Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Διαδικτύου 

Μεντζίνης Νίκος: Όμορφες Βαθιές Ανάσες

 

                                         Το Πεσκέσι

     Ο ήλιος έκαιγε ακόμα, όταν ο Δημήτρης, τρέχοντας ν' ανοίξει πρώτος τη ξύλινη πόρτα του σπιτιού, την είδε κι απόρησε. Ήταν κρεμασμένη ψηλά σ' ένα καρφί, από τα δοκάρια της πόρτας, μια πάνινη ριγωτή σακούλα -απ'αυτές που κουβαλούσαν τις πατάτες τους, από το παζάρι κάθε Σάββατο-. Ο λαιμός της σουφρωμένος, σφιγμένος γερά μ' ένα σπάγκο, προφύλασσε από ανεπιθύμητους επισκέπτες. Στη προσπάθειά του να τη φτάσει, τράβηξε το σπάγκο κι αναποδογυρίζοντας η σακούλα, κύλησε βαρύ στα πόδια του.
     Έμεινε εκεί, μη μπορώντας να κουνηθεί κοιτώντας το μπροστά στα πόδια του. Τεράστιο, σχεδόν δέκα κιλά, μαύρο. Χοροπηδούσε, σχεδόν τον άγγιξε! Το πρόσωπό του ανέκφραστο κοίταζε μ' αυστηρότητα το παιδί. Τα μάτια του παγωμένα, βίγλιζαν ακίνητα πεταγμένα έξω από τις κόγχες τους. Το κεφάλι του ψαριού παράξενα στρεβλωμένο, έδειχνε τη θανάσιμη αγωνία της απώλειας του οξυγόνου και της ζωής. Το υπόλοιπο σώμα παλλόταν από μυστήριες και αόρατες δυνάμεις. Τα λέπια και τ' αγκάθια της ράχης ορθά, έτοιμα να χιμήσουν, να ξεσκίσουν, να χύσουν τα  βέβηλα μάτια. Η ουρά τελείωνε σαν πύρινη γλώσσα που τρεμοσβήνει-κάρβουνο πια-, χάνοντας τη μάχη της με τη φωτιά. Ω! πόση αρμονία εγκατάλειψης κι ορμής! Πόση χάρη κι απέχθεια, πόση ζωή στο τελείωμα και πόσος θάνατος κυρίευε κείνο το κουφάρι. Η γλώσσα κόκκινη και φουσκωμένη έφραζε το άλαλο στόμα και σε μια τελευταία αναπήδηση, παραμέρισε κι άφησε να φανούν τα κάτασπρα, κοφτερά δοντάκια, να ξασπρίζουν το πεθαμένο μαύρο. Ο Δημήτρης, έβγαλε μια κραυγή και πισωγύρισε στην κυρα-Αθηνά και στα παιδιά που ακολουθούσαν.
     Εκείνο το πρωί, Ιούλης του 196_, ο Δημήτρης ξύπνησε λουσμένος στον ιδρώτα, με το χέρι μουδιασμένο κάτω από το σκληρό μαξιλάρι. Είδε τις ακτίνες του ήλιου που χώνονταν απ` τις τρύπες της κεντητής κουρτίνας. Ζαλισμένος θυμήθηκε το όνειρο που είδε: Διέσχιζε  μιαν άγνωστη, καταπράσινη θάλασσα. Κύματα με κάτασπρες κεφαλές, χτυπούσαν το μικρό καΐκι  που τραμπαλιζόταν ελαφρά, μεταδίδοντας μια κίνηση αβεβαιότητας, σύγχυσης στο κορμί και τα μέλη του. Ξαφνικά άρχισε να ψιχαλίζει αργά, βασανιστικά, αδιάφορα. Μια αίσθηση ευτυχίας τον συνεπήρε, όταν ο πατέρας του που οδηγούσε το καΐκι, άρχισε να τραγουδά:

                                «Βάρκα θε-θέλω ν' αρματώσω
                                  Βάρκα θε-θέλω ν' αρματώσω
                                  Με σαράντα δυο κουπιά
                                  Και τον χάροντα να κλέψω
                                  Να τον πνίξω στ` ανοιχ
τά...»

 -«Το νερό είναι έτοιμο, ελάτε να πλυθείτε», άκουσε τη φωνή της μάνας του. Δεν απάντησε και σε λίγο την είδε να μπαίνει στο δωμάτιο. Τράβηξε τις κουρτίνες και κτύπησε αλαφρά στον ώμο τα άλλα δυο παιδιά που κοιμόντουσαν, αμέριμνα στις πινακωτές. Οι πινακωτές, ήταν σανίδες στη σειρά, με τέσσερα χερούλια στις άκρες για να μεταφέρεται εύκολα. Τον Σεπτέμβρη έβγαιναν από το δωμάτιο, αναποδογύριζαν και φιλοξενούσαν στην αγκαλιά τους τις σταφίδες που τις άπλωναν στον ήλιο να ξεραθούν. Με το πρώτο συννεφάκι μετακινούνταν εύκολα στην ισκιάδα -ένα στέγαστρο ανοιχτό από τα πλαϊνά-, όπου προφυλασσόντουσαν και προφύλασσαν τον πολύτιμο καρπό. Αυτό το διάστημα οι ήρωές μας κοιμούνταν κατάχαμα, πλάι στο αλώνι.
     Μπροστά στα μάτια του Δημήτρη, φάνηκαν τα μπλεγμένα μέλη των αγοριών. Ο 'Αρης δεκαπεντάχρονος, ψηλός, μελαχρινός κι αδύνατος με  σγουρά μαλλιά  που διαρκώς έπεφταν στα μάτια του και διαρκώς τα ίσιωνε, τα παραμέριζε με μια κίνηση που μάγευε τον Δημήτρη, αφηρημένα, μα τόσο έντονα. Η μύτη του σκιασμένη από τον ήλιο, μεγάλωνε ακόμα περισσότερο, δίνοντας στο  πρόσωπο του παιδιού μια έκφραση λίγο κωμική. Ο 'Αρης χασμουρήθηκε και μαχμουρλής τέντωσε τα χέρια του χτυπώντας ασυναίσθητα τον δωδεκάχρονο Γιώργο στο μπαταρισμένο με λιωμένα κρεμμύδια, γόνατο. Αυτός γκρίνιαξε και μια έκφραση πόνου απλώθηκε στο βελούδινο πρόσωπό του. Το αγγελούδι της οικογένειας. Τα ματοτσίνορά  του τεράστια, κοριτσίστικα σχεδόν, στρογγύλευαν κι άλλο το όμορφο πρόσωπο.
 -«'Αντε, σηκωθείτε τώρα», η κυρα-Αθηνά επέμεινε. Το νερό δροσερό, χυνόταν κύματα, κύματα πάνω τους απ` την κανάτα της μάνας τους. Μεταφερόταν με τα χέρια στο πρόσωπο, στο λαιμό, στα μπράτσα, στο στήθος. Αυτή σαν λιονταρίνα γύριζε στο δωμάτιο μαζεύοντας από χάμω πεσμένα ρούχα και σκεπάσματα, ανίκανη να εξηγήσει την παρουσία ενός πέδιλου στον νεροχύτη ή του παντελονιού κάτω από το κρεβάτι.
 -«Παλιόπαιδα, με τρελάνατε. Συμμαζευτείτε πια!». Είδε το πονεμένο γόνατο του Γιώργου και πέταξε μακριά τα πανιά με τα κρεμμύδια. Το πρόσωπό της συννέφιασε με το όνειρο του Δημήτρη. Κρατήθηκε όμως, και του είπε πως ο πατέρας του τον πρόσεχε από κει ψηλά. Κανείς δεν είδε το μαντήλι της που σκούπισε κάποιο δάκρυ.
     Μια μέρα σαν τις άλλες. Ρούφηξαν βιαστικά το ποτήρι τους με το κατσικίσιο γάλα. Σκούπισαν το στόμα με την ανάστροφη, να φύγει η κρέμα από το χνούδι, τάισαν τα ζώα τους στο στάβλο κι έδεσαν την κατσίκα στο χωράφι.
     Μια συνηθισμένη μέρα του Ιούλη. Τα τζιτζίκια την σφυροκοπούσαν, ο ήλιος την ζέσταινε, τα φύλλα της πορτοκαλιάς την πρασίνιζαν, οι φωνές των παιδιών την δρόσιζαν. Μια συνηθισμένη μέρα. Αφού κολάτσισαν φέτες με Βιτάμ και μέλι-θυμαρίσιο-, φόρεσαν τα φανελάκια τους-αυτά π' άφηναν ελεύθερους και γυμνούς τους ώμους, στερέωσαν από ένα ψάθινο καπέλο στο κεφάλι και τράβηξαν στο κατώι τους. Φόρτωσαν στο γάιδαρο της οικογένειας το μπιτόνι με το  δροσερό νερό, την πετσέτα με τις ντομάτες, τα αγγούρια και το μισό καρβέλι ψωμί. Τα δυο μικρότερα ανέβηκαν στο σαμάρι και ο τρίτος πισωκάπουλα. Η κυρα-Αθηνά τραβώντας το καπίστρι, πήρε το δρόμο για τη  θάλασσα.
     Ήταν μισής ώρας δρόμος. Περνούσε παράλληλα απ' τις όχθες του ποταμού. Ο ήλιος ανέβαινε, τα τζιτζίκια οργίαζαν. Σε κάθε βήμα τα βατράχια σώπαιναν και στο επόμενο ξανάρχιζαν να κοάζουν. Η αύρα ανηφορίζοντας το ποτάμι, τους καλωσόρισε, τους ερέθισε τη μύτη με το κάλεσμά της. Σε λίγο έφτασαν στις εκβολές του ποταμού. Χοντρά, λεία, πράσινα λιθάρια πολεμούσαν να βγουν στην επιφάνεια. Μόλις τα κατάφερναν, ο ήλιος τα σκότωνε και τα παρατούσε έθαφτα, κίτρινα και λυπημένα. Τα λιγοστά νερά του ποταμού, αφού έχαναν στην κατά μέτωπο επίθεση με την άμμο, στριφογύριζαν με ελιγμούς τέλειας στρατηγικής και χάνονταν σε καταπράσινες φωλιές από καλάμια κι αρμυρίκια, οπού γεννοβολούσαν εκατομμύρια έντομα, αμφίβια κι ερπετά.
     Έμεναν στην θάλασσα ως αργά. Τα παιδιά στο νερό, η κυρα-Αθηνά, στην μπατανία της ξαπλωμένη. Της άρεσαν αυτές οι ώρες. Δικές της. Μέσα απ` τα μισόκλειστα βλέφαρά της, η ζωή της περνούσε με ταχύτητες επιλεκτικές. Έτρεχε με ιλιγγιώδη ταχύτητα σε γεγονότα σπουδαία, σταματούσε σε μικροπράγματα. Αίφνης θυμόταν το χρώμα από το μισοφόρι της, που φορούσε όταν πρωτοσυνάντησε τον Θανάση της: ένα μισοφόρι φτηνιάρικο, που είχε όμως εδώ δα, πάνω στη διχάλα του στήθους, κεντημένο με μοβ κλωστή ένα γιασεμί.
     Δεκαπέντε χρόνια έζησαν μαζί. «Μπομπότα κι αλάτι φάγαμε να σας αναστήσουμε», συνήθιζε να λέει. Πόσο τον είχε αισθανθεί τον Θανάση της. Κορμί απ' το κορμί της. Χαρές και λαχτάρες μαζί. Από τότε που νέα κοπέλα, κάπου δεκαπέντε χρόνια μικρότερή του. Της τον είχαν προξενέψει: «Είναι ορφανός, μα άντρας σωστός. Ανοιχτοχέρης, γλεντζές», της είχαν πει. «Πάρτον και θα μακαρίζεις την τύχη σου». Κείνη δεν ήθελε! Δασκαλοπούλα ξεπεσμένη, μα δασκαλοπούλα. Με τη γαλάζια ποδιά, τη σάκα, τα βιβλία του πατέρα στη μέσα κάμαρη, είχε άλλα όνειρα.
     Όταν έμαθε ότι του άρεσε η θάλασσα κι είχε και το καΐκάκι του για να  συμπληρώνει το εισόδημά του, όταν έμαθε ότι διαφέρει από τους άλλους χωριάτες, ότι τραγουδά κιόλας, άλλαξε. Με τη ροδοζάχαρη να τον τρατάρει στη μεγάλη σάλα του σπιτιού της, είπε το ΝΑΙ. Κι αυτό το ναι, δε το μετάνιωσε ποτές. Η θάλασσα, στάθηκε η μοίρα της η άπονη. Αυτή, από την ορεινή Αχαΐα, τα Καλαβρυτοχώρια, τη πρωταντίκρυσε οργισμένη  να κουτουλάει τα βράχια στο λιμανάκι του Αη-Νικόλα και την αγάπησε, αγαπώντας για πρώτη φορά, σαν άντρα, τον Θανάση της. Η δύναμή της, η δύναμή του, τη τραβούσε. Λικνίστηκε στην αγκαλιά της και στην αγκαλιά του. Η αρμύρα της, της έκαψε τη καρδιά και τότε και όταν τον πήρε για πάντα κοντά της.
 -«Δε φοβόμουν τον θάνατο, τον είχα συνηθίσει. Η ιδέα ότι θα πεθάνω πρώτη, ήταν καρφωμένη στο μυαλό μου. "Μη μου μπάσεις καμιά τσαπερδόνα, από το πρώτο μήνα", του έλεγα. "Έχεις αγόρια"! Το ζάχαρο μ' είχε σακατέψει, κατέβαζα χούφτες τα γιατροσόφια. Αυτόν δε μπορούσα να τον φανταστώ νεκρό. Αδύνατος, σα τον Δημήτρη μου, ούτε άσπρη τρίχα, ωραίος άντρας, τον ζήλευα. Όταν το μπουρίνι, του τσάκισε τη βάρκα και το κορμί και τον πέταξε στα βράχια τρεις μέρες μετά, η ζωή μου έχασε το νόημά της. Δε μπορούσα να τον φανταστώ νεκρό κι όμως κείνη την ημέρα, το κορμί του μπλάβο, μιλούσε ολόκληρο για θάνατο. Ήταν αλήθεια. Εγώ ζούσα κι αυτός νεκρός. Τον ξάπλωσα στη μέση της κάμαρης, του φόρεσα το καλό κουστούμι του και του χτένισα της φαβορίτες. Είχε μεγάλες φαβορίτες
     Μετά την κηδεία, κλείστηκε σπίτι της. Σα να ήθελε ν' αποφύγει τη ζωή, την αποδοκιμασία των ανθρώπων. Μ' αυτή, η ζωή,  τα παιδιά, ζητούσαν τα δίκια τους. «Όπου δουλειά, εγώ πρώτη. Δασκαλοπούλα, μα τα χέρια μου έπιαναν Ως το Κοκόνι της Κορινθίας έφτασα δουλεύοντας. Ελιές, καλαμπόκι, σταφίδες, συσκευαστήρια».
 -«Ε! Προσέχετε τον Δημήτρη», έβαλε φωνή στα μεγαλύτερα που είχαν απομακρυνθεί μαζεύοντας πεταλίδες και καβούρια. Ήταν ο κανακάρης, ο χαϊδεμένος. Μαύρο πρόβατο κι αντάρτης και καλός. Πως ήταν δυνατόν; Παράξενο παιδί. Όταν είδε πνιγμένο τον πατέρα του, δεν έκλαψε, δε γύρισε το μάτι. Έσκυψε κοντύτερα και του 'βγαλε δυο τρία φύκια που 'χαν μπλεχτεί στα μηλίγκια του. Τον κοίταζε από τη κορφή ως τα νύχια. «Τι ψάχνεις εκεί δα;», τον παρατήρησε κάποιος από το τσούρμο που 'χαν μαζευτεί. «Να δω αν τον δάγκωσαν τα ψάρια», απάντησε αυτός με σοβαρότητα περίσσια, παράξενη φωνή που βύθισε ένα μαχαίρι σε όσους τον άκουσαν. Τον απομάκρυναν. Από τότε ως σήμερα το πρωί δεν ξαναμίλησε για τον πατέρα του. Δυο χρόνια σιωπής.
...
 -«Γιατί τρόμαξες παιδί μου, είναι ένα μαγιάτικο, θα το 'στειλε πεσκέσι ο καπετάν Ηλίας, φίλος του συχωρεμένου», καθησύχασε τον Δημήτρη η κυρα-Αθηνά, όταν πλησίασε στη πόρτα της κι είδε πεσμένο το ψάρι.
 -«Να το πετάξεις!», απόκοσμη η φωνή του.
 -«Θα το φτιάξω σούπα, για το βράδυ. Θα γλείφετε τα δάχτυλά σας. Έννοια σας, άντε πλυθείτε και να παίξετε».
 -«Να το πετάξεις», επανέλαβε κι έφυγε τρέχοντας. Τα δυο μεγαλύτερα, αφού τακτοποίησαν τα πράγματα, βγήκαν στην αυλή αναζητώντας τον. Τον βρήκαν στη πορτοκαλιά του. Ο καθένας είχε ένα δέντρο "δικό" του. Η φωνή του ακούστηκε:

                                           -«Πετραδάκι-πετραδάκι
                                              για τα σένα το 'χτισα
                                              της αγάπης το τσαρδάκι
...»

     Οι άλλοι δυο τον γιουχάισαν, μ' αυτός τους γύρισε τη πλάτη, αφού τους πέταξε δυο τρία πορτοκάλια.
     Ο ήλιος τραβιόταν πίσω από το βουνό, μελαγχολώντας για αυτά που δε πρόλαβε να κάνει ολημερίς. Δεν του 'φτανε η μέρα! Οι σκιές μεγάλωναν στη τσιμεντένια αυλή, τα τζιτζίκια δε σταματούσαν να τραγουδούν. Οι φίλοι σκορπίστηκαν στα σπίτια τους.
 -«Ώρα για φαΐ», φώναξε η κυρα-Αθηνά και μαζεύτηκαν στο καθιστικό που ήταν και τραπεζαρία. «Θα βγάλω και κρασάκι, να ψυχοπιαστούμε».
     Η σούπα άχνιζε στα πιάτα τους. Προκλητικές σταγόνες λίπος επέπλεαν, αρμένιζαν στους αχνούς, αναμιγνύονταν με τους κόκκους από το πιπέρι κι έφτιαχναν σχήματα ασύμμετρα κι ονειρικά. Ο Δημήτρης, έσκυψε προς το πιάτο του κι είδε ...δυο φύκια να επιπλέουν. Πετώντας πίσω τη καρέκλα του, φώναξε:
 -«Τα φύκια, τα φύκια...»
 -«Κάτσε πουλάκι μου να φας, σέλινο είναι, σέλινο».
     Η κυρα-Αθηνά, γύρισε από τον νεροχύτη κι έβαλε στη μέση του τραπεζιού την πιατέλα με το ψάρι. Το είχε κόψει για να χωρέσει στο σκεύος και το είχε γαρνίρει με σέλινα, καρότα, πατάτες. Ο Δημήτρης, στύλωσε τα μάτια του στο πάτωμα, ανάμεσα στα πόδια του.
 -«Δε πει-... δε πεινάω... δε θα φάω», η φωνή του σιγανή μα με μια παράξενη σταθερότητα. Η μάνα του επέμεινε:
 -«'Αρχισε να τρως, πριν κρυώσει η σούπα σου. Θα σας διαλέξω και το ψάρι». Ο Δημήτρης ρίγησε:
 -«Δε πεινάω...». Τ' άλλα δυο αγόρια, κοιτούσαν μια την οργισμένη μάνα τους, μια τον Δημήτρη.
 -«Ούτε 'γω πεινάω»,δήλωσε ο 'Αρης, ενώ ο Γιώργος:
 -«Φούσκωσα από το καρπούζι». Αυτό παραήταν. Εκτός εαυτού, η μάνα, άστραψε ένα χαστούκι στον μεγάλο και σφύριξε αναψοκοκκινισμένη στον Δημήτρη:
 -«Εδώ θα τρως, ότι φτιάχνω. Τέτοιο φαΐ, δεν θα ξαναδούμε ούτε σε δυο χρόνια. Τρώγε!» Ο Δημήτρης σήκωσε το πιρούνι του και σκάλισε ένα κομμάτι από την πλάτη του ψαριού που ...ύψωσε τ' αγκάθια του, ορθάνοιξε το στόμα του και ...δάγκωσε ένα κομμάτι καρότο. Το παιδί, τινάχτηκε και πέταξε πέρα το πιρούνι. Το έβαλε στα πόδια, πριν προλάβει ν' αντιδράσει κανείς τους. Τ' άλλα δυο, κοντοστάθηκαν, μα ακολούθησαν τον Δημήτρη, ντροπιασμένοι. Η κυρα-Αθηνά, δοκίμασε να σηκωθεί. Το μετάνιωσε ξαφνικά, παραδομένη λες σε κάτι δυνατότερο. «Όποιος δε φάει, δε θα έρθει αύριο στη θάλασσα», είπε στον εαυτό της περισσότερο. Στάθηκε στην καρέκλα της φουρκισμένη, ρούφηξε δυνατά τη μύτη της κι άρχισε να μασουλάει αφηρημένη. «Τι τα 'πιασε ξαφνικά; Τέτοιο ψάρι; Τέτοιος μεζές
     Με τα παιδιά, είχε μια σχέση δυνατή. Μάνα και πατέρας μαζί. Τ' ακολούθησε στις αλλαγές τους, μένοντας η ίδια απαράλλαχτη -ριζιμιό λιθάρι-, λες κι ο χρόνος που την είχε φιλοδωρήσει με ζαρωματιές γύρω από τα μάτια και το λαιμό, με σακούλες και ξασπρισμένα χείλια, τη λυπήθηκε ξαφνικά και την άφησε έτσι, περιμένοντας να έρθει μια και καλή για το μοιραίο χτύπημα. Τα παιδιά όμως άλλαζαν. Ο 'Αρης, άντρας πια, "μάλλιασε". Το χνούδι στα μάγουλα, στα πόδια, στο στέρνο, μα πιο πολύ το κοκκινάδι που έβαφε τα μάγουλά του κάθε φορά που έσκυβε μπροστά του να του σαπουνίσει την κοιλιά και τα γόνατα, ήταν μάρτυρες που δεν έλεγαν ψέματα. Παρόλα αυτά, είχε μια παθολογική αγάπη για τον μικρό, τον Δημήτρη. Τον άκουγε, τον σεβόταν. Του επιβαλλόταν με τον τρόπο του, με τις σιωπές του. Νικούσε σε όλα.
     Το μυαλό της, ξανάρχισε πάλι το παιχνίδι του. Σταμάτησε σ' ένα χειμωνιάτικο βράδυ του Νοέμβρη. «Γύριζα αποκαμωμένη από τις ελιές, στου παπα-Ανδρέα το λιοστάσι. Βρεγμένη μέχρι  το κόκαλο. Ο γείτονάς μου, ο Γιάννης ο Ψυχράμης, μ' άρχισε τα παράπονα για τα κεραμίδια που του 'σπασε ο μικρός με τη μπάλα. Ζάλη μ' έπιασε. Φουρκισμένη, τον έπιασα με το ένα χέρι και με το άλλο, πήρα τη ζώνη του συχωρεμένου. Τον κτυπούσα αλύπητα. Χέρια, πόδια, κορμί. Τότε ο 'Αρης, πετάχτηκε και μου 'πιασε το χέρι. "φτάνει", είπε. Προσπάθησα να τραβηχτώ, τανάλια τα χέρια του. Σωριάστηκα σε μια καρέκλα κι άρχισα να κλαίω, να κλαίω. Λες και τα δάκρυά μου, θα ξέπλεναν τις λάσπες από τα πόδια μου, τη κούραση από το κορμί μου, μα πιο πολύ τη πίκρα από τη καρδιά μου».
     Την ώρα αυτή, που οι άνθρωποι συλλογιόνταν, άναβαν κι έσβηναν, μάλωναν ή αγκαλιάζονταν, ο ουρανός γύριζε. Τα άστρα σηκώθηκαν ψηλά κι άρχισαν το νυχτερινό τους ταξίδι. Ξαφνικά πίσω από τη κορυφή του βουνού, πετάχτηκε με τις καδένες του ψηλά και τα πανιά ανοιγμένα, αφέντης και βιγλάτορας της νύχτας, το φεγγάρι. Διέλυσε τ' άστρα που παραπονεμένα μέριασαν και στέριωσε στον ουρανό το κάστρο του.
     Βαριά η νύχτα, κουφόβραση μεγάλη. Έπεσε στους δρόμους και στα σπίτια, λίβας ογρός και πλάνταξε τους ανθρώπους. Τα τρία αγόρια, καθισμένα σταυροπόδι κάτω από τους ευκαλύπτους, κοίταζαν το φεγγάρι που ανακλαδιζόταν στο νερό του αυλακιού. Ξέχειλο αυτό, κελάρυζε βιαστικό, μεταφέροντας τα νερά του ποταμού στα δέντρα και τα μποστάνια. Ξεδίψαγε φυτά και ζώα και χανόταν πέρα στον κάμπο.
 -«Δε θα πάμε αύριο για μπάνιο, η μαμά, νευρίασε», γκρίνιαξε ο Γιώργος. Ο Δημήτρης, ανασηκώθηκε, έβγαλε το φανελάκι. Στο μέτωπο σταγόνες, έτρεμε η ψυχή του σαν ιδρώτας. Πετώντας πέρα το παντελονάκι του και βάζοντας μπροστά τα χέρια του, βούτηξε στο αυλάκι.
 -«Θα σκάσω, δε βαστώ», είπε, πριν βουτήξει. Τα δυο παιδιά τον ακολούθησαν.
Σε λίγο τρία κορμιά, λαμπύριζαν στην επιφάνεια του νερού. Κρατούσαν τις βέργες από τον ευκάλυπτο για να μην παρασυρθούν. Το φεγγάρι για λίγο τα φώτισε κι ύστερα τράβηξε παραπέρα, αδιαφορώντας. Το ποταμίσιο νερό, πήρε τον ιδρώτα τους κι αφού πότισε ντομάτες και φασολάκια, ελιές και λεμονιές, τον κατηφόρισε στον γιαλό, που τον περίμενε σαν αγαπητικιά μετά από καβγαδάκι, κι αγκαλιάστηκαν, ιδρός κι αρμύρα κι έγιναν ένα.
 
                                  Ανώνυμη Ιστορία

     Ξύπνησε. Το ρολόι συνεχίζει να κτυπά, ασταμάτητα. Το χέρι της τυφλός ιππότης, το αναζητά και το σωπαίνει για πάντα. Η ανάσα του Γ... δίπλα της ακανόνιστη. Το σεντόνι τυλίγει μόνο τη μέση του, η πλάτη του φωτίζεται από τα στορ του παραθύρου. Γραμμές λευκές, γραμμές μαύρες της διηγούνται το όνειρό του. Ακουμπάει τα πόδια της στα πλακάκια, η δροσιά τους τη ξυπνά.
     Τρία βήματα δεξιά, τρία αριστερά. Το φως του λαμπτήρα τη τυφλώνει, τα μάτια κλειστά. Τα στήθια της βαριά ανεβοκατεβαίνουν ακανόνιστα. Το κρύο νερό τη χαστουκίζει. Ανάβει το πρώτο τσιγάρο, ο βήχας μοιράζεται την απόλαυσή της. Η φούστα ξηλωμένη, αναστενάζει, δεν προλαβαίνει πια. Το τελευταίο κουμπί του λευκού πουκαμίσου φυλακίζει το στήθος της. Έτοιμη! Με μια βούρτσα φουντώνει λίγο τα μαλλιά της.
     Δεκαεφτά σκαλιά την αποχαιρετούν, η πόρτα παραπονιέται τρίζοντας. Το πρωινό αγιάζι συντροφιά της, στα διακόσια μέτρα που απομένουν. Η άσφαλτος ξηλωμένη εδώ κι εκεί χάσκει κάτω από τα τακούνια της. Η στροφή με τα καλάμια, ένα αλύχτημα σκυλιού, η μυρωδιά από λάδια αυτοκινήτων, Συνεργείο «Το καλό παιδί», η λεωφόρος. Δεύτερο τσιγάρο, οι οικοδόμοι από το καφενείο απέναντι πίνουν τον καφέ τους. Στα σκαλοπάτια δυο-τρεις Αλβανοί τη κοιτούν. Αποστρέφει το βλέμμα της.
     Το λεωφορείο φτάνει. Δυο σκαλοπάτια, νυσταγμένη καλημέρα στον κυρ-Θανάση τον οδηγό και κάθεται στο δεύτερο κάθισμα. Το μέτωπο αγγίζει το κρύο τζάμι, τα μάτια κλειστά. 2ο λεπτά ύπνου, τα δικαιούται.  Η φωνή της Τασίας τη ξυπνά: «Όργια πάλι χτες; Κουρασμένη σε βλέπω!». Χαμογελά κι απαντά με μια κοινοτυπία, πάει το εικοσάλεπτο. Τριμμένα από την καθημερινότητα λόγια, το γεμίζουν.
     Το αυτοκίνητο χώνεται στο Β΄ πάρκινγκ του «Acroyialli Βeach» και ξερνά στις σάλες του πενήντα, κουρασμένα ήδη, κορμιά.  Ένας διάδρομος τη χωνεύει μαζί με τους άλλους. Ο πάγκος της, αστράφτει ανοξείδωτος,  προκλητικά άδειος, απουσία χρωμάτων. Τη περιμένει να τον γεμίσει με μια πολυχρωμία λαχανικών. Φοράει τη μπλε στολή της, μαζεύει σ' ένα σκούφο τα  μαλλιά της, αυτά αποστατούν, μα παραδίνονται εύκολα στα νευρικά χέρια της.
     7πμ-3.30μμ. Τρία ολόκληρα χρόνια, προετοιμάζει τα λαχανικά και τα φρούτα να γίνουν σαλάτες. Ορθοστασία, χέρια απασχολημένα. Στην αρχή βασανιζόταν. Με τον καιρό έμαθε να κάνει μηχανικά τα απαραίτητα, το μυαλό της να ταξιδεύει, η ώρα να περνά. Στις 3 βγάζει τη στολή της. Το κορμί της μουδιασμένο, το δεξί της χέρι δεν αντιδρά σωστά. «Πρέπει να το κοιτάξω», συλλογιέται. Περνά το στενό διάδρομο. Το χέρι του Μανόλη από το μπαρ χουφτώνει τον κώλο της. Γυρνάει κι ούτε να τον αγριοκοιτάξει δε μπορεί. «Να σε πετάξω μέχρι το σπίτι;», το δουλικό του χαμόγελο την αποδιώχνει, αρνείται.
     Στο λεωφορείο, η Μαρία διηγείται το χτεσινό της ραντεβού. Η Ελένη τη καλεί δίπλα της. Σωριάζεται στο κάθισμα.
 -«Να περάσω να σας πάρω για μπάνιο;» Αναζητά τη θάλασσα, τη λιμπίζεται. Μα αρνιέται.
 -«'Αλλη μέρα, είμαι λιώμα, ίσως αδιαθετήσω κιόλας». Το μέτωπο κολλάει στο καυτό τζάμι. Κλείνει τα μάτια. Τα λιβάδια ανοίγονται μπροστά της και κλείνουν τη καθάρια λιμνούλα. Οι πάπιες φτεροκοπούν ερωτευμένες. Ένα τράνταγμα τις τρομάζει και πετούν μακριά. Η στάση της. Η ζέστη αφόρητη. Αντίστροφη πορεία προδιαγραμμένη: Καφενείο, συνεργείο, καλάμια,  διάδρομος, σκάλες, η πόρτα της, το μπάνιο, το κρεβάτι.
     Κοιμάται με τη φούστα, το πουκάμισο ριγμένο στο πάτωμα. Η πεθερά της, φέρνει τα παιδιά. Ξεσαλωμένα αλωνίζουν το σπίτι, την τραβολογούν... Φτιάχνει γεμιστά, μπόλικα να φτάσουν και γι' αύριο. 9 η ώρα. Ειδήσεις, η ελληνική ταινία για όλη την οικογένεια. Βάζει τα παιδιά για ύπνο. 10 η ώρα. Φτάνει ο Γ..., γδύνεται, η πλάτη του πασπαλισμένη με αλεύρι -πάντα της άρεσε η πλάτη του-, μπαίνει στο μπάνιο. Κουβέντες τυπικές: «Κτύπησε ο Βαγγέλης, 40 ημέρες άδεια και λεφτά από την ασφάλεια». Ξαπλωμένοι βλέπουν τα ευτυχισμένα ζευγάρια που χαριεντίζονται στο γυαλί. Τους κληρονόμους με τα εκατομμύρια. Τη sexy starlet που έχει απόψεις για όλα. Το χέρι του Γ... χώνεται ανάμεσα στα πόδια της. Μπαίνει μέσα της και τελειώνει πριν προλάβει να ονειρευτεί. Δεν σηκώνεται να πλυθεί... Αύριο. Το κορμί της πονάει. Ο Γ..., γυρνά τη πλάτη του. Σε λίγο κοιμούνται. Το χέρι της ακουμπισμένο στην πλάτη του.
     Το φεγγάρι, άσπρο γάντι στον ουρανό κάνει τα συνηθισμένα ταχυδακτυλουργικά του για τ' αστεράκια. Ο αέρας κόπασε. Η πόλη έξω από το δωμάτιό τους χωνεύει τα σκουπίδια της. Στο αεροδρόμιο, τα αεροπλάνα φτάνουν το ένα μετά το άλλο. Ουρές οι τουρίστες, τρελοί για ήλιο και για τις σαλάτες της ταχτοποιούνται ήσυχα στα δωμάτιά τους. Τα clubs φωτισμένα μασουλάνε στις ορθάνοιχτες πόρτες τους αγόρια και κορίτσια και φτύνουν μεθυσμένους. Ένα ζευγάρι που έκανε έρωτα σε μιαν ερημική ακρογιαλιά, αγριεύτηκε από τα φώτα ενός αυτοκινήτου και βιαστικό έφυγε για πιο απόμερες γωνιές.
     Ξύπνησε. Το ρολόι συνεχίζει να κτυπά, ασταμάτητα. Το χέρι της τυφλός ιππότης, το αναζητά και το σωπαίνει για πάντα...

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers