Πεζά

Ποίηση-Μύθια

Ο Dali & Εγώ

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Σχόλια-Αρθρα

Λαογραφικά

Ενδιαφέροντες

Κλασσικά

Αρχαία Ελλ Γραμμ

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Παγκ. Θέατρο

Πληρ-Σχολ-Επικοιν.

Φανταστικό

Ερ. Λογοτεχνία

Γλυπτ./Αρχιτ.

Κλασσικά ΙΙ

Πινακοθήκη ΙΙ

 
 

Κλασσικά 

Zweig Stefan: Πολυσχιδής Μεγάλος Κλασσικός


           Μπορείς να τρέξεις
                                    και να ξεφύγεις απ' όλους,
                                                           εκτός από τον εαυτό σου.

    Βιογραφικό

     Ο Στέφαν Τσβάιχ (Stefan Zweig) ήταν Αυστριακός συγγραφέας, δημοσιογράφος και βιογράφος. Στο κολοφώνα της λογοτεχνικής του καριέρας τις 10ετίες '20 & '30, ήταν ένας από τους δημοφιλέστερους συγγραφείς στο κόσμο. Είναι και στην Ελλάδα, ο πιο πολυμεταφρασμένος ξενόγλωσσος συγγραφέας και μάλιστα ο πιο πολυμεταφρασμένος γερμανός, με πάνω από 160 πρώτες εκδόσεις των έργων του. Αντίθετα με πολλούς μεγάλους συγγραφείς, δε γνώρισε ποτέ το σκοτάδι στις πωλήσεις. Η φήμη του είναι αιώνια κι οι αριθμοί το αποδεικνύουν: Σύμφωνα με την εταιρεία GfK που βασίζεται αποκλειστικά στις πραγματικές πωλήσεις στα βιβλιοπωλεία, ο συγγραφέας του Αμόκ πούλησε τα τελευταία 10 χρόνια πάνω από 3,2 εκατομμύρια αντίτυπα. Αυτό σημαίνει ότι πουλά κάθε χρόνο, κατά μέσο όρο, 310.000 βιβλία. 72 χρόνια μετά την αυτοκτονία του, ο αυστριακός συγγραφέας παραμένει η χρυσή ευκαιρία των εκδοτικών οίκων. Επίσης, ήτανε στενός φίλος του Φρόιντ και διατηρούσαν αλληλογραφία.


                     Εδώ με τον αδελφό του, Άλμπρεχτ, το 1900

     Γεννήθηκε στη Βιέννη της Αυστροουγγαρίας, 28 Νοέμβρη 1881 κι ήτανε γιος του Μόριτς Τσβάιχ (Moritz Zweig, 1845-1926), πλούσιου Εβραίου υφασματοβιομηχάνου και της Ίντα Μπρετάουερ (Ida Brettauer, 1854-1938), κόρης ιουδαϊκής οικογένειας τραπεζιτών. Σπούδασε φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Βιέννης, όπου το 1904 έλαβε το διδακτορικό του δίπλωμα με διατριβή στη φιλοσοφία του Ιππολύτου Ταΐν. Η εβραϊκή θρησκεία ελάχιστα επηρέασε την οικογενειακή ζωή και τη μόρφωσή του. "Η μητέρα κι ο πατέρας μου ήταν εβραϊκής καταγωγής μόνο στα χαρτιά" δήλωσε αργότερα σε μια συνέντευξη. Ωστόσο, ο ίδιος δεν αποκήρυξε την εβραϊκή πίστη του, όπως στην ιστορία του Μπούχμεντελ κι έγραψε άρθρα επανειλημμένως σχετικά με την εβραϊκή ζωή. Στις 10ετίες '20 και '30 ήταν από τους δημοφιλέστερους συγγραφείς στον κόσμο. Ενα φαινόμενο μακράς πνοής που εξακολουθεί να πουλάει.
     Ξεκίνησε τη καρριέρα του ως δημοσιογράφος και βιογράφος  Στη διάρκεια του Α' Παγκ. Πολ. υπηρέτησε στο γερμανικό Υπουργείο Άμυνας. Παρ' όλ' αυτά, παρέμεινε ειρηνιστής σ' όλη του τη ζωή, τασσόμενος υπέρ της ενοποίησης της Ευρώπης. Το 1934, μετά την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, κατέφυγε στην Αυστρία και κατόπιν στην Αγγλία. Στη συνέχεια έζησε στην Αγγλία (στο Λονδίνο κι από το 1939, στο Μπαθ) και στις ΗΠΑ το 1940. Το 1941 τον Αύγουστο, ο μακροχρονίως αυτοεξόριστος -λόγω της φονικής επέλασης του ναζισμού- Στέφαν Τσβάιχ εγκατέλειψε το νοικιασμένο σπίτι του στη Νέα Υόρκη, όπου ολοκλήρωσε τη διάσημη πλέον αυτοβιογραφία του, Ο Χτεσινός Κόσμος και ταξίδεψε για τελευταία φορά στη Βραζιλία. στην ορεινή πόλη Πετρόπολις, 68 χλμ βόρεια του Ρίο ντε Τζανέιρο. Υστερα από λίγες εβδομάδες εκεί εγκαθίσταται "σ' ένα μικρό σπιτάκι με τρία κουκλίστικα δωμάτια, σ' ένα τόπο όπου το τοπίο είναι αυστριακό, μεταφρασμένο στη γλώσσα των Τροπικών", σε ένα μικρό χωριουδάκι ονόματι Πετρόπολις. "Δεν είμαι καλά. Στην Αμερική, ουσιαστικά χωρίς συγκεκριμένο λόγο, μάλλον εξαιτίας μιας πληθώρας λόγων, κατέρρευσα ψυχικά" έγραφε το Νοέμβρη της ίδιας χρονιάς σε μιαν εξομολογητική επιστολή του προς τον Φραντς και τη πρώην γυναίκα του Αλμα Βέρφελ. Στα τελευταία του χρόνια, θα δήλωνε ερωτευμένος με τη χώρα, γράφοντας για αυτή στο βιβλίο Βραζιλία, Χώρα του Μέλλοντος. Ωστόσο, καθώς περνούσανε τα χρόνια, απογοητευόταν όλο και περισσότερο κι απελπιζότανε για το μέλλον της Ευρώπης.



   "Εγώ και ο εαυτός μου γίναμε δύο διαφορετικά πράγματα μέσα σε όλους τους παραλογισμούς που μας φορτώνει η εποχή μας" και "αποκομμένος από όλα όσα ήταν για μένα πατρίδα (από την Ευρώπη και ιδιαίτερα τη Γαλλία, την Ιταλία, τον λατινικό κόσμο), ταξιδιώτης κατ' ανάγκην, με τις βαλίτσες του, χωρίς τα βιβλία του, με τα χαρτιά του σκόρπια να κουβαλιούνται πότε εδώ και πότε εκεί. Και με ένα μίσος απερίγραπτο, όχι μόνο για τον ίδιο τον πόλεμο αυτόν καθεαυτόν, αλλά και για την τρέλα τόσων χρόνων που οδήγησε στον πόλεμο. Ολα αυτά με πίεσαν, με συνέθλιψαν".

     Στις 22 Φλεβάρη 1942, έχοντας παραδώσει στον εκδότη του το ύστατο έργο του, τη Σκακιστική Νουβέλα όπου αποτυπώνονται η βαρβαρότητα και το έρεβος του ολοκληρωτισμού, ο ίδιος κι η 2η σύζυγός του, Lotte, αυτοκτόνησαν με υπερβολική δόση βαρβιτουρικών, απελπισμένοι για το μέλλον της Ευρώπης και του πολιτισμού της, εξ αιτίας του Χίτλερ και του λαϊκισμού που θέριζε τη Γηραιά Ηπειρο. "Χαιρετώ όλους μου τους φίλους. Εύχομαι να δουν και πάλι τις αυγές που θα ξημερώσουν μετά τη μακριά νύχτα! Εγώ, που ήμουν πάντα μου ανυπόμονος, προπορεύομαι..." έγραφε το σημείωμα που άφησε πίσω του ο συγγραφέας κι εντόπισαν ύστερα οι βραζιλιανικές Αρχές στο ταπεινό του μπανγκαλόου.



     Η πρώτη εμφάνιση και βέβαια μετάφραση του συγγραφέα στα ελληνικά γράμματα, γίνεται το 1922 όταν ο Λέων Κουκούλας μεταφράζει για το φιλολογικό περιοδικό Μούσα, το ποίημα Bruges. Απο κει και πέρα κείμενα του φιλοξενούνται συχνά σ' όλα τα φιλολογικά περιοδικά της χώρας, με ιδιαίτερη συχνότητα στη Νέα Εστία. Από τη 10ετία του '40 κι ιδιαιτέρως του '50 που οι εκδοτικοί οίκοι κυκλοφοράνε τα βιβλία του, η παρουσία του στα περιοδικά συρρικνώνεται. Στα ελληνικά έχουνε κυκλοφορήσει 28 νουβέλες του σε δεκάδες επανεκδόσεις, ενώ το πιο γνωστό έργο του, το αυτοβιογραφικό Ο Κόσμος Του Χτες (προσωπικά, το συνιστώ ανεπιφύλακτα) έχει γνωρίσει 6 εκδόσεις και 5 μεταφράσεις. Επίσης έχουνε κυκλοφορήσει 30 εκδόσεις των βιογραφικών βιβλίων του. Όσον αφορά τους μεταφραστές, ο Κωστής Μεραναίος έχει μεταφράσει τα περισσότερα (25) έργα του αλλά κατά καιρούς και διάσημοι Έλληνες λογοτέχνες όπως ο Παντελής Πρεβελάκης, Νικηφόρος Βρεττάκος, ο Γιάννης Μπεράτης κι άλλοι (όπως ο ιστορικός Σπύρος Λιναρδάτος) έχουν μεταφράσει κείμενά του. Γιατί, όπως είχε πει ο Μαν: "...Η λογοτεχνική του δόξα έφτανε ως τη τελευταία γωνιά της Γης -ένα αξιοπερίεργο φαινόμενο σε σχέση με τη περιορισμένη δημοτικότητα που απολαμβάνει κατά τα άλλα η γερμανική λογοτεχνία συγκριτικά με την αγγλική και τη γαλλική. Ίσως από την εποχή του Έρασμου [...] να μην υπήρξε κανένας συγγραφέας τόσο διάσημος όσο ο Στέφαν Τσβάιχ".
     Το 2009, για παράδειγμα, το συγκλονιστικό βιβλίο του Τσβάιχ, O Χτεσινός Κόσμος -Εξομολογήσεις Ενός Ευρωπαίου, ήτανε 2ο σε καλύτερες πωλήσεις στη Γαλλία, εκδόσεις Grasset. Το 2009 και το 2010 το Ταξίδι Στο Παρελθόν έκανε τις περισσότερες πωλήσεις, βάσει της εταιρείας GfK. Ο Τσβάιχ αποτελεί πραγματικό φαινόμενο. Μόνο το 2013, 160 διαφορετικοί εκδοτικοί οίκοι είχανε τίτλους βιβλίων του στα ράφια τους. Έγραψε επίσης ιστορικές μελέτες για διάσημες λογοτεχνικές προσωπικότητες, όπως ο Μπαλζάκ, ο Ντίκενς κι ο Ντοστογιέφσκυ στο Drei Meister (1920; Τρεις Δάσκαλοι) και καθοριστικά ιστορικά γεγονότα στο Decisive Moments in History (1927). Έγραψε μεταξύ άλλων βιογραφίες των Joseph Fouché (1929), Mary Stuart (1935) και Marie Antoinette: The Portrait of an Average Woman, (1932). Η πιο γνωστή μυθοπλασία του περιλαμβάνει το Γράμμα από μια Άγνωστη Γυναίκα (1922), το Αμόκ (1922), το Φόβος (1925), το Σύγχυση Συναισθημάτων (1927), το Εικοσιτέσσερις ώρες στη ζωή μιας γυναίκας (1927) και το ψυχολογικό μυθιστόρημα Ungeduld des Herzens (Προσοχή στο Παιχνίδι).
     Το έργο του αποτέλεσε τη βάση για πολλές κινηματογραφικές διασκευές. Τα απομνημονεύματά του, Die Welt von Gestern (Ο κόσμος του χθες, 1942), είναι διάσημα για τη περιγραφή της ζωής στα χρόνια της αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας υπό τον Φραντς Ιωσήφ Α' κι έχει ονομαστεί το πιο διάσημο βιβλίο για την Αυτοκρατορία των Αψβούργων. Είχε σχέση με τον Τσέχο συγγραφέα Egon Hostovský, ο οποίος τον περιέγραψε ως "πολύ μακρινό συγγενή". ορισμένες πηγές τους περιγράφουν ως ξαδέρφια. Ο Τσβάιχ σπούδασε φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης και το 1904 απέκτησε διδακτορικό δίπλωμα με διατριβή με θέμα Η Φιλοσοφία του Ιππολύτου Τέιν. Ο Τσβάιχ είχε μια ζεστή σχέση με το Θίοντορ Χερτζλ, τον ιδρυτή του Σιωνισμού, τον οποίο γνώρισε όταν ο Χερτσλ ήταν ακόμη λογοτεχνικός εκδότης της Neue Freie Presse, της κύριας εφημερίδας της Βιέννης τότε. Ο Herzl δέχτηκε για δημοσίευση μερικά από τα πρώτα δοκίμιά του. Ο Τσβάιχ, ένας αφοσιωμένος κοσμοπολίτης, πίστευε στο διεθνισμό και στον ευρωπαϊσμό, όπως ξεκαθαρίζει ο Κόσμος του Χθες, η αυτοβιογραφία του: "Ήμουν σίγουρος στη καρδιά μου από την πρώτη στιγμή για την ταυτότητά μου ως πολίτης του κόσμου".



     Σύμφωνα με τον Amos Elon, ο Τσβάιχ αποκάλεσε το βιβλίο του Herzl Der Judenstaat ένα "βλακώδες κείμενο, ένα κομμάτι ανοησίας". Ο Τσβάιχ υπηρέτησε στα Αρχεία του Υπουργείου Πολέμου κι υιοθέτησε μια ειρηνιστική στάση όπως ο φίλος του Romain Rolland, που τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1915. Νυμφεύτηκε τη Friderike Maria von Winternitz (γεννημένη Burger) το 1920 χώρισαν το 1938. Ως Friderike Zweig δημοσίευσε ένα βιβλίο για τον πρώην σύζυγό της μετά το θάνατό του. Αργότερα δημοσίευσε επίσης ένα εικονογραφημένο βιβλίο για τον Τσβάιχ. Στα τέλη του καλοκαιριού του 1939, ο Τσβάιχ νυμφεύτηκε τη γραμματέα του Elisabet Charlotte "Lotte" Altmann στο Bath της Αγγλίας. Γραμματέας του Τσβάιχ στο Σάλτσμπουργκ από τον Νοέμβρη του 1919 ως το Μάρτη του 1938 ήταν η Άννα Μέινγκαστ (13 Μάη 1881, Βιέννη – 17 Νοέμβρη 1953, Σάλτσμπουργκ).
     Ως Εβραίος, το υψηλό προφίλ του δεν τον προστάτευσε από την απειλή της δίωξης. Το 1934, μετά την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία στη Γερμανία, ο Τσβάιχ έφυγε από την Αυστρία για την Αγγλία, ζώντας πρώτα στο Λονδίνο και μετά από το 1939 στο Μπαθ. Λόγω της ταχείας προέλασης των στρατευμάτων του Χίτλερ προς τα δυτικά και της απειλής σύλληψης ή χειρότερα -ως μέρος των προετοιμασιών για την Επιχείρηση Seelöwe, είχε συγκεντρωθεί ένας κατάλογος προσώπων που θα κρατούνταν αμέσως μετά τη κατάκτηση των Βρεττανικών Νήσων, η λεγόμενη Μαύρη Βίβλος κι ο Zweig βρισκότανε στη σελίδα 231, με τη σύζυγό του στη 2η διεύθυνση του Λονδίνου στις ΗΠΑ 940 στη Νέα Υόρκη. Έζησαν για δύο μήνες ως φιλοξενούμενοι στο Πανεπιστήμιο Yale στο New Haven του Κονέκτικατ και μετά νοίκιασαν ένα σπίτι στο Ossining της Νέας Υόρκης. Στις 22 Αυγούστου 1940, μετακόμισαν ξανά στη Πετρόπολη, μια αποικισμένη από τους Γερμανούς ορεινή πόλη 68 χιλιόμετρα βόρεια του Ρίο ντε Τζανέιρο. Ο Τσβάιχ, νιώθοντας όλο και πιο θλιμμένος για τη κατάσταση στην Ευρώπη και το μέλλον της ανθρωπότητας, έγραψε σε μια επιστολή προς τον συγγραφέα Jules Romains, "Η εσωτερική μου κρίση συνίσταται στο ότι δεν μπορώ να ταυτιστώ με τον εαυτό μου του διαβατηρίου, τον εαυτό της εξορίας". Στις 23 Φεβρουαρίου 1942, οι Τσβάιχ βρέθηκαν νεκροί από υπερβολική δόση βαρβιτουρικών στο σπίτι τους στη πόλη Πετρόπολη, πιασμένοι χέρι-χέρι. Ήταν απελπισμένος για το μέλλον της Ευρώπης και του πολιτισμού της. "Πιστεύω ότι είναι καλύτερο να ολοκληρώσουμε εγκαίρως και με ορθό τρόπο μια ζωή στην οποία η πνευματική εργασία σήμαινε τη πιο αγνή χαρά και τη προσωπική ελευθερία το υψηλότερο αγαθό στη Γη", έγραψε. Το σπίτι των Τσβάιχ στη Βραζιλία μετατράπηκε αργότερα σε πολιτιστικό κέντρο και τώρα είναι γνωστό ως Casa Stefan Zweig.



     Ο Τσβάιγκ ήταν ένας εξέχων συγγραφέας τις δεκαετίες του 1920 και του 1930, συνάδελφος με τον Άρθουρ Σνίτσλερ και τον Σίγκμουντ Φρόιντ. Ήταν εξαιρετικά δημοφιλής στις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Νότια Αμερική και την Ευρώπη, και παραμένει στην ηπειρωτική Ευρώπη. Ωστόσο, αγνοήθηκε σε μεγάλο βαθμό από το βρεττανικό κοινό.Η φήμη του στην Αμερική είχε μειωθεί μέχρι τη δεκαετία του 1990, όταν άρχισε μια προσπάθεια από τη πλευρά αρκετών εκδοτών (κυρίως Pushkin Press, Hesperus Press και The New York Review of Books) να επαναφέρουν τον Τσβάιχ στα αγγλικά. Ο Plunkett Lake Press επανεξέδωσε ηλεκτρονικές εκδόσεις των μη μυθιστορηματικών έργων του. Έκτοτε, έχει σημειωθεί μια αξιοσημείωτη αναζωπύρωση και πολλά βιβλία του είναι και πάλι σε έκδοση. Η κριτική γνώμη για το έργο του διχάζεται έντονα μεταξύ εκείνων που επαινούν τον ανθρωπισμό, την απλότητα και το αποτελεσματικό του ύφος κι εκείνων που επικρίνουν το λογοτεχνικό του ύφος ως φτωχό, ελαφρύ κι επιφανειακό. Σε μια επιθεώρηση με τίτλο Vermicular Dither, ο Γερμανός πολεμιστής Michael Hofmann επιτέθηκε δριμύτατα στο έργο του Αυστριακού. Ο Χόφμαν είπε ότι "ο Τσβάιχ έχει απλώς ψεύτικη γεύση. Είναι η Pepsi της αυστριακής γραφής". Ακόμη και το σημείωμα αυτοκτονίας του συγγραφέα, πρότεινε ο Χόφμαν, προκαλεί "την ευερέθιστη αύξηση της πλήξης στα μισά της διαδρομής και την αίσθηση ότι δεν το εννοεί, ότι η καρδιά του δεν είναι μέσα σε αυτό (ούτε καν στην αυτοκτονία του)".
     Ο Τσβάιχ είναι περισσότερο γνωστός για τις νουβέλες του (κυρίως The Royal Game, Amok και Letter from an Unknown Woman -που γυρίστηκε το 1948 από τον Max Ophüls), μυθιστορήματα (Beware of Pity, Confusion of Feelings, και το μεταθανάτια εκδοθέν The Post Office Girl) και βιογραφίες (κυρίως των Erasmus of a Queen, και των Magnham, των Erasmus και του Μπαλζάκ). Κάποτε τα έργα του εκδόθηκαν χωρίς τη συγκατάθεσή του στα αγγλικά με το ψευδώνυμο "Stephen Branch" (μετάφραση του πραγματικού του ονόματος) όταν το αντιγερμανικό αίσθημα ήταν στα ύψη. Η βιογραφία του για τη βασίλισσα Μαρία Αντουανέτα το 1932 διασκευάστηκε από τη Metro-Goldwyn-Mayer σε ταινία του 1938 με πρωταγωνίστρια τη Norma Shearer. Τα απομνημονεύματα του Τσβάιχ, Ο Κόσμος του Χθες, ολοκληρώθηκαν το 1942 μια μέρα πριν αυτοκτονήσει. Έχει συζητηθεί ευρέως ως καταγραφή του "τι σήμαινε να είσαι ζωντανός μεταξύ 1881 και 1942" στη κεντρική Ευρώπη. το βιβλίο έχει προσελκύσει τόσο κριτικούς επαίνους όσο κι εχθρικές απορρίψεις. Ο Τσβάιχ αναγνώρισε το χρέος του στη ψυχανάλυση. Σε μια επιστολή με ημερομηνία 8 Σεπτέμβρη 1926, έγραψε στο Φρόιντ, "Η ψυχολογία είναι η μεγάλη υπόθεση της ζωής μου". Συνέχισε εξηγώντας ότι ο Φρόιντ είχε σημαντική επιρροή σε συγγραφείς όπως ο Marcel Proust, ο D.H. Lawrence κι ο James Joyce, δίνοντάς τους ένα μάθημα "θάρρους" και βοηθώντας τους να ξεπεράσουν τις αναστολές τους. "Χάρη σε εσάς, βλέπουμε πολλά πράγματα. Χάρη σε εσάς λέμε πολλά πράγματα που διαφορετικά δεν θα είχαμε δει ούτε θα λέγαμε." Ισχυρίστηκε ότι η αυτοβιογραφία, συγκεκριμένα, είχε γίνει "πιο διορατική και τολμηρή".



     Ο Τσβάιχ απολάμβανε στενή σχέση με τον Ρίτσαρντ Στράους και παρείχε το λιμπρέτο για το Die schweigsame Frau (Η Σιωπηλή Γυναίκα). Ο Στράους αψήφησε περίφημα το ναζιστικό καθεστώς αρνούμενος να εγκρίνει την αφαίρεση του ονόματος του Τσβάιχ από το πρόγραμμα για τη πρεμιέρα του έργου στις 24 Ιουνίου 1935 στη Δρέσδη. Ως αποτέλεσμα, ο Γκέμπελς αρνήθηκε να παρευρεθεί όπως είχε προγραμματιστεί κι η όπερα απαγορεύτηκε μετά από τρεις παραστάσεις. Ο Τσβάιχ συνεργάστηκε αργότερα με τον Τζόζεφ Γκρέγκορ για να παράσχει στον Στράους το λιμπρέτο για μια άλλη όπερα, τη Δάφνη, το 1937. Τουλάχιστον ένα άλλο έργο του Τσβάιχ έλαβε μουσικό σκηνικό: ο πιανίστας και συνθέτης Henry Jolles, ο οποίος όπως κι ο Zweig είχε καταφύγει στη Βραζιλία για να ξεφύγει από τους Ναζί, συνέθεσε ένα τραγούδι βασισμένο στο Stefantimz, Gedicht, το οποίο έγραψε με αφορμή τα 60ά του γενέθλια το Νοέμβρη του 1941. Στη διάρκεια της παραμονής του στη Βραζιλία, έγραψε το Brasilien, Ein Land der Zukunft (Brazil, A Land of the Future) που αποτελούνταν από μια συλλογή δοκιμίων για την ιστορία και τον πολιτισμό της πρόσφατα υιοθετημένης χώρας του.
     Ήτανε παθιασμένος συλλέκτης χειρογράφων. Αλληλογραφούσε εκτενώς με την Ούγγρα μουσικολόγο Gisela Selden-Goth, συζητώντας συχνά το αμοιβαίο ενδιαφέρον τους για τη συλλογή πρωτότυπων μουσικών παρτιτούρων. Υπάρχουν σημαντικές συλλογές του στη Βρεττανική Βιβλιοθήκη, στο Κρατικό Πανεπιστήμιο Νέας Υόρκης στη Φρεντόνια και στην Εθνική Βιβλιοθήκη Ισραήλ. Η συλλογή Stefan Zweig της Βρεττανικής Βιβλιοθήκης δωρήθηκε στη βιβλιοθήκη από τους κληρονόμους του τον Μάη του 1986. Ειδικεύεται σε χειρόγραφα μουσικής με αυτόγραφα, συμπεριλαμβανομένων έργων των Bach, Haydn, Wagner και Mahler. Έχει περιγραφεί ως μία από τις μεγαλύτερες συλλογές χειρογράφων αυτόγραφων στον κόσμο. Ένα ιδιαίτερα πολύτιμο αντικείμενο είναι το Verzeichnüß aller meiner Werke του Μότσαρτ -δηλαδή ο χειρόγραφος θεματικός κατάλογος των έργων του ίδιου του συνθέτη. Το ακαδημαϊκό έτος 1993–1994 στο Κολλέγιο της Ευρώπης ονομάστηκε προς τιμή του. Ο Τσβάιχ έχει πιστωθεί ως ένας από τους μυθιστοριογράφους που συνέβαλαν στην εμφάνιση αυτού που αργότερα θα ονομαζόταν Μύθος των Αψβούργων.



ΡΗΤΑ

Μόνον ο άνθρωπος που έχει γνωρίσει φως και σκοτάδι, πόλεμο και ειρήνη, κορυφή και πτώση, μόνο αυτός έχει γνωρίσει πραγματικά τη ζωή.

Αυτός που 'ναι στην ευτυχία μόνος, θα 'ναι και στη δυστυχία μόνος.

Μπορείς να τρέξεις και να ξεφύγεις απ' όλους εκτός από τον εαυτό σου.

Δεν μας απογοητεύουν οι άνθρωποι και τα γεγονότα αλλά η αντίληψη που έχουμε για τη πραγματικότητα. Είναι η δική μου προσωπική αντίληψη για τη πραγματικότητα που καθορίζει την ευτυχία και τις απογοητεύσεις μου.

Κάθε κύμα, άσχετα από το πόσο ψηλά κι ορμητικά βρυχάται, θα καταρρεύσει μέσα του.

Μόνον ένας ανόητος καμαρώνει όταν έχει αυτό που λένε "επιτυχία με τις γυναίκες". Ο αληθινός άντρας αισθάνεται άσχημα όταν συνειδητοποιεί ότι μια γυναίκα είναι ξετρελλαμένη μαζί του, ενώ ο ίδιος δεν μπορεί ν' ανταποδώσει τα αισθήματά της.

Οι ευτυχισμένοι άνθρωποι είναι κακοί ψυχολόγοι.

Σ' όλες τις εποχές, η πολιτική ήταν η τέχνη του παραλόγου.

Δεν υπάρχει τίποτα πιο μοχθηρό, τίποτε πιο ύπουλο από μια μικρή λέξη που θέλει να γίνει μεγάλη.

Βρίσκω πως τα βιβλία είναι τα καλύτερα εφόδια που μπορεί να πάρει μαζί του ένας άνθρωπος στο ταξίδι της ζωής.

Διάβαζε με τον τρόπο που άλλοι προσεύχονται, που οι χαρτοπαίκτες παίζουν χαρτιά κι οι μεθυσμένοι στυλώνουν ναρκωμένοι τα μάτια στο κενό. Διάβαζε με μια τόσο συγκινητική κατάνυξη, που από τότε, κάθε άλλος άνθρωπος που διαβάζει πάντα μου μοιάζει βέβηλος.

Μόνον όταν ένας άνθρωπος καταλάβει πως αξίζει κάτι γι' άλλους ανθρώπους, αισθάνεται πως η ύπαρξή του έχει κάποιο νόημα.

Αν είναι να πουληθείς, κοίτα τουλάχιστον να πιάσεις καλή τιμή.

Οι φιλάργυροι είναι τσιγκούνηδες με το χρόνο τους, όπως ακριβώς και με τα λεφτά τους.

Συνολικά, περισσότεροι άνδρες έχουν ίσως δραπετεύσει προς τον πόλεμο παρά απ' αυτόν.


ΕΡΓΑ

Μυθιστορήματα, νουβέλες & διηγήματα

1916: Die Legende der dritten Taube (Το παραμύθι του τρίτου περιστεριού), διήγημα
μτφ. Δημήτρης Δημοκίδης στην συλλογή διηγημάτων Τρεις θρύλοι και ένα παραμύθι (Ροές, 2003)
1917: Die Frau und die Landschaft (Η γυναίκα και το τοπίο), νουβέλα μτφ. Βασίλης Πατέρας (Ροές 2013)
1922: Die Mondscheingasse (Στο φως του φεγγαριού), διήγημα μτφ. Μαρία Αγγελίδου, στο Αμόκ και άλλες νουβέλες. (Άγρα, 2014).
1922: Brief einer Unbekannten (Το γράμμα μιας άγνωστης), νουβέλα μτφ. Αλέξης Καρρέρ (Σύγχρονη Εποχή, 1990) Τατιάνα Λιάνη ( Ροές, 2003)
1922: Amok (Αμόκ), νουβέλα μτφ. "Ευπαλίνος" (έκδ. περιοδικού Μπουκέτο, 1934) [ως "Αμόκ, ή Ο τρελλός της Μαλαισίας"]
μτφ. Αλέξης Καρρέρ (Γκοβόστης, 1951) μτφ. Α. Γιαννόπουλος (Μορφωτική Εταιρεία, 1954) [ως "Αμόκ, ή Ο τρελλός της Μαλαισίας"]
μτφ. Κωστής Λ. Μεραναίος (Δαρεμά, Ιανουάριος 1955) μτφ. Γιώργος Τσουκαλάς (Άγκυρα, 1969) μτφ. Κωστής Μεραναίος (Αστέρι, 1980)
μτφ. Μαρία Αγγελίδου (Άγρα, 2014) μτφ. Μαρία Κωνσταντούρου (Εμπειρία Εκδοτική, 2017)
1922: Phantastische Nacht (Φανταστική νύχτα), νουβέλα μτφ. Δημήτρης Δημοκίδης (Ροές, 2004)
1925: Angst (Φόβος), νουβέλα μτφ. Σπ Λεβαντής (Γκοβόστης, 1954) μτφ. Σπύρος Λιναρδάτος (Γκοβόστης, 1955) μτφ. Γεώργιος Ραφτόπουλος (Ιωλκός, χχ.) μτφ. Κωνσταντίνος Κρίτσης (Ροές, 2002)
1925: Die unsichtbare Sammlung (Η αόρατη συλλογή), νουβέλα μτφ. Μαρία Τόπαλη· περιλαμβάνεται στο Ο παλαιοβιβλιοπώλης Μέντελ & η αόρατη συλλογή (Άγρα, 2010)
1927: Verwirrung der Gefühle (Σύγχυση αισθημάτων), νουβέλα μτφ. Αλέξης Καρρέρ (Γκοβόστης, 1950) μτφ. Τατιάνα Λιάνη (Ροές, 2003)
1927: 24 Stunden Ans dem Leben einer Frau (Εικοσιτέσσερις ώρες από τη ζωή μιας γυναίκας), νουβέλα μτφ. Νικόλαος Παπαρρόδος (Δέλτα, 1961)
μτφ. Γιώργος Τσουκαλάς (Άγκυρα, 1969) μτφ. Γιώργος Σημηριώτης και Νίκος Σημηριώτης, με επίλογο του Ρομαίν Ρολλάν (ως "Το εικοσιτετράωρο μιας γυναίκας", Εκδόσεις Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος, 1989) μτφ. Τατιάνα Λιάνη (Ροές, 2004)
1927: Untergang eines Herzens, νουβέλα μτφ. Πολύβιος Βοβολίνης, ως Καταστροφή μιας καρδιάς, στον τόμο Νουβέλλες. (Αργώ, χχ.). μτφ. Μ. Λίλης (Η καταστροφή μιας καρδιάς, Ο Κεραμεύς, 1947) μτφ. Τατιάνα Λιάνη (Συντριβή μιας καρδιάς· Ροές, 2003).
1928: Rahel rechtet mit Gott μτφ. Γεώργιος Ραφτόπουλος (Ραχήλ, Ιωλκός, χχ.).
1929: Die Reise in die Vergangenheit (Ταξίδι στο παρελθόν), νουβέλα που ξαναεκδόθηκε το 1976 με προσθήκες, με τίτλο Widerstand der Wirklichkeit μτφ. της πρώτης μορφής: Γιώτα Λαδουδάκου (Μεταίχμιο, 2014) μτφ. της 2ης: Δημήτρης Δημοκίδης (Ροές, 2014)
1929: Buchmendel, νουβέλα μτφ. (ως Μάντελ ο δαιμόνιος, εκδ. "Ο Κεραμεύς", χχ.) μτφ. Μαρία Τοπάλη, στο Ο παλαιοβιβλιοπώλης Μέντελ & η αόρατη συλλογή (Άγρα, 2010)



1935: Leporella (Λεπορέλλα), διήγημα μτφ. Μαρία Αγγελίδου, στο Αμόκ κι άλλες νουβέλες
1936: Der Flüchtling. Episode an Genfer See (Ο φυγάς. Επεισόδιο στη λίμνη της Γενεύης), διήγημα μτφ. Πολύβιος Βοβολίνης (στον τόμο Νουβέλλες) μτφ. (;) (Ο Κεραμεύς, χχ.) μτφ. Μαρία Αγγελίδου, στο Αμόκ & άλλες νουβέλες
1937: Der begrabene Leuchter (Το θαμμένο κηροπήγιο), νουβέλα μτφ. Κ.Λ. Μεραναίος (ως "Μενοράχ", Αστέρι, 1980)
1939: Ungeduld des Herzens (Ανυπόμονη καρδιά), μυθιστόρημα μτφ. Μιμίκα Κρανάκη (Εκδόσεις των Φίλων, 1945· επανεκδόσεις: Εκδόσεις ΚΜ [Εκδοτικός Οργανισμός Σ. Κωνσταντινόπουλος - Σ. Μαγκανιάς], 1953· Δ. Δαρεμάς, χχ. και Άγρα, 2012, με τίτλο Επικίνδυνος οίκτος)
1939: Rausch der verwandlung (Η μέθη της μεταμόρφωσης), μυθιστόρημα (πρωτοκυκλοφόρησε στη Γερμανία το 1982) μτφ. Γιάννης Καλλιφατίδης (Πατάκης, 2013)
1941: Schachnovelle (Σκακιστική νουβέλα), νουβέλα που πρωτοκυκλοφόρησε μεταθανάτια (1942) μτφ. Πολύβιος Βοβολίνης (στον τόμο Νουβέλλες)
μτφ. Μαρία Αγγελίδου (Άγρα, 1991) μτφ. Άντζι Σαλταμπάση (Μίνωας, 2016)
1941: Clarissa (Κλαρίσα), νουβέλα που άφησε μισοτελειωμένη και πρωτοκυκλοφόρησε το 1990 μτφ. Μαρία Αγγελίδου (Αλεξάνδρεια, 1992)

Βιογραφίες, δοκίμια, μελέτες, αλληλογραφία

1920: Drei Meister: Balzac – Dickens – Dostojewski (Τρεις δάσκαλοι: Μπαλζάκ - Ντίκενς - Ντοστογιέφσκυ) μτφ.Γιάννης Μπεράτης, το τμήμα περί Ντοστογιέφσκυ (Γκοβόστης, 1980)
1921: Romain Rolland (Ρομαίν Ρολλάν), 1921
1925: Der Kampf mit dem Dämon: Hölderlin-Kleist-Nietzsche - (Ο αγώνας με τον δαίμονα. Χαίλντερλιν-Κλάιστ- Νίτσε) μτφ. Γ. Γιαννακόπουλος (ολόκλξηρο· Εκδόσεις ΚΜ Εκδοτικός Οργανισμός "Κωνσταντινόπουλος - Μαγκανιάς", 1954) μτφ. Αλέξης Καρρέρ, το τμήμα περί Χάινριχ Κλάιστ (Γκοβόστης, χχ.) μτφ. (;), το τμήμα περί Νίτσε (Γκοβόστης, 1990)
1927: Sternstunden der Menschheit (Οι μεγάλες ώρες της ανθρωπότητας) μτφ. (;) (Πέλλα, χχ.) μτφ. Μαρία Αγγελίδου ως Οι μεγάλες στιγμές της ανθρωπότητας (Πατάκης, 2013)
1928: Drei Dichter ihres Lebens: Casanova – Stendhal – Tolstoi (Τρεις ποιητές της ζωής τους: Καζανόβα, Σταντάλ, Τολστόι) μτφ. Κωστής Μεραναίος, το τμήμα περί Τολστόι (Γκοβόστης, χχ.)
1929: Joseph Fouché. Bildnis eines politischen Menschen (Ιωσήφ Φουσέ. Εικών πολιτικού ανδρός) μτφ. Μ.Β. Σακελλαρίου (Οι Φίλοι του Βιβλίου, 1945) (εκδ. Πέτρος Ράνος, 1980)
1932: Marie Antoinette. Bildnis eines mittleren Charakters (Μαρία Αντουανέτα. Εικόνα ενός μέσου χαρακτήρα) μτφ. Γιάννης Κουχτσόγλου (Εκδόσεις ΚΜ Εκδοτικός Οργανισμός "Κωνσταντινόπουλος - Μαγκανιάς", 1953, ως Μαρία-Αντουανέτα· εκδ. Δ. Δαρέμας, χχ.) μτφ. Διονυσία Μπιτζιλέκη (Γκοβόστης, χχ.) μτφ. Α. Ιορδάνου (Πάπυρος, 1996)
1934: Triumph und Tragik des Erasmus von Rotterdam (Θρίαμβος και τραγωδία του Έρασμου από το Ρόττερνταμ) μτφ. Γιάννης Μπεράτης (Γκοβόστης, 1980)
1935: Maria Stuart (Μαρία Στούαρτ) μτφ. Φούλα Χατζιδάκη (Πάπυρος, 1971) μτφ. Νότης Παναγιώτου (Γκοβόστης, χχ.)
1936: Castellio gegen Calvin (Καστελλιόν εναντίον Καλβίνου) μτφ. Αλέξης Καρρέρ (Γκοβόστης, 1950)
1938: Magellan Der Mann und seine Tat (Μαγγελάνος. Ο άνθρωπος και το έργο του) μτφ. Γιάννης Λάμψας, (Μπεργαδής, 1953, με εικονογράφηση του Γιώργου Βαρλάμου· Πάπυρος, 1971) μτφ. Πολύβιος Βοβολίνης (εκδ. "Θεόδωρου Ζουμπουλάκη", χχ.) μτφ. Λ Καστανάκης (Γκοβόστης, 1952)



εκδόσεις μετά θάνατον

1942: Montaigne (Μονταίνιος) μτφ. Μαρία Αγγελίδου (Άγρα, 2015)
1942: Die Welt von Gestern (Ο κόσμος του χτες) μτφ. Σ.Π. (;) (Διεθνείς Εκδόσεις Δελήχρυσο, χχ., ως Ο χθεσινός κόσμος) μτφ. Τατιάνα Λιάνη και Καλανταρίδου Αλεξία (Printa, 2006)
1943: Das Geheimnis des künstlerischen Schaffens (Το μυστήριο της καλλιτεχνικής δημιουργίας), δοκίμιο μτφ. Αλέξανδρος Καρατζάς (Ροές, 2002)
1944: Amerigo Die Geschichte eines historischen Irrtums (Αμέριγκο αναδρομή σε ένα ιστορικό λάθος) μτφ. Βασίλης Πατέρας (Καστανιώτης, 1998)
1946: Balzac Roman seines Lebens (Μπαλζάκ), βιογραφία μτφ. Γιάννης Μπεράτης (Γκοβόστης, 1950)
1989: Briefwechsel mit Sigmund Freud (1908-1939) (Αλληλογραφία με Ζίγκμουντ Φρόυντ, 1908-1939) μτφ. Ελευθέριος Καρτάκης (Printa, 2003)
2013: Einigung Europas (Έκκληση προς τους Ευρωπαίους), δύο δοκίμια μτφ. Σώτη Τριανταφύλλου (Μελάνι, 2017)


=======================

              Οι Τελευταίες Στιγμές Της Μαρίας Στούαρτ

"ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΜΟΥ ΘΑ ΕΙΝΑΙ Η ΑΡΧΗ ΜΟΥ"
.
Αυτή τη φράση είχε κεντήσει κάποτε πάνω σ' ένα ύφασμα η τραγική βασίλισσα της Γαλλίας και της Σκωτίας Μαρία Στούαρτ.

Τώρα, η προφητεία της αυτή θα πραγματοποιούνταν. Ο δραματικός θάνατός της θα την εξιλέωνε στα μάτια των μεταγενέστερων για τα νεανικά της σφάλματα και θ' αποτελούσε πραγματικά την αρχή της δόξας της. Γι' αυτό, η Μαρία Στούαρτ, η οποία ήξερε ότι η τρομερή αντίζηλός της βασίλισσα της Αγγλίας Ελισσάβετ, που είκοσι ολόκληρα χρόνια την κρατούσε αιχμάλωτό της, θα τη θανάτωνε μια μέρα, προετοιμαζόταν για την ύστατη αυτή δοκιμασία.
Δύο φορές, τότε που ήταν ακόμα νεαρή βασίλισσα της Γαλλίας, είχε παρακολουθήσει θανατικές εκτελέσεις και είχε δει πως πρέπει να πεθαίνουν οι ευγενείς κάτω απ' το τσεκούρι του δημίου. Είχε μάθει ότι η φρίκη ενός τόσο απαίσιου τέλους μονάχα με τον ηρωισμό θα μπορούσε να νικηθεί. Ήξερε ακόμα ότι οι σύγχρονοί της και οι μεταγενέστεροι θα την έκριναν από τη στάση της επάνω στο ικρίωμα: η παραμικρή λιποψυχία, ο παραμικρός δισταγμός, το παραμικρό ρίγος, όταν θα έσκυβε τον τράχηλό της για να τον χτυπήσει αδυσώπητος ο δήμιος, θα κουρέλιαζαν όλη τη βασιλική της μεγαλοπρέπεια, Συγκέντρωσε λοιπόν όλες τις δυνάμεις της κατά τις βδομάδες που προηγήθηκαν της εκτελέσής της. Αυτή η γυναίκα, η οποία συνήθως ήταν τόσο ορμητική, δεν προετοιμάστηκε για τίποτε στη ζωή της με τόση γαλήνη και με σταθερότητα, όσο για το θάνατό της.
Έτσι δεν έδειξε ούτε τρόμο, ούτε κατάπληξη, όταν την Τρίτη 7 Φεβρουαρίου 1587, οι υπηρέτες της1 της ανήγγειλαν την άφιξη των λόρδων Σέσμπουρυ και Κεντ και των δικαστών που την είχαν καταδικάσει εις θάνατο. Η πρώτη φροντίδα της τότε ήταν να συγκεντρώσει γύρω της τις γυναίκες της ακολουθίας της και όλους σχεδόν τους αυλικούς της. Το έκανε αυτό γιατί ήθελε, τώρα που άρχιζε ο τελευταίος σταθμός του μαρτυρίου της, να βρίσκονται οι πιστοί της κοντά της σε κάθε στιγμή, για να μπορούν μια μέρα να βεβαιώσουν ότι η κόρη του βασιλέως Ιακώβου V και της πριγκίπισσας Μαρίας της Λωρραίνης, μέσα στο αίμα της οποίας κυλούσε το αίμα των Τυδώρ, των Βαλλουά και των Στούαρτ, αντιμετώπισε με θάρρος τις σκληρότερες δοκιμασίες που μπορούν να χτυπήσουν έναν άνθρωπο. Έπειτα δέχθηκε τους επισκέπτες της. Ο λόρδος Σέσμπουρυ, στο σπίτι του οποίου κατοικούσε είκοσι χρόνια τώρα, γονάτισε μπροστά της κι έσκυψε το κεφάλι του. Η φωνή του έτρεμε λίγο, καθώς της ανήγγειλε ότι η βασίλισσα Ελισσάβετ, υποκύπτοντας στις επίμονες αξιώσεις των υπηκόων της ήταν αναγκασμένη να εκτελέσει την απόφαση των δικαστών.
Η Μαρία Στούαρτ δεν φάνηκε να ξαφνιάζεται καθόλου από αυτή τη φρικτή είδηση. Χωρίς να δείξει το παραμικρό ίχνος συγκίνησης, άκουσε την ανάγνωση της καταδικαστικής απόφασης κι έπειτα γαλήνια, πάντοτε, την υπέγραψε και είπε:
- Ευλογημένος να είναι ο Θεός για την είδηση που μου φέρνετε. Δεν θα μπορούσα να ακούσω καλύτερη, γιατί αυτή μου αναγγέλλει το τέλος των πόνων μου. Η χάρη του Θεού ευδόκησε να με κάνει να πεθάνω για τη δόξα του ονόματός Του και της εκκλησίας Του, της Καθολικής Εκκλησίας!
Ούτε καν έκανε καμιά συζήτηση επί της καταδικαστικής απόφασης και δεν εζήτησε παρά δυο μόνο πράγματα: να επιτρέψουν στον πνευματικό της να βρίσκεται κοντά της κατά τις τελευταίες της στιγμές και να μη γίνει η εκτέλεσή της την επομένη το πρωί για να μπορέσει εν τω μεταξύ να ετοιμαστεί.
Μα και τις δυο αυτές χάρες αρνήθηκαν να της παραχωρήσουν. Ο δούκας του Κεντ, φανατικός Διαμαρτυρόμενος, της απάντησε ότι δεν είχε ανάγκη από ιερέα της ψεύτικης Καθολικής θρησκείας και θέλησε να της στείλει έναν προτεστάντη πάστορα για να την μυήσει στην "αληθινή" θρησκεία.
Εννοείται ότι η Μαρία δεν δέχτηκε.
Η άρνηση ωστόσο ν' αναβάλλουν την εκτέλεσή της δεν ήταν και τόσο σκληρή γι' αυτήν: γιατί εφόσον θα είχε μια νύχτα μπροστά της για να προετοιμαστεί για τον θάνατο, οι ώρες της θα ήταν τόσο γεμάτες, ώστε δεν θα έμενε θέση για τον φόβο και την αγωνία…
Η Μαρία Στούαρτ χρησιμοποίησε τις τελευταίες της ώρες με μια ψυχραιμία που την αγνοούσε εντελώς άλλοτε. Μεγάλη πριγκίπισσα καθώς ήταν, ήθελε ένα θάνατο μεγαλοπρεπή κι ετοιμάστηκε γι' αυτόν όπως θα έκανε για μια μεγάλη τελετή, για ένα θρίαμβο!... Τίποτε δεν έπρεπε να εγκαταλειφθεί στην τύχη… Όλα έπρεπε να κανονιστούν λεπτομερώς για να κάνουν εντύπωση, για να πάρουν μια βασιλική ομορφιά.
Για να της μείνει καιρός να συγκεντρώσει τις σκέψεις της και να γράψει μερικές επιστολές με την ησυχία της, η μελλοθάνατη βασίλισσα παράγγειλε να της σερβίρουν το φαγητό της, μια ώρα νωρίτερα από τη συνηθισμένη. Το γεύμα της, εκείνη την ημέρα, είχε την επισημότητα Μυστικού Δείπνου. Αφού έφαγε, συγκέντρωσε γύρω της όλους της τους υπηρέτες και γέμισε ένα ποτήρι κρασί. Σοβαρή με το πρόσωπο εντελώς γαλήνιο, ύψωσε κατόπιν το κύπελλο πάνω απ' τους πιστούς της, οι οποίοι είχαν πέσει όλοι γονατιστοί. Ήπιε στην υγειά τους και τους εξόρκισε να μείνουν αφοσιωμένοι στην Καθολική θρησκεία και να ζήσουν ειρηνικά μεταξύ τους. Έπειτα ζήτησε συγγνώμη απ' τον καθένα τους χωριστά για τα κακά που, ακουσίως ή εκουσίως, τους είχε τυχόν κάνει και χάρισε σ' όλους από ένα ενθύμιο: δαχτυλίδια, κοσμήματα, περιδέραια και δαντέλες. Εκείνοι δέχτηκαν τα δώρα της γονατιστοί και σιωπηλοί. Μα έξαφνα ξέσπασαν όλοι σε λυγμούς κι η βασίλισσα τότε, χωρίς να θέλει, συγκινήθηκε κι αυτή μέχρι δακρύων από τη σπαρακτική αφοσίωση των υπηρετών της.
Σηκώθηκε τέλος και διευθύνθηκε στην κάμαρή της, όπου αναμμένες λαμπάδες έκαιγαν λευκό μαροκαίν. Μόνη της η Μαρία Στούαρτ διάλεξε από ένα κουτί το μαντήλι με το οποίο θα της έδεναν τα μάτια, ένα μαντήλι από λευκή βατίστα, με χρυσά κρόσσια, κεντημένο χωρίς άλλο από την ίδια. Διάλεξε επίσης με φροντίδα όλα τα εξαρτήματα της τουαλέτας της ως το ελάχιστο, έτσι που να είναι όλα αρμονικά. Πρόβλεψε ακόμα ότι πριν σκύψει το κεφάλι της απάνω στο κούτσουρο της εκτελέσεως, έπρεπε να γδυθεί. Έχοντας αυτήν την τελευταία και τραγική στιγμή υπ' όψιν της, η Μαρία Στούαρτ φόρεσε κάτω από την τουαλέτα της ένα άλλο φόρεμα κόκκινο μεταξωτό και γάντια ψηλά, κόκκινα κι αυτά σαν τη φωτιά, έτσι που το αίμα καθώς θα ξεπετιόταν να μην ξεχωρίσει πολύ απάνω στα ρούχα της. Ποτέ ασφαλώς μια κατάδικος δεν προετοιμάστηκε για τον θάνατο με τόση τέχνη και μεγαλοπρέπεια.
Στις οχτώ η ώρα το πρωί, χτύπησαν την πόρτα της. Η Μαρία Στούαρτ δεν απάντησε γιατί ήταν ακόμα γονατιστή στο προσευχητήριό της και διάβαζε με δυνατή φωνή την προσευχή των μελλοθανάτων. Όταν τελείωσε, σηκώθηκε και άνοιξε την πόρτα, ήταν ένας αξιωματικός, ο οποίος της είπε κάνοντας μια βαθύτατη υπόκλιση:
- Μεγαλειοτάτη, οι λόρδοι σας περιμένουν και μ' έστειλαν να σας ειδοποιήσω…
- Πηγαίνουμε, του απάντησε η Μαρία Στούαρτ.
Το ύστατο μαρτύριο άρχιζε. Υποβασταζόμενη από δυο υπηρέτες, η μελλοθάνατη προχωρούσε αργά, γιατί τα πόδια της ήταν πρησμένα κι είχαν πάθει αγκύλωση από τους ρευματισμούς. Κρατούσε στα χέρια της έναν σταυρό από φίλντισι, γιατί έπρεπε να δει ο κόσμος πως μια βασίλισσα πεθαίνει πιστή στην πίστη της. Έπρεπε επίσης ο κόσμος να ξεχάσει τις τρέλλες και τα σφάλματα της νεότητάς της και να μη δει τίποτε άλλο παρά πως ήταν μια μάρτυς που έπεφτε θύμα των αιρετικών εχθρών της.
Οι υπηρέτες της την συνόδευσαν μόνο ως την πόρτα. Έτσι είχε αποφασιστεί εκ των προτέρων. Δεν έπρεπε να φανεί ότι συμμετείχαν σε μια φριχτή πράξη, οδηγώντας οι ίδιοι τη βασίλισσά τους ως το ικρίωμα. Ήθελαν να την υπηρετούν μόνο στα διαμερίσματά της και όχι να γίνουν βοηθοί του δημίου. Δυο Άγγλοι αξιωματικοί είχαν αναλάβει να τη βοηθήσουν να κατέβει τη σκάλα: μόνο οι εχθροί της έπρεπε να συμμετάσχουν στον φόνο της.
Κάτω, στο τελευταίο σκαλοπάτι, μπροστά στην είσοδο της μεγάλης αίθουσας, όπου θα γινόταν η εκτέλεση, ο αυλάρχης της Μέλβιλ περίμενε γονατιστός: αυτός, υπό την ιδιότητά του ως Σκώτου ευπατρίδη, θ' αναλάμβανε ν' αναγγείλει στον γιο της την εκτέλεση της μητέρας του.
Η Μαρία Στούαρτ τον σήκωσε και τον αγκάλιασε. Η παρουσία του αφοσιωμένου της αυτού ανθρώπου τής ήταν ευχάριστη και της τόνωσε το θάρρος.
Κι όταν ο Μέλβιλ της είπε: "Θα είναι η πιο σκληρή αποστολή της ζωής μου ν' αναγγείλω ότι η σεβαστή μου κυρία και βασίλισσα πέθανε", εκείνη του απάντησε: "Πρέπει μάλλον να χαίρεσαι που έφθασα πια στο τέλος των μαρτυρίων μου. Πες, προπάντων, ότι πέθανα πιστή στη θρησκεία μου, σαν αληθινή Καθολική, σαν αληθινή βασίλισσα! Ο Θεός ας συγχωρέσει αυτούς που θέλησαν τον θάνατό μου. Και πες, στον γιο μου, ότι δεν έκανα ποτέ τίποτε που να μπορεί να τον βλάψει και ότι δεν παραιτήθηκα ποτέ της ηγεμονίας μας".
Έπειτα απ' αυτά τα λόγια, γύρισε προς τους λόρδους Σέσμπουρυ και Κεντ που ήσαν παρόντες και τους παρακάλεσε να επιτρέψουν στις γυναίκες της ακολουθίας της να παραστούν στο τέλος της.
Ο Κεντ όμως παρατήρησε ότι οι γυναίκες με τα δάκρυά τους και τις φωνές τους θα δημιουργούσαν φασαρία και θα προκαλούσαν σκάνδαλο, επειδή θα ήθελαν να βουτήξουν τα μαντήλια τους στο αίμα της βασίλισσας. Μα η Μαρία επέμεινε και είπε: "Εγγυώμαι εγώ ότι δεν θα κάνουν τίποτε. Είμαι μάλιστα βέβαιη ότι η βασίλισσά σας δεν θ' αρνιόταν μια τέτοια χάρη σε μια άλλη βασίλισσα που πρόκειται να πεθάνει, σε μια βασίλισσα που είναι εξαδέλφη της, απόγονος του Ερρίκου 7ου, χήρα του βασιλέως της Γαλλίας και βασίλισσας της Γαλλίας".
Οι δυο άνδρες, αφού σκέφτηκαν λίγο, επέτρεψαν σε τέσσερις υπηρέτες της και δυο απ' τις γυναίκες της ακολουθίας να τη συνοδεύσουν. Η Μαρία Στούαρτ ήταν ικανοποιημένη. Συνοδευόμενη απ' αυτόν τον μικρό όμιλο των πιστών της και τον αυλάρχη της Μέλβιλ, που κρατούσε την ουρά του φορέματός της, μπήκε στη μεγάλη σάλα των εκτελέσεων...
Όλη τη νύχτα, η αίθουσα αυτή αντηχούσε από χτυπήματα. Τα τραπέζια και τα καθίσματα είχαν αφαιρεθεί. Σε μια άκρη της αιθούσης είχε στηθεί ένα ικρίωμα ύψους δύο ποδών, στρωμένο στα μαύρα. Στη μέση του ικριώματος, μπροστά στο κούτσουρο της εκτελέσεως, είχαν τοποθετήσει ένα σκαμνάκι μαύρο με ένα μαξιλάρι. Εκεί η βασίλισσα έπρεπε να γονατίσει για να δεχτεί το θανάσιμο χτύπημα. Δεξιά κι αριστερά, δυο έδρες περίμεναν τους αντιπροσώπους της βασίλισσας Ελισσάβετ, ενώ κοντά στον τοίχο στεκόντουσαν ακίνητοι σαν μπρούτζινα αγάλματα δύο άνθρωποι που φορούσαν μάσκα και μαύρα βελουδένια ρούχα: ο δήμιος κι ο βοηθός του.
Στο βάθος της αίθουσας συνωστιζόταν το πλήθος των θεατών. Οι στρατιώτες είχαν σχηματίσει μια ζώνη, πίσω από την οποία στεκόντουσαν διακόσιοι ευπατρίδες που είχαν τρέξει για να παρασταθούν στο πρωτοφανές θέαμα της εκτέλεσης μιας βασίλισσας. Έξω ο λαός είχε μαζευτεί κατά χιλιάδες μπρος στις πόρτες του πύργου, μα η είσοδός του είχε απαγορευτεί: έπρεπε να είναι κανείς ευγενής για να έχει το δικαίωμα να δει πως χύνεται το αίμα μιας βασίλισσας.



Η Μαρία μπήκε γαλήνια στη σάλα. Βασίλισσα από τις πρώτες μέρες της ζωής της, είχε μάθει από τότε να κρατάει πάντοτε μια στάση βασιλική κι αυτή τη στάση κράτησε και στη σκληρή εκείνη στιγμή...
Με το κεφάλι ψηλά, ανέβηκε τα δυο σκαλοπάτια του ικριώματος. Έτσι, σε ηλικία δεκαπέντε χρονών, ανέβηκε στο θρόνο της Γαλλίας. Άκουσε κατόπιν τον γραμματέα να ξαναδιαβάζει την καταδικαστική απόφαση. Και τα χαρακτηριστικά της είχαν πάρει μια τόσο αξιαγάπητη έκφραση, ώστε ένας από τους παρισταμένους έγραψε κατόπιν ότι άκουσε την είδηση του θανάτου της, σαν να της ανήγγειλαν τη χορήγηση χάριτος.
Μια σκληρή δοκιμασία της επιφυλασσόταν ωστόσο ακόμα. Η μελλοθάνατη ήθελε να παρουσιάσει της τελευταία της ώρα σαν κάτι αγνό και υπέροχο, ήθελε η ώρα αυτή ν' ακτινοβολήσει στον κόσμο σαν θάνατος μιας μάρτυρος της πίστεως. Μα οι δυο Διαμαρτυρόμενοι λόρδοι, ο Σέσμπουρυ κι ο Κεντ, δεν το ήθελαν αυτό. Και προσπάθησαν στην ύστατη στιγμή, με φριχτούς τρόπους, να εξευτελίσουν την αξιοπρέπεια της Μαρίας Στούαρτ.
Πολλές φορές, η βασίλισσα, κατά τη διάρκεια της σύντομης διαδρομής της από την κάμαρή της ως τον τόπο της εκτελέσεως, είχε στραφεί για να δει μήπως ο πνευματικός της βρισκόταν πουθενά μέσα στο πλήθος, για να πετύχει, μ' ένα άφωνο σημάδι του, άφεση αμαρτιών και την ευλογία του. Μα του κάκου. Οι λόρδοι δεν είχαν επιτρέψει στον πνευματικό της να βγει από την κάμαρή της.
Και να, έξαφνα, τη στιγμή που ετοιμαζόταν να υποστεί την καταδίκη της χωρίς τη βοήθεια της θρησκείας, την ύστατη στιγμή, παρουσιάστηκε πάνω στο ικρίωμα ένας Διαμαρτυρόμενος πάστορας, ο Φλέτσερ, αμείλικτος διώκτης των Καθολικών. Οι δυο λόρδοι ήξεραν πολύ καλά, από τις επανειλημμένες αρνήσεις της, ότι η Μαρία Στούαρτ σαν πιστή Καθολική που ήταν, θα προτιμούσε να πεθάνει χωρίς την πνευματική ενίσχυση της εκκλησίας παρά να δει να παραστέκεται κοντά της ένας Διαμαρτυρόμενος ιερέας. Μα όπως η Μαρία ήθελε να τιμήσει τη θρησκεία της πάνω στο ικρίωμα, έτσι κι αυτοί ήθελαν να τιμήσουν τη δική τους, έτσι κι αυτοί ήθελαν ο Θεός τους να είναι παρών εκεί.
Κάνοντας λοιπόν πως ενδιαφέρεται για τη σωτηρία της ψυχής της μελλοθάνατης, ο πάστορας άρχισε ένα κήρυγμα, πολύ μέτριο άλλωστε, το οποίο η Μαρία Στούαρτ –που δεν ζητούσε άλλο παρά να πεθάνει- προσπάθησε του κάκου να διακόψει.
Τρεις – τέσσερις φορές παρακάλεσε τον πάστορα Φλέτσερ να σταθεί, λέγοντάς του ότι επέμενε στη λατρεία της Καθολικής θρησκείας, για την οποία πέθαινε τη μέρα εκείνη. Μα ο Φλέτσερ ούτε άκουσε την τελευταία θέληση της μελλοθάνατης. Δεν ήθελε να πάει χαμένο το κήρυγμά του, το οποίο είχε ετοιμάσει από μέρες, για να το απαγγείλει εμπρός στην ομήγυρη αυτή την ευγενών. Κι εξακολούθησε να μιλάει.
Η Μαρία Στούαρτ δεν βρήκε τότε άλλο τρόπο ν' αντιταχθεί σ' αυτόν τον βάναυσο πάστορα, παρά να πάρει τον σταυρό της με το ένα χέρι, το βιβλίο των προσευχών της με το άλλο, να γονατίσει και ν' αρχίσει να προσεύχεται λατινικά.
Έτσι, αντί να ενώσουν τις φωνές τους σε μια κοινή επίκληση προς το Θεό, οι δυο θρησκείες αντιμετώπιζαν η μία την άλλη και σ' αυτό το ικρίωμα ακόμη. Όπως πάντα δε, το μίσος στάθηκε πιο δυνατό από την ανθρώπινη απόγνωση: οι λόρδοι Σέσμπουρυ και Κεντ, ακολουθούμενοι από τους περισσότερους ευγενείς της ομήγυρης, άρχισαν να ψάλλουν αγγλικά. Όταν ο πάστορας επιτέλους σώπασε και η γαλήνη αποκαταστάθηκε, η μελλοθάνατη έκανε μια σύντομη προσευχή αγγλικά για τη θρησκεία της, η οποία είχε προσβληθεί προ ολίγου.
Ευχαρίστησε τον Θεό που είχε φτάσει πια στο τέλος του μαρτυρίου της και, σφίγγοντας τον εσταυρωμένο επάνω από το στήθος της, διακήρυξε ότι έλπιζε να σωθεί από το αίμα που έχυσε στον Γολγοθά ο Χριστός και για τον οποίο θα έχυνε τώρα το αίμα της.
Ο φανατικός δούκας του Κεντ προσπάθησε για μια φορά ακόμα να ταράξει την προσευχή της, εξορκίζοντάς την να απαρνηθεί τη θρησκεία του Πάπα. Μα η Μαρία Στούαρτ δεν του απάντησε ούτε με μια λέξη, ούτε μ' ένα βλέμμα. Ύψωσε μόνο τη φωνή της για να πει ότι συγχωρεί τους εχθρούς τους που επί τόσον καιρό ζητούσαν τον θάνατό της και να παρακαλέσει τον Θεό να τους οδηγήσει στον δρόμο της αλήθειας.
Όλοι σώπαιναν πια. Η Μαρία Στούαρτ ήξερε τι θα συμβεί τώρα. Για τελευταία φορά φίλησε τον εσταυρωμένο, έκανε τον σταυρό της και είπε:
- Δέξου με, Χριστέ μου, μέσα στα πολυεύσπλαχνα χέρια σου, τόσο πλατιά ανοιγμένα όσο είναι σ' αυτόν τον σταυρό και συγχώρεσέ με για τις αμαρτίες μου. Αμήν!
Ο μεσαίωνας ήταν μια εποχή σκληρή και άγρια, μα όχι και χωρίς ψυχή. Οι άνθρωποι είχαν συναίσθηση της σκληρότητάς τους πολύ περισσότερο από τους σημερινούς. Γι' αυτό, κάθε θανατική εκτέλεση, όσο βάρβαρη κι αν ήταν, είχε μέσα στη φρίκη της μια στιγμή ανθρώπινου μεγαλείου: πριν ο δήμιος σηκώσει το χέρι του για να χτυπήσει ή για να βασανίσει, έπρεπε να ζητάει συγγνώμη από το θύμα του. Έτσι κι αυτή τη φορά, ο δήμιος της Μαρίας Στούαρτ και ο βοηθός του, αποκαλύπτοντας τα πρόσωπά τους, γονάτισαν μπροστά της και την παρακάλεσαν να τους συγχωρέσει γι' αυτό που θα έκαναν. Τότε εκείνη τους απάντησε:
- Σας συγχωρώ με όλη μου την καρδιά, γιατί ελπίζω πως αυτός ο θάνατος θα με απαλλάξει απ' όλα μου τα βάσανα.
Αμέσως ο δήμιος κι ο βοηθός του σηκώθηκαν κι άρχισαν να προετοιμάζονται για το έργο τους.
Συγχρόνως οι δύο γυναίκες της ακολουθίας της άρχισαν να γδύνουν τη Μαρία, η οποία τις βοήθησε και μόνη της "με τόση βία -όπως γράφει κάποιος αυτόπτης μάρτυρας- ώστε να έλεγε κανείς ότι βιαζόταν να εγκαταλείψει αυτό τον κόσμο".
Όταν ο μανδύας της κι η τουαλέτα της έπεσαν από τους ώμους της, το εσωτερικό κόκκινο φόρεμά της πέταξε μια ζωηρή κόκκινη λάμψη. Έτσι ντυμένη στα κόκκινα όπως ήταν τώρα, έμοιαζε με μια ολοκόκκινη φλόγα μεγαλοπρεπή κι αλησμόνητη.
Κατόπιν η βασίλισσα αποχαιρέτησε τις δυο γυναίκες και τις παρακάλεσε να μην ολολύζουν και να σταθούν γαλήνιες. Γονάτισε ύστερα στο μαξιλάρι κι απήγγειλε με δυνατή φωνή ένα λατινικό ψαλμό.
Τώρα δεν της έμεναν πολλά πράγματα να κάνει: Έσκυψε το κεφάλι της πάνω από το τσεκούρι του δημίου, το οποίο αγκάλιασε με τα δυο της χέρια.
Ως την τελευταία της στιγμή, η Μαρία Στουαρτ διατήρησε την βασιλική της μεγαλοπρέπεια. Κανένα από τα λόγια της, καμία από τις κινήσεις της δεν φανέρωνε φόβο. Μ' αξιοπρέπεια, η κόρη των Στούαρτ, των Τυδώρ, των Γκιζ, αντιμετώπισε τον θάνατο... Μα όλα αυτά δεν εμπόδισαν καθόλου το τέλος της να είναι απερίγραπτο σε φρίκη.
Το πρώτο χτύπημα του δημίου αστόχησε και τη χτύπησε στο ινιακό οστό. Ένας στεναγμός πνιγμένος ξέφυγε από το στόμα του θύματος.
Με το δεύτερο χτύπημα το τσεκούρι χώθηκε βαθιά στο σβέρκο κι έκανε να πεταχτεί το αίμα...
Μα ο δήμιος τη χτύπησε και τρίτη φορά για να την αποκεφαλίσει εντελώς.
Τότε ο δήμιος θέλησε να πάρει το κεφάλι για να το επιδείξει... Μα εκείνο -φρίκη!- κύλησε ματωμένο στο πάτωμα, ενώ στα χέρια του δημίου απόμεινε μια περούκα!



Ο δήμιος έσκυψε, πήρε το κεφάλι από κάτω και το έδειξε στην ομήγυρη.
Μα έτσι, χωρίς τη περούκα, έμοιαζε με κεφάλι γριάς με γκρίζα μαλλιά. Όλη η χάρη της Μαρίας Στούαρτ διαλύθηκε.
Όλοι οι παριστάμενοι είχαν απομείνει παραλυμένοι από τον τρόμο τους. Κανένας πια δεν ανέπνεε. Τέλος, ο πάστορας Φλέτσερ φώναξε:
 -Αμήν! Αμήν! Έτσι ας πεθάνουν όλοι οι εχθροί της βασίλισσάς μας.
Ένα μικρό επεισόδιο διέκοψε εκείνη τη στιγμή τη σιωπή και τον τρόμο. Καθώς οι δήμιοι έσκυψαν για να πάρουν και να μεταφέρουν το ακέφαλο και ματωμένο πτώμα, κάτι άρχισε να σαλεύει κάτω από τα ρούχα της. Χωρίς κανείς να το αντιληφθεί, το μικρό σκυλάκι της βασίλισσας την είχε ακολουθήσει κι είχε χωθεί κάτω απ' τη φαρδιά και μακριά φούστα της κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης. Και να! πρόβαλε έξαφνα κατακόκκινο από το αίμα δαγκώνοντας όλους ολόγυρα και μη θέλοντας με κανένα τρόπο ν' αφήσει το πτώμα... Οι δήμιοι θέλησαν να το απομακρύνουν δια της βίας. Εκείνο όμως δεν τους άφηνε να το πιάσουν κι έχωνε τα δόντια του στις σάρκες τους, έως ότου στο τέλος το σκότωσαν. Αυτό το μικρό ζώο υπερασπίστηκε τη βασίλισσα με περισσότερο θάρρος από τις εκατοντάδες των ευγενών της χώρας της, οι οποίοι είχαν ορκιστεί πίστη κι αφοσίωση.
______________________________
1. Η βασίλισσα Ελισσάβετ που κρατούσε τη Μαρία Στούαρτ φυλακισμένη επί 20 χρόνια στον πύργο του λόρδου Σέσμπουρυ, τη περιέβαλε με βασιλικές τιμές.



 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers