εφιάλτης ξέχασε το έθνος να προδώσει

             Θα 'ρθουν Οι Μέρες...

Θα 'ρθουν οι μέρες που θα γίνουμε πουλιά

που θ' αναπαυόμαστε σε σύννεφα διάφανα

δίχως τυφλούς να μας κρύβουν το φως

Θα 'ρθουν οι μέρες που τα όνειρα μας θα δαχτυλιδώνονται

σαν τους καπνούς μιας άσβηστης φωτιάς

σε ένα πιο ελεύθερο και χαρούμενο ουρανό

Θα 'ρθουν οι μέρες που τα βλέμματα μας δε θα σκύβουν

και τα μυαλά μας δεν θα σβήνουν στο σκοτάδι

τότε που τα μάτια μας θα καθρεφτίζουν τον παράδεισο

πόσο δυνατά τότε θα νιώσουμε τα μπράτσα μας

πόσο καθαρά τότε θα  αντικρίσουμε την μικρή ζωή μας

φτερά αγγέλων θα γίνουμε και θα κολυμπάμε χαρούμενοι

θα παντρευόμαστε τους αμόλυντους αιθέρες

Θα 'ρθουν κι οι νύχτες που θα σβήνουμε τ' αστέρια

που θα χορεύουμε υπό το φως του φεγγαριού

και το σκοτάδι θα το λέμε σύντροφο μας

Θα 'ρθουν κι οι νύχτες που θα συναντιόμαστε στα τυφλά

που θα χορεύουμε στους ήχους της σιωπής

κι αγκαλιασμένοι θα προσμένουμε την αυγή

Θα 'ρθουν οι νύχτες που φλόγες τις φωνές μας θ' αγκαλιάσουν

που ο λόγος μας κάθε βέβηλη αμαρτία θα μετατρέπει σε στάχτη

που οι δρόμοι της χαράς θα μας δείχνουν την πορεία

πόσο άγρια και αγέρωχα θα αντικρίζουμε την άβυσσο

πόσο βαθιά θα ταξιδεύουμε δίχως του προορισμού την προσμονή

θα ξέρουμε πως το ταξίδι μας ποτέ δεν τελειώνει

πως όλη η ζωή μας ήταν κι είναι το ταξίδι

Οι ευτυχίες μας τους άνεμους θα θρέψουν

των πλοίων μας τα πανιά θα ζωντανέψουν

οι μέρες θα φιλιώσουν με τις νύχτες

κι απαλλαγμένες απ' το χρόνο

μια χούφτα αδούλωτες υπάρξεις θ' αντροκαλιούνται τον Θεό!

       Για Tον Αντώνη Σαμαράκη

Ήπιες αθάνατο νερό στης νιότης το ποτήρι

κι έμενες πάντα έφηβος στο πέρασμα των χρόνων

κρασί γλυκό οι λέξεις σου βγαίναν απ' αγιαστήρι

μας ταξιδεύαν μακριά στη χώρα των μουσώνων

Είχες μια πένα αμόλυντη της αρετής δασκάλα

που 'βγαιναν απ' τα χείλη της όλες οι ευλογίες

κι από την γη στον ουρανό ψηλή κρατούσες σκάλα

για ν' ανεβούν στα σύννεφα όλες οι αμαρτίες

Είχες για ήρωες αυτούς που 'βλεπες κάθε μέρα

που τους λυπότανε βαθιά η παιδική ψυχή σου

και γίνονταν τα λόγια σου μελωδική φλογέρα

τραγούδι συμπονετικό κι ερχόμασταν μαζί σου

Τα λόγια σου μας βύθιζαν στου νου τους λαβυρίνθους

μας έκαναν να νιώθουμε ότι υπάρχει ελπίδα

δεν έλεγες γι' απόκοσμους και μακρινούς μας μύθους

μα κράταγες για το φτωχό του ήλιου την αχτίδα

Πόσες στιγμές μας κράτησες στα απαλά σου χέρια

πόση χαρά μας έδωσαν τ' απλοϊκά σου λόγια

ήσουνα πάντα φύλακας στης νιότης τα νυχτέρια

στων πονεμένων τις καρδιές έκανες δρομολόγια

Τώρα μας λεν πως έφυγες στις αγκαλιές του 'Αδη

και μείναν μόνο τα γραπτά τις νύχτες να φωτίζουν

να σκίζουν με την λάμψη τους τ' αχόρταγο σκοτάδι

και σαν εργάτες τίμιοι την ανθρωπιά να χτίζουν...

          Ανιδιοτελείς Διαδρομές

(Απόψε η φωνή μου αντανακλά στους γενναίους βράχους των πληγωμένων ακρογιαλιών)

Ξέρεις τι είναι να πλανιέσαι μες στο χρόνο

χωρίς κανένας τη πορεία να σου φράζει

να σκαρφαλώνεις απ' τους φράχτες της ντροπής

χωρίς τη σκέψη σου κανένας να διατάζει;

Ξέρεις τι είναι να πιστεύεις σε Θεούς

και τα καντήλια τους μ' ευλάβεια ν' ανάβεις

μα σαν γευτείς τα πρόσφορα τους τα πικρά

να μην προσμένεις τη στιγμή να μεταλάβεις;

Ξέρεις τι είναι να ευλογείς κάθε σου πίκρα

τη ξενοιασιά στα στρώματα της να κοιμίζεις

ν' ασφυκτιάς μες των αρχόντων τα παλάτια

σ' όμορφους κόσμους να αρνιέσαι να ελπίζεις;

Ξέρεις τι είναι να κοιμάσαι σε υπόγεια

τη "καλημέρα" να στη φέρνει το σκοτάδι

μα με των λέξεων τη φωτεινή απόχη

μες στους βυθούς ν' αναζητάς χρυσό μαργαριτάρι;

Ξέρεις τι είναι να μη σκύβεις το κεφάλι

να σ' απεχθάνονται οι έμποροι του γέλιου

στα περιθώρια της μοναξιάς ν' ακροβατείς

στο στόμα να κρατάς σφιχτά τις λέξεις του ανέμου;

Ξέρεις τι είναι να στερεύεις από πόθους

κάθε σου μάχη μάταια να βλέπεις στον καθρέφτη

μέσα στους βούρκους να κυλούν οι νιόφερτες αξίες

και την ψυχή σου με πληγές στον 'Αδη να ξεπέφτει;
__________________________________________________________________

                                Η Στάση

«Αφιερωμένο σ' όλους εκείνους που δολοφονούνται ανά τους αιώνες

από κάθε λογής τρομοκράτες, νόμιμους ή παράνομους.»

-Εγώ λέω να πάμε με τα πόδια. Έχει καθυστερήσει αρκετά.

-Κάνει ζέστη και δεν αξίζει να περπατάμε τόσο δρόμο.

-Αν δεν έρθει σε δέκα λεπτά εγώ φεύγω.

-Να το! Μάλλον άκουσε τις παρακλήσεις σου κι ήρθε.

-Πότε μου είπες ότι επιστρέφεις;

-Μεθαύριο. Όταν πάρω το πτυχίο την ίδια μέρα έχω κάνει κράτηση.

-Πόσο καιρό έχεις να δεις τους γονείς σου;

-Πάνω από δύο χρόνια. Δεν είχα χρόνο με τόσο διάβασμα.

-Κανονική υποδοχή θα σου κάνουν όταν γυρίσεις...
-Μωρέ τίποτα να μην κάνουν! Αρκεί που θα τους δω. Μου έλειψαν τόσο...

-Θα τους χορτάσεις τώρα. Θα δεις και το μωρό.

-Αυτό κι αν το περιμένω! Μόνο από φωτογραφίες το έχω δει.

-Σε αυτή τη στάση σταματάμε;

-Όχι ακόμα. Στην επόμενη.

-Εσύ πότε λες να φύγεις.

-Ομολογώ πως έχω συνηθίσει την Αγγλία. Θα έλεγα πως την έχω αγαπήσει.

-Και σκοπεύεις να μείνεις για πάντα εδώ;

-Φυσικά όχι. Θα δουλέψω λίγο και μόλις γυρίσω αρραβωνιάζομαι.

-Απορώ πως αντέχεις μακριά από τον αρραβωνιαστικό σου τόσο καιρό.

-Η ελπίδα. Η υπομονή. Ξέρουμε πως σε λίγο καιρό θα είμαστε πάντα μαζί.

-Στους γονείς σου έχεις μιλήσει;

-Όλα θα γίνουν με την σειρά τους. Κάτι πάντως τους έχω αναφέρει.

-Ωχ περάσαμε την στάση μας! Ξεχαστήκαμε με την κουβέντα...

-Σιγά μωρέ θα περπατήσουμε λίγο. Η επόμενη δεν απέχει πολύ.

-Ξέρεις τι θα ήθελα τώρα που θα πάμε σπίτι;

-Ελπίζω όχι να διαβάσεις πάλι!

-Όχι. Θα ήθελα να καθίσω στο μπαλκόνι μου με θέα το Ρολόι και ν' ανασύρω από τη μνήμη μου όλες τις όμορφες στιγμές που πέρασα εδώ ως φοιτήτρια, όλους τους δρόμους που περπάτησα αυτά τα δυο χρόνια που βρίσκομαι εδώ, όλους τους ανθρώπους που γνώρισα κι αγάπησα αυτά τα χρόνια.

-Σίγουρα θα έχεις να θυμηθείς πολλά...

-Πολλά κι όλα με την δική τους μοναδικότητα. Ελπίζω στη ζωή μου να πλημμυρίσω από εικόνες ανθρώπων και τόπων όπως αυτού εδώ. Είν' ίσως το μόνο που μετρά στη ζωή...

-Τι κοιτάς επίμονα εκεί πίσω;

-Κάποιος έφυγε και ξέχασε τη τσάντα του. Θα τη δώσω στον οδηγό...

     «Τρομοκρατική επίθεση δέχθηκε το Λονδίνο. Τουλάχιστον 50 νεκροί και 300 τραυματίες. Όλοι οι επιβάτες του τραγικού λεωφορείου βρήκαν φριχτό θάνατο. Ανάμεσα στα πτώματα πολλοί νέοι άνθρωποι»!

                                               Διάλεξε Ζωή...

     Διάλεξε ζωή, διάλεξε δουλειά, διάλεξε πορεία. Μέσα σε ένα κατακλυσμό από πληροφορίες, συμβουλές και τρόπους συμπεριφοράς η μοναδικότητα δεν αποτελεί τίποτα περισσότερο από μια φευγαλέα ψευδαίσθηση στο μυαλό των ονειροπόλων. Πλέον η ζωή δεν είναι τίποτα περισσότερο από έτοιμες συνταγές που καθένας επιλέγει να τις πραγματοποιήσει με διαφορετικά υλικά.
     Πριν ακόμα γεννηθούμε ήμασταν λογοδοσμένοι με αυτό το μοντέλο ύπαρξης και επιβίωσης. Να υπάρχουμε χωρίς να ζούμε, να τρώμε χωρίς να γευόμαστε, να ερωτευόμαστε χωρίς να αγαπάμε. Αυτό το σύγχρονο Σινικό τείχος που έχουμε χτίσει μετά από κόπους κατέληξε αντί να μας προστατέψει, να μας φυλακίσει. Οι δρόμοι που κατασκευάσαμε μας οδηγούν πλέον σε μια και μοναδική πορεία όπου καταπατείται κάθε τι διαφορετικό που δεν ταιριάζει στην παγιωμένη αντίληψη που μας έχουνε ποτίσει για τα πάντα.
     Πλέον πρέπει να μπούμε στον αγώνα για τη μόρφωση όπου ο χείμαρρος από πληροφορίες βαπτίζεται γνώση, η κατάληψη μιας μόνιμης θέσης ονοματίζεται προοπτική και η πρωτιά τρόπος ζωής. Υποσυνείδητα μας έχουν περάσει πως «μόνο ο πρώτος, ο καλύτερος σε όλα τα επίπεδα έχει θέση στην καρέκλα της καταξίωσης». Οι υπόλοιποι που αποτελούν την συντριπτική πλειοψηφία είναι αναγκασμένοι να ανέχονται την περιφρονητική αντιμετώπιση των αυτοαποκαλούμενων «πετυχημένων» που ήταν ικανότεροι να αποθηκεύσουν μεγαλύτερη ποσότητα άχρηστης πληροφορίας στα κύτταρα του εγκεφάλου τους.
     Πλέον πρέπει να επιζητούμε το εύκολο χρήμα μέσω μιας εφήμερης διασημότητας μέσα σε τηλεπαιχνίδια που προβάλλουν τον άνθρωπο σαν ένα κομμάτι κρέας, σαν ένα θέαμα που πουλιέται και αγοράζεται μέσα στα τηλεοπτικά πάνελ. Και αφού ξεφτιλίσουμε την προσωπικότητα μας κάνοντας τους παλιάτσους για να διασκεδάσουμε ένα κοινό που μαθαίνει να ζει υπό το καθεστώς της κλειδαρότρυπας, έχουμε πλέον μια μεγάλη ευκαιρία. Την ευκαιρία αφού έχουμε θυσιάσει την ψυχή μας στο βωμό της τηλεθέασης, να πουλήσουμε το κορμί μας στα πορνοπεριοδικά και να νιώθουμε ευχαριστημένοι που κάποιοι θα αυνανίζονται με την εικόνα μας.
     Πλέον πρέπει να ακολουθούμε αυτό που λένε «ρεύμα». Να ψηφίζουμε αυτούς που μας λένε τα πιο πειστικά ψέματα, να χορεύουμε υπό τους ήχους ευτελών τραγουδιών με ημερομηνία λήξης, να αποκτάμε όλο και πιο σύγχρονα κινητά τηλέφωνα για να κάνουμε φιγούρα στα φιλαράκια μας και να κρίνουμε τους άλλους από την πρώτη ματιά εμπιστευόμενοι την αξία της επιφάνειας. Να δεχόμαστε τις προτάσεις που αρχίζουν με «Όλοι είναι...» που δίνει άλλη οπτική στην κριτική μας ικανότητα. Είναι πιο εύκολα να γενικεύουμε παρά να κάτσουμε να εξετάσουμε τον καθένα ξεχωριστά σαν μια διαφορετική οντότητα.
     Στη χρησιμοθηρική κοινωνία που ζούμε, έχει αξία ότι μπορούμε να αγγίξουμε, να δούμε και γενικότερα οτιδήποτε μπορούμε να περικυκλώσουμε από το σύνολο των αισθήσεων μας. Και ζητάμε, αγοράζουμε, γεμίζουμε με άχρηστα πράγματα για να μπορούμε να προβάλουμε στους άλλους την εικόνα της αφθονίας που είναι η ισχυρότερη ένεση ματαιοδοξίας. Οι ιδέες, οι αρχές, οι αξίες παραγκωνίζονται από το τρένο του νεοπλουτισμού που ενισχύει ακόμα περισσότερο τον αυτοθαυμασμό μας.
     Πλέον τα επαναστατικά πνεύματα ονοματίζονται «γραφικοί» σε μια προσπάθεια ταμπελοποίησης των ανθρώπων ως μέσο εύκολου χαρακτηρισμού αυτού που δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε και σίγουρα δεν μπορούμε να φτάσουμε. Οι επαναστάτες σε κάθε εποχή θυμίζουν στους απανταχού «βολεμένους» πως υπάρχει και άλλου είδους ύπαρξη από αυτή που ακολουθεί σαν πρόβατο τα γεγονότα και τις καταστάσεις και προσπαθεί να βολευτεί από αυτές. Θυμίζει σε όλους πως το μεγαλύτερο αγαθό, η ελευθερία, δεν έπαψε να υπάρχει  όσο κι αν πολεμήθηκε, καταπατήθηκε και χρησιμοποιήθηκε ως μέσο εκμετάλλευσης. Είναι πάλι εδώ, πιστή στο ραντεβού της με τους ανθρώπους που είναι πρόθυμοι να παλέψουν για εκείνη. Γι αυτούς που δεν σκύβουν συγκαταβατικά το κεφάλι στην αντίθετη άποψη αλλά προβάλουν την δική τους χωρίς φόβο, για αυτούς που λένε «όχι» όταν οι άλλοι έχουν βολευτεί στο «ναι», για αυτούς που ελπίζουν σε ένα καλύτερο αύριο και δεν κηρύττουν την καταστροφή και την παραίτηση, για αυτούς που βγάζουν τη γλώσσα στη λογική και ακολουθούν το γνήσιο δρόμο της καρδιάς τους. Για αυτούς έκανε τον κόπο η ελευθερία να έρθει μέσα από τα χρόνια γεμάτη αίματα και πληγές.
     Αυτοί θα ακολουθήσουν την ελευθερία κι ας ξέρουν πως θα πολεμηθούν. Γιατί την πραγματική ελευθερία πολλοί την υπερασπίζονται αλλά κανείς δεν προωθεί την εφαρμογή της. Γιατί την φοβούνται. Φοβούνται πως όταν ξυπνήσουμε από το υπνωτικό της αφασίας και της ευτέλειας που μας έχουν προσφέρει σε πολυτελείς συσκευασίες, θα τους πετάξουμε στα μούτρα όλες τις απραγματοποίητες υποσχέσεις που τόσο απλόχερα μας πρόσφεραν οι αυτοβαπτιζόμενοι σωτήρες μας και θα διεκδικήσουμε με τα δικά μας όπλα αυτά που μας ανήκουν. Και τότε η ελευθερία, που τόσο πόνεσε μέσα στα χρόνια, θα μας χαμογελάσει γιατί θα ξέρει ότι αγωνιζόμαστε για κάτι που έχει αξία και δεν είμαστε επαναπαυμένοι μέσα στα τόσα και τόσα σκουπίδια που μας βομβαρδίζουν καθημερινά...

                                     Η Ανθρωπομηχανή


     (Ένα από τα πιο σύγχρονα προβλήματα της νέας κοινωνικής πραγματικότητας θεωρώ πως είναι η εξάλειψη κάθε ανθρώπινου στοιχείου συμπεριφοράς το οποίο φιλτράρεται μέσα από κριτήρια καθαρά χρησιμοθηρικά. Το παρακάτω κείμενο σκοπό έχει να αφυπνίσει αλλά και να κατηγορήσει την κατεύθυνση που ακολουθείται από τον σύγχρονο άνθρωπο και οδηγεί σε μια μίζερη ομοιομορφία που απέχει μακράν από το να ονομαστεί ζωή.)

     Γεννήθηκες μέσα σε ένα θάλαμο μιας παγωμένης κλινικής, κουβαλώντας μαζί σου ένα κομμάτι από το κορμί και το αίμα αυτής που σε έφερε στον κόσμο. Το πρώτο σου κλάμα σηματοδοτεί την παρουσία σου στο νέο σου αυτό κόσμο που τα μικρά σου μάτια προσπαθούν να αιχμαλωτίσουν ήδη από τις πρώτες στιγμές της παρουσίας σου. Τα αυτιά σου ακούνε τα καλωσορίσματα αυτής σου της άφιξης που γνωστοποιεί την προσθήκη άλλης μιας ανθρωπομηχανής που θα αποτελέσει το καινούργιο γρανάζι στην αχανή μηχανή της μαζικής και ισοπεδωτικής ύπαρξης. Καλωσήρθες...
     Έμαθες ήδη από μικρός την έννοια της υπακοής. Σε ανθρώπους, ιδέες, φιλοσοφίες και όνειρα. Η προσπάθεια για μια ευνουχισμένη προσωπικότητα που να είναι ανίκανη να αντιδράσει σε ότι δεν είναι σύμφωνη, είναι από τις βασικές φιλοσοφίες στην προσπάθεια δημιουργίας μιας ανθρωπομηχανής. Προσκύνησες λοιπόν εξιδανικευμένα πρότυπα, υποτάχθηκες στη μαζοποιημένη και κατευθυνόμενη σκέψη, πούλησες την γνώμη σου παίρνοντας ως αντάλλαγμα μια γενικά αποδεχτή θεωρία. Αυτή η σιγουριά της μη-δράσης που φροντίζει η «κεντρική μηχανή» να τροφοδοτεί εσένα και τις άλλες ανθρωπομηχανές είναι η ηδονή της πλήρης αφοσίωσης και της υποταγής στο τοπίο μιας μπασταρδεμένης πραγματικότητας που ικανοποιείται με την περιφρόνηση.
     Σιγά-σιγά μαθαίνεις, μπράβο. Τα μέχρι πρότινος ζωτικά σου όργανα μεταλλάσσονται σε σιδερένια γρανάζια και το μυαλό σου αντικαθίστανται συνεχώς με ηλεκτρόδια που θα είναι ικανά να αφοσιωθούν ολοκληρωτικά στην αποστολή για την οποία ήρθες στον κόσμο κατά παραγγελία της κεντρικής μηχανής. Γεννήθηκες υπηρέτης μιας αποστολής που αποθεώνει την υποταγή, την υπακοή και την δουλοπρέπεια. Δεν πρέπει να έχεις γνώμη αλλά να ενώνεις την φωνή σου με τις κραυγές των αφεντικών σου, δεν πρέπει να έχεις δική σου πορεία αλλά να είσαι ένα μέλος από το κοπάδι που δέχεται αδιαμαρτύρητα το ραβδί και το μαχαίρι του αφέντη του. Αφομοιωτής μιας νέας πραγματικότητας, αποπροσανατολισμένος από το πραγματικό νόημα της ζωής σου έγινες παιχνίδι τηλεχειριζόμενο που μοναδική αποστολή έχει να λειτουργεί ως γελωτοποιός στα μάτια των αρχηγών.
     Μεγάλωσες. Τα ελατήρια και τα γρανάζια μέσα σου έχουν πάρει τελειοποιημένη μορφή και πλέον χρειάζεται μόνο εκπαίδευση για να μάθεις τις αυτοματοποιημένες κινήσεις που θα σε κάνουν πιο αποδοτικό και θα σου δώσουν την ικανότητα να αντλείς περισσότερο πλούτο τον οποίο θα αφιερώνεις στην κεντρική μηχανή, σ' αυτή την εντολοδόχο δύναμη που σου έδωσε το δώρο της ζωής με αντάλλαγμα την υποδούλωση σου, που σου επέτρεψε να ζεις με το όνειρο της ελευθερίας μέσα στο ευρύχωρο κελί σου. Γιατί όσο και να αισθάνεσαι ελεύθερος, οι ελπίδες θα σκοτώνονται πάντα στη σύγκρουση με τα κοντινότερα κάγκελα του κλουβιού σου κι άδικα θα βαφτίζεις παραδείσους τις θνητές σου πατρίδες.
     Τελειοποιήθηκες. Έμαθες τον σωρό από άχρηστες πληροφορίες, έμαθες την μονόπλευρη ιστορία της ράτσας σου, έμαθες να μετράς την προσωπικότητα με αριθμούς, έμαθες να κοιτάς στην τσέπη και όχι στα μάτια, έμαθες να πουλάς την ψυχή σου στο διάολο για να ανεβείς ψηλότερα, έμαθες να περιφρονείς αυτούς που δεν ήταν ικανοί να γεμίζουν τα γρανάζια τους με τον όγκο της πληροφορίας που εσύ κατάφερες, και πλέον είσαι έτοιμος! Δώσε τα χαρτιά πιστοποίησης της υποταγής σου στον εκπρόσωπο της μηχανής και περίμενε το βόλεμα σε κάποια θέση που θα σου επιτρέψει να ντύσεις με πλούσια ρούχα και κοσμήματα την αιώνια δουλοπρέπεια σου. Πρόβαλε προς τα έξω την αποθέωση του εαυτού σου και περίμενε να δεις τον εξιδανικευμένο εαυτό σου στα μάτια των άλλων. Αγόρασε ένα τεράστιο καθρέφτη και φίλα τον κάθε πρωί δείχνοντας την αγάπη σου στην ουσία της επιφάνειας.
     Καταξιώθηκες. Σχεδόν εκπλήρωσες την αποστολή της ανθρωπομηχανής σ' αυτό τον πλανήτη. Εκμεταλλεύτηκες κάθε αδυναμία του αντιπάλου για να αναρριχηθείς στο βουνό της κοινωνικής καταξίωσης και πλέον κάθε τι ανθρώπινο που σου είχε δοθεί κατά την γέννηση σου έχει χαθεί. Τώρα πλέον είσαι μια τέλεια μηχανή, τίποτα ευαίσθητο δεν κινείται μέσα στους δαιδαλώδεις δρόμους της σιδερένιας προσωπικότητας σου. Μονάχα μερικά τμήματα δέρματος έχουν μείνει για να θυμίζουν ότι ήσουν κάποτε άνθρωπος που γεννήθηκε από μια μάνα και η παρουσία του καλωσορίσθηκε με ένα ζεστό χαμόγελο. Όμως ο άνθρωπος δυστυχώς είναι πηλός και παίρνει την μορφή που θέλει ο πλάστης του. Και σένα δυστυχώς ο πλάστης σου ήταν ένα απάνθρωπο μηχανοποιημένο σύστημα που θέλει να βγάζει φτηνά ρομποτάκια για τα εργοστάσια του, ηλίθια και μαγεμένα από την εξέλιξη που προάγει η βιομηχανοποιημένη ζωή. Αγνοείς ότι δεν είσαι τίποτε άλλο από ένα εξάρτημα του εργοστασίου του και μόλις χαλάσεις θα παταχθείς στα σκουπίδια χωρίς τύψεις πολύ απλά γιατί εσύ θα είσαι ευνουχισμένος από κάθε είδους γνώμη κι αντίδραση κι αυτό γιατί αυτή έχει ως προϋπόθεση την προσωπικότητα. Κι η δική σου  θα είναι τόσο ευτελισμένη, χωρίς αξίες κι ιδεώδη που δεν θα μπορέσεις ούτε μια κραυγή αντίδρασης να βγάλεις. Θα σκύψεις το κεφάλι και θα οδηγηθείς μέσα στη μάντρα των άχρηστων εργαλείων προκειμένου να καταστραφείς γιατί η παρουσία σου μόνο βάρος είναι για την χρησιμοθηρική κοινωνία που αποθεώνει την παραγωγή και το κέρδος που αυτή φέρνει.
     Πέθανες μέσα σε ένα σωρό από ευτελισμένα τεχνολογικά σκουπίδια κι έγινες θέαμα αποτρόπαιο στα μάτια των εραστών της ωραιοποιημένης εικόνας της ζωής. Λίγα «κρίμα» βγήκαν από τα στόματα των παρευρισκομένων στην κηδεία την ώρα που ο καθένας τους ηδονιζόταν με την σκέψη μιας υπέροχης συνέχειας, απαλλαγμένης από την βαρετή σου παρουσία. Δεν θα υπάρξει κόλαση ή παράδεισος για την ξεπουλημένη σου ψυχή, μονάχα κάποια κομμάτια καμένων αναμνήσεων θα αναρριχώνται από το βούρκο των ενοχών σου και θα ζητάνε επίμονα λύτρωση. Αντικρίζοντας κάποιος την ζωή σου δεν θα δει τίποτε άλλο παρά συμφέροντα και επιδιώξεις πασπαλισμένα με ίχνη χαμένης ηθικής. Κομμάτια αναμνήσεων θα προσπαθούν μάταια να ανασυντάξουν την πορεία της ζωής σου μα ο χρόνος θα παρασέρνει σαν άνεμος κάθε προσπάθεια ενθύμησης σκορπίζοντας στους τέσσερις ανέμους τα στοιχεία αυτού εύκολου πάζλ...


                                    Μικρή Καλοκαιρινή Πλάνη


     Μια καινούργια μέρα ξημέρωσε πάλι σήμερα κουβαλώντας μαζί της τον θερμό καλοκαιρινό ήλιο. Οι πρώτες πρωινές ακτίνες χάιδευαν το κορμί μου και εγώ τις άφηνα εκεί να εξερευνήσουν τη σάρκα μου. Αδύναμες αρχικά σιγά-σιγά δυνάμωναν κι εγώ έμενα εκεί να παρακολουθώ την γέννηση αυτού του γίγαντα που λέγεται από παλιά θερμότητα. Το ρολόι στον τοίχο να καταγράφει αργά και βασανιστικά του χρόνου το αντίο. Στιγμές που χάθηκαν και πια δεν θα ξαναγυρίσουν. Ποτέ πια. Από κάτω ήχοι αρχίζουν να γεννιούνται από τις πρώτες πρωινές συζητήσεις και μια γλυκιά αίσθηση ότι αυτές οι απλές στιγμές είναι μόνο δικές μου με γεμίζουν τρυφερότητα. Τρυφερότητα που μπορεί να γεννηθεί μόνο από τα απλά πράγματα. Από αυτά που δεν τα περιμένουμε και ξεφυτρώνουν απότομα στη ζωή μας όπως η γαρδένια σκίζει το χώμα αναδυόμενη προς το καθημερινό φως.
     Σηκώθηκες και με φίλησες τρυφερά κάνοντας τα χείλη μου να ριγήσουν από δροσιά σαν βαπτιζόμουν με κρύο νερό. Το κορμί σου ήταν πάντα για μένα ο χάρτης προς το ηδονικό άγνωστο που είχα σβήσει τον προορισμό. Σε χάιδεψα απαλά προσέχοντας μην καταστρέψω τα ροδοπέταλα της ύπαρξης σου και χαθεί από τον κήπο της ζωής μου το πιο όμορφο λουλούδι. Θα συνεχίζω να σε ποτίζω με δάκρυα χαράς και θα σου δείχνω κάθε πρωί τον λαμπερό ήλιο και μόλις το βράδυ απλώσει τα πέπλα του θα σε καθοδηγήσω στους δρόμους που το φεγγάρι χαράζει.
     Ο μικρός μου αδερφός ξεπροβάλει από την γωνία παίζοντας το παλιό μας παιχνίδι αρνούμενος να μεγαλώσει. Τον φοβίζει λέει ο κόσμος των μεγάλων. Το κορμί του δεν ακολουθεί το έφηβο κορμί του που τον έσπρωχνε προς την ενηλικίωση. Με ρωτάει αν τον αγαπάω και του απαντώ χαϊδεύοντας τα μαλλιά του για να πάρω το «κι εγώ σ' αγαπώ αδερφούλη» από τα υγρά χείλη του που είχαν κιόλας βραχεί από τα δάκρυα της συγκίνησης που τον κατέκλυζαν.
     Η Μαρία, η γειτονοπούλα μας πάντα φρόντιζε να συνοδέψει το πρωινό μας με τις παιδικές φωνές της δίνοντας μας ένα θέμα συζήτησης για το πόσο άτακτο είναι εκείνο το παιδί, ενώ ενδόμυχα μας ευχόμαστε να μην σταματήσει ποτέ να μας ποτίζει με ζωή τις ζωές μας. Έπαιζε με τα άλλα παιδάκια ακριβώς κάτω από το σπίτι μας και εγώ τραβάω διακριτικά της κουρτίνα για να κλέψω κάτι από την παιδική τους αθωότητα. Προσπαθούσα να εγκλωβίσω μέσα μου αυτές τις στιγμές φοβούμενος ότι θα καταστραφούν από την «εξέλιξη» όπως ο μετεωρίτης όταν μπαίνει στην ατμόσφαιρα.
     Ανοίγω βίαια τα μάτια και δεν βλέπω τίποτα εκτός από σκοτάδι. Το χέρι μου ψηλαφίζει τον τοίχο αναζητώντας τον μικρό διακόπτη που θα έδινε φως στον λαμπτήρα του ταβανιού. Μόλις το βρίσκω φωτίζονται ταυτόχρονα τόσο ο χώρος όσο και η μνήμη μου. Δεν είχε χαράξει ακόμη και η σιωπή είχε απλώσει τα πέπλα της παντού απαγορεύοντας στον οποιονδήποτε να σπάσει την εύθραυστη γαλήνη που με τόσο κόπο είχε καταφέρει να επιτύχει. Εσύ είχες φύγει από κοντά μου ένα κρύο πρωινό του Φλεβάρη και δεν ήξερα αν ζεις ή αν πέθανες. Μου πέταξες στα πόδια το δαχτυλίδι που σου είχα χαρίσει και ένα αντίο που το πρώτο παραμένει ακόμα εκεί να θυμίσει εκείνο το προδομένο πρωινό, και το δεύτερο εξατμίστηκε πριν ακόμα φτάσει κοντά μου μάλλον γιατί ήταν και αυτό ψεύτικο όπως και τα λόγια αγάπης σου.
     Λίγο πιο πέρα μια φωτογραφία του αδερφού μου και από κάτω γραμμένο με τον δικό μου γραφικό χαρακτήρα: «Καμία βελόνα δεν μπορεί να σε διώξει από κοντά μου και καμία ουσία δεν μπορεί να νικήσει αυτό που και οι δυο νιώσαμε» Είχε γυρίσει στο σπίτι ράκος πέρυσι τέτοια εποχή και τα μάτια του καθρέπτιζαν τον πόνο. Κάθισα δίπλα του και μου είπε πως θέλει να βγει από αυτόν τον λαβύρινθο, θέλει να βρει επιτέλους την έξοδο. Τελικά δεν βρήκε την πόρτα του λαβυρίνθου και προτίμησε να φύγει πετώντας μακριά από το κελί που τον καταπίεζε.
     Η Μαρία είχε παντρευτεί κι είχε φύγει από την γειτονιά εδώ και πολλά χρόνια. Δεν έμαθα ποτέ πια νέα της. Μακάρι τουλάχιστον να είναι το μοναδικό όνειρο μου που σώθηκε. Μακάρι. Όλα τα άλλα ξέπεσαν και διατηρούν το μεγαλείο τους μόνο μέσα μου.
     Δεν ήταν τίποτε άλλο από μια καλοκαιρινή πλάνη σαν αυτή που φέρνει νερό στους διψασμένους της ερήμου και όνειρα στους διψασμένους της ζωής.

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers