-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

 

: , ,

  Βιογραφικ

    Ο Αντνης Τραυλαντνης, λληνας εκπαιδευτικς και λογοτχνης, που το πραγματικ του νομα ταν Αντνης Χρυσικπουλος, γεννθηκε στις 21 Μη 1867 στο Μεσολγγι και πθανε το πρω της Κυριακς 17 Γενρη 1943 στον Ευαγγελισμ, στην Αθνα, καταβεβλημνος απ τις κατοχικς κακουχες. Τφηκε στο νεκροταφεο της ττε κοιντητας και σημερινο Δμου Ζωγρφου, που του παραχρησε τφο τιμς νεκεν. ταν γαμος και δεν απκτησε απογνους.
     Γονες του ταν ο μπορος Κωνσταντνος Χρυσικπουλος κι η Κυρνα Χρυσικοπολου, εν εχε 2 αδλφια το Νικλαο Τραυλαντνη και τη Βασιλικ, μετπειτα σζυγο του φαρμακοποιο Στλιου Μανιαρζη φαρμακοποιο στη Κρκυρα, προδρου του Δημοτικο Συμβουλου Κερκυραω, που διατλεσε και Δμαρχος Κρκυρας, εν στη πλη εχαν μετακομσει ο αδελφς κι η μητρα του, που πεθανοντας τφηκε κε. Τους γονες του εχε στεφανσει κι εχε βαπτσει και τον Αντνη, νας θεος του λογοτχνη Μιλτιδη Μαλακση. Πρασε τη βασικ εκπαιδευση στο Μεσολγγι κι αποφοτησε το 1879-80 απ το Γυμνσιο Μεσολογγου με βαθμ Κλλιστα. Σποδασε στη Φιλοσοφικ Σχολ του Πανεπιστημου Αθηνν απ' που αποφοτησε με ριστα, εν παρλληλα μελτησε ιταλικ, γαλλικ και γερμανικ. Στη διρκεια των σπουδν του στη Βασικ, τη Μση και την Αντατη εκπαδευση χρησιμοποησε το πατρικ του επθετο, μως στη Στρατολογικ Υπηρεσα εναι καταχωρημνος ως Τραυλαντνης, επνυμο που χρησιμοποησε στη συνχεια.
     1η Οκτβρη 1888 κατατχθηκε να υπηρετσει τη στρατιωτικ του θητεα, [αριθμς μητρου 1117 του Δμου Μεσολογγου, κληρωτς 1898], τον Ιολιο του 1889 γινε φεδρος ανθυπολοχαγς κι απολθηκε στις 8 Ιουνου 1890. Στις αναμνσεις του απ αυτ τη περοδο, στηρχθηκε το ργο του Διετς Θητεα. Στη διρκεια της ζως του επιστρατετηκε 3 φορς, αρχικ στον πλεμο του 1897 κι υπηρτησε απ τις 18 Απρλη ως τις 24 Οκτβρη του διου χρνου, στους Βαλκανικος Πολμους, απ τις 18 Σεπτμβρη 1912 ως τις 2 Σεπτμβρη 1913 ταν υπηρτησε ως φεδρος υπολοχαγς και τλος στην επιστρτευση του 1915, που υπηρτησε απ τις 20 Σεπτμβρη 1915 ως τις 24 Ιουνου 1916 με το βαθμ του φεδρου λοχαγο.



     Διορστηκε 1η φορ στη δημσια εκπαδευση στις 8 Αυγοστου 1890 στην Αθνα που παρμεινε μχρι τις 3 Ιουλου 1891, ταν μετατθηκε στο Μεσολγγι κι υπηρτησε απ τις 10 Αυγοστου 1892 ως τις 3 Αυγοστου 1893 που μετατθηκε στα Ιωννινα. Παρμεινε στην υπ Τουρκικ κατοχ πρωτεουσα της Ηπερου μχρι την 1η Σεπτεμβρου 1896, τανε διευθυντς της Ζωσιμαας Σχολς και στη συνχεια αποσπστηκε στη Μερσνα της Κιλικας στη Μικρ Ασα, που αναφρεται τι εκφνησε λγο στη γιορτ των Τριν Ιεραρχν, ως το τλος Αυγοστου 1897, που τοποθετθηκε στον Πργο Ηλεας, που εχε μαθητ και το Διονσιο Κκκινο, μετπειτα κορυφαο ιστορικ. Στις 5 Μρτη 1899 μετατθηκε στη Λρισα, στις 22 Σεπτμβρη 1899 στη Μεσσνη και απ τις 17 Αυγοστου 1900 ως τις 2 Σεπτμβρη 1910 υπηρτησε στη Κρκυρα. Στις 2 Σεπτμβρη 1910 μετατθηκε στο Αγιο, που εκφνησε λγο στα εγκανια της Σχολς του Λαο και συνυπηρτησε μχρι τις 25 Ιουλου 1911 με τον ποιητ Ιωννη Γρυπρη. Τον Ιολιο του 1911 διορστηκε μλος του Κεντρικο Εποπτικο Συμβουλου για τη δημοτικ Εκπαδευση, εν στις 12 Μη 1914 διορστηκε μλος του Εκπαιδευτικο Συμβουλου. Παρμεινε στη θση αυτ ως τις 30 Μη 1925, ταν αποσρθηκε απ τη Δημσια Εκπαδευση. Στην ουσα υποχρεθηκε σε παρατηση πριν τη συμπλρωση του ορου ηλικας καθς δεν διθετε ττλο σπουδν απ Πανεπιστημιακ δρυμα του εξωτερικο, που κρθηκε απαρατητος για τη θση.
     Η χρση του ονματος Τραυλαντνης Χρυσικπουλος, αποτλεσε την αφορμ να κατηγορηθε τι δεν εχε πτυχο απ τη Φιλοσοφικ Σχολ Αθηνν, καθς στο μητρο των αποφοτων της Σχολς, δεν υπρχε πτυχο στο νομα Τραυλαντνης. Το Υπουργεο Παιδεας εξτασε την καταγγελα και μετ την απολογα του 'οπου απδειξε τη ταυττητα των 2 ονομτων, δχθηκε τη συγγνμη του ττε Υπουργο. Αναδεχθηκε σε ναν απ τους σημαντικτερους εκπαιδευτικος της εποχς του κι ταν μλος του στο Εκπαιδευτικ Συμβολιο απ την δρυση του το 1914 κι εργστηκε για τη βελτωση των εκπαιδευτικν πραγμτων και την ανανωση των παλαιν νεοελληνικν αναγνωσμτων.
     Σεμνς και μοναχικς, εμφανστηκε στη λογοτεχνα το 1890, δημοσιεοντας διηγματα στην εφημερδα Αττικ, εν απ το 1892 ξεκνησε τη συνεργασα του με την εφημερδα στυ, στην οποα δημοσευσε το πεζογρφημα Διετς Θητεα. Το 1895 δημοσευσε στο στυ τη νουβλα Η Εξαδλφη, με την οποα γινε ευρτερα γνωστς. Χρησιμοποιντας το ψευδνυμο Κλενθης το νομ του συνεργστηκε με τις εφημερδες και τα περιοδικ Παρνασσς, Εστα, Ανπλασις, Τχνη, Εθνικ Αγωγ, Γρμματα Της Αλεξανδρεας, Ελεθερο Βμα, που δημοσιεθηκε το μυθιστρημα Η Κρη Του Προδτη και Λαογραφα. Για το λογοτεχνικ του ργο η Ακαδημα της Αθνας τον βρβευσε το 1931, με το βραβεο Δημτρης Βικλας.
     ζησε τα τελευταα χρνια του στο σπτι του στην οδ Αθηνογνους 29, που σμερα φρει τ' νομ του, στον ττε συνοικισμ Ζωγρφου. Τα χρνια αυτ τανε πολ δσκολα για τον διο, καθς τον μστιζαν οι ασθνειες, αλλ κι οικονομικ στεντητα, με συνεπακλουθα τη πενα και τις πσης φσεως κακουχες, εν το 1940 πθανε ο ανιψις του Σταμτης Μανιαρζης, στρατιωτικς γιατρς-φλακας γγελς του και βυθστηκε σε θλψη. Οι στερσεις, η πενα της κατοχς κι η αβιταμνωση του προκλεσαν σημαντικ προβλματα υγεας. πως προκπτει απ επιστολς του των ετν 1942-43, ταν δη απ το 1938 "...καταδικασμνος σε ακινησα...", πως αναφρει σε επιστολ του στο Μιχλη Μαντοδη.
     Τα προβλματ του ρχισαν με συνεχες εμετος για τους οποους νοσηλετηκε στο νοσοκομεο Ερυθρς Σταυρς αλλ και στη Πολυκλινικ Αθηνν που εχε γιατρ τον Ανδρα Αλιβιζτο, που τον υπβαλε σε θεραπεα με ατροπνη. Στη συνχεια παρουσασε παραλυσα κτω κρων, την οποα ο νευρολγος Πατρκιος στο νοσοκομεο Ευαγγελισμς χαρακτρισε πολυνευρτιδα και του επβαλλε θεραπεα με ηλεκτρισμ, μασσζ και ενσεις μπεταξνης. Αργτερα χειρουργθηκε απ γγγραινα σε παλι τραμα απ το στρατ και στον Ευαγγελισμ του κοψαν το να του πδι, χωρς να καταφρουν οι γιατρο, να αντιμετωπσουν το πρβλημα της υγεας του. Το αντιμετπισε στωικ και σε επιστολ στον ανιψι του Γιννη Μινιαρζη, γραψε "...Υπομον, καννα λλο πλο δεν χουνε τα γινα πλσματα, ταν βρεθονε σε ττοια παντοδναμη θεομηνα". Διαισθνθηκε το θνατ του κι αποχαιρτησε τον Μαλακση, που αν και νοσηλευτανε βαρτατα ασθενς, γραψε για τον Τραυλαντνη:

Τι λες; Σε μια γτα πλι μπασμνοι
δεν εν' καιρς, προς τον Αη Σστη να τραβομε;
Κι εκε σαν φθσουμε ξαφνα να βρομε
την Εξαδλφη να μας περιμνει;

     Πθανε του Αγου Αντωνου το 1943. Ο Δμος Ζωγρφου παραχρησε τφο τιμς νεκεν κι ονμασε την οδ του προς τιμ του.



     Στα 1α ργα χρησιμοποησε θματα απ την Ελληνικ και Ρωμακ εποχ, εν στα ργα του συναντμε προσωπικς εμπειρες κι αναμνσεις, που μζεψε στη περιπλνησ του ως εκπαιδευτικς στην ελληνικ επαρχα. Το ργο του γενικ διακρνεται για το ρεαλισμ και το χιομορ του κι εναι βασικ ηθογραφικ. Κατεχε ριστα την αρχαα ελληνικ και λατινικ γλσσα, μως ως συγγραφας αποστασιοποιθηκε σταδιακ απ τη καθαρεουσα, στην οποα δημοσευσε τα ργα Διετς Θητεα και Ολυμπα κι γραψε σε ψογη δημοτικ, διηγματα, νουβλες και μυθιστορματα, σημαντικτερα απ τα οποα εναι:
     Η Εξαδλφη, το 1912, που μας μεταφρει στον κυματισμ και τη μαγεα της Μεσολογγτικης λιμνοθλασσας. Απ μαρτυρες πιθανολογεται τι πρκειται για βιωματικ εμπειρα, καθς αγπησε μακριν συγγνισσ του που δεν τη νυμφετηκε, Διηγματα [τομ. 1-2, 1921-1922], Η Κρουσταλλνια και λλα διηγματα, το 1922, Ηλιοστλαχτη, το 1923, μεταφρστηκε στα Ρωσικ, Τρεις Λγοι, το 1925, Απολογα Μισανθρπου κι λλα διηγματα, το 1930, Λεηλασα Μιας Ζως, μυθιστρημα, το 1935.
     Το ργο του Τα Μικρβια δημοσιεθηκε το 1931 στο Les Oeuvres Libres μεταφρασμνο στα Γαλλικ, πως και το Γαμπρς Ζωγραφιστς γαλλικ κι ορισμνα λλα δημοσιεθηκαν στην Αγγλικ κδοση The Sun. Απρριψε τη πιθαντητα να εναι υποψφιος για Ακαδημακς καθς θεωροσε πως  "...ο Σπρος Μελς κατ τη γνμη μου χει σοβαρτερο ργο.", πως λεγε χαρακτηριστικ στο Μιχλη Ροδ. Μεγλο μρος του ργου του παρμεινε ανκδοτο, εν μετ το θνατο του στο περιοδικ Να Εστα δημοσιεθηκε το ημιτελς μυθιστρημ του Λουκς Σαματς, που το 1943 με πρωτοβουλα του Θεοδρου Ξδη που τα κατγραψε, συγκεντρθηκαν και παρουσιστηκαν. γραψε το 1892 το Λατινικν Αναγνωσματριον προς χρσιν των Ελληνικν Σχολεων. Υπρξε μλος της Ενσεως Ελλνων Λογοτεχνν. Τα ργα του Λεηλασα Μιας Ζως  το 1978 κι Η Κρουσταλλνια το 1981, γνανε τηλεοπτικς σειρς και παρουσιαστκαν απ τη κρατικ τηλεραση.



     Ο Αντνης Τραυλαντνης ταν Μεσολογγτης με πατριτες λογοτχνες: ταν 8 τη νετερος απ τον Παλαμ και 3 τη μεγαλτερος απ τον Μαλακση. Μαζ με τη Πκρα του Παλαμ και τα Μεσολογγτικα του Μαλακση, η Εξαδλφη του Τραυλαντνη μας μεταφρει στον κυματισμ και τη μαγεα της μεγλης Λιμνοθλασσας.
Το Μεσολγγι ταν ττε, πως και τρα, μια αξιλογη επαρχιακ πλη που την αγκαλιζει η Λιμνοθλασσα και τη κοσμε ο δρμος της Τουρλδας, δρμος περιδιβασης και ρεμβασμο. Αυτν τον δρμο πορευταν νος ο Τραυλαντνης, πως διαβζομε στο ργο του Διετς Θητεα. "Το μεγαλειδες εσπερινν λυκφως και της λμνης η παντελς ακινησα καθστων τον περπατν μου εκενον πολ μελαγχολικν. μην κατ το σνηθες μνος. Προυχρουν εις τον στενν δρμον τον κρεμμενον εν μσω του ουρανο και της θαλσσης".
     Σ' αυτ το περιβλλον μεγλωσε. Τονε συναντομε σα Χρυσικπουλο στα μαθητολγια του Γυμνασου Μεσολογγου 1879-1880 στην Β' τξη με βαθμολογα Κλλιστα. Με το νομα Χρυσικπουλος θα πρει αργτερα και το Δπλωμα της Φιλοσοφικς Σχολς του Πανεπιστημου Αθηνν με ριστα. Στη Στρατολογικ Υπηρεσα μως φρεται εγγεγραμμνος ως Τραυλαντνης (σως παρνομα), και το νομα αυτ θα διατηρσει στην κατοπιν επαγγελματικ του σταδιοδρομα και τη λογοτεχνα. Θα υπηρετσει τη στρατιωτικ του θητεα ως φεδρος αξιωματικς και απ τις αναμνσεις της περιδου αυτς θα προλθει το χαριτωμνο ργο του Διετς Θητεα. Με το απολυτριο του στρατο και το δπλωμα της Φιλοσοφικς εναι τοιμος "να εισλθει εις τον αγνα της αυθυπαρξας", πως γρφει ο διος.
     Ακολουθε τον εκπαιδευτικ κλδο που τον υπηρτησε υποδειγματικ, που και αν ετχθη. Νος, στην αρχ της σταδιοδρομας του, τον Ιανουριο του 1897 (σημαδιακ τος για την ελληνικ Ιστορα) βρθηκε υπηρεσιακς στην πλη Μερσνα της Μικρς Ασας, ττε που κμαζαν οι ελληνικς κοιντητες. Εκε, στη γιορτ των Τριν Ιεραρχν, εξεφνησε λγο εορταστικ σημαντικτατο. Στο λγο του βλπει κανες τις γνσεις του, τον πατριωτισμ και τον ενθουσιασμ του και διακρνει τον εκπαιδευτικ που θα λαμπρνει την Ελληνικ Παιδεα. Η υπηρεσιακ του σταδιοδρομα, αλλ κι οι συνεχες επιστρατεσεις των επμενων χρνων τον φεραν σε πολλς πλεις και χωρι της Ελλδος. Μετ τον πλεμο του 1897 υπηρετε στη Ζωσιμαα Σχολ των Ιωανννων, ταν η πλη ταν ακμη τουρκικ. Αργτερα πηγανει καθηγητς στο Πργο Ηλεας και το 1911 στο Αγιο με Γυμνασιρχη τον Γρυπρη. Προχθη στη θση του Γυμνασιρχη κι αργτερα, ταν γινε σχολικς επιθεωρητς, μετετθη στη Κρκυρα. Εκε ζησε κοντ στην αγαπημνη του μητρα και την αδελφ του Βασιλικ, σζυγο του Κερκυραου φαρμακοποιο Στλιου Μαναρρζη.
     Ο Τραυλαντνης ως εκπαιδευτικς σκησε το ργο του με μπνευση, υποδειγματικ. σοι υπρξαν μαθητς του δεν ξεχσανε ποτ τη διδασκαλα του (Να Εστα 1943). Πστευε στη Παιδεα κι υπηρετοσε την εκπαδευση ως αποστολ. ταξε τον εαυτ του στη μρφωση της ελληνικς νετητας. Αναγνωρζεται η αξα του και μλις συστθηκε το Εκπαιδευτικ Συμβολιο (1914) αποτλεσε μλος του με διακεκριμνους συνεργτες. Με τη διδακτικ περα που διθετε κομζει νες ιδες και προσπαθε να αναμορφσει τα Νεοελληνικ Αναγνωστικ. Οι εισηγσεις του προς το Εκπαιδευτικ Συμβολιο σανε πργματι πρωτοποριακς. "Δεν πρπει, μετ τσης στυγνς αυστηρτητος να αποκλεεται εκ των συλλογν των Αναγνωστικν, παν λογοτχνημα χειριζμενον το θμα των σχσεων των δο φλων, αρκε να το χειρζεται μετ τχνης αληθος, ανωτρας πσης υλικς πνος, πως το χειρζεται η αληθς τχνη, η και τα ταπειντερα και τα χυδαιτερα εξευγενζουσα". Ζητοσε την ανψωση των νων προς την αλθεια της ζως. Για τοτο ζητοσε την ανγκην πνευματικς τροφς των νων απ' ευθεας απ τις πηγς.
     Η ταχεα νοδς του κι οι προοδευτικς αντιλψεις του γεννον αντιδρσεις. Κατηγορθηκε τι δεν εχε πτυχο! Πτυχο στο νομα Τραυλαντνης δεν υπρχε και για τοτο καλεται να απολογηθε! Αποδεικνεται γργορα η ταυττητα των ονομτων κι εισπρττει την συγγνμη του Υπουργο. Αργτερα διετλεσε και Πρεδρος του Εκπαιδευτικο Συμβουλου μχρι το 1926 οπτε παραιτθηκε, πολ πριν φθσει στο ριο ηλικας. μμεσος κι εσχημος ο λγος που τον ανγκασε σε παρατηση. Δεν εχε σπουδς στο εξωτερικ που κρθηκαν απαρατητες για τη θση αυτ. Δεν εχε σπουδς στην Ευρπη, γιατ πρασε τη ζω του μορφνοντας τα παιδι της Ελλδας. Παραιτθηκε, αλλ πικρθηκε πολ. κτοτε ζησε στην Αθνα, στου Ζωγρφου, χωρς οικογνεια, με το Μεσολγγι και τα παιδι της αδελφς στη καρδι του. ζησε αθρυβα κι απλ, με συντροφι τους τμους των βιβλων του και τη λμπα του πετρελαου να φωτζει τις ρες της περισυλλογς του.


    Το Εξφυλλο του Λατινικο Σημειωματαρου του, που το ΑΠΘ το καμε... δικ του

     Ο Τραυλαντνης υπρξε πολπλευρη προσωπικτητα. Εχε ευρεα αντληψη, οξεα κριτικ ικαντητα, νεση γραφς, πηγαα ασθηση του κωμικο κι ευφρδεια λγου. τανε φιλλογος εξαιρετικς, ελληνιστς και λατινιστς, επσης ιστορικς εμβριθς, γνστης 3 γλωσσν, (γαλλικς, γερμανικς κι ιταλικς). Μεγαλσωμος, στρογγυλοπρσωπος με μεγλα φωτειν μτια, ταν η μετριοφροσνη προσωποποιημνη. Μετριοφροσνη που πγαζε χι απ δειλα αλλ απ εξαιρετικ καλοσνη κι ανθρωπι. Γι' αυτ, σως, δεν ταν αρκετ διεκδικητικς. Θα μποροσε να αξισει Πανεπιστημιακ δρα. Δεν το επεδωξε. Αντκρυζε τα πντα με τη χαρακτηριστικ του μετριοφροσνη. ταν ο εκπρσωπος της Σοβιετικς ττε Πρεσβεας τον επισκφθηκε και του ζτησε να μεταφρασθε η Ηλιοστλαχτη στα ρωσικ απντησε: "Υπρχουνε τσα αριστουργματα της ελληνικς λογοτεχνας, του Παπαδιαμντη, του Καρκαβτσα που πρπει να γνωρσετε". Φυσικ η δεια δθηκε και το ργο μεταφρστηκε. Σημεινω τι μεταφρστηκαν γαλλικ τα Μικρβια στα Les Oeuvres Libres το 1931, επσης το Γαμπρς Ζωγραφιστς γαλλικ και μερικ αγγλικ στο The Sun. Δεν θλησε οτε καν να σκεφθε για την υποψηφιτητα του Ακαδημακο στην οποαν τον προτρεπε ο Ροδς. Την απκρουσε λγοντας: "Ο Μελς κατ τη γνμη μου χει σοβαρτερο ργο". Το 1931 τιμθηκε απ την Ακαδημα Αθηνν με το Βραβεο Βικλα που δχτηκε με απλτητα. Υπρξε μλος της Ενσεως Ελλνων Λογοτεχνν.
     Ο Τραυλαντνης γρφει κπου: "για να νοιση κανες και να αισθανθ τλεια το ργο ενς λογοτχνη πρπει να γνωρζει και τη ζω του". Περσαμε τη διαδρομ αυτ, τρα ας δομε και τη λογοτεχνικ παρουσα του. Ο Τραυλαντνης παρουσιζεται στα γρμματα με τη Διετ Θητεα, καρπ της στρατιωτικς του ζως. Δημοσιεεται σε συνχειες στο στυ του ννινου το 1892. Να πς αναγγλλει η εφημερδα τη δημοσευση του ργου: "Εντυπσεις γραφεσαι υπ του εκ Μεσολογγου νεαρο διδκτορος της φιλολογας κ. Αντ. Τραυλαντνη εις γλσσαν ανθηρν κι απριττον, ειλημμναι δε εκ του φυσικο χωρς υπερβολς και φαντασιδη γεγοντα, εναι εις κρον ενδιαφρουσαι, ποικιλταται δε εις την ανλιξιν σκηνν και επεισοδων".  Η συγγραφικ δρση του Τραυλαντνη διρκεσε περπου 40 χρνια και κατλειπε τους εξς τμους διηγημτων:
Τμος Α, 1921, περιλαμβνει σε επανκδοση και την Εξαδλφη. Τμος Β, 1922, Η Κρουσταλλνια και λλα διηγματα. Τμος Γ, 1923, Η Ηλιοστλλαχτη. Τμος Δ, 1925, Τρεις Λγοι. Τμος Ε, 1930, Απολογα Μισανθρπου και λλα διηγματα. Τμος ΣΤ, 1935, Λεηλασα μιας ζως, μυθιστρημα. Επσης εχε δημοσιεσει πολλ, ετε με το νομ του ετε με το ψευδνυμο Κλενθης, στον Παρνασσ, περιοδικ του ομνυμου Συλλγου, την Τχνη, την Εθνικ Αγωγ, τα Γρμματα Αλεξανδρεας, στη Κυριακ του Ελεθερου Βματος, που δημοσιεθηκε το μυθιστρημα η Κρη του Προδτη κι λλο. Επσης κατλειπε πολλ ανκδοτα ργα.
     Μετ το θνατ του απ τα ανκδοτα ργα του δημοσιεθηκε στο περιοδικ Να Εστα το σχεδν τελειωμνο μυθιστρημ του Λουκς Σαματς. Τα υπλοιπα εξακολουθον να μνουν γνωστα κι αδημοσευτα. Ο Θ. Ξδης που τα κατγραψε (Να Εστα, 1943) μας πληροφορε τι παρουσιζουν ενδιαφρον κι εναι ωριμτατα. Μεταξ αυτν εναι το μυθιστρημα Η Πατρικ Θυσα βασισμνο σε πληροφορες απ τον Αππιαν, τον Πλοταρχο και τον Αρριαν, κι η τραγωδα Το Τλος Του Ωραου. Επσης αξιοπρσεκτα εναι τα διηγματα: Ο Θησαυρς Μου, Πετρλαιο - Πετρλαιο, Ο Τροχς Της Τχης. Διαφορετικ εικνα θα δινε ο Τραυλαντνης αν επιμελετο και τελεωνε το ργο του, ειδικ αν τελεωνε τα θεατρικ του ργα.
     Στα χρνια της δημιουργικς δρσης του συνβησαν σημαντικ πολεμικ και πνευματικ γεγοντα και σημειθηκαν ιστορικς αλλαγς. 4 τη πριν απ τη Διετ Θητεα χει εκδοθε το 1888 Το Ταξδι Μου του Ψυχρη που αντρεψε τα καθιερωμνα της γλσσας και δημιοργησε αντιδρσεις. Το γλωσσικ ζτημα οδγησε σε διαφοροποηση του ελληνικο πνευματικο κσμου. Απ την μια οι δημοτικιστς -με πρωτεργτη τον Παλαμ- κι απ την λλη οι καθαρευουσινοι -Μιστριτης. Αποτλεσμα. συγκροσεις και διαμχες για το γλωσσικ ζτημα. Εκενος οδεει προς τη Δημοτικ. Τα 1α ργα του (Διετς Θητεα - Ολυμπα) τα 'γραψε καθαρεουσα. κτοτε διαπιστνει την ευελιξα της Δημοτικς και τη παραστατικτητ της και την υιοθετε. Μια δημοτικ στρωτ, ευχριστη που διαβζεται και σμερα, ζωνταν και να.



     Ο Μαβλης, σε γρμμα του προς τον Παλαμ στις 5 Ιουλου 1902, μεταξ των οπαδν της δημοτικς κι ενδεχομνως ιδρυτν και συνεργατν περιοδικο Εθνικς Γλσσας αναφρει και τον Τραυλαντνη. Κι ο Παλαμς τον συναριθμε μεταξ των επιφανστερων πεζογρφων μας.
Αμοιβαα η εκτμηση: Ο Τραυλαντνης γραφε για τον Παλαμ: "Ο Κ. Παλαμς πρωτοσττει πντοτε εις πντα αγνα υπρ του ωραου και του δικαου με νεανικν ορμν" (Εκπαιδευτικ Χρονικ, 1936).  Εναι δημοτικιστς χωρς ακρτητες! Χρησιμοποιε προ πντων στα νετερα ργα του ωραα δημοτικ με μερικς ιδιωματικς εκφρσεις λξεις για να προσδσει ζωηρτητα στο κεμενο. Οι ιδες του για τη λογοτεχνα παρουσιζουν ακολουθα με τον ηθικ χαρακτρα του. Παιδαγωγς με την ευρτερη σημασα βλεπε μσα απ το ργο του δημιουργο, του συγγραφα την ευθνη απναντι στον νθρωπο. Πστευε στην ηθικ εξψωση του ανθρπου και την εξυψωτικ αποστολ της τχνης.
     γραψε απ το περσσευμα της καρδις του. Παρ λο που διθετε σπουδαα μρφωση, η καρδι του στρφεται προς τους ανθρπους της επαρχας. Μεγλωσε στην αστικ κοινωνα του Μεσολογγου και γνρισε την επαρχα. Γνρισε το δσκαλο γνρισε την επαρχα. Γνρισε τον δσκαλο, γιατ τον ζησε. Ντθηκε το χακ σε λες τις επιστρατεσεις και τις περιπτειες της εποχς του. χει γνωρσει την ατλεια του ανθρπου, αλλ δεν αποθαρρνεται. Προσπαθε με το χιομορ να δεξει τα αδνατα σημεα με τη καυστικ στιρα να καυτηρισει ελαττματα. Οι ιστορες αυτς της ζως που αφορον απλος ανθρπους χουν αποδοθε παραστατικ, αδρ, με ευαισθησα κι ειλικρνεια. Υπρχει διχυτο το χιομορ, η ειρωνεα κι η δραματικτητα, αλλ κι η ζωνταν αφγηση κι η βαθτερη αγπη για τον νθρωπο. Η τχνη του χει τη δναμη να δεχνει αληθινος τους ανθρπους που περιγρφει. Αναγελ καταστσεις γιατ αισθνεται πως θελε να κλψει γι' αυτς. Εναι πκρα συσσωρευμνη για τα σχημα της ζως. Μερικς φορς μως η πικρα του τον ωθε στην υπερβολ και ζημινει τη πρθεσ του. τσι, τποι σαν τον Τσιριτζνζανο (Κρουσταλλνια) τον Βαζορα στη Μονομαχα, δεν μας κερδζουν..
     Αν πλησισουμε τα ργα του θα μποροσαμε να ξεχωρσουμε τα εθυμα χαριτωμνα διηγματ του, μικρς πινελις αληθινς ζως, απολαυστικ στη ζωντνια τους, που τρπουν με την ευρηματικτητ τους αποδοκιμζουν ελαττματα με την καυστικ στιρα. Ας δομε μερικ: Φορνος Πρωτοφανς που το τλος εναι αναπντεχο και θα καταπλξει την συντροφι των γυναικν που το ακονε. Δκτωρ Φοσκας με σαρκαστικς παρατηρσεις για την κεντητα των ανθρπων που παρουσιζονται σημαντικο χωρς να εναι. Τρεις πχες στον Παρδεισο μια ηπειρωτικ παρδοση και το δαιμονικ Καταμεσμερο στο Πηγδι, που σαρκζει την γυναικεα απιστα (Μεταφρστηκε Γαλλικ). Το μπαολο την νφη, Χριστογεννα του Αμερικνου, που κνουν μισητ την μετανστευση, Τα μικρβια με μια ασθηση του χιομορ αντερη, διγημα δυνατ, Τ' αληθιν, Η Μονομαχα και ακμη η Απολογα μισανθρπου με φιλοσοφικ υπβαθρο και βαθτερη ψυχολογικ παρατρηση. Τλος στην Ηλιοστλαχτη η κοινωνικ και πολιτικ στιρα εναι φανερ. Παρουσιζει την ταπειν συμπεριφορ του μνηστρα της κρης (Ηλιοστλαχτη), ο οποος εξαρτ την ανδειξ του απ τους κομματικος δεσμος και τελικ απομακρνεται απ εκενην. Η μορφ του διηγματος εναι επιστολς της ηρωδος προς τον συγγραφα. (Μεταφρστηκε στα Ρωσικ).



     Αξιλογα εναι και τα ιστορικ διηγματα του Τραυλαντνη, καθς παρουσιζει τους ρως του να κινονται με νεση στο περιβλλον τους. Εκε οι ιστορικς γνσεις του διευρνονται. Στον Πολυλαιο Των Βουρβνων ιστορε τις περιπτειες του πολυελαου, που γι' αλλο προορζετο κι αλλο κατληξε. Στο Γαμπρ Ζωγραφιστ αναφρεται στο Βρωνα, ταν λθε 1η φορ στην Ελλδα, κι ζησε για λγο στα Γιννενα του Αλ πασ. Η αθα κρη (Πτρα) θα μενει σ' λη της τη ζω αιχμλωτη απ το ασθημα που δοκμασε αντικρζοντας τον Βρωνα μια και μνη φορ. (Μεταφρστηκε στα Γαλλικ). Επ'ισης και το διγημα Σωστο Στο Μτρο. Δεν εκθτει ιστορικ γεγοντα, παρουσιζει μως πς βωνε η ελληνικ οικογνεια το ιστορικ γεγονς του ηρωικο θαντου.
     Ενδιαφροντες εναι επσης απ ποψης ιστορας οι 3 λγοι που δημοσευσε -πολ αργτερα απ την εκφνησ τους- στο μικρ κομψ βιβλο με ττλο Τρεις Λγοι (1925) χωρς καμμα αλλαγ. Σημαντικτατος εναι ο Πανηγυρικς για τους 3 Ιερρχες που εκφωνθηκε το 1897 στη Μερσνα της Κιλικας, τους Σλους της αρχαιτητας. Εκε νετατος -πως προανεφρθη- στην αρχ της σταδιοδρομας του, σηματοδοτε το λγο του με το απολυτκιον των Τριν Ιεραρχν κι τσι εισγεται στο θμα του. Θεωρε τους Τρεις Ιερρχες ως κρκο που νωσε τον Ελληνικ και τον Χριστιανικ κσμο και την Μικρν Ασα σαν τον τπο που επετεχθη η σγκλιση. Η γλσσα που χρησιμοποιε εναι καθαρεουσα, ωραα στη παραστατικτητ της κι ο πλοτος των ιστορικν γνσεν του εναι πργματι εντυπωσιακς. Ο 2ος λγος με κοινωνικ περιεχμενο εκφωνθηκε στο Αγιο το 1911 για τα εγκανια της Σχολς του Λαο κι ο 3ος στο μνημσυνο για τους πεσντες στο Σομκοβο.
     Το ρλο του παιδαγωγο επιτελε με το ρθρο του Ο Ψυχρης εις την Ελληνικν Διανησιν. Τονζει τα δημιουργικ στοιχεα του ργου του Ψυχρη, υποδεικνει τα τρωτ σημεα και διατυπνει τη κρση: "Ο Ψυχρης γρφων ελησμνει πολ συχν τον λαν προς ον απευθνετο, εν ουδποτε ελησμνει τους οπαδος του" (Πειθαρχα 1929). Η μεγλη μελτη του για τον Ερωτκριτο εναι υποδειγματικ. Κατ' αρχς ασχολεται με τις τοπικς λογοτεχνες στε να τοποθετσει το ργο, προχωρε στον ποιητ του πους, αναλει κι ερμηνεει το ποημα και χαρακτηρζει τα πρσωπα (Εκπαιδευτικ Χρονικ, τεχη 26 - 27 - 28 – 29, 1926).
     Τα ργα του χουν αρχιτεκτονικ: πρλογο- κριο μρος - επλογο. χουν εσωτερικ συνοχ και διαγρφονται ευκρινς. Ο διλογος υπρχει σχεδν σε λα τα λογοτεχνικ ργα του. Ρει αβαστα και φυσικ. Περιχει κποτε ιδιωματικς λξεις που του προσδνουν ζωηρτητα. Ειπθηκε πως αν γραφε θεατρικ θα μποροσε να πετχει πολλ. κανε κποια προσπθεια, αλλ μεινε ημιτελς. Χαρακτηριστικ στα ργα του εναι τι τη δρση διηγεται ετε ο ρωας του ργου σαν ανμνηση (Κρουστελλνια - Εξαδλφη), ετε τρτος (Αγγελς στη Λεηλασα μιας ζως) με τα δικ του λγια και την ακομε. Η δρση προχωρ στη λση και τη παρακολουθε ο αναγνστης και συμμετχει ετε με λπη ετε με ασθημα ικανοποησης, αλλ πολλκις ο λγος του γνεται στιρα που καυτηριζει ελαττματα καταστσεις. Τονε γοητεει ιδιατερα η ανλυση της γυναικεας ψυχς. Οι περισστερες γυνακες στα ργα του χουν ηθικ ευαισθησα κι λες -εκτς απ τις ηλικιωμνες- εναι μορφες. Τις περιγρφει με ζωντνια και λεπτομρεια. λες τις ομορφις τις βλπει και τις αισθνεται ξεχωριστ. Και τη κλασσικ που θυμζει την Αρχαα Ελλδα και τα αγλματα (Ηλιοστλαχτη) και τη χαριτωμνη που θυμζει Δση (πως η Εριφλη) και τη γοητευτικ με το πθος και το νστικτο (πως η Ννω) μα προ παντς την ομορφι τη πνευματικ, ουρανφθαλμη κι αγαθ (πως Κολα - Κρουσταλλνια) γρφει ο Τλος γρας (Να Εστα 1943).



     Και στην διαδρομ της ζως ο ρωτας ξεπετγεται παντοδναμος. τσι τον αντικρζει, σαν κινητρια δναμη και δημιουργ της ζως. Και πορεεται ακολουθντας το δρμο που οδηγε απ τη περιγραφικ στη ψυχογραφικ ηθογραφα, (Απολογα Μισανθρπου - Λεηλασα μιας ζως). Η ηθογραφα του, πως και του Παπαδιαμντη, του Καρκαβτσα και μερικς σελδες χωριτικης ζως του Θεοτκη ταν ,τι γνσιο κι ωραο μποροσε να αξισει η νεοελληνικ πεζογραφα την εποχ αυτ. (Χουρμοζιος Να Εστα 1943). Αν πμε στα εκτενστερα διηγματ του -νουβλες- θα σταθομε στο Μεσολογγτικο ργο του Η Εξαδλφη. Εκε, μια παθητικ ιστορα ρωτα, η ηρωδα του ργου, η πανμορφη Ννω που λλοι τσ' φκιαναν τραγοδια, λλοι ποιματα κι λλοι κλαγανε δια δατην χει λη τη χρη και την ιδιοτροπα της γυναικεας φιλαρσκειας. Εναι μια ιστορα που ξετυλγεται στη λιμνοθλασσα, στο Σχοινι, στη Θλη και στο Λορο. Το διγημα δημοσιετηκε σε συνχειες στο στυ με το ψευδνυμο Κλενθης. Αργτερα εκδθηκε απ τον συγγραφα σε βιβλο (1912). ρεσε πολ στους αναγνστες και κρθηκε ευνοκτατα απ τους κριτικος της εποχς, αλλ και σμερα γοητεει. Ο Ροδης γραψε πως εναι το πρτο ελληνικ διγημα που διβασα ως το τλος. Κι τανε φειδωλς στους επανους.
     Την ιστορα, διηγεται ο Φανς, το ψαρπουλο, στον συγγραφα την ρα που ο μαστρος εφοσκωνε το μεγλο παν και το πριρι πετοσε στον αφρ κι επφλαζε το κμα στη χαμηλ την πλρη. Η παρουσαση της ψυχς του Φαν απ τον συγγραφα εναι εξαρετη, πως εξαρετη και η περιγραφ της ιδιτροπης και φιλρεσκης Ννως. Και η δρση προχωρε μσα απ ποιητικ ατμσφαιρα σ' ναν πονεμνο, απαγορευμνο –ταν πρτα εξαδλφια- νεανικ ρωτα με θαυμσιες περιγραφς. Ο Φανς αφοσινεται με καρδι γεμτη αγπη, λατρεα, αθωτητα. Αισθνεται αμαρτα ταν γονατιστς στο εικνισμα της Παναγας παρακαλε να φυλγει την Ννω του. μως το ερωτικ ασθημα χει φουντσει. Μου φαινταν πως ξεραν την αγπη μου λα, τα πντα, η θλασσα, τ' αστρια, οι γυαλο, τα ψρια, τα φκια, τα χαμκλαδα και τα ξηρ καλμια που εναι στρωμνα στο νησ. Και πως την αγπαγαν πως κι εγ. Η Ννω αγπησε κι αυτ τον Φαν εγωιστικτερα και ζηλτυπα, τον πρδωσε μως ταν η φιλαρσκει της εντυπωσιστηκε απ τα λγια ενς γιατρο. Ο Φανς βρσκει την δναμη ν' απομακρυνθε για να την νοιθει ευτυχισμνη, σπου ρχεται η κθαρση, η τρομερ κι αβσταχτη. Σμερα φανεται υπερβολικ τρομερ η κατληξη του διηγματος. Ας μην ξεχνομε την εποχ του.
     Απ πληροφορα του Μεσολογγτη δικηγρου κ. Μπαγιργα μαθανουμε πως συνλαβε την υπθεση της Εξαδλφης ταν δχτηκε πρσκληση στη πελδα του Σοστα -ενς ξοχου ελληνοδιδσκαλου συνομλικου του Παλαμ- κι ακολοθησε διαδρομ με γιτα στη Λιμνοθλασσα ταν ο λιος γερνε στη Δση. Απ παλι Μεσολογγτισσα μαθανουμε πως αγπησε μακριν συγγνισσ του που δεν τη πρε. Συνεπς η Εξαδλφη εναι μλλον βιωματικ εμπειρα του. Και μπως τον ακολοθησε μχρι το τλος του;
     Στο λλο Μεσολογγτικο διγημα, τον Καψοπδαρο, η νεαρ Κολα εναι η προσωποποηση της ηθικς τελειτητας. Κανες δεν τη γνριζε χωρς να την αγαπσει, οτε νος οτε γρος, οτε αρσενικς, οτε θηλυκς. Η παρξ της, η αβρτητα κι η ευαισθησα της, φερε ριζικ αλλαγ στον Καψοπδαρο, τον δσκαλο. Εκενος ψηλς, αδνατος, αδιφορος και φιλργυρος, αφωρισμνος εξηνταβελνης, πως τον προσονμαζαν οι μαθητς του ταν τους δερνε, ρχισε να μαλακνει απ τη παρουσα της Κολας στη τξη. Αλλζει, γνεται προσιτς, ευπρεπισμνος αυτς ο ατημλητος, δεν δρνει πια τα παιδι στη τξη, σπου ο δσκαλος φθνει στην αυταπρνηση, και κλενει τον κκλο της ζως του χοντας το ραμα της ευτυχας της νεαρς κρης. Εναι ωραο διγημα, δοσμνο με τχνη και ζωνταν, με εθυμα στοιχεα και χαρακτηριστικς απψεις της ττε επαρχιακς ζως.
     Γυνακα εναι η ηρωδα και στο διγημα η Κρουσταλλνια που ξετυλγεται σε χωρι της Κρκυρας. Εναι να ειδλλιο που περιγρφει τον αγν ρωτα ενς ευασθητου δασκλου με σωματικ ελττωμα και ψυχ τρυφερ, για μια μικρ, ξυπνη, μορφη κρη. Παρουσιζονται δσκαλοι καλο και κακο, ευσυνεδητοι μικρψυχοι, παρελανουνε χωριτικοι τποι με λη τη φτχεια της εποχς, τποι μζεροι, μα κι νθρωποι γεμτοι αγπη και συμπαρσταση.



     Σ' να χωρι της Κρκυρας ο Σοφοκλς Γραμματκας, ο καμπορης δσκαλος, δχτηκε στο σχολεο του και περιμζεψε να φτωχ ορφαν την Κρυσταλλνια και την μητρα της. Νοιθει, καθς σ' αυτν η εξυπνδα και η νιτη των δεκξι χρνων της ανθζουν, να γεννιται μσα του ο ρωτας. Δεν θλει να φανερσει τα αισθματ του. Πς να το φανερση, αυτς ο Καμπορης στην νοιξη της μορφης κρης!. Και αυτοεξορζεται. Απομακρυνμενος, μια σκψη τον ακολουθε: Κι αυτς τι της μλλεται της μοιρης. Εναι αξιοπρσεκτη η ψυχολογα του δασκλου καθς ο διος παρατηρε και αναλει τον εαυτ του. Η λση ρχεται τελευταα στιγμ ευχριστη, στερα απ αγωνες και περιπτειες της μικρς Κρουστελλνιας. Η Εξαδλφη, η Κρουσταλλνια, η Ηλιοστλαχτη, χαρακτηρστηκαν μυθιστορματα. Εναι μλλον νουβλες.
     Το μεγλο μυθιστρημ του εναι η Λεηλασα Μιας Ζως που εκδθηκε το 1935 απ τη Να Εστα. Το μυθιστρημα αυτ διαβστηκε πολ. Ο Τραυλαντνης γνεται εδ κοινωνικς παρατηρητς. Διαπιστνει κοινωνικς καταστσεις κι αντιλψεις και διατυπνει σκψεις γι' αυτς. Εναι καλς παρατηρητς του καιρο του και φανεται πως χει ζσει βαθι την ελληνικ πραγματικτητα. Εξετζει το χαρακτρα του ρω του, βλπει τα δικαιματα που χει στη ζω. Βλπει την ανγκη της αλλαγς, αλλ' η πραγματικτητα πνγει κθε σκψη για επανσταση. Η δρση εκτυλσσεται στην Αθνα μετ τη Μικρασιατικ καταστροφ. Τα πρσωπα προσπαθον να ζσουνε τη ζω του καιρο τους φρνοντας λες τις προλψεις του παρελθντος. Κριο πρσωπο ο Θεμελς Τρμπας Τλημενδης πως λλαξε το νομ του υπακοοντας στην επιταγ του εξευρωπασμο και της κοινωνικς ανδου. 2 αδελφς απ το 2ο γμο του πεθαμνου πατρα του κι η μητρι στηρζονται πνω του μ' λες τις υλικς ανγκες και με τις αντιλψεις του καιρο. Εκενος, νθρωπος νος, γερς, ξυπνος, επιτδειος, καρτερικς στην εργασα και γενικτερα στη πλη της ζως πως γρφει ο συγγραφας, δεν τλμησε να βαδσει προς την ευτυχα της προσωπικς του ζως. Δεν χει τη δναμη να παραμερσει τις κοινωνικς συνθκες που την κυκλνουν και να πορευθε προς την ολοκλρωση της ζως του.
     Στο μυθιστρημα παρουσιζεται η αναστατωμνη Αθνα μετ τη Μικρασιατικ καταστροφ. Με πρσωπα που δεν μπορον να κατανοσουν και να προσαρμοσθον στις νες καταστσεις. Παρουσιζεται η οικογνεια εν ο διος ο συγγραφας στο πρσωπο του φλου Αγγελ παρατηρε, παρακολουθε, σχολιζει τη δρση, προσθτοντας μια εθυμη ντα στο ργο. Τλος, ο ρωας του ργου, ο τραγικς Τλημενδης, πεθανει απογυμνωμνος απ κθε χαρ. Και το μυθιστρημα αυτ σφραγζεται με το επγραμμα: Ενθδε κεται νας νθρωπος θλιβερς που εχε λες τις καλωσνες και τις ικαντητες του κσμου, αλλ δεν εχε την ικαντητα να οργζεται και να επαναστατε ταν πρεπε. Λεηλατθηκε η ζω του Τλημενδη. Μπως λεηλατθηκε και η ζω του Τραυλαντνη απ την υπερβολ της μετριοφροσνης του, την υπερβολ της υποχωρητικτητας και την λλειψη πεσματος; Απεριριστη η θλησ μας μα η δναμ μας μηδαμιν γραψε στους στοχασμος του στο περιοδικ Ζως Τχνη. Στο προλογικ σημεωμα των Τριν Λγων που αναφρθηκαν χαρακτηρζει σαν αμαρτα την δημοσευση, που με δισταγμ αποφσισε. Αυτ η επιφυλακτικτητα μλλον ταν αιτα να μενει και τσο ργο ατλειωτο κι αδημοσευτο, που θα μας δινε την κταση της δημιουργικς δναμης. Μπως τονε συνθλβει η συνεδηση της ματαιτητας των ανθρωπνων πραγμτων στε να θεωρε μταια και περιττ πολλ πργματα και της λογοτεχνικς ακμη γραφς; Ταλντο αναμφισβτητα εχε. Μπως ο διος μεττρεψε τη μεγλη δναμη του λογοτεχνικο του ταλντου σε ποηση πραγματικς ζως;
     Ο Γρυπρης, ταν συνυπηρετοσαν στο Αγιο, του λεγε: Εγ γρφω ποιματα, σ μως ζης ποιητικ. Και τα χρνια περνοσαν. σπου το 1940 ο θνατος του αγαπητο ανεψιο του Σταμτη Μανιαρρζη τον συντριψε. στερα οι στερσεις της κατοχς κι η αβιταμνωση προκαλονε γγγραινα σε παλαι τραμα κι αναγκζονται στον Ευαγγελισμ να του κψουνε το πδι. Υπομον -γρφει,- καννα λλο πλο δεν χουν τα γινα πλσματα, ταν βρεθον σε ττοια παντοδναμη θεομηνα. Κατλαβε τι θα πθαινε κι αποχαιρτησε με συγκνηση τον Μαλακση, που νοσηλευταν βαρτατα ασθενς στον Ευαγγελισμ.



     Εκενος φυγε, το ργο του μεινε. Στα ργα του Μεσολογγτη συγγραφα εκφρζεται ζωηρ και καλοσυντη η ανθρωπι. Ο αναγνστης χει συχν την ευκαιρα να συνειδητοποισει την σχση με την κοινωνα κι ενοτε να συναισθανθε την ευθνη του απναντ της. Το ργο του Τραυλαντνη εναι απ τις ρζες της λογοτεχνας μας. Κι αν λλη πορεα ακολοθησε η πεζογραφα στα νετερα χρνια, οι πνευματικο δημιουργο ποτ δεν αρνονται τη δημιουργα των προγνων, που νοιξαν με κπο και μχθο τον δρμο στους νετερους. Ο Κωνσταντνος Καλλας, που υπρξε φλος του, τον ονομζει Νστορα της Ελληνικς πεζογραφας (Ευβοκ Γρμματα, 1944). Κι ο Πτρος Χρης γραψε πως φησε ργο μεγαλτερο απ τη φμη του (Να Εστα, 1943). Τλος ο Χουρμοζιος στη θαυμσια κριτικ του στο αφιρωμα της Νας Εστας (1943) καταλγει: Ο Τραυλαντνης, μας λνε σοι τον γνρισαν, υπρξε νας καλς, κλλιστος νθρωπος, νας καλς, κλλιστος δσκαλος. Ας γνη τρπτυχη η ωμολογημνη καλοσνη: Ο Τραυλαντνης υπρξε νας καλς, καλτερος σως απ' τι τον πιστεαμε λογοτχνης.
     Μετ το θνατ του, ργα του επανεκδθηκαν επανειλημμνως απ διφορους εκδοτικος οκους: Να Εστα, Γαλαξας, Κκτος, Νεφλη.
τσι τελεινει η ιστορα της ζως του και του ργου του. Μνει η εκπαιδευτικ προσφορ του κι η γλυκτητα της λογοτεχνικς δημιουργας του. Μνει η παντοτιν γοητεα της Εξαδλφης. Θα τη φανταζμαστε πντα απμακρη να λικνζεται πανμορφη στα ρεμα νερ της Μεσολογγτικης Λιμνοθλασσας.

ΕΡΓΑ:

Διηγματα - Νουβλες

• Η Εξαδλφη. Αλεξνδρεια, κδοση του περιοδικο Γρμματα, 1912.
• Διετς θητεα· Αναμνσεις εφδρου αξιωματικο. Αθνα, Βιβλιοπωλεο Ηλα Ν. Δικαου, 1921.
• ΔιηγματαΑ. Αθνα, Ζηκκης, 1921.
• ΔιηγματαΒ · Η Κρουσταλλνια και λλα διηγματα. Αθνα, Βασιλεου, 1922.
• Δολων ψυχς· Ηλιοστλαχτη. Αθνα, Βιβλιοπωλεο Ηλα Ν. Δικαου, 1923.
• Απολογα μισανθρπου και λλα διηγματα. Αθνα, Δημητρκος, 1930.

Μυθιστορματα

• Λεηλασα μιας ζως· Μυθιστρημα. Αθνα, κδοση του περ. Να Εστα, 1936.

Λγοι

• Τρεις λγοι. Αθνα, Ζηκκης, 1925.


===============

                              Τα Χριστογεννα Του Αμερικνου

Εκε που με κπο πολν ανεβαναμε στο λφο του Αγου Ισαρου, ερτησα τον οδηγ μου τον Παξιν.
Γιατ αυτν τον αδνατο, που μας χαιρτησε στη Φουντνα, τον επες Αμερικνο;
Και ο Παξινς οδηγς μου τυχε φλαρος και μου διηγθηκε ολκληρη ιστορα.
Να, τσι τον λεν, Αμερικνο, επειδτις και πγε στην Αμερικ· μεινε δκα-δεκαπντε χρνια σ' να μρος, Παστν, Μπαστν, κπως τσι το λνε.
Πηγανουν λοιπν και οι Παξινο στην Αμερικ;
Κπου-κπου καννας. Αυτς να σ' ορσω φυγε εξ' αιτας απ μια κοπλα π' αγαποσε, τζα την ξρεις και του λγου σου, εκενη τη Ζαχαρνια που φωνξαμε στην Υπαπαντ. Εδες που ‘πες του λγου σου για την καθαριτητα του σπιτιο, γουν που σ' ρεσε πολ, και βγκε εκενη και μας φλεψε κοπελτσια, που λμε 'μεις εδ, αυτ τα λουλοδια· του λγου σου τπες κυλμια, κυκλμια, κπως τσι.
μορφη κοπλα, αλθεια.
Τρα μορφη μ' ξι παιδι και με φτχεια χειρτερη απ' τη δικ μου! να την βλεπες αυτ ττε, εδ και δεκξι χρνια και να ‘λεγες· Ζαχαρνια αλθεια τανε· κρη του παπα-Σμου, εδες εκενου του παπ που μας πγε στην Υπαπαντ, που ‘πες του λγου σου Αυτς εναι σωστς παπα-Φλσσας.
Και τρα, ποιον χει νδρα η Ζαχαρνια;
χει να καλ παιδ, το Παρεδρτσι, που λμε ημες· τσι το παρονομζουμε γιατ ο πατρας του τανε μια φορ πρεδρος· τ' νομ του εναι Τζρτζης Μιτσλης, συγγενς του Δημρχου.
Και γιατ δεν πρε τον Αμερικνο;
τσι· δεν τον θελε ο παπς· του φανονταν ακαμτης και φαντασμνος· θλησε καλτερα το Παρεδρτσι· τανε φρνιμο παιδ, εχε και κμποσα δντρα· ττε εχαμε και σοδεις ταχτικς· σου λει, το καθημεριν του δε θα του λεψει· η κοπλα μως και η μνα της η παπαδι θελαν τοτον τον Αμερικνο, να πομε· και τοτος πλε ζουρλανονταν για τη Ζαχαρνια· απ μικρ παιδ την αγαποσε· το ‘ξερε λος ο Λογγς κι εχε να κμει με τη ζορλια του. Τη ζτησε δυο τρεις φορς, δεν του την δωκαν· στερα τη ζτησε το Παρεδρτσι, του την δωκαν. Η παπαδι κτι θλησε να πει, μα ο παπα-Σμος δε χωρατεει, εναι Παργινς· πιασε την πρεσβυτρα, της δωκε να χρι ξλο, κι να γερ φοβρισμα της Ζαχαρνιας· γνηκαν οι αρραβνες· ανμερα των Χριστουγννων τανε.
     Και ττε ο λλος, τοτος να πομε ο Αμερικνος Αργυρς εναι η γενι του γνηκε φαντος· μπκε σ' να κακι που πγαινε στ' Αλεκι και τον εχσαμε. Δυο χρνια καμαν οι γονοι του να μθουν αν ζει. Απνω στα δυο χρνια ρθε να γρμμα απ την Αμερικ στο γιατρ τον Ανεμογιννη και ρθε και να χαρτ να λβει ο Βασλης ο Αργυρς δκα λρες που τις στελνε ο γιος του απ την Αμερικ, τοτος να πομε ο Αμερικνος. Και λεγε το γρμμα στον πατρα του, να τνε συγχωρε που φυγε χωρς να τον αποχαιρετσει, και τρα εναι καλ και χει καλ δουλει και με το θλημα του Θεο θα τους συνδρμει. Και εις το τλος λεγε· ας ψεται ο παπα-Σμος, μα θα ‘ρθει μρα να βαρσει το κεφλι του, σαν να πομε για το πλοτος.
     Το πρε το γρμμα ο Αργυρς και γρισε Γι και Λογγ, που λει ο λγος, και το ‘δειχνε· πγε στη Λκκα, στα Μαγαζι, στη Φουντνα και το ‘δειχνε κι δειχνε και τις λρες· και ο καθνας λεγε τα δικ του. Πγε και στην Υπαπαντ και το ‘δειξε της παπαδις· φλαξε την ρα πο ‘λειπε ο παπς και το Παρεδρτσι. Η παπαδι το ‘βαλε κατκαρδα πως χσανε ττοιο γαμπρ και τα ‘βαλε με τον παπ. Απ ττε πεσε η γκρνια στο σπτι του παπα-Σμου· ρθανε και κακις χρονις, οι ελις δεν διναν τποτε, τσ' επλκωσαν και τα παιδι, κθε χρνο και γννα η φτχεια, αφντη μου, φρνει πολλ κακ. Και μ' λον τοτο ο Αμερικνος κθε μνα, κθε δυο μνες κι να γρμμα, κι να πακτο λρες. Ο Βασλης ο Αργυρς κατντησε ρχοντας μεγλος· ριχνε δεκρα στο δσκο, και κθε χρνο και καινοργιο πλατοβρκι· λοι το ‘βγαναν το καπλο· καλ μρα, κυρ-Βασλη.
      Το Παρεδρτσι το καημνο δολευε σο μποροσε, μα τι να σου κμει! μα δε θλει ο Θες! Κατνταγε με τη δκοπη να ψιλνει ξνες ελις. Καταλβαινε και τη γκρνια που ταν στο σπτι εξ ατιας του, και της Ζαχαρνιας τα μοτρα, και της παπαδις τα λγια τα φαρμακερ, ταν βλεπε τη γυνακα του Αργυρο με καινοργιο φουστνι κθε λγο και πολ. Κι λο στο χειρτερο πγαιναν ετοτοι, κι λο περσσευε η γκρνια. Του το ‘δειχναν φανερ του γαμπρο πως τανε μετανοιωμνοι που δεν επραν τον Αμερικνο. Ως κι ο παπα-Σμος τα ‘ριξε και δεν εχε εκενα τα φρυδα που ‘χε πριν. Περνοσανε μνες χωρς να δερει την παπαδι.
     Κοντ το Πσχα, το Παρεδρτσι στενοχωρθηκε πολ που δεν εχε να πρει οτ' να μανδλι της γυναικς του, και αποφσισε να δανεισθε· μα απ ποιον; οι αρχντοι μας παρνουν χλια τα εκατ, και τ' αρν και το τομρι· ξπεσε στον Αργυρ, τον πατρα του Αμερικνου· πγε τρμοντας ο θλιμμνος δανεστηκες ποτ σου, αφντη; αν δανεστηκες, ξρεις τι πει να πει χρος· κλλιο ο νθρωπος να μνει νηστικς παρ να πφτει σε χρος· μα ανθεμα τις περιστσεις, πες.
     Μολοντοτο, ο Βασλης ο Αργυρς δεν του φρθηκε κακ· του τα ‘δωκε με δυο τα εκατ (το μνα πα να πει) και δυο ξστες λδι. Χαμογλασε μοναχ μ' ναν τρπο που το ‘σφαξε το Παρεδρτσι· και φεγοντας λαβε την απφαση να περιμνει ως τον Αγουστο, κι αν η σοδει πει κακ, να το σκσει κι αυτς για την Αμερικ· να χαθε να ζσει μια σαν νθρωπος κι αυτς.
     Αλλ τι τα θλεις, αφντη μου! οι νθρωποι απελπζουν, ο Θες δεν απελπζει. Ας ρθει εκενον το χρνο μια σοδει, ευλογα Θεο· οι γερντοι δεν τη θυμοντανε ποτ· λλο να σου λω κι λλο να το ‘βλεπες· φλλα δεν βλεπες· λο καρπς· και τι καρπς! λες και τον εχανε στο γυαλ, τεφαρκι· χαρονταν η ψυχ σου.
     Οι φτωχο δεν επστευαν τα μτια τους· το Παρεδρτσι κανε το σταυρ του και πως τανε το θλιμμνο μαθημνο στη δυστυχα απ μρα σε μρα πντεχε πως θα πσουν. Μα να σου κμει ο Θες ναν Αγουστο βροχερ κι να Θερτ χιοντο, αλθεια, κι ας ρθει να δσει κθε δνδρο κι αλεσι· να, μα τον γιο που μας βλπει· κθε δνδρο κι αλεσι· και τι αλεσις! μιμιση ξστια, δυο ξστες, δυο και γαλνι! Ακος εκε δυο και γαλνι!
     Πισ' τους πλιο τους Παξινος και το Παρεδρτσι το θλιμμνο. Αλθοντας και πουλντας, οικονομοντανε απ' λα· πραν γννημα, ντθηκαν, φκιασε ρσο ο ππας, βελσι1 η παπαδι, λλο βελσι η Ζαχαρνια, νδυσαν τα παιδι τους χαρ Θεο αλθεια. βλεπες τη Ζαχαρνια και γριζε με το καλαθκι γελαστ· γελοσε κι η παπαδι, κι ο παπα-Σμος πρε φρυδα πλε. Και το Παρεδρτσι καλοκρδισε το μαρο· επε κι αυτ να κμει μια φορεσι ροχα καλ, κι βαλε στην πντα εκατ δραχμς· μα λλο εχε στο νου του· θελε να πληρσει το χρος του Αργυρο, που το ‘χε κρυφ απ τη γυνακα του και την πεθερ του· ο παπς μοναχ το ‘ξερε.
     Επρε λοιπν μια φθην φορεσι, βαλε τα λλα στην τσπη και πγε στο Γι, που κατοικοσε τρα ο Βασλης ο Αργυρς· εχε ψηλσει βλπεις κι αυτς και κατοικοσε στο Γι… εχε σαν να πομε γραφεο· ποιος; ο Βασλης, που δεν ξερε δυο λφες· μα τι κνει η λρα, αφντη! Πει το λοιπν το Παρεδρτσι και βρσκει τον κυρ-Βασλη, να κθεται σαν τραπεζτης στο τραπζι και να φουμρει· μα και το Παρεδρτσι δεν το ‘ριχνε κτω· ξρεις τι πα να πει να πληρνεις χρος και πριν λξει μλιστα η προθεσμα; εναι μεγλη χαρ, αφντη, μεγαλτερη παρ αν δεν εχες διλου χρεωθε. Να πομε την αλθεια ο Βασλης δεν τανε κακς νθρωπος· το δχθηκε καλ το Παρεδρτσι.
ρθα, λει, κυρ-Βασλη, να σου γυρσω εκενα τα βολα· καμε ο θες κι ευκολθηκα.
Μα γιατ να βιασθες, αδερφ, του λει ο Βασλης· τι ανγκη τανε;
Ε, επα, λει το Παρεδρτσι, καλτερα να τα φρω, μην χεις κι η αφεντι σου καμμι ανγκη.
Σ' αυτ σφαλε το Παρεδρτσι.
Ανγκη, λει ο κυρ-Βασλης, κριε, ελησον· ακος ανγκη! Ας εναι καλ ο Αμερικνος· (τσι τον λεγε κι αυτς το γιο του, απ καμρι). Και τρα δα που θα ‘ρθει κιλα, με το ελεθερο να ζηττε ,τι θλετε.
Θα ‘ρθει; επε το Παρεδρτσι και το τσκισε κρος ιδρτας.
Θα ‘ρθει δα· δεν το ξρεις· εναι τρα μια βδομδα που μου το ‘γραψε θετικ· πριν τα Χριστογεννα θα τον χομε στους Παξος· μια φορ σαστε φλοι· να ιδομε τρα θα σε γνωρσει; Αυτς τρα, γιε μου, λλαξε· μας στειλε τη φωτογραφα του εδ και δυο χρνια, μα δεν του ‘μοιαζε, γιατ ταν κπως ανμπορος ταν την βγαλε. φησε δα απ γλσσες και απ κσμο! Αυτς τρει λο με υπουργος εκε στην Αμρικα που εναι. Του ‘χανε και μια προξενι μα να μνουν εδεπ που τα λμε απ να καλ πρσωπο ο πατρας της εναι, σαν να πομε, κολονλος μα ξρεις αυτς… ας εναι δα, ας ρθει με το καλ…
     Ο κυρ-Βασλης εχε ρεξη να πει ακμα, πως κνουνε οι γονες, ταν καμαρνουνε τα παιδι τους· μα το Παρεδρτσι δεν εχε δναμη ν' ακοσει λλα· πλρωσε γλγορα το χρος· Ο κυρ-Βασλης νοιξε μια κασσαφρτε3 γεμτη λρες και χαρτι και του ‘δωκε πσω το χαρτ· το Παρεδρτσι το πρε κι φυγε σαν χαμνο, χωρς να χαιρετσει μτε. Θα ‘ρθει, σου λει, ο Αμερικνος στους Παξος! και πτε; τρα που εδαν στο σπτι κποια ησυχα, τρα που και η παπαδι και η Ζαχαρνια κντευαν να τον λησμονσουν! Ε, τελεωσε· δεν το ‘θελε ο Θες να πρει αυτς τη Ζαχαρνια· αμαρτα καμε, που την αφαρεσε απ τον Αμερικνο, και να τον χει και φλο! και να ξρει την αγπη που εχανε! κι αυτς να μπει στη μση σαν πειρασμς να τους χωρσει! κρμα μεγλο του φανονταν πως εχε κμει και πεπρωμνο δεν ταν να τη χαρε συχος· γυνακα του την καμε, παιδι καμε με δατη, μα το ‘νιωθε καλ το Παρεδρτσι το νου της και την καρδι της δεν την εχε κμει δικ του. Αυτς τανε σαν τραννος εκε μσα, και ο Θες θελε να τον παιδψει γι' αυτ· και να σου! τη στιγμ που του φνηκε πως θα ζσει τλος ευτυχς, αυτ τη στιγμ διλεξε ο Θες για να τον βασανσει· ακριβ θα πληρσει τη λγη χαρ της τελευταας χρονις· ο Αμερικνος θα ‘ρθει στους Παξος· μορφος, καλοντυμνος, σπουδασμνος, κοσμογυρισμνος, και το μεγαλτερο, πλοσιος, γεμτος λρες· θα πει στην Υπαπαντ να λειτουργηθε· θα ρξει στο δσκο λρα· λος ο κσμος θα παραμερζει και θα τον χαιρετει· ποιος ξρει αν δεν τον βγλουν και βουλευτ! Και η Ζαχαρνια θα τα ιδε λα αυτ.       Και ποιος θα κρατει ττε την παπαδι! Και τι θα ‘ναι αυτς, το Παρεδρτσι, μπροστ του, με λγες ψωροελις, που του φνηκε πως κτι εναι Και τα μισλογα τανε εκενα του Αργυρο; πως τχα ο γιος του δεν παντρεεται, γιατ χει στο νου του τη Ζαχαρνια; Αχ! ας ρθει και ρθε λοιπν! θα ιδες τι σκυλ εναι κι αυτς· χρνια τρα τα βαστει σαν γιδαρος λα· μα ας ρθει και ρθε· ας ρξει μια ματι στη Ζαχαρνια, ας πει να λγο η στργλα η παπαδι, και ττε βλπουνε τι θα πει Παρεδρτσι απελπισμνο!
     τσι του φανονταν του κακομορη, πως μποροσε να κμει κακοργημα. Μα εγ, αφντη, σ' αυτν τον κσμο να πρμμα χω καταλβει· πως λλοι γεννινται ψοφμια, και λλοι γεννινται ρνια και τρνε τα ψοφμια· και το Παρεδρτσι, καθς φανεται, δεν μποροσε να γνει απ πρβατο λκος· μα κι ο Θες ως το τλος στνει τα λυκοσδερ4 του. σο να φθσει στην Υπαπαντ το Παρεδρτσι εχανε κπως αλλξει τα μυαλ του, σαν να τον ησχασεν ο δρμος, κι λαβε μιαν απφασ πλιο λογικ. Τρα, σκφθηκε, δεν θα πω τποτα για τον Αμερικνο, ετε ρχεται ετε δεν ρχεται· κι μα ρθει και ιδ πως δεν μπορομε να ζσομε και οι δυο στον διον τπο, το σκζω και πω στην Αμερικ· αν καμε λρες αυτς ο ακαμτης και ξεμυαλισμνος, δεν θα κμω εγ! Και θελε στην απφαση αυτ να ησυχσει· μα εχε ακμα να τραβξει πολλ.
     Σε δυο τρεις μρες ο ερχομς του Αμερικνου διαδθηκε σ' λο το νησ· ο κυρ-Βασλης βαλε τρουμπτα, που λνε· κι απ Γι ως Λκκα λλη κουβντα δεν εγιντανε, μπορ να σου πω· πως θα ‘ρθει ο Αμερικνος, πως θα φρει μιλιονια, πως τρει με υπουργος, πως δε θλησε να παντρευτε στην Αμερικ γιατ εχε το νου του στους Παξος· και λα σα λεγε ο πατρας του παρνανε δρμο και μεγαλνανε απ στμα σε στμα· γιατ ο λγος, αφντη, εναι σαν αυτ το ρμα· βλπεις; στην πηγ του εναι μικρ και συχο· σο πει μεγαλνει, πλατανει, βροντει, ακοεται μακρι και δεν παει ν' ακοεται, παρ ταν ξεθυμνει στη θλασσα, σαν να πομε με τον καιρ. τσι και ττε ο κσμος δεν εχε κρατημ. λλοι λγαν να τον κμουν δμαρχο, λλοι βουλευτ, και οι γονες που εχανε κοπλες κι εχανε κποια χρη, ετε προκα, λει ο λγος, ετε ομορφι, ετε τποτε εξυπνδα, αμσως βαλαν στο νου τους να τον κμουνε γαμπρ· και δος του λιβνια, και δος του παρακλια του Βασλη και της Βασλαινας, κι αυτο καμρωναν σαν γφτικα σκεπρνια.
     Η παπαδι κι η Ζαχαρνια πεσαν να πεθνουν· ο παπα-Σμος δεν ξερε τι να κμει· καμι φορ λεγε στην πρεσβυτρα του:
Μωρ ζουρλ, τι εσαι ζουρλ, κακομορα; αν τον παιρνε ττε η Ζαχαρνια, δεν θα πγαινε στην Αμερικ και δεν θα γιντανε αυτ που γνηκε τρα, που να μην εχε γνει κι αυτς και συ κι η κρη σου αντμα!
Να μην εχες γνει εσ κι ο γαμπρς σου! το ‘λεγε η παπαδι, και να μην εχατε βρεθε, να πνδρευα την κοπλα μου πως της ξιζε, κι χι να μαρανει η φτχεια ττοια κλλη.
     Κπιασε τρα να ‘βρεις κρη με τις γυνακες.
     Το Παρεδρτσι γνηκε απ ττε βουβ και κουφ· λες και περπατοσε χωρς να ‘χει ζω, λο σκπτονταν, σκπτονταν και τποτε λλο.
Τλος πντων να απγιομα απ Κυριακ ο τηλεγραφητς δωκε στον κυρ-Βασλη ναν τηλγραφο και του ‘πε καλς να τον δεχθες, ο γιος σου εναι στην Κρκυρα κι ρχεται με το βαπρι· αριο στις δυμιση τρεις απ τα μεσνυχτα θα ‘ναι εδ.
Καταλαβανεις τι γνηκε ττε· λος ο Γις στο ποδρι· κατεβκανε κι απ' το Λογγ, ρθανε κι απ τη Λκκα πολλο· ο καφενς του Σγμπου μλο δε χωροσε· κι κανε κι να κρο! παραμονς των Χριστουγννων βλπεις, καρδι του χειμνος· και λοι αυτ την ομιλα· λλοι βγκανε συγγενες του, ξαδρφια, συμπεθροι· λλοι βρσκονταν παλαιο του φλοι· και ο καθνας θυμοντανε να λγο του να παιγνδι μια διασκδαση που κμανε μαζ· λλοι δειχναν κτι που τους εχε χαρσει… τι κνει ο ρμος ο παρς, αφντη! Οι περισστεροι λγανε πως το ‘δειχνε απ μικρς που θα γνει μεγλος νθρωπος, λλοι πλι λεγαν· ποιος το ‘λπιζε απ' αυτ το παιδ! δεν εφανονταν, αδερφ! Οι γυναικολες πλε, που ‘χανε μαζωχθε στα γειτονικ σπτια, λογαριζανε την παντρει του.
ρχεται, λει, για να παντρευτε στους Παξος· τχα ποια χει στο μτι; ποιας καλτυχης να δουλεει η μορα της!
Και σιγ-σιγ λγανε τ' νομα της Ζαχαρνιας.
Μα τρα, αυτ εναι παντρεμνη και με παιδι.
Ε! καλ εσαι· λεγε η λλη· φτνει να λγο να πει, και δεν τη χωρζουνε τχα! η παπαδι, γιε μου, στκεται απκου5.
     λλη πλι, μεγαλτερη, τους λεγε να σωπσουν και να μη λνε πρμματα που δεν γνονται, γιατ εναι και αμαρτα να τα λνε. Και πο μπορ να σου ειπ του κσμου τις κουταμρες λες! Να μην τα πολυλογομε, η ρα πλησαζε· πολλο εκοταζαν τα ρολγια τους και λογριαζαν: Τρα εναι στ' Αλεκι, τρα περει τον καβο-μπινκο, τρα ξαγντισαν τη Λκκα. Ο Βασλης κι η Βασλαινα δεν εφανονταν ακμα· περμεναν στο σπτι τους απνω.
     Κποια ρα οι βαρκρηδες ξαγνντισαν6 το φως του βαποριο και τρξανε να ειδοποισουν τους γονες του: φτασε, φτασε. Καρδιοχτπι εχαν λοι, και δικο του και ξνοι.
     Ο Βασλης και η Βασλαινα κατβηκαν στο μλο. τανε τυλιγμνοι με γονες Αμερικνικες, κι να σωρ στολδια· δυο τρεις πγαιναν μπροστ με τα φανρια· η βρκα του Τελωνεου, για μεγαλτερη, ταν στρωμνη και στολισμνη με φαναρκια, μπκανε μσα οι Βασιλαοι, μπκανε και οι πλουσιτεροι απ τους συγγενες του, και πριν το βαπρι φθσει στην Παναγα, εξεκνησαν· ξεκνησαν και καμπσες λλες βρκες μαζ· τρα μιλοσανε λοι σιγ· πο το κακ που γνεται τις λλες μρες;
     Το βαπρι φουντρησε την γκυρα, που σπνια φουντρει· λοι επαν πως το ‘καμε για τιμ του Αμερικνου. Με ησυχα πλησασαν οι βρκες· κι μα κανες κανε κπως θρυβο, ο κυρ-Βασλης εφναζε:
συχα, συχα, μωρ παιδι, μην του φανομε βρβαροι, γιατ αυτς εναι μαθημνος απ λλον κσμο. Και λλοι λγανε ο νας στον λλον: συχα, συχα, μωρ παιδι.
     τσι με ησυχα σαν εκενη που δεν κνουνε οτε στην εκκλησα, ανεβκανε στο βαπρι· ανβηκε πρτα ο πατρας του, πειτα η μνα του, στερα ανβηκε ο τελνης και κτι λλοι υπλληλοι, που φοβοντανε μη γνει βουλευτς. Ανβηκα κι εγ απ περιργεια με τους πρτους, για να τον ιδ· εγ μουνα τιποτνιος νθρωπος, θα πεις· μα εχα κι εγ περιργεια, βλπεις. Εις το βαπρι οι νατες δεν καναν τση ησυχα κι αυτ μας φνηκε σαν παρξενο· ως τσο ο πατρας του ρτησε να ναυτπουλο:
Να σου πω, πατριτη, πο εναι αυτς ο πλοσιος που ρχεται απ' την Αμερικ;
Ο πλοσιος απ' την Αμερικ; δεν ξρω, κριε, να ρωτσετε τον καμαρτο· επε ο νατης.
     Ο κυρ-Βασλης μπροστ, η κυρα-Βασλαινα μπρτσο και οι λλοι ακολουθντας, προχωρσαμε λγο, σκοντβοντας σε κθε λογς μπαγζια του βαποριο· λγο παρκει, ο κυρ-Βασλης σταμτησε πλι και ρτησε δυο καλοντυμνους, που φανονταν επιβτες της πρτης θσεως.
Να σας πω, κριοι· πο εναι αυτς ο πλοσιος ο Παξινς, που ρχεται απ την Αμερικ; ξρετε;
Πλοσιος Παξινς! επε ο νας στον λλον· α! ναι· θα λτε αυτν τον ρρωστο που μπκε στην Κρκυρα· κτω εναι· ρωττε τον καμαρτο.
ρρωστος! επαμε λοι σαν να ‘πεσε κεραυνς· ρρωστος εναι; Κι ο κυρ-Βασλης με τη φων παραλλαγμνη εψιθρισε· χι ρρωστος και με τρεμουλιαστ βμα προχρησε στην πρτη θση.
     Η κυρα-Βασλαινα μεινε απνω και μεις λοι μεναμε ακνητοι, κοιτζοντας προς τη σκλα, σα να εχανε παγσει λα μας τα μλη.
Κποια ρα φνηκε ο κυρ-Βασλης σρνοντας στο μπρτσο του σαν να βαρ επανωφρι, πως μας φνηκε στην αρχ στο μισοσκταδο. Και μ' λον τοτο αυτς τανε ο Αμερικνος, ο περφημος Αμερικνος, πο' ‘παιζε με τις λρες. λλο που σου τον παριστνω, αφντη, κι λλο να τον εχες ιδε ττε· τρα κτι σρνεται λγο, που τον βλπεις· ο αρας των Παξν τον ωφλησε και του ‘δωκε καννα χρνο ζω ακμα· μα να τον βλεπες ττε! μσα απ το επανωφρι επρβαλε να προσωπκι τσο δα, και κτρινο σαν τες λρες του, που να το ‘λειπαν. Και τποτε λλο δεν βλεπες απ νθρωπο· ροχα, γονες, κακομια7, χειρκτια8, σα θλεις. Αγλια αγλια σρθηκε κοντ μας και με φων βραχν επε στη μνα του καλς την ηρε· εκενη τανε σαν απολιθωμνη, και μλις, ταν πεσε στην αγκαλι της, ξπνησε κι ρχισε να τον αγκαλιζει, να τον φιλε και να κλαει, κλιματα δυνατ, με φωνς σα να δεχντανε λεψανο, κι χι γαμβρ, πως τον επεριμναμε.
     Εμες οι λλοι μεναμε μακρι κπως σαστισμνοι. Πρτος ο πατρας του λαβε κποιο θρρος και μας επε πως το ταξδι τον εζλισε λγο τχα πως τανε τσι απ τη θλασσα· και στερα επε στο γιο του:
Να, παιδ μου· δε γνωρζεις τους φλους σου! τσα χρνια τρα τζα, πο να τους θυμσαι!
     Κι ρχισε να λει του καθενς τ' νομα. Επλησισαμε και μεις ττε και του πισαμε το χρι· μα δναμη δεν εχε οτε να μας σφξει το χρι, οτε να μας μιλσει· λεψανο σωστ· μνον λεγε καννα ευχαριστ, και στερα επε:
Πμε, γιατ κνει κρο.
Πμε, πμε· επε κι ο κυρ-Βασλης, και αριο να καλοξημερσομε τον χαιρεττε, παιδι. Εναι κομμτι ζαλισμνος απ τη θλασσα, κοντζμ ταξδι βλπεις, απ τον λλον κσμο.
Και μεις επαμε μσα μας:
Και για τον λλο κσμο.
     Καβλα, πες, τον κατεβσανε στη βρκα, κι εκε ακομπησε απνω στη μνα του, και η βρκα κνησε σιγ σιγ για να μην τον ταρξει. Εννοεται, πριν φθσει η βρκα του Τελωνεου, εχαν φθσει στη σκλα λλες βρκες και εχαν δσει την εδηση.
Ο Αμερικνος εναι ρρωστος. Ο Αμερικνος πεθανει.
     Πολλο μλιστα λγανε και πως εναι πεθαμνος· στε που, ταν εφθσαμε στη σκλα, τους βρκαμε λους βουβος και συχους· μλις κουγες κανναν ψιθυρισμ. Ο κυρ-Βασλης επε πλι δυνατ πως εναι κομμτι ζαλισμνος απ το ταξδι και θα πμε σπτι, κι αριο με το καλ τον χαιρεττε.
     Και κνησαν, μπροστ το λεψανο σαν να πομε και πσω η συνοδεα βωβ, σο που φθασαν στη θρα του κυρ-Βασλη και τον ανβασαν απνω οι γονες του. Ττε διαλυθκαμε, και ττε λθηκε και η γλσσα μας· ε! και να ‘σουνα ττε να ‘κουγες και να καταλβαινες τι εναι ο νθρωπος! μηδ κοιμθηκε κανες εκενο το βρδυ! Ως το πρω ο καφενς του Σγμπου γεμτος· και τι να σου πω, αφντη! ο νθρωπος εναι κακς· ση χαρ εφανονταν, ταν τον καρτεροσαν, διπλ ζωγραφζονταν τρα σε λους· και θαρρ πως τοτη η δετερη χαρ τανε η αληθιν. Και ποιος να πρωτοπε τρα και ποιος να πρωτογελσει με τες λρες και με την προκοπ της Αμερικς! Θαρροσες πως ο καθνας απαλλχθηκε απ φοβερ βρος που εχε στην καρδι του και πως τρα λοι νιωθαν τον εαυτ τους ευτυχ. Και ο καθνας ρταγε τι αρρστια να ‘χει· και ο καθνας λεγε ,τι του κατβαινε εις βρος του δυστυχισμνου. Δεν εδαμε την ρα να ξημερσει και να ρωτσομε τους γιατρος:
Τι χει, γιατρ, θα πεθνει;
Και οι γιατρο απαντοσαν με αδιαφορα:
Φθσι φανεται πως εναι· απ καταχρσεις σως, απ μεγλους κπους, απ κακ ζω· σως αν εχε ρθει πρωττερα θα ωφελετο απ το κλμα· και πλι ημπορε να αναλβει κπως και να ζσει λγον καιρ ακμα.
     Το πρω βγκε και ο πατρας του ν' αγορσει κτες και αυγ.
Τι κνει, κυρ-Βασλη; τον ερωτοσαν.
Καλ εναι, λεγε ο κυρ-Βασλης· τσι τανε λγο ζαλισμνος απ τη θλασσα· τρα εναι καλ, πολ καλ· αριο, να ‘χομε υγεα, θα ‘ρθει στην εκκλησα.
     Μα πο εκκλησα, πο Χριστογεννα! Στην εκκλησα πγε που πγε το Παρεδρτσι το καημνο, γερ γερ και ζωηρ. Πγε και η Ζαχαρνια και η παπαδι· και παρξενο πρμμα! ταν χαρομενες κι αυτς.
     Το μεσημρι γνηκε στου παπα-Σμου του Κουτρολη ο γμος. Ο παπα-Σμος ως ττε δεν εχε πει τποτε, γιατ μελλε να λειτουργσει· ταν μως κατσαν στο τραπζι κι φαγαν και πιε και δυο τρα κατροτσα9 Αντιπαξτικο, ττε του ξανακηκε για τη γκρνια της παπαδις· και μπροστ στο γαμπρ λει:
Σ' ρεσε, μωρ, λει, ο Αμερικνος τρα; θελες να τον χεις γαμπρ; ε;
     Η παπαδι δεν λεγε λξη, μα ο παπς εθμωνε απ τα δια του τα λγια, κι σο βριζε, τσο ναφτε, σο που σηκθηκε απ το τραπζι κι ρπαξε  ναν πλστη, απ κενους που πλθουν τα φλλα για τις πτες, και πο την πονε και πο τνε σφζει την καλ σου την πρεσβυτρα· σο φαρμκι εχε ποτισθε τσον καιρ, το ‘βγαλε εκενην την ρα.
     Η παπαδι λλο δεν λεγε παρ κτσε, ευλογημνε, του ‘λεγε· ποιος τον θελε ρρωστο, και ποιος επε για γαμπρ! ας εναι καλ το παλικρι π' ‘χουμε να μας ζσει· 'σχασε, παπ μου, κι εναι χρονιρα μρα· μπα! ξορκισμνος να ‘ναι κι αυτς και οι λρες του, μας φερε σε σγχυση ττοια μρα.
     Κι λο με το καλ τον παιρνε τον παπα-Σμο, γιατ καταλβαινε το δικ της. καμε και η Ζαχαρνια να μπει στη μση, φαγε και κενη το μερδικ της· και ττε μονχα ησχασε ο παπς. Κτσανε πλε στο τραπζι, τους εμθυσε λους ο παπα-Σμος, μθυσε και το Παρεδρτσι, και το βλανε στο τραγοδι· ε! λγανε:

Παξο κι Αντιπξοι
Λντρες δεκξη·
Γ και Λογγ
Παρσια δεκοχτ.

     Μπορ να σου πω πως ο αληθινς γμος της Ζαχαρνιας γινε εκενο το βρδυ. Και το πρω τσο τανε ευχαριστημνοι, που λυπθηκαν στ' αληθιν και τον κακομορη τον Αμερικνο.
_______________________________

                           Το Βλησδι

- Νὰ 'νειρευμουνα κἐγὼ καννα· βλησδι εἶπεν ἡ φιλαινδα μου ἡ Γιαννιτισσα, τὴν ὥρα ποῦ ἔσπρωχνε γιὰ δετερη φορὰ τὸ καφφμπρικο μσ' στὴ θρᾷκα καὶ ἄρχιζε νὰ φουσκνῃ μαλακὰ ὁ καφφς.
- Ναὔρισκα ἕνα βλησδι σἄν τὴ Σντα.
- Ποιὰ Σντα;
- Αὐτνη ποῦ βλπεις τρα στὰ σοκκκια μπανταλ, σἄν ἀγρμι, τὴ Σντα· δὲν τὴν ξρεις;
- Πῶς δὲν τὴν ξρω! τὴ Σντα, ποῦ εἶναι ὁ φβος καὶ ὁ τρμος τῶν μικρῶν παιδιῶν, ποῦ παραδρνει ζρκα, σὲ κακὴ κατστασι στὰ χινια καὶ στοὺς ἥλιους, τὴ μπανταλο-Σντα;
- Αἴ! αὐτνη, γυι μου, ἤτανε μιὰ φορὰ κυρὰ μεγλη στὸ χωρι της, μὰ τὸ κακ της κεφλι, γιὰ νὰ μὴ δσῃ στὴν Τχη τὸ κορμπνι ποῦ ἔπρεπε καὶ γιὰ νἆναι καὶ στερημνη τὴν κατντησε ἔτσι ὁ Θες, -μεγλη ἡ δξα του.
- Μὰ τὶ κορμπνι; ἀπὸ ποιὸ χωριὸ εἶναι;
- Ἔτσι μὲ ρωτᾷς νὰ σοῦ τὰ λω καὶ κατπι μὲ κνεις τσουμντο[3] καὶ μοῦ λὲς τστσο καὶ χαλασι μου καὶ νἀντοὖχε πσῃ ἡ καταρρο.
-Ὄχι· τρα δὲ σὲ κνω τσουμντο.
- Κμε ὅρκο.
- Βαλλαὴ ποῦ δὲ σὲ κνω.
- Ἄλλος τζανανὲς κι αὐτς· μὰ ἄς εἶναι ἐγὼ θὰ στὸ πῶ γιὰ νὰ μὴν τὴ λυπᾶσαι· καὶ πὲς ἐσὺ ὅ,τι θλεις· μὰ πιὲ πρῶτα τὴν καφφ σου μὴν κρυσῃ· στρψε μου κἐμνα ἕνα τσιγρο ποῦ μἀρει μὲ τὴν καφφὲ νὰ τὸ τραβω· Ἔτσι· τρα τὸ λοιπν, αὐτὴ ἡ Σντα ἤτανε ἀπνα χωριὸ ἐδῶ ὄξω, δὲν ξρω. κἄν ἀπὸ τὰ Κορεντα, κἄν ἀπὸ τὰ Γραμμενοχρια· νὲ ἰσὲ καὶ ἤτανε λνε στὰ νειᾶτα της ὀξωτικ, ὀξωτικ μὺτ' κοκκαλνια, ἀλθεια· εἶχε καὶ μιὰν ἀδερφὴ ἄλλη, χρα· ἐκενη δὲν ἤτανε τσο ὄμμορφη, μὰ εἶχε καλτερη ψυχ· καὶ ὀρφανὴ ποῦ ἦταν, ἦταν ελεημονητνα καὶ θεοφοβομενη ὅσο νὰ πῆς· ἅγια ψυχ, ἀκοῦς· μοῦ τἄλεε ἡ κυραμννα μου, π' τσ' τἄλεε ὁ πππης μου ποῦ ἦταν πρωτπαππας καὶ πνευματικς, παππᾶς πππου πρὸς πππου ἀπὸ ἑφτὰ ζωνρια. Αὐτνη ἡ ἀδερφ της λοιπὸν ἤτανε ὀρφαν, χρα καὶ εἶχε καὶ τρεῖς τσοῦπρες τῆς παντρειᾶς. Ἡ Σντα ἦταν μικρτερη, νεοπαντρεμμνη καὶ εἶχε μοναχ ἕνα παιδ· ὁ ἄντρας της πλοσιος δὲν ἤτανε, μὰ τὴ φλαγε καλὰ. Μιὰ νχτα ἡ ἀδερφ της -Ρνκω τὴν ἐλγανε -βλπει ἕνα ἴνορο· πῶς τχα μσ' στὸ σπτι τῆς Σντας, στὸ πλευρὸ ἀπὸ τὴ γωνστρα ποῦ ἄναβαν φωτι, ἤτανε θαμμνο βλησδι· ἕνα βζο γεμᾶτο ὅλο ἀπὸ ρουμπιδες καὶ Μαχμουντιδες καὶ Κωσταντινᾶτα χρυσᾶ· παρουσιστηκε ἕνας Τοῦρκος καὶ τῆς τὸ εἶπε· καὶ ὁ Τοῦρκος, ξρεις, εἶναι ἃγιος νὰ τὸν ἰδῇς στὸν ὕπνο σου· καὶ τὴς λει· πς το τῆς ἀδερφῆς σου καὶ νὰ σκψετε νὰ τἄβρετε, καὶ νὰ κμητε ἐκεῖνο ποῦ πρπει· ξυπνει αὐτὴ χαλασι της μὲ χαρ, τρχει στὴν ἀδερφ της τὴ Σντα καὶ τῆς λει· μωρ' ἀδερφὴ τὸ καὶ τ· καὶ ὁ Τοῦρκος εἶνε ἃγιος· μὸν νὰ σκψωμε καὶ νὰ χαλψωμε, μὴν ἔχωμε κἀννα κισμὲτ καὶ γλυτσωμε ἀπὸ τὴν ὀρφνια· ἡ Σντα πνηρη, ὅπως ἤτανε τῆς λγει:
- Δὲ βαρεισαι, μωρ' ἀδερφ· ἰνρτο ἤτανε, φαντασα σου· τὸ δικ μας τὸ κισμὲτ φνηκε ἀπὸ τὴν ἀρχ.
Εἶπε αὐτ, μὰ ἄλλο ἔβαλε στὸ νοῦ της· τὴ νχτα -θὰ ἤτανε ἡ ὥρα τσσερες τῆς νυχτὸς -κρζει τὸν ἄντρα της καὶ τοῦ λει: τὸ καὶ τὸ μοῦ εἶπε ἡ Ρνκω ἡ ἀδερφ μου· καὶ νὰ σκψωμε, καλ μου, καὶ νὰ χαλψωμε μὴ μᾶς ἔβγῃ τποτε κισμὲτ καὶ ἰδοῦμε κἡμεῖς μιὰ καλὴ μρα· νὰ σκψωμε λει καὶ ὁ ἄντρας της. Κλειοῦνε καλὰ τὶς χαραμδες ἀπὸ τὰ παραθρια, μὴ ἰδοῦνε τποτε φῶς οἱ χωριανοὶ καὶ βλουν σουμπε, παρνουν ἕνα τσαπ, χαλᾶνε τὸ μπσσι ποῦ εἶχαν φκιασμνο κοντὰ στὴ γωνστρα, σηκνουν στὰ χρια τὸ παιδ τους ποῦ ἦταν μικρ, παγανὸ κοντὰ παιδ, καὶ ἀρχζουν καὶ σκφτουν, σκφτουν βαθει, γιατ, ξρεις, τὰ σπτια στὰ χωριὰ δὲν ἔχουν πατματα, εἶνε μὲ χῶμα, ὅπως στὸ Νησ ἄν εἶδες καμμιὰ φορὰ· Ὄξω χλαε ὁ Θεὸς τὸν κσμο βροχ, κακ, χαλζι, ἀστραπβροντα, σἄν καληρα τρα καὶ χειρτερα· ποιὸς νὰ βγῇ ὄξω, ποιὸς νἀκοσῃ! οι γειτνοι ὅλοι κοιμντανε βαθει· στὰ χωριὰ τσσερες εἶναι σἄν νὰ ποῦμε ἡμεῖς ἕξη καὶ παραπνω. Σκφτουν λοιπν, σκφτουν καὶ ρχνουν τὸ χμα τριγρω· Τποτε· ἀρχνισαν νἀπελπζωνται.
- Μωρὴ γυναῖκα, λει ὁ ἄνδρας, θρρω χνομε τὰ κπια μας· ἄκου λαλοῦν οἱ πτοι κιαὔριο εἶμαι γιὰ δουλει.
- Σἄν ἀπστασες, τοῦ λει ἡ γυναῖκα του, φρε 'δῶ καὶ σρε 'ποκομισε τὸ παιδὶ ποῦ ξπνησε.
Καὶ πρνει αὐτὴ τὴν τσπα καὶ σκφτει· γκπ, γκὰπ κἔρριχνε τὰ χματα πσω της· γιμισε τὸ σπτι, τὰ μπσσα, τὰ στρωσδια, ὡς καὶ τὰ κονσματα -μεγλη ἡ χρι τους -πῆγε ἕνα κατσικρι καὶ χτπσε κἔσβυσε τὴν καντλα. Ττε ἀκοῦνε ἕνα τρὰγκ σἄν νὰ χτπησε τὸ σδερο μὲ βα σὲ λανι τραβοῦν τὰ χματα, χαλεουν, καθαρζουν, ξανογουν καὶ -νσου! - βγζουν ἕνα βζο βαρὺ βαρ, ποῦ ἔσπασε ὁ πτος του καὶ χθηκαν ὄξω ἕνας σωρὸς φλωρι, ρουμπιδες, μαχμουντιδες καὶ Κωσταντινᾶτα χρυσᾶ, ὅπως τἆχε νορευτῇ ἡ Ρνκω, χαλασι της. Δὲν ἐπστευαν τὰ μτια τους· τὰ τρβουν, τὰ ἀνογουν καλ. πινουν στὰ χρια τὸ χρυσᾶφι, τὸ πεζρουν, τὸ βνουν στὶς τσπες τους, τὸ βγνουν. χορεουν, πηδᾶνε σἂν ζουρλοὶ ἀπὸ τὴ χαρ τους· ττε ξπνησε καὶ τὸ παγαν τους τὸ πνουν κἐκενο στὸ σεντοῦκι, τὸ ἀνογουν, τὸ βνουν νὰ τὰ πισῃ μὲ τὰ χρια του, κοντεουν ἀλθεια νὰ χσουν τὸ νοῦ τους οἱ νοικοκυραῖοι.
Ὅταν ἡσυχσανε κἄπως, λει ὁ ἄνδρας στὴν γυνακα του, χωρὶς κἄνε νὰ φχαριστσῃ τὴν Παναγα -προσκυνοῦμε τὄνομ της -ποῦ τοὺς ἔδωκε ττοιο μπιρκτ, μνε λει στὴ γυναῖκα του:
- Τρα, μωρὴ γυναῖκα, τ τὸν κνομε τσον παρᾶ;
- Ἄκου ρτημα! λει ἡ γυναῖκα του· τ λὲς καλ μου; πρῶτα πρῶτα θὰ φκισω ἕνα λαχουρὶ φουστνι, ποῦ βαλαν ὅλες οἱ Γιαννιτισσες καλὲς κακς, ὕστερα ἕνα σκκο μὲ γοῦνα ποῦ εἶμαι ζρκα καὶ πω στὰ ἐγκμια καὶ μὲ κνουν τζαναν. ὕστερα ἕνα σπτι.
- Ἄντε μωρ! λει ὁ ἄνδρας της, κεφλι ποῦ τὤχετε σεῖς οἱ Εὖες· νὰ δεξουμε καὶ νὰ φαντξωμε πῶς ἔχουμε παρδες, νὰ βλῃ κἄνα σουμπε ἡ πολτσα νὰ μοῦ φορσουν καὶ τὶς κλπες. Ὄχι, γυναῖκα μου, δὲ μὲ παρνεις στὸ λαιμ σου· τὰ φλωριὰ θὰ φυλξουμε καὶ θὰ ζοῦμε κατὰ πῶς ἐζοσαμε μὲ οἰκονομα καὶ μὲ τὸ μικρὸ ἰρὰτ ποῦ μᾶς δνουν τα μολκια μας· μοναχὰ στὴν ἀδερφ σου, ποῦ τα ἰνορετηκε καὶ εἶναι κι ὀρφαν, μπορεῖ νὰ δσουμε τποτε. Ἡ Σντα ποῦ ἦταν φουρκισμνη πῶς δὲν θὰ φτισῃ λαχουρὶ καὶ γοῦνα καὶ εἶχε κι ἄπονη καρδι.
- Ἀκοῦς ἐκεῖ λει θὰν τα στερηθοῦμε 'μεῖς καὶ θὰν τὰ δσουμε τῆς τῆς ἀδερφῆς μου, καὶ σἄν τὰ ἰνορετηκε καὶ τ! μεσ' στὸ σπτι μας εὑρθηκαν καὶ σἄν εἶναι ὀρφαν, μνα τὴν πραμε ἡμεῖς ἀπανωθι μας! μὴ σὲ μλῃ καὶ δικονεει αὐτὴ καὶ βρκει· ἡμεῖς σἂ δὲν ἔχουμε, δὲν μᾶς λει κανεὶς ποῦθεν εἶσαι· κὕστερα, ἐσὺ λὲς νὰ τὸ βαστξουμε κρυφὸ ἀπὸ τὴν κυβρνησι, καὶ πῶς λὲς νὰ τὸ μαρτυρσουμε σὲ ξνον! ὄχι γυι μου, σἄν θὲ θὰ φκισω 'γὼ τποτε, κλλιο νὰν τὰ βλωμε στὴν πντα νὰν τἀφσωμε στὸ παιδ μας, νὰ μὴ μᾶς ψολογῃ καμμιὰ φορ.
Τσο ἤθελε κἐκεῖνος.
- Ἄντε δ, λει, ἄς μὴ τὸ ποῦμε κανενοῦ κιἆς ρξωμε τὰ χματα στὸ λκο πλε μτα.....μνε στσου· ἔχω ἀκουστὰ ἀπ' τὸ γρο Μετσοβτη ποὖναι μουχτρης στὴν Τζλοβα, πῶς ἅμα βρῇς βλησδι μσ' στὸ σπτι σου, πρπει νὰ σφξῃς ἕνα κουρμπνι, καὶ νὰ πσῃ τὸ αἷμα του μσα στὸ λκκο πρὶν ματαρρξῃς τὰ χματα, γιατὶ ἀλλοιῶς κἄποιος πεθνσκει ἀπ' τὸ σπτι σου σταφφουρλᾶ[28] Θεὸς μὴν δσῃ ττοιο πρᾶμμα.
- Εὔκολα δὰ εἶναι νὰ σφξωμε ἕναν πττο ἤ μιὰ κττα.
- Εὔκολο μὰ τρα πῶς νὰν τὸν πισω με, ποῦ θὰ περσωμε ἀπὸ τὸν
ὀντᾶ, ποῦ κοιμται ἡ Ρνκω μὲ τὶς τσοῦπρες της καὶ θὰ προυν χαμπρι. Γιατ ξρες, χωριτικο σπτι ἤτανε, δυὸ ὀντδες εἶχε μονχα· γιὰ νὰ μπῇς στὸν ὀντᾶ τῆς Σντας πραγες ἀπὸ τὸν ὀντᾶ τῆς ἀδερφῆς της.
- Αἴ δὰ· τὶ νὰ σφξωμε! κἕνα σκυλλὶ νὰ σφξωμε τὸ ἴδιο κνει. λνε· δὲ σφζουμε τὸ Μοῦργο; - ποὖντο κιαὐτὸ τὸ ζαλιρικο· ἄκουτο ὄξω πῶς οὐρλιζεται κακηρα του· τὸ κεφλι του νὰ φῃ.
- Διολε, διολε ! ἤλεε ὁ χωριτης κἔβγαλε τὸ μαχαῖρι του καὶ τὸ τρχαε στὴ γωνι· τὶ διολο νὰ σφξωμε τρα, καὶ κοντεει νὰ ξημερσῃ.
- Δὲ σφζουμε τὸ γττο; λει ἡ Σντα, ἤ δὲν κνει;
- Κθεται καὶ δὲν κνει! ποῦντος;
- Ντος· στὸ γιοῦκο ἀπνω· πιστονε. Ὁ γττος (ἔτσι βλπεις ἤτανε τἀξερτι) σἄν ἄκουσε τὴν ταραχὴ καὶ εἶδε τὸ χωριτη ποῦ ρχτηκε ἀπνω του, μιὰ πηδησιὰ καὶ φεγει· τρχει ὁ χωριτης νὰ τὸν πισῃ, ὁ γττος σκαρφαλθηκε στὴ θρα ψηλὰ καὶ νιαοριζε· δνει ἡ Σντα, δνει ὁ ἄντρας της νὰ τὸν πισουν, τσο χειρτερα ὁ γττος ἀγρευε κἔσκουζε καὶ τντωνε τὰ νχια του καὶ χτπαγε μὲ τὰ ποδρια του, κἔκανε τσο σαματᾶ, σἄν νἆχε μσα του τὸν ὀξαποδῶ -φτοῦσου τρισκατρατε μεσ' στὴν τρπα σου -ὅσο ποῦ ἀπὸ τὸ πολ κακὸ καὶ τοῦ γττου καὶ τοῦ χωριτη καὶ τοῦ παγανοῦ ποῦ ξπνησε κἔσκουζε κιαὐτ, παρνει χαμπρι ἡ Ρνκω χαλασι της.
- Μὰ ποῦ ἤτανε ἡ Ρνκω;
- Η Ρνκω -ἔτσι μοῦ τἄπανε κἐμνα κἔτσι ποῦ τὰ λω -ἡ Ρνκω ἤτανε στὸν κοντινὸν ὀντᾶ· ἀδερφομοιρασιὰ ἤτανε τὸ σπτι· ξυπνει, ἀνογει τὴ μεσθυρα καὶ μπανει μσα.
- Τὶ τρχει μωρ' ἀδρφια λει, τὶ κνετ' ἔτσι;
Ὁ χωριτης καὶ ἡ Σντα ἔμειναν ξερο· μοναχ ποῦ πρφτασε κἔκρυψε τὸ μαχαῖρι του· μὰ δὲν ἤξεραν τὶ νὰ ποῦν· ἡ Ρνκω βλπει ὅλα ἄνω κἄτω, τὸ λκο σκαμμνον τα χματα σκαπετημνα σὄλον τὸν ὀντᾶ· κατλαβε.
- Ἄχ σκυλι! λει· σκψατε καὶ βρκατε τὸ βλησδι.
Ἡ Σντα καὶ ὁ ἄντρας της κυτταχτκανε καὶ μἕνα στμα καὶ οἱ δυὸ πισανε τὸ ἀρν.
- Ὄχι μὴν ηὕραμε κολοκθια· ἴσα τὸν κπο ποῦ κμαμε ὅλη τὴ νχτα νὰ σκφτουμε.
- Στὸ μῦλο αὐτ Σντα· ἐγὼ τὸ ἰνορετικα, κεἶμαι Σαββατογεννημνη· μὴν τὰ θλετε ὅλα μοναχο σας, κεἶναι γιαζὶκ γιατὶ κἐγὼ εἶμαι ὀρφανὴ κἔχω τρα θηλυκ.
Ἐκεῖνοι ὄχι, ὄχι δὲν ηὕραμε ὅρκους μρκους, ἐκενη καὶ καλ ηὕρατε καὶ παρακλια· αὐτοὶ κατρες ἄν ηὕραμε χαρι νὰ μὴ ἰδοῦμε, μωρὴ δὲν ηὕραμε τποτε. Τ νὰ κμουν, βλπεις, ἔμπλεξαν· καρδιὰ δὲν τοὺς ἔκανε νὰ δσουν. γιατὶ φοβοντανε· κὕστερα ὁ ἔρμος ὁ παρᾶς εἶναι γλυκς, βλπεις. Τ νὰ κμῃ ὁ χωριτης γιὰ νὰ τὸν πιστψῃ! μιὰ καὶ καταιβζει τὴν Κυρὰ τὴν Παναγα ἀπὸ τὰ κονσματα καὶ λει.
- Μωρὴ Ρνκω τ ἄλλο θλεις; θλεις νὰ δαγκσω τὰ κονσματα γιὰ νὰ μὲ πιστψῃς;
- Δγκωστα, λει ἐκενη.
- Ν· λει ὁ χωριτης καὶ μιὰ καὶ βνει τὴν Παρθνα στὸ στμα του καὶ τὴ δγκωνε· καὶ ἡ Σντα σἄν νὰ τὴν ἀμπωχνε ὁ Τρισκατρατος. πινει κιαὐτὴ τὴν ἄλλη μεριὰ καὶ τὴν δγκωνε κιαὐτὴ σἄν νἆταν θηρα, καὶ δὲ φοβιοῦνταν τὸ Θεὸ καὶ τὴν Κυρὰ -μεγλη ἡ χρι της. Ττε ἡ Ρνκω σπασε καὶ λει μοναχ.
- Ἄς εἶναι μωρ' ἀδρφια· καὶ ναὕρατε χαλλι νὰ σᾶς γνουν· μνε ρξτε τὰ χματα πλι μτα καὶ πατῆστ τα μὴν ἔρθῃ κανεὶς τὸ πουρνὸ καὶ βλῃ σουμπε.
- Χ· χ· λει ὁ χωριτης νὰ τὰ ρξουμε· καὶ γιὰ νὰ γελσῃ καλτερα τὴν ὀρφανὴ Ρνκω, ἁρπζει τὸ φικρι καὶ γεμζει πλι τὸ λκκο, χωρὶς νὰ σφξουν τὸ κουρμπνι· ἅμα τὸν ἀπχωσε:
- Καληνχτα.
- Καλοξημρωμα.
Ἔφυγε ἡ Ρνκω, μενανε οἱ δυὸ τους.
- Κα τρα μωρὴ Σντα!
- Τρα ντ! ποῦ δὲ σφξαμε τὸ κουρμπνι! νὰ τὸν ἀνοξουμε πλι;
- Μπᾶ δὲν κνει· καλ ἤτανε ττε.
- Ἄντε μωρ· λγια εἶναι κιαὐτ, λει ἡ Σντα· θὰ σφζαμε τὸ γττο μαθὲ καὶ κτι θὰ κναμε· σἄ θλει ὁ Θεὸς καμμνε μου! τὶ ξρει καὶ ὁ γεροξεκοτης ὁ Μετσοβτης! νὰ στρσουμε τρα τὸ μπσσι καὶ νὰ κοιμηθοῦμε. Ἔτσι ἔκαμαν τχα πῶς ἡσχασαν καὶ θλησαν νὰ κοιμηθοῦνε· μὰ ποῦ ὕπνος! ἡ αὐγὴ τοὺς ηὗρε ἄπνους καὶ σηκθηκαν τὸ πουρνὸ σἂν Ραμαζανσιοι· ὡς τσο δὲν εἶπαν τποτε σὲ καννα καὶ δὲν ἔβγαναν νὰ τσακσουν οὔτε ἕνα φλωρὶ ἀπὸ τὸ φβο τους· τὰ φλαγαν στὸ σεντοῦκι καὶ δολευαν σἄν καὶ πρῶτα· δὲν πρασε ὅμως λγος πολὺς καιρὸς καὶ ἀρρστησε τὸ παιδ τους· ἀρρστησε, πφτουν στὸ στρῶμα φρνουν γιατρος, παραγιατροὺς ἀπὸ τὰ Γιννινα, πουθεν νὰ πρῃ τὸ καλτερο.
Ττε πρωτοχλασαν ἕνα φλωρὶ ἀπὸ τὰ βρετκια καὶ εἶπαν τχα πῶς ἡ Σντα ἔβαλε ἀμαντι τὰ τζοβαερκ της καὶ τὰ πῆρε. Μὰ ἡ Ρνκω τὸ κατλαβε καὶ βρυνε ἡ καρδι της.
Ἀπὸ τὴν ἡμρα ποῦ ἀρρστησε τὸ παιδ τους, ὁ Μοῦργος, τὸ σκυλλὶ ποῦ ἔλεγαν ν κμουν κουρμπνι, πγαινε τὰ μεσνυχτα ἀπξω ἀπὸ τὸ παραθρι καὶ ἔσκαφτε λκκο μὲ τὰ ποδρια του καὶ οὐρλιζονταν λυπητερὰ λυπητερὰ ποῦ ἀνατσριαζεν ἡ πτσα τοῦ κορμιοῦ σου· ὅλοι οἱ γειτνοι τὸ λγανε.
- Δὲν εἶναι καλὸ πρᾶμμα αὐτ· τῆς Σντας τὸ καλπαιδο θὰ πεθνῃ χαλασι της
Ἡ Σντα καὶ ὁ ἄντρας της θυμιοῦνταν ποῦ δὲν ἔσφαξαν τὸ κουρμπνι καὶ ἡσυχα δὲν εὑρσκανε· λγανε πῶς ἀπὸ κεῖνο χνουν τὸ παιδ τους· ὅσο ποῦ μιὰ νχτα δὲν βσταξε ὁ χωριτης, μὰ καθὼς ἐπῆγε τὰ μεσνυχτα ὁ σκλλος νὰ οὐρλιξῃ στὸ παραθρι, βγανει ἔξω, τὸν ἀρπὰζει, τὸν σρνει μσα, σκφτει ἕνα λκκο μὲ τὸ μαχαρι του κοντὰ στὴ γωνστρα, ἐκεῖ ποὖχαν εὕρῃ τὸ βλησδι, καὶ μιὰ καὶ τὸν σφζει, καὶ χνεται τὸ αἷμα μσ' στὸ λκκο. Ὁ σκλλος οὔρλιαξε γιὰ τελευταα φορὰ, τινχτηκε καὶ αἷμα κμποσο πῆγε καὶ ρντισε τὸ ἄρρωστο παιδ· ττε τὸν σκαπτησαν ὄξω καὶ τὸ πουρνὸ εἴπανε τχα πῶς τὸν ἔσφαξαν γιατ οὔρλιαζε καὶ ἤτανε γρουσοζης.
Μὰ τ τὸ θλεις! τοῦ κκου· ἔπρεπε νὰ τὸν σφξουν, ὅταν ἔπρεπε, ὅπως εἶπε καὶ ὁ Τοῦρκος στὸ ἰνρτο τῆς Ρνκας.
Τὴν ἄλλη νχτα μιὰ κουκουβγια ἔκατσε ἀπνω στὸ μπουχαρ τους καὶ δὲν τοὺς ἄφηνε νὰ κοιμηθοῦν ἀπὸ τὸ θλιβερὸ τὸ λλημ της· τὸ παιδ τους ἦταν ἀποφασισμνο· τὴν ἄλλη νχτα ἡ Σντα δὲν πρφτασε νὰ πρῃ λγον ὕπνο καὶ ξυπνει μὲ τρομρα, γιατ νειρεονταν πῶς ἕνας μαῦρος σκλλος σἄν τὸ Μοῦργο ποῦ εἴχανε σφξῃ, ἐβγῆκε ἀπὸ τὴ γωνστρα καὶ ἔτρωγε τὸ παιδ της· σηκθηκε, τἀγκαλιζει, τὸ φιλεῖ, βνει τὸ χρι στὴν καρδι του, μὰ ἔξαφνα πετιται καὶ κεῖνο μὲ μιὰ φων.
- Μννα!
- Μτια, μου λει ἡ Σντα, παιδ μου.
- Μννα, λει ἐκεῖνο, ὁ Μοῦργος ἤθελε ν μὲ φῃ· μννα σκιζουμαι.
Τὴν ἄλλη μρα πθανε τὸ παιδὶ τὴς Σντας· ὁ πατρας του ἔσκουζε σἄν γυναῖκα κἤλεγε.
- Ὠμνα! κλλιο νὰ μοὔλειπαν σὲ πῆρα στὸ λαιμὸ μου παιδκι μου· φορτοῦνα στὸ κορμ μου. Καὶ τραβοῦσε τὰ μαλλι του σἄν γρῃὰ γυναῖκα.
Ἡ Σντα δὲν ἠμπρεσε νὰ βγλῃ οὔτε ἕνα δκρυο· μνον ἔβγανε ἀπὸ ὥρα σὲ ὥρα κτι ἄγριες φωνὲς καὶ κατπι τσπαινε· ἀπὸ ττε ἄρχισε νὰ τὸ χνῃ ἡ γυναῖκα· ὕστερα, ὅπου ἔβλεπε μαῦρο σκυλλ, τοῦ ρχνονταν μὲ τὶς πτρες καὶ τὴν νχτα ἔβγαινε σἄν τὸν βρουκλακα καὶ πγαινε στὸν τφο τοῦ παιδιοῦ της κἔσκουζε· ὁ ἄντρας της κτταζε νὰν τὴ συμμαζψῃ, μὰ κιαυτὸς πλειὰ σἄν χαμνος ἤτανε, οὔτε νὰ δουλψῃ μποροῦσε, οὔτε μυαλ εἶχε νὰ κυττξῃ τὰ μολκια του· τ τοῦ φαινντανε; πῶς αὐτὸς τὤφαγε τὸ παιδ του.
Ἔτσι ἄρχισαν νὰ φτωχανουν καὶ κατντησε νὰ μὴ βγνουν οὔτε τὸ ψωμ τους· τὸ βλησδι ἔμενε πντα ἄγγιαχτο, ὄξω ἀπὸ κεῖνα τὰ λγα ποῦ ξδεψαν στὴν ἀρρστια τοῦ παιδιοῦ των· τσο ἀπὸ στερεμρα, τσο ἀπὸ φβο καὶ ἀποκοντρα, ὁ ἄντρας δὲν ἤθελε νὰ τοὺς ἀγγξουν ἐκενους τοὺς παρδες.
- Αὐτοὶ μοῦ φγαν τὸ παιδκι μου ἔλεγε· κιὄσες φορὲς ἡ Σντα ἤθελε νὰ τοῦ κμῃ κουβντα, αὐτὸς ἔκανε κακὸν καυγᾷ· ἔσκουζε, χτυπιντανε, ἔδερνε καμμιὰ φορὰ καὶ τὴ γυναῖκα του· ἔσκουζε κἐκενη, ἔβαναν τς φωνς· μρα ἤτανε, νχτα ἤτανε, σκωναν τὸ χωριὸ στὸ ποδρι· ἡ μαρη ἡ Ρνκω πγαινε νὰ τος ἡσυχσῃ, τὴν ἔδιωχναν· τοὺς ρταγε τ ἔχουν καὶ κνουν ἔτσι, δὲν ἐμαρτραγαν τποτε· τὴ βλαστμαγε κιαὐτὴ ὁ ἄντρας καὶ ἔφευγε.
Καὶ τ βλαστμια εἶχε στὸ στμα του! νἄμπῃ ὁ Τδες μσα σου - ἐκενου ἐκεῖ -καὶ νἆναι καὶ θηλυκς.
Τλος πντων ἡ Σντα κνησε ἔγκυος καὶ αὐτὸ τοὺς ἔκαμε κἄπως νὰ ἠσυχσουν· καὶ οἱ καυγδες ἀραωσαν καὶ ἡ παλαβομρα τους σἄν νὰ λιγστεψε· ἄρχισε καὶ ὁ ἄντρας νὰ δουλεῃ-κψο καὶ ἤλεγαν γιὰ τὰ βρετκια πλι τ θὰ τὰ κνουνε.
Ἄν ἐκεῖνο ποῦ θὰ γεννσῃ ἡ Σντα εἶναι παιδ, νὰ τὸ σπουδσουν γιατρὸ καὶ νὰ πᾶνε μσα στὸ Ρωμκο, ἄν εἶναι τσοῦπρα, νὰ πνουν στὴν Πλι νὰ τὴν παντρψουν καὶ νὰ ζσουν ἐκεῖ.
Μὰ δὲν ἔλεγαν νὰ δσουν τποτε καὶ τῆς ἀδερφῆς-κψο, ποῦ ἦταν ὀρφανὴ κιαὐτ· γιὰ ὁ Θεὸς τοὺς εἶχε ὀργιστῇ κα τοὺς καββαλκεψε ὁ δαμονας τῆς φιλαργυρας -φτοῦσου Τρισκατρατε -γιὰ ἤτανε τὸ ξερτι τους νὰ πθουν ὄσα ἔπαθαν, γιατ εἶχαν ἄπονη καρδιὰ καὶ δὲ συμπονοῦσαν τὸ φτωχ, νὰ συχωρεθοῦν οἱ ἁμαρτες τους, ὅπως ἤλεγε ὁ ππῃς μου, ποῦ ἦταν πρωτπαπας καὶ πνευματικὸς ππη πρὸς ππη, ἀπὸ ἑφτὰ ζουνρια,
Καὶ ὅσο κντευε στὸ μῆνα της ἡ Σντα, τσο ὁ ἄντρας της γινντανε χειρτερος στὴ φιλαργυρα. καὶ ἅμα τοὖλεγε τποτε νὰ προυν, τῆς ἔλεγε.
- Μὲ τὸ τσὶκ καὶ μὲ τὸ μὶκ αὐτὸ χαλιται ὁ παρᾶς, γυναῖκ μου. ἡ δουλειὰ εἶναι νὰ μὴ διακονψουνε τὰ παιδι μας· κιἄν κμῃς καὶ τσοῦπρα, οἱ γαμπροὶ θλουνε παρὶ τρα· μνε πρασε ὅπως ὅπως. Καὶ τσο ἔφτανε ἡ στερεμρα του ποῦ καταντοῦσε νὰ μὴν τῆς παρνῃ τστσο χουμαῒ νὰ φκισῃ κωλοπνια γιὰ τὸ παγανὸ ποῦ θὰ γνναγεν.
Ὡς τσο ἦρθε ἡ ὥρα της γιὰ νὰ λευτερωθῇ καὶ τὴν ἔπιασαν οἱ πνοι· τρχει ἡ ἀδερφ της ἡ κακομορα γιὰ τὴ μαμμ, μιὰ γρῃὰ ποὔχανε στὸ χωριὸ κἔκανε καὶ τὴ ψευτομαμμ, νὰ πῃ νὰ τὴν ξελεχωνψῃ, ποῦ νἄρθῃ ἡ μαμμὴ σαυτὸν τὸν ἀφωρισμνον. ποῦ δὲν ἔδινε πεντρα σὲ καννανε!
- Νὰ μοῦ δσετε, λει μπροστὰ τὸ μετζτι, καὶ ττες νἀρθῶ· πει ἡ Ρνκω χαλασι της βρσκει τὸν ἄντρα τῆς Σντας, τοῦ ζητει τὸ μετζτι· ποῦ νὰ τὸ δσῃ αὐτς !
- Ἀκοῦς ἐκεῖ λει πῶς ἡ Νταβνοβα γννησε χωρὶς μαμμ καὶ ἡ παππᾶ-Νικλοβα κιἄλλες κιἄλλες! αὐτὴ θλει ἀρχοντις. Μὰ ἡ Ρνκω τὸν ἐστενοχρησε καὶ ττες ἔβγαλε καὶ τῆς ἔδωκε τὸ μετζτι, μὰ μὲ βαρειὰ καρδιὰ καὶ μὲ τὸν Ὀξαποδῶ στὸ στμα.
- Νὰ, ποῦ νμπῃ ὁ Τδες μσα της κιαὐτῆς καὶ σνανε.
Ἢτανε κακὴ ὥρα -σῶσε μας Χριστ μου κιαφφντη μ' Ἄη Γεργη νεομρτυρα, σῶσε μας ἀπ' τὴν κακὴ τὴν ὥρα -καὶ τὸ εἶπεν ὁ ἀφωρισμνος κἔγινε.
Ἦρθε ἡ μαμη, μὰ τοῦ κκου· τ νὰ κμῃ! ἡ Σντα ἤτανε ξωφρενῶν· ἔσκουζε, φναζε, ρχνονταν, ἔσκιζε τὰ ροῦχα της, ἔτρωγε τὰ κρατα της σἄν λυσσασμνη· στὴν ἀρχὴ τὸ πρανε πῶς ἤτανε ἀπ' τοὺς πνους τῆς γννας· μὰ κιὄντας ἔπεσε τὸ καψοπαῖδι τἄμοιρο καὶ κακορρζικο, ἡ μννα γνηκε χειρτερα· ρχτηκε πρῶτα νὰ τὸ πνξῃ μὲ τὰ νχια, ὕστερα νὰ τὸ φῃ μὲ τὰ δντια, ἔσκιζεν ὅσους τὴν ἐπλησαζαν. ἄφριζε, βλαστμαγε, καταριντανε, σκαπταγε τὰ προσκφαλα καὶ τὰ σιντνια τὰ ματωμνα, πδησε νὰ ρξῃ τὴν κανδλα καὶ τὰ κονσματα καὶ νὰ μαδσῃ τὰ στεφνια της, ἤτανε ὀργὴ Θεοῦ.
Καταλβανε πλειὰ πῶς εἶχε μσα της τὸν Τρισκατρατο - γλῦσε μας Χριστ μου καὶ Σταυρ μου σταυρωμνε -καὶ τρξανε γιὰ τὸν παππᾶ· ᾖρθε ἀμσως ἐκεῖνος τρμοντας καὶ διαβζοντας τοὺς μεγλους ἐξορκισμοὺς -κἂτα πὤλεγε ὁ ππης μου -Ἄη Βασιλεου, ἤφερε τὰ ἅγια λεψανα ποῦ εἶχε ἡ ἐκκλησα, τὸ μικρὸ τὸ δκτυλο τἀγου Γληγορου, καὶ θλησε νὰ βλῃ χρι ἀπνου της· μὰ ττες δὰ γνηκε ὁ μεγλος ὁ σπαραγμὸς ποῦ ρχτηκε νὰ πνξῃ τὸν παππᾶ καὶ ἄρχισε νὰ τὸν καταρειται καὶ νὰ τὸν βρζῃ, μὰ δὲν ἔκρινε αὐτ, ἔκρινε ὁ ὁξαποδῶς ποῦ εἶχε μσα της.
- Τ μοὖρθες, μωρὲ κακοῦργε, ψετη, ἀγρτη, φονιᾶ, ματοβαμμνε, πρνε, ποῦ πτησες τὴ νφη σου, τὴ γυναῖκα τἀδερφοῦ σου τοῦ ταξιδεμμνου καὶ τὸ παιδὶ τὸ ρξατε στἀναγκῃ, καὶ τρα ἦρθες νὰ μὲ φοβερσης ἐμὲ μωρὲ κολασμνε, αἱμομχτη, ληστ! Καὶ ἄλλα τὤλεγε ὁ Τρισκατρατος μὲ τὸ στμα τῆς Σντας.
Ὁ χαντακωμνος Παπᾶς ἄρχισε νὰ τρμῃ καὶ νὰ κιτρινζῃ· τὰ χελια του δὲν μπρεγαν νὰ ποῦνε λξι, μνον ἐγοντισε στὰ κονσματα μπροστ καὶ σταυροκοπιντανε καὶ μαζὶ μαὐτὸν ὅλοι σταυροκοπιντανε καὶ ἀνατριχιζανε καὶ μὲ τρμο κυττζανε τριγρω τους.
Ττες ἦρθε καὶ ὁ ἄντρας της νὰ τνε πισῃ σἄν χειροδναμος ποῦ ἤτανε νὰ τὴ ρξῃ στὸ κρεββτι νὰ τὴν πατσῃ ὁ παπᾶς καὶ νὰ ξορκσῃ τὸν Τρισκατρατο. Ἡ Σντα ἔπλεε στὸ αἷμα της κἔχανε τὴ δναμ της· μὰ μλις εἶδε τὸν ἄντρα της ἄρχισε πλι τὰ ἴδια, μὲ ἄλλον τρπο τρα.
- Καλστονε, καλστονε· ἐσ εἶσαι δικς μου ποὖσαι· ἐσὺ μὲ προσκλεσες κἦρθα, ἐσὺ ξηνταβελνη μου, ἐσὺ πὤφαγες τὸ παιδ σου· ἐσνα σἀγαπω ἐγὼ καὶ σὤστειλα τὸ βλησδι στὴ γωνστρα σου· καλ καμες καὶ δὲν ἔδωκες παρὰ σὲ καννανε, μτε στὴ γυναικαδρφη σου· ἐγὼ σὲ καββαλκεψα καὶ γνηκες ττοιος· τρα τὸν ἔχεις τὸν παρὰ στὸν σεντοῦκι καὶ τὸν φυλᾶς γιατεμνανε· ἔλα τρα νὰ σὲ φιλσω γιὰ τὸ σπολλετη ποῦ μὲ προσκλεσες καὶ μχεις μουσαφρη. Κιἀμσως ρχνεται καὶ τὸν ἀρπζει καὶ τοῦ κβει μιὰ δαγκατιὰ στὸ λαιμὸ ποῦ τὤσυρε κοψδι.
Ὡς τσο ἀπ' τὴν πολλὴ τὴ 'μορραγα, μπαλησε κἔπεσε στὸ κρεββτι σἂν πεθαμνη.
Τρχουν ὅλοι οἱ χωριτες μὲ τρομρα, οἱ κιοτῆδες μνουν ὄξω καὶ ὅσοι εἶχαν κμῃ κρυφὲς ἁμαρτες, γιατὶ μαθετηκε πῶς ἡ Σντα τὰ βγνει ὅλα στὸ φρο· τρχει καὶ ὁ μουχτρης τοῦ χωριοῦ· ἀπὸ στμα σὲ στμα πνε σταὐτιὰ τῶν σουβαρδων ὅσα εἶπε γιὰ τὸ βλησδι, πινουν τὸν καλσου τὸ χωριτη, τοῦ δνουν ἕνα δαρμ, μαρτυρει τὸ βλησδι καὶ τὸ παρνουν· ττες πλειὰ γνηκε κιαὐτὸς θηρο· πινει τὴν ἄμοιρη τὴ Σντα τὴ σκοτνει στὸ δαρμὸ καὶ τὴ διχνει ἀπὸ τὸ σπτι του· Ἐκενη ἀγριεει περισστερο· πει ἡ Ρνκω ἡ χαντακορω νὰν τὴ μσῃ, χνεται νὰν τὴν πνξῃ· χτυπει τὶς πρτες τοῦ χωριοῦ, ὅλοι τὴν τρμουν καὶ κλειδνονται μσα.
Ἡ πεῖνα, τὸ κρο, τὸ κακ, ἡ γμνια, ἡ τρλλα, τὰ σκυλλιὰ ποῦ τῆς ρχνονται τὴ νχτα καὶ τὴς ξεσχζουν τὸ κορμ της, ὁ κσμος ποῦ τὴ διχνει μὲ τὰ ξλα καὶ μὲ τὰ λιθρια, ὅλα αὐτὰ τὴν ἔκαμναν νὰ πρῃ τῶν ὀμματιῶν της καὶ νἄρθῃ στὴν πλι· ἐδ πλειὰ ἀπογνηκε· ὅντας πρωτοῆρθε, ἤτανε ἀκμα ὄμμορφη· τὸ θυμᾶμαι σἄν νἆταν τρα· ψηλὴ ὅπως εἶναι· τὰ κουρελιασμνα τα ροῦχα της ἄφηναν νὰ φανεται ἕνα κορμὶ κτασπρο καὶ χλωρὸ ἀκμη μὲ ὅλη τὴν κακορριζικιὰ ποῦ τὴν ἔδερνε· μονχα τὰ μτια της εἴχανε μιὰ ἀγριτητα καὶ μιὰ φλγα, ποῦ ὅταν τὰ στλωνε ἀπνω σου, σἔκανε νὰ φγῃς γλγορα ἀπὸ σιμ της. Ττες πλειὰ ἔπεσε στὰ χρια τῶν μπαντδων· τὴ σρνανε τὶς νχτες στὰ στεν, καὶ στοὺς κμπους, στὶς σπηλις, στἀμπλια, στὶς βρζες, στἀραποστια· τὴν ἔπαιρναν πολλὲς φορὲς δκα, εἴκοσι μπαντδες, ἄκαρδοι ἀνθρῶποι. σκυλλιὰ παραδομνα, καὶ καμμιὰ φορὰ - φορτοῦνα της -καὶ ἀνθρῶποι καλοὶ καὶ μεγλοι, γιατρο, δικηγροι ἐμπροι, μαγαζτορες ὅσο ποῦ τὴν κατντησαν ὅπως τὴ βλπεις. Καὶ πλι τρα βρσκονται θηρα ποῦ τὴν πειρζουν.
Πρῶτα ἀγρευε συχν· τρα κἄπως μρωσε. Μὰ πῶς δὲν τὴν κβει ὁ Θες -μεγλη ἡ δξα του -πῶς μὲ αὐτὰ τὰ κακ ποῦ πρασε καὶ περει βρσκεται ἀκμα στὸ κσμο!
..................
Μὰ τὶ κακὸ εἶναι τοῦτο! ἄκου τρα κακορχιονο ποῦ ρχνει! ἆ μὰ ζαλκαιρος ἀλθεια κιἀλθεια! γιὰ ἔλα νὰ ἰδῆς· μαζὶ χινι καὶ βροχὴ καὶ ἀγρας καὶ χαλζι· ματειδες ττοιο θᾶμμα; γιὰ κτταξε· μιὰ θαμποῦρα βλπεις καὶ τποτε ἄλλο· ἀλλομονο τσ' ὀρφανοὺς ποῦ δὲν ἔχουνε δυὸ κρβουνα.....
Τὴ στιγμὴ ἐκενη, μσα στὴν κοσμοχαλασιὰ ποῦ μοῦ ἔδειχνε ἡ Γιαννιτισσα ἡ φιλαινδα μου, φνηκε σἄν ἕνα μαῦρο πρᾶμμα νἄπεσε ἀπὸ κτω ἀπὸ τὰ παραθρια καὶ ἀκοστηκαν, μ' ὅλη τὴ βοὴ τοῦ Ντου, κἄτι φωνὲς ὄχι ἀνθρπινες· σἄν νὰ μογκριζε γελει, σἅν νἄσκουζε γουροῦνι, σἄν νὰ ρυζονταν λκος λυσσασμνος. Ἤτανε ἡ Σντα· τὰ ξεσκλδια ποῦ εἶχε γιὰ ροῦχα, τὰ σκρπαγε ὁ ἀγρας, καὶ τὸ κορμ της τὸ κατμαυρο σἄν τομρι ἀκατργαστο κυλινταν σχεδὸν ὁλγυμνο μεσ' στὸ χανδκι μὲ τὰ νερ, ἔσκαβε τὴ γῆ μὲ τὰ χρια της, γριζε πστομα καὶ δγκανε τὶς πτρες, ὅσο ποῦ τὸ χινι τὴν ἄσπρισε καὶ τὴν ἐσκπασε. Σὲ λγο ἔπαψε ὁ ἀρας καὶ τὸ χαλζι, καὶ μονχα χινι ἄφθονο μὲ λευκὲς παπλαμοῦδες σἄν ἄσπρα πουλιὰ ποῦ γυρζουν κοπδια στὴ φωλη τους, ἐσκπασε ὅλην τὴν πλι καὶ τὰ ξφυλλα δντρα καὶ τὰ λιβδια, καὶ τοῦ ἀνθρπου τὴν ἀθλιτητα καὶ τὴ σιχαμρα.
Ἡ πονετικὴ ἡ φιλαινδα μου κατβηκε νὰ κλεσῃ καλὰ τὴν πρτα καὶ τὰ παιδιὰ τοῦ σχολεου ἤρθανε σὲ λγο μὲ βλους ἀπὸ χινια, μὲ ξλα καὶ μὲ πτρες, ζητῶντας τὴ Σντα ....
Τὴν ἄλλη μρα, τὴν εἴδαμε πλι ὀρθ, νὰ τρχῃ μισοδιπλωμνη στοὺς δρμους μνα μακρὺ βρακὶ ἀπὸ ἰνδινα καὶ μἐκεῖνα τὰ μεγλα δντια, καὶ μαῦρο καὶ ἀργασμνο πρσωπο, ποῦ τὴν κνει ὅμοια μὲ λκον μᾶλλον παρὰ μὲ ἄνθρωπον, καὶ νὰ διακονεῃ ὅπως πντα:
- Μωρὴ κκκω μωρ, δμ μωρὴ ψωμ, γιατὶ πεινει τὸ σκυλλὶ ποὖβρε τὸ βλησδι κἔσφαξε τὸν ἄντρα μου μσα στὰ παιδι μου . . . .
Καὶ νὰ φεγῃ πρὶν πρῃ τὸ ψωμ.

ΚΛΕΑΝΘΗΣ
__________________________________

Γλωσσρι

1ο
βελσι = μλλινος επενδτης των γυναικν
κολονλος = συνταγματρχης
κασσαφρτε = χρηματοκιβτιο
στνει τα λυκοσδερα = στνει παγδες
απκου (απκο) = σε ετοιμτητα, σε επιφυλακ
ξαγνντισαν = δικριναν
κακομια = γονα απ λευκ σκουρο
χειρκτια = γντια

2ο
βλησδι = Εὕρημα, θησαυρς.
Γυμνῂ
Μὲ κοροδεεις.
Κοροδα.
Ἄς εἶναι, δὲν πειρζει.
Πολὺ ὡραα.
Πτωχ.
Οὕτω λγεται ἐν Ἠπερῳ ἡ μμμη, ἡ πενθερὰ καὶ πᾶσα σεβαστὴ γραῖα.
Συντηρῶ.
Τὸ πονηρὸς ἐν Ἠπερῳ προπαροξνεται.
δκα περπου μ. μ.
Ὑποψα.
Χαμηλὸς καναπὲς.
Σχεδὸν νπιον.
Τὸ ἐν τῇ λμνῃ τῶν Ἰωανννων.
Πετεινο.
Λιθαρκι.
Ἐν Ἰωανννοις λγεται παροιμιωδῶς ὁ στχος:
Ἐπσανε τὰ Γιννινα ἀπὸ τὴν περηφνεια
ποῦ φρεσαν καλὲς κακὲς τὰ λαγουριὰ φουστνια
Γυμν.
Οἱ χαιρετισμοὶ τῆς Θεοτκου.
Φαντζω, ἐπιδεικνομαι.
Ὑποψα
Ἀστυνομα.
Σδηρα, χειροπδαι.
Εἰσδημα.
Ψολογω=καταρῶμαι.
Εἶδος δημογροντος τοῦ χωρου.
Μὴ γνοιτο.
Θρυβος.
ριγμνα.
τὴν ἄρνησιν.
Κρῖμα.
Προκοπ.
τὸ πρω.
ἀλλξουν.
ἔρριψαν.
Πρω.
ἔμεινεν.
κακὴ εἱμαρμνη.
παννὶ Ἀμερικνικον.
ἐλυποθμησε.
δειλο.
ἔφιπποι χωροφλακες.
δυστυχισμνη.
Λεπτὸ χαλζι.
Φιλικὴ προσφνησις πρὸς γυναῖκα.

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers