Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Κλασσικά 

Σκαρίμπας Γιάννης: Ο ...Τρελός Ποιητής

 

        Βιογραφικό

      Γεννήθηκεν 28 Σεπτεμβρίου 1893, στην Αγία Ευθυμία Παρνασσίδος από τον Ευθύμιο Σκαρίμπα και την Ανδρομάχη Σκαρτσίλα και πέθανε σ' ηλικία 91 χρόνων, στις 21 Ιανουαρίου 1984. Κηδεύτηκε δημοτική δαπάνη στην αγαπημένη του πόλη, τη Χαλκίδα, στο λόφο του Καράμπαμπα. Χωρίς αμφιβολίαν υπήρξε πολυδιάστατη φυσιογνωμία των Ελληνικών Γραμμάτων αφού ασχολήθηκε μ' όλα σχεδόν τα είδη του γραπτού λόγου (διήγημα, νουβέλα, ποίηση, μυθιστόρημα, ιστορικό δοκίμιο, θέατρο, Καραγκιόζη, σχολιογραφία κλπ.). Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του συνόλου των κριτικών και των μελετητών του στη χώρα μας, σφράγισε με τη παρουσία του την ελληνική ηθογραφία, για να συνεχίσει αργότερα σ' άλλους χώρους που δεν είχαν καμιά σχέση με τον παραδοσιακό τρόπο γραφής.
_______________________________________________

                   Χαλκίδα
(από τη συλλογή  ΟΥΛΑΛΟΥΜ)

Να 'ν' σπασμένοι οι δρόμοι, να φυσάει ο νότος
κι εγώ καταμονάχος και να λέω: τι πόλη!
να μη ξέρω αν είμαι -μέσα στην ασβόλη-
ένας λυπημένος πιερότος!

Φύσαε -είπα- ο νότος κι έλεγα: Η Χαλκίδα,
ώ Χαλκίδα -πόλη (έλεγα) και φέτος
ήμουν -στ' όνειρό μου είδα- Περικλέτος,
πάλι Περικλέτος ήμουν -είδα...

Έτσι έλεγα! Ήσαν μάταιοι μου οι κόποι
πα' σε ξύλο κούφιο, πρόστυχο, ανάρια,
Ως θερία, ως δέντρα -αναγλυμένοι- ως ψάρια
τα όνειρά μου (μούμιες) κι οι ανθρώποι.

Τώρα; Πόλη, τρέμω τα γητέματά σου
κι είμαι ακόμα ωραίος σαν το Μάη μήνα,
κρίμα, λέω, θλιμμένη να 'σαι κολομπίνα
και να κλαίω εγώ στα γόνατά σου.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Έτσι να 'ν' σπασμένοι, να φυσά απ' το νότο
και με πίλο κλόουν να γελάς, Χαλκίδα:
Αχ, νεκρό στο χώμα -να φωνάζεις- είδα
ένα μου ακόμη πιερότο!...
 
                     Φαντασία
(από τη συλλογή ΟΥΛΑΛΟΥΜ)

Να 'ναι σα να μας σπρώχνει ένας αέρας μαζί
προς ένα δρόμο φιδωτό που σβει στα χάη,
και σένα του καπέλου σου πλατειά και φανταιζί
κάποια κορδέλα του, τρελά να χαιρετάει.

Και να 'ν' σα κάτι να μου λες, κάτι ωραίο κοντά
γι' άστρα, τη ζώνη που πηδάν των νύχτιων φόντων,
κι αυτός ο άνεμος τρελά-τρελά να μας σκουντά
όλο προς τη γραμμή των οριζόντων.

Κι όλο να λες, να λες, στα βάθη της νυκτός
για ένα -με γυάλινα πανιά– πλοίο που πάει.
Όλο βαθιά, όλο βαθιά, όσο που πέφτει εκτός:
έξω απ' το κύκλο των νερών -στα χάη.

Κι όλο να πνέει, να μας ωθεί αυτός ο άνεμος μαζί
πέρ' από τόπους και καιρούς, ως ότου -φως μου-
(καθώς τρελά θα χαιρετά κείν' η κορδέλα η φανταιζί)
βγούμε απ' τη τρικυμία αυτού του κόσμου...
 
                       Το Μοντέλο
(από τη συλλογή ΟΥΛΑΛΟΥΜ)

Που την είδα; Συλλογίζομαι αν στους δρόμους
την αντίκρυσα ποτέ μου ή στ' αστέρια,
τους χυτούς της φέρνει η ιδέα μου τους ώμους
δίχως χέρια!

Δίχως χέρια... Το μάτι της γυαλένιο
ας μη μ' έβλεπε -μ' εθώρει κι ήταν τ' όντι
ρόδο ψεύτικο το γέλιο της- κερένιο
–και το δόντι.

Τη στοχάζομαι. Η φωνή της, λες, μου εμίλει
ριγηλή σα μέσ' σ' όνειρο -και τ' όμμα
ήταν σφαίρα. Σπασμός τρίγωνος τα χείλη
και το στόμα.

Τ' ήταν; πνεύμα; Μη φτιαγμένη ήταν, ωϊμένα,
υποπτεύομαι -και τρέμω νοερά μου-
απ' το ίδιο ύλικό που 'ναι φκιαγμένα
τα όνειρά μου;

Αχ πως τρέμω! ο νους μου πάει σ' ιδέες πλήθος,
σε μπαμπάκια και καρτόνια -ο νους μου βάνει
γεμισμένο της μην ήτανε το στήθος
με ροκάνι!
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Ώ Κυρά μου -'Αγγελε- Συ -των μειρακίων
που 'χεις το γέλιο, ω χαύνη κόρη των πνεμάτων,
σε μια βιτρίνα σ' έχουν στήσει γυναικείων
φορεμάτων...
 
             Ουλαλούμ...

Ήταν σα να σε πρόσμενα Κερά
απόψε που δεν έπνεε έξω ανάσα,
κι έλεγα: Θάρθει απόψε απ' τα νερά
κι από τα δάσα.

Θα 'ρθει, αφού φλερτάρει μου η ψυχή,
αφού σπαρά το μάτι μου σα ψάρι
και θα μυρίζει ήλιο και βροχή
και νιο φεγγάρι...

Και να, το κάθισμά σου σιγυρνώ,
στολνώ τη κάμαρά μας αγριομέντα,
και να, μαζί σου κιόλας αρχινώ
χρυσή κουβέντα:

...Πως -να, θα μείνει ο κόσμος με το "μπα"
που μ' έλεγε τρελό πως είχες γίνει
καπνός και -τάχα - σύγνεφα θαμπά
προς τη Σελήνη...
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Νύχτωσε και δε φάνηκες εσύ.
Κίνησα να σε βρω στο δρόμο -ωιμένα-
μα σκούνταφτες (όπου εσκούνταφτα) χρυσή
κι εσύ με μένα.

Τόσο πολύ σ' αγάπησα Κερά,
που άκουγα διπλά τα βήματα μου!
Πάταγα 'γω -στραβός- μεσ' τα νερά;
κι εσύ κοντά μου... 
 
                        Ταμάρα

Αλλόκοτη και μελαψή, ωραία κι ιερή
λες έσερνε αγγελικές φτερούγες κι επερπάτει
αδέξια κι αμέριμνη, μ' εκείνη τη νωθρή
περπατησιά μια Θέαινας, σ' Ολύμπιο μονοπάτι.

Και μπόραε -όπως πάγαινε παχειά- κανείς διει
στο φίνο της κι εφαρμοστό μποτίνι ένα ποδάρι
χυτό και μες στων ρούχων της το σούσουρο oι φαρδιοί
γοφοί της πως θα λάμπανε -γυμνοί- σα το φεγγάρι.

Το αίμα της μεσημβρινό, χυμένο λες -'κει- να
σφυράει μες στο γυναικείο της κορμί -εμβατήριο τέλειο-
κι' είχε κάτω απ' τα βλέφαρα -βαμμένα με κινά-
μουχρό, βαρύ τριαντάφυλλο το σαρκικό της γέλιο.

Κι εγώ την ειχ' αγάπη μου!... Μια φλόγα και καπνός
ήταν ό,τι απ' τ' αγκάλιασμά της πίναν μου οι πόροι,
ενώ με όμμα ατάραχο αυτή με εκοίταε ως
τον πόθο μου τον γήινο να ενόγαε κι απόρει...

Κι ήμουν ειδωλολάτρης της!. Ψηλά o εν ουρανοίς
Κύριος κι' οι 'Αγιοι του, για με πια ουδ' αρωτάγαν
κι ενώ ουδ' εγώ αρώταγα, αρχαίου Ναού -αυτηνής-
-κολώνες που γκρεμίστηκαν- τα μπούτια της φωτάγαν...

Και πέθανε... Και με παπά τη θάψαμε! και να
-μ' αυλούς- οι τραγοπόδαροι Θεοί της σουραβλάνε
και γύρω απ' τον ειδωλολατρικό Σταυρό της, παγανά
και Σειληνοί, στη μνήμη της χορεύουν και πηδάνε... 
 
                           Το Ξάφνιασμα

Δυο Πάνες φουσκομάγουλοι, στου κήπου σου τις στέρνες,
τα χάλκινα -με τρεις οπές- σουράβλια είχαν στα χείλη,
όταν εσύ τις φωτεινές του χάμου έκρουσες φτέρνες
-ζυγά πιτσούνια που έπαιζαν το 'να το άλλο εφίλει.

Του φραμπαλά σου φτερωτή τότε η -σαΐτα- ρίγα
(των χρυσοκεντημένων της -αράδα- παπαγάλων)
στις γάμπες σου ανελίχτηκε -γοργό ερπετό- που ερίγα
στο αλληλοκυνήγημα των άσπρων σου αστραγάλων.

Kι έφυγες. Ωωω. Σαν αστραπών -στο σέρπιο μονοπάτι-
τύφλες φωτός (και σκίρτημα δορκάδας έρμου δάσου)
έμειναν τ' άψε-σβήσε σου: το πήδημα, το πάτι
και τ' αλαφριό, σαν άξαφνου πουλιού, ξεφτούρισμα σου...
 
                  Η Κυρά Μου Η Τρέλα...

Πως ήταν έτσι, πως μου εφάνη ως είχεν έμβει
κειο το βαπόρι μες στο λιμάνι με όκια τεφρά,
όπως το τύλιξε στ' αχνά μετάξια της σιγά η ρέμβη
ως το ρυμούλκησε μειλίχιο η νύστα μου εκεί αλαφρά.

Ήρθε και στάθηκε μπερδικλωμένο σ' αχνή τολύπη
κι ήταν σαν κάτι, κάτι ανείπωτο να 'χε να πει,
κι ύστερα, παίρνοντας, σκυφτή επιβάτισσά του τη λύπη
ως ήρθε θάφευγε, με κυβερνήτη του τη σιωπή.

Κι η νύχτα έφτασε. Αχ, το βαπόρι μες στην ασβόλη,
τι τρέλα θα 'κανε ανεπανόρθωτη και μαγική;
Μη θα κεραύνωνε με μια του λέξη την έρμη πόλη
μη θα ξεμπάρκαρε τη φρίκη αμίλητη οτο μώλο εκεί;

Ή μη -βαρκάκια του- μ' άσπρες κορδέλες σταυροδεμένα
φέρετρα θάστελνε όξω -σα κύματα και σαν αφροί-
όπου θα κείτονταν της γης τα νήπια μαχαιρωμένα
ή όπου όλοι όσοι αγαπήθηκαν, θάσαν vεκροί;
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Τίποτα, τίποτα... Μα πως έτσ' ήταν, πως μου εφάνη
αυτό το πλοίο; Στάθηκε αμίλητο μ' όψη φριχτή,
κι έφυγε, ως τόφερε η Κυρά μου η τρέλα μες στο λιμάνι,
αυτή που παίρνοντάς με από το χέρι με περπατεί...
 
                        Το Βαπόρι

Νάναι ως να 'χεις φύγει -με τους ανέμους- καβάλλα
στο άτι της σιγής κι όλα να πάεις
και vα 'v' πολλά καράβια, πολλή θάλασσα -μεγάλα
σύγνεφα πάνω- οι άνθρωποι κι ο Μάης.

Κι' εντός μου εμένα να βρυχιέται -όλο να τρέμει-
βαρύ ένα βαπόρι και κατόπι
πάλι εσύ κι ο Μάης κι οι ανέμοι
κι έπειτα πάλιν οι ανθρώποι, οι ανθρώποι.

Και να 'ναι όλα απ' ό,τι φεύγει -και δε μένει-
σε μια πόλη ακατοίκητη κι εντός μου
ακυβέρνητο, όλο να σε πηγαίνει το καράβι
έξω απ' τη τρικυμία τούτου του κόσμου. 
 
                      Στάδιον Δόξης
(από τη συλλογή Εαυτούληδες 1950)

Ως ανύποπτος καθόμαν, ήρθαν όλα μι' αντάρα
οι ήρωές μου κι οι στίχοι μου -φιόρα-μου όλα πλατύφυλλα-,
κάθε μια της ζωής μου ήταν -'κει- η στραβομάρα,
κάθε γκάφα μου ή τύφλα...

Κι ως αρπώντας με με 'βγάλαν σηκωτόν απ' τη πόλη
(με καμπούρες κι αλλήθωροι -με στραβή άλλα αρίδα).
όλα εκεί με τριγύρισαν και με δείξαν -οι χαχόλοι-
κει βαθιά, τη Χαλκίδα:

...Βλέπεις μαιτρ -μου φωνάξανε- τη Χαλκίδα την είδες
όπου συ μες στα φάλτσα σου μόνον, ήξερες ν' άρχεις;
Νά τα έργα σου, οι πόθοι σου -όλοι εμείς- φασουλήδες,
να κι εσύ θιασάρχης!...

Τι ντεκόρ ανισόρροπο που με μύτη γελοία
μαιτρ μπεκρής το σκεδίαζε στο 'να πόδι να στέκει.
ήταν κει, λες και χτίστηκε με γλαρή κιμωλία,
όρθιο η πόλη λελέκι...

Κι ω Θεέ μου, τι θίασος, τι λερή συνοδεία
εαυτούληδων (τούτοι μου), να μοιράσουν σα λύκοι
μεταξύ τους -για ρόλους των- κάθε μια μου αηδία,
κάθε τι ρεζιλίκι...

Κι είμαι 'γω θιασάρχης τους; Αλς κουρσούμ τώρα εξώλης
και προώλης τους (τέλειος να μαθαίνω τους ρούμπες),
νά μ' αυτούς τους παλιάτσους μου θα κινήσω στις πόλεις
με κραυγές και με τούμπες!...

Κι ως στα πάλκα η φάτσα μου γελαστή θα προβαίνει
(αχ, κι η πρόγκα -τι δόξα μου!...- σ' ουρανούς θα με σύρει)
η Χαλκίδα 'κει πίσω μου θα φαντάζει χτισμένη
σαν από τεμπεσίρι...
 
                    Εαυτούληδες
(από τη συλλογή Εαυτούληδες 1950)

Ως ωραία ήταν μου απόψε η λύπη,
ήρθαν όλα σιωπηλά χωρίς πάθη
και με ήβραν -χωρίς κανέν' να μου λείπει-
τα λάθη.

Κι ως τα γνώρισα όλα μου γύρω -μπραμ πάφες
όλα κράταγαν, τρουμπέτες και βιόλες-
ΕΑΥΤΟΥΛΗΔΕΣ που με βλέπαν, oι γκάφες
μου όλες.

A!... τι θίασος λίγον τι από αλήτες
μουζικάντες μεθυσμένους και φάλτσους,
έτσι ως έμοιαζαν -με πρησμένες τις μύτες-
με παλιάτσους.

Και τι έμπνευση να μου δώσουν τη βέργα
μπρος σε τρίποδα με κάντα μυστήρια,
όπου γράφονταν τ' αποτυχημένα μου έργα
-εμβατήρια!

Α... τι έμπνευση!... Μαιτρ του φάλτσου 'γω πάντα,
με τη βέργα μου τώρα ψηλά -λέω- με τρόμους
να, με δαύτη μου να παρελάσω τη μπάντα
στους δρόμους.

Kι ως πισώκωλα θα παγαίνω πατώντας,
μες σε κόρνα θα τα βροντούν και σαντούρια
οι παλιάτσοί μου -στον αέρα πηδώντας-
τα θούρια...

             Χορός Συρτός

Κάλλιο χορευταράς να 'μουνα πέρι
κόλλες που να κρατώ και μολυβάκια
θα 'σερνα συρτό χορό, χέρι με χέρι,
μ' όλα μας του γιαλού τα καραβάκια.
 
Κι ένα ψηλό τραγούδι για σιρόκους
θ' άρχιζα, γι' αφροπούλια και για ένα
γλαρό καράβι με πανιά και κόντρα φλόκους,
που θα 'ρχονταν να μ' έπαιρνε και μένα.
 
Με χώρις Καρυωτάκη, Πολυδούρη,
μόνο να τραγουδάν τριγύρω οι κάβοι,
κι οι πένες μου πενιές σ' ένα σαντούρι,
άσπρα πανιά σου οι κόλλες μου, καράβι!

Γιαλό-γιαλό να φεύγουμε και άντε!
να λέμε όλο για μάτια, όλο για μάτια,
κι εκεί -λες κομφετί μες στο λεβάντε-
όλα μου τα γραφτά χίλια κομμάτια!
 
Και, σα χτισμένη εκεί από κιμωλία,
βαθιά να χάνεται η Χαλκίδα πέρα,
μ' όλα μου ανοιγμένα τα βιβλία,
καθώς μπουλούκι γλάροι στον αέρα...

           Σπασμένο Καράβι

Σπασμένο καράβι να 'μαι πέρα βαθειά
έτσι να 'μαι
με δίχως κατάρτια με δίχως πανιά
να κοιμάμαι

Να 'ν' αφράτος ο τόπος κι η ακτή νεκρική
γύρω-γύρω
με κουφάρι γυρτό και με πλώρη εκεί
που θα γείρω

Να 'ν' η θάλασσα άψυχη και τα ψάρια νεκρά
έτσι να 'ναι
και τα βράχια κατάπληχτα και τ' αστέρια μακριά
να κοιτάνε

Δίχως χτύπο οι ώρες και οι μέρες θλιβές
δίχως χάρη
κι έτσι κούφιο κι ακίνητο μες σε νύχτες βουβές
το φεγγάρι

Έτσι να 'μαι καράβι γκρεμισμένο νεκρό
έτσι να 'μαι
σ' αμμουδιά πεθαμένη και κούφιο νερό
να κοιμάμαι

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers