-


Dali &









/




 
 

 

:

           Βιογραφικ

     Κορνθιος ποιητς και δημοσιογρφος, με τραγικ τλος. Εντσσεται στον κκλο των νεορομαντικν ποιητν του Μεσοπολμου.
     Ο γνωστς κυρως ως ποιητς και δημοσιογρφος Ρμος Φιλρας (φιλολογικ ψευδνυμο του Ιωννη Οικονομπουλου) γεννθηκε το 1888 στο Δερβνι στο Κιτο Κορινθας και το 1902 εγκαταστθηκε με την οικογνει του στον Πειραι, που ολοκλρωσε τις εγκκλιες σπουδς του.  Η 1η εμφνισ του στο λογοτεχνικ χρο πραγματοποιθηκε με πεζ που δημοσιετηκε στο περιοδικ της Μυτιλνης, Χαραυγ. Μαθητς Γυμνασου ακμη, ρχισε να συνεργζεται με περιοδικ κι εφημερδες της εποχς (Νουμς,  Διπλαση των Παδων, Ακρπολις, Προδος, Να Ελλς, Πατρς, Ελεθερον Βμα, Καθημεριν, Ηγησ, Εστα, Να Εστα, Κκλος, Ξεκνημα κ..), που δημοσευσε ποιματα, χρονογραφματα και παρουσισεις βιβλων. Οι δημοσιεσεις ποιημτων και πεζν στη Διπλαση Των Παδων, τανε πντα με το πραγματικ του νομα. Απ το 1903 υιοθτησε το λογοτεχνικ ψευδνυμο Ρμος Φιλρας για τα ποιματα που δημοσευε στο λογοτεχνικ περιοδικ Νουμς. Το 1911 εξδωσε τη 1η του ποιητικ συλλογ με ττλο «Ρδα Στον Αφρ». 
     Το 1916 διορστηκε αρχικ αρχειοφλακας και στη συνχεια γραφας στο Δικαστικ Σμα Στρατο. Την δια χρονι εξδωσε το πεζ «Ο Θεατρνος Της Ζως» (1916). φτασε ως το βαθμ του υπολοχαγο και κατ τη διρκεια των Βαλκανικν Πολμων πολμησε στη Μακεδονα και την πειρο, που παθε κρυοπαγματα. Κενη τη περοδο εξδωσε λλες 5 ποιητικς συλλογς: «Γυρισμο» 1912-1918 (1919), «Οι Ερχμενες» (1920), «Κλεψδρα» (1921), «Πιερρτος» (1922), «Θυσα» (1923).
     Ο Ρμος Φιλρας ανδρθηκε μες στο κλμα των αλλεπλληλων πολμων που συγκλνισαν την ελληνικ κοινωνα κι ολκληρο το κσμο στις 2 1ες 10ετες του 20ο αινα. φηβος στρατιτης στους βαλκανικος πολμους, ανθυπολοχαγς τη περοδο του Α’ Παγκ. Πολ., ζει εκ των σω την οδνη του πολμου και μ’ ευαισθησα κι οξυδρκεια διαισθνεται και διαβλπει την αστθεια και τ' αδιξοδα των μελλομενων καιρν.
     Το 1924 αποτχθηκε απ το στρατ λγω ανατης αφροδσιας πθησης (σφιλης). Το 1927 κλεστηκε εθελοντικ στο Δρομοκατειο με προχωρημνη σφιλη, εν πασχε απ την ασθνεια δη 8 χρνια προτο εισαχθε στο δρυμα. Τα 1α χρνια στο Δρομοκατειο ο νους του δεν εχε διαταραχθε, σιγ-σιγ μως ρχισε να βυθζεται στη παρνοια. 23 χρνια ζησε με τη σφιλη. Πθανε στο Δρομοκατειο, μεσοσης της γερμανικς κατοχς, στις 9 Σεπτμβρη 1942.
     Την εποχ που ο Φιλρας εισγεται στο Δρομοκατειο, χαρει ιδιατερης εκτμησης στη φιλολογικ Αθνα της εποχς. Ο Βρναλης χαρακτριζε τον Φιλρα, Ρεμπ της Ελλδος, κτι που θα επισημνει κι ο Μαλακσης, συσχετζοντας την ποησ του με το «Μεθυσμνο Καρβι» του Ρεμπ και τα «Ασματα του Μαλντορρ» του Λωτρεαμν. Τοποθετεται στον κκλο των λεγμενων νεορομαντικν Ελλνων ποιητν του Μεσοπολμου, ανμεσα στους Λαπαθιτη, Ουρνη, Καρυωτκη, γρα, Κλωνα Παρσχο, εν επιρρος δχτηκε απ τους παλιτερους Μαλακση, Δροσνη, Γρυπρη, Πορφρα και λλους.
     Εναι νας απ τους λογοτχνες της εποχς που νοσηλετηκαν κατ καιρος στο Δρομοκατειο (μεταξ αυτν οι Βιζυηνς, ριστος Καμπνης, Μιχαλ Μητσκης, Γερσιμος Βκος, Χαλεπς) μερικ απ τα ργα των οποων δημιουργθηκαν κατ τη διρκεια του εγκλεισμο τους, σε περιδους πνευματικς διαγειας. Η κριτικς της νεοελληνικς λογοτεχνας Λ. Τσιριμκου μνημονεει τη μακρχρονη αντοχ των περισσοτρων στα Ελληνικ Γρμματα, παρ τη ψυχικ τους νσο και σχολιζει πως επιπλαιοι συσχετισμο βου κι ργου περιθωριοποησαν επ μακρν τον Μητσκη στη περιοχ της «συμπαθος γραφικτητας» της «ιδιζουσας περπτωσης», περιοχ στην οποα καθηλθηκε επσης επ μακρν ο Βιζυηνς κι απ την οποα επεγει να εξλθει κι ο Φιλρας.



     Ο Καρυωτκης γραψε για το Φιλρα το ποημα με τον ττλο «Υποθκαι». Ο σκηνοθτης Γιννης Αναστασκης, που δραματοποισε το 2009 τον βο του ποιητ στο ιστορικ δρυμα στη παρσταση «Να Μου Στελετε Μια Ρεπομπλικα!», σχολιζει: «Ο Καρυωτκης τον επισκφθηκε στο Δρομοκατειο και μετ γραψε το ποημα. Λγεται τι κι ο Καρυωτκης πασχε απ σφιλη και δεν θελε να χει την δια κατληξη με τον Φιλρα, πιθανς αυτς να ταν κι ο βασικς λγος της αυτοκτονας του». Το 1927 εισχθη ο Φιλρας στο Δρομοκατειο, το 1928 αυτοκτνησεν ο Καρυωτκης.

             Μορα γει

Α, στο λα πς μ’ριξεν η μορα,
πς μ’ κρουσε στη θεαν ανατροφ
και μ’ φησεν ο δσμοιρος και πρα
τη χλεη, τη βρισι και τη ντροπ.

χλε λα, βαρβρων σπρμα νθο,
πο την βρσκεις την κρση και χτυπς
στη ρζα τον ακρεστ μου πθο.
Α, μαστροπ, στην βυσσο με πας!

(κι εδ απαντ ο Καρυωτκης με τις…)

           Υποθκαι

Οταν οι νθρωποι θλουν να πονες,
μπορονε με χελιους τρπους.
Ρξε το πλο και σωρισου πρηνς,
ταν ακοσεις ανθρπους.

Οταν ακοσεις ποδοβολητ
λκων, ο Θες μαζ σου!
Ξαπλσου χμου με μτια κλειστ
και κρτησε την πνο σου.

Κρτησε κποιον τπο μυστικ,
στον πλατ κσμο μια θση.
Οταν οι νθρωποι θλουν το κακ,
του δνουν ψη ν' αρσει.

Του δνουν λγια χρυσ, που νικον
με την πειθ, με το ψμα,
ταν [οι] νθρωποι διαφιλονικον
τη σρκα σου και το αμα.

Οταν χεις μια παιδικ καρδι
και δεν χεις να φλο,
πγαινε βλε βρα στα κλαδι,
στη μπουτονρια σου φλλο.

Ασε τα γναια και το μαστροπ
Λα σου, Ρμε Φιλρα.
Σε βραθρο πφτοντας αγριωπ,
κρτησε σκπτρο και λρα.

     Πολ περισστερα, 350 και πλον, εναι τα ποιματα που γραψε μετ τον εγκλεισμ του στο Δρομοκατειο. Οσοι τον επισκπτονταν φευγαν με χειργραφ του, λυρικ και παραληρηματικ ποιματα σκαλισμνα σε σημειωματρια, σε κουρελχαρτα, σε κουτι τσιγρων. Με τον διο τρπο δραπτευσε το ημερολγι του, το οποο δημοσιεθηκε σε συνχειες στη Καθημεριν το 1929 με τον ττλο «Η Ζω Μου Στο Δρομοκατειον».
     Με πρωτοβουλα του Αιμλιου Χουρμοζιου, που εχε επισκεφθε τον ποιητ στο ψυχιατρεο, η Καθημεριν δημοσευσε το αυτοβιογραφικ αυτ κεμενο απ τις 23 ως τις 29 Ιουνου του 1929, συνοδεοντας τις 1ες 2 δημοσιεσεις με φωτογραφες του ποιητ μσα απ το Δρομοκατειο.
     Ο σκηνοθτης Γ. Αναστασκης σημεινει τι ο Φιλρας ναι μεν εναι κλεισμνος σε ψυχιατρεο ανμεσα σε ψυχασθενες, η αγωνα του μως εναι τι «δεν εναι τσο τρελς σο θα ‘πρεπε, επειδ διαθτει μνμη. Οι λλοι εκε μσα δε θυμονται την ξω ζω. Αυτς δεν ταυτστηκε με τους λλους, ταν μια περιπλανμενη σκι ποιητ ανμεσα σε ανθρπους που χουν χαθε στο δικ τους κσμο. Δεν ανκει λοιπν οτε στους ξω οτε στους μσα. Πολλς φορς πφτει σε αντιφσεις, αν θλει να ζσει ξω με τους γνωστικος, τους λογικος να μενει εκε μσα. Του αρσει να λει τι ταν επιλογ του το Δρομοκατειο. Ενας αυτεγκλεισμς. Ισως, τελικ, χουμε μια κλασικ περπτωση ιδρυματοποησης».

   «Οταν συνλθα -με μζεψαν κτι περαστικο- τρικλζοντας, τρβηξα για το ξενοδοχεον μου. Απ ττε κατλαβα τι εχα παραισθσεις. Κι λθα εδ στο Δρομοκατειον με λη τη θλησν μου για να γνω καλ».

   «Πουθεν αλλο το ασθημα της ερημις, της απομονσεως, δεν ενε τσο οδυνηρ καταθλιπτικν σο εις το συλο των παραφρνων. ,τι χαρακτηρζει την τρλλαν ενε νας απλυτος κι αθος εγωισμς που αιχμαλωτζει αδιξοδα την ψυχν μσα εις τον λιγγον των υποκειμενικν παραισθσεν της. Καμμι επικοινωνα με την πραγματικτητα, καμμι επαφ με τους “λλους”, καννας τρπος συνεννοσεως μεταξ του ενς και του λλου τρελλο».

    «Πντως, πριν καν μπει μσα», επισημανει ο Γ. Αναστασκης, «κανε πργματα που δειχναν τι δεν πει καλ. Κατ τη διρκεια των Βαλκανικν Πολμων υπηρτησε στη 1η γραμμ ως φεδρος ανθυπολοχαγς, χασε και 2 δχτυλα. Οταν τραυματστηκε, απστειλε ο διος τηλεγρφημα στην Αθνα τι πθανε. Μλις που πρλαβε τη δημοσευση νεκρολογιν, δικαιολογομενος τι… αστειευταν».

[…]Αριο οι εφημερδες θα εχαν τη νεκρολογα του. Και ω του θαματος! Την λλη μρα οι εφημερδες αφιρωναν στλες ολκληρες στην Τραγικν αυτοκτοναν. Οι συγγενες κι οι φλοι του Γαλαζ πλημμριζαν το σπτι του σε ομδες. Πει ο Γαλζς! Δκρυα, λγμο, λιποθυμες εμπροστ στη θρα.
     Επνω στο πτωμα του αντρ ο αθεφοβος Γαλαζς εχε χαρξει απ καιρ την Πεντλφα της Αρλομπας, που τρα τη διασκλιζαν χωρς υποψα τσοι νθρωποι, τη στιγμ που αυτς στο νοσοκομεο γελοσε -στο χδι των αγαθν γονιν, το πλατ γλιο του Χαχαμου.

        (απ το πεζ αυτοβιογραφικο χαρακτρα, «Ο Θεατρνος Της Ζως» 1916).

     Τα παντ του επιχερησε να συγκεντρσει και κυκλοφρησε το 1939 ο Αιμλιος Χουρμοζιος, που εχε απευθνει κκληση σε σους εχαν χειργραφα του ποιητ να του τα αποστελουν. Μεσολβησε μως ο πλεμος κι η προσπθεια μεινε ημιτελς. Το 1974 ο ποιητς Τσος Κρφης εξδωσε 70 απ τα ποιματα που εχε γρψει ο Φιλρας κατ τη διρκεια του 15χρονου εγκλεισμο του στο Δρομοκατειο (Ρμος Φιλρας: Συμβολ στη ζω και το ργο του). Ανκδοτα ποιματ του εξδωσε πολ αργτερα ο Ναπολων Παπαγεωργου (Πορτρατα & Κειμλια, 1981).



     Το 2007 κυκλοφρησε απ τις εκδσεις Καστανιτη το βιβλο «Η Ζω Μου Εις Το Δρομοκατειον» κι λλα αυτοβιογραφικ που περιλαμβνει 3 αφηγηματικ κεμενα. «O Θεατρνος Της Ζως», που κυκλοφρησε αυτοτελς το 1916.  «Η Παρδοξη Αυτοβιογραφα Του Ποιητο Ρμου Φιλρα», που δημοσιετηκε 1η φορ στην εβδομαδιαα εφημερδα Οικογνεια, το 1927. Και το «Η Ζω Μου Εις Το Δρομοκατειον», που δημοσιεθηκε 1η φορ σε συνχειες στη Καθημεριν το 1929, 2 χρνια μετ την εισαγωγ του ποιητ στο δρυμα.
     Το 2013, με αφορμ τα 70 χρνια απ τον θνατ του το 2012, κυκλοφρησαν σε 2τομη συγκεντρωτικ κδοση, με την επιμλεια του Χ. Λ. Καρογλου και της Αμαλας Ξυνογαλ, τα ποιματα των 6 εκδομνων ποιητικν συλλογν του κι λα τα ποιματα τα εγκατεσπαρμνα σε περιοδικ κι εφημερδες της εποχς του. Η κδοση ολοκληρνεται με ευρετρια ττλων και 1ων στχων, σημεισεις και γλωσσρι. Ο βιβλιογραφικς μχθος των επιμελητν εναι τιτνιος, δεδομνων των δυσκολιν ανερεσης πολλν αυτογρφων του Φιλρα. Δεν κατφεραν να τα εντοπσουν λα και το ομολογον. Τα ευρεθντα που δημοσιεουν μως υλοποιον το αρχικ σχδιο του Χουρμοζιου και αρκον για την επανεκτμηση μιας πολ ενδιαφρουσας αλλ ξεχασμνης λυρικς φωνς.
     Ο Ρμος Φιλρας τοποθετεται στον κκλο των λεγμενων νεορομαντικν Ελλνων ποιητν του Μεσοπολμου, ανμεσα στους Λαπαθιτη, Ουρνη, Καρυωτκη, γρα, Κλωνα Παρσχο, εν επιρρος δχτηκε απ τους παλιτερους Μαλακση, Δροσνη, Γρυπρη, Πορφρα κι λλους. Επηρεστηκε, επσης, ντονα απ το ρεμα του συμβολισμο κι υπταξε τη τεχνικ της γραφς του και τη γλωσσικ του κφραση στην ανγκη να μεταδσει τα συναισθματ του με μεσα αντιληπτ τρπο. Στο ργο του υμνε την ομορφι της φσης και της γυνακας και προσπθησε να συλλβει και να μεταδσει μια ιδανικ εικνα τους, που να υπερβανει τα συμβατικ πλασια.


                    To Δρομοκατειο την εποχ του Βιζυηνο

     Το 1939, ο ποιητς Ρμος Φιλρας (κατ κσμον Ιωννης Οικονομπουλος) εναι 50 ετν και βρσκεται δη, λγω σφιλης, 12 χρνια στο Δρομοκατειο (την εμπειρα του την χει ο διος αφηγηθε και το κεμενο το χει εκδσει μαζ με κποια λλα ο Γιννης Παπακστας: Η ζω μου εις το Δρομοκατειον κι λλα αυτοβιογραφικ, Καστανιτης, 2007). Σε 3 χρνια, μεσοσης της Κατοχς, θα πεθνει. Το 1939, ωστσο, προλαβανει να δει δημοσιευμνο τον Α’ τμο των ποιημτων και των πεζν του, αυτν που εχε δημοσιεσει πριν απ το φρενοκομεο, σε επιμλεια και με εισαγωγ του φλου του Αιμλιου Χουρμοζιου, στις εκδσεις Γκοβστη. Στχος του Χουρμοζιου εναι να δημοσιεσει τα παντα του Φιλρα, αλλ τον προλαβανει ο πλεμος. Το σχδι του ρχεται ωστσο σε αντθεση με εκενο του Μαλακση, επσης φλου του Φιλρα, που θεωρε τι πρπει να γνει επιλογ κι ανθολγηση του ργου του, ισχυριζμενος μλιστα τι αυτ ταν κι η εκπεφρασμνη βοληση του διου του ποιητ. πως και να χει, ως πριν απ λγους μνες, οπτε και κυκλοφρησε η δτομη συγκεντρωτικ κδοση των ποιημτων του Φιλρα απ τους Χ. Καρογλου και Α. Ξυνογαλ, με τη διευκρνιση τι πρκειται πντα για τα ευρεθντα ως τη στιγμ που μπκε μια τελεα στο ργο τους, καννα ολοκληρωμνο σχδιο κδοσης του ργου του Φιλρα δεν εχε ευοδωθε. Τις πριμες προσπθειες, τις καλς προθσεις αλλ και τις εκδσεις που προηγθηκαν της συγκεντρωτικς αυτς κδοσης τις καταγρφουν οι επιμελητς στην εισαγωγ τους: το ενδιαφρον του Γ. Σαββδη, τις εκδσεις των Τ. Κρφη, Ν. Παπαγεωργου και Σ. Κλλια, τις συνεισφορς αρχεων κι ιδιωτν στη δικ τους κδοση -ο Χουρμοζιος εχε επσης κνει κκληση προς λους σους εχανε στα χρια τους ποιματα του Φιλρα, ο οποος στο Δρομοκατειο τα δριζε, γραμμνα σε κθε εδους χαρτι και χαρτκια, στους επισκπτες του.
     Οι επιμελητς μχθησαν πραγματικ για να συγκεντρσουν απ ποικλα ντυπα και πηγς τα ποιματα του, της Β’ περιδου ειδικ, πολλ απ τα οποα εναι παραδδονται αποσπασματικ. Επιλγουν να παρουσισουν το σνολο των ευρεθντων ποιημτων, συμφωνντας με τον Χουρμοζιο εντλει κι χι με τον Μαλακση, αλλ και με τον Συκουτρ, πως σημεινουν, που θεωρε τι η κδοση του ργου ενς συγγραφα πρπει να περιλαμβνει το σνολο των κειμνων του, ακμη κι αυτν που τον εκθτουν. Η εκδοτικ τους δουλει παρουσιζεται αναλυτικ, οι παρεμβσεις τους και, κυρως, οι μη παρεμβσεις τους, στη στξη λγου χρη, που γνεται πολ ιδιατερη προντος του χρνου με τα πολλ κμματα. Υποστηρζοντας τον αναγνστη με ευρετρια και σημεισεις, αλλ και γλωσσρι στο τλος, ανογουν με την κδοσ τους τον δρμο για μελλοντικς δουλεις πνω στο Φιλρα αλλ και στον παραγνωρισμνο μεσοπλεμο.



     Με τον Φιλρα, μορφ εκκεντρικ που προκαλοσε συχν τον χλευασμ των συγχρνων του, ασχολθηκαν πολλο κριτικο και πολ νωρς, ο Τλλος γρας, ο Κλωνας Παρσχος. Τονε κρτησαν, πως και τσους λλους, στη συζτηση περ τον μεσοπολεμικ λυρισμ, οι ανθολογες: η Χαμηλ Φων του Μανλη Αναγνωστκη, Οι ποιητς του μεσοπολμου κι οι Κυριακς μες στο χειμνα του Σωτρη Τριβιζ, η παρουσασ του απ τον Γιννη Δλλα στη σειρ «Εκ νου» των εκδσεων Γαβριηλδη. Σμερα χουμε την ευκαιρα να προσεγγσουμε ολοκληρωμνο το ργο του και να σχηματσουμε ο καθνας τη δικ του εικνα για τον ποιητ -που ο Κ.Θ. Δημαρς θεωροσε ρηχ κι ξω απ τον καιρ του, ο Λνος Πολτης επεσμαινε την ειρωνεα και τον σαρκασμ του ως στοιχεα νεωτερικ κι ο Κστας Στεργιπουλος τον ενταξε στην ανανεωμνη παρδοση του νεορομαντισμο και του νεοσυμβολισμο-μετασυμβολισμο.
     Ο Μιλτιδης Μαλακσης κι ο Κστας Βρναλης τον λεγαν «Ρεμπ» της Ελλδας και Ρεμπ σγουρα ο Φιλρας δεν εναι, σε καννα εππεδο, ενρασης και ποιητικς. Μλλον πλησιζει τους φανταιζστες των αρχν του αινα, με το ατημ τους για την απελευθρωση του νου και της καρδις που μπορε να προσδσει νες ψεις στον κσμο -τους γνριζε δε απ νωρς, το μαρτυρ η μετφραση του Βερερν που συγκαταλγει δη στα «Ρδα Στον Αφρ» του 1911. Ο Βρναλης πλι τον συγκρνει με τον Καρυωτκη  -κνοντας μια πολ ωραα επισμανση: «Η ποησ του κινιται κατακρυφα προς τα ψη, και του Καρυωτκη κθετα προς τον τφο». Δε γνωρζουμε αν ισχει η αρχικ παρατρηση του Βρναλη: τι ο Καρυωτκης μισοσε τη ζω και ο Φιλρας πργματι πολ την αγαποσε. Μπορε και το αντθετο, με δεδομνο το ρομαντικ ατημα του απλυτου στον Καρυωτκη και τη «γεση πκρας κι απογοτευσης, μια θλψη για τα χαμνα ιδανικ», που επισημανει ο Λνος Πολτης στον Φιλρα, γνωρσματα που συνδουν προς την εικνα του ως φασουλ, πιερτου αλλ και Μμου -στον οποο συναντ φυσικ τον Βρναλη. πως και να ‘χει, ο Φιλρας γρφει μια ποηση των σαλονιν, στα οποα λλωστε σχναζε και μια ποηση του ανοιχτο χρου που εναι τσο πιο αυθεντικ σο καταγρφει βιωμνες αστικς εικνες, μια ποηση ερωτικ και φαντασιωτικ και μια λλη ντονα αυτοαναφορικ, που ο διος αυτοπροσδιορζεται συχν ως τρελς και μλιστα πολ πριν κλειστε στο συλο, αλλ κι ως παλιτσος -δηλνοντας τσι με τρπο απλυτα νεωτερικ και τη περιθωριοποησ του αλλ και την αναρεση της τχνης καθαυτς σε εππεδο αισθητικ, πως λει ο Σταρομπνσκι στο εμβληματικ βιβλο του «Το Πορτρατο Του Καλλιτχνη Ως Σαλτιμπγκου».
     Με φρμες και ρυθμος ποικλους, με στχους που κουτσανουν επτηδες απ αδυναμα αλλ και συχν φρνουνε στο τραγοδι, δημοτικιστς και γλωσσοπλστης, ο Φιλρας δε φοβται να παξει με τις μορφς σο και να αναμεξει τα γλωσσικ εππεδα -να γρψει στη καθαρεουσα να σωρεσει δνειες λξεις, που μαρτυρον, μαζ και με τις μεταφρσεις του, τη γνση του κυρως της γαλλικς (βλ. π.χ. το ενδιαφρον ποημα «Οι μ’ εν’ νομα, αστρες» αλλ και το «κι η Βρισηδα, Ουγγαρζα, Πρσα», με την επιφλαξη πντα τι ορισμνες επιλογς δεν προκπτουν απλς απ την ασθνει του).
     Προσκολλται επσης σε σημαντικς για τη κοσμοαντληψ του λεξιλογικς επιλογς, διαχρονικ εποχιακ: στο επθετο «μγος» και χι μαγικς, που το κλνει και στο θηλυκ και στο ουδτερο σε λο το ργο του, στο επθετο «ολπαλος» τη περοδο πριν το φρενοκομεο, που σηματοδοτε τη πολυσημα της απαλτητας στην αντληψ του για το ωραο στη συγκεκριμνη περοδο (βλ. και το ποημα «Στην απαλοσνη σου»). Αν το επθετο μγος δηλνει την υπερβατικτητα στην οποα τενει η ποησ του, ως πρθεση ενοτε, μια λλη λξη μοιζει να βρσκεται στο κντρο της ποιητικς του αντληψης, μεσα συνδεμενη με τα ψη που επισημανει ο Βρναλης: εναι η λξη «αιθρας» και δηλνει απ λλη σκοπι την υπρβαση, την αναζτηση του ψους και της αντασης που χαρακτηρζει τη ποησ του, απ τη 1η αρχ της, μαζ με κενη του φωτς και του ρυθμο (βλ. τα ποιματα «Φωτολτρης» και «Ρυθμς» στα Ρδα στον αφρ, αλλ και πολλ λλα στη β περοδο, πως το ποημα «Στα ψη»). Στους Γυρισμος, πντως, η ανγκη αυτ για ουραν, πως θα την ονομσει μετπειτα ο Σαχτορης, δνει να σονττο-αυτοπροσωπογραφα, το «Υπερνω», που «επνω απ’ της Αβσσου τ’ γρια σκτη / και πρα απ του πλθους τη βο» (αυτ το τρομερ πλθος που τον στοιχεινει αλλ και συστηματικ το προκαλε) καταλγει:

Κι αν η πστη στη χμαιρα λλης πλσης,
δε γλυκνει την πκρα στην ψυχ,
Ανυπαρξα, κι αν δεν μας ξεγελσεις

οι κοσμικο κι οι απκοσμοι μαζ
να πομε πως εζσαμε σε αμχη,
μσα, μα και σαν ξω απ’ τη Ζω!

     Αν ο Φιλρας τανε ζωγρφος, πολς λγος θα γιντανε σε κθε περπτωση για τις προσωπογραφες και τις αυτοπροσωπογραφες του. Προσωπογραφες γυναικν πολ υπαρκτν κι λλων φανταστικν, με ρους που παρ τις βουκολικς, ενοτε και πετραρχικς -και χι μνο λγω σοντου- αντηχσεις τους, παραπμπουν με τον ιδανισμ τους στη ποηση των τροβαδορων. Προσωπογραφες φλων κι αγαπημνων προσπων, ελχιστων ιστορικν μορφν, πως ο Κεμλ ο Στλιν, ομοτχνων, αγαπημνων ποιητν και δικς του φυσικ, του «Γη» στο ομνυμο ποημα στα Ρδα στον αφρ του 1911, του Πιερτου του 1922 κι λων σων ακολουθον σε ποιματα της Αποκρις {πως το «Αποκριτικο» (1927), που κλενει με τον στχο: «νθρωπε, χσκε ωσπο ν’ ανβεις στον αιθρα»} μνοι τους, μαζ με φασουλδες και τον Μμο. Αυτ ακριβς η δισταση ανμεσα στα πρσωπα παρουσιζει ενδιαφρον κι αξζει να εξεταστε σε σχση με τη κθετη δισταση που εννει τα ποθητ ψη και τον αιθρα με το βθος των ωκεανν αλλ και της γης: αναδεικνει τη περιθωριακ θση του καλλιτχνη, τον διχασμ του που χει επισημνει και σχολισει ο Γιννης Δλλας και την απελπισα του μπρος χι μνο στη κοινωνα αλλ και στον διο το λγο. Αυτ την απελπισα εκφρζει ωραα το πικρ ποημα «Δεν φτασα ψηλ» (1940):

Με τα λειψ μου τα φτερ, αχ δεν ανβηκα ψηλ
δεν ζησα πλατι, γοερ, δεν κραξα στ’ αστρια,
δεν πταξα σ’ λληνε γη, δεν κουσα να μου μιλ
κποιο πουλ που φναζε σ’ ουρανικ λημρια.

Δεν κρουσα την ρπα μου σ’ ουρνιους σκοπος,
δε ρθμισα το στχο μου σε ντα μαγεμνη
και δεν απσταξα χυμος απ καρπος κι οπος
που σνθεση πρωτφαντη να φτιξω ονειρεμνη.

     Η φων του Φιλρα εναι μια γνσια ποιητικ φων που χαρακτηρζεται απ πηγαο λυρισμ. Θεωρεται τι ανκει στον κκλο των λεγμενων νεορομαντικν και νεοσυμβολιστν Ελλνων ποιητν του Μεσοπολμου και συγκαταλγεται ανμεσα στους Λαπαθιτη, Ουρνη, Καρυωτκη, γρα, Κλωνα Παρσχο εν επιρρος δχτηκε απ τους παλιτερους Μαλακση, Δροσνη, Γρυπρη, Πορφρα και λλους. Η ποησ του κινεται στην ατμσφαιρα του ρεματος του συμβολισμο, αν και πολ συχν δεν υπαινσσεται τα αισθματ του μσω συμβλων απ τη φση, αλλ μιλει ξεκθαρα για αυτ.
     Διχυτη θλψη και μελαγχολα, ονειρικ ατμσφαιρα, καταφυγ στην ομορφι και την αγντητα της φσης, εξιδανκευση του ρωτα και της γυνακας, μουσικτητα και μελωδικτητα στο στχο, χρση δικο του λεξιλογου και κατασκευ λξεων, εξομολογητικς, χαμηλφωνος τνος του ποιητικο υποκειμνου που ως "εγ" και απευθνεται στο "εσ" εναι κποια απ τα χαρακτηριστικ της ποησς του. Μια ζω ονερου κι εφιλτη, νας νισος δημιουργς που μως χει πολλ ακμη να μας πει κι η παροσα εξαιρετικ κδοση επιτλους του το επιτρπει.


Χειργραφο ποημ του, πνω αριστερ, φανεται η σφραγδα του Ιδρματος

     Το ιδιατερο με τον Φιλρα εναι πως απ ττε που τον κλεισαν στο συλο, χριζε ποιματ του, με τις φοχτες μτσα τσαλακωμνα χαρτι, σε ποιον τον επισκεπτταν. Ποιματα λλοτε μεγαλοφυ κι λλοτε παραληρηματικ συχν και τα δυο μαζ, λλα μισοτελειωμνα κι λλα καθαρογραμμνα. Πολλ απ’ αυτ δημοσιετηκαν σ’ ντυπα της εποχς, λλα λανθνουν και κανες δε ξρει πσα ττοια χαρτι βρσκονται σε χρια ιδιωτν και πσα χουν χαθε και πεταχτε. Οπτε, κανες δε μπορε να βεβαισει τι δε θα βρεθον αριο κι λλα.
     Ο Βρναλης θεωροσε Καρυωτκη και Φιλρα, σαν τους δυο σημαντικτερους ποιητς του μεσοπολμου: Ο νας [Καρυωτκης] μισοσε τη ζω, ο λλος [Φιλρας] την αγαποσε. Αλλ’ λη του η ζω ταν ο εαυτς του. ξω απ’ τη φση αγνοοσε τους ανθρπους. Κι απ τους ανθρπους μονχα τις γυνακες αγαποσε -κι αυτς της φαντασας του. Εν ο Καρυωτκης δεν βλεπε πουθεν το ιδανικ. Τουναντον τα μκραινε και τα ξεγμνωνε λα απ κθε λμψη -ακμα και τις γυνακες. Ο Φιλρας ταν ευχαριστημνος με τον εαυτ του. Μεγαλομανς, «γης» και καταχτητς οραμτων. Η ποησ του κινιται κατακρυφα προς τα ψη· και του Καρυωτκη κθετα προς τον τφο.

τσι και μες στα στθια μου σα Γγαντες παλεουν
η φλγα με τη σκψη μου σε θλιβερ σκοπ
κι ωιμ δεν ξρω τι χουνε, δεν ξρω τι γυρεουν.
Να με συντρψουν θλουνε, δεν ξρω και πον.

(το γραψε 15 ετν, το 1903).

     Πρα πολλ ποιματα τανε γραμμνα για γυνακες, συνθως ιδανικς και πολλ χουνε γυναικεο νομα για ττλο, πως:

                      Μαφλντα

Στη σκλα εφνης του μαρμρινου μεγρου
με το χρυσυφο φρεμα σαν πριγκηπσσα
παραμυθιν, με το πουρπολισμα ενς γλρου
που στου πελου την απλωσι πετει μσα.

Σαν πλασμνη απ μρμαρο της Πρου
φνα κορμοστασι, τρμει η ανσα
στο κοραλνιο χελι, του λαβρου
κματα η φορεσι σου -για λσα.

Και στο χορ πετς το σμα ως τπι·
τρεμουλει το στθος και σπαρζει
στης ορχστρας το ρυθμικ μαρζι.

Απ τα τζμια φανονται λλοι τποι
και ταξιδεει ο νους εκε που μνο
η ρμβη βαλσαμνει κθε πνο.

     Ο Φιλρας ταν εκολος στχος για την πργκα των Αθηναων της δεκαετας του 1920. λεγε πως εναι απγονος βυζαντινν αυτοκρατρων κι αρραβωνιαστικς της πριγκπισσας Ιολνδης, εχε ιδρσει το Φεμινιστικ Κμμα Ελλδος κι στελνε ανακοινσεις στις εφημερδες ως Αρχηγς της κτης Καταστσεως. Αν αυτ τα πστευε ντως αν το κανε μνο και μνο για τη πλκα δε θα το μθουμε ποτ, αλλ τα σνορα της φαντασας με τη πραγματικτητα δεν τανε πολ καθαρ. να περιστατικ απ τη ζω του μου φανεται χαρακτηριστικ. Κποτε ταν στο στρατ, ανθυπολοχαγς-αρχειοφλαξ. Παραπονιταν τι το φαγητ στη λσχη των καττερων αξιωματικν δεν τανε τσο καλ σο στη χωριστ αθουσα των αντερων. Μια και δυο, πει σ’ να στρατιωτικ ραφτδικο, αγορζει επωμδες συνταγματρχη, ξηλνει τις δικς του και τις ρβει στη στολ. Οπτε, πηγανει στη Λσχη (στο σημεριν ττικα) και στρνεται στη καλ αθουσα. Για κακ τχη, σε λγο ρθε νας αληθινς συνταγματρχης, ο φροραρχος Αθηνν και του κνησε τη περιργεια αυτς ο γνωστος ομοιβαθμς του που οτε καν τον χαιρτησε. Ο φροραρχος φναξε τον φαντρο της υπηρεσας να τον ρωτσει ποιος εναι ο γνωστος. Κπου εκε κατλαβε ο Φιλρας τι κτι δεν πει καλ, πλρωσε βιαστικ και σηκθηκε να φγει, αλλ ο φροραρχος φησε το φα του στη μση και τον ακολοθησε. Κατεβανοντας στο δρμο, ο Φιλρας το βαλε στα πδια -στο κατπι ο φροραρχος κι οι διαβτες εδαν το σπνιο θαμα να κυνηγιονται ξεσκοφωτοι δυο συνταγματαρχαοι στην οδν Πανεπιστημου!
     Μ’ αυτ και μ’ αυτ, χαμς γινταν κθε φορ που εμφανιζταν ο Φιλρας στα Δαρδανλλια, πως λεγταν η περιοχ στην αρχ της Πανεπιστημου (στο ψος της Βουκουρεστου και της Κριεζτου) που τα δυο μεγλα αντικριν καφενεα, Γιαννκη και Ντορ. Ο καθνας, για να κνει το κομμτι του στη παρα του, θεωροσε απαρατητο να πειρξει τον Φιλρα λγοντς του κτι για το Βυζντιο -και να τον βρσει αν δεν παιρνε απντηση. χω μλιστα την ασθηση τι λγο-πολ με τη θλησ του κλεστηκε στο δρυμα, που εχε προνομιακ καθεστς μια και του επτρεπαν να δημοσιεει σε περιοδικ κι εφημερδες τις εντυπσεις του. Σε να μλιστα ττοιο ρθρο τοποθετε την αρχ της τρλας του σε μια πτρα που φαγε κατακοτελα σε ηλικα εφτ χρονν. Θλω να πω, λλοι τρφιμοι διαμαρτρονται τι κακς τους χουνε κλεσει μσα, κενος αντθετα επμενε τι εναι τρελς απ πολλ χρνια -εχε βρει την ησυχα του, τους φλους του, μακρι απ τον μαστροπ λα. Και για να τελεισω μ’ να  αξιοπερεργο, ο Φιλρας χει γρψει και σοντο αφιερωμνο στον Ιωσφ Στλιν, αν και διαφορετικ απ τα ποιματα του εδους αυτο:

                      Στον Στλιν

Μαρη ρκτος, στο βρχο του Καυκσου,
στην Οδησσ και στη Νοβοροσσκη,
λλον, σμερα, η ζτηση, δε βρσκει
Μγαν, σ’ ντονη δναμη, του σου,

Διαβανει, η Ανθρωπτης κι απεικσου
ξαν, στα πδια σου, ο λαμπρς, και μνσκει,
ναυδη, μπρος, στο θραμβο, της χαρς Σου,
Μπλσεβε, στο τρακρισμα, και θνσκει.

Τα Σμπαντα, οι Αρκτοροι κι οι Στοιβδες,
οι Αντρηδες με τις Αμαδρυδες,
οι Φανοι, οι Σεληνο στα λευκ νφη

κροουν, των Πρμων, το κρουστ το ντφι
και μαζεουν, απ τα Κυβερνεα,
των περεολουκν, στρατος, πηνα.

     Με τη ποιητικ του συλλογ «Ρδα Στον Αφρ». εγκαινιζεται κι η παρουσα του μετασυμβολισμο και του νεορομαντισμο στην Ελλδα. Σμφωνα με δικ του μαρτυρα, ο Φιλρας, φαγε την «πετρι» του ποιητ ταν σε ηλικα 7 χρονν φαγε πραγματικ μια πτρα στο κεφλι απ κποιον φλο του. Κι τσι ξεκνησε η ποηση...
     Η εξωτερικ του εμφνιση, τα υπερμεγθη γυαλι με τους χοντρος φακος, η μπρτα κι η ξαλλη ματι τονε καθιστοσανε συχν αντικεμενο ποιητικν κι χι μνο χλευασμν. Ο Φιλρας μως θαμαζε. Θαμαζε τη ποηση και τους ποιητς. Θαμαζε τις γυνακες και τις ανγαγε σε μυθικ εππεδα. Γι’ αυτ στα ποιματ του συναντμε τσες Δουλτσινες, Μελαχρινς, Ξανθς, Τσιγγνες, νεραδες σε οργασμ. Θαμαζε τους συναδλφους του ποιητς και γι’ αυτ δε φειδταν χαρακτηρισμν, «μ’ ανακρυξε, θυμμαι, απερφραστα, Σλλε της Ελλδος!», αναφρει ο Λαπαθιτης για τη 1η συνντησ του με τον Φιλρα.
     Υποχρεθηκε, μολοντι φριχτ μωψ, να υπηρετσει στους Βαλκανικος και μλιστα τοποθετθηκε στη 1η γραμμ και στα χινια της Μανωλισσας εξαιτας κρυοπαγημτων, του κοψαν δυο δχτυλα του ποδιο. Ττε αποφσισε ν’ αυτοκτονσει τον επινοημνο εαυτ του, τον Ρμο Φιλρα, που τανε ψευδνυμο. Ο στρατιτης λοιπν Ιωννης Οικονομπουλος ανακονωσε με τηλεφνημα στις εφημερδες τι ο ποιητς Ρμος Φιλρας αυτοκτνησε. Πανικοβλθηκαν οι γνωστο και φλοι ψχνοντας τα αγγελτρια θαντου. Ο πλεμος σκοτνει τους ποιητς!
     Στο ζενθ της σφιλης και λγο πριν τονε κλεσουνε στο Δρομοκατειο γρφει τον «Πιερρτο». Δηλνει το προσωπεο του ποιητ απναντι στην επαπειλομενη τρλα. Αεικνητος και περιργος χει μια ασθηση του χιομορ που του προκαλε προβλματα στο ττε κοινωνικ περιβλλον της Αθνας αφο ενοτε φτνουνε στη μεγαλομανα, χαρακτηριστικ σμπτωμα του εκφυλισμο του νευρικο συστματος λγω της σφιλης. Παρουσιζεται στη Λσχη Αξιωματικν με ψετικες επωμδες, τον αντιλαμβνεται νας συνταγματρχης κι αρχζει να τονε κυνηγ στην οδ Ερμο.
     Λγο αργτερα, το 1922, υποβλλει υποψηφιτητα για ανεξρτητος βουλευτς Κορινθας πειτα Αθνας. Νομζει, σο τα συμπτματ του οξνονται, τι εναι διδοχος του θρνου του Βυζαντου, τι διφορες βασλισσες και πριγκπισσες τον ερωτεονται, στλνει γρμματα και τηλεγραφματα στους βυζαντινος προγνους του. Γνεται τρελς. λλο να προσωπεο.
     Η ποιητικ του χει ναν αισθηματικ υποκειμενισμ που εκφρζει το ασθημα απομνωσης του ποιητ απ το περιβλλον του. Τλμησε να διαφοροποιηθε απ τη ποιητικ φεουδαρχα του Παλαμ και να μη πολυασχοληθε με νμους, καννες μετρικς και τεχνικς στχου. Ωστσο, η ποησ του χει συνπεια και ρυθμ εσωτερικ. Γρφει σοντα σε πλρη αρμονα κι χει στοιχεα απ τον αισθητισμ του Wilde κι απ τον λυρισμ των Γλλων συμβολιστν. Ισορροπε ποιητικ ανμεσα στο φανεσθαι και στο γγνεσθαι, των προσωπεων. Πντα οι ποιητς εχανε προσωπεα.
     Στο Φιλρα μως υπρχει παρλαση. Απ τις μορφς τις commedia de l’ arte φτνει και μχρι τον αρχαιοελληνικ Μμο. Κι μως ο Μμος του Φιλρα παραμνει γνωστς μνο σε μερικος μανιακος της μεσοπολεμικς ποησης εν ο Μμος του Βρναλη γινε ποιητικ κατεστημνο. Κι μως οι μεταγενστεροι πιερρτοι του Σκαρμπα γιναν τραγοδι. Του Φιλρα;
     Το "Σβανο Γελοου" θα μποροσε να ‘ναι γραμμνο στην επιτμβια στλη του ποιητ. Θα μποροσε να απευθνεται στον εαυτ του. Στο ποιητικ Εγ του που μοιζει με ανδρεκελο με δρμα ξλινο σα σταρνια χρα. Το ποημα, σοντο με πλεχτς ημιτελες ομοιοκαταληξες δηλνει το θνατο της ποιητικς υπστασης. Ετεροκατευθυνμενος ο ποιητς σε μιαν εποχ ανακατατξεων και δσκολων κοινωνικν διαμορφσεων μνει μ’ να λγο φτιαγμνον απ’ λλους, λγος λαξευτς με σμλη. Αυτς οι τεχνητς αρμονες μως, τα στεγαν που βζουνε τους ποιητς, εγκυμονον την νταση, τη σφαγ.
     Τη σφαγ της ποησης, που ηττται μεν αλλ η τελευταα λξη της, η ανκρουση η τελευταα, δεν εναι η παρδοση αλλ η αυτοκτονα μες στην απλυτη αρμονα. Μπορε να ηττται ο ποιητς κι η ποησ του αλλ παρνει μαζ του τη βασλισσα λξη του, τη μετουσα της ποησης και γι’ αυτ χαρ τρελ μσα του κλενει. ραγε ποις εναι αρκετ τολμηρς στε να ξεθψει το σβανο.
     Το σβανο ενς γελοου;

            Σβανο Γελοου

Στη φιλντισνια των δοντιν φραγ,
να τρμει ο λγος λαξευτς με σμλη
κι' ταν μαζ το γλοιο σου σμιγε,
κι' οι ντες τρξουν σκαστς στα χελη

Οργνου πλχτρα ηχον στη σμαραγ,
που δχτυλα κινον λγια και γλοια
κι’ οι αρμονες μηνονε μια σφαγ,
παραφωνες μγες σ’υλα τλια.

Κι' η σιταρνια σου χρα κυλιστ
μονχρωμα, σαν σκπη, σαν αυλαα,
θαρρες πως πφτει στην καμπανιστ

Επνω ανκρουση την τελευταα,
-σβανο τχα μιας γλυκεις οδνης,
εν χαρ τρελλ μσα σου κλενεις.

Αποσπσματα απ το βιβλο του "Η Ζω Μου Στο Δρομοκατειο"

     Ο πατρας μου ταν πολ αγαθς και αγνς νθρωπος, αλλ τον εγκρνιαζε για τις ρητορικς του κλσεις η μητρα μου, η Ασπασα Σαρεγιννη, μια μεγλη φυσιογνωμα ενρετης και ωραας και αρχοντικς γυναικς, η οποα εχε φορσει το στφανο του μαρτυρου απ οικονομικς απψεως σ’ λη της τη ζω και τη ζω των δυο παιδιν της, γιατ’ ταν ανιδιοτελς και καλ και απ θερμτητα, καλωσνην, αλληλοβοθειαν και αλληλεγγην, ενδιδε στας μηχανορραφικς πισεις των συγγενισσν της και των συγγενν της, αι οποαι λαι, αι περισστεραι σχεδν, καμαν τη μπζα των πλουτζουσαι, εν εκενη μενε και μεινε μχρι τλους πτωχ, μη λαβοσα ποτ καμμαν αμοιβν ηθικν υποστριξιν απ καμμιν απ τας δθεν φλας της και συγγνισσς της, απ τις παραδπιστες και ολθριες αυτς κυρες, για τον ρεμον οικογενειακ μας βο. Και δεν ενε φυσικ, δεν ενε πρπον, θα ταν μλιστα αναδεια, αυθδεια, αντιστροφ των ρων της φσεως και ασβεια προς τη μνμη της, να μη την δικαιολογσω ειλικρινς για σα εδα απ αυτ, που ενε και τα καλλτερα δρα που μου χρισε.
     Τιμ λοιπν στο αριστοκρατικτατο, καθριο αμα της και στην αγα και λατρευτ παρδοση της θεας γενες της, που της επβαλε θιμο προαινιο, πηγ ζως για το μεγαλτερο θετ χι γυι της, με την περπαθην υπκρουσι και πρμα κυριαρχα της μουσικς, της αγπης, του πνου και του βασνου. Σμερα που ξυπν ξαφνιασμνος, μα χι και ταραγμνος πολ στην πραγματικτητα, ανογω τα μτια μου και την αγαπ περισστερο. Αχ! γιατ να πεθνη!… Ποτ δεν το πστεψα αυτ πραγματικς, πως μπορε να πεθνη και δεν θελα να πεθνη, σαν αυτ να εξηρττο απ εμνα! κλαιγα στην ιδα πως μποροσε να πεθνη μια μρα και τη στιγμ εκενη που, ανσυχος, δεν επρσμενα να ’δω ποτ στη ζω μου, την εδοκμασα μια ’μρα τραγικ, στερα απ σειρ βασνων, που της επβαλε ο καρκνος που την ρριξε στο κρεββτι πειτ’ απ’ γκους που της ενεφνισε κοντ στο σαγνι, με τραγικς «μεταστσεις» και συνπειες λεπτομερειακς πιο πολ για μνα, παρ για ’κενη, απ αισθητικς μλιστα απψεως. Ενε τραγικ, ενε απστευτο, πως ,τι κι αν μου λνε σμερα, εγ τη θεωρ πντα και στον αινα μητρα μου πραγματικ, αφο ηθικς και ψυχικς και στην ανατροφ και στο ασθημα, ταν πντα η «μαμ» μου η ακριβ, η μννα η παθητικ, η μητρα η καλκαρδη, που τη θεωροσα τσιγκονα μνο, εν δεν ταν, αφο δεν εχεν επαρκ τα μσα. τσι την εξεμεταλλεοντο οι λλες. μπαιναν κι επενβαιναν στο σπτι, σαν να ταν στο δικ τους, καταχρμεναι της καλωσνης.


     Ο ντρας της, γιατρς, παρστεκε, λνε, στη γννα μου και μ’ βγαλε απ’ την κοιλι της μννας μου, αν βγκα απ’ αυτ, πως μου ’λεγαν, που σμερα ξρω καλ, χι επειδ μου το ’παν, μα γιατ το αισθνθηκα, πως δε… βγκα. Υπρχαν βλπετε λγοι να κρυφτ η προλευσς μου. Λγοι που θα χτυποσαν σχημα σ’ να μικρ κωμοπολικ χωρι, σε στεν περιφρεια. Κι τσι φτιασαν το μθο πως γεννθηκ’ απ’ το νμιμο δεσμ του νομικο και πραγματικο πατρα μου και της νμιμης, αλλ μη πραγματικς, δηλαδ μη φυσικς, μννας μου. Επαν πως γεννθηκα στο σπτι ενς Μαγκαφ, στο Κιτο, και η μννα μου, η νμιμη κι χι πραγματικ, ταν σκεπασμνη με μαρο μποξ, μπαμπουλωμνη σαν γνσια Βοναπαρτνα Τουρκοπολα!

...
     Προτο γεννηθ, πριχο προετοιμασθ το νοιγμα των ανοιχτοκαστανν γαλανν ματιν μου στο φως του λιου, στο φως του φεγγαριο και αστριν, στο φως του κσμου, αισθνομαι τρα πως εσκιρτοσα στις φλβες του καθαυτο πατρα μου, σε μια γλυκεα, διαυγ κι ερωτικ, λεβντικη θερμ κι ιπποτικ διθεσι και στην γλυκαιμη καρδι και σρκα της καθαυτ μννας μου, με το συγκινητικτερο παλμ και την πιο νθεη μανα. Και λω των "καθαυτ" πατρα μου και μητρας μου, γιατ προρχομαι απ το αμα 15 πατερδων και 22 μαννδων πρτης ποιτητος αματος, δηλαδ Αυτοκρατορικο-Βασιλικο και λλων τσων, δευτρας ποιτητος, δηλαδ μαρκησιακο, πριγκηπικο, δουκικο, κομητικο και τουρκαλβανικο.
     μουν νευρικς, μικρς, ιδιτροπος, ιδιρρυθμος, αλλοπρσαλλος, βερμης, κλαψιρης, παραπονιρης, λιγψυχος, ανυπμονος, ατθασσος, επμονος, πεισματρης.
   -Τι εσαι τλος πντων! Μου επε κποτε μια σπνια κυρα που εχα αγαπσει κι αγαπ πντοτε, που την αγπησα σο τποτ' λλο στον κσμο, με στοργ και πνο, σαν αγαπημνη παρηγορτρα, μ' πειρη αγπη κι ρωτα αινιο και που κθε φορ τρμω στην ενθμησ της, μην τχη και τη xσω καμμι μρα για πντα -ο μη γνοιτο. Βαθτερα απ' λες τις υπρξεις του μικρο μου xωριο, μλις ξπνησα στην ασθησι του κσμου διαυγστερα, δεσα τη ζω μου αυτ τη γυνακα, αν κι ρθε αργτερα απ' τη φαμλια μου και απ' λες τις λλες αντρκειες και γυναικεες υπρξεις στη ζω μου. Πλι στη μννα μου, που ενεψχωσε, σα νετερ της, λη τη στοργ για τη μλλουσα ζω μας. Κι ετε κοντ της, ετε μακρυ της, τους διους παλμος αισθνομαι πντα γι' αυτ κι αν xω γνει λγο καρδιακς, ενε γιατ δεν εμαι πντα κοντ της. Μπορε η καλ μου να μη μ' αγαπ τσο πολ και πντοτε, μπορε ν' απασxλησε το νου της με ματαιοδοξες, πως κι εγ κποτε, μα εγ θα την αγαπ πντα στον αινα και μετ θνατον. Σ' να μνο νεμα της εγ υποκπτω και σωριζομαι δικς της και μνο δικς της. λ' η ζω μου εν' εκενη! Μα ταν κι λλες, ταν κι λλοι που μ' αγαποσαν.
     ταν προ πντων ο πατρας μου, ο ξανθς λεβντης, ο ωραος ιππτης, ο αγνς ιδεολγος, ο ειλικρινς νθρωπος, ο λαμπρς Ελληνιστς, ο ευφρδης ρτωρ, ο ενθουσιδης πατριτης, ο φλαλλος, ο αλτρουστς, ο αυτοθυσιαζμενος δια τους λλους, ο γεμτος αυταπρνησιν, ο γλυκς Βασιλκης, xρμα δι' σους σαν εις θσιν να τον εννοον μσα εις το στενν επαρxιακν περιβλλον, αυτν τον κυαναιμον κι ευγεν, απγονον λων των Αυτοκρατρων του Κσμου, τον ανεπιτδευτον, απλν και αφελ, κρφος δι τους εxθρος του, λγω της κυριαρxας του επ των ψυxν των καλν και των κατακτσεν του μεταξ των γυναικν, η φμη των οποων φθανε μxρι των Αθηνν και υπερβαινε και τα ρια της Ελλδος, φθνουσα μxρι Λονδνου και εκεθεν μxρι των εσxατιν της Κνας.

[....]
     Ο καλς μου πατρας μο 'λεγε, ταν μουν μικρς, εκνευρισμνος, παραπονιρης και κλαυθμηρς:
 -Τι σου λεπει; Δε μο 'λειπε τποτα. Μο 'λειπε το γνωστο, εκενο που ονειρευμαστε να 'ρθη μια 'μρα στη ζω μας σαν ραγδαα βροχ ευτυχας, σαν χαλζι αφθονας, πλοτου, σαν ξσπασμα της ανυπομονησας μας για το απροσδκητο, που τχα θα 'νε κτι νο, μα απλαυσι δριμεα πνευματικ, γιατ ταν μαστε παιδι με νειρα και φιλοδοξες, δεν επιτρπαμε στην ασθησ μας να ομολογση πως διψμε τον ρωτα κι χι την πνευματικ κατκτησι. Και που ν 'ξερα πως τα καλοκαιριν μεσημρια μου κι οι νυχτερινο μου πνοι, ταν γεμτοι απλαυσι...
     Τρα που ξπνησα κι λο ξυπν στην ενθμησι των περασμνων, μακαρζω την παιδικ μου ευτυχα για την ανσυχη ζεστασι, τα χδια της μητρας μου και τσων γυναικν κοντ της, που θελα μως να 'νε πυκντερη: Τσο μο 'λειπε η απλαυσι, τσο δυνατ αμα μουνα, τση υπεραιμα ζλιζε τα μελγκια μου, τση δψα ηδονς ετραζε, ταρζει και θα ταρζη το κορμ μου και το πνεμα μου, ως που εντελς να γερσω.

[....]
,τι με φλγιζε περισστερο στην παιδικ, την εφηβικ μου ηλικα και τρα και πντα, ταν η προσλωσι στη ρυθμικ και στην μμετρη δημιουργικ εργασα: Το να γρφω ποιματα, το να ριμρω στχους, ταν, ενε και θα ενε ο μοναδικς στη ζω μου προορισμς, η μνη μου κατεθυνσις και φιλοδοξα. ταν μουν πιο μικρς, σε στιγμς ανητες σκψεως, λεγα: Αν δεν γνω εντς τριν ετν μεγλος ποιητς, θ' αυτοκτονσω!
     Πολλο καλοθελητα κοτσομπληδες, μοχθηρο αντζηλοι, πως θλετε, περιγελοσαν ττε αυτ μου την κουταμρα, αποδδοντες εις ερωτικ λλα ελατρια τον αφορισμ μου: Πατοσαν και πατον στην πττα, γιατ ποτ δεν βρθηκα πιστεω να βρεθ στη ζω μου σε τσο θολ ψυχολογικ κατστασι, στε να αισθανθ την ανγκη ν' αφαιρσω μνος μου τη ζω μου, εκτς αν βρεθ πιεσμνος απ δειντατα περιστατικ και πλι το αγαθ της ζως θα 'χη αινιο για μνα το θλγητρο του...

[....]
     ,τι με εφλγιζε στη ζω μου, ταν το να εμαι, αν μουν, αν μποροσα να εμαι και να μποροσα να γνω, τελειοποιν ,τι εχα μσα μου ως «φυσικν δρον» στην υψηλτερα και ανωτρα σημασα της λξεως: «Ποιητς». Δεν ερισκα μεγαλτερον προορισμν για τη ζω ενς φωτισμνου, Διανοητικο ανθρπου, απ το να ενε, αν το, δημιουργς, δηλαδ ποιητς, λυρικς υμνητς, ενθουσιδης απολογητς της ζως, του συναισθματος και της συγκινσεως, της χαρς, του πνου, του ρωτος, του καμο και του θαντου. λα, λεγα μσα μου, εν' να επγγελμα, μα επιστμη, εμπριο, βιομηχανα, βιοπλη, χρμα και λη: ,τι μνει, ,τι μας υψνει επνω απ τα καθημεριν, ,τι μας δονε, μας συγκινε, μας ενθουσιζει, μας ρχνει σ' κστασι, μας συνεπαρνει και μας ανεβζει στα ψη της αισθσεως, ενε αυτ το ποσν συγκεκινημνης και ευνοκς εις συγκνησιν ουσας, που χουμε μσα μας, δηλαδ εκενο που λγεται τλαντον, επομνως η Τχνη, ιδως η θεα Ποησις, ο Λγος, που ενε «εν αρχ», πως επε κι ο Χριστς, η κφρασις του συναισθματς μας, η μετουσιωμνη σε ρυθμ και σε χο συγκνησς μας, το κρυφ μας ασθημα μαρζι, η αγπη μας, ο παλμς της ζως μας.

[…]
     Εχαν μαζευτ τλος πντων, στην εποχ της νειτης μου, απ την Κρινθον ς το Ντερβνι, προ πντων στο Κιτο και στο Ξυλκαστρο, λοι οι αυτοκρατορικο, βασιλικο, μαρκησιακο, πριγκηπικο, δουκικο, κομητικο και μπικοι και πασαλδικοι, Τουρκικς κι Αλβανικς και Μαυριτανικς καταγωγς, κι αριστοκρατικο αρχοντικο γνοι, σε αυτ τα δυο μικρ μρη, φερτο κι απ’ τη Βοσττσα, το Καμρι, τ’ Αρφαρ, την Πτρα, τον Πργο, τη Μεσσηνα, την Τρπολι, τη Σπρτη, τη Μνη!!! κ.λ.π.
     Κι ο δυναττερης, κρυμμνης καταγωγς κι αυθεντικτερης, μουν εγ, που δεν ανβηκ’ ακμα σε θρνο, διδοχος με τα μεγαλτερα σγχρονα δικαιματα σε τσα θνη απ’ τις δυναστεες τους, «ινκγνιτος» αφημνος να ωριμση σε αστικ οικογνεια, να εκπαιδευθ ελληνπρεπα κι χι μαλθακ να βασανιστ, να υποφρη, αντθετα προς τους πριγκηπκηδες τους μαμμθρεφτους…
     Τρα ξεπσαν τα τυπικ μεγαλεα κι οι θρνοι, και το μεγαλεο της εργασας και της αξας κυβερν δικαιτερα τον κσμο, το γνσιο μεγαλεο του αματος ριχτ μσ’ στην πλη, που δε μπορε παρ να διακριθ, αφο αμα δυνατ εν’ αυτ, επομνως πνεμα, ικαντης, μεγαλεο ψυχς που λμπει κι αστρφτει που και να βρεθ, γιατ ο κσμος κι η ζω κι η βιοπλη εν’ δια, που κι αν βρσκεται κανες, στα παλτια στα καλβια…
     Στις «βεγκρες» μ’ παιρναν συχν οι γονες μου μαζ, ταν δεν μουν κουρασμνος δεν εχα να διαβσω. Αλλ πολλς φορς, εν συζητοσαν οι λλοι στη αυλ ενς σπιτιο, μετ το δεπνο, εμνα, που δεν μουν πολ συζητητικς μ’ παιρνε ο πνος.


     Κι μως μουν καλς. Το ζλισμα απ’ την υπεραιμα μου, μου ’φερνε την πλξι και τη μελαγχολα. Γι’ αυτ, ταν δε μποροσα να κοιμηθ, μου δναν ναρκωτικ και ττε συνβαιναν κι οι ββαια ενεργητικς μυστικς, αλλ πντως και περεργες ερωτικς συντηχις κατ την ρα του υπνοναρκωμο, του αποκαρματος, που επ τσα χρνια αγνοοσα εξ ολοκλρου. Αν εχα το κφι ν’ αναμνησθ τι συνβαινε, πρεπε να μενω σε κστασι ολκληρες ρες, απ ηδυπθεια παθολογικ: Αλλ με φτνει που βρσκω τις εποχς, απ την ηλικα των «ναρκωτικν παιδιν μου», πως τα λω, ταν τα ρωτω: Τα ναρκωτικ εξηκολοθησαν σποραδικ στη ζω μου συχν ς το 1921, αραιτερα απ ττε ς τρα…
     Φιλες παιδικς του σχολεου και του παιχνιδιο, της αμπριζας και της εκδρομς, εχα πολλς. ξη τξεις τελεωσα στο λεγμενο πλρες Δημοτικ κι μεινα δυο χρνια στην κτη, γιατ απερρφθην στις εξετσεις που ’δωσα για το σχολαρχεο, καθυστερσας, πως πντα, στα Μαθηματικ, που δεν τα μελετοσα απ φυσικν αντιπθεια, γιατ απ μικρς δεν εχα καθλου κλσι σ’ αυτ. Δεν μουν ποτ νθρωπος των αριθμν και του υπολογισμο, οτε ττε, οτε και τρα, οτε ποτ! Και μως ενε να τσο θετικ και δημιουργικ μθημα, που μετανο τρα γιατ δεν επεδθην σ’ αυτ ταν ταν ακμη καιρς.
     Ο πατρας μου, σχολρχης, Ελληνιστς και τεχνολγος, χαιρταν ββαια που επεδιδμην περισστερο στα Ελληνικ, αλλ εθλιβταν συγχρνως που παραμελοσα να μθημα τσο πρακτικ, που θα συντελοσε και στο μλλον στην επαγγελματικν ανδειξν μου.


     Και μως ταν φυσικ μου φανεται να γνω του εμμτρου λγου μστης. Για να ομολογσω μως την αλθεια: Το μνο ιδανικ της ζως μου ταν ανκαθεν και ενε και θα ενε η ποησις, η ποιητικ δημιουργα, το ποημα. Το μμετρο ργο!… Πιστεω πως δεν αξζει τποτ’ λλο στον κσμο περισστερο απ το ποημα, πως λα τα λλα ενε πρσκαιρα, εκτς απ’ την τχνη, το ργο της τχνης, ποημα, εικνα, μουσικ, γλυπτικ ργο, αρχιτεκτνημα, διακοσμητικ, κντημα κ.λ.π. Κι μως, ο νθρωπος, ενσω ζη, σο αριστοκρατικτερη ψυχ αν ενε, τσο υποφρει οικονομικς και ψυχικς στην εποχ του, σο φνος ενε, τσο πονει ευκολτερα για την αποτυχα στη ζω του… Ζτημα ιδιοσυγκρασας μως εις λα τα πργματα κι οι συνπεις των…

[…]
     Ο διπλανς μου εναι νας νθρωπος που ταξιδεει. Προτο πλαγισουμε στο θλαμο για να κοιμηθομε, βγνει απ τις τσπες του να σωρ παλιχαρτα και ατελεωτα κουβρια σπγγους, πακετρει μεθοδικ το κρεβτι του, τα ροχα, τα παποτσια του και μας λει αντ για καληνχτα «καλ αντμωση». Ταξιδεει, πει στη Λειψα, στο Παρσι, στο Βερολνο, στην Αγυπτο, Ινδες, Μαρκο… Επιτρπεται ο πρτος τυχν νοσοκομκος με να σκοντημα να ξυπνει και να ξαναφρνει πλι πσω στο Δρομοκατειο τον νθρωπο που του δθηκε με λγα παλιχορτα και κτι σπγγους να ταξιδεει σαν το πουλ, να κνει κθε νχτα κι απ να θεο ταξδι; Μια φορ που τον εξπνησεν απτομα ο νοσοκμος, του φναξε απελπισμνα: σε με, για το Θε, χνω το τρνο!
     Εναι σστημα αυτ, εναι κορα αυτ, να παρνουν τη μνη ευτυχα που απομνει στον τρελ; Τον γιατρεουμε, μας λνε. Μπρβο! Κι ταν γνει καλ, θα ξανακνει ποτ του ταξδι με να κομμτι σπγγο; Ζτω η τρλα! Εγ ο Ρμος το φωνζω.
     Η δια ρα χτυπ και για τρελος και για γνωστικος.
     Και γιατ ξαγρυπνον γρω μας οι νοσοκμοι; Μοιζει σαν ειρωνεα, σαν το «φλακες γρηγορετε» των φυλακν. Γρηγορετε μην τχει και σας φγει κανες! Μην τχει και χσουν την παρτδα του παιχνιδιο ξω, σαυτν τον παρλογο κσμο. Τι λγος! Μπως επρκειτο ποτ να κερδσουμε;……………Εδ αγαπομε-αλλμονο- πιτερο τη ζω. Γιατ τη χνουμε και την ξαναβρσκουμε τυχαα.


     Η ρα της πρωινς επισκψεως των γιατρν- τι παρλογη κι ανφελη φασαρα. Δεν καταλαβανω την επιμον τους να θλουν καλ και σνει να μας γιατρψουν. Να μας γιατρψουν! Πρτον, που δεν εναι τσο εκολο. Κι πειτα, εναι απαρατητο;……
     Καλοπροαρετοι γιατρο μου, αν επιμνετε να με γιατρψετε απ κτι, γιατρψτε με απ τη λογικ. Απ τη λογικ κι απ τη μνμη που μου απμεινε, να μην ξαναθυμμαι τον μετρο πθο της ζως. Να, ελτε σε μνα, λευκοφροι ψυχατροι. Σκφτε επνω μου: γιατ εγ θυμμαι. Σαυτν το θλαμο κανες λλος δε θυμται πι εκτς απ μνα!

     Κνω γκφες τη μι πνω στην λλη! Ρωτ συνχεια -ο αφελς- τα υπροχα πρσωπα της κοινωνας των τρελν και δεν μπορ να κρατσω τα γλια. Ο Θες, ο τα πντα επισκοπν, με βλπει απ το θρνο του -ναν παλιοτενεκ του πετρελαου- και μου κνει νεμα να πλησισω.
 -κουσε να σου πω, μου λει αγρωχος κι οργλος…Πρπει να μθεις να φρεσαι. Σου δνω δυ μρες καιρ.
 -Τι πρπει, αν επιτρπει η παντοδυναμα σου, να κνω σε δυ μρες;
-Να μη μας περνς για τρελος!


     Καλοπροαρετοι γιατρο μου, αν επιμνετε να με γιατρψετε απ κτι, γιατρψτε με απ τη λογικ. Απ τη λογικ κι απ τη μνμη που μου απμεινε, να μην ξαναθυμμαι τον μετρο πθο της ζως. Να, ελτε σε μνα, λευκοφροι ψυχατροι. Σκφτε επνω μου: γιατ εγ θυμμαι. Σαυτν το θλαμο κανες λλος δε θυμται πι εκτς απ μνα!

Η ζω μου εις το Δρομοκατειον. Ο θνατος

     Ο μνος που μας θυμται συχν εν’ ο θνατος. Ακοει τη μυστικ μας επκλησι, στο αργ ατελεωτο μτρημα των ραθμων στιγμν της βαρυθυμας μας, την φωνη εκ βαθων ευχ μας, απνω στον ταραγμνο πνο μας, κι ρχεται, παρηγορητς και γοργοεπκοος, κομζοντας τα υπρτατα δρα του τα γλυκπιοτα δυνατ βλσαμ του, που μας χαρζουν ,τι δεν μπορον να μας χαρσουν η βερονλη και η χλωρλη οτε καννα ναρκωτικ παυσδυνο… την τελειωτικ, την υπρτατη κλμα… τη γλυκει δροσοπαροχ λτρωσι… Πσες φορς δεν τον ονειρεονται στον πνο του και στον ξπνο, τα πολυβασανισμνα νευρσπαστα των ψυχσεων, στα τραγικ φωτειν τους διαλεμματα, πσες φορς δεν ονειρεονται να τους χαμογελ, σα μια θαμπ ελπδα γλυκοχαραυγς, ανμεσα απ την αχλ και τον ζφο, που τους σκεπζει τα ταραγμνα τους λογικ…
     Και ξρουν πως το γλυκ τους νειρο, η ελπδα κι η γλυκαπαντοχ των βασανισμνων, αργ γργορα, θα στρξη μια φορ. Ενε κι αυτ μια παρηγορι, η μοναχ εδ μσα παρηγορι μας… λοι κι αν μας ξεχσουν, αυτς θα θυμηθ…


     Ο θνατος, μεταξ των ψυχοπαθν γενικς ενε κτι το συνηθισμνο! Σε 650 αρρστους εναλλασσομνους κατ διεταν και κατ μσον ρον κατ το μισυ -αρρστους που υπκεινται σε βαιες κρσεις, σε κεραυνοβλους παροξυσμος, σε θανσιμες εγκεφαλικς συμφορσεις- ενε φυσικ να υποκπτουν στον αιφνδιο αποδεκατισμ στην αργ φθορ της αρρστειας, τουλχιστον 100-150 το χρνο. Ττε το μακρυν, παρ την Αγαν Βαρβραν, νεκροταφεον του Δρομοκατεου, που το χμα του χει σκεπσει απ’ τους δικος μας το Βιζυην, το Μητσκη και τσους λλους ακμη, κι οπο ενε τσο μικρ, στε κθε δυο-τρα χρνια να βγανουν οι παλαιτεροι σταυρο για να μπανουν οι νοι, δχεται τους επιταφους ψαλμος το εκστοτε παπ και του ψλτη, και την πνθιμη και μικρ συνοδεα των νοσοκμων. Ττε, το μικρ εκκλησκι των Αγων Αναργρων -που διακοσμεται τρα με εικνες και τοιχογραφικ ζωγραφματα απ την ζωγρφο κ. Κοντοπολου και δι’ εξδων της φιλοτχνου κ. Καλλιπης Γιαννρη, που διαθτει γι’ αυτ λες τις εισπρξεις απ τα καναρνια που συντηρε και διατρφει εδ, γνεται θατρο συνταρακτικς παραστσεως, που και η σπαραξικρδιος ανθρωποπθεια του Αισχλου ωχρι σχεδν ενπιον του απλο αλλ μεστο ελους και τρμου θεματος… Εδ οι κηδεες ενε σαν κρυφς και αγνοημνες απ τον λλο κσμο. Τις ακολουθον λγοι να-δο στενο συγγενες, και κποτε και κανες, ταν ο θνατος εν’ αιφνδιος βαρθηκαν να ’ρθουν απ την Αθνα οι γνωστο το… αδξου νεκρο
     Εδ, ο θνατος φανερνεται σε λο το φρικτ μεγαλεο του -σαν καγχασμς μαζ και σαν θρνος… Εδ ακομε την συνταρακτικ ευφρδειαν των νεκρωσμων ψαλμν, σαν πουλι που τραγουδνε στο πεκο, και στην ψυχ μας την τφρινη, την ελπδα μιας ανερετης χαρς… «Ο πηλς μεμελνωται· το σκεος ερργη· ρτι λεται η πονηρ του βου πανγυρις…» Και η αυλαα πφτει στην πρασινδα και στην τφρα μαζ… Τι μνει;
     Οτε χαραμδα..

-=============================-

              Παρθενικ Τραγοδι

Των δεκατσσερω χρονν αντρεεψ' ο ρυθμς
και το κορμκι σου νιωσε καινοργια ανατριχλα,
και σναυγα σου διβηκε τις φλβες ο χυμς
της νοιξης και της καρδις τρεμολιασαν τα φλλα...

Και ροδοσκσαν τα φιλι στο κοραλνιο στμα...
κι επεν η σρκα: -"Σμερα κτι γνωστο ποθ"
κι αλμονο τον ρωτα δεν νιωσες ακμα
που φοντωσε στα στθια σου της νιτης τον ανθ!

                Τραγικ Νχτα

Απψε στις κιθρες τους τα Πνεματα
θα μλπουνε κρυφος ρυθμος και τρμους
και στο ρυθμ του χαλαζιο θα σρνουνε
μαρους χορος οι καταχνις στους δρμους.

Οι αγρηδες μανιζοντας θα στνουνε 
τις σκτες τους στ' αφρλουστα ακρογιλια, 
των λουλουδιν τα ταρια θα χωρζουνε, 
μα και θα ορμον, θα οργνουν τα κανλια.

Απψε η νχτα σκιχτρο στις ψυχολες μας 
και χροντας απνου απ τη κλνη... 
Οι καταχνις, που υφανουν το τρισκταδο, 
θα' ρθουν να σαβανσουν τη Σελνη...

      Να Μην χουν Ζρες

Να μην χουν ζρες οι μορφς, αδρς,
ζρες μσους, πθους, πνου, μα χαρς,
στην ψυχ να πλνε και να μην ξεσπον,
φυλαχτς για ωραες, που θα τις χαρον.

Εναι σαν εικνες οι νθρωποι βουβο,
σαν ιππτες, γιοι, μορφοι, καλο'
κατεβανουν λοι δχως πονηρι
μες στο μεσημρι, μες στη δημοσι.

               Εαριν

Ω, 'κενο το αλλητο στην νοιξη,
μες στη γλυκει, την απαλ λαχτρα.
Ω, να πουλκι μσα μου λαλε,
και τρμει, φτερουγιζει, λαχταρε,

κτι απαλ κι απκοσμο πολ... 
Και νιθωντας πως κτι το καλε 
ξω απ' τον εαυτ του κι απ' τη φση, 
και θαρρντας πως κουσε φωνολα,
 
τρμει σμπως στο λολουδο η δροσολα, 
και κοντεει να φγει απ' τη ψυχ μου 
και πετντας στα μκρη της αβσσου 
να γνει χερουβεμ του παραδεσου...

                   Πορτρατο

Στο δρμο, που το πλθος τρχει αδιφορο
για κθε ωραο, αγλι επερπατοσες,
μοιαζες σα να σε ψωνε πνο
και τποτα σα να μην εμισοσες.

Το βμα σου απαλ σαν Απολτρωση
κι η ψη σου ολασπρη σαν κρνο
κι πεφτε η λμψη της ματις κι εφνταζε
το γαλην χαμγελ σου εκενο!

νας ιερες κποιας θρησκεας απκοσμης
απ του Βελασκζ το θεο χρωστρα
ζωγραφισμνος Ανδαλοσιος ρχοντας,
πρβαινες μς στην ανθρωποπλημμρα.

Στον πολυθρυβο το δρμο να πρω σ’ αντκρυσα
ραμα προ, υλο, της αγιωσνης
και στην ψυχ μου απμεινες σαν εδωλο
μιας αιθερας, ονειρευτς γαλνης.

              Στον 'Αδη
 
Μια μρα θα μισψουμε στα σκτη
κι αν δεν το πιαμε λο το ποτρι.
Κι αν δεν εμεναμε σε θεα αγντη,
το κορμ μας στον τφο θ' απογερει.

Στερν αγπη θε να μοιζει πρτη,
τση λαχτρα μες στο πανηγρι
της ζως μας ανρπαζε κι η νιτη
μας φοντωνε του αματος τη πρη.
 
Οι κοπλες μονχα θα εικονζουν
κθε χαρ που πρασε και πει
και θα στκουν εμπρς μας σε παρτα.

Κι οτε κι ο νους θα ξρει ταν θα σχζουν,
σαν γγελοι των ουρανν τα χη,
ποια πιο πολ μας χρσωνε τα νιτα.

                         Σκαραμαγκς

Σαν κντημα γρω οι βρχοι κ’ οι λφοι του Κορυδαλλο
στο λιμανκι, ονειρεμνο, του γραφικο Σκαραμαγκ
κ’ οι βρκες στην ακρογιαλι, που βζουν πλρη αργ γι’ αλλο
τα παραγδια και τα’ αγκστρια κ’ οι πετονις αραδαρι.

λος γαλνιο αραξοβλι ο κλπος του Σκαραμαγκ
κι αντκρυ η θρυλικ Ελευσνα, Κοντουρα, Μντρα και τα Βλλια
κττερα μγα, καραβκια, τρτες, που σρνονται αργ,
κι λλα πλεομενα που φεγουν γοργ και παρνουν φρα μλια.

Γλυκχρωμα γαλζια ως πρα τα τρεμοσλευτα νερ,
τα κματα μ’ αφρν ολσπρο, κπου στο βθος των κατρτια
και τα βουνκια και τα βρχια, τα δεντελλνια στη θωρι
και κποτε και κπου – κπου πανκια ολλευκα και ξρτια.

Κι απ’ λα, απ τις αχτιβδες, και τα πετρδια στ’ ακρογιλι
ως τα βουνκια και τα ψρια, που τ αγκιστρνουν πετονις
λμπει μια υγεα και μιαν αρα φυσει σα νκη μαστρλι
πνει απ’ τα βθη κ’ να ρμα, παρνει και ρει απ’ τις ρονις.

Κι απ’ το Δαφν, τη Σαλαμνα, το Νασταθμο κι ακμα πρα
ο θραμβος των τοπων παρνει και βασιλεει γραφικ
σμγουν το χμα, το χαλκι κ’ οι γλροι στο γλαυκ του αιθρα
και νανουρζεται η ψυχ μας στο κμα αιθρια και γλυκ.

                Υπερνω
 
Κι αν δοθκαμε ολκεροι στη νιτη,
κι αν φραστα αγαπσαμε ,τι ζει,
κι αν οι στερνο δεν εμαστε, οτ' οι πρτοι
νθεν η ορμ μας ξεπετ εκε
 
επνω απ' της αβσσου τ' γρια σκτη
και πρα απ του πλθους τη βο:
δρμο να μη χαρξουμε προδτη,
στο χμα χνρι μας να μη σταθε.
 
Κι αν η πστη στη χμαιρ' λλης πλσης
δε γλυκνει τη πκρα στη ψυχ,
Ανυπαρξα κι αν δε μας ξεγελσεις,

οι κοσμικο κι οι απκοσμοι μαζ
να πομε πως εζσαμε σ' αμχη,
μσα μα και σαν ξω απ' τη ζω!...

          Στις Τρεις Εκλεκτς

Την ευτυχα πρτη φορ τη νιθω,
στο πλι σας το γλυκ κι εστε δικς μου,
αγαπημνες και σ’ εμ, τον πθο
και των τριν να δμαζα, καλς μου.

Αληθινς, γιατ’ εστε, με ποθετε
και σας ποθ σαν φυσικ αρμονα,
σαν πρωτπλαστος, σαν Ανταος, σαν ρως,
επνω απ’ την αντρκεια μου μανα.

Υγεα μο δνει η γενναα ορμ σας,
μου πλατανει τα στθη, μ’ αντρειεει.
κι αν στις κραυγς του Πθου, στο φιλ σας
ξεχειλοσα, η ιδα με μαγεει.

Σαν στοιχεο, απ’ τους δρυμος που πνει
πνεμα του Ανμου, να χυθ στις κλνες,
μαζ σας να να γιν κι οι Ωραοι
στων Αινων να μ’ ανυμνον τις δνες.

Τ’ νειρο της Ζως Μου, της Ζως Σας,
ω! να γινμουν για πολ κι αινια,
ο θραμβς μου να ’σαστε, δικ σας
η δξα, που τα χελη μας –αηδνια

να μελωδον παντοτιν κουαρττο,
που τποτα ποτ να μη χωρσει
σε φος οργων, λαχανιασμν καρντο
φιλ επιγλωσσιτ, χυμν η βρση.

Κι στερα, τη μια χαρωπ φιλα
μια στοργικ αγπη, σφραγισμνη
με φυσικ την ασθηση, ομιλα
που τρμει, στην ενθμηση δοσμνη.

                      Ποιητς

Εχα πσει σε βθος, εχα πντα τη μαρη
κι ολοπλπιδη νστα του βραχν καταλτη...
μες στο κμα του θρους, τη θλιμμνη και λαρη
ποθοθνατη 'νερια του ορματος ντη.

χω λθαργου μορα κι εχα παραμελσει
χρνια. Κι μως ο στχος, ο ρυθμς δεν ελεπαν.
Εχα ανβει εκε που 'ναι μναχα η βρση...
κι η επιστμη, αν δεν εχα, δεν θ' ανβαινα -επαν.

Επειδ κι εχα χσει το ργουλο, εμαι
ο εμπνευσμνος ονερων και κσμων προφτης,
ο πηγαος ποιητς που στο σννεφο κεμαι,
ο μεγλος, ο θεος των ρυθμν υποφτης!

                 Διαθκη

Εγ παρλθα, τραγουδντας τη χαρ,
τις μορφες, τα ρδα και τ' αηδνια.
Χορεοντας και πνοντας αδρ
νιωσα απνω στα μαλλι τα χινια.

Στου κπελλου το κατακθι η συμφορ
κι η στχτη, που αψηφοσα τσα χρνια.
Τρα στο κμα τα πετ, μακρι,
τρα με λινουν πνοι και τριζνια...

Σε ντα και ρυθμ, στχο μεστ
σ' να τραγοδι επθησα να κλεσω
μιαν αρμονα, νημα σωστ.

Μα δεν κατρθωσα θεα να μιλσω,
παλμ να δσω και να συγκλονσω
την πειρη ψυχ του κσμου σε σεισμ.

                  Καρτρι
 
Πντα να περιμνω στ' ακρογιλι,
σαν λλοτε, σα χθες, σμερα -χρνια!
μες απ' τη στχτη να πετιμαι πλι,
φονικας, κρνο στα τετρκρυα χινια.

Τον διο εμνα να θωρ σε εικνα,
σ' να γιαλ, προσμονητ του αγνστου,
που 'ρχεται τχα σα σε νρκη αρρστου,
μα γλιστρ κτω προς τον καλαμινα...
 
Καπνς να βγανει απ να τζκι πρα,
να φτνει η βρκα χωρς νο πιλτο,
δχως μαλλι κυματιστ στον αρα,
νειρο αγπης και στερν και πρτο.

                     Φωτολτρης

Προσκυνητς εμσεψα στο μακρυν ερμοκκλσι,
που πνω στο βρχο υψνεται λευκ σαν περιστρι,
κι πια νερ στη βρση του, πλι στο κυπαρσσι,
που η Μορα το θεμλιωσε με το λευκ της χρι.

Του κκου κι αν ξεδψασα στο κμα τ’ Αλωνρη,
κι αν ηρα μπρος μου ολνοιχτη του ερμοκκλησιο τη θρα,
φτερνομαι σαν το πουλ στο πιο ψηλ κλωνρι,
προς μιας θρησκεας υπρκοσμης τη φωτειν πλημμρα.

Ω Φως… σε σνα η προσευχ κι η δηση κι η λατρεα,
που νο ρυθμ αυτιζομαι στ’ ολλαμπρ σου θμα,
τα βρυπνα τα μτια μου που κθε αυγν ανογεις,
να κοινωνσω επθησα το φωτειν σου ανμα…

                      γνωστη

Απψε και να μ' βλεπε 'κενη π' αναζητ,
αυτ που δεν εγνρισα και που ποτ δεν εδα,
που στη καρδι μου ευλαβικ τσο καιρ κρατ,
σα κποια προμηνυτικ που με φωτζει, αχτδα.

Απψε, που σκιρτ η καρδι, το μτι λμπει αδρ,
σπιθζει το αμα μσα σου κι αγλλεται η ψυχ μου,
κι ανυψωμνη η σκψη μου στ' πειρο, μ' αργυρ
φως φεγγαρσιο, αχνοφωτ, ντνει την κστασ μου...

               Χωρς Σκοπ

τσι χωρς σκοπ η Ζω ριγμνη,
και ρθυμα εν ζομε στην ανα,
μι φλγα αγπης ξφνου ν’ αναστανει
την καρδι μας, κρυφ χαλκομανα!

Στο περιθριο τχα πεταμνοι,
ξνοι προς κθε δρσεως τη μανα,
να λικρ αδρ να μας προσδνει
με του Υπερπραν την ευρυχωρα!

Χαρομενα να ζσουμε τα νιτα,
χωρς δεσμος, που κυβερν η ρουτνα,
δχως συμβσεις, συμφωνες γεμτα.

Εφμερα τα ειδλλια τα φνα,
να μαδον στ’ γγιγμα πνος καινοργιας,
σαν ρδου πριμου φλλα, κρσσια ογιας.

                       Μπρα Του Μη

Μσα στον Μη αλλαζεν ο θραμβος του χειμνα
και της βροχς το σθαμπον εβρντα ο κεραυνς
και το χαλζι μραινε τη τροφαντ ανεμνα
και τα μπουμποκια π' νοιγαν ματκια προς το φως.

Και μσα στο τρισκταδο δεν λαμψεν η μρα
και δεν ακοσαμε γλυκ τραγοδημα πουλιν,
μα να βογγ απκοσμα τον καταλτη αγρα
στα τρστρατα των λιβαδιν και των περιβολιν.

Και τ' νειρο μας που 'λεγε να λουλουδσει τρα
προσμνοντας τσο καιρ του Μη το λαρο φως,
αλμονο! η απντεχη το πρφτασεν η μπρα
και σα μπουμποκι το 'καψεν ο μγας κεραυνς...

                  Οι Ερχμενες

Ν ‘ανοιγοκλενει η κουρτνα και πσω να φεγουν,
να ‘ρχονται εδθε, να μας αγγζει η πνο των,
κι οι τεμπελις μας οι αθες που πντα μας ρεουν,
ν ‘ανοιγοκλενουν κι αυτς, δροσισμνες μαζ των.

Μαζ με κενες, που πλι μας με λσσα βρυζουν,
μες στην αυλ, στο σαλνι, στον πολυθρυβο δρμο,
που μας κοιτνε, μας γνφουν, γελον και φαντζουν
προς τη ματι μας και στ’ νειρο και με πανρια στον μο.

Στο γλυκολλο τ’ αρι, ανεμζει και φρνει
τα προσωπκια τους λα, γλυκ, ροδισμνα,
εναι ξανθς και μελχρες, λαχτρα τις παρνει
γι’ αυτ τα μτια μας σε γλυκ δκρυ λουσμνα.

Θα μπουν μαζ και θ’ απλσουν τα χρια,
θα μας χαδψουν μαλλι, στον αγρα σπαρμνα,
θα μας μιλσουν γλυκ σ`αγκαλισματα αιθρια,
θα μας φιλσουν με χελη απαλ, μυρωμνα.

Κι πως η βρκα, το κμα μες στο μαστρλι,
πως σαλεουν να φτσουν, ν’ αγγσουν στο μλο,
τσι τις σρνει σε μνα, κοντ στ’ ακρογιλι,
εν’ αερκι, ν’ αδεισει το τσορμο τους λο.

Να ξεχωρσουνε τλος τα σματα εμπρς μου
απ’ την ανοιγμνη κουρτνα στλες να προβλλουν,
απ μακρι κι αν φθασμνες, τα πρα του κσμου,
να γνουν σωστς σιλουτες, χωρς ν’ αμφιβλλουν.

Κι λο να τρμει η κουρτνα, κοντ στο φεγγτη,
λο ν`αμπχνουν οι πρτες, λαχτρα να ιδονε,
ναν τις ιδ να γεμζουνε τλος το σπτι,
να μη χωρον και να μενουν και στην αυλ να μιλνε.

ρθαν, μα δεν τις θλω τσες κοντ μου,
εναι πρα πολλς, με κουρζουν, μ`αλλζουν,
παρ`τες, μητρα! να φγουν, αν ρθαν, αλι μου .
Ολα τα βτσια μου αν δουν, θα σπαρξουν.

Εναι πολλς, να πλθος εγκρδιο για μνα,
γιατ δεν πια παρ την ψυχ των,
μνο τα λγια τους κουσα, μνα μου, τα χαδεμνα,
κι στερα φγαν, ταν πρα πολλς, προς τη γη των.

Εχα φυλξει βαθι μου μονχα τη χρη,
μονχα τ`νειρο δεν ονειρεομαι τρα;
Χωρς ν`αφνουν κανναν σκιο κι αχνρι,
τις εχα ιδε να μου φρνουν περσσια τα δρα.

        Στο Χωρισμ Της...
 
Τη μθη της χαρς να σε κερνοσα
που δεν ηρες στον πρτο σου δεσμ,
συ να γινσουν της χαρς μου η μοσα
κι ας μ' σερνες προς να χαλασμ.
 
Ντελικτη, κριννια εσ, ολανθοσα
μες στ' σπρο φρεμ σου, εαριν,
σεμν, παρθενικ, χαμογελοσα,
να ζοσα στον απλ σου στοχασμ.
 
Κι ας ταν λη μαγικ σου χρη
μιαν απαλ να μρωνε ζω,
κρυσταλλνια σαν το μαργαριτρι,
 
γεμτη απ αγπη κι ηδον:
-λα χαρομενα, σε ρθμισμα να,
τα χτυποκρδια μας αρμονισμνα...

        Στον ρωτα

ρωτα, ρωτα, νιθοντς σε
νιθω να περν της ψυχς μου σκτος
η φωτειν σου αχτνα
και να γνομαι λος
νας παλμς

Ρε ρεμα, ρεμα μσα μου
και γνου εσ λος ο εαυτς μου,
τσο, που να γνω περφανος
σαν Θες,
γιατ θα κλενω εντς μου το μνο Θε,
γιατ θα εμαι
ο παλμς ο δικς σου!

            Στον ρωτα ΙΙ

Τι σε ξυπνει απ’ το βαρ σου λθαργο,
που ζνει σε ως τα τρα απ’ το χειμνα;
Ποιο φως, ποιο μγι εγτεψε τη νρκη σου
κι αρχζεις πλιν τον ωραον αγνα;

λα τριγρω ελμψανε στην νοιξη,
θλασσες, ουρανο, ρδα και κρνα...
Χαρε κι Εσ που μου ρθες, γλυκοξπνητε,
να χσεις τη δικ σου την αχτνα...

                          ρωτας

Την πρταν εμαντλωσες κι ρθες σιμ μου πλι,
μο´σφιξες τα χρια μου κι γειρες το κεφλι

να μου ειπες τ' ανεπωτα που μνο η νχτα ξρει,
μσα στο τρισκταδο της κμαρας, ω! ταρι.

Κι επαμε λα τα κρυφ, που και τα ρδα λνε
στο περβλι τις βραδις με λγωμα και κλανε.

Κι πλωσες τα χρια σου να μ' αγκαλισεις πλι
κι ρθε το ιερ φιλ σαν τρπαιο μες στην πλη.

                         μπνευση

Δεν εν' λλο στον κσμο απ' την μπνευση μνο,
μνο αυτ νανουρζει τον πικρ μας τον πνο
και μας σνει απ' του χρνου τον βαρ τον κασμ.

Να σε βλπω, να παρνω τα λα σου, λα τα ωραα,
να τα λινω στου στχου τον κυλομενο γρο,
να τα κλθω, να γνουν πολλ, να, μια ιδα,
κι απ' της μπνευσης λα ραντισμνα το μρο.

                           

Εσ, που της ζως μου εγνης ο ρυθμς,
σε τσες μσα ωραες, ο μοναχς καημς,
ιδανικ μιας νιτης κι ονερου χρη εσ,
το πιο ακριβ μου γκλφι, το πιο παλι κρασ.

Το πρα στις αγπες τις πρσκαιρες, μαζ
και το σιμ καμρι που στην καρδι μου ζει...
Εκενο που αναβλλω, τι πιο πολ ποθ,
,τι ταξε για μνα πολσοφη Κλωθ.

Το πεπρωμνο ταρι, το πιο γλυκ αγαθ,
που πλι μου χω αναθσει, μα και θα μαραθ
το προσφερτ απ᾽τη Μορα, ταμνο απ᾽τη Ζω,

το αληθιν, το μνο που ευφρανει την ψυχ,
,τι γεννθη ατφιο, σαν πλσμα ζωνταν,
στο λκνο της ψυχς μου-σαν φτρο εαριν.

                         Αλλοτιν

Στο θεο παλμ σου ο παλμς μου-αρμονα·
στη θεα  φων σου να πλλεται η σρκα·
στο πναγν σου το μρο να πνω ευωδα·
προς το λιμνι του ονερου αργπλεε η βρκα...

Μα τι κατρα! οι καρδις μας δεν πλλουν σαν πρτα.
Ω! δεν ακοω, δεν ακοω καμι ντα·
ω αλμον μας εχθη και πει η ευωδα
και παραδρνει η βαρκολα μες στην τρικυμα...

              Στα Ξνα

Σε μια πλη απ χρνους χω ζσει,
σ’ να τοπο, μνο, μαγεμνο,
χω την δια θλασσα αντικρσει
και τποτ᾽ λλο δε γνωρζω ξνο.

Σε ταξδι ατελεωτο μεθσι,
γιαλν, πολιτειν, χωρν, πηγανω
μονχα μσα στ’ νειρο και ρανω
με ρδα τ’ πλωμ μου το παρθνο.

Κι η νοσταλγα με καταλε να φγω
κποια νχτα απ τα συνηθισμνα
απ’ το χρτασμα της χαρς το λγο

Στ’ γνωστο να βρεθ, να πω στα ξνα,
θλασσες, νες γνρες, λλα κλλη,
ν’ αναστηθ σε μγα, ζων λλη.

                   πειρος

Κθε φορ που βρχει ο ουρανς
θυμμαι τα δρολπια της Ηπερου
κι ανβει μσα μου βαθς καημς
και με κυλ στα σθαμπα του ονερου.

Και βλπω μες στα χινια κποιο μ' νειρο
σαν τον καρπ απ' το κλαρ να πφτει
και φλγα ολσβυστη στα στθια μου
κι λα παρτ απ' τον πλεμο του κλφτη.

               Μισεμς

ταν επνω απ την ανα σηκωθομε,
που μαροι στοχασμο μας περιζναν
και πλι την αγντητ μας ευρομε,
που πλνες σκοτεινδες εθολναν,

χαριτωμνοι, ολδροσοι, ξεχνομε
κθε μας ννοια, που τη δυναμναν
μολματα παρκαιρα και ζομε
μες στη χαρ, που οι πκρες επληγναν.

Καρβι καλοτξιδο κι ο νους μας
μισεει σε λιμνια ονειρεμνα
κι λους τους βρσκει στο νησ, δικος μας

βεγγαλικ να κανε στο ακρογιλι,
να καρτερονε με μτια δακρυσμνα,
να μας απλνουν διπλατην αγκλη.

              Σονττο

Γλυκολι μεσουρνημα η ζω σου
και φθνω αργ, μα εναι καιρς ακμη,
στο χελι σου αν δεν κελαηδε μια γνμη,
θα τρυγψεις, θα σφξεις την ψυχ σου.

Με χελη διψασμνα εγ στην κμη
θ’ αφσω σου φιλι, που μιας Αβσσου
το σρσιμ τους πνοηστ, μαζ σου,
να γνω να κι ας μη θεν οι Νμοι!

Στη φθινοπωριν, ξθωρη ρα,
σπρων μαλλιν κι αν ταν υποψα,
θαν τα φιλοσα πιο θερμ, με θεα

ξαρση, κι αν ρυτδας στη μορφ σου
τη χαρακι τη μαγικ αντικρσω,
πιστν αγπη να μην πρω πσω.

        Η Βαρνη Σταφ
                                (απ την επιθερησιν «Αθηνακ Σαλνι»)

Η μαντμ Σταφ εμ’ η Βαρνη
στο Ελλδα ρθα: «Βουαλ!»
στον κσμον λον εμαι η μνη
στο ντισκορ ντυ σαβουρ.

Του σαβουρ σου ντοτρα,
μοναδικ μες στο Παρ
διδσκω απταστως και μπονρα
το φρσιμο της ντερνι κρι.

Πς να κρατετε το πιρονι,
κομν ιλ φο με σικ μανζ
πς να τρυπτε το τακονι,
και πς να παρνετε μεζ.

Πς να κοιτζετε με πζα,
κι αφ’ υψηλο τους θεατς,
απ τη λξα με σκερτσζα
βλμματα τας ηθοποις.

«Ιλ ε σαρμν» ν’ αναφωνετε
πουρ λα πις ντε λα πρεμιρ
και τποτ’ ας μην εννοετε
σι βουζ ετι α λα ντερνιρ.

Στον καβαλιρο σας με νζι
ντε ντιρ – α λ’ ουβερτρ ντυ φοξ
απτομα να μην αρπζει
τα χρια σας, δεν εναι μποξ.

Ε ο ταγκ, α λα φιγκρ –
σαν τρεμοσβνει κθε φως,
σας αγκυλνει η μανικρ ––
καημνε, τσμπα μ’ ελαφρς!

Η Μαντμ Σταφ εμ’ η Βαρνη,
στο Ελλδα ρθα, πουρ βουρ,
στον κσμον λον εμαι η μνη
αλ ντισκορ ντυ σαβουρ.

         σκαρ Γουιλντ

ταν μια κπια κανες την εποχ σου,
ζητντας τραγικτητα στη φση
και στη ζω, στη φυλακ αναζσει
κι εκε ‘χε η σκψη σου στην ξεστοχ σου.

Σαλμη, Τραγωδα η πρθεσ σου
ξπεσε στ’ σχημο, να ξεδιαλσει
τον Πνο απ την κσμηση, η αισθητικ σου
χλεη, κατντια, αυτοεξευτλισμα να χσει.

Και στη λοκντα, σαν εβγκες ξεχασμνος
απ σοφος ποιητς και νους ανθρπους
πικρς, στυγνς, καλς κι αγνοημνος

Ξεψχησες μονχος σ’ λλους τπους
κι ο λοκαντιρης στον πελτη του στεφνι
τον ποιον μ’ γιο σεβασμ σο βνει.

              Παλμο

γγελε θεε της σντομης ζως μου,
φως της θλιμμνης χαρης στρωμνς μου,
της μθησς σου η περα να υπερβανει
τη Λουρα του Πετρρχη που εναι ξνη.

Θψτε τους πρωτινος κι αφστε εμνα,
στων αιθερων μου λογισμν τα φρνα
ασλληπτον τποτε, μαζ σας,
να πω την αρετ πως εναι η γη σας.

Αφο εναι, κι αν η γνση εναι μαζ μας,
δε θλομε λλο δκρυο στη ζω μας
απ τους θησαυρος που εναι η ψυχ σας,
κι εγ ο φτωχς ας μενω στην αυλ σας.

          ρημοι

Νυχτνει στον Προφτη Λια.
Δυο-τρα φτα μνο·
κι χομ’ εδ στην ερημι
περσει τσο χρνο!

Σε λγο σβνουνε τα δυο
κι ν’ απομνει μλις
και πρα εναι κατφωτη
κι λη στην τρβη η πλις.

πειτα, σβνει και το φως
που μενε μονχο
κι εναι σαν να βρισκμαστε
σαν κρεμαστο απ βρχο.

                         Μοναχικ

Στο νχτωμα θριαμβικν υψθη το Φεγγρι,
μα το πυκν το φγγος του μου θμπωνε το μτι·
και σμπως μες στην Τρικυμι να βρκα αραξοβλι,
κοιτοσα κποιο γαλαν, τρεμλαμπο αστερκι
που θρρευα κι αντφεγγε κτι απ’ τη Μοναξι μου...

               Δεν φθασα Ψηλ

Με τα λειψ μου τα φτερ, αχ δεν ανβηκα ψηλ,
δεν ζησα πλατι, γοερ, δεν κραξα στ᾽ αστρια,
δεν πταξα σ᾽ λληνε γη, δεν κουσα να μου μιλ
κποιο πουλ που φναζε σ᾽ ουρανικ λημρια.

Δεν κρουσα την ρπα μου σ᾽ ουρνιους σκοπος,
δε ρθμισα το στχο μου σε ντα μαγεμνη
και δεν απσταξα χυμος απ καρπος κι οπος
που σνθεση πρωτφαντη να φτιξω ονειρεμνη.

Δεν τανε Να Γνω...

να πουλ που λλησε
στον νεμο της νιτης,
στ' ολνθιστο απαλ κλαδ
κποιας αγπης πρτης
 
και το τραγοδι του λλαξε
σε πικρ ξφνου θρνο.
Δεν τανε να γνω,
,τι χω 'νειρευτε...

      Σημ: Πρπει να πω πως χρησιμοποησα και κμποσα στοιχεα και ποιματα απ τις μορφες σελδες του Νκου Σαραντκου και τον ευχαριστ και δημσια για την δεια!
                                                                                                                            Πτροκλος Χατζηαλεξνδρου

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers