-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

 

, : o, ,

                                              Εισαγωγ

     Πριν ξεκινσω το ρθρο οφελω να πω πω το συγκεκριμνο, δε θα μποροσα να το φτιξω, αν δεν εχα τρομερ βοθεια απ τη Μαρα Θαλασσιν (κατ κσμον Μαρα Αρκουλ), την οποαν ευχαριστ πρα πολ και της εκφρζω το βαθτατο σεβασμ μου! Επσης υπρχει πλον  και το ΓΛΩΣΣΑΡΙ του,  που μπορετε να το ανοξετε δπλα παρλληλα, στε διαβζοντας και βρσκοντας λξη γνωστη, να μπορετε να ανατρχετε εκε!

     Πρκειται για θρηνητικ τραγοδια που λγονταν παρ τη θρα του προσπου που παρατοσε το ταρι του, απ το διο το ταρι κι ταν να (κατ τα λεγμενα) σνηθες φαινμενο κατ την αρχαιοτητα! Αυτ συνθως, αν το εν λγω τομο δε μποροσε, παραγγελταν σε κποιον κποια ποιτρια της εποχς! Παρακτω θα παραθσω μερικ δεγματα, ττοιων ασμτων. Κατπιν λγα για τη Ρωμακ Ελεγεα, μιας κι η Αρχαα Ελεγεα χει δη καλυφθε.
     Καλν ανγνωση!                                              Π. Χ,


===========================


                                         Κμος γενικ:
     

    Ο κμος στην αρχαα Ελλδα ταν εορταστικ εκδλωση, ειδικ προς τιμ του θεο Διονσου. ταν εθυμη, παιχνιδιρικη, πλην μως τελετουργικ πομπ με συνοδεα μουσικς υπ τους χους κιθρας κι αυλο. Απ τους αρχαους χρνους αναφρεται ο κμος στις περιγραψς των ιεροτελεστιν με τραγοδι, χορ και μουσικ, ωστσο, χωρς ακμα να σχετζεται με τον Δινυσο. Το θιμο αυτ συναντται συχν μχρι και τους ρωμακος χρνους, οπτε και αρχζει να συνδεται στεν με τη λατρεα του Διονσου. Στην ελληνικ αγγειογραφα συναντται πολ συχν, αν και σχεδν πντα σε σχση με τον Δινυσο. τσι, στη πορεα του χρνου, ο κμος γνεται λο και πιο αναπσπαστο μλος των Διονυσων εορτν.
     Το παρακλαυσθυρον εναι σμα ερωτικς εγκατλειψης, το οποο συναντμε 1η φορ σε αρχαα ελληνικ ελεγειακ ποιματα επιγρμματα, που ο εραστς κλαει παρ την θρα (κλαει μπροστ στη πρτα) της αγαπημνης του αγαπημνου του, η (ο) οποα (ος) τον απορρπτει τον χει απορρψει κι αυτς προσπαθε να της (του) αλλξει γνμη. Συνθως ταν το... θμα, δεν μποροσε να γρψει στχους, τις παργγελνε σε κποιον κποια, που εχε αυτ την ικαντητα. Παρ' λο που οι αναφορς που υπρχουνε για τα σματα αυτο του εδους εναι πολλς, εν τοτοις τα σωζμενα παραδεγματα εναι λγα. Πντως το εδος αυτ των ποιημτων ανκει στην Ελεγειακ Ποηση.

-----=-----=-----=-----=-----

                                 γνωστης Αρχαας Ποιτριας

      Παρακλαυσθυρον

Ἐξ ἀμφοτρων γγονεν αἵρεσις, ἐζευγσμεθα•
τῆς φιλης Κπρις ἔστ' ἀνδοχος•
ὀδυν μ' ἔχει, ὅταν ἀναμνησθῶ ὡς κατεφλει
'πιβολως μλλων με καταλιμπνειν
ἀκαταστασης εὑρετς. Χὠ τὴν φιλην ἐκτικς
ἔλαβ μ' Ἔρως, οὐκ ἀπανανομαι,
αὐτὸν ἔχουσ ἐν τῇ διανοαι.
Ἄστρα φλα καὶ πτνια Νὺξ
συνερῶσ μοι παρπεμψον ἔτι με νῦν
πρὸς ὃν Κπρις ἔκδοτον ἄγει με
χὠ πολὺς Ἔρως παραλαβν.
Συνοδηγὸν ἔχω τὸ πολὺ πῦρ
τοὐν τῇ ψυχῇ μου καιμενον.
Ταῦτ μ' ἀδικεῖ, ταῦτ μ' ὀδυνᾷ•
ὁ φρεναπτης, ὁ πρὸ τοῦ μγα φρονῶν,
καὶ ὁ τὴν Κπριν οὐ φμενος
εἶνα μοι τοῦ 'ρᾶν αἰταν,
οὐκ ἤνεγκε νῦν τὴν τυχοῦσαν ἀδικην.
Μλλω μανεσθαι• ζῆλος γρ μ' ἔχει,
καὶ κατακαομαι καταλελειμμνη.
Αὐτὸ δὲ τοῦτ μοι τοὺς στεφνους βλε,
οἷς μεμονωμνη χρωτισθσομαι.
Κριε, μ μ' ἀφῇς ἀποκεκλειμνην•
δξαι μ' εὐδοκῶ, ζηλῶ δουλεειν.
Ἐπιμανῶς ἐρᾶν μγαν ἔχει πνον,
ζηλοτυπεῖν γὰρ δεῖ, στγειν, καρτερεῖν•
ἂν δ' ἑνὶ προσκαθῇ, μνον ἄφρων ἔσει,
ὁ γὰρ μονιὸς ἔρως μανεσθαι ποιεῖ.
Γνωσχ' ὅτι θυμὸν ἀνκητον ἔχω,
ὅταν ἔρις λβῃ με• μανομαι εἰ μονοκοιτσω,
σὺ δὲ χρωτζεσθ' ἀποτρχεις.
Νῦν δ’ ἂν ὀργισθῶμεν, εὐθὺ δεῖ καὶ διαλεσθαι.
Οὐχὶ διὰ τοῦτο φλους ἔχομεν οἳ κρινοῦσι τς ἀδικεῖ;
νῦν ἂν μὴ ἐπι[
ἐρῶ, κριε, τὸν [
Νῦν μὲν οὔθ’ ε[
πλτης ο[
δυνσομαι
Κοτασον, ἧς ἔχ[εις
ἱκανῶς σοῦ ἐν [
κριε, [
πῶς μ’ ἀ[φῇς
πρῶτς μ’ ἐπερ[ασας
κρι’, ἂν ἀτυχ[ῇ]ς, οὐ [
ὀπυασμεθα• ἐμῶν ..εδε[…. ἐπι-]
τηδεως αἰσθσθω μ..ταν [
Ἐγὼ δὲ μλλω ζηλοῦν τω [
δουλ….. τ’ ἄν• διαφοροῦ• ἢ
ἀνθρ[που]ς ἀκρτως θαυμζεις
με[      ]φ[ο]ρη• προσκου δ’ ὠ[
θαυ[μα             ὠ]χρην κατεῖδον ὁ
σχω[             ]τῳ τοιντα η ετυ[
κου[            ἐ]νσησα νηπα• σὺ δ, κρ[ιε,
καὶ [             ] [καταλελει]μμν[ην]  [     ]
λελλ[ηκ’ ἐγὼ      πε]ρὶ ἐμὴν [ ψυχν.

Δικ μου εκδοχ κατ' απδοση και παρφραση, παρακτω:

Με κοιν μας επιλογ και σμμαχο
την αγαπημνη Αφροδτη, γναμε ταρι.

Πον σα θυμμαι που με φιλοσες επμονα,
σκορπζοντας στο κορμ μου τσο γλυκει σγχυση,
εν εχες σκοπ να με παρατσεις
και να διαλσεις την αγπη μας.

Δεν αντιμχομαι πια τον ρωτα που νιθω.
Αγαπημνα στρα και νχτα δσποινα,
γλυκιο συνεργο, σφαλτα στελτε με σ' αυτν,
που κι η δια η Αφροδτη ρμαιο μ' οδηγε,
'κει, που ο μεγλος ρωτας περιμνει
να με τυλξει στα δεσμ του*.

Συνοδοιπρος μου η μεγλη φλγα
που καει τα σωθικ μου.

Ο λογοπλνος μαυλιστς του νου,
αυτς που πντα μεγαλοπιανταν,
αγνησε την αγπη μου
δχως να φρει βαρι
την αδικα που μου 'κανε.

Αυτ ειν' δικο για με και με πεθανει.
Οργζομαι!
Τρελανομαι!
Καγομαι, μονχη μου!
Αφντη του νου, της καρδις
και του κορμιο μου,
χρωμτισε πλι την δεια μοναξι μου!

Δξου με, που σου ζητω με χαρ,
να 'μαι δολα σου,
μη με παραμερζεις καρδα!

Μεγλη οδνη χει ο μανιασμνος,
χωρς ανταπκριση, ρωτας
κι οδηγε στη τρλλα.

Γιατ πρπει να υπομνει,
να καρτερ και να ψνεται
στις πρινες γλσσες της ζλειας.

Μθε πως σου 'χω απραντη
κι ακατανκητη οργ!

Τρελανομαι σα πλαγιζω
ολομναχη στο κρεβτι μας,
εν εσ αλλο δνεις και παρνεις χαρ!

μως δεν εναι σωστ να μαλσουμε,
γιατ θα πρπει να χωριστομε.

χουμε φλους να κρνουν
και να μας συμβουλψουνε για δκιο κι δικο.

λα μαζ να τους μιλσουμε, χαρ μου,
τμια, ξια, σωστ και λογικ,
αν κι ο ρωτας δεν χει λογικ!

Δες ρχοντ μου, πως μ' χεις καταντσει,
αν και καλ και πιστ θα σ' υπηρετοσα!

Τρα πια δε μπορ μτε λιγκι
στω να σε πλησισω, να σ' αγγξω!

Πς με παρατς τσι κρι μου,
συ που πρτος και τσον επιδξια με γετηκε;

Που πρτος διβης τις πλες
του νου και του κορμιο μου;

Ζηλεω και τους δολους ακμα
που σε πλησιζουν,
,τι κι αν σκφτεσαι μ' αυτ!

Ανητα παραξενεεσαι που λω πως θαυμζω
κενες που γνονται χαλκι
στα πδια των αγαπημνων τους!

Αρρστησα!
Χζεψα!
Κι εσ αφντη κι ρχοντ μου,
με πετς στην κρη,

παρ' λο που σε σνα πρτο,
για τη ψυχ μου μλησα...
 

 * ναστρη νχτα σφαλτα, δως με στην Αφροδτη
    ρμαιο να οδηγηθ στου ρωτα τη κρπτη.

     Το αρχαο αυτ 4στιχο, το λτρεψα με τη πρτη ματι κι αμσως ρχτηκα με μανα να το κμω μαντινδα. Το πλεψα χρνια και δεν αστειεομαι καθλου, μα τελικ το κατφερα μεν, αλλ δε μπορ να πω πως με εντυπωσασε το αποτλεσμα.

   Σημ: Πρκειται για να θρηνητικ τραγοδι που λεγταν παρ τη θρα του προσπου που παρατοσε το ταιρι του, απ το διο το ταρι κι ταν να (κατ τα λεγμενα) σνηθες φαινμενο κατ την αρχαιοτητα! Αυτ συνθως, αν το εν λγω τομο δε μποροσε, παραγγελταν σε κποιον  κποια ποιτρια της εποχς! Το πρωττυπο κεμενο θα το 'γραφα κι αυτ και μλιστα με χαρ μου, μα απαιτε ειδικ γραμματοσειρ που εδ δεν υπρχει και σγουρα πια δε την χω μτε γω.
     Εναι να πολ πλοσιο κεμενο με τρομερς εικνες και λξεις και για τη μετφραση-παρφραση του, ευθνομαι μνον εγω. Σε πολλ σημεα υπερβην τα εσκαμμνα για να 'χει μια κποια λογικ και κπως σημεριν ρο κι σως να μη τα κατφερα καλα. Σε κποια λλα επσης, υπρχαν κεν κι αναγκστηκα να τα ..."γεμσω" προσπαθντας να κρατηθ στην υφ, στη χροι και στο στυλ του κειμνου.
     Τ το σημαντικ βρσκω και γιατ το αναρτ; 
     Θα μποροσε να 'ναι να απλ συνηθισμνο (κατ κποιο τρπο) ραβασκι πως τσα και τσα λλα, μα δεν εναι κατ τη προσωπικ μου γνμη. Και τοτο γιατ το πθος, η εναλλαγ, οι εικνες, οι επικλσεις, οι φοβρες, η γλυκτητα κι εν γνει ,τι μα ,τι επικαλεται αυτ η γνωστη, αρχαα ποιτρια, μαρτυρ το ερωτικ πθος μ' να τρπο θαυμαστ. Τονε βρζει, τονε κατηγορε, τον εκλιπαρε, τον νοσταλγε, ζητ βοθεια, ζητ να γνει χαλ, θλει να τον ... "σκοτσει", επιχειρηματολογε, κατεβζει Θεος και ...δαμονες και ... και ... και ..  Κυκλοθυμικτητα, κατθλιψη και σχεδν στρεη θλψη, ρει σε κθε μα κθε φρση σα δκρυα ασταμτητα κι απαρηγρητα! 
     Λγοντς του λο αυτ αδειζει μ' λα σα λει και στο τλος αφνει τη φων της να σβσει, ξροντας πως δε πρκειται να καταφρει κτι και το σβσιμο αυτ μου ακογεται σαν νας λυγμς που πνγεται... αλλ παρασρομαι και ... καλλτερα ας μη πω λλα...

                                 Π. Χ.   Μρτης 2003

--------------------------------------------------------------------------

                                                        Θεκριτος

     Ο Θεκριτος (Συρακοσες 315 π.Χ.-260 π.Χ.) ταν νας απ τους σημαντικτερους ποιητς της Ελληνιστικς εποχς, πρωτοπρος της βουκολικς ποησης που νθισε περπου τον 3ο π.Χ αινα. Για τη ζω του Θεκριτου δε διαθτουμε πολλς πληροφορες, εν σα γνωρζουμε προρχονται κυρως απ το διο το ργο του. Πιθαντερη χρονικ περοδος γννησς του θεωρεται το 315 π.Χ. περπου, καθς η ακμ του συνπεσε με την 124η Ολυμπιδα (284-280 π.Χ.). Σχετικ με τον τπο καταγωγς του, μα ευρτερα αποδεκτ θερηση εναι πως γεννθηκε στις Συρακοσες, ποψη που φανεται να επιβεβαινεται και μσα απ το διο το ργο του (Ειδλλιο XXVIII, στ. 16-18). Θεωρεται επσης πολ πιθαν πως ζησε στην Κω, την Αλεξνδρεια καθς και στην Αγυπτο την περοδο του Πτολεμαου Β'.



     Ο Θεκριτος αναγνωρζεται ως νας απ τους σημαντικος ποιητς του αρχαου κσμου. Απ το σνολο του ργου του, διασθηκαν τριντα ποιματα, που αργτερα συγκεντρθηκαν κτω απ το γενικ ττλο Ειδλλια. Αμφιβολες χουν διατυπωθε και ως προς τη γνησιτητα 8 ειδυλλων και συγκεκριμνα για τα υπ'αριθμν 8, 9, 19, 20, 21, 23, 26 και 27. Ο ρος ειδλλια χρησιμοποιθηκε πιθανν λγω της μικρς κτασης των ποιημτων, αντθετα με τα πη. Επλλια δηλ. ειδλλια (αγλ.Idyls) μοιζουν με το πος, γιατ αφηγονται περιπτειες ηρων, αλλ εναι πολ πιο σντομα και πραγματεονται το θμα τους με φυσικτερο τρπο και πιο νετη διθεση. Κυρως ασχολονται με το δωρικ ρωα Ηρακλ (Ηρακλσκος, λας) και σ’ αυτ ανκει και το μεγαλτερο ποημα του Θεοκρτου, ο "μνος Εις Διοσκορους".
     Στο Θεκριτο αποδδονται επιπλον 16 επιγρμματα της Παλατινς Ανθολογας, πολλ απ τα οποα μως δε θεωρονται γνσια. Στη 2η κατηγορα των ποιημτων του κατατσσονται τα επιγρμματ του με τα οποα, πως και με εκενα του Καλλμαχου, το εδος αυτ φτασε στο υψηλτερ του σημεο κατα την Αλεξανδριν εποχ. Πολλ φανεται τι γρφτηκαν για πραγματικ περιστατικ κι αρκετ εκτς απ την ομορφι τους, εναι και πολ πνευματδη. Ξεχωρζει μια μαδα επιγραμμτων που φανεται να γρφτηκαν για να χαραχτον στη βση αγαλμτων ποιητν: Αρχλοχου, Ανακροντα, Ιππνακτα, Επχαρμου, Πεισνδρου απ τη Κμειρα. Μερικ, τλος φανονται σαν ελεγεες κι αναγγλουν τη λατινικ ελεγεα του Σξτου Προπρτιου.
     Σε μια 3η κατηγορα μπορον να περιληφθον τα υπλοιπα ποιματα του Θεκριτου: "παινοι" (π.χ. στον Ιρων Β’ των Συρακουσν, στον Πτολεμαο Φιλδελφο), συνοδευτικ δρων (Ηλακτη) κ.α, πως και το κομψ στιχουργικ παιχνδι η "Σριγξ", νας γρφος σε στχους που η κτασ του ποικλλει τσι, στε το κεμενο να μοιζει με απεικνιση του γνωστο ποιμενικο πνευστο, της φλογρας.
     Με το ποιητικ του ργο, ο Θεκριτος αποτλεσε τον ιδρυτ της αποκαλομενης και βουκολικς ποησης. Σε αρκετ ποιματα των "Ειδυλλων" η θεματολογα βασζεται στον ποιμενικ βο, εν τα υπλοιπα στηρζονται σε θματα μυθικο ερωτικο περιεχομνου, χωρς να απουσιζουν και μνοι ποιματα επικο χαρακτρα. Η γλσσα που χρησιμοποησε ο Θεκριτος ταν η δωρικ διλεκτος, αλλ συναντται επσης ιωνικ -κυρως σε ποιματα επικο φους- κι αιολικ. Σχεδν το σνολο των "Ειδυλλων" εναι γραμμνο σε δακτυλικ εξμετρο.
     Η επδραση της ποησης του Θεκριτου ταν σημαντικ και αρκετο μεταγενστεροι ποιητς μιμθηκαν το φος του. Θεωρεται εμφανς και στην ποηση του Βιργλιου, ειδικτερα στο ργο του Εκλογς ( Βουκολικ) και του Σξτου Προπρτιου.



                                                       ΣΟΥΔΑ

     ἔστι καὶ ἕτερος Θεόκριτος, Πραξαγόρου καὶ Φιλίννης, οἱ δὲ Σιμμίχου∙ Συρακούσιος, οἱ δέ φασι
Κῷον∙ μετῴκησε δὲ ἐν Συρακούσαις. οὗτος ἔγραψε τὰ καλούμενα Βουκολικὰ ἔπη Δωρίδι διαλέκτῳ. τινὲς δὲ ἀναφέρουσιν εἰς αὐτὸν καὶ ταῦτα∙ Προιτίδας, Ἐλπίδας, Ὕμνους, Ἡρωΐνας, Ἐπικήδεια μέλη, ἐλεγείας καὶ ἰάμβους, ἐπιγράμματα. ἰστέον δὲ ὅτι τρεῖς γεγόνασι Βουκολικῶν ἐπῶν ποιηταί, Θεόκριτος οὑτοσί, Μόσχος Σικελιώτης καὶ Βίων ὁ Σμυρναῖος, ἔκ τινος χωριδίου καλουμένου Φλώσσης.

                     ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ

Ἄλλος ὁ Χῖος∙ ἐγὼ δὲ Θεόκριτος, ὃς τάδ᾽ ἔγραψα,

εἷς ἀπὸ τῶν πολλῶν εἰμὶ Συρηκοσίων,
υἱὸς Πραξαγόραο περικλειτῆς τε Φιλίνης,
μοῦσαν δ᾽ ὀθνείην οὔτιν᾽ ἐφελκυσάμην.
---------

παρνθετος παραλληλισμς

      Το Πρτο Σκαλ

Εις το Θεκριτο παραπονιονταν
μια μρα ο νος ποιητς Ευμνης:

«Τρα δυο χρνια πρασαν που γρφω
κι να ειδλλιον καμα μονχα.
Το μνον ρτιν μου ργον εναι.
Aλλομονον, εν' υψηλ το βλπω,
πολ υψηλ της Ποισεως η σκλα,
κι απ’ το σκαλ το πρτο εδ που εμαι
ποτ δεν θ’ ανεβ ο δυστυχισμνος

Επ' ο Θεκριτος: «Aυτ τα λγια
ανρμοστα και βλασφημες εναι.
Κι αν εσαι στο σκαλ το πρτο, πρπει
νσαι υπερφανος κι ευτυχισμνος.
Εδ που φθασες, λγο δεν εναι,
τσο που καμες, μεγλη δξα.

Κι αυτ ακμη το σκαλ το πρτο
πολ απ τον κοιν τον κσμο απχει.
Εις το σκαλ για να πατσεις τοτο
πρπει με το δικαωμ σου να 'σαι
πολτης εις των ιδεν την πλι.
Και δσκολο στην πλι εκενην εναι
και σπνιο να σε πολιτογραφσουν.

Στην αγορ της βρσκεις Νομοθτας
που δεν γελ καννας τυχοδικτης.
Εδ που φθασες, λγο δεν εναι,
τσο που καμες, μεγλη δξα

Κωνσταντνος Καβφης

----------------------------------------------------------

                     Ειδλλιο 3.23

ντρας στα φλτρα τ’ ρωτα χαμνος, πθησ' φηβο
καρδο, ωραο στη θωρι, στο χαρακτρα σκρτο.
Μισοσε που ποθοσε τον, γιατ δεν ταν τρυφερς,
δεν ξερε τον ρωτα, μα και τη δναμ του,
οτε τα βλη που κρατ πως σου τρυπνε τη καρδι.
ταν στα λγια αγροκος κι νθρωπος σκληρς.

Καμμι παρηγορι με φλγα, καννα τρμισμα ματιο,
κανν στα χελια του φιλ, που πθη ανακουφζει.
πως τ’ αγρμι του βουνο τους κυνηγος λοξ θωρε
τσι τον εραστ, μ’ γρια χελη, βλμμα τρομερ
και με χολ στο πρσωπο, κκκινο απ το θυμ.

Μ’ ακμα κι τσι, μορφος τανε κι η οργ του
ερθιζε τους εραστς, το δχως λλο.
Κι τσι δεν ντεξε στη φλγα της Κυθρειας
και πγε κι κλαψε στο ανελητο σπτι,
και το κατφλι φλησε κι επε τοτα τα λγια:

"γριο αγρι κι σπλαγχνο, θρμμ’ γριας λιονταρνας,
που ‘χεις μια πτρα στη καρδι, ανξιε της Αγπης,
τοτα τα δρα δξου τα, που φρνω τα στερν μου,
το βρχο μου αγρι μου γιατ λλο πια δε θλω
να σε λυπ με μνανε και πια παρνω τη στρτα,
που συ με καταδκασες να πρω, και που λνε,
πως εν’ κοιν για λους μας, εμς τους ‘ρωτευμνους
κι εναι και φρμακο καλ, που φρνει και τη λθη.

Μα αλμονο ακμα κι λο μχρι τλους να ρουφσω,
πλι τον πθο μου για σε, δε πρκειται να σβσω.
Και τρα λος χαρομαι στη θρα τη δικ σου,
γνωρζοντας πολ καλ το μλλον μου μαζ σου.
Και τ’ μορφο το ρδο, το μαρανει ο χρνος
κι λα τα μορφα γοργ την νοιξη γερννε,
λευκ εναι το κρνο, μα σα πσει κιτρινζει,
σπρο το χινι μα ταν πσει χμω λυνει,
κι η ομορφι εν’ μορφη μα δε κρατ πολ.

Θα ‘ρθει και κενος ο καιρς κι συ θε ν’ αγαπσεις
κι σως κι εσ καμμνος στη καρδι, πικρ να κλψεις.
μως αγρι μου μια τελευταα χρη σου ζητ,
αν ξω βγεις και με ιδες κρεμασμνο στο κατφλι,
τον δυστυχ εμνανε να μη με προσπερσεις.

Στσου λιγκι, κλψε με, μια στλα μνο στξε
σπονδ στερν και λσε με απ’ το σχοιν μου πνω
ντσε με με τα μλη σου και κρψε το κορμ μου
με κποια απ’ τα φορματα, που φραγες δικ σου
κι να φιλ, για μια στερν φορ, δς μου στα χελη.

Μη φοβηθες, γιατ νεκρο πς να σε βλψει το φιλ;
Και φναξ με τρεις φορς: ‘Αγαπημνε εσαι νεκρς’.
Χμα σκψε και θψε με, ‘με και τον ρωτ μου
κι αν θλεις πλι, φναξε: ‘Πει ‘χθη ο καλς μου’!
Γρψε κι αυτ το επγραμμα στον τοχο σου, που γρφω":

ΤΟΥΤΟΝ Ο ΕΡΩΣ ΣΚΟΤΩΣΕ,
ΔΙΑΒΑΤΗ ΛΙΓΟ ΣΤΣΟΥ,
ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΤΟΥΤΑ ΜΟΝΟ ΠΕΣ:
"ΑΚΑΡΔΟΝ ΕΙΧΕ ΤΑΙΡΙ"

Κι πειτα, που ‘πεν λ’ αυτ επρε μια κοτρνα,
πνω στη πρτα δεσε χοντρ να σχοιν,
και τη θηλει επρασε τριγρω στο λαιμ του,
κλωτσ τη πτρα δυνατ και βρκε το χαμ του.

Εκενος σαν την νοιξε και βρκε το χαμνο,
μηδ’ η καρδι του λγισε, μτε το δκρυ βγκε,
του λρωσε, του φτυσε τα ροχα που φοροσε,
και πως καθημεριν πγε στ’ αθλματ του
και στα λουτρ ασυγκνητος μετ’ απ κει, εμπκε.

Μα ο Θες τα εδ’ αυτ, τ’ τιμα δε χωνεει
πετχτηκ’ απ’ το πτρινο κατφλι στα γερ
και πνω του σαν γαλμα ρχτηκε με μανα
και σκτωσε τον ασεβ κι ανξιο νεανα.
Το δωρ 'βφτη κκκινο και ττενες ακοστη
απ το νο, Θεο φων να βγανει βροντερ:

Χαρετ' ερωτευμνοι,
ο που μισοσε, πθανε,
οι που μισε’ λατρψτε,
γιατ Θες σας κρανει!

             Ειδλλια, Κμος ΙΙ

Για την Αμαρυλλδα μου θα πω να τραγουδκι
κι οι γδες βσκουν στο βουν κι ο Ττυρος τις βσκει.
Βσκε τις γδες, Ττυρε, και φρε τες στο ρμα
κι χε το νου στο Λιβυκ και στο βαρβτο τργο,
τον τργο τον ξανθμαλλο, να μη σε κουτουλσει.

Πς δεν προβλλεις στη σπηλι να με καλσεις ν ᾽ρθω;
Μ᾽ εχθρεεσαι το δστυχο, γλυκι μου Αμαρυλλδα,
μπως τχα απ κοντ με βρσκεις πλατομτη;
Αμαρυλλδα αγπη μου, με κνεις να μαδσω
τ᾽ ολδροσο στεφνι αυτ που ᾽'χω για σνα πλξει
μ᾽ ευωδιασμνα σλινα και με μπουμποκια κστου*.

Αλμον μου! δε μ᾽ ακος; τ χω να πθω ο μαρος!
Ν, δκα μλα σου ᾽φερα· τα ᾽κοψα κει που μου ᾽πες·
ν, δκα μλα, και ταχι θενα σου φρω κι λλα.
Αχ! κοταξε τον πνο μου: Πς θελα να γνω
βομβολαλοσα μλισσα και ν ᾽ρθω στη σπηλι σου,
μες στον κισσ σου να χωθ, στη φτρη που σ᾽ ισκινει.

Τρα τον ρωτα νιωσα· σκληρς θες· λιοντρι
τον βζαξε κι η μνα του τον θρεψε στο λγγο.
Βαθι-βαθι ως τα κκαλα με κατακαει εκενος.
σο η ματι σου εναι γλυκι, τσο η καρδι σου πγος·
αχ! μαυροφρδα δξου με κι να φιλκι δσ᾽ μου.
Και τα φιλκια μοναχ χουν κι εκενα γλκα.

Θα βγλω τη φλοκτη μου στα κματα να πσω
απ το βρχο που ο ψαρς παραμονεει τνους·
κι αν δεν πεθνω, μως κι αυτ θενα σ᾽ ευφρνει εσνα
Το ξρω πως δε μ᾽ αγαπς· θλοντας να το μθω,
κρουσα μες στη φοχτα μου της παπαρονας φλλο
κι εκενο απομαρθηκε χωρς να κνει κρτο.

Μα κι η κοσκινομντισσα η σταχολγα η Γραω
κι αυτ που την ερτησα αληθιν μου το ᾽πε
πως εμ᾽ εγ τρελς για σε και συ δε με λογιζεις.
Φυλω για σνα κτασπρη και διπλομνα γδα,
που την ζητ η μελαχριν του Μρμνωνα δουλετρα·
σαν δε με καταδχεσαι σ᾽ αυτν θα τη χαρσω.

Παζει το μτι μ᾽ το δεξ· μπως την ανταμσω;
Θα γερω δπλα στη φτελι και θενα τραγουδσω
κι σως γυρσει να με δει· δεν εναι δα απ πτρα.
Την Αταλντη θλοντας να πρει ο Ιππομνης,
παρβγηκε στο τρξιμο κι εχε στα χρια μλα,
κι ευθς τον ερωτεθηκε μλις τον εδ᾽ εκενη.

ταν στην Πλο ο Μλαμπος φερε το κοπδι
απ την θρυ, γειρε στην αγκαλι του Βα
η ωραα Πειρ, της γνωστικς Αλφεσιβοας η μνα.
Και μπως τχα ο δωνις, μες στα βουν τσοπνης,
δε μγεψε τσο τρελ την μορφη Αφροδτη
που και νεκρ στον κρφο της σφιχτ τον εκρατοσε;
Μα και τον Ενδυμωνα ζηλεω που εκοιμθη
τον πνο τον αξπνητο· και τον Γιασων᾽ ακμα,
που απλαψε σα δεν μπορον οι αμθευτοι ν᾽ ακοσουν.

Πονε μου εμνα η κεφαλ κι εσνα δε σε μλει.
Θα πψω το τραγοδι μου και θενα πσω χμω
ν ᾽ρθουν οι λκοι να με φαν για να χαρε η καρδι σου.
Μέλι σου γίνει ο χαμός, γλυκό-γλυκ, στο στόμα.

                  Θρσις Ωδ

Γλυκ θροε η κουκουναρι στης ρεματις το πλι,
μως και συ, γιδοβοσκ, γλυκει φλογρα παζεις·
δρο σου πρπει δετερο, στερ' απ τον Πνα.
Αν τργο θα διλεξη αυτς, εσ θα πρης γδα,
μα αν μως γδα πρη αυτς, βετολα εσνα πφτει·
κ' ενε καλ το κρας της ωστου την αρμξης.

Γιδοβοσκς
Βοσκ μου, το τραγοδι σου γλυκτερο εν' ακμα
κι απ' το νερ που ηχολογ στζοντας απ' το βρχο.
Αν προβατνα προυνε για δρο τους οι Μοσες,
θα πρης το μαννρι εσ· κι αν πλι της αρση
να προυν το μαννρι αυτς, συ παρνεις προβατνα.

Θρσις
Κθεσ' εδ, γιδοβοσκ, να παξης τη φλογρα;
σο θα παζης, ξνοιαζε, σου βσκω εγ τα γδια.

Γ.
Δεν πρπει σε καννα μας να παζη τη φλογρα
τρα καταμεσμερα· φοβμαστε τον Πνα.
Την ρ' αυτ κατκοπος απ' το πολ κυνγι
κοιμται κι αναπαεται· κι ενε πικρς, αλθεια,
ενε πικρς και πντα του στζει χολ απ' τη μτη.

Μα, Θρσι, εσ που τραγουδες τα βσανα του Δφνι
και πρκοψες στο γλυκερ βουκολικ τραγοδι,
λα απ κτω απ' τη φτελι κοντ μου να καθσης,
αγνντια εκε στον Πραπο κι αντκρυ στις Νεριδες
πονε τσοπνικο σκαμν, βελανιδις το ισκινουν·
κι αν τραγουδσης μορφα σαν την ημρα εκενη
που στο τραγοδι ενκησες το Χρμι απ' τη Λιβα,
μι γδα διπλομννα εγ σου τζω να σου δσω
να την αρμξης τρεις φορς, ποχει τα δυο κατσκια
και πντα την αρμγουνε μσα σε δυο καρδρες.
Και θα σου δσω και βαθ ποτρι με δυο χρια
πουν' αλειμμνο με κερ κ' ενε καινοργιο τσο,
τσο καινοργιο που θαρρες μυρσει το γλυφνι.

Απνω απ τα χελη του πλκη κισσς κλωνρια,
κισσς μαζ μ' ελχρυσο· του ελχρυσου η ψαλδα
στρφεται καμαρνοντας τον κροκωτν ανθ της.
Μσα, γυνακα που θεο την χουν ζωγραφσει,
με μια κορδλλα στα μαλλι και ππλο απ τεχντη.
Απ τη μι της τη μερι κι απ' τη μερι την λλη
δυο νδρες με πολλ μαλλι λογομαχον για δατη.
μως εκενη ακοοντας δεχνει πς δεν τη νοιζει·
και πτε με χαμγελο θωρε απ 'δω τον να,
πτε στον λλο η πονηρ στρφει το νου της πλι.
Κι αυτο ερωτοχτυπομενοι με βουρκωμνα μτια,
χνουν τους κπους δικα, κακοπαθον του κκου.

Παρκει γροντας ψαρς σε ριζολθι απνω
σρνει με βα το δχτυ του, να μεγλο δχτυ,
και μοιζει και στη δναμι με κουρασμνον ντρα.
Λες και ψαρεει μ' λη του τη δναμι στα χρια·
πρσκονται γρω ολγυρα του σβρκου του τα νερα
και μοιζει νιος στη δναμι κι ας ενε κι ασπρομλλης.

Κοντ-κοντ στο γροντα το θαλασσοδαρμνο.
εν' ν' αμπλι με πυκν και κκκινα σταφλια
που το φυλ μικρ παιδ στο φρχτη καθισμνο.
Στ 'να πλευρ του μι αλεπο, στ' λλο πλευρ του μι λλη·
χνετ' η μι στα κλματα και τα τσαμπι αφανζει,
η λλη πει με πονηρι κρυφ προς το ταγρι
ωσν να λη και στο παιδ πς δεν θε να 'συχση
αν δεν τ' αφση νηστικ κι αν δεν του φη ,τ' χει.
Κρατε σφερδοκλια το παιδ και δνει τα με σκονο
και τα σφερδοκλια δνοντας ακριδοπιστρα πλκει·
και μηδ τσο νοιζεται γι' αμπλι και ταγρι
ση χαρ χει μσα του γι' αυτ το πλξιμο του.

Στρνονται φλλ' απερουνις τριγρω στο ποτρι·
μεγλο θμμα αληθιν που το μυαλ ξιπζει.
Απ 'να Καλυδνιο τ' αγρασα βαρκρη
κι δωκα γδα κι δωκα κι να κεφαλοτρι·
δεν τ' γγιξα στα χελη μου κι απρθενο απομνει.

Θα σου το δσω με χαρ και μ' λη την καρδι μου
αν θα θελσης να μου πης το πιο γλυκ τραγοδι.
Και δε θα σε γελσω εγ. λα, καλ μου, πες το·
στον δη δε θα το φυλς, γιατ' λα εκε ξεχνιονται.

Θ.
Αρχστε, Μοσες μου καλς, βουκολικ τραγοδι.
Ο Θρσις απ' την Ατνα εγ κι αυτ η φων του Θρσι·
Πο στε αν μαρανονταν ο Δφνις, που κι οι Νμφες;
Στου Πηνειο τις λαγκαδις, στου Πνδου τα λαγκδια;
Μηδ στης Ατνας τη κορφ μηδ στο ρμμα του κι.

Αρχστε, Μοσες μου καλς, βουκολικ τραγοδι.
Εκενον τον εθρνησαν και λκοι και τσακλια
εκενον και τον κλαψε στο λγγο το λιοντρι.

Αρχστε, Μοσες μου καλς, βουκολικ τραγοδι.
Βδια πολλ στα πδια του, ταροι πολλο θρηνοσαν,
πολλς 'γελδες και πολλς πολλς δαμαλοπολες.

Αρχστε, Μοσες μου καλς, βουκολικ τραγοδι.
Κατβη πρτος ο Ερμς απ' το βουν και: «Δφνι,
ποις τσο σε καττρεξε, ποιν αγαποσες τσο»;

Αρχστε, Μοσες μου καλς, βουκολικ τραγοδι.
ρθαν βουκλοι κι ρθανε γιδοβοσκο τριγρω
κι αναρωτοσαν λοι τους σαν τι κακ χει πθει.
ρθε κι αυτς ο Πραπος, ρθε κι εκενος κι επε:
«Πς τσι απομαρανεσαι, δυστυχισμνε Δφνι;
Η κρη εκενη π' αγαπς περνοδιαβανει τρα
σε βρσες με τα κρα νερ και σε πυκν λαγκδια.
Τις γδες πο βατεονται γιδοβοσκς θωρντας
λιγνεται απ' τη ζλεια του που δεν εγνη τργος».

Αρχστε, Μοσες μου καλς, βουκολικ τραγοδι.
«Τι σε ζαλζω ; χεις εσ δυστυχισμνη αγπη.»
Αρχστε, Μοσες μου καλς, βουκολικ τραγοδι.
«Και συ θωρντας τα μορφα κορσια να γελνε
λιγνεσαι απ' τη ζλεια σου που δεν τα συντροφεεις».

Μοσες, και πλι αρχσετε βουκολικ τραγοδι.
ρθεν ακμα κ η γλυκει και γελαστ Αφροδτη
κι ταν στην ψη γελαστ, μα δολερ η καρδι της·
κι επε : «Καυχσουν πς λυγς τον ρωτα συ, Δφνι,
μα ο τρομερς ο ρωτας σ' ελγησεν εσνα».

Μοσες, και πλι αρχσετε βουκολικ τραγοδι.
Κι αυτς της αποκρθηκε : «Απνθρωπη Αφροδτη,
πο σε μισον οι νθρωποι κι οργζονται μαζ σου·
λες τχα να φοβμαστε πργματα τιποτνια;
α! και νεκρς τον ρωτα θα τυραγνη ο Δφνις».

Μοσες, και πλι αρχσετε βουκολικ τραγοδι.
«Σρε να βρς τον δωνι, τον μορφο δων σου,
σρε στην δη να τον βρης που βσκει το κοπδι.

{... λεπει μρος}

Και κνε και παλληκαρις μπροστ στο Διομδη
λγοντας πς ενκησες το Δφνι το βουκλο».

Μοσες, και πλι αρχσετε βουκολικ τραγοδι.
«Λκοι, τσακλια, αφνω γεια. κι αφνω γεια και πλι,
αρκοδες πο φωλιζετε μες σε σπηλις βουνσιες·
ο Δφνις ο βουκλος σας δε θνε πια σε λγγους,
δε θνε σε λαγκδια πια, δε θνε πια σε δση.
Αρθουσα, σ' αφνω γεια κι αφνω γεια, ποτμια».

Μοσες, και πλι αρχσετε βουκολικ τραγοδι.
«Ω Πν, ετε στ' ατλειωτου Λυκαου τα κορφοβονια,
ετε στου Μαινλου γυρνς τα πυκνωμνα δση,
παρτησε της ξακουστς Ελκης τ' ακρωτρι
και του Λυκαονδη εκε παρτησε το μνμα,
αυτ που ακμα κι οι θεο θωρντας το θαυμζουν,
κι λα σε τοτο το νησ της Σικελας, λα»

Πψετε, Μοσες, πψετε τ' αγροτικ τραγοδι.
«λα και πρε, βασιλι, τοτη μου τη φλογρα
πον' μορφη, γλυκφωνη και με κερ δεμνη,
γιατ απ' τον τσον ρωτα στον δη κατεβανει
ο Δφνις που τα βδια σου βσκει εδ πρα, ο Δφνις
που τις δαμαλοπολες σου, τους ταρους σου ποτζει».

Πψετε, Μοσες, πψετε τ' αγροτικ τραγοδι.
«Βτοι κι αγκθια, τρα σεις βγλετε μενεξδες
και συ, ζιμπολι, στλισε τ' αγκαθωτ βοτνια,
οι καρπες κουκουναρις ας κνουν τρ' αχλδια,
τρα τα λφια, θαρρετ, ας κυνηγον τους σκλους
και τρα οι κοκοι ας κελαδον τ' αηδνια να σωπανουν
κι λα ας αλλξουνε στη γη μι που πεθανει ο Δφνις».

Πψετε, Μοσες, πψετε τ' αγροτικ τραγοδι.
Αυτ επ' ο Δφνις κι πεσε, κι δραμ' η Αφροδτη .
κι δραμε κι εδοκμασε να τον ανασηκση·
μα της ζως του τη κλωστ την εχαν κψει οι Μορες
και τον επρε αγριστα του χρου το ποτμι,
το Δφνι που τον στεργαν Μοσες και Νμφες λες.

Πψετε, Μοσες, πψετε τ' αγροτικ τραγοδι.
Και συ, καλ γιδοβοσκ, δσε μου το ποτρι,
δσε μου και τη γδα σου να την αρμξω τρα,
να στξω απ το γλα της πρτα σπονδς στις Μοσες.

Μοσες, σας χιλιοχαιρετ και για 'δικ σας χρι
λλη φορ γλυκτερα θα ξανατραγουδσω.

Γ.

Θρσι, τ' μορφο στμα σου νναι γιομτο μλι,
σκα γλυκ του Αιγλεω τα χελη σου να ευφρανουν
γιατ περνς το τζτζικα στο πιο γλυκ τραγοδι.
Να το ποτρι θαμασε πσο καλ μυρζει·
λες και στις βρσες των Ωρν εναι μοσχοπλυμνο.
λα κοντ, Κισσαθα μου· και συ ρμεξε τη τρα.
Και σεις οι λλες γδες μου για μη χοροπηδτε,
γιατ' εν' ο τργος τοιμος να σας καβαλλικψη.

                   Φαρμακετριαι
Α'
Θστυλι, πουν' οι δφνες μου και που τα μαγικ μου;
Με πρβειο κκκινο μαλλ στλισε τη λεκνη,
αυτν που με βαρθηκε να τον μαγψω πλι.
Δδεκα μρες πρασαν, οτ' ρθε κι οτ' εφνη,
οτε και ξρει ο καρδος αν ζομε αν δε ζομε,
οτ' κρουσε την πρτα μου δδεκα 'μρες τρα.
! δχως λλο ο ρωτας κι η πονηρ Αφροδτη
θα του σηκσαν το μυαλ κι πιασεν λλη αγπη.
Ταχυ θα πω να τνε βρω μονχη στην παλαστρα
και θα του παραπονεθ για σα κακ μου κνει.

Τρα μ' ευωδιαστος καπνος θε να του κνω μγια.
Σελνη, αθρυβη θε, φγγε γλυκ και λμπε·
στα μγια πρν καταπιαστ θα τραγουδσω εσνα
και την Εκτη πορχεται μες απ' της γης τα σπλχνα
και τριγυρν στα μνματα και την φοβονται οι σκλοι.
! χαρε, Εκτη τρομερ, παρακαλ σε, Εκτη,
συντρφεψε και βηθα μας απ' την αρχ ως το τλος
και κνε και τα μγια μας μοια μ' αυτ της Κρκης,
καττερα να μη γενον απ' της Μηδεας τα μγια
μηδ' απ' τα μγια της ξανθς εκενης Περιμδης.

Φρε τον, σουσoυρδα1 μου, τον ντρα μου στο σπτι.
Για σνα αλερι στη φωτι θα ρξω πρτα-πρτα.
Θστυλι, σκορπ το λοιπν. μοιρη, πον' ο νους σου;
Σιχαμερ εμαι τχα εγ και περιγλιο μ' χεις;
σκρπα και λγε αυτ: «σκορπ τα κκκαλα του Δλφι».

Φρε τον, σουσoυρδα μου, τον ντρα μου στο σπτι.

Ο Δλφις μου με πκρανε· δφνη γι' αυτν θα κψω
κι πως η δφνη στη φωτι κροταλιστ θα σκση
και θε ν' ανψη στη στιγμ και σταχτ δε θ' αφση
τσι κι ο Δλφις να κα στου πθου μου τη φλγα.

Φρε τον, σουσoυρδα μου, τον ντρα μου στο σπτι.

πως ετοτο το κερ μεσ' στη φωτι το λεινω
τσι κι απ τον ρωτα να λειση ευθς κι ο Δλφις·
κι πως αυτ τη ρδα μου γυρζει η Αφροδτη
τσι κι αυτς να τριγυρν στην πρτα τη δικ μου.

Φρε τον, σουσoυρδα μου, τον ντρα μου στο σπτι.
Τρα θα κψω πτουρα κ η ρτεμι ας μαλξη
και το διαμντι το σκληρ και κθε στριο λλο.
Θστυλι, κου τα σκυλλι στην πλη πς γαυγζουν
θνε στους δρμους η θε και θα περιδιαβανη.
Κροσε μιαν ρ' αρχτερα την χλκινη τη λμα.

Φρε τον, σουσουρδα μου, τον ντρα μου στο σπτι.
Οι νεμοι καταλγιασαν, ησχασε κι ο πντος,
ο πθος μεσ' στα στθια μου ποτ δεν ησυχζει,
μα καω και φλγομαι γι' αυτν, που μ' κανε τη μαρη,
αντ γυνακα του σωστ, γυνακα ντροπιασμνη.

Φρε τον, σουσουρδα μου, τον ντρα μου στο σπτι.
Στζοντας τρεις φορς σπονδς τρεις φορς ττοια κραζω:
Μ' ποια γυνακα τρ' αυτς ερωτικ πλαγιζει,
τσο να την απαρνηθ, σο ο Θησας στη Νξο
την Αριδνη αρνθηκε την ομορφομαλλοσα.

Φρε τον, σουσουρδα μου, τον ντρα μου στο σπτι.
Στην Αρκαδα τη δασωτ φυτρνει να χορτρι,
το τρνε και τρελλανονται κι αλγα και φορδες
κι ορμον και παρνουν τα βουν και τρχουνε με λσσα.
τσι το Δλφι να τον 'δω ν' αφση την παλαστρα
κι τσι με λσσα σαν τρελλς στο σπτι μου να δρμη.

Φρε τον, σουσουρδα μου, τον ντρα μου στο σπτι.
Τοτο το κουρελπανο του Δλφι τχω πρει,
κι εν' απ' το γρο χαμηλ της χλανας του κομμνο·
το ξανω και τα νματα μεσ' στη φωτι τα ρχνω.
χ! ρωτα σκληρκαρδε, γιατ μοχεις ρουφξει
λο το αμα της καρδις σαν απ' τη λμνη αβδλλα;

Φρε τον, σουσουρδα μου, τον ντρα μου στο σπτι.
Σαρα θα κψω στη φωτι και θα την κνω σκνη
κι να πιοτ, κακ πιοτ ταχυ θε να σου φρω.
Πρε τα μγια, Θστυλι, πρε τα μγια τρα
και την κορφ της πρτας του σρε μ' αυτ ν' αλεψης
και λγε ψιθυρζοντας: «τα κκκαλ του αλεφω.»

Φρε τον, σουσουρδα μου, τον ντρα μου στο σπτι.

Β'
Τρα, πομεινα μνη μου, τον ρωτα μου ας κλψω.

Ποθε ν' αρχσω να θρην, ποις μου τον χει φρει;

Κανιστροφρα η Αναξ, η κρη του Ευβολου
στο λγγο της Αρτμιδος μας εχεν ρθει ττε·
θερι την ετριγριζαν και θηλυκ λιοντρι.

Πες μου, Σελνη, πες μου το πς μο 'γεννθ' η αγπη.
κι η παραμννα η μοιρη του Θευχαρδη, που ταν
το σπτι της στο σπτι μου κοντ, πρτα με πρτα,
με θερμοπαρακλεσε να πω στο πανηγρι·
κι η δλια εγ ξεκνησα να πω ν' ακλουθσω
φορντας το ξανθλινο κι μορφο φρεμ μου
και στολισμνη με τ' αχν της Κλεαρστας ππλο.

Πες μου, Σελνη, πες μου το πς μο 'γεννθ' η αγπη.
Στο δρμο, μλις φθασα στου Λκωνα το σπτι,
μαζ με τον Ευδμνιππο εδα το Δλφι εμπρς μου·
ξανθτερ' απ ελχρυσο εχαν κι οι δυο τα γνεια
κι εγυλιζαν τα στθια των πειτερ' απ' τη Σελνη,
δεχνοντας πς εγριζαν μλις απ' την παλαστρα.

Πες μου, Σελνη, πες μου το πς μο 'γεννθ' η αγπη.
Τον εδα κι ετρελλθηκα κι ναψεν η καρδι μου,
ξεθριασεν η ψη μου κι σβυσ' η ομορφι μου,
κι οτ' νοιωσα τι γνηκε στο πανηγρι εκενο
οτε και ξρω η δστυχη πς γρισα στο σπτι·
μα κποια αρρστια πρινη λλαξε τη θωρι μου
κι μουν δκα μερνυχτα πεσμνη στο κρεββτι.

Πες μου, Σελνη, πες μου το πς μο 'γεννθ' η αγπη.
Συχν - πυκν το χρμα μου κιτρνιζε σα θρψος,
πεφταν αναρθμητες της κεφαλς μου οι τρχες
κι εκλλησε το δρμα μου στα κκκαλα μου απνω.
Και που δεν πγα η δστυχη γυρεοντας να γινω,
και ποι γερντισσ' φησα που ξρει να ξορκζη;
Τποτα δε μ' αλφραινε κι λειωνα με το χρνο.

Πες μου, Σελνη, πες μου το πς μο 'γεννθ' η αγπη.
κι εκλεσα τη σκλβα μου κι νοιξα την καρδι μου.
«Θστυλι, βρες μου γιατρικ στη φοβερ μου αρρστια.
Ο Δλφις την ταλαπωρη λη δικ του μ' χει·
»μα στην παλαστρα πγαινε και παραμνευε τον·
»εκε συχν πηγανει αυτς, εκε τ' αρσει νναι».

Πες μου, Σελνη, πες μου το πς μο 'γεννθ' η αγπη.
«Κι ταν μονχο τον ιδς γνψε του να σιμση,
και πες του πς τονε καλ και φρε τον στο σπτι».
τσ' επαμε· κι επγε αυτ και μοφερε το Δλφι,
κι εγ μλις τον νοιωσα κι εγ μλις τον εδα
να διασκελζη ανλαφρα της πρτας το κατφλι,
-πες μου, Σελνη, πες μου το πς μου 'γεννθη η αγπη-
μου 'πγωσ' λο το κορμ πειτερο κι απ' το χινι
κι σταζ' ιδρτας φθονος απ το μτωπο μου
σαν τη δροσολα της νοτις, κι εκπηκι η φων μου
και δε μ' απμεινε φων μηδ' ση χει το βρφος
που ψιθυρζοντας καλε τη μννα του στον πνο·
κι ενκρωσαν τα μλη μου σαν της κερνιας κοκλας.

Πες μου, Σελνη, πες μου το πς μο 'γεννθ' η αγπη.
Και μλις μ' εδε ο πονος χαμλωσε τα μτια
και στο σκαμν εθρονιστηκε και ττοια λγια μοπε:
«Πρλαβες και μ' εκλεσες στο σπτι σου, Σιμαθα,
πως εγ στο τρξιμο πρλαβα το Φιλνο.»

Πες μου, Σελνη, πες μου το πς μο 'γεννθ' η αγπη.
«μως λογριαζα κι εγ νρθω τη νκτ' απψε,
μ το γλυκ τον ρωτα, μαζ μ' λλους μου φλους,
κρβοντας μσ' στον κρφο μου γλυκμηλα του Βκχου
»κι να στεφνι ολγυρα στην κεφαλ φορντας,
»στεφνι λεκας, ιερ κλωνρι του Ηρακλους,
»στεφνι καταστλιστο με κκκινες κορδλλες.»

Πες μου, Σελνη, πες μου το πς μο 'γεννθ' η αγπη.
»Κι αν με καλοδεχσαστε, θα τχα για χαρ μου
αν μοναχ το στμα σου το γλυκερ 'φιλοσα
-γιατ' εμαι νιος ευγενικς κι μορφος μσα σ' λους-
μ' αν ερισκα την πρτα σας κλειστ, μανταλωμνη,
»θχα πελκια κοφτερ, θχα δαυλι για δατη».

Πες μου, Σελνη, πες μου το πς μο 'γεννθ' η αγπη.
«Και τρα χρη εγ χρωστ στην Αφροδτη πρτα
κι στερα χρη δετερη χρωστ σε σνα πλι
που μ' βγαλες απ' τη φωτι του πθου πριν με καψη
κι στειλες και μ' εκλεσες ναρθ στο σπιτικ σου·
γιατ κι απ το φλογερ ηφαστειο της Λιπρας
πι καυτερ, πιο φλογερ ο ρως καει και φλγει».

Πες μου, Σελνη, πες μου το πς μο 'γεννθ' η αγπη.
«Αυτς σηκνει τα μυαλ και κνει και τη κρη,
τη κρη την ανξερη, να φεγη απ το σπτι,
και κνει και τη νινυφη ν' αφνη, ν' απαρνιται
το στρμ' ακμη το ζεστ του αντρς της και να φεγη».
Επε· κι εγ ευκολπιστη τον πιασ' απ' το χρι
κι αγλια τον επλγιασα στο μαλακ μου στρμα·
κι ρχισαν να μαλζονται μαζ τα δυο κορμι μας
και τα ζεστ μας πρσωπα ν' ανβουν, να κορνουν·
κι εψιθυρζαμε γλυκ στμα με στμα οι δυ μας.
Και να μη στα πολυλογ, Σελνη αγαπημνη,
τα πιο μεγλα εκναμε κι ρθαμ' οι δυ σε πθο.

Κι ως χθες κανες μας απ' τους δυ παρπονο δεν εχε·
μα σμερα ρθε σπτι μου η μννα της Φιλστας
και της χορετρας Μελαξς, την ρα που φορδες
φρνουν απ' τον ωκεαν στον ουραν τρεχτες
τη ροδοχρα την Αυγ· και κοντ στ' λλα μοπε
πως χει πισει ο Δλφις μου κποια καινοργια αγπη,
μα ποιαν αγπη, δεν θελε να μου το φανερση,
παρ μονχα πως συχν πνει κρασ για κποια
και πως το πνει ανρωτο και πς στολζει ακμα
την κμαραν που μεθ μ' ευωδιαστ στεφνια·
κι στερα φεγει βιαστικς. Αυτ μοπεν εκενη
κι εγ τ' αναλογιζομαι κι αληθιν τα βρσκω·
γιατ' λλοτε πολλς φορς ερχταν την ημρα
κι φηνε και στο σπτι μου το Δωρικ λαγνι2.
Μα τρα ποχω να τον 'δω σωστ δδεκα μρες
κποια λλη θα τονε τραβ και με ξεχν εμνα.

Μα τρα με τα μγια μου θε να τον σφικτοδσω,

κι αν πλι θα με τυραγν, τ' ωρκζομαι στις Μορες,
την πρτα του δη ο καρδος ταχυ να πη να κροση.
Βαθυ μεσ' στο σεντοκι μου κρβω κακ φαρμκια
που νας Ασσριος κποτε μου τχει μαθημνα.

Μα εσ στρψε χαρομενη τ' αλγατ σου τρα,

Σελνη, στον ωκεαν· κι εγ θε να υπομνω
πως ως τρα υπμενα τον πνο της καρδις μου.
Σ' αφνω 'γει, λαμπρχρωμη Σελνη και σεις στρα,
που αθρυβα την μαξα της νκτας ακλουθτε.

                     Ηλακτη

Αδρχτι, που σ' εχρισε στις γνωστικς γυνακες
η γλαυκομμτα η Αθην για νοικοκυροσνη,
λα μαζ μου θαρρετ στην πλη του Νηλως
που 'ναι νας της Κπριδος μες σε χλωρ καλμια.

Εκε θα πμε, κι ο θες καλ ταξδι ας δσει,
το φλο το Νικα μου να 'δω και να φιλσω,
που ο χριτες γλυκφωνες τον χουν αναθρψει,
και σνα, καλοδολευτο κι ελεφαντνιο αδρχτι,
εσνα στη γυνακα του θε να σε κνω δρο,
να κλθης νματ' απαλ για των αντρν τα ροχα
και νματα για διφανα φορματα γυνακεια.
Γιατ' οι μαννδες των αρνιν στα πρσινα λιβδια
κουρεονται για χρη της και δνουν το μαλλ τους
πντα το χρνο δυ φορς· τ' ενε καλ δουλετρα
κι λα αγαπει σ' αγαπον οι γνωστικς γυνακες.

Εγ δε θα σ' εχριζα μηδ σε τιποτνιες
μτ' θελα να σ' βλεπα μες σ' ακαμτρας σπτι,
γιατ' εσαι απ' την πατρδα μου κι χεις εσ πατρδα
την πλη εκενη που κτισεν ο Εφυραος Αρχας
πλη μ' ανθρπους διαλεχτος, της Σικελας καμρι.

Τρα θε νχης σπτι σου σοφο γιατρο το σπτι
που ξρει μρια γιατρικ και διχνει τις αρρστιες·
αντμα με τους ωνας στη Μλητο θα μνης
τσι για νχη η Θεγενη το πιο μορφο τ' αδρχτι
και να με φρνη πντοτε μες την ενθμησ της
εμνα τον τραγουδιστ και τον καλ της φλο.

ποιος σε δει στα χρια της να λη: Μεγλη, αλθεια,
μεγλη χρη απκτησε με το μικρ του δρο.
λα τα δρα ατμητα σα χαρζουν φλοι.

                Κηριοκλπτης

Εκντρωσε μια μλισσα τον ρωτα τον κλφτη
ταν της κλεβε κερ μες απ τη κυψλη,
κι λα του τ' ακροδχτυλα τα βρκε το κεντρ της.
Κι αυτς πονοσε ο δστυχος κι εφσαγε τα χρια
κι εχτπαγε τα πδια του πηδντας απ' τον πνο·
κι τρεξε στη μητρα του την μορφη Αφροδτη
κι δειξε τα χερκια του και της παραπονθη
πως εν' η μλισσα μικρ κι μως σκληρ πληγνει.
Κι εγλασ' η μητρα του και στρφηκε και τοπε:
Γιατ απορες; μπως και συ της μλισσας δε μοιζεις;
τσι μικρς εσαι και συ κι τσι σκληρ πληγνεις.

μτφ.: Ιωννη Πολμη
______________________________

 1 Η σεισοπυγς (σουσουρδα) ταν αφιερωμνη στην Αφροδτη και γιαυτ τν μεταχειρζονταν εις στις ερωτικς μαγγανεες.

 2 Το ελαιοδοχεο για τη παλαστρα. Θλει να δεξει τη μεγλην οικειτητα που τους συνδεε.

 * Κστος:  επσης Λαδανι, Κουνοκλα (Cistus incanus): Ανκει στην οικογνεια των Κιστιδν (Cistaceae). Εξαπλνεται στο μεγαλτερο τμμα της Μεσογεου κι εναι κοιν στην Ελλδα. Εναι θερμφιλο φυτ, που απαιτε ξφωτα κι ηλιλουστα μρη. Αγαπ τις πετρδης θσεις, τα φργανα και τα δικενα ημιορεινν δασν, τα φτωχ κι ασβεστολιθικ εδφη. Οι λαδανις Κουνουκλι Λδανος Αλαδανι εναι φυτ αειθαλ, θαμνδη μχρι 1 μ. ψος, με πολκλαδο βλαστ και παχι, με πυκνος αδνες και ρυτιδδη φλλα. Τα νθη εναι σα μικρ ρδα ροδχρωμα. H νθηση αρχζει τον Ιονιο και διαρκε μχρι και τον Αγουστο.

---------------------------------------------

                                     Προπρτιος

     Ο Σξτος Προπρτιος καταγταν απ οικογνεια ιππων κι τανε Λατνος Ρωμαος ελεγειακς ποιητς, που γεννθηκε περ το 50-47 π.Χ. στη Μπεβνια (Bevagna) στο Assisium της Ουμβρικς (κεντρικ Ιταλα, κοντ στη σημεριν Περοτζια) και πθανε μεταξ του 15-2 π.Χ.. Αν κι ορφανς απ πατρα σε μικρ ηλικα, στλθηκε στη Ρμη για να γνει δικηγρος, αλλ αφοσιθηκε στην ποηση. Πρασε το μεγαλτερο μρος της ζως του στη Ρμη κι υπστη δμευση της περιουσας του ως αποτλεσμα των αγροτοοικονομικν μεταρρυθμσεων του Οκταβιανο μετ τους εμφυλους πολμους. Ελχιστα λλα πργματα γνωρζουμε για τη ζω του. Το ργο του πντως χει ισχυρς επιδρσεις απ τη ποηση του Κτουλλου, του πλον αξιοσημεωτου νεωτερικο ποιητ.



     Το σωζμενο ργο του αποτελεται απ 4 βιβλα με ελεγεες. Στις ιδες του μοιζει να αμφιταλαντεεται ανμεσα στη τξη και στην ανατρεπτικτητα. Στις Ελεγεες I-III περιγρφει τη νοοτροπα της οικογενειακς γαλνης πολλν Ρωμαων που θλαν ν' απολασουνε την ειρνη μετ απ 3 γενις εμφυλου πολμου. Εν θαυμζει την αγντητα, αλλο αντιτθεται στους αυστηρος ηθικος νμους του Αυγοστου. Στο II.vii διεκδικε το δικαωμα να ζσει εκτς γμου με την ερωμνη του, τη Κυνθα. (Η αγαπημνη του που φρει το λογοτεχνικ νομα Κυνθα (Cynthia)  πραγματικ ενδχεται να ονομαζταν Οστα (Hostia)). Οι Ιουλιανο Νμοι του 18 π.Χ. λγανε πως νθρωποι πως ο Προπρτιος πρπει να παντρεονται και να 'χουνε παιδι, εν σοι δεν συμμορφνονταν αντιμετπιζαν βαρεις ποινς.
     Ο Προπρτιος εναι νας doctus poeta, νας λγιος δηλαδ ποιητς, ο οποος ακολοθησε τα χνρια της καλλιμαχικς αισθητικς και πολυμθειας. Η αλεξανδρινν προδιαγραφν ποησ του χαρακτηρζεται απ την ντονη παρουσα του μθου, πρωταρχικς σκοπς του οποου εναι να καταστσει σαφς σε ποια θση κατατσσει ο ποιητς την αγαπημνη του και τον ρωτ του. Η προτμηση του ποιητ για τις πιο σκοτεινς και λιγτερο γνωστς μυθολογικς παραλλαγς εντυπωσιζει. Η γλσσα του εναι γεμτη αντιθσεις, πως κι η αλληλουχα των σκψεων κι η δομ των ποιημτων του. Οι ελεγεες του, που εναι κατ καννα συντομτερες απ εκενες του Τβουλλου, εμφανζουν αναπντεχες ανατροπς και απτομες συναισθηματικς μεταπτσεις και χαρακτηρζονται απ ντονη δραματικτητα.
     Στον Προπρτιο λα τα μοτβα της ερωτικς ελεγεας εμφανζονται σε πλρη ανπτυξη. Σε αντθεση με τον Τβουλλο, δεν τον συγκινε οτε η φση οτε ο ομοφυλοφιλικς ρωτας. Για τον Προπρτιο ευγνεια καταγωγς, δναμη, και πλοτος υποχωρον και υποτσσονται στον ρωτα. Ωστσο, απχει πολ απ το να θεωρηθε φιλοσοφικς ποιητς.



     Πολ συχν και με ποικιλα τρπων στο ργο του σχολιζει τη διαδικασα της ποιητικς γραφς. Μαζ με τον Ορτιο χει στοχαστε τη ποιητικ του τχνη πιτερο απ πολλος λλους ποιητς της αυγοστειας εποχς. χει πλρη συνασθηση της σπουδαιτητας της ποησς του. τσι, στο 1ο βιβλο η ποηση τθεται στην υπηρεσα του ρωτα ως τρπου ζως. Στο 2ο & 3ο αναπτσσει πιτερο τη σπουδαιτητα της ποησς του, εν στο 4ο η ελεγεα εξυπηρετε μια καλλιμαχικο τπου αιτιολογικ επεξεργασα γνσια ρωμακο υλικο.
     Ο ποιητς δουλεει πνω σε σχματα που θα γνονταν ουσιδη στην ελεγειακ ποηση, π.χ. στο παρακλαυσθυρον (1, 6). Απ τα καλλτερα σημεα του ργου του θεωρεται η βασλισσα των ελεγειν Ελεγεα Της Κορνηλας (IV.xi), που η νεκρ Κορνηλα μιλ απ τον τφο στο σζυγ της Paullus και στα παιδι της. Σ' να απ τα πλον συγκινητικ χωρα στη ρωμακ ποηση, συμβουλεει τον νδρα της πς να εναι νας καλς πατρας προς τα παιδι τους:

    "Κι αν ποτ θρηνες, μη τ’ αφνεις να δονε παρ ταν ρχονται σιμ σου, παραπλνησε τα φιλι τους με στεγν μγουλα! Να εσαι συχος σε υπνες νχτες που πρασες σκεπτμενος τι σου λεπω και με συχν νειρα που σου φανεται πως βλπεις το πρσωπ μου. Και ταν μιλς μνος σου στο πορτρατο μου, κνε κθε σου λγο πιστεοντας πως θ' απαντσω" .(79-84).

     Η ταραχδης ερωτικ σχση του Προπρτιου με τη φλογερ Κυνθα εναι το βασικ θμα στο ργο του και δνει επσης κποιους απ τους γνωσττερους στχους του. Στο I.xix δεν εναι ο θνατος που φοβται, αλλ τι πεθανοντας θα χσει την Κυνθα («καμι αγπη δεν εναι ποτ αρκετ μακρχρονη»). Στο II.i περιγρφει πως η «μοσα» του τον εμπνει να γρψει:

    "Ας πομε τι βγανει αστρφτοντας με μετξια απ την Κω, το Κον της φρεμα μιλ για να τμο... πλι αν σφαλσει τα βλφαρα σε επιθυμητ πνο, χω χλιες νες ιδες για ποιματα. Αν πλι παλεει μαζ μου γυμν, ε, ττε σωρεουμε μακροσκελες Ιλιδες. Απ' ,τι μπορε να κνει να πει, να πος γεννιται, μεγλο, απ το τποτα". (5-16).

     Το φος του Προπρτιου σημαδεεται απ φαινομενικ απτομες μεταπτσεις κι εναι πολ υπαινικτικ. Η ιδιμορφη χρση της γλσσας, συνδυαζμενη με τη κακ κατσταση του αρχικο κειμνου, χουνε καταστσει τις ελεγεες του πρκληση για τον επιμελητ των εκδσεν τους.

      Εισαγωγικ σημεωμα για τον κῶμο που θα ακολουθσει (1,16)

     Το ποημα ανκει στη κατηγορα του κμου παρακλαυσθυρου, του μταιου, δηλαδ, τραγουδιο του exclusus amator (χωρισμνοι εραστς) ξω απ την πρτα της αγαπημνης του. Ο κμος του εραστ ξω απ τη κλειστ πρτα της αγαπημνης του χει διαχρονικ παρουσα τσο στην αρχαα ελληνικ σο και στη λατινικ λογοτεχνα.



     Απαντ 1η φορ στον Αλκαο και σε μεγαλτερη κλμακα στον Αριστοφνη. Η παρουσα του μοτβου εναι εντοντατη στην ελληνιστικ ποηση, κυρως στο επγραμμα, απ' που πρασε και στους Ρωμαους ελεγειακος. Η παρουσα του ανιχνεεται επσης και στη ρωμακ κωμωδα.
     Στο ποημα ο Προπρτιος καινοτομε φρνοντας μια αναπντεχη ανατροπ σον αφορ τον ομιλητ. Αντ για τον exclusus amator, πως θα ταν αναμενμενο, στο ποημα μιλ η πρτα της αγαπημνης, που στον μονλογ της ενσωματνει το κυρως παρπονο του εραστ εναντον της.
     Δομικ το ποημα διακρνεται σε ξι εντητες, καθεμι απ τις οποες αποτελεται απ οκτ στχους, ως εξς: α) στ. 1-8: η πρτα αντιπαραβλλει το νδοξο, ηρωικ παρελθν της προς το ντροπιαστικ παρν των αποκλεισμνων εραστν, β) στ. 9-16: η πρτα ανησυχντας για την ηθικ κλυση της κυρας της κνει αναφορ στο ολονχτιο τραγοδι του exclusus amator, γ) στ. 17-24: o εραστς παραπονιται για τη σκληρτητα της πρτας που τον αναγκζει να περνει τις νχτες στο κατφλι της, δ) στ. 25-32: o εραστς διαμαρτρεται για την αδιαφορα της αγαπημνης του παρακαλντας να εισακουστον τα παρπον του, στω και μσα απ μια μικρ χαραμδα της πρτας, ε) 33-40: o εραστς καταφρεται εναντον της πρτας, γιατ δεν κμπτεται οτε απ τα δρα οτε και απ τις βρεις του, στ) στ. 41-48: o εραστς τελεινει τα παρπον του με αναφορ στα ποιματα και τα φιλι που μταια προσφρει στην πρτα. Το ποημα ολοκληρνεται με το παρπονο της πρτας, γιατ εξακολουθε να δυσφημεται εξαιτας της συμπεριφορς της κυρας της και των παραπονομενων εραστν.

                    κῶμος 1.16

Εγ που κποτ’ στεκ' ανοιχτ σε θραμβους μεγλους,
πρτα περφημη κι αγν μοια με της Ταρπηας,
που μπρος μου πανηγριζαν ρματα χρυσωμνα
και μ’ βρεχαν με παρακλητικ δκρυα, αιχμαλτοι,
τρα τρωθεσα απ νυχτερινος καυγδες μεθυσμνων
βαρυγκωμ συχν σα με χτυπν απασια χρια
κι χω συνχεια πνω μου ντροπιαστικ στεφνια
και δδες χμω βρσκονται, αυτο που κλαει απξω.

Κι οτε προσττις στη Κυρ απ νυχτις ντροπς,
η δισημη εγ που ξπεσα σε σεμνα τραγοδια.
Οτε κι εκενη νοιζετ’ μως για τη φμη της
και ζει πιτερο ανθικα, απ’ την κλυτη εποχ μας.
Κι τσι μου μνει να θρην με παρπονο μεγλο
κι ακμα μεγαλτερην εγ, χω τη στεναχρια
για τον ικτη που περν τ’ ατλειωτα τα βρδυα.
Κεις δεν αφνει συχο ποτ του το κατφλι μου,
δοντας με παρπονο, το ντρτι της καρδις του:

«Θρα σκληρ, σκληρτερη κι απ’ τα μσα της κυρς μου,
γιατ σιωπς ολκλειστη μες στα σκληρ σου φλλα;
Γιατ δε ξεκλειδνεσαι ποτ, να δεις τον ρωτ μου;
Δεν ξρεις; Δεν λυγζεσαι, να στελεις τα κρυφ μου
τα παρακλια να δοθε στον πνο μ’ να τλος;
λος ντροπ να καω κει δα, ετοτο το κατφλι;
Μεσνυχτα, που τ’ στρα γρνουν να πλαγισουν
κι η ψχρα με τη πχνη της λυπονται με, πεσμνο.

Εσ μνη τον ανθρπινο πνο μου δε λυπσαι,
και μου απαντς με ηχο τργμα απ’ τους μεντεσδες.
‘Αμποτε ας πρναγ’ η φων μες απ’ τις χαραμδες
και να ‘φτανε στα κπληκτα αυτκια της κυρς μου!
Κι αν τανε σκληρτερη κι απ τα βρχια της Ατνας,
σκληρτερη απ σδερο κι απ ατσλι ακμα,
κι μως στεγν τα μτια της δεν θα τα εκρατοσε
κι ν αχ! θεν’ ανηφραγε μες στ’ θελα δκρι της.

Τρα, αυτ στην αγκαλι κοιμται κποιου λλου,
ζηλεω, και τα λγια μου τα παρνει το ζεφρι.
μως, εσ, θρα κακ, εσαι η μνη αιτα,
και με πονες, δε δχεσαι να πρεις τα σου δνω.
Να πεις τι σε πρσβαλλα με βρσιμο στο στχο,
που συνηθ με παιχνιδιρικη οργ να λει καθετ,
και θα πρπει να τιμωρηθ να μενω να βραχνισω,
καθς με το παρπονο ξγρυπνος να γερσω
και να περν ανσυχες νυχτις στο σταυροδρμι.

μως, συχν για σνανε τραγοδι χω ξυφνει
σε νο ρυθμ, και πφτοντας στα γνατα
τα σκαλοπτια σου φιλ, που πτησεν εκενη.
Πσες φορς αχριστη, στρφηκα στο κατφλι
κι απθεσα τη πρπουσα, κρυφ, τη προσφορ

Μ’ αυτ εκενος, δστυχοι εραστς, τα λγια κι ,τι λλα,
πασχζει το κελδημα των αηδονιν να συγκαλψει.
Εγ λοιπν ισβια καταδκη για της κυρς μου εκτω
ντροπιαστικ, με τους σπαραχτικος τους θρνους
του εραστ της, τους ατλειωτους, σα τα σφλματ της.

--------------------------------

                                  Οβδιος

     Ο Ππλιος Οβδιος Νσων (Publius Ovidius Naso, 20 Μαρτου 43 π.Χ. - 2 Γεναρη 17μ.Χ.), γνωστς ως Οβδιος, τανε Ρωμαος ποιητς, που ζησε κατ τη διρκεια της βασιλεας του Οκταβιανο Αγουστου. ταν σγχρονος των γηραιτερων Βιργλιου και Ορτιου, με τους οποους συχν κατατσσεται ως νας απ τους τρεις κανονικος ποιητς της λατινικς λογοτεχνας. Εναι περισστερο γνωστς απ τις Μεταμορφσεις, μας σειρς 15 βιβλων μυθολογικς αφγησης γραμμνης σε δακτυλικ εξμετρο, καθς και για τις συλλογς ερωτικς ποησης σε ελεγειακ δστιχα, και ιδιατερα για τα "ιδλλια" (Amores) και την "Ερωτικ Τχνη" (Ars Αmatoria).



     Πολλο μιμθηκαν την ποησ του κατ την στερη Αρχαιτητα και το Μεσαωνα και επηρασε σε μεγλο βαθμ τη δυτικ τχνη και λογοτεχνα. ταν ο τελευταος απ τους μεγλους αυγοστειους ποιητς, που ζησε στις αρχς της Pax Romana, της ειρνης δηλαδ ανμεσα στα θνη της Ρωμακς Αυτοκρατορας που επβαλαν οι ρωμακς στρατιωτικς δυνμεις.
     Γεννθηκε στην ιταλικ πλη Σουλμνα το 43 π.Χ. και πθανε στην πλη Τμοι της Μοισας (Ρωμακς επαρχας του κτω Δοναβη) το 17 μ.Χ. Προερχταν απ επορη οικογνεια πατρικων της επαρχας που απ πολλς γενις ανκε στην τξη των ιππων, στε να στελει τον διο και τον αδελφ του στη Ρμη για να σπουδσουν σε ηλικα περπου 12 ετν ρητορικ. Μετ απ την βασικ παιδεα που πρε κοντ στους καλτερους δασκλους κανε λαμπρς νομικς και φιλολογικς σπουδς. Εκπαιδετηκε στη ρητορικ στε να αποκτσει ευφρδεια χωρς μως να τον προσελκει ιδιατερα η τυποποιημνη επιχειρηματολογα των ασκσεων δικανικς ακριβεας. Τελικ, μως αφιερθηκε στην ποηση. Ββαια η συχντατη χρση αποφθεγμτων κι η εκτμησ του για controversiae (ασκσεις στη ρητορικ που εναι διαμχες με επιχειρηματολογα φιλοσοφικ και λογικ βσει επικρατοντων στοιχεων) και suasoriae (σκηση στη ρητορικ, μια μορφ διακρυξης που ο σπουδαστς ομιλε μιμομενος συνθως να μονλογο μιας ιστορικς φιγορας που διδσκει, που εξηγε, πς να βαδσει κανες σε μια κρσιμη καμπ στη ζω τουεναι εμφανς στο ποιητικ του ργο.



     Η επιτυχα κι η φμη του γργορα εξαπλθηκε στους λογοτεχνικος κκλους της Ρμης. Εχε στενς σχσεις με τον λογοτεχνικ κκλο του Μεσσλλα, εν, πως ο διος αναφρει, συναναστρφηκε σημαντικος ποιητς της εποχς, πως τον Ορτιο, τον Προπρτιο και τον Μκερ. Με μεγλη του λπη σημεινει πως δεν πρλαβε να γνωρσει τον μεγλο Βιργλιο και τον Τβουλλο, ο οποος πθανε το 19 π.Χ.
     πως περιγρφει ο Σενκας ο Πρεσβτερος σε μια βιογραφα του Οβιδου αυτς της περιδου, τον ενδιφεραν καταστσεις που το ζητομενο περιστρεφταν γρω απ συλλογισμος με ηθικ και ψυχολογικ περιεχμενο.
     Ο Οβδιος πρασε να χρονικ διστημα στην Αθνα, αφο συνδευσε σε να ταξδι του εκε τον Πομπιο Μγνο, πως συνθιζαν οι νοι των αντερων κοινωνικν τξεων και ταξδεψε αρκετ στην Ελλδα κερδζοντας αρκετς εμπειρες. (ασκσεις στη ρητορικ που εναι διαμχες με επιχειρηματολογα φιλοσοφικ και λογικ βσει επικρατοντων στοιχεων)
     Ως μλος της ρωμακς τξης των ιππων, ταν προορισμνος για σταδιοδρομα στον δημσιο βο και κατλαβε μερικς καττερες δικαστικς θσεις, τις πρτες βαθμδες στην κλμακα του δημοσου, μως διαπστωσε τι ο δημσιος βος δεν του ταριαζε. τσι εγκατλειψε το επγγελμα του για να ασχοληθε με τη ποηση και την ανπτυξη σχσεων κι επαφν με τους γνωστος ποιητς της εποχς του.
     ταν ο Οβδιος εμφανστηκε στη λογοτεχνικ σκην, η ειρνη ταν εξασφαλισμνη και ταν διχυτη η επιθυμα για ναν πιο χαλαρ τρπο ζως και λιγτερο αυστηρ θη, τα οποα διαμρφωσαν την αντερη τξη της πρωτεουσας. Ο Οβδιος γνεται εκφραστς αυτν των επιθυμιν και αναπτσσει μια ποηση που ανταποκρνεται στον τρπο ζως της εποχς του.
     Δοκμασε να γρψει σε λα τα σημαντικ λογοτεχνικ εδη, την ελεγεα, το πος, την επιστολογραφα, τη τραγωδα, και κατφερε να επιτχει συνεχ διερυνση του ορζοντα του και μια να αντληψη της σχσης μεταξ ποησης και ζως. Τα ργα του μπορον να καταταγον σε τρεις περιδους. Εδ ανκουν τα νεανικ ργα του ποιητ. Δεν υπρχει αμφιβολα τι η ποηση που γραψε κατ τη 1η περοδο της σταδιοδρομας του ως ποιητ, αντικατοπτρζει μα θερηση της ζως, του ρωτα και της ποησης αντθετη με τις "επσημες" ηθικς θσεις που προωθοσε ο αυτοκρτορας Αγουστος.
    Α) Ο Οβδιος ξεκιν με μια συλλογ ερωτικν ελεγειν, τους "Amores" (ρωτες), σε 5 βιβλα περπου το 20 π.Χ., που εκφρζει σε πρτο πρσωπο τα παραδοσιακ θματα της ερωτικς ελεγεας. Τα να στοιχεα που χαρακτηρζουν την ελεγεα του Οβιδου εναι εμφαν με πιο εντυπωσιακ καινοτομα την απουσα μιας κεντρικς γυναικεας μορφς ως κντρο των διφορων ερωτικν εμπειριν. Αντ για το πθος των μεγλων λατνων ερωτικν ποιητν, ο Οβδιος προτιμ να εμφανζει την ερωτικ εμπειρα μσα απ το φλτρο της ειρωνεας και της απστασης του διανοουμνου.
   Β) Το ποημα που φανεται να παιξε σημαντικ ρλο στην απφαση του Αυγοστου να εξορσει τον ποιητ, εναι η "Ερωτικ τχνη" (Ars amatoria), που δημοσιεθηκε το 1 π.Χ. Το μνυμα που περνοσε εκε ο Οβδιος στην πραγματικτητα υπονμευε το επσημο πργραμμα ηθικν μεταρρυθμσεων που εχε υιοθετηθε απ τον Αγουστο. Ο ρωτας του Οβιδου επιζητε την ανεκτικτητα, με την βοθεια της οποας μπορον να αρθον οι καννες μιας ηθικς, η οποα δεν ταιριζει πλον σε να πρωτευουσινικο κοινωνικ στρμα. Το ργο περιεχε αναφορς στα σμβολα προσωπικο γοτρου του Αυγοστου, διατυπωμνες με αναδεια και αδιακρισα μσα στα συμφραζμενα. ταν λογικ, το ργο αυτ, να μην τχει καλς υποδοχς απ σους εχαν ενστερνιστε τους στχους και τις επιδιξεις του πουριτανισμο της εποχς του Αυγοστου.
   Γ) Κατ την περοδο αυτ ο Οβδιος δημοσευσε επσης το ργο "Επιστολς ηρωδων" (Epistulae Heroidum), δο σειρς απ πνευματδεις δραματικος μονολγους που χαρακτηρζονται ως επιστολικ ποιματα. Η πρτη σειρ (1-15) περιχει επιστολς γραμμνες απ δισημες ηρωδες της ελληνικς μυθολογας και η δετερη σειρ (16-21) περιλαμβνει επιστολς ερωτευμνων ανδρν και απαντσεις των αγαπημνων τους γυναικν (Πρης κι Ελνη, Ηρ και Λανδρος κ..).



     Θεωρεται η σημαντικτερη περοδος για το ργο του ποιητ, εποχ ωριμτητας και των σπουδαιτερων ργων του. Η τραγωδα του Οβιδου, "Μδεια" δεν διασθηκε. Καθς επαινθηκε απ τον ιστορικ Τκιτο και λλους, εναι πιθαν να επηρασε την τραγωδα του Σενκα με το διο θμα.
     Το "Ημερολγιο" (Fasti) εναι να ργο που η πρθεση του εναι να παρουσισει τους μθους, τα θιμα και τις θρησκευτικς γιορτς του ρωμακο τους. Εχε προγραμματσει 12 βιβλα ελεγειακν δστιχων, να για κθε μνα. Η εξορα του φησε το ργο ημιτελς αφο υπρχουν μνο ξι βιβλα, τα οποα επεξεργστηκε εν μρει στα χρνια της εξορας. Το "Ημερολγιο" γινε ργο εθνικ κι ταν σως προμελετημνο για να αποκαταστσει τη φμη του συγγραφα του ενπιον του αυτοκρτορα καθς περιχει κολακεες για την αυτοκρατορικ οικογνεια και ναν ντονο πατριωτισμ.
     Οι "Μεταμορφσεις", επικ ποημα σε 6μετρους, σε 15 βιβλα, για τις μεταμορφσεις των ανθρπινων ντων απ το χος ως την αποθωση του Κασαρα, αποτελε μια τερστια πινακοθκη μυθικν παραδσεων. Στο ργο αυτ που αποτελε σως το σπουδαιτερο του ποιητ, δνει τον καλτερο εαυτ του. Λαμπρς εικνες, γεμτες φαντασα, δεχνουν τι ο ποιητς γνωρζει πργματι να αποδδει θαυμαστ την ψυχικ κατσταση του πανικο και της κατπληξης των ντων που μεταμορφνονται τη στιγμ κατ την οποα μεταβλλονται σταδιακ σε φυτ, ζο πτρα, εν το πνεμα διατηρε καθαρ ανθρπινα συναισθματα. Εναι φανερ πως ο Οβδιος με το ργο αυτ επιδικει να κνει κνει μια συνολικ αναφορ λης της λογοτεχνας, απ τον μηρο και την τραγωδα της Αθνας και της Ρμης μχρι τους συγχρνους του. Σχεδν λες οι ιστορες των ανθρπινων μεταμορφσεων εναι ερωτικς ιστορες γεμτες πθος εμπλουτισμνες με μυθιστορηματικ στοιχεα. Ο κσμος του ποιματος αποτελεται απ ψεις, μεταμφισεις, σκις, αντικατοπτρισμος που τρφουν την ανθρπινη ελπδα με κθε μεταμρφωση να αποτελε ναν θνατο και τσι το περιεχμενο να δνει μια ασθηση θλψης. Σε λες τις εποχς μχρι σμερα, οι ρωες του Οβιδου, Φαθων, Νρκισσος, Δφνη και πολλο λλοι, υπρξαν πολ δημοφιλες, εν το διο αυτ θμα των Μεταμορφσεων στθηκε πηγ μπνευσης για λες τις τχνες.
     μως, εν ο ποιητς βρσκεται στο απγειο της δξας του, ο Αγουστος το 8 μ.Χ. τον εξορζει στους μακρινος και παγωμνους Τμους της Μαρης Θλασσας (σημεριν Κωστντζα της Ρουμανας). Η πραγματικ αιτα της εξορας του Οβιδου εξακολουθε να παραμνει αδιευκρνιστη, εν πολυριθμες και συχν ευφνταστες πιθανς εξηγσεις χουν διατυπωθε δη απ την αρχαιτητα. Ο διος ο ποιητς επανρχεται συχν στην ποηση της εξορας στο θμα της εξορας του. Στα Tristia 2.207 γρφει τι δο εναι οι αιτες που οδγησαν στην εξορα του (perdiderint cum me duo crimina, carmen et error): να ποημα (carmen) κι να σφλμα (error). Πσω απ το ποημα (carmen) κρβεται η Ars amatoria, η οποα στο πλασιο του ηθικοπλαστικο προγρμματος του Αυγοστου ηχοσε μλλον παρταιρα. σον αφορ το σφλμα (error) ο ποιητς κρατ το στμα του ερμητικ κλειστ.
     Μετ τη ξαφνικ εξορα του, εγκαταλεπει τη φανταστικ και ζωηρ αφηγηματικ ποηση κι επιστρφει στην ελεγεα. Το ργο του "σματα θλιβερ" (Tristia) αποτελεται απ 5 βιβλα ελεγειν, που διεκτραγωδε την κατσταση του και ικετεει για τη βελτωση της. Οι "Επιστολς απ τον Πντο" (Epistulae ex Ponto) εναι 4 βιβλα ελεγειν, του διου ψυχολογικο κλματος, τις οποες απευθνει σε ισχυρος φλους του. Το "βις" (Ibis), που γρφηκε λγο μετ την φιξ του στους Τμους, να να μακροσκελς και περτεχνο ανθεμα ενντια σε κθε αννυμο εχθρ.
     Ωστσο η ζω του δεν ταν πντα θλιμμνη. Αφο εξοικειθηκε με την ιδα τι η εξορα αυτ θα ταν η μνιμη πατρδα του, ρχισε να βλπει μερικς θετικς πλευρς στον νο τπο διαμονς του και στους κατοκους του. δειξε ενδιαφρον για την ιστορα του τπου και την πολιτικ και συνθεσε ποιματα στην τοπικ γλσσα. Ο Οβδιος, εκτς απ νας που χρηκε τις ομορφις της ζως και του μθου, υπρξε, ταυτχρονα, μια τραγικ μορφ, που πθανε στην εξορα δυστυχισμνος, θμα ηγεμονικς δυσμνειας. Καταδικστηκε, τον Νομβριο του τους 8 μ.Χ., σε εξορα, κατ διαταγ του αυτοκρτορα Αυγοστου. Η εδηση αυτ για το πθημα του Οβιδου, μλις γινε γνωστ στη Ρμη, προκλεσε απεργραπτη συγκνηση που δεν περιορσθηκε μνο μεταξ του κσμου της πολιτικς και των Γραμμτων, αφο λοι ξεραν το μεγλο ταλντο του ποιητ και τις κατακτσεις του ανμεσα στο "ωραο φλο" της εποχς. ταν αυτς που εχε διδξει τη στρατηγικ της ερωτικς γοητεας με το περφημο ργο του "Η τχνη του ρωτα" και τη ρωμακ κι ελληνικ μυθολογα με τις σπουδαες "Μεταμορφσεις", που αποκλθηκαν η "Ββλος των ποιητν".



     Εκτς μως απ τη συγκνηση, γεννθηκε απορα για τα ατια της ποινς του, αφο οτε η Σγκλητος οτε κποιο δικαστριο την εχαν επιβλει. ταν μια περεργη υπθεση, αφο κατηγορθηκε για εσχτη προδοσα, δικστηκε στο ιδιατερο δικαστριο του αυτοκρτορα κι η απφαση πρθηκε κι ανακοινθηκε απ τον διο τον αυτοκρτορα. Αν και δεν του αφαιρθηκαν τα πολιτικ του δικαιματα κι η περιουσα του, οτε του απαγορεθηκε να συνθτει ποιματα και να επικοινωνε με τους δικος του ανθρπους, τα βιβλα μως αποσρθηκαν απ τις δημσιες βιβλιοθκες και κυκλοφοροσαν μνο ιδιωτικ, μεταξ φλων.
     Οι ερευνητς σε διφορες εποχς προσπθησαν να εξηγσουν αυτ τη στση του Αυγοστου απναντι στον Οβδιο. λλοι πιστεουν πως ο Αγουστος θλησε να παγισει να ηθικ κλμα τιμωρντας τον ελευθεριζοντα ποιητ, λλοι, μως, φρονον τι η αυτοκρατορικ δυσμνεια ταν πολιτικς φσεως, γιατ ο Οβδιος εχε ανμειξη στους ανταγωνισμος για τη διαδοχ του Αυγοστου.
     Ο Αγουστος που ξερε να αποφεγει τα δημσια σχλια, αφο μχρι σμερα μυστριο καλπτει την υπθεση αυτ, εξρισε τον Οβδιο στους Τμους, να λιμνι στα σνορα της αυτοκρατορας, κοντ στις εκβολς του Δοναβη, περιοχ με πολ σχημο κλμα, εκτεθειμνο στις περιοδικς επιθσεις τν γρω βαρβαρικν φλων. Βιβλα και εκπολιτισμς δεν υπρχαν και μσα στη μοναξι του ο ποιητς (η γυνακα του εχε μενει στη Ρμη στε να μεσολαβσει σε ισχυρος φλους υπρ του νδρα της) ρχισε και πλι να γρφει σε πιο προσωπικ και ενδοσκοπικ φος.
     Επ 9 ολκληρα χρνια μχρι τον θνατ του, υπφερε διαρκς και το αποτπωνε αυτ με τα ελεγεα και τα μηνματα προς τους φλους, τη γυνακα του και τον ασυγκνητο αυτοκρτορα. Στον τπο της εξορας του, ανμεσα στους λγους Ρωμαους λεγεωνριους και στους εγχριους πληθυσμος, ο Οβδιος δεν παει να ονειρεεται τη Ρμη της παλαις ευτυχας του και να εκλιπαρε την επιεκεια του αυτοκρτορα, με συνεχ μηνματα χωρς μως να πετχει ποτ τον επαναπατρισμ του. Τελικ, ο Οβδιος πθανε στην εξορα στους Τμους γρω στο 17 μ.Χ.
     Απ τις παραπνω χρονολογες εκολα προκπτει τι ο Οβδιος εναι νας ποιητς ανμεσα σε δο εποχς. Η ζω και το ργο του καλπτουν τη μετβαση απ το τλος της αυγοστειας στις αρχς της αυτοκρατορικς εποχς. Σε σχση με τους λλους αυγοστειους ποιητς (πως Βιργλιος, Ορτιος, Προπρτιος, Τβουλλος) ο Οβδιος δε γνρισε τη φρκη των εμφυλων πολμων, αλλ ζησε ως ενλικας εξολοκλρου στα χρνια διακυβρνησης του Αυγοστου. Γι’ αυτν η pax Augusta εναι μια αυτονητη πραγματικτητα κι χι να δρο μετ απ 10ετες αναταραχν· κι αυτ εναι κτι που αντικατοπτρζεται ξεκθαρα στο ργο του.
     Ο Οβδιος υπρξε πολυγραφτατος. Με εξαρεση τις επικς Μεταμορφσεις, λα τα ργα του εναι γραμμνα σε ελεγειακ δστιχο, γεγονς που προδδει τη θεμελιωδς ελεγειακ του ιδιοσυγκρασα. Το κατεξοχν ελεγειακ του ργο, με το οποο ξεκνησε την ποιητικ σταδιοδρομα του, εναι οι Amores. Πρκειται για μια συλλογ ερωτικν ελεγειν, που ο ποιητς σε πρτο πρσωπο εκφρζει τα ερωτικ του συναισθματα προς την αγαπημνη του, η οποα χει το λογοτεχνικ ψευδνυμο Κορννα (Corinna). Στη μορφ που σζεται σμερα η συλλογ αποτελεται απ τρα βιβλα. Γνωρζουμε τι αυτ εναι η δετερη κδοση, εν η πρτη περιλμβανε πντε βιβλα. Η πληροφορα προρχεται απ το επγραμμα που γραψε ο διος ο ποιητςως πρλογο στη δετερη κδοση του ργου του.



      Ο Οβδιος χρονολογικ εναι ο τελευταος στη σειρ των ελεγειακν ποιητν της αυγοστειας περιδου. Ο Προπρτιος, ο Τβουλλος και ο πρδρομς τους Κορνλιος Γλλος εχαν δη θσει τα βασικ μοτβα και τις συμβσεις του εδους, αφνοντας ελχιστο χρο για καινοτομα και πρωτοτυπα. Ο ποιητς χοντας επγνωση της επιγονικτητς του καταφρνει με το ανεξντλητο ταλντο του και την ανλαφρη διθεσ του να υπερβε τις συμβσεις της ερωτικς ελεγεας και να τη φτσει στην τλει της ανπτυξη. Οι Amores του σηματοδοτον το τλος του εδους στη Ρμη.
     Η παρωδα και το χιομορ κυριαρχον στο ργο του και το κνουν να ξεχωρζει απ εκενο του Τβουλλου και του Προπρτιου. Ο Οβδιος φτνει την ερωτικ ελεγεα σε οριακ σημεο χωρς δυναττητα περαιτρω εξλιξης. Αυτ που για τον Προπρτιο ταν ζτημα ζως και θαντου, για τον Οβδιο δεν εναι παρ μια αφορμ για να ξεδιπλσει την ειρωνεα του νεωτερικο του παιχνιδιο. Ο ρωτας δεν εναι τσο να ντονο βωμα σο υλικ για λογοτεχνικ επεξεργασα με κρια χαρακτηριστικ τον σαρκασμ και την αυτοειρωνικ αποστασιοποηση. Ο Οβδιος επιζητε κατ καννα την πση θυσα διασκδαση του αναγνστη. Ο διος μπορε να μην επεκτενει το θεματικ πεδο της ελεγεας, πως ενδεχομνως να περμενε κανες, ωστσο αποκαλπτει την ποιητικ μαεστρα του στην αναζτηση τρπων ειρωνικς επεξεργασας και εντλει ανατροπς της σοβαροφνειας και του κρους που εξ ορισμο ενχει η λογοτεχνικ παρδοση.

         Εισαγωγικ σημεωμα για το Ειδλλιον 1.6

     Στην ελεγεα 1.6 των "Amores" ο Οβδιος αναπτσσει το μοτβο του παρακλαυσθυρου, πως καναν πιο μπροστ ο Τβουλλος (1.2) και ο Προπρτιος (1.16), ωστσο, κατ τη γνωστ του συνθεια, προχωρ σε παιγνιδεις διαφοροποισεις κι απρσμενες ανατροπς. Η αντικατσταση της domina, του αναμενμενου δηλαδ αποδκτη του παρακλαυσθυρου, χι απ την πρτα, πως συμβανει στον Τβουλλο (1.2.7 κ.εξξ.) και τον Προπρτιο (1.16.17 κ.εξξ.), αλλ απ τον δολο-θυρωρ εναι ενδεικτικ της χιουμοριστικς διθεσης του ποιητ.

     Εξσου απρσμενη και παιγνιδης εναι η επανεπεξεργασα πολλν γνωστν χαρακτηριστικν του μοτβου μες στο ποημα. Τλος, αξζει να σημειωθε πως η ελεγεα 1.6 εμφανζει πολλ κοιν γνωρσματα με suasoriaγεγονς που ο καλ ασκημνος στη ρητορικ Οβδιος, εκμεταλλεεται στο πακρο μ’ εξαιρετικ αποτελσματα.

               ρωτες 1.6

Της θρας Φλακα βαρι αλυσοδεμνε -τι ντροπ!-
Στρψε λγο το μεντεσ κι νοιξ’ τη σκληρ πρτα!
Λγο ζητ. Κν’ τη να μενει μια σταξι ανοιχτ,
μια χαραμδα για να μπω, μου εναι πλον αρκετ,
κι εκολα μσα της γλυστρ απ το πλγι.

Με λπτυνεν ο ρωτας, χωρ χωρς τα πχη
τα μλη μου λιανστηκαν για ττοια πρακτικ.
Αυτς μου δεχνει βματα, να ‘λαφροπερπατ
κι απ’ τις σκοπις να ξεγλιστρ, των δολων.

Παλι φοβμουν τη νυχτι με τα φαντσματ της.
Θαμαζα τν που τη πατε, φοβα στα σκοτδια.
Γλασ’  ο ρως, κουσα, με τη μητρα του μαζ
και λει χαρομενα: «Κι εσ θα γνεις ρως».
Κι αμσως του με γρπωσε. Δε σκιζομαι σκις
που μες στη νχτα πηλαλον και χρια που πετονε
στρφοντας γρω ζοφερ και μλλον, μου απειλονε.

Μονχα εσνα σκιζομαι, και θα σε καλοπισω,
π’ αδιφορα κρτας βροντ, και θα με καταστρψεις,
εσ που ‘σαι ανλγητος στον πνο το δικ μου.
Αν ξεκλειδσεις τ’ς σπλαχνες τις κλειδαρις, στη πρτα
μπορες να δεις πως μοσκεψε, απ τα δκρυ μου.

Εγ και σε προσττεψα γυμν, προ μαστιγου,
λγοντας στην αφντρα σου καλ λγια για σνα.
Λοιπν η χρη σου ‘γινε, κνε μου μια και μνα.
Κνε την ανταπδοση, σ’ αυτ τη καλωσνη,
κι πειτα πτυχες: αυτ που θες θα γνει.

Τη θρα ξεμαντλωσε κι η νχτα ξεγλιστρει!

νοιξε και θ’ απαλλαγες απ’ τη βαρι αλυσδα
και δε θα πνεις συνεχς του δολου το νερκι!
Της θρας Φλακα σκληρ, ακος τις ικεσες,
κι ακλνητη, μ’ ενσχυση απ οξυς κορμκι,
η πρτα μνσκει σφαλιστ, μταιο τσο κλμα.

Στις πλεις εναι χρσιμο ετοτο το μαντλωμα
της θρας, σε καιρ πολιορκας, μα σ’ ειρνη
δεν χεις πλα απναντι που πρπει να φοβσαι.
Αν φοβηθες τον εραστ, στα πλα τι θα κνεις;

Τη θρα ξεμαντλωσε κι η νχτα ξεγλιστρει!

Χωρς στρατος και οπλος φτασα εδ πρα.
Και μνος θα ’μουνα εν δεν ρχοταν ο ρως.
Σκληρς και πως κι αν θελα, να τονε παρατσω,
πιο εκολο θα τανε να χωριστ στα δο.
Συντρφοι μου λοιπν ρως και νθος ονος,
σειον το στεφνι που ‘χω στα μυρωμνα μου μαλλι.
Εναι αυτο οχτρο, που πρπει τσο να φοβσαι;

Τη θρα ξεμαντλωσε κι η νχτα ξεγλιστρει!

Ακμα εσαι απρθυμος; σε πρε τχα ο πνος
(εθε να σε χαλσει) και του εραστ τα λγια
στον νεμο σκορπνε, μη μπανοντας στ’ αυτι σου;
Θυμμαι ομς το μτι σου γαρδα να ξαγρυπν,
σαν θελα κτω απ’ της νχτας τ’ στρα να σου φγω.
σως, στο πλι σου, τυχερ, ναν’ η αγαπημνη σου
τρα, (και πσο, αλμονο η τχη σου καλτερη).
Και τσι βλε σε μνα τις σκληρς σου αλυσδες!

Τη θρα ξεμαντλωσε κι η νχτα ξεγλιστρει!

Μου φνηκε πως κουσα το μεντεσ να τρζει
και πως γυρσανε τριχτ, της θρας τα πορτφυλλα!
Γελστηκα! νεμος ξερς χτυπ το πορτοθρι.
Κρμα και πσον λπισα σε τοτονε τον χο.
Θυμσαι, τχα, π’ ρπαξες, Βορι, την Ωρειθια,
λα κι εδ με δναμη, χτπα τη κοφια θρα!
συχη η πλη και υγρ στο ποσι της αυγολας!

Τη θρα ξεμαντλωσε κι η νχτα ξεγλυστρει!!

Ειδλλως μ’ πλα θα σου ‘ρθ, με ξφος και με φλγα,
που θα τη τρφει ο πυρσς, κι επθεση θα κνω.
Κρασ μαζ με τη νυχτι, κακο συμβολοι εναι.
Κενα δε ξρουνε ντροπ κι ο ρως απ φβο.
λα τα εδοκμασα, ικεσες, κατρες κι απειλς
και τποτα δεν κατφερα για να σε συγκινσω
τι εσ’ απ’ τη θρα πιο σκληρς κι εκενη δεν ανογεις.
Δε σου ταιριζει να φυλς μορφης νιας κατφλι
εσ κλλιο σε κτεργο αρμζει να φυλττεις.

Η ροδοδχτυλη αυγ σιμνει με τ’ αμξι
και το πουλ της που καλε τους δστυχους εργτες.
Κι ιδο στεφνι δστυχο, σε βγνω απ’ τα μαλλι μου
και σε πετ σε τοτο το σκληρτατο κατφλι,
εκε να μενεις μρτυρας στην πονη κυρ μου,
να δει πως πρασα σχημα τοτη τη μαρη νχτα.

ποιος κι αν εσαι Φλακα, δξου τη παινεσι μου
τρα που φεγω, να σου πω πως δε ντροπιστης διλου
αφνοντας τον Εραστ να μπε στη πλη. Γει σου!
Κι εσ… κι εσ, πρτα σκληρ με το τραχ κατφλι
και τα σκληρ πορτφυλλα, δολοι της πο ‘στε, γει σας!

---------

παρνθετος παραλληλισμς

Αριστοφνης (Εκκλησιζουσες 938 -975)

ΠΑΛΙΚΑΡΙ (μνο του)

Να μποροσα την κοπλα να ξαπλσω
κι χι πρτα να δροσσω στανικ μου
πλατσομτα και μπαμπγρια σιχαμνη·
ντροπ θα ᾽ταν για λετερο Αθηναο.
Α’ ΓΡΑΙΑ.
Σκοζε, πλνταζε, σο θλεις, μορφονι μου.
Πρτα εμνα θα δουλψεις, λει ο νμος
ο καινοργιος. Τα παλι να τα ξεχσεις
εναι τρ᾽ αληθιν δημοκρατα!
(κουβεντιαστ)
Πω μσα να βιγλζω τ θα κνει.
ΠΑΛ. (μνο του)
Βηθα, θε μου, να τη βρω μονχη
τη μικρολα. Γι᾽ αυτν τα ᾽πια κι ρθα,
απ καιρν πολν τη λαχταρ.
ΚΟΠ. (βγανοντας στο παρθυρο)
Καταραμνη στργκλα, σε ξεγλασα!
Πει, χθηκε, θαρρντας με πως θα ᾽μνησκα
κλεισμνη μσα. Ν το παλικρι!
Αυτς εναι κι αυτν ονειρευμουνα.
(τραγουδιστ)
Κατ δω, κατ δω, παλικρι.
Κατ δω, ζγωσ με αγαπκι,
μην αργες να πλαγισεις μαζ μου
να χαρες το κορμ μου νυχτρι.
Με τραντζει καημς και λαχτρα
για τα ωραα κατσαρ σου μαλλκια.
Βηθα, βηθα, Ερωτθεε, και κνε
τ᾽ ομορφπαιδο ν ᾽ρθει να πσει
στο δικ μου κρεβτι.
ΠΑΛ.
Κατ δω, κατ δω, κοπελι μου,
αγαπολα μου καμαροφρδα.
λα κτου τρεχλα ν᾽ ανοξεις,
δεν κρατιμαι, θα πσω στο δρμο,
στο ζεστ σου τον κρφο να γερω
τα κρουστ σου μερι να φουχτσω.
Αφροδτη, με τρλανες. Τρξε,
βηθησ με και κνε την ν ᾽ρθει
στο δικ μου κρεβτι.
Μαλαματνιο γκλφι μου,
της Αφροδτης γννα,
νοιξε να μ᾽ αγκαλισεις
τι με λλανεν ο πθος!
νοιξε να μ᾽ αγκαλισεις
και να με νεκραναστσεις.
Εναι φτωχ τα λγια μου
μπρος στον βαρ καημ μου.
Και συ, ποθοκρατρισσα κυρ,
συμπνεσ με.
και των Μουσν η μλισσα
και θρμμα των Χαρτων,
νοιξε να μ᾽ αγκαλισεις
τι με λλανεν ο πθος!

μτφ.: Ιωννη Πολμη


===========================

 
                                       Ρωμακ Ελεγεα

Εισαγωγ:

     Η ρωμακ ερωτικ ελεγεα εναι να απ τα πιο γοητευτικ εδη της λατινικς ποησης. Παρ τον πολ σντομο βο της (δε κρτησε πιτερο απ 30 περπου χρνια), η επδραση που σκησε στη μετπειτα εξλιξη χι μνο της λατινικς αλλ και γενικτερα της δυτικοευρωπακς ποησης υπρξε τερστια. Κι αυτ γιατ δεν πρκειται απλ για ν ακμα εδος ερωτικς ποησης που 'δωσε διξοδο στην κφραση του ποιητικο υποκειμνου. Η ρωμακ ελεγεα με τη καλλιτεχνικ της αρτιτητα και τη σπνια εκφραστικ της δναμη αναμφβολα χραξε νους δρμους στα καλλιτεχνικ πργματα της εποχς. Την δια μως στιγμ δωσε δυναττητα στον ποιητ να προβλλει και ν' αντιπαραθσει τον μικρκοσμο της ατομικτητς του προς το δημσιο πολιτικ και κοινωνικ γγνεσθαι της εποχς.
     Η αυγοστεια Ρμη ταν μια κοινωνα, που βρισκτανε κτω απ τη κυραρχη κι χι σπνια, ασφυκτικ παρουσα του νου ηγεμνα. Στo πλασιο του μεταρρυθμιστικο του προγρμματος ο Αγουστος επιδωκε (και σε μεγλο βαθμ το κατφερε) να ελγχει σχεδν λες τις εκφνσεις του δημσιου κι ιδιωτικο βου. Η ρωμακ ελεγεα εναι ποηση που προκαλε ρωγμς στη συμπαγ επιφνεια του αυγοστειου καθωσπρεπισμο και της ολοκληρωτικς υποταγς του ατμου στο γενικ καλ. Ο ρωτας για τους ελεγειακος ποιητς δεν εναι μνον να συνασθημα, αλλ τρπος ζως. Οι ελεγειακο δεν αγαπον απλς· αγαπον να γρφουνε για τους ρωτς τους. Αδιαφορντας, σχεδν περιφρονντας, τα μεγαλπνοα σχδια του Αυγοστου για τη πολιτικ και κοινωνικ ανρθωση της Ρμης, οι ποιητς αυτο βρσκουνε καταφγιο σ' να κσμο ιδιτευσης, ομορφις, ποησης κι ντονων συναισθημτων.


                                        Τβουλλος

     Ενδεχομνως, κπου 'δ να βρσκεται η γοητεα που ασκε ακμα και σμερα η ρωμακ ερωτικ ελεγεα. Σ' να κσμο, που βεβαιτητες και παραδοσιακ σχματα πρσληψης της πραγματικτητας καταρρουνε θορυβωδς γρω και μσα μας, η ποηση των Ρωμαων ελεγειακν ρχεται να προτενει μιαν εναλλακτικ αξιακ αντληψη της πραγματικτητας, να τονσει το μεγαλεο της ομορφις, τη θρμη του συναισθματος, τη μοναδικτητα της στιγμς. Πρωτστως να υπενθυμσει την αξα και τη δναμη της ποησης, ακμα και μσα στις πιεστικς κι αγχωτικς συνθκες της καθημεριντητας. Παρ τη σημαντικ θση που κατχει η ρωμακ ελεγεα στην ιστορα της ευρωπακς λογοτεχνας, δυστυχς στην Ελλδα εξακολουθε να παραμνει μλλον στην αφνεια. Τις περισστερες φορς ο Τβουλλος, ο Προπρτιος κι ο Οβδιος κνουν να φευγαλο πρασμα σε σντομες γραμματολογικς αναφορς, εν το ργο τους παραμνει σε μεγλο βαθμ γνωστο. Δεν εναι τυχαο τι μχρι σμερα χουν μεταφραστε ελχιστα στα ελληνικ.
     Στη Ρμη κενοι που 1οι δεχτκανε κι αφομοισανε τα διδγματα των Αλεξανδρινν ταν νας κκλος ποιητν που δρσανε κατ το 1ο μισ του 1ου αι. π.Χ. κι ονομστηκαν νετεροι ( νεωτερικο) ποιητς (poetae novi). Πρκειται για μια ομδα απ νους, ευασθητους και κομψευμενους ποιητς, που επιθυμον να αλλξουν τη λατινικ ποηση. Πιο γνωστς ποιητς του κκλου ταν ο Γιος Βαλριος Κτουλλος απ τη Βερνα, εν γρω του γραψαν ο Furius Bibaculus, o Helvius Cinna (γραψε ν επλλιο με ττλο Zmyrna), o Calvus Macer (γραψε ν επλλιο με ττλο Io κι να θρηνητικ ποημα για το θνατο της συζγου Κορνηλας). Οι ποιητς αυτο γυρσανε τη πλτη στην επικ παρδοση που 'χε διαμορφωθε στη λατινικ λογοτεχνα με προεξρχουσα μορφ τον ννιο και στραφκανε, κατ τον τρπο των Αλεξανδρινν, σε μικρτερες, κομψτερες, πιο οικεες συνθσεις.
     Η αλθεια εναι πως το πολιτικ και λογοτεχνικ κατεστημνο της εποχς υποδχτηκε την αισθητικ πρταση των νεωτερικν ποιητν μλλον με επιφλαξη, αν χι με καχυποψα. Ο Κικρων, στον οποο οφελουνε την ονομασα τους, αποκαλοσε τους ποιητς αυτος περιφρονητικ ως cantores Euphorionis σ' αντιδιαστολ προς τον εξασιο ννιο. Το γεγονς τι ο κκλος των νεωτρων πολ συχν μετφραζε το αισθητικ πιστεω του σε κοινωνικ-πολιτικ εππεδο δεχνοντας αδιαφορα για το ρωμακ mos maiorum ενδεχομνως να εξηγε τη μλλον επιφυλακτικ στση των σγχρονων Ρωμαων απναντι στους ποιητς αυτος και σε πολιτικ εππεδο.
     Πντως η λογοτεχνικ θεωρα των νεωτερικν υιοθετθηκε σε μεγλο βαθμ κι απ τους Ρωμαους ελεγειακος που επσης, απορρψανε το πος και τα υψιπετ θματα, για να γρψουνε για τους ρωτς τους στο ταπειντερο και σαφς πιο οικεο ελεγειακ 2στιχο. Μλιστα, δεν εναι λγες οι φορς που εκπρσωποι του νου καθεσττος (πως π.χ. ο Μαικνας) θα ζητσουν απ τους ελεγειακος ποιητς να εξυμνσουνε σε κποιο πος τους τα επιτεγματα του Οκταβιανο Αυγοστου. Πρκειται, επομνως πιτερο για συγγνεια φους και ποιητικς ανμεσα στους Αλεξανδρινος και τους Ρωμαους ελεγειακος, παρ για θεματικ σχση, παρ το τι στα ργα των Αλεξανδρινν ο ρωτας κατεχε σημανουσα θση.
     Το 28 π.Χ. ο Οκταβιανς εγκαινασε το να του Απλλωνα στο Παλατνο λφο μαζ με μια ελληνικ και λατινικ βιβλιοθκη. Το γεγονς αυτ αποτελοσε μπρακτη απδειξη της ισοτιμας των λατινικν με τα ελληνικ, αλλ και της αμοιβαας ανταλλαγς μεταξ των 2 πολιτισμν. H επαφ των Ρωμαων με τους λληνες τρα μπανει σε να φση. Τη περοδο της Δημοκρατας εκενο που ενδιφερε πρωτστως ταν η μετακνωση λογοτεχνικν ειδν απ την Ελλδα στη Ρμη κι η προσαρμογ τους στους εκφραστικος τρπους και τις ανγκες της λατινικς λογοτεχνας. Ο ρλος του Κτουλλου και των λεγμενων νεωτερικν ποιητν προς τη κατεθυνση αυτν υπρξε, πως χουμε δει, καθοριστικς. Αρχζει πλον να διαμορφνεται στη Ρμη η πεποθηση τι πλι στα κεμενα της ελληνικς λογοτεχνας υπρχουν ισξια ρωμακ κλασσικ κεμενα.
     Το πος που καλλιεργθηκε συστηματικ απ τις απαρχς της λατινικς λογοτεχνας τρα αποκτ εσωτερικ συνοχ, εντητα και την ικαντητα επικντρωσης σ' να κριο ρωα. Κτω απ την εμφαν επδραση του ομηρικο κι ελληνιστικο πος, αλλ και της αρχακς φσης του, το ρωμακ πος αναδεικνεται σε βασικ ποιητικ εδος, που αντικατοπτρζεται με σθνος και δυναμισμ η ανακοφιση για τη λξη των εμφυλων πολμων κι η αισιοδοξα για την ανασυγκρτηση της ρωμακς πολιτεας. Στη σκι της ησιδειας διδακτικς ποησης και σε συνχεια του λουκρητιανο De rerum natura ο Βεργλιος συνθτει τα Γεωργικ του, τα οποα εναι εναρμονισμνα με το πργραμμα γεωργικν κι οικονομικν μεταρρυθμσεων του Αυγοστου.
     Λγο αργτερα, αλλ την δια πντα περοδο, συναντμε και την Ars amatoria του Οβιδου, ργο που βρσκεται, ωστσο, στον αντποδα του αυγοστειου μεταρρυθμιστικο προγρμματος. Το δρμα εξακολουθε να καλλιεργεται, δυστυχς, μως, δεν χει σωθε τποτε παρ ττλοι ργων κι ελχιστα σπαργματα. Ανμεσα στις μεγλες απλειες της σχετικς παραγωγς αναμφβολα φιγουρρει η Medea του Οβιδου, η οποα συγκντρωσε το θαυμασμ της αρχαας λογοτεχνικς κριτικς. Απ τον Σουητνιο, πληροφορομαστε, επσης, τι κι ο διος ο Αγουστος εχε συγγρψει τραγωδα με ττλο Ajax.
     Την αυγοστεια εποχ κνει την εμφνισ της κι η βουκολικ ποηση με τις Εκλογς του Βεργιλου υπ την επδραση βεβαως των θεοκρτειων ειδυλλων, αλλ με σαφ ρωμακ προσανατολισμ (πολιτικ και ποιητολογικ). Ο Ορτιος με τις Ωδς του οδηγε τη λυρικ ποηση στο αποκορφωμ της μσα απ την αριστοτεχνικ μεταφτευση μετρικν σχημτων της αρχακς ελληνικς λυρικς ποησης στη λατινικ. Την δια εποχ εγγενς ρωμακ εδη, πως η στιρα κι η ελεγεα, επσης τελειοποιονται.
     Τλος, εκενο που χαρακτηρζει τη λογοτεχνα συνολικ της εποχς του Αυγοστου εναι ντονη διθεση πειραματισμο κι ειδολογικς καινοτομας χι αποκλειστικ μσω της δημιουργας νων λογοτεχνικν ειδν, αλλ κυρως μσα απ τη γνιμη διασταρωση λογοτεχνικν ειδν που προπρχανε. Το πιο χαρακτηριστικ ενδεχομνως, προν αυτο του φαινομνου, που επικρτησε η γερμανικ ορολογα Kreuzung der Gattungen εναι η ρωμακ ερωτικ ελεγεα, που συνδασε στοιχεα της Νας Κωμωδας, του ελληνιστικο επιγρμματος και της λυρικς κφρασης μετασχηματζοντς τα σε να νο εδος σπνιας εκφραστικς δναμης κι υποκειμενικτητας.
     Με τον ρο ρωμακ ερωτικ ελεγεα εννοομε το ποιητικ εδος που καλλιεργθηκε στη Ρμη στο 2ο μισ του 1ου αι. π.Χ. Πρκειται για προσωπικ, ερωτικ ποηση γραμμνη σε ελεγειακ 2στιχο. Πιο συγκεκριμνα, πρκειται για συλλογς, ολκληρα βιβλα με ερωτικ ποιματα γραμμνα σε ελεγειακ δστιχο, κυρως σε πρτο πρσωπο, που ο ποιητς εκφρζει τον ρωτ του για την αγαπημνη του.  Ο ρητοροδιδσκαλος του 1ου αι. π.Χ. Κοντιλιανς γρφοντας για την ελεγεα στο ργο του Institutio Oratoria παραθτει τον καννα των τεσσρων ελεγειακν ποιητν ως εξς: Στην ελεγεα επσης ανταγωνιζμαστε τους λληνες. Απ αυτος τους ποιητς ο Τβουλλος φτνει σε μεγαλτερο εππεδο κομψτητας και λεπττητας. Κποιοι προτιμον τον Προπρτιο. Ο Οβδιος εναι πιο παιχνιδιρης και απ τους δο κι ο Γλλος εναι κπως πιο τραχς. Τον διο καννα των Ρωμαων ελεγειακν επαναλαμβνει κι ο διος ο Οβδιος στη ποηση της εξορας. Τ νομα της Σουλπικας, πως εναι αναμενμενο ββαια, απουσιζεικι απ τους δο καταλγους.
     Ο βος αυτο του λογοτεχνικο εδους εναι εξαιρετικ σντομος. Απ το 1ο βιβλο του Προπρτιου, τη λεγμενη Μονβιβλο, που κυκλοφρησε γρω στα 30 π.Χ. μχρι τη 2η κδοση των Amores του Οβιδου γρω στο 2 π.Χ. μεσολαβον μλις 28 χρνια. Ωστσο, εναι χαρακτηριστικ πως αμσως με την εμφνισ του το εδος παρουσιζει δη εξελιγμνα και διαμορφωμνα τα βασικ χαρακτηριστικ και τα θματ του.

==========================

                                               Τβουλλος

Βος:

    Ο λβιος Τβουλλος (Albius Tibullus) τανε Λατνος ποιητς, πολ αγαπητς στο κοιν της εποχς του για ειδυλλιακ απλτητα, χρη κι εκφραστικτητα και για τη ζω του ελχιστα εναι γνωστ. Γεννθηκε γρω στο 55, στους Γαβους, πλη του Λτιου και φανεται τι πθανε το 19 π.Χ. Ανκε στην τξη των ιππων (equites) κι εχε αρκετ πατρικ περιουσα, παρ τις περ του αντιθτου δηλσεις του, που θα πρπει ν' αποδοθονε σε λογοτεχνικ σμβαση. Πιθανν να υπστη κι αυτς, πως ο Βιργλιος, ο Προπρτιος κι ο Ορτιος, τις συνπειες της δμευσης των περιουσιν για τη διανομ τους στους βετερνους του Οκταβιανο και μλλον αυτ  δημετηκε απ τον Μρκο Αντνιο. Σε αντιστθμισμα απκτησε τη προστασα του Μρκου Βαλριου Μεσσλλα Κορβνου κι γινε μλος του λογοτεχνικο του κκλου. Συνδευσε τον Μεσσλλα στις εκστρατεες του στη Γαλατα, καθς και στην Ανατολ (μεταξ 31-27), αλλ στο ταξδι του στην Ανατολ αρρστησε και παρμεινε στη Κρκυρα, για ν' αναρρσει. Πθανε σχετικ νος, το 19 π.Χ., ο Οβδιος γραψε μια θρηνητικ ελεγεα για το θνατ του.
     γραψε ερωτικ ποηση. Φλος του Ορτιου, που τον απεικονζει μελαγχολικ κι ερημτη, γνρισε μεγλες ατυχες κι χι λγες αντιξοτητες. γραψε 2 βιβλα ελεγειν, το 1ο με 10 (γρω στο 27) και το 2 με 6 ποιματα (γρω στο 19 π.Χ.). Στο 1ο και σημαντικτερο αγαπημνη του εναι η Δηλα κι να αγρι, ο Μραθος. Με τη Δλια εχε συνψει ερωτικς σχσεις εκμεταλλευμενος την απουσα του συζγου εραστ σ' εκστρατεα και ποτζοντς τονε στην επιστροφ του με "κρατον ονον". λ' αυτ μως μχρι που κποιος νος εραστς ρχισε να εφαρμζει το διο τχνασμα στον διο τον ποιητ. Εναι ο μνος ελεγειακς ποητς που γρφει για ομοφυλοφιλικ ρωτα κι ο μνος που χει 2 ερωμνες. Στο 2ο βιβλο, του οποου ο τνος εναι σκληρτερος κι εντοντερος, η αγαπημνη του εναι η Νμεσις.
     Τραγοδησε λοιπν τον νεαρ Μραθο και τις 2 γυνακες που αγαποσε με τρυφερ ασθημα, τη Δηλα και τη Νμεση. Στο Corpus Tibullianum, το σνολο των ελεγειν του, μερικς απ τις οποες θεωρονται νθες, περιλαμβνονται τα κοιντυπα ποιματα κποιου Λγδαμου κι λλα ποιματα που δεν ανκουνε σ' αυτν. Μπορον να αποδοθον με βεβαιτητα μνο τα 2 πρτα βιβλα (16 συνθσεις συνολικ). Παρ το γεγονς τι το ργο του εναι επηρεασμνο απ' το Λουκρτιο, τον Κτουλλο και τον Βιργλιο η πρωτοτυπα του βρσκεται κυρως στην αγπη του για την αγροτικ ζω. Τους στχους του διαποτζει νας μελαγχολικς τνος, που ταιριζει με την λη του την ευαισθησα.
     Ο Τβουλλος more hellenistico επιδικει τη πολυθεματικ σνθεση, σε αντθεση, για παρδειγμα, με τον Οβδιο, ο οποος αναπτσσει μεγεθυντικ να μεμονωμνο θμα. Η δομ των ελεγειν του εναι εξαιρετικ επιμελημνη. Παρ' λ' αυτ, οι ελεγεες του δνουνε συχν την εντπωση ενς -θα λγαμε με σγχρονη ορολογα- συνειρμικο εσωτερικο μονολγου. Τα θματα μεταξ τους εναι χαλαρ συνδεδεμνα κι ο ποιητς περν εκολα κι αβαστα απ ιδα σε ιδα σε μια συνειρμικ, σχεδν ονειρικ, αλληλουχα. Αυτο οι ελεθεροι συνειρμο οδηγονε συχν σε ξαφνικς μεταβσεις κι απτομες αλλαγς σκηνικν που προσδδουνε ποικιλα και δραματικτητα διατηρντας τον αναγνστη σε διαρκ εγργορση.
     Αγαπημνα του θματα εναι ο ρομαντικς ρωτας, η ζω στην παιθρο, το μσος για πλεμο, η αγπη για την ειρνη, η νοσταλγα για μια μακρυν Χρυσ εποχ, η θρησκευτικ ευλβεια κι ο σεβασμς στις παραδοσιακς ρωμακς λατρεες. Με 2 λγια ιδανικ του εναι μια ζω ειρηνικ αφιερωμνη στον ρωτα. Νοσταλγε το ρωμακ παρελθν και την απλ ζω, αγαπ την απαλλαγμνη απ πολυπραγμοσνη αγροτικ ζω της υπαθρου. Η θεματολογα αυτ εξηγεται εκολα, αν λβει κανες υπψη του πως αυτς κι ο Γλλος εναι οι μνοι απ τους ελεγειακος, που υπηρετσανε στο στρατ και γνωρσανε τη φρκη των πολμων.
     Γενικ αποφεγει τις ντονες συναισθηματικς εξρσεις, εν αποδεικνεται μλλον απρθυμος να τροποποισει θεματικ τους κοινος τπους της ερωτικς ποησης. Δεν αναφρει λλους ποιητς στο ργο του, ωστσο χει επηρεαστε προφανς απ τους Αλεξανδρινος. Εναι εντυπωσιακ τι απ το ργο του απουσιζει οποιαδποτε αναφορ στον Αγουστο, αλλ' αυτ δεν θα πρπει να ερμηνευθε απαρατητα ως εχθρικ στση. Τλος, να σημειωθε πως σε αντθεση με τους υπλοιπους ελεγειακος, η χρση του μθου στον Τβουλλο εναι εξαιρετικ περιορισμνη. σον αφορ στη γλσσα και το φος του, πως σωστ παρατηρε ο Κοντιλιανς, διακρνονται για τη κομψτητα και την απλτητ τους. Εναι ψογος χειριστς του μτρου και δεχνει ιδιατερη προτμηση στο 2σλλαβο κλεσιμο του 5μτρου.

ργα:

                       Eλεγεα 1.1
(απσπασμα)

Ας μαζυει με τις χοφτες το χρυσφι σο θλει

κι ας κατχει περιουσες καλλιεργημνη γη,
ο, που 'ναι δειλς και διγει τη ζω ενς τεμπλη
κι αν σιμνει ο εχτρς του δεν μπορε να κοιμηθε.

Πενα εμνα μ' οδηγε να ζω μιαν συχη ζω,
σο η φλγα του τζακιο μου ειν' αναμμνη.
Φυτεω τα αμπλια μου σαν ο καιρς με ευνοε,
τρυγ τα καρποφρα μου, σοδει μου βλογημνη.

Aς μη φγει η Ελπδα κι η γη πντα ας μου προσφρει
πολλς σοδεις, κρασ εκλεχτ κι εστα αναμμνη.
Γιατ σβομαι Θε, ετε κορμς πεσμνος στο αγρι,
ετ' εναι πτρα στο δρομ με βρα στολισμνη.

Κι ποιο καρπ, η να χρονι, απλχερα μου δνει
θυσα στα πδια του αγρτη του Θεο θ' αφσω.
Στεφνι στχυα, Δμητρα ξανθ, θα σ' ακουμπσω
πνω στη πλη του ναο σου, ν' απομενει.

Κι ο Πραπος, κκκινος φλακας ας πει να σταθε
στους κπους μου, να διχνει τα πουλι με το δρεπνι.
Κι εσες Λρες, σταθκατε προσττες μου πιστο,
του κποτ' υφορου -πλον φτωχο- αγρο τσοπνοι.

Μια γελδα πρσφερα παλι κι εξγνιζε πολλ μοσχρια,
τρα να μικρ φτωχο αγρου προσφρω σφγιο αρν.
Θυσα για σας και γρω της, σωρ χωριτες παληκρια
θα λνε: Δστε του καλ σοδει κι ολγλυκο κρασ.

Αρκε μνο με λγα να μπορ να ζω ευτυχισμνος
και να μην εμαι σε ταξδια μακρυν πολ καιρ,
ν' αποφεγω θεριν του Σεριου ανατολ γερμνος
σε δντρου σκι πλι στο ποτμι με το γργαρ νερ.

Να μη ντραπ να πινω τη βουκντρα, απ' το στυλιρι,
το δικλλι, τ' τακτα τα βδια να μαλλνω.
Να φρνω πσω αγκαλι να μικρ μοσχρι
που η ξεχασιρα η μνα του τ' φησε μνο.

Αφστε το μικρ αυτ κοπδι, κλφτες, λκοι,
τη λεα σας γυρψτε τη σε κενα τα μεγλα.
Πληρνω στο βοσκ μου κθε χρνο καλ νοκι
και προσφορ τη γη ραντζω φρσκο γλα.

Mην αγνοσετε Θεο, απ τραπζι φτωχικ
δρα απ σκεη πλινα και καθαρ.
Πρτα φτιαχτκαν απ' αρχαο χωρικ
ποτρια μ' επλαστο πηλ, για προσφορ.

Moυ αρκε μα μικρ συγκομιδ κι να κρεββτι,
τα μλη μου να ξεκουρζω με ραχτι.
Μ' αρσει να γροικ γριους ανμους πλαγιασμνος,
με το κορτσι μου στη τρυφερ αγκαλι μου να κρατ.

Κι ταν της χειμωνις νοτις ξω λυσσει παγωμνος,
θα 'ναι για 'με νανορισμα στο πλι της να κοιμηθ.
Αυτ να εχα τη χαρ, να ζσω αυτς τις ρες:
Πλοσιος εν' αυτς π' αντχει λες τις μπρες.

Καλλτερα σα πλοτη υπρχουν να χαθονε
παρ καποια να κλψει στο δικ μου το χαμ.
Για σε Μεσσλλα να πολεμμε εναι σωστ,
στο σπτι σου μετ τα λφυρα να στολιστονε.

ρμαιο μ' χουν μας μορφης κοπλλας τα δεσμ
και σα φρουρς στκω στης καρδης τη πρτα της μπροστ.
Η Δξα εμνα δε με νοιζει Δλια μου, μαζ σου φτνει
να 'μαι και ας με πον τεμπλη στο δικ σου το φουστνι.

Σαν φτσει η στερν μου ρα εσνα ας κοιτ,
το χρι σου μες στα δικ μου μνο να κρατ.
Στη πυρ μου πνω θα θρηνες πολ πικρ
κι αμτρητα φιλι θα δνεις, Δλια, τρυφερ.

Δεν εναι η καρδι σου απ πτρα καμωμνη,
οτ' απ σδερο τριγρω της κλεισμνη.
Δε θα φγει κανες νος και καμμι παρθνα,
απ κενη τη κηδεα με τα μτια στεγνωμνα.

Μη προσβλεις τη ψυχ μου Δλια, λγο λυπσου
τις τρυφερς παρεις, τα λυτ μαλλι και τη ψυχ σου.
σο η Μορα επιτρπει ας χαρομε τον ρωτ μας,
γοργ ο Χρος θα φανε με σκοτδι εμπροστ μας.

Το γρας θα φανε μ' σπρα μαλλι στη κεφαλ,
και δεν αρμζε ρωτας, γλυκλογα θα 'ναι ντροπ.
Τρα πρπει να σπνδουμε στη θεα Αφροδτη,
πο 'χουμ' ικμδες ρωτα, καυγ κι αποσπερτη.
(...)

===================================

 

                                          Ορτιος

    Ο Κουντος Ορτιος Φλκκος (Quintus Horatius Flaccus, γνωσττερος απλς ως Ορτιος, τανε κορυφαος Ρωμαος λυρικς ποιητς στην εποχ του Οκταβιανο Αγουστου. Για πολλος εναι νας απ τους 2 μεγαλτερους Λατνους ποιητς λων των εποχν μαζ με τον Βιργλιο.
     Γεννθηκε στις 8 Δεκμβρη 65 π.Χ. στη Βενουσα (ΝΑ Ιταλα, στα σνορα Απουλας και Λευκανας). Ο πατρας του ταν απελεθερος κι εργαζταν ως υπλληλος σε δημοπρασες, -συνεπς κι  ο δος γεννημνος ελεθερος. Φρντισε να λβει ο γιος του σο το δυνατν καλλτερη μρφωση, παρ τη ταπειν κοινωνικ του καταγωγ. Παρτι ο ποιητς παρουσιζει τον εαυτ του σα φτωχ και τμιον αγρτη, η ασχολα του πατρα του ταν επικερδς για τους πρην σκλβους: μπρεσε να ξοδψει αρκετ χρματα για την εκπαδευση του γιου του, συνοδεοντς τον αρχικς στη Ρμη για τη στοιχειδη μρφωση και στλνοντς τον κατπιν στην Αθνα να μελετσει Ελληνικ και Φιλοσοφα. Ο Ορτιος αργτερα εξφρασε την ευγνωμοσνη του ως εξς:

   "
Αν ο χαρακτρας μου βαρνεται με λγα μικρ ελαττματα, κατ τα λλα εναι τμιος κι ηθικς. Αν λγους μνο δισπαρτους λεκδες μπορετε να δεξετε σε μια κατ τ' λλα αγν επιφνεια, αν κανες δε μπορε να με κατηγορσει για φιλοχρηματα, λαγνεα, ασωτες, αν ζω ζω ενρετη, αμλυντη απ ακαθαρσες (συγχωρεστε μου προς στιγμ τον αυτοπαιν μου),κι αν εμαι νας καλς φλος για τους φλους μου, στον πατρα μου οφελονται λα αυτ... ... Αξζει απ μνα ευγνωμοσνη κι ανο. Ποτ δε θα μποροσα να ντρπομαι για να ττοιο πατρα, οτε και νιθω ανγκη καμμι ν' απολογηθ, σαν πολλος λλους, επειδ εμαι γιος απελεθερου". (Στιρες 1.6.65-92)



     Ο Ορτιος ξεκνησε σπουδς στη Ρμη κοντ στο γραμματικ Lucius Orbilius Pupillus, που θαμαζε τους αρχαους ποιητς Λβιο Ανδρνικο κι ννιο και μεταχειριζτανε και τη σωματικ βα ως διδακτικ μθοδο (τον αποκαλε plagosus = αυτς που δνει χτυπματα, Ορ. Epist. 2.1.70 κ.ε.). Σ' ηλικα περπου 19 ετν πγε στην Αθνα, για να σπουδσει ρητορικ, λογοτεχνα, ηθικ φιλοσοφα και θεωρα της γνσης κοντ σε σπουδαους δασκλους της εποχς, πως ο Κρτιππος απ τη Πργαμο και ο Θεμνηστος. νας απ τους συμμαθητς του τανε γιος του Κικρωνα. Το 44 π.Χ. δολοφονεται στη Ρμη ο Ιολιος Κασαρας απ ομδα συνωμοτν με επικεφαλς τους Μρκο Ιονιο Βροτο (Marcus Iunius Brutus) και Γιο Κσσιο Λογγνο (Gaius Cassius Longinus). Στην Αθνα, νεαρς κι πειρος στρατολογεται απ τους Κσσιο και Βροτο, για να πολεμσει με τον στρατ των δημοκρατικν, των λυτρωτν της Ρμης απ τον δυνμει μονρχη Ιολιο Κασαρα. Μολοντι δεν εχε προηγομενη πολεμικ περα, ο Ορτιος πολμησε σ χιλαρχος στο στρατ του Κσσιου και του Βροτου στη μχη των Φιλππων Νομβρη 42 π.Χ., ωστσο, πως ομολογε ο διος, πταξε την ασπδα του κατ τη διρκεια της πανικβλητης φυγς του (γινε ῥψασπις, πως ο Αρχλοχος, ο Αλκαος κι ο Ανακρων πριν απ αυτν).
     ταν η 2η Τριανδρα (Οκταβιανς, Αντνιος, Λπιδος) παραχρησε γενικ αμνηστα, επστρεψε στην Ιταλα, που μως βρκε τη πατρικ περιουσα του κατασχεμνη. Βρκε δουλει στο δημσιο ταμεο σα γραφας (εχε τα χρματα για ν' αγορσει  μνιμη θση εργασας, να αξωμα του Θησαυροφυλακου, που του επτρεψε να ζσει νετα και να επιδοθε στη ποιητικ του τχνη) και την δια εποχ ρχισε να γρφει ποηση. Το 39 το 38 π.Χ. οι φλοι του, Βιργλιος (Publius Vergilius Maro) και Βριος Ροφος (Lucius Varius Rufus) τον συνστησαν στο Γιο Κλνιο Μαικνα (Gaius Cilnius Maecenas), τον στεν φλο και συνεργτη του Οκταβιανο). Ο Μαικνας ενδιαφερταν να συγκεντρσει γρω του ταλαντοχους κι ελπιδοφρους δημιουργος που θα μποροσαν με το ργο τους να στηρξουν το υπ διαμρφωση νο καθεστς. Πργματι, 8 μνες μετ γινε δεκτς στον κκλο του Μαικνα, γεγονς που αποτλεσε αφετηρα για μια μακρχρονη και στεν φιλα, παρ για απλ κοινωνικ συναναστροφ πτρωνα και πελτη (clientela). Η σχση του με τον Μαικνα χαρακτηριζταν απ αμοιβαο σεβασμ, φιλικ αγπη κι εκτμηση. Λγα τη μετ ο Μαικνας σως του δρισε να κτμα στη Σαβνη. Πιθανς ο ποιητς να διθετε και λλη μα βλα στα Τβουρα. Μσω του Μαικνα ο ποιητς γνρισε τον Αγουστο, ο οποος μλιστα του πρτεινε να αναλβει τη θση του γραμματα του, κτι που αρνθηκε ευγενικ.



     Ο Ορτιος πθανε στις 27 Νομβρη 8 π.Χ. απ μια ξαφνικ ασθνεια, 59 μρες μετ το θνατο του φλου και πτρων του, Μαικνα. Εχε προλβει να ορσει τον Αγουστο κληρονμο στη προφορικ διαθκη του. Θφτηκε στον Ησκυλνο λφο δπλα στον τφο του φλου του, Μαικνα και το αγρκτημ του διατηρεται και σμερα σαν τπος προσκυνματος για τους φλους του ργου του. τανε πολυσνθετος και πολυδιστατος δημιουργς, που καλλιργησε διφορα ποιητικ εδη. Τα ργα του και το λογοτεχνικ εδος στο οποο εντσσονται χουν ως εξς: Στιρες (Saturae Sermones) στιρα, Επωδο αμβοι (Epodi Iambi) ιαμβικ ποηση, Ωδς (Carmina) λυρικ ποηση, Ελεγεες, Επιστολς (Epistulae) μμετρες επιστολς (εδ ανκει κι η Ars poetica -διδακτικ ργο), Carmen saeculare, χορικ λυρικ ποηση.     



     Μερικ ρητ του:

 * Επαινες τη καλ τχη και τους τρπους των ανθρπων της αρχαιτητας κι μως αν ξφνου κποιος θες σ' παιρνε και γριζες πσω σ' αυτος τους καιρος, ττε θ' αρνισουν λες τις εποχς.

 * Κθε γνση που προστθεται εναι προσθκη στην ανθρπινη δναμη.

 * Να λογαριζετε καλ ως πο φτνει η δναμ σας κι ως πο δεν φτνει η ικαντητ σας.

 * Ολγυμνος, ψχνω να βρω τη κατασκνωση εκενων, που δεν χουν επιθυμες.

 * ποιος κακολογε φλο του που δεν εναι παρν δεν τον υπερασπζεται ταν λλοι τον κακολογον επιδικει το ανητο γλιο των παρντων κι τσι ν' αποκτσει φμη ευφυολγου δεν κρατ το μυστικ που του εμπιστετηκε ο φλος του, εναι φαλος.

 * Στη συμφορ να 'σαι γενναος και δυνατς, μως να χειρζεσαι με σωφροσνη τα πανι, ταν εναι παραφουσκωμνα με νεμο ευτυχας.

 * Το κρασ εναι ζω και φρνει στο φως λα τα κρυμμνα μυστικ της ψυχς.

 * Η κατακτημνη Ελλδα κατκτησε τον απολτιστο νικητ.

 * Να ξρεις να εξουσιζεις τη διθεσ σου, γιατ αν δεν υπακοει, ττε διατζει.

 * Πολλς υποσχσεις μεινουν την εμπιστοσνη.

 * Το χρμα, αν ξρεις να το μεταχειριστες, εναι ο δολος σου, αλλ αν δεν ξρεις, εναι ο αφντης σου.

 * Προσπαθ να υποτξω τις περιστσεις στον εαυτ μου και χι τον εαυτ μου στις περιστσεις.

 * Αγωνζομαι να εμαι σντομος και γνομαι δυσνητος.

 * ποτε δνεις συμβουλ, να εσαι σντομος.

 * Μη κουβαλς ξλα στο δσος.

 * Μετρς τα γενθλι σου με ευγνωμοσνη;

 * Κποια σφλματα σως εκλιπαρονε τη συγχρεση.

 * Αν κτι μπει στο μτι σου, προσπαθες να το βγλεις αμσως. μως αν το μυαλ σου εναι μπερδεμνο, μπορε να περσει νας χρνος προτο κνεις κτι.

 * Η μετριτητα στους ποιητς δεν εναι ανεκτ οτε απ τους ανθρπους οτε απ τους θεος οτε απ τους βιβλιοπλες.

 *  Εναι επσης ο δημιουργς του "Κρπε Ντεμ" πως επσης και των: "Δε θα πεθνω ολκερος, κτι μνει", "Μη βασιστες σε λγια", "Υπροχα λθος", "Μια νχτα μας περιμνει λους", "Εμαστε σκνη και σκι", "Τποτε δεν εν' εντελς βλογημνο" και τλος "Πλεμος μισητς στις μητρες"!
____________________


_________________________

ΕΡΓΑ:

                Ωδ 1.3

Μακρι Αφροδτη μου κυρ,
αδλφια Ελνης στρα φωτειν,
εκτς του Ιπυγα*, ολνος να κυβερνς,
των νεμων πατρα, κρατντας τους γερ,

καρβι, που Βιργλιο μου χρωστ,
να μου το φρει εχομαι γοργ
σαν πισει σε λιμνι Αττικς,
να προφυλξει το μισ μου της ψυχς.

Εκενος που 'χε δναμη, τριπλ τον τσαγαν
γρω απ' τη καρδι, το πλοο το λιαν
στ' γριο κμα εμπιστετη που μανοσε
κι οτε νοτι φοβθη που φυσοσε,

που πολεμοσε και με τους βοριδες,
οτε φοβθηκε τις κλαουσες Υδες**
κι εναι μεγλος ο Νοτις, Αδριατικς,
υψνει ετ' ηρεμε το κμα της, κριτς.

Ποι βμα εφοβθη του θαντου:
εδε ατραχτος να κολυμπνε τρατα,
τη θλασσα ανταριασμνην ως τα πρατα,
τ' Ακροκερανια: γριους βρχους παν' ως κτου;

Μταια ο σοφς Θες θλασσες χρισε,
με τις στερις στα πλαγα καταμεσς,
που δεν πρεπε ν' αγγιχτον, ως ρισε,
απ καρβια ασεβ και νθρωπους της γης.

Τ' ανθρπινο το γνος εναι τολμηρ,
ρχνεται στ' απαγορευμνο τον καρπ.
Τολμηρς κι ο Προμηθας με κακ κλεψι
φερε κτωθε στη γη μας τη φωτι.

Κι κτοτε μρια κακ προκψανε στη γη
κι η μχρι ττ' απμακρη του χρου ψη,
νοιξε βμα κατεπνω μας με οργ,
μ' ορδς πυρσσουσες στου μαρασμο τη κψη.

Ο Δαδαλος δοκμασε με κερωτ φτερ
που δε μας δθηκαν ποτ στο σμα,
πιο ψηλ κι απ' τον Ουραν να φτσει ακμα,
κι ο Αχροντας στου Ηρακλ το μχθο εναι βορ.

Τποτα δεν εν' πιαστο για τους θνητος
τον ουραν τον διο αναζητομε μ' ανοησα
και δεν μπορομε μ' μνους ικετευτικος,
τις αστραπς οργς να πψουμε του Δα.

_________________

 * Στην ελληνικ μυθολογα ο Ιπυξ Ιπυγας ταν ρωας που δωσε τ' νομ του στο θνος των Ιαπγων. Σμφωνα με κποιες παραδσεις, τανε γιος του Τρωαδτη Λυκονα (ρα κι αδελφς του Πανδρου) αδελφς του Δανου και του Πευκητου. Ο Ιπυξ περιλαμβνεται στους Αινειδες ως θεραπευτς. Μετ την φιξ τους στην Ιταλα, δρυσε την Απουλα. Αλλο πλι αναφρεται σα γιος του Δαιδλου και κποιας αννυμης Κρητικις. Σ' αυτ την εκδοχ ταν αρχηγς μιας ομδας Κρητικν που ακολουθσανε τον Μνωα στη Σικελα. Μετ το θνατο του Μνωα, οι Κρητικο θλησαν να επιστρψουνε στη πατρδα τους, αλλ μια τρικυμα τους ρριξε στη Ντια Ιταλα. Εκε, στον Τραντα, ιδρσανε μιαν αποικα, την Ιαπυγα. Μα λλη εκδοχ αναφρει πως ο Ιπυξ πγε στη Ν. Ιταλα κατευθεαν απ τη Κρτη, εν ο αδελφς του Ικδιος μεταφρθηκε απ να δελφνι στους πρποδες του Παρνασσο, που δρυσε τους Δελφος.

 ** Στην ελληνικ μυθολογα οι Υδες, -λξη που σημανει "οι της βροχς" απ το αρχαο ρμα υ = βρχω- ταν αδελφς Νμφες, που φρνανε τη βροχ. τανε κρες του τλαντα και της Πλεινης (κατ το "Fabulae" του Υγνου), της Αθρας (κατ το "Ημερολγιο" του Οβδιου και το "Περ Αστρονομας" του Υγνου), εν ο Υγνος στο Περ Αστρονομας (Poeticon Astronomicon) δνει και τη πιθαντητα να τανε κρες του αντα και της Βοιωτας. Στην επικρατστερη εκδοχ πντως, ο ας ταν αδελφς τους. Μαζ με τις 7 Πλειδες αποτελονε τις 14 Ατλαντδες, αλλις γνωστς σα Δωδωνδες καθς ταν νμφες της Δωδνης που τους δθηκε ο Δινυσος βρφος για να τον μεγαλσουν, με την εμπιστοσνη του Δα.
     Μετ το θνατο του αντα σε κυνηγετικ δυστχημα (απ να λιοντρι κατ μιαν εκδοχ), οι Υδες ρχισαν να κλανε απ τη λπη τους ασταμτητα (μια μυθολογικ αιτιολγηση για το κλμα της βροχς). Ττε οι θεο τις λυπηθκανε και τις μεταμορφσανε σ' αστρια. λλη εκδοχ εναι τι γναν αστρια απ το Δα σε ανταμοιβ που αναθρψανε να Θε. Εναι το γνωστ στην Αστρονομα ανοικτ σμνος αστρων Υδες, στη κεφαλ του Ταρου τoυ ομνυμου αστερισμο. Πργματι, η εμφνιση του σμνους αυτο πριν την αυγ [η εα επιτολ τους (η ανατολ δηλαδ του λαμπρτερου στρου της νχτας λγο πριν απ την ανατολ του λιου)], προμνυε κθε χρνο το τλος του ξερο καλοκαιριο και τις πρτες βροχς για τις μεσογειακς χρες.
     Τα ονματα των Υδων ποικλλουνε στους διφορους μυθογρφους. Η επικρατστερη σως εκδοχ θλει τα ονματ τους να εναι τα εξς: Φολα, Αμβροσα, Ευδρα, Κορωνς και Πολυξ. Σε αυτς προστθενται συνθως η Θυνη κι η Προδκη, κρες του αντα απ την Αθρα.
____________________

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers