-


Dali &









/




 
 

 

: &

     Ο Βακχυλδης (Ιουλδα Κας 518-452 π.Χ.) ταν αρχαος λληνας συγγραφας και λυρικς ποιητς, για το ργο του ελχιστα τανε γνωστ σπου το 1896 βρθηκε σε αιγυπτιακ τφο απ ιδιτες νας μεγλος ππυρος με εκατοντδες στχους του και προσφερε χι μνο γνσεις για τον ποιητ, αλλ και πνω απ 100 καινοργιες λξεις της ελληνικς γλσσας που μχρι ττε δεν εχαν μνημονευτε σε λεξικ. Παρ τη ξεχωριστ του γραφ, ανλαφρη και καλοδουλεμνη, με ιδιατερο λεξιλογικ πλοτο κι εικονοπλαστικ, εχε τη τχη και συνμα την ατυχα να 'ναι ανιψις του Σιμωνδη του Κεου και σγχρονος του Πινδρου. Ο μεν θεος του νοιξε το δρμο στη τχνη και στις αυλς σημαντικν χορηγν, αλλ εχε και πλατι σκι. Ο Πνδαρος απ την λλη, δινε ορμ και κρος στη ποηση της εποχς του, μως μαζ με το Σιμωνδη στεκαν πντα σαν απειλητικ μτρα προς σγκριση γιαυτν. Ακμα και τρα, αντ να κρνεται γι' αυτ καθαυτ το δημιουργικ του ργο, τον πλοτο και το διαφορετικ του φος, αδικοπα συγκρνεται με τους κορυφαους και κατ καννα αδικεται. Οι διαρκες συγκρσεις εχαν ως αποτλεσμα η δουλει του ναι μεν να αναγνωρζεται, αλλ ως 2η. Υπρξε πντως ιδιατερα δημοφιλς κυρως στους ελληνιστικος και μεταχριστιανικος χρνους. Στον καννα των Αλεξανδρινν αναφρεται μεταξ των 9 αξιομνημνευτων ποιητν: Αλκμν, Βακχυλδης, Σαπφ, Αλκαος, Στησχορος, βυκος, Ανακρων, Σιμωνδης και Πνδαρος. Αναφρονται μορφες φρσεις του επσης στα γραπτ πολλν, πως στου Διονυσου του Αλικαρνασσως, του Στρβωνα, του Στωβαου, του Πλοταρχου, του Αθναιου, του Ηφαιστωνα, του Κλμη της Αλεξνδρειας -ο Αμμιανς Μαρκελνος αναφρει επσης τι "ο Βακχυλδης ρεσε ιδιατερα στον Ιουλιαν" (Σημ: τον Παραβτη).


    Απσπασμ Βακχυλδη απ ναν απ τους Παπρους της Οξυρργχου

     ταν απ τη Κα κι η μητρα του ταν αδελφ του Σιμωνδη. Ο πατρας του λεγταν Μαδων Μεδυλος κι ο παππος του, Βακχυλδης κι εκενος, τανε γνωστς αθλητς. Υπρξεν εκπρσωπος της χορικς ποησης και θεωρετο αναγνωρισμνος δη απ το 476 π.Χ. αλλ μλλον και πιο νωρς. ζησε το 518-452 π.Χ..Πολ νος πγε στη Θεσσαλα και συνντησε τον Πνδαρο στην αυλ των Αλευαδν. Απ ττε ρχισε νας συναγωνισμς ως κι ανταγωνισμς μεταξ τους, που κρτησε 30 ολκληρα χρνια. Με το θεο του, Σιμωνδη, φρεται να 'μεινε αρκετ καιρ στην αυλ του Ιρωνα στη Σικελα απ' που, γνωστο γιατ, φυγε για τη Πελοπννησο σως κι αντιστρφως -δεν εναι διλου ββαιο πο μεινε και για πσο οτε πτε ακριβς. Ο μνος που αναφρεται σε αυτ εναι ο Πλοταρχος (Περι φυγς) λγοντας τι πολλο δημιοργησαν το ργο τους εξριστοι και μεταξ αυτν μνημονεει και τον Βακχυλδη που αναγκστηκε να ζσει για πολ καιρ στη Πελοπννησο. Ομως δεν χουμε λλες πηγς για το θμα της εξορας οτε και για τους λγους.
     Επηρεστηκε απ το φλαθλο πνεμα της ιδιαιτρας του πατρδας που μετροσε πολλς νκες στους αγνες δρμου και στην πλη, αλλ αναπφευκτα και απ τη μεγλη σκι του θεου του. ταν γεννθηκε, ο Σιμωνδης ταν δη προστατευμενος του ππαρχου. Τον συνστησε σε πλοσιες οικογνειες της Θεσσαλας και στον τραννο της Σικελας Ιρωνα. Γρω στο 490 π.Χ. φρεται να χει αρχσει να γρφει, αφο συνθεσε ωδ για τη Δλο αλλ κι εγκμιο για να συμπσιο στη Μακεδονα προς τιμ του νεαρο ττε πργκιπα Αλξανδρου Α. Σντομα ρχισε και ο ανταγωνισμς με τον Πνδαρο, με αποκορφωμα το 476 π.Χ. ταν και οι δο συνθεσαν Επινκια για την πρτη νκη του Ιρωνα στους αγνες της Ολυμπας. Δεν εναι απθανο να γραψε την ωδ του με καθαρ δικ του πρωτοβουλα, εν του Πνδαρου ταν παραγγελα. Πντως ο δη αναγνωρισμνος Πνδαρος στον επνικο εκενο εχε περιλβει και νξεις παραινετικς για μεγαλτερη ανοχ εκ μρους του τυρννου. Το 470 ο Ιρωνας ζτησε απ τον Βακχυλδη να συντξει Επνικο για τη νκη του στα Πθια, για την οποα συνταξε αντστοιχο και ο Πνδαρος -αυτ τη φορ με ακμα πιο ντονες συστσεις για επδειξη σνεσης προς τον Ιρωνα. Το 468 ο Ιρωνας νκησε στους αγνες της Ολυμπας αλλ αυτ τη φορ δεν ζτησε απ τον Πνδαρο να γρψει τον επνικο -απεναντας το ζτησε απ τον Βακχυλιδη. Πιθανν το αντικνητρο του Ιρωνα να μην ταν αποκλειστικ η σκηση κριτικς απ τον βαθυστχαστο Πνδαρο, αλλ απλς η προτμησ του στην πιο γλαφυρ, κατανοητ, προσιτ και απλ γλσσα που χρησιμοποιοσε ο Βακχυλδης.


   "Η σχση του Βακχυλδη με την Αρχαα Ελληνικ Τχνη, δεν εναι κτι
που μπορε κανες να μην αναγνωρσει"!  Richard Claverhouse Jebb

     Αλεξανδρινο λγιοι πντως θεωρον τι ο ανταγωνισμς των δο δημιουργν ταν τσο ντονος, στε μερικς στροφς του Πνδαρου αποτελοσαν ουσιαστικ επιθσεις εναντον του Βακχυλδη και του Σιμωνδη. Οι νξεις στις οποιες αναφρονταν ταν η φρση του Πνδαρου "μεμαθημνη τχνη" -τι εννοοσε την χωρς μπνευση τχνη του Βακχυλδη. Θεωροσαν τι ο Βακχυλδης του απντησε μσα απ το επμενο ργο του "τερος εξ ετρου σοφς το τε πλαι, το τε νυν, ουδ γαρ ρστον αρρτων επων πλας εξευρεν". Ο Πνδαρος δωσε συνχεια στην επμενη ωδ του με τη φρση "λβρους κρακας" που δεν μπορον να σταθον στο ψος του αετο -θεωρθηκε τι αναφερταν σε θεο και ανιψι. Ο Βακχυλδης ανταπντησε γρφοντας τι πετει σαν αετς και "πτσσουσι φβω ρνιχες λιγφθογγοι" -για τον Πνδαρο. Οι φρσεις απ μνες τους δεν παραπμπουν σε ανταλλαγ βρεων μσω παινων και διθυρμβων και σε οιωνε καλλιτεχνικ ανταγωνισμ, αλλ τσι τις εδαν Αλεξανδρινο αναλυτς που σως εχαν στη διθεσ τους και λλες πηγς πληροφρησης τις οποες εμες δεν εχαμε ποτ.
     Εναι γνωστ τι ταν αρεστς ως ανγνωσμα στην ελληνιστικ εποχ αλλ και κατ τους πρτους μεταχριστιανικος αινες -ρεσε και στον Ιουλιαν. Εντοτοις απ' λ' αυτ τα ργα του που φρονται να κυκλοφοροσαν ευρως, στις μρες μας φτασαν μλις 107 στχοι του, οι περισστεροι χρη σε 9 αποσπσματα που δισωσε ο Στωβαος. Το 1897 βρθηκε αναπντεχα σε μια μομια της Αιγπτου μεγλο κομμτι παπρου απ το οποο συνετθησαν κυρως απ Βρετανος λλες 1.382 αρδες του ποιητ. Προκυψαν σχεδν 6 ολοκληρωμνα ργα και πολλ αποσπασματικ. Ο ο ππυρος αυτς εχε αρχικ πλτος γρω στα 25 cm και συνολικ μκος γρω στα 18 m κι εχε γραφε την εποχ των Πτολεμαων, σως το 50 π.Χ. Απ παλιτερα ευρματα κι απ τον ππυρο των Βρετανν διασζονται τα εξς ργα του:
   Τα Επινκια Επνικοι με σχεδν πλρη μορφ προς τον Ιρωνα (Ἐπνικος III 3ος, "Ἱρωνι Συρακοσῳ ἵπποις [Ὀλ]μπια" 3.1 ως 3.98), ο επσης προς τον Ιρωνα (Επνικος V 5ος "Τῷ αὐτῷ κλητι Ὀλμπια" 5.1 ως 5.20), και ο Επνικος προς τον Αλεξδαμο (Ἐπνικος XI 11ος, "Ἀλεξιδμῳ Μεταποντνῳ παιδὶ παλαιστῇ Πθια" 11.1 ως 11.126). Επσης σζονται οι Διθραμβοι υπ' αριθμ 2 ΙΙ προς Ηρακλ ("Ἡρακλῆς ἢ Δηνειρα εἰς Δελφος", 2.1 ως 2.35), ο Διθραμβος υπ' αριθμν 3 ΙΙΙ, "Ἠθεοι ἢ Θησεὺς ‹Κηοις εἰς Δῆλον›" (3.1 ως 3.132) και προς τον Θησα, ο Διθραμβος υπ' αριθμν 4 IV "Θησεὺς ‹Ἀθηναοις›" (4.1-4.60) και τλος ο Παινας ειρνης προς τον Απλλωνα.
     
Ο Βακχυλδης απευθνεται στον Ιρωνα ως στρατηγ (Συρακοσων Ιπποδιντων στραταγ, Επνικος 5, 1-2), εν σε λλο σημεο υπαινσσεται τη νκη στην Ιμρα (Επνικος 5, 34-5): για τιμ της μαυρμαλλης Νκης και του χαλκστερνου ρη, του Δεινομνη αγρωχα τκνα  κυανοπλοκμου θ' εκτι  Νκας χαλκοστρνου τ’ ρηος).
     Τσο ο Πνδαρος σο και ο Βακχυλδης τραγουδον το γεγονς τι οι τραννοι εναι κατεξοχν ευνοημνοι απ τους θεος και την τχη. Τοτο εναι να προνμιο που δεν υποβαθμζει τη δικ τους ικαντητα. Αντιθτως, γνεται αντικεμενο εμφανος επανου:
Ολ. 1, 106-8: Ιρωνα στις γνοιες σου θες σου παραστκει (θες ἐπτροπος ἐν τεαῖσι μδεται…Ὶρων, μερμναισι)
Πυθ. 1, 48-9: σαν αυτς κι οι δικο του κρδισαν δξα, με θεο βοθεια που λληνας λλος ποτ του δεν αξιθη (ὰνχ’ εὺρσκοντο θεῶν παλμαις τιμν, οἵαν οτις Ὲλλνων δρπει)
Π 3, 84: σε σνα κλρος σου η ευτυχα εδθη (τν δ μοῖρ’ εὐδαιμονας ἕπεται)
Επν. 3, 10: τρισευδαμων ανρ
Επν. 4, 1-3: Τη Συρακοσα αγαπει πολ ο χρυσομλλης Απλλων και τον δκαιο ρχοντα τιμ, τον Ιρωνα (ἔτι Συρακοσαν φιλειπλιν ὸ χρυσοκμας Ἀπλλων, ἀστθεμν θ’ Ὶρωνα γεραρει)
Επν. 4, 19-20: Το πιο καλ εναι να σ’ αγαπον οι θεο και σ’ λες τις δξες μερδιο νχεις (τ φρτερον ἤ θεοῖσιν φλον ἐντα παντοδαπῶν λαγχνειν ἀπ μοῖραν ἐσθλῶν;)
Επν. 5, 50-3: ευτυχισμνος αυτς που ο θες του δωσε στην ευτυχα μερδι και τη ζω του περνει την πλοσια με επζηλη τχη (ὄλβιος ὧιτινι θες μοῖραν τε καλῶν ἒπορεν σν τ’ἐπιζλωι τχαι ἀφνεν βιοτν διγειν).
     Η μορφ του Κροσου συνδεται επσης με τον Ιρωνα σε μια ωδ του Βακχυλδη προς τιμν του τυρννου για τη νκη του σε αρματοδρομα στα Ολμπια του 468 (Επνικος 3). Η επιλογ του Κροσου στη θση του μυθικο παραδεγματος εξηγεται εκολα: τσο ο Κροσος σο και ο Ιρων ταν ισχυρο ηγεμνες περιοχν που τρεφαν λογα (Ωδ 3, 23-4: δαμασππου Λυδας αρχαγταν, Ωδ 5, 1- 2: Συρακοσων ιπποδιντων στραταγ) και κυρως εχαν αποκτσει τερστιο για τα ελληνικ δεδομνα πλοτο και καναν χρυσ αφιερματα στον Δελφικ Απλλωνα. Αυτ το χαρακτηριστικ, δηλαδ η σοφ και ευσεβς χρση του πλοτου (να λλωστε αγαπητ θμα) τονζεται ιδιατερα απ τον ποιητ.
     Ο  Βακχυλδης επεξεργζεται επσης μια παραλλαγ του παραδοσιακο μθου, στην οποαν υπογραμμζεται η ανδρεα του βασιλι. Μ’ αυτν τον τρπο το σθνος, η ασθηση της δναμης και η συνεδηση του Κροσου μεταβιβζονται ( συνιστνται;) στον Ιρωνα, που καθσταται ιστιμος του Κροσου και στο ηθικ πεδο. Το κεντρικ σημεο πντως εναι η προστασα του Απλλωνα προς τον νικημνο βασιλι. Κατ’
ανλογο τρπο θα προστατευθε ο Ιρων, που εχε μλις βισει μια προσωπικ ττα, την ασθνεια (αν και σε εποχ νκης). Η υπενθμιση του Βακχυλδη σχετικ με την ανθρπινη αδυναμα συνοδεεται απ αισιδοξη απντηση (σε αντθεση με τον Πυθινικο 3 του Πνδαρου).
Επν. 3, 96-98: Και με τη δξα των ργων σου θα υμνον και τη χρη του αηδονιο του γλυκλαλου, που γννησε η Κα (σν δ’ ἀλαθεαι καλῶν κα μελιγλσσου τις ὺμνσει χριν Κηας ἀηδνος.
     Ασφαλς παραγγελες ποιημτων δεν κνουν μνον οι τραννοι. λα τα επινκια σματα (κι χι μνον) εναι παραγγελες των διων των αθλητν, των συγγενν τους και των πλεων. Επσης εναι αρκετ σνηθες (αν και χι απαρατητο) να φιλοξενεται ο ποιητς απ τον παραγγλλοντα προκειμνου να χει τη δυναττητα να προετοιμσει ο διος την παρσταση, να εξασκσει τον Χορ και ενδεχομνως να τον συνοδεσει με τη λρα του (πργμα που παραδδεται για τον Πνδαρο).
     Φανεται πως εκενος που εισγει το εδος του επινκιου χορικο σματος εναι ο Σιμωνδης ο Κεος, ωστσο δεν χουν σωθε παρ μνον ελχιστα αποσπσματα απ τις επινκιες ωδς του και τποτε γραμμνο για τυρννους, παρτι ο διος φιλοξενθηκε συχν σε βασιλικς αυλς τσο στην κυρως Ελλδα σο και στη Σικελα (ζησε στην αυλ του Ιρωνα των Συρακουσν, που οδγησε και τον ανιψι του Βακχυλδη, αλλ και του Θρωνα στον Ακργαντα, που και πθανε).
     Εν απ τα αντιπροσωπευτικτερα ργα του εναι αυτς ακριβς ο παινας για την ειρνη, που δεχνει και το χαρακτηριστικ του φος. Καθς δεν του ρεσε το δαιδαλδες, το φαινομενικ κι ντως πιο βαθυστχαστο, δινε βρος στην εικνα και στην ασθηση και οδηγοσε τον ακροατ αναγνστη στο σχηματισμ μιας ζωντανς παρστασης με χρματα, εικνες και διαλεχτ επθετα.

Τκτει δ τε θνατοῖσιν εἰρνα μεγαλνορα
πλοῦτον καὶ μελιγλσσων ἀοιδᾶν ἄνθεα. 
Δαιδαλων τ᾽ ἐπὶ βωμῶν θεοῖσιν αἴθεσθαι
βοῶν ξανθᾷ φλογὶ μηρ᾽ εὐμλλων τε μλων 
γυμνασων τε νοις αὐλῶν τε καὶ κμων μλειν. 
ἐν δὲ σιδαροδτοις πρπαξιν αἰθᾶν ἀραχνᾶν ἱστοὶ πλονται, 
ἔγχεα τε λογχωτὰ ξφεα τ᾽ ἀμφκεα δμναται εὐρς.
χαλκεᾶν δ᾽ οὐκ ἔστι σαλπγγων κτπος,
οὐδὲ συλᾶται μελφρων ὕπνος ἀπὸ βλεφρων ἀῷος ὃς θλπει καρ. 
συμποσων δ᾽ ἐρατῶν βρθοντ᾽ ἀγυια, παιδικο θ᾽ ὕμνοι φλγονται.

Η Ειρνη γενν πλοτος και δναμη
και τ' νθη δνουν δωντας γλυκ.
Καιν' οι φωτις στους καλλοσκλιστους βωμος,
η σια τσκνα απ' τα σφγια, στον ουραν ανεβανει
κι οι νοι σκφτονται το πλαιμα, το γλντι, τον αυλ.
Στη σιδερνια λαβ της ασπδας, ιστοπλκουν αρχνες
και σπαθι, λγχες και δρατα λυνουνε στη σκουρι.
Και δεν ηχον σλπιγγες που κλβουνε τον πνο χαρματα
απ' τα βλφαρα, που ευφρανει τη καρδι και γλυκανει το μυαλ.
Γιομζουν οι στρτες με γιορτς ερωτικς και τυλγονται λοι 
στις... φλγες των φωνν απ τα παιδικ τραγοδια.

==================================

ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΕΡΩΝΑ ΤΟ ΣΥΡΑΚΟΥΣΙΟ,
ΝΙΚΗΤΗ ΣΕ ΑΡΜΑΤΟΔΡΟΜΙΑ, ΣΤΗΝ ΟΛΥΜΠΙΑ

Τη Δμητρα, της καρπερς της Σικελας αφντρα,
κι αυτ που γιολια στα μαλλι φορε, την Περσεφνη,
τραγοδα, Κλει γλυκδωρη,
και τις γοργς του Ιρωνα —γοργς κι ολυμπιοδρμες—
φορδες, που, με συνοδος την ανυψτρα Νκη
και τη λαμπρ Αγλαα, κοντ στ᾽ Αλφειο το πλοσιο ρμα
το κλωθογριστο τρεξαν· εκε του Δεινομνη
καμαν τον αρχοντογι να πρει το στεφνι.
Κι κραξε ο λας: «Μακριος
τοτος ο ντρας· απ᾽ το Δα
του ᾽λαχε εξουσα τραν
πνω σε λληνες, και ξρει
βιος που υψθηκε σαν πργος
να μην κρβει σε μαυρπεπλο σκοτδι.»
Ναο γεμτοι, στις γιορτς και τις θυσες· γεμτες
ξνους παντο οι φιλξενες οι δημοσις· αστρφτει
λαμποκοπ το μλαμα
των τριποδιν, που στθηκαν, ψηλ και πλουμισμνα,
μπρος στο να, στην περιοχ του τρισμεγλου το λσους,
ιερο του Φοβου· αυτ οι Δελφο το κυβερνονε, δπλα
στης Κασταλας τα ρματα. Το θε, το θε οι ανθρποι
να σβονται και να τιμον· αυτ εναι ο πρτος πλοτος.
ταν κποτε της Μορας
τη βουλ εκτελοσε ο Δας
και στου περσικο στρατο
πεσαν τα χρια οι Σρδεις,
το ρηγρχη αυτς της χρας,
της Λυδας, που ξακουσμνα δμαζε τια,
προσττεψε ο χρυστοξος Απλλωνας. Ο ργας
αυτς, ο Κροσος, ταν πια στη μαρη εκενη μρα
την αναπντεχη φτασε,
δε στθηκε να σκλαβωθε· πολλ σωριζει ξλα
στη χαλκοτεχιστ του αυλ και πνω εκε ανεβανει
με την πιστ γυνακα του και τις ωριομαλλοσες
τις κρες του, που ασγαστα θρηνοσανε· σηκνει
πνω, προς τον ψηλ ουραν, τα χρια και φωνζει:
«Τρανοδναμη θετη,
τ γινε η ευγνωμοσνη
των θεν, και πο εν᾽ ο γιος
της Λητς, ο αφντης Φοβος;
Πει τ᾽ Αλυττη το παλτι,
και το αρφνητ του βιος σε οχτρνε χρια·
οι Σρδεις στχτη θα εναι πια σε λγο· κοκκινζει
απ᾽ το αμα ο χρυσορματος ο Πακτωλς και πει,
και μσ᾽ απ᾽ τα καλχτιστα
τα σπτια αρπζουν ντροπερ και σρνουν τις γυνακες.
Το πιο γλυκ εν᾽ ο θνατος· εκενο που ταν πρτα
φριχτ, τρα εναι ποθητ». Τσα επε, και προστζει
ναν απ τους τρυφηλος Λυδος φωτι να βλει
στων ξλων το σωρ. Γοερ φωνξανε οι κοπλες·
προς τη μνα τους τα χρια
τ᾽ πλωναν· φριχτ, να βλπεις
τη θαν σου φανερ.
Μα εν μνιαζαν οι φλγες,
μαρο σννεφο απ πνω
στνει ο Δας και την ξανθ τη φλγα σβνει.
Δεν εν᾽ απστευτο, των θεν η πρνοια ,τι φρνει·
ο Απλλωνας, το γννημα της Δλου, πρε ττε
το γρο και τις κρες του
τις σφιχταστργαλες μακρι στους Υπερβρειους Τπους.
Γιατ ταν θεοφοβομενος· απ᾽ λους τους ανθρπους
τα πιο μεγλα στην ιερ Πυθ εχε στελει δρα.
Αλλ᾽ απ᾽ αυτος που κατοικον μες στην Ελλδα οτ᾽ νας,
Ιρωνα πολυδξαστε, να πει δε θα τολμσει
τι πιτερο απ σνα
στους Δελφος χρυσ εχε στελει.
Ταιριαστ ειναι να παινς,
απ φθνο αγνς αν εσαι,
ντρα που οι θεο αγαπονε,
ντρα στα τια και στον πλεμο τρισξιο,
που το βασιλορβδι του το ᾽χει απ᾽ το θσμιο Δα
και στις μενεξεδμαλλες Μοσες δεν εναι ξνος.
Προσωριν και σντομη
του δλιου ανθρπου εν᾽ η ζω· σαλεουνε οι ελπδες
του εφμερου θνητο. Ο θες ο Απλλωνας μια μρα
στο γιο του Φρη μλησε κι αυτ τα λγια το επε:
«Θνητς αφο εσαι, πρπει δυο στο νου σου να χεις γνμες·
τι αριο για στερν φορ το φως θα βλπεις του λιου
κι τι εναι γραφτ να ζσεις
για πενντα ακμα χρνια
μια βαθπλουτη ζω.
ργα θερεστα να κνεις
και να ευφρανεις την ψυχ σου·
λλη ωφλεια πιο μεγλη δεν υπρχει».
Οι φρνιμοι θα νισουνε τα λγια μου· χραντα εναι
τα ουρνια βθη· το νερ του πλαου δε σαπζει·
και το χρυσφι· τ εφρανση!
Στον νθρωπο μως βολετ δεν εναι να ξεφγει
τα γερατει, και τον ανθ να ξαναβρε της νιτης·
και μοναχ της αρετς ποτ δε σβνει η λμψη
μαζ με το θνητ κορμ· τροφ τς δνει η Μοσα.
Του πλοτου εσ τα πιο λαμπρ στον κσμο δειξες νθη,
Ιρωνα. Η σιωπ δεν πει
για ναν που καλ χει πρξει.
Και, μαζ με τη λαμπρ
στρεη δξα σου, θα λνε
και για τ᾽ αηδονιο τη χρη
του μελγλωσσου, που η Τζια το ᾽χει γεννσει.

ΕΠΙΝΙΚΟΣ V

ΠΑΛΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΕΡΩΝΑ,
ΝΙΚΗΤΗ ΣΕ ΙΠΠΟΔΡΟΜΙΕΣ, ΣΤΗΝ ΟΛΥΜΠΙΑ

Καλτυχε [στρ. α]
των αλογοστροβλιστων Συρακουσων στρατρχη,
σο κανες στον κσμο τρα,
σωστ θα νιθεις να δρο
γλυκις χαρς, δρο Μουσν
μενεξεδοστεφνωτων· λσε απαλ απ᾽ τις γνοιες
τη σκψη σου, που ορθ φυλει το δκιο,
και γρνα κατ δω το νου·
φλος σου ξνος, δουλευτς
της Ουρανας της χρυσομαν-
τιλοσας —κι οι βαθζωνες
οι Χριτες τον βοθησαν— μνο φανε· τον στλνει
απ᾽ το νησ του το ιερ στην ξακουστ σας πλη,
και με λαλι, απ᾽ τα στθια του χυμνη, λαχταρ
τον Ιρωνα να υμνσει.

Κατβαθα [αντ. α]
στον ουραν, με καστανς γοργς ο αητς φτερογες
χιμ, του Δα μαντατοφρος, του Δα με την πλατι εξουσα,
του αφντη της βροντς· χιμ
μ᾽ εμπιστοσνη στην τραν του δναμη· τα λλα
ττε πουλι ζαρνουν απ᾽ το φβο·
δεν του εναι μπδιο της πλατις
στερις ψηλς βουνοκορφς
κι οτε της αγαλνευτης
θλασσας τ᾽ γρια κματα·
μσα στο ακαταμτρητο ο αητς το χος ορμει,
του κεφαλιο και του λαιμο τα ποπουλα ανεμζουν
με του Ζφυρου τις πνος, κι που φανε, απ᾽ τη γη
τον ξεχωρζουν λοι.

Και μπροστ σ᾽ εμνα τρα δθε κεθε, [επωδ. α]
μριοι δρμοι εν᾽ ανοιχτο, του Δεινομνη
γιοι αφεντνθρωποι, να υμν
την αντρεα σας, που εναι σκπη της η Νκη
η σκοτεινοπλεξουδτη,
μα και ο ρης ο χαλκστερνος· κι ο θες
πντ᾽ ακοραστα ας χαρζει τ᾽ αγαθ του.
Το Φερνικο, ξανθ και θυελλοδρμο,
να νικ η Αυγ τον εδε η χρυσοχρα
στον πλατ κοντ Αλφει, και στην Πυθ,
γη αγιασμνη.

Τ᾽ ορκζομαι [στρ. β]
και με τα χρια μου τη γη χτυπντας το φωνζω:
ποτ σε ιπποδρομα, την ρα
που το τι αυτ στο τρμα ορμοσε,
δεν του ᾽ρθε σκνη απ᾽ λογα
που να το ξεπερνοσανε· με του Βορι τη φρα
και κρατντας γερ τον καβαλρη
χιμ, και στο φιλξενο
τον Ιρωνα ζητωκραυγς
φρνει καινοριας νκης. Ω,
μακριος κενος ο θνητς
που νας θες πολλς τιμς, να τις ζηλεουν λοι,
του δνει, και μαζ πολλ για τη ζω του πλοτη.
Σε λα καλτυχος, κανες στον κσμο· του Ηρακλ
ο απλογος το δεχνει.

Ο ανκητος [αντ. β]
του Δα του αστραπορχτη γιος, ο καστροπολεμτης,
στης Περσεφνης, λνε, πγε
της λιγναστργαλης το σπτι
κποτε για τον Κρβερο·
να φρει της αζγωτης Οχις το σκυλοδντη
αυτν βλαστ στο φως απ τον δη·
εκε, κοντ στου Κωκυτο
το ρμα, ττε αντκρισε
ψυχς ταλαπωρων θνητν,
μοιες με φλλα που νεμος
τα τρεμοσενει εκε ψηλ στις ξστερες της δης
προβατοβσκητες κορφς· ανμεσα στις λλες
του ανδρκαρδου Μελαγρου ξεχριζε η ψυχ,
γερο κονταροσεστη.

Ο Ηρακλς, ο θαυμαστς γιος της Αλκμνης, [επωδ. β]
σαν τον εδε αστραφτερν μες στ᾽ ρματ του,
τη στριγγλαλη χορδ
στο δοξρι, εκε στ᾽ αγκρφι του, στερινει,
ξεβουλνει τη φαρτρα
και σατα χαλκομτικη απ᾽ αυτ
βγζει αμσως· του Μελαγρου μως ο σκιος
πγε, στθηκε κατντικρυ και του επε,
γιατ γνρισε ποις ταν: «Γιε του Δα,
η ψυχ σου ας γαληνψει, κι απ᾽ αυτο
μη σαλψεις.

Το χρι σου [στρ. γ]
στα κοφια, σε νεκρν ψυχς, βλος τραχ ας μη ρχνει·
φβος κανες.» τσι επε ο σκιος.
Και ττε ο Αμφιτρυωνιδης,
με θμπωμα στο νου, ρωτ:
«Σαν ποις απ᾽ τους αθνατους απ᾽ τους θνητος εσνα,
ττοιο βλαστρι, σ᾽ θρεψε; ποι χρα;
και ποις σε σκτωσε; για πες·
και στη δικ μου σγουρα
την κεφαλ η καλλζωνη
ρα θα στελει το φονι·
αλλ για τοτα γνοιζεται, θαρρ, η ξανθ Παλλδα.»
Και δκρυσε ο Μελαγρος κι τσι επε: «Δσκολο εναι
σ᾽ ναν επγειον νθρωπο του αθνατου θεο
τη γνμη να λυγσει·

της ρτεμης, [αντ. γ.]
θες ανθοστεφνωτης, χιονκορφης, σεβσμιας,
αλλις, η οργ θα σταματοσε
με τσες δησες και θυσες
γιδιν και κκκινων βοδιν,
που ο αλογρης πρσφερνε πατρας μου, ο Οινας·
μα αλγιστο ταν της θες το πεσμα·
κπρο με δναμη φριχτ,
κπρο στη μχη αδσταχτο
ξαπστειλε η παρθνα θε
στης Καλυδνας τους πλατιος
τους κμπους· με μια δναμη, που ξεχειλοσε, ορμντας
τ᾽ αγρμι ρμαζε αμπελιν αρδες με το δντι,
ξολθρευε και πρβατα κι ανθρπους, αν κανες
του λχαινε στο δρμο.

Με τον κπρο πολεμσαμε τα πρτα [επωδ. γ]
της Ελλδας παλικρια για ξι μρες
μ᾽ γριο πεσμα· κι ταν πια
οι Αιτωλο, με θεα βοθεια, εδαν τη νκη,
θβαμε σους του γριου ζου,
του βροντφωνου, ξολθρεψε η ορμ,
τον Αγκαο και τον Αγλαο· τοτος ταν
πιο ακριβς για μνα απ᾽ λα μου τ᾽ αδρφια,
τ᾽ ξια αδρφια μου, που η μνα μου η Αλθαα
εχε κμει μες στου Οινα το ξακουστ
το παλτι.

Μα αφνισε [στρ. δ]
κι λλους, και περισστερους, μια μορα ολθρου· ακμα
η οργ δεν εχε μαλακσει
της κυνηγτρας θυγατρας
ως ττε της Λητς, κι εμες
μχη λο πεσμα στσαμε με τους αντρεους Κουρτες
για το τομρι το ξοχο του κπρου·
στη μχη σκτωσα πολλος·
κοντ στους λλους, δυο αδερφος
της μνας μου, τον φικλο
και τον Αφρητα· ο σκληρς
ρης, σαν εναι πλεμος, δεν ξεχωρζει φλους·
τα βλη απ τα χρια μας τυφλ πετον και πφτουν
απνω στους αντπαλους, κι ο θνατος θα βρει
ποιον ο θες θελσει.

Του Θστιου [αντ. δ]
η κρη ωστσο, η μνα μου, δεν τα λογριασε τσι·
βαθι στη σκοτειν ψυχ της
η κακορζικη γυνακα
φανε δχως δισταγμ
τον λεθρ μου· να δαυλ, που κποτε επε η Μορα
πως σο αυτς, τσο κι εγ θα ζοσα,
τον παρνει απ την πλουμιστ
κασλα της και στη φωτι
τον ρχνει. Εγ ξαρμτωνα
την ρ᾽ αυτ τον Κλμενο,
λεβντη γιο του Δηπυλου, νεαρ χωρς ψεγδι·
στα τεχη εμπρς τον εχα βρει· γιατ προς την Πλευρνα,
την πλη την καλχτιστη, την πλη την παλι,
κυνηγημνοι φεγαν.

Ττες νιωσα η γλυκι η ζω να σβνει [επωδ. δ]
και να φεγει, αλμον μου, η δναμ μου,
και με τη στερν πνο
δκρυα μου ᾽ρθανε του δστυχου στα μτια
που χανα τα εξασια νιτα.»
Για την τχη του βαριμοιρου αγοριο
ο Ηρακλς, αυτς ο ατρμητος στη μχη,
στην ψυχ του νιωσε πνο και για πρτη
και στερν φορ του δκρυσαν τα μτια,
πως χουνε να πουν· κι τσι απαντ
και του λει:

«Το πιο καλ, [στρ. ε]
καθλου να μη γεννηθες κι οτε να δεις τον λιο.
Μα απ᾽ το να κλαις γι᾽ αυτ τ βγανει;
για κενο να μιλομε που εναι
και βολετ να εκτελεστε.
Εναι καμι σου ανπαντρη αδερφ, που να σου μοιζει,
στου Οινα του πολεμχαρου το σπτι;
Μ᾽ λη μου θλω την καρδι
γυνακα μου λαχταριστ
να γνει· πες μου.» Κι η ψυχ
του ατρμητου στον πλεμο
Μελαγρου ττε απντησε: «Ναι, σπτι μου χω αφσει
δροσερολαμα κοπελι· Δηινειρα τη λνε·
κι απ᾽ τη μαγετρα τη θε, την Κπρη τη χρυσ,
ανξερη εναι ακμα.»

Χιονκορφη [αντ. ε]
Καλλιπη, το καλφτιαχτο τ᾽ ρμα σου εδ σταμτα·
τον αρχηγ των θεν το Δα,
το γιο του Κρνου τον Ολμπιο,
μνησε τρα, Μοσα εσ·
και τον Αλφει, που ακοραστα κυλνε τα νερ του,
το δυνατ τον Πλοπα, κι ακμα
την Πσα· δθε ο ξακουστς
Φερνικος, αφο τρεξε
και βγκε πρτος νικητς,
γρισε στην ωριπυργη
Συρκουσα, στον Ιρωνα της ευτυχας να φρει
τον κλνο. Αυτν που πτυχε —και με τα δυο μας χρια
το φθνο διχνοντας μακρι— να τον παινομε εμες
για χρη της αλθειας.

νας ντρας, των γλυκν Μουσν εργτης, [επωδ. ε]
ο Βοιωτς ο Ησοδος, επε αυτν το λγο:
«ποιον οι θεο τιμον,
τοτον κι οι νθρωποι δοξζουνε κατπι.»
Μου το λει κι εμ η καρδι μου
στον Ιρωνα να στελω υμνητικ
λγο, δχως απ᾽ το δκιο να λοξψω·
γιατ κεθε οι θαλερο κορμο οι ακμαοι
ξεπετιονται. Ας τους φυλει με ειρνη πντα
ο τρισμγιστος πατρας Δας, χωρς
να σαλεουν.

ΕΠΙΝΙΚΟΣ XI

ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΛΕΞΙΔΗΜΟ, ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΤΑΠΟΝΤΙΟ,
ΝΙΚΗΤΗ ΣΕ ΠΑΛΗ ΠΑΙΔΙΩΝ, ΣΤΟΥΣ ΠΥΘΙΚΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ

Δρων γλυκν εσ χαρστρα, Νκη, [στρ. α]
ο Δας, που ᾽χει το θρνο του στα ψη,
των Ουρανων πατρας,
χει υψηλ σ᾽ εσνα αξωμα δσει:
στο πλι του στκεις
στον πολχρυσον λυμπο εκε πνω
και για θνητος κι αθνατους ορζεις
ποις το βραβεο θα πρει της αντρεας·
κρη της μαυροπλξουδης
της Στγας, που κρατει ορθ
το δκιο, ρξε εδ σ᾽ εμς
καλβουλο το βλμμα σου.
Και τρα εν᾽ ργο σου κι αυτ, που νοι γεροδεμνοι
με κμους και χαρς υμνον στο Μεταπντιο μσα,
την πλη τη θεοτμητη, τον ξιο του Φασκου
γιο, νικητ στους Πυθικος αγνες.

Ο θες, που η βαθζωνη στη Δλο [αντ. α]
τον γννησε Λητ, το νο εδχτη
με βλμμα καλοσνης·
και πολλ λουλουδπλεχτα στεφνια,
για τη μεγλη
τη νκη αυτ στο πλεμα, χουν πσει
γρω στον Αλεξδημο, στον κμπο
πρα της Κρρας· την ημρα εκενη
δεν εδε ο λιος το παιδ
στη γη να πφτει οτε στιγμ.
Μα κι λλο λγο εγ θα πω:
και στ᾽ αγιασμνα χματα
του αγνο του Πλοπα, κοντ στ᾽ Αλφειο τ᾽ ωραο το ρμα,
της γλαυκοπρσινης ελις, καλς φιλετρας για λους,
θα ᾽βαζε στο κεφλι του στεφνι, και μ᾽ εκενο
θα γριζε στον τπο του, στους κμπους

που εναι τα πολλ γελδια, [επωδ. α]
αν το δκιο απ τη στρτα
τη σωστ δεν εχε φγει.
χι πως στην Ολυμπα με τα πλατι
χοροστσια κποιος
εχε βλει στο παιδ τρικλοποδι·
κποιος θες ο ατιος θα ᾽ναι
και γνμες των ανθρπων σφαλερς
το βραβεο μσ᾽ απ᾽ τα χρια του το πραν.
μως τρα μιαν υπρλαμπρη χει δσει
νκη η ρτεμη, η σατετρα, η κυνηγτρα,
η θε που ᾽χει τη ρκα τη χρυσ.
Εναι η ρτεμη που κποτε βωμ
πολυλτρευτο της εχε στσει ο Προτος,
ο γιος του βαντα, κι οι κρες του μαζ,
οι κοπλες οι ωριοστλιστες εκενες.

Παλιτερα, απ᾽ το ωραο του Προτου σπτι [στρ. β]
εχε αυτς τις κοπλες φευγατσει
η παντοδναμη ρα
σε ζυγ τρλας σφγγοντας το νου τους·
γιατ σπρωγμνες
απ παρθενικ μια ορμ, στ᾽ γιο λσος
πγαν της πορφυρζωνης της ρας
και παινετηκαν τι εχαν πατρα
πιο πλοσιον κι απ την ξανθ
συντρφισσα του δυνατο
του Δα· εκενη θμωσε,
τους πρε τα συλλοκ
και στην καρδι τους βαλε τρελ μια ορμ να φγουν·
και γριζαν μες στων βουνν τους λγγους ττε οι κρες
και ξεφωνζαν γρια. Το πατρικ τους σπτι
στην Τρυνθα ταν· κεθε, απ τους δρμους

τους θεχτιστους φυγαν και πνε. [αντ. β]
Ναι, χρνια εννι διαβκανε απ ττε
που ᾽χαν αφσει το ργος,
την πλη τη θεοφλητη, και ζοσαν
στην Τρυνθα λοι,
ο ζηλεμνος βασιλις κι εκενοι
οι ημθεοι που ᾽χαν μπροτζινες ασπδες,
που αδελιαστοι ταν στων μαχν τους βρντους.
Γιατ εχαν πσει οι δυο αδερφο,
ο Προτος κι ο Ακρσιος,
απ᾽ αλαφρ ξεκνημα
σ᾽ χτρητ᾽ ακαταλγιαστη·
και σπραζε η συνερισι πρ᾽ απ᾽ το δκιο μτρο
και το λα, και πφτανε σε φονικς αμχες,
κι εκενους, του βαντα τους γιους, θερμ παρακαλοσαν,
η οδυνηρ πριν τους σφξει ανγκη,

να μοιρσουν τα χωρφια, [επωδ. β]
γη με το πολ κριθρι,
και την Τρυνθα να χτσει
ο πιο νος. Αλλ κι ο Δας, του Κρνου ο γιος,
που πολ τιμοσε
του Λυγκα του αρματηλτη τη γενι
και του Δαναο, ποθοσε
το σταμτημα της μαρης συμφορς.
Για τη να, μα φημισμνη εκενη πλη
οι πελριοι πγαν Κκλωπες και τεχος
ξοχο χτισαν· κι αφο φησαν πια τ᾽ ργος,
το τραν κι αλογοβσκητο, οι λαμπρο
ρωες μεναν στο νο αυτ καστρ.
Απ᾽ την Τρυνθα λοιπν του Προτου οι κρες,
κοπελις μαυρομαλλοσες, φγαν πια
κι λο αλτευαν αλργ᾽ απ᾽ την πατρδα.

Του γονιο την καρδι σπραξε η λπη, [στρ. γ]
παρξενη γνοια μπκε μες στο νου
και δκοπο μαχαρι
μελτησε στο στθος του να μπξει·
μα οι δορυφροι
με λγια μαλακ τον συγκρατοσαν
και με το στανι. Οι τρελς κοπλες
αλτευαν σωστος δεκατρες μνες
στο λγγο το βαθσκιωτο,
και στην προβατοθρφα γη
την Αρκαδα τριγριζαν.
φτασε τλος ο γονις
κοντ στο Λοσο ποταμ· παρνει νερ απ᾽ το ρμα
τ᾽ μορφο εκενο, νβεται, και προς του αρματοδρμου
λιου τη λμψη υψνοντας τα χρια δηση κνει·
τη γελαδματη ρτεμη ικετεει,

κρη κυρς κρεμεζομαντιλοσας, [αντ. γ]
απ᾽ την καταραμνη αυτ μανα,
που τα μυαλ ταρζει,
τα δστυχα παιδι του να λυτρσει.
«Και εκοσι βδια
θυσα εγ, θε, θα σου προσφρω,
κοκκνηδες, και που ζευτα εναι ακμα.»
Η θυγατρα του ψιστου πατρα,
η αγριμοφνισσα θε,
κουσε αυτ την προσευχ·
κνει της ρας την καρδι
κι απ᾽ τη μανα την θεη
τις νες γιατρεει· ττε αυτς, οι ανθοστεφανωμνες,
γργορα για την ρτεμη μετχι ξεχωρζουν,
στνουν βωμ, τον βφουνε με αμα πολλν προβτων
και γυναικεους χορος για κενη ορζουν.

Απ᾽ τον τπο αυτν κατπι, [επωδ. γ]
ω χρυσ λαν αφντρα,
σε μια πλη αλογοθρφα
πολεμχαρους συνδεψες Αχαιος·
ναι, στο Μεταπντιο
μνεις τρα, κι η ευτυχα εδρεει εκε·
πλι στα ωραα νερ του Κσα
λσος καμαν για σε λαχταριστ
οι λαμπρο αρχηγο γυρνντας απ᾽ την Τροα·
με τους γιους τους χαλκαρμτωτους του Ατρα
εχαν πει κι αυτο και πτησαν το κστρο
το καλχτιστο του Πραμου με καιρ,
των μακριων ταν τ᾽ ρισε η βουλ.
ποιος δκια και σωστ να κρνει θλει,
μες στο πρασμα λων θ βρει των καιρν
χλιες μριες των Αχαιν αντραγαθες.

ΔΙΘΥΡΑΜΒΟΣ II

ΗΡΑΚΛΗΣ, ΙΟΛΗ ΚΑΙ ΔΙΗΑΝΕΙΡΑ

Κι αν η ομορφθρονη Μοσα Ουρανα [στρ.]
απ᾽ την Πιερα χρυσ
να πλεομενο μου ᾽στειλε τρα
ξοχους μνους γεμτο,
μως για σνανε, Πθιε Απλλωνα,
μνο δεν πρπει να πω, δεν εν᾽ ρα· γιατ
τη χαρ θα σου δνει, θε, το κυνγι αγριμιν
πρα στα μρη που ο βρος
ρει ο πολανθος σως του κκνου,
του μακρολαμη του κκνου, η λαλι, η λη γλκα, σ᾽ ευφρανει.
σπου λοιπν να ξανρθεις, Απλλωνα, εδ
αναζητντας λουλοδια παινων

— πσους παινες για σε τραγουδονε [αντ.]
οι χορωδες των Δελφν
στον κοσμοξκουστο δπλα να σου!—,
να τραγοδι θα πομε
για του Αμφιτρωνα το γιο τον ατρμητο:
Την Οιχαλα μες στις φλγες παρτησε αυτς
και στ᾽ ακρογιλι κατβηκε, ταρους βαρηχους εννι
για να προσφρει απ᾽ το κορσος
στον πυκνοσννεφο Δα τον Κηναο,
δυο στο θε που δαμζει τη γη και το πλαο ταρζει,
και στην παρθν᾽ Αθην, που ᾽χει αψις τις ματις,
ζευτη ακμα ορθοκρα δαμλα.

Ττε μια ακαταμχητη [επωδ.]
θετητα φανε βουλ,
βαθι βουλ, δακρων πηγ,
μες της Δηινειρας το νου,
σαν μαθε το θλιβερ
μανττο πως του Δα ο γιος, ο ατρμητος στη μχη,
την Ιλη τη χιονκορφη
για ταρι του μες στο λαμπρ θα ᾽στελνε σπτι. Ομνα,
ττοια βουλ μσα στο νου
της μοιρης, της δστυχης!
Ζλεια βαρι την φαγε, και το σκουτ
που τα μελλομενα κρυβε μες στο σκοτδι, απ᾽ τη στιγμ
που ολθριο δρο μαγικ
απ το Νσσο δχτηκε
πλι στου Λυκρμα τα νερ, που εναι ζωσμνος ρδα.

ΔΙΘΥΡΑΜΒΟΣ III

ΝΕΟΙ ΚΑΙ ΝΕΕΣ Ο ΘΗΣΕΑΣ

Καρβι γαλοζπλωρο [στρ. α]
με τον πολν Θησα
και δυο φορς επτ παιδι
κρητικ σκζει πλαγος
και στα πανι τα ωραα
στλλει η Αθην πρμο βορι.
Μα την καρδι του Μνωος
οι πθοι την κεντοσαν,
της Αφροδτης τα κακ,
και τνυσε το χρι του
σε μια μαυροματοσαν
κι πιασε μγουλα λευκ.
Κι εφναξε η Ερβοια
του Κκροπος το εγγνι
που εφρει θρακα γιερ.
Εδ᾽ ο Θησας· το βλμμα του
γυρζει και στυλνει
κτω απ᾽ τα φρδια φλογερ.
Κι γγιξε το φιλτιμο
κι η λπη την καρδι του
και «Του Δις —επε— γιε,
σκοπ δεν χεις τμιο
πια μες στον νου σου· κτου
το βαρ χρι σου, αρχηγ!

Η Μορα ,τι μας γραψε [αντ. α]
κι η Δκη ,τι χει βλει
θεκ για μας στη ζυγαρι,
την τχη θα πληρσομε
σαν ρθει· μα συ πλι
τη γνμη βστα τη βαρι.
Γιατ αν εσ του Φονικος
η θυγατρ᾽ αγρι
στην δα σ᾽ καμε του Δις,
κι εμν᾽ απ θε γννησε
του Τροιζηνου η κρη·
του Ποσειδνος εμαι γιος!
Της μνας μου της δωσαν
Νεριδες κυματοσες
στη γννα σκπασμα λαμπρ·
θα ᾽ταν καλ, πολμαρχε
της Κρτης, να κρατοσες
τον τρπο τοτο τον χοντρ.
Γιατ αν πειρξεις βουλα
καννα εσ κορσι,
δεν θλω πια να διω το φως.
Στην δναμη θα δεξομε
προτο ποις θα περσει,
τ᾽ ακλουθ᾽ ας τα κρνει ο θες!»

Τσ ᾽πεν ο περφανος [επωδ. α]
κι εθαμασαν οι ξνοι
τα θρρη του τα ζηλευτ.
Μα κι ο γαμπρς εχλιασε
του λιου· βουλ υφανει
πρωτκουστη και λγει αυτ:
«Πατρα παντοδναμε,
Κρονδη κου μεγλε
παιδ σου αν μ᾽ χεις ποτ πει,
σημδι καλογνριστον
απ τα ουρνια βγλε
τρα πυρμαλλη αστραπ.
Ει δε και σνα γννησε
η Τροιζηνα αλθεια
του Ποσειδνος γνσιο γιο,
αυτ το δαχτυλδι μου
τ᾽ ολχρυσο απ᾽ τα βθια
της θλασσας φρ᾽ το να διω!
φοβα στου πατρα σου
μες στα βασλεια βοτα
το σμα. Και τρα κοντ
θα μθεις αν τα λγια μου
κι εμν᾽ ακοσει τοτα
ο βασιλις που βροντ».

κουσ᾽ ο παντοδναμος [στρ. β]
την μετρην ευκ του
κι φθαστη χρισε τιμ
του αγαπημνου Μνω του,
για να δουν το παιδ του,
στραψε κιλα στη στιγμ.
Το θαμα ως εδε ο πντολμος,
που πρσμενε μ᾽ ελπδα,
τα χρια υψνει να ευχηθε
και λει, «Θησα, το μνυμα
του Δις εδες το· πδα
στο νερ τρα το βαθ.
Κι ο κρατερς πατρας σου
σ᾽ λα της γης τα μκρη
θα κμει πς να δοξαστες».
Επε· μ᾽ αυτο δε λγισε
το θρρος του· στην κρη
εστθηκε της κουπαστς,
και ν στο κμα, π᾽ νοιξε
για να τον περιλβει.
Κι ο γιος εσστισε του Δις
και διταξε προσνεμο
να μενει το καρβι.
Μα η μορα τα ᾽φερεν αλλις.

Και το καρβι αρμνιζε [αντ. β]
με το βορι την αρα
και της Αθνας τα παιδι
πως πδησε στη θλασσα
δκρυα εχναν μαρα
και κλααν την τχη την βαρι.
Μα τον Θησα συνδευαν
δελφνια στου πατρς του.
Στων θεν ρθε την αυλ
κι εκε μα τες ηλιμορφες
Νεριδες εδ᾽ εμπρς του
πρτα φοβθηκε πολ.
Απ τ᾽ αφρτα μλη των
ελμπαν οι κοπλες
καθς το σλας της φωτις
και στα μαλλι των παιζαν
χρυσπλοκες κορδλες
κι εχρευαν λες μεμις.
Εδε και του πατρα του
στο ξωτικ το σπτι
την σζυγο την τρυφερ
και με τ᾽ αβρ τα χρια της
η δσποιν᾽ Αμφιτρτη
οξι πορφρα το φορε.

Και στη σγουρ την κμη του [επωδ. β]
ρδινο βζει στμμα
που ᾽χε απ᾽ του γμου το πρω
της Αφροδτης χρισμα·
ποτ δεν εναι ψμα
,τι θελσουν οι θεο!
Ν! πλγι στο λεπτπρυμνο
καρβι τρα εφνη.
Πς σκασε το Κρητικ,
απ τη θλασσ᾽ βρεκτος
ως ρθε με στεφνι!
Τ θαμα σ᾽ λους, τ κακ!
Και ν σου κι οι πεντμορφες
παρθνες οι Νεριδες
μ᾽ λλη χαρ μες στην ψυχ
εχρευαν κι ανκραζαν
«ε τρα, Μνω, τ ειδες;»
και τρα η θλασσ᾽ αντηχε.
Κι απ κοντ μελδησαν
κι οι νιες κι οι νοι εκενοι
με τη φων τους την ψιλ.
Και τους χορος μας, Δλιε,
γι δες με καλοσνη
και τχη δσε μας καλ!


ΔΙΘΥΡΑΜΒΟΣ IV

ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΘΗΣΕΑ

Βασιλι της ιερς της Αθνας [στρ. α]
των τρυφεροζητων Ινων αφντη,
προλγο ποι σλπισμα πλεμου
η χαλκστομη σλπιγγα σμανε;
Της χρας μας μπως
τα σνορα πτησε
καννας εχτρς πολεμρχος;
μπως κακοργοι απελτες
χωρς οι βοσκο να το θλουνε
σαλαγνε κοπδια προβτων;
τ την καρδι σου πληγνει;
Λγε· επειδ και θαρρ πως καννας θνητς
δυνατ παλικρια
δεν χει βοηθος του, πως εσ,
του Πανδονα γιε και της Κρουσας.

Μανττορας ρθε προλγο, πεζς αφο πρασε [στρ. β]
το δρμο το μακριν απ᾽ τον Ισθμν ς εδ·
και δηγται κατορθματ᾽ απστευτα
αντρς δυνατο· τον ανκητο
σκτωσε Σνη, που απ κθε θνητ
δυναττερος ταν, τη φτρα
του κοσμοσεστη Λυταου, του γιου του Κρνου·
το καπρ, το φονι των ανθρπων
στη βαθι της Κρομμυνας λαγκδα
και τον γριο το Σκρωνα ξκαμε·
του Κερκυνα την παλαστρα την κλεισε,
κι ο Προκροστης τη σκληρ τη βαρι
του Πολυπμονα πταξε,
επειδ παλικρι πιο ξιο του βρκε.
Ετοτα φοβμαι ποι τλος θεν ᾽χουν.

Και ποις λει πως εναι και ποθε κρατει [στρ. γ]
ο ντρας αυτς και τ ροχα φορε;
Στρτεμα σρνει μαζ του πολ
αρματωμνο για πλεμο
μονχος με δολους του
πηγανει, καθς στρατολτης
τριγυρνντας στα ξνα;
Κι εναι τσο γερς και γενναος
και τλμη γεμτος, που ττοιους
ντρες δυνατος καταπνεσε;
Δχως λλο θες τονε σπρχνει
τιμωρες να δσει στους δικους,
επειδ δεν εν᾽ εκολο πντα
να κνει κανες το κακ και να μη το πληρσει.
λα το τλος τους χουν μες στου χρνου το διβα.

Λει, πως τον συνοδεουνε δυο ντρες μονχα, [στρ. δ]
κι απ᾽ τους λαμπρος του τους μους
σπαθ με λαβν απ φλντισι κρμεται·
και στα χρια κρατει δυο κοντρια μικρ
γυαλιστερ, και φορε στο ξανθ του κεφλι
καλοφτιασμνη λακωνικ περικεφαλαα.
και πουκμισο μρικο
τριγρω απ᾽ τα στθη, και μλλινο
θεσσαλικ πανωφρι·
κι τι τα μτια του αστρφτουν σαν κκκινη
λημνιτικη φλγα· κι οτ᾽ εναι
παλικρι αγνειο, και του ρη
τα παιγνδια το αρσουν
κι ο πλεμος κι η χαλκβροντη μχη·
κι τι γυρεει να βρει τη λαμπρ την Αθνα.

                              Ρητ:

τερος εξ ετρου σοφς το τε πλαι το τε νυν.
ο καθνας γνεται σοφς απ τον λλον, και παλι και τρα
(εξηγντας γιατ χρησιμοποιε φρσεις του Σιμωνδη του Κεου και χι μνο δικς του)

ρκτου παροσης, τα χνη μη ζτει.
ταν η αρκοδα εναι εδ, μην ψχνεις τα χνη της

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers