-


Dali &









/




 
 

 

Lorca Federico Garcia: ...

                

                                      Βιογραφικ

     Γεννθηκε στο Φουντε Βακρος, 5 Ιουνου 1898. Ο πατρας του ταν αγρτης κι η μητρα του δασκλα και πρτη του δασκλα στο πινο. Φοτησε σε σχολεο Ιησουτν στη Γρανδα και μετ απ πισεις του πατρα του, γρφτηκε στη Νομικ Σχολ του Πανεπιστημου της Γρανδα, την οποαν μως εγκατλειψε σντομα, για ν' ασχοληθε με λογοτεχνα, μουσικ και ζωγραφικ. Δραματουργς, που ανκει στη λεγμενη γενι του '27, ομδα συγγραφων που προσγγισε την ευρωπακ αβν-γκαρντ μ' εξαιρετικ αποτελσματα, οτως στε το πρτο μισ του 19ου αι. να ορζεται ως αργυρ εποχ (edad de plata) της ισπανικς λογοτεχνας.
     Το 1919, εγκαθσταται στη Φοιτητικ Κατοικα Πανεπιστημου Μαδρτης, που ττε τανε σαν ανοιχτ πανεπιστμιο, πολιτιστικ κντρο, της ισπανικς πρωτεουσας. Εκε θα συναντσει τον Νταλ, τον Λ. Μπουνιουλ, τον ποιητ Αλμπρτι και τον Χιμνεθ. Την δια περοδο συνθτει τα πρτα του ποιματα που κυκλοφορονε το 1921, με ττλο:Βιβλο Ποιημτων. Λγο νωρτερα, το 1918, εχε δημοσιεσει το ργο: Εντυπσεις & Τοπα περιδιαβανοντας τη Καστλη.
     Το 1922, συνεργζεται με τον συνθτη Μ. ντε Φγια στο Φεστιβλ Λακης Μουσικς, στη Γρανδα. Στις παραδσεις της λακς και τσιγγνικης μουσικς, πστευει πως βρσκει τη βση των ποιητικν και πνευματικν του ενορμσεων. Δημιοργημα του ττε εναι το Ποημα Του Κντε Χντο λακ τραγοδι της Ανδαλουσας*, που τραγουδιται απο τσιγγνους με συνoδεα κιθρας και λγο αργτερα, το 1924, ξεκιν να γρφει το Ρομανθρο Χιτνο** που το τελεινει το 1927. Μια σνθεση 18 ποιημτων με σταθερ στιχουργικ μορφ, κφραση μιας απο τις αρχακτερες μορφς ισπανικς ποησης. Την δια περοδο συνθτει και την Ωδ Στον Σαλβαντρ Νταλ εν παρλληλα γρφει το θεατρικ ργο: Μαρινα Πινδα, που πρωτοπαζεται στη Βαρκελνη, την δια χρονι, σε σκηνογραφα Νταλ και σημεινει επιτυχα.
     Τα τη 1929-30, ανσυχος ντας, αναζητε νες πηγς μπνευσης και ταξιδεει στις ΗΠΑ και στη Κοβα. Αποτλεσμα το, νας Ποιητς Στη Να Υρκη. Επιστρφει στην Ισπανα το 1931 και συνθτει το Ντιβνι Της Ταμαρτ και παρλληλα δουλεει ργα για το Κουκλοθατρο. Εκε δεχνει ξεκθαρα πως επιλγει ως κρια ενασχλησ του, τη συγγραφ θεατρικν και τα 3 τελευταα χρνια της ζως του συνθτει τις κορυφαες του δημιουργες, τα επονομαζμενα κι ως αγροτικ 3λογα, εναι:: Ματωμνος Γμος (Bodas de sangre, 1933), Γρμα (Yerma, 1934) και Το Σπτι Της Μπερνρντα λμπα (La casa de Bernarda Alba, 1936), τραγωδες με θμα τη κοινωνικ καταπεση κι κδηλο το ανθρπινο στοιχεο και συνθτει το ποημα, Θρνος Για Τον Ιγκνθιο Σντσεθ Μεχας.
     Στις 11 Αυγοστου 1934, 5 το απγευμα, σε μιαν εκτς προγρμματος ταυρομαχα στην αρνα του Μανθανρες, ο φημισμνος ταυρομχος Ιγνθιο Σντσεθ Μεχας χτυπθηκε θανσιμα απ ταρο και πθανε 3 μρες αργτερα στα 43 του χρνια. Τονε πνθησεν λη η Ισπανα. ταν νθρωπος αγαπητς, γεμτος δξα και πλοτη και με γνσια καλλιτεχνικ ενδιαφροντα. Στο Πνο Μοντνο, το απραντο κτμα του στα περχωρα της Σεβλλιας, συγκντρωνε τους σπουδαιτερους Ισπανος ποιητς του καιρο του, μαζ και τον Λρκα, με τον οποο συνδθηκε με δυνατ, αληθιν κι αδιατρακτη φιλα. λοι τον αγαποσαν και τον θαμαζαν σαν να φιλξενο, ευασθητο, ιπποτικ κι ανοιχτκαρδο προσττη της νετερης γενις των ποιητν. τσι το ποημα τοτο το 'γραψεν ο Λρκα στη μνμη του φλου του.
     Με την εγκαθδρυση της Δημοκρατας, συστνει θεατρικ ομδα, τη La Barroca που με τη βοθεια του Υπουργεου Παιδεας δνει παραστσεις κλασσικν ργων σε χρους εργατν κι αγροτικς περιοχς. Το 1936 υποδχεται τον Αλμπρτι, καθς επστρεψε απ τη Μσχα. Συντσσει μια διακρυξη συγγραφων κατ του φασισμο κι ετοιμζεται να γρψει μια σειρ σκηνν με μορφ επιθερησης μα τον Ιολιο, ξεσπ ο Εμφλιος κι απλνεται γοργ. Δολοφονθηκε στις 19 Αυγοστου 1936, απ αγνστους, οι οποοι πολ πιθανν συνδονταν με τον εθνικιστικ φασισμ, επειδ ο διος σχετιζταν υποστριζε τους Δημοκρατικος
     Το εκτελεστικ απσπασμα αριθμοσε 12 τομα, αποτελομενο απ αστυνομικος, εθελοντς αλλ και κρατομενους, τους οποους υποχρωσαν να διαπρξουν τη δολοφονα του υπ την απειλ της εκτλεσης. Οι περισστεροι απ αυτος δεν γνριζαν καν ποιος εναι αυτς που εχαν διαταχθε να δολοφονσουν. Για τη δολοφονα κατηγορθηκαν ακροδεξιο πολιτικο και επιχειρηματικο κκλοι, μλη επιφανν οικογενειν της Γρανδας, καθς και κποιοι προερχμενοι απ την κρως συντηρητικ οικογνεια του πατρα του, οι οποοι ταν ξαλλοι με τον πατρα και ως εκδκηση σκτωσαν τον γιο. τανε μλις 38 ετν. Ο τφος του δεν βρθηκε ποτ, εν καινορια στοιχεα δνουν νο στγμα για τον εντοπισμ του.

     λλα ργα του επσης τανε: Τα Μγια Της Πεταλοδας 1925, Τα Πρτα Τραγοδια 1926, Τραγοδια 1927, Δκτωρ Περλιμπλν & Μπελσα (Οι Φασουλδες Του Κατσιπρρα) 1928.

--------------------------

 * cante jondo: βαθ, μχιο τραγοδι, το αρχαιτερο λακ, ανδαλουσιαν τραγοδι, το βασικ δηλαδ. λλα μετεπτυγμνα εδη εναι η siguiriya (σιγκιργια), η jeliana (χελινα), η copla (κπλα) κι η martinete (μαρτιντα), που τραγουδιονται χωρς συνοδεα κιθρας, και: solea (σολε), η polo (πλο), η saeta (σατα, σατα) κλπ εναι επσης διφορες μορφς του που τραγουδιονται με κιθρα. flamenco (φλαμνκο), υτ που σμερα θεωρεται γνσιο φλαμνκο, το τραγοδι των Τσιγγνων της Ανδαλουσας, καθιερθηκε στα τλη του 17ου αι. Το παλαιτερο εδος φλαμνκο εναι γνωστ ως κντε χντο (Cante Jondo: μια ανδρικ φων, χωρς συνοδεα οργνων, διηγεται λυπητερς ιστορες. Αργτερα προστθηκε η κιθρα κι ο χορς. Επσης ταυτσημο (και κατ τον Λρκα, εκχυδασμνη μορφ του) εναι: το cante flamenco (κντε φλαμνκο) με μορφς πως: οι granadinas (γραναδνες), τα fantango (φαντνγκο), οι malaguenas (μαλαγκνιες), οι sevillanas (σεβιλινες), οι rondenas (ροντνες) κλπ. Ο Λρκα μελτησε πρα πολ λα τοτα τα εδη κι δωσε πολλς διαλξεις.

** romancero gitano: ρομανθρο, λξη μεσαιωνικ που σημανει τη συστηματικ συλλογ μπαλαντν, ορζεται δε η romanza (ρομντσα) σαν επικολυρικ ποημα τραγουδομενο με συνοδεα κποιου μουσικο οργνου. χιτνο δε, εναι ο τσιγγνος, το τσιγγνικο και ribirena (ριμπιρνια) εναι το παρχθιο τραγοδι.
----------------------------------

                                    Duende

   (αφιερωμνο στη Δαφνολα Χρονοπολου απ μνα  Χ. Π.)

Κυρες και Κριοι...
     Απ το 1918 που γινα δεκτς στο Σπτι των Φοιτητν στη Μαδρτη, ως το 1928 που φυγα χοντας συμπληρσει τις σπουδς μου στη Φιλοσοφικ Σχολ, χω ακοσει πνω απ χλιες διαλξεις σ' αυτ την δια εκλεπτυσμνη αθουσα που σχναζε η παλι αριστοκρατα της Ισπανας για να διορθσει την επιπολαιτητα που 'φερνε μαζ της γυρζοντας απ τις γαλλικς πλαζ.
     Με τη βαθει μου ανγκη για το φως του λιου και τον αρα, η ψυχ μου γμισε τση πλξη, που φεγοντας απ κει μσα νιωσα να με σκεπζει να λεπτ στρμα στχτης που λγο λειπε να γνει καυτερ πιπρι εκνευρισμο. Ε, λοιπν, χι. Σμερα, σ' αυτ την αθουσα, δε θλω να μπει η τρομερ αλογμυγα της βαρεμρας που δνει κθε κεφλι με την λη κλωστ του πνου και ρχνει στα μτια των ακροατν χιλιδες μικροσκοπικς βελνες.
     Απλ, με τον τνο της ποιητικς μου φωνς που δεν χει οτε αποχρσεις ξλου, οτε λαβυρνθους δηλητηρου, οτε αρνι που ξαφνικ γνονται μαχαρια ειρωνεας, θα προσπαθσω να σας δσω να μθημα απλ για το κρυμμνο πνεμα της πληγωμνης Ισπανας.
     ποιος ταξιδεει σε κενο το τεντωμνο πετσ ταρου που απλνεται ανμεσα στον Χοκαρ, τον Γκουανταλτε, τον Σλ και τα ποτμια της Πισουργκα, αργ γργορα θ' ακοσει την κφραση: Αυτ χει πολ ντουντε. Ο Μανουλ Τρρες, νας μεγλος καλλιτχνης της Ανδαλουσας, επε κποτε σ' ναν λλο τραγουδιστ: "χεις φων, χεις στυλ, μως ποτ δε θα πετχεις γιατ δεν χεις καθλου ντουντε".
     Σ' ολκληρη την Ανδαλουσα, απ' το βρχο του Χαν μχρι τα στρακα του Καντθ, οι νθρωποι μιλον συνχεια για το ντουντε κι ταν φανε, το νστικτ τους δεν τους γελ ποτ. Το αναγνωρζουν αμσως. Ο θαυμσιος τραγουδιστς του φλαμνκο, Ελ Λεμπριχνο, δημιουργς του ντμπλα, παραλλαγς του Ανδαλουσιανο κντε χντο (βαθιο τραγουδιο) επε: ταν τραγουδ με ντουντε κανες δεν παραβγανει μπρος μου!. Η γρια τσιγγνα χορετρια Λα Μαλνα φναξε κποτε ακογοντας τον Μπραλφσκυ να παζει να κομμτι του Μπχ: "λε! Αυτ χει ντουντε". μως ο Γκλοκ, ο Μπρμς κι ο Νταρις Μιλ την καναν να βαρεθε. Κι ο Μανουλ Τρρες, που μες στις φλβες του τρχει περισστερη κουλτορα απ' ,τι σ' οποιονδποτε λλον νθρωπο που γνρισα ποτ, ακογοντας τον διο τον Ντε Φλια να παζει το Νοκτορνο Ντλ Χενεραλφε, επε αυτ τη θαυμαστ κουβντα: ",τι χει μαρους χους χει ντουντε". Και δεν υπρχει μεγαλτερη αλθεια.
     Αυτο οι μαροι χοι εναι το μυστριο, οι ρζες που απλνονται κτω βαθι στο πλοσιο χμα, γνωστ μα κι γνωστο σ' λους μας, απ' που μως βγανει ,τι αληθιν χει να δεξει η τχνη. Ο Ισπανς νθρωπος του λαο μλησε για μαρους χους και λγοντας αυτ, συμφωνε με τον μεγλο Γκατε που δωσε τον ορισμ του ντουντε ταν μιλντας για τον Παγκαννι του απδωσε μια μυστρια δναμη που λοι νιθουμε μα που καννας φιλσοφος δεν εξγησε ποτ. τσι, το ντουντε εναι μια δναμη κι χι μια λειτουργα, μια πλη κι χι μια αφηρημνη ννοια. κουσα κποτε να γρο κιθαρστα να λει: Το ντουντε δε βρσκεται στο λαργγι. Το ντουντε ανεβανει απ' τις γυμνς πατοσες των ποδιν. Που σημανει πως δεν εναι μια ικαντητα, μα αληθιν μορφ, αμα, αρχαα κουλτορα, στιγμ δημιουργας. Αυτ η μυστρια δναμη που λοι νιθουμε και που καννας φιλσοφος δεν εξγησε ποτ, εναι το διο το πνεμα της γης. Εναι το διο εκενο το ντουντε που φλγισε κι κανε στχτες την καρδι του Ντσε που γρευε τις εξωτερικς του μορφς στη γφυρα του Ριλτο και στη μουσικ του Μπιζ, χωρς ποτ ν' αντιληφθε πως το ντουντε που κυνηγοσε εχε πηδσει απ τους μυστηριακος λληνες στους χορευτς του Καντθ και στη στραγγαλισμνη Διονυσιακ κραυγ του Σιλβριο σαν τραγουδ μια σιγγιργια. (βλ. νω, εξηγονται λα τοτα Π.Χ.)
     Δε θλω να μπερδψει κανες το ντουντε, που βασικ σημανει γιο πνεμα, με το θεολογικ δαμονα της αμφιβολας του Λοθηρου που με μια βακχικ σχεδν μανα του πταξε να καλαμρι στη Νυρεμβργη, οτε με το Καθολικ δαμονα, τον καταστρεπτικ κι χι και τσο ξυπνο, που μεταμορφνεται σε σκλα για να μπει σε μοναστρια καλογριν. χι. Το σκοτειν κι ολτρεμο ντουντε για το οποο μιλ, εναι απγονος του εθυμου δαμονα Σωκρτη, λο αλτι και μρμαρο, που ρμησε ξφρενα κι ρχισε να τσαγκρουν τον κριο του τη μρα που πρε το κνειο. Απγονος επσης και του μελαγχολικο δαμονα του Ντεκρτ, μικρο σαν πρσινο αμγδαλο, που μπουχτισμνος απ κκλους και γραμμς βγαιναν ξω τις νχτες και περπατοσε πλι στα κανλια ν' ακοσει τους μεθυσμνους ναυτικος να τραγουδον.
     Κθε σκαλ που ανεβανει νας νθρωπος, πως θα 'λεγε ο Ντσε, νας καλλιτχνης, στον πργο της τελεωσης του γνεται στερα απ σκληρ μχη μ' να ντουντε. χι μ' ναν γγελο, πως χουνε πει, οτε με μια μοσα. Εναι ανγκη να γνει αυτ το βασικ ξεχρισμα για να φτσει κανες στην καρδι ενς ργου. Ο γγελος καθοδηγε και προικζει με δρα, πως ο γιος Ραφαλ, φρουρε κι υπερασπζει, πως ο γιος Μιχαλ, προειδοποιε πως ο γιος Γαβριλ. Ο γγελος μπορε να θαμπσει αλλ δεν καταφρνει τποτε περισστερο απ' το να πετξει ανλαφρα πνω απ' το κεφλι του ανθρπου. Σκορπζει τη χρη του, κι ο νθρωπος, χωρς καμι σχεδν προσπθεια δημιουργε, αγαπιται, χορεει.
     Ο γγελος στο δρμο της Δαμασκο, ο γγελος που γλστρησε μες απ' τα ξλινα ανογματα του μικρο παραθυριο στην Ασσζη κι εκενος που ακολοθησε τα βματα του μυστικιστ Χιντριχ Σοζο, εναι νας γγελος που προστζει και κανες δε μπορε ν' αντισταθε στη λμψη του γιατ ανοιγοκλενει τις ατσαλνιες του φτερογες στα σνορα των εκλεκτν.
     Η μοσα υπαγορεει και που και που εμπνει. Τα σα μπορε, εναι σχετικ λγα γιατ μακρανει και εξαντλεται τσο γργορα -την εδα δυο φορς- που αναγκστηκα να την περιγρψω με τη μισ καρδι της απ μρμαρο. Οι ποιητς που εμπνονται απ' αυτν, ακον φωνς χωρς να ξρουν απ που ρχονται. ρχονται απ' τη μοσα που τους ενθαρρνει και καμι φορ που τους καταβροχθζει κιλας. Αυτ ταν κι η περπτωση του Απολλιναρ, ενς μεγλου ποιητ, που τον κατστρεψε η μοσα, η δια εκενη που ζωγρφισε πλι του ο θαυμσιος κι αγγελικς Ρουσσ. Η μοσα ξυπν την εξυπνδα και φρνει μαζ της τοπα με κολνες και μια ψετικη γεση δφνης. Πολ συχν η εξυπνδα εναι εχθρς της ποησης γιατ μιμεται πολ, γιατ υψνει τον ποιητ σ' να θρνο στημνο σε κοφτερς κι απτομες κρες κνοντς τον να ξεχν πως ξαφνικ, απ στιγμ σε στιγμ, εκε που κθεται, μπορε να τον κατασπαρξουνε τα μυρμγκια μια πελρια ακρδα γεμτη φαρμκι να πσει πνω στο κεφλι του.
     Ενντια σ' λα αυτ, οι μοσες που φωλιζουν στο μονκλ στην απαλ ζεστασι των βερνικωμνων τριαντφυλλων ενς κομψο σαλονιο, εναι εντελς ανσχυρες. Ο γγελος κι η μοσα ρχοντ' απ' ξω. Ο γγελος χαρζει ακτινοβολα, η μοσα δνει μορφς (ο Ησοδος διδχθηκε απ' αυτς). Χρυσ φλλο πτυχ χιτνα ο ποιητς δχεται τα καλοπια τοιμα, καθισμνος ανμεσα στους θμνους της δφνης του. Το ντουντε, μως, πρπει να ξυπν μες στα δια κτταρα του αματος.
     Πρπει να σπρξουμε μακρι τον γγελο, να διξουμε με κλωτσις τη μοσα και να χσουμε το φβο που μας γμιζε το βιολετ ρωμα που αναδνει η ποηση του δεκτου ογδου αινα και το τερστιο τηλεσκπιο που απλωμνη πνω στους φακος βρσκεται η μοσα χλωμ κι ρρωστη απ τα δια τα ρι της.
     Η αληθιν μχη εναι το ντουντε!
     Αν θλει κανες, ξρει τον τρπο να φτσει στο Θε. Με την αγριδα του ερημτη με την κρυφ φων του μυστικιστ. Μ' ναν πργο σαν της Αγας Τερζας με τα τρα μονοπτια του Αγου Ιωννη του Σταυρο. Κι ακμα κι ταν αναγκαστομε ν' αναφωνσουμε με τον Ησαα: Αληθιν, εσ εσαι ο μυστικς Θες!, τελικ ο Θες στλνει τα πρτα αγκθια της φωτις του σ' ποιον τον γυρψει.
     Για να βρομε το ντουντε δεν υπρχει τποτε να μας βοηθσει. Οτε χρτης οτε σωστο τρποι. Το μνο που ξρουμε εναι πως καει αμα σαν κοπανιστ γυαλ, πως εξαντλε, πως σβνει τη γλυκει γεωμετρα που μθαμε, πως κλωτσ λα τα στυλ, πως κνει τον Γκγια, ζωγρφο του γκρζου, του ασημνιου κι εκενου του ροζ στην καλτερη αγγλικ παρδοση να ζωγραφζει με τις γροθις και τα γνατα τρομερ μαρα κατρμια, πως αφνει το Σντο Βερνταγκ ολγυμνο στον κρο αρα των Πυρηναων, πως σπρχνει το Χρχε Μανρκε να περιμνει το θνατο στην ερημι της Οκνια, πως ντνει το λεπτοκαμωμνο σμα του Ρουσσ στο πρσινο κοστομι του ακροβτη και βζει τα μτια ενς ψφιου ψαριο στον κμη Λωτρεαμν στο Βουλεβρτο του πρωινο.
     Οι μεγλοι καλλιτχνες της Βρειας Ισπανας, ετε χορεουν, ετε παζουν κιθρα, ετε τραγουδον, ξρουν καλ πως χωρς τον ερχομ του ντουντε δεν υπρχει αληθιν συγκνηση. Μπορον αν θλουν να ξεγελσουν ν ολκερον ακροατριο δνοντας την εντπωση πως φλγονται απ ντουντε, πως καθημεριν γελιμαστε απ ζωγρφους, συγγραφες και καλλιτεχνικ ρεματα χωρς χνος ντουντε. Αν μως προσξει κανες καλ και δεν αφσει την αδιαφορα του να τον παραπλανσει, αργ γργορα η απτη θα ξεσκεπαστε και το ψετικο κατασκεασμα του ντουντε θα το βλει στα πδια.
     Κποτε, η Ανδαλουσιαν τραγουδστρια του φλαμνκο* Παστρα Παβν, Το Κορτσι Με Τις Κτνες, μια σκοτειν και βαθει Ισπανικ μεγαλοφυα εφμιλλη του Γκγια και του εξασιου ταυρομχου Ραφαλ ελ Γκγιο, τραγουδοσε σε μια μικρ ταβρνα του Καντθ. Τραγουδοσε με τη φων λο σκι και λειωμνο μταλλο, με τη φων της σκεπασμνη με φκια, πλεγμνη στα μακρι μαλλι της. Στιγμς τη μοσκευε σε μανχανγια, στιγμς την χανε σε σκοτειν κι απμακρα δση. Μα τποτε. Τα ακροατριο μεινε ακνητο. Δε χειροκρτησε κανες. Ανμεσα σ' αυτος που την ακογανε, βρισκτανε κι ο Ιγκνθιο Εσπελτα, ωραος σα ρωμακ χελνα, που ταν κποτε τον ρτησαν: -Πς γνεται και δεν εργζεσαι ποτ;, μ' να χαμγελο ξιο του πμπλουτου και μακριου βασιλι της Ταρνησο Αργανθνιο, απντησε: -Γιατ να εργαστ, αφο πατρδα μου εναι το Καντθ;
     ταν εκε κι η Ελοσα, η φλογερ αριστοκρατικ πρνη της Σεβλλης, μεση απγονος της Σολδα Βργκας που το 1830 αρνθηκε να παντρευτε να Ρτσιλντ γιατ στις φλβες του τρεχε αμα καττερο απ' το δικ της. τανε κι οι Φλορντας που πολλο τους νομζουνε χασπηδες εν στη πραγματικτητα εναι αρχαοι ιερες που συνεχζουν να θυσιζουν ταρους στο Γηρυνη. Και σε μια γωνι στεκτανε κι εκενη η επιβλητικ μορφ, ο Ντον Πμπλο Μουρομπε, που 'τρεφε ταρους, μ' να πρσωπο σα μσκα της Κρτης. Μνο νας μικρσωμος ντρας, νας απ' αυτος τους χορευτς με τη γυναικεα σχεδν ευαισθησα που ξαφνικ πετιονται πσω απ μποτλιες σπρο μπρντυ, επε με φων χαμηλ, γεμτη σαρκασμ: Ββα Παρ! σα να 'θελε να πει: Εδ δε ζητμε κλπα και δεξιοτεχνες! Εδ ζητμε κτι λλο!.
     Μλις τ' κουσε Το Κορτσι Με Τις Κτνες, τινχτηκε σα δαιμονισμνη, σαν τσακισμνη μοιρολογτρα του Μεσαωνα, κατπιε μονοροφι μια γεμτη κοπα καθγια, να κρασ απ νερ φωτις και κθισε ξαν να τραγουδσει -χωρς φων, χωρς ανσα, χωρς παιχνδια και τσακσματα με το λαιμ να καει σαν ηφαστειο αλλ με... ντουντε. Κατφερε να γκρεμσει τις σκαλωσις του τραγουδιο, ν' αφσει το δρμο ελεθερο σ' να μανιασμνο και φλογερ ντουντε, σντροφο των ανμων που ξεσηκνουν την μμο στην ρημο, που 'κανε αυτος που την κουγαν ν' αρχσουν να σκζουν τα ροχα τους με τον διο ρυθμ που προσεχονται οι Νγροι στα νησι της Καραβικς μπρος στο εικνισμα της Αγας Βαρβρας.
    Το Κορτσι Με Τις Κτνες αναγκστηκε να κνει κομμτια τη φων του γιατ ξερε πως καθισμνοι γρω κουγαν οι εκλεκτο, που ζητοσαν χι τη μορφ, μα το μεδολι της μορφς, μια μουσικ μεταρσιωμνη στη πιο γνσια ουσα. πρεπε να φτωχνει λη της την ικαντητα και τα βοηθματα, πρεπε δηλαδ να διξει τη μοσα και να μενει μνη για να μπορσει να 'ρθει το ντουντε, να παλψει στθος με στθος, ελεθερη μαζ του. Και πως τραγοδησε! Τρα καιγταν ολκληρη, η φων της εχε γνει να σιντριβνι απ αμα που σου 'κοβε την ανσα με τον πνο και την αλθεια της κι νοιγε σαν το δεκαδκτυλο χρι που σχηματζουν τα καρφωμνα μα γεμτα θελλα πδια ενς Χριστο φτιαγμνου απ τον Χουν ντε Χονι.
     Ο ερχομς του ντουντε προποθτει πντοτε μια ριζικ αλλαγ λων των μορφν που στηρζονται σε παλις βσεις. Φρνει μαζ του να συνασθημα φρεσκδας εντελς πρωτγνωρο τσι πως μοιζει με καινοργιο τριαντφυλλο, με θαμα, γεννντας στο τλος να σχεδν θρησκευτικ ενθουσιασμ.
     Σ' λους τους αραβικος χορος και τ' αραβικ τραγοδια η παρουσα του ντουντε γνεται δεκτ με κραυγς: Αλ! Αλ!, Θε! Θε!, που δε διαφρει πολ απ το Ολ της ταυρομαχας. Και στα τραγοδια της Βρειας Ισπανας η εμφνιση του ντουντε χαιρετζεται πντα με την κραυγ Ββα Ντος!, Ζτω ο Θες!, μια βαθει ανθρπινη και τρυφερ κραυγ επικοινωνας με το Θε μες απ' τις πντε αισθσεις με τη βοθεια του ντουντε, που συγκλονζει τη φων και το σμα του χορευτ, μια αληθιν και ποιητικ φυγ απ' αυτν τον κσμο, το διο αγν με κενη που ορθνει μσα απ' τους επτ του κπους ο ανεπανληπτος σχεδν ποιητς του 17ου αι., Πντρο Στο ντε Ροχζ κι ο γιος Ιωννης της Κλμακος στη ταραγμνη σκλα του θρνου του.
     Εναι λοιπν φυσικ, σα φτσει αυτ η φυγ, να νισουν λοι την επδραση της - οι μυημνοι που ξρουν πως το στυλ μπορε να κατακτσει και το φθηντερο υλικ, μα κι οι λλοι, οι αμητοι, που νιθουν μια απροσδιριστη αλλ πρα για πρα αυθεντικ συγκνηση. Πριν απ μερικ χρνια σ' να χορ στο Χερθ ντε λα Φροντρα, μια γρι ογδντα ετν νκησε πανμορφες γυνακες και κορτσια με μσες σα νερ, υψνοντας απλς τα χρια, ρχνοντας πσω το κεφλι και κτυπντας τα πδια στα σανδια. Ανμεσα σε μοσες κι αγγλους, ανμεσα σε καλλονς κορμιο και καλλονς χαμγελου, το ετοιμοθνατο ντουντε, σρνοντας τα φτερ του τα φτιαγμνα απ σκουριασμνα μαχαρια, δε γιντανε παρ να νικσει, -και νκησε.
     λες οι Τχνες μπορον να 'χουνε ντουντε, το πεδο μως εναι πιο πλοσιο στη μουσικ, στο χορ και στη ποηση που απαγγλλεται, γιατ απαιτονε για ερμηνευτ να σμα ζωνταν -εναι μορφς που γεννιονται και πεθανουν ακατπαυστα και καθορζονται απ ακριβς παρν. Συχν, το ντουντε του συνθτη περν στον ερμηνευτ. Αξζει να σημειωθε πως ακμα κι αν ο συνθτης ο ποιητς εναι ψετικος, το ντουντε του ερμηνευτ μπορε να δημιουργσει νο θαμα που πολ λγο να μοιζει με το αρχικ δημιοργημα. Ττοια υπρξεν η περπτωση της Ελεονρα Ντοζε, που ξθαβε αποτυχες για να τις κνει επιτυχες, χρη σ' αυτ που κενη τους δινε. του Παγκαννι που σμφωνα με τον Γκατε μποροσε να συνθσει μελωδες απ εντελς απλοκος σκοπος και του απολαυστικο εκενου κοριτσιο στο Πουρτο ντε Σντα Μαρα που το εδα κποτε να τραγουδ και να χορεει εκενο το τρομερ ιταλικ τραγοδι ! Μαρ! με ττοιο ρυθμ, ττοιες πασεις και ττοιο νημα, που κατφερε απ το φτην τραγοδι να φτιξει να ολρθο σκληρ φδι απ χρυσφι. Σ' λες αυτς τις περιπτσεις, ο ερμηνευτς ξανπλαθε την αρχικ δημιουργα: αμα ζεστ και καλλιτεχνικ μεγαλοφυα ζωντνευαν σματα πεθαμνα, δεια απ κφραση.
     λες οι Τχνες κι λες οι χρες εναι ικανς για ντουντε, για μοσα για γγελο. Η Γερμανα, ξω, απ λγες εξαιρσεις, κυβερνιται απ τη μοσα. Η Ιταλα χει μονμως ναν γγελο. Η Ισπανα καγεται αδικοπα απ' το ντουντε! Γιατ εναι μια χρα αρχαας μουσικς κι αρχαου χορο, που το ντουντε στβει λεμνια απ ξημρωμα. Μια χρα θαντου, μια χρα ανοιχτ στο θνατο. Σε κθε χρα, ο θνατος εναι να τλος. Φτνει, και τα παραθυρφυλλα κλενουν. χι στην Ισπανα. Στην Ισπανα ανογουν. Πολλο Ισπανο ζουν ανμεσα σε τσσερις τοχους ως τη μρα που θα πεθνουν και ττε τους βγζουν ξω στον λιο. Σε καμι λλη χρα ο πεθαμνος δεν εναι πιο ζωντανς απ' την Ισπανα. Το προφλ του κβει σα κψη ξυραφιο. Τα αστεα γρω απ το θνατο και μαζ κι η σιωπηλ τους ενατνιση εναι πργματα γνωστ στους Ισπανος. Απ' το νειρο Των Νεκροκεφαλν του Κεβδο μχρι το Σπισμα Του Επισκπου του Βλντες Λελ, κι απ τη Μπαρμπλα του 17ου αι. που πθανε την ρα της γννας στη δημοσι λγοντας:

Το αμα της μτρας μου
Σκεπζει τρα τ' λογο,
Τα πταλα του αλγου σου
Αστρφτουν φωτι πσσας...

...ως το παλικρι απ' τη Σαλαμνκα που σκοτθηκε τελευταα απ να ταρο φωνζοντας την ρα που πθαινε:

Φλοι πεθανω!
Φλοι την χω σκημα!
Τρα μαντλια
Γμισαν τα σπλχνα μου,
Κι αυτ εδ εν' το τταρτο...

...απλνεται νας φρκτης απ νιτρικ λουλοδια και πσω του νας λας που ατενζει σκεφτικ το θνατο. νας λας που στις πιο δσκολες στιγμς του εμπνεται απ τους στχους του Ιερεμα και στις πιο λυρικς απ μυροφρα κυπαρσια. Μα ακμα, νας λας που πιστεει πως ,τι χει μεγαλτερη σημασα κουβαλει μσα του τον αμετκλητο, μεταλλικ αντλαλο του θαντου. Το μαχαρι κι η ρδα της μαξας, το ξυρφι και τ' γρια γνια των βοσκν, το γυμν φεγγρι,η μγα, τα υγρ ντουλπια, οι ιερς εικνες οι σκεπασμνες μ' σπρη νταντλλα, ο ασβστης, η γραμμ των γεσων και των τζαμνιων μπαλκονιν στην Ισπανα κρβουν μια λεπτ χλη θαντου καθς και φωνς και σμβολα για το γρυπνο μυαλ ταρζοντας τη μνμη μας με τον ασλευτο αρα π' αφνει πσω του το πρασμα μας.
     Ο δεσμς της Ισπανικς τχνης με τη γη δεν εναι τυχαος. Εναι μια τχνη που πνγεται στ' αγκθια και στις πτρες. Ο θρνος του Πλεμπριο κι οι χορο του μεγλου Χοσφ Μαρα ντε Βαλντεβιλσο δεν αποτελον μεμονωμνα παραδεγματα. Δεν εναι καθλου σμπτωση πως απ' λες τις μπαλντες της Ευρπης το ερωτικ αυτ Ισπανικ τραγοδι ξεχωρζει:

-Αν εσαι εσ η αγαπημνη μου,
Γιατ δε με κοιτζεις, πες μου;
-Κποτε εχα μτια να σε δω,
τρα στη σκι τα' χω δοσμνα.

-Αν εσαι εσ η αγαπημνη μου,
Ττε γιατ δε με φιλς, αλθεια, πες μου!.
-Κποτε εχα χελια για φιλι,
τρα στη γη τα' χω χαρσει.

-Αν εσαι εσ η αγαπημνη μου,
Γιατ δεν μ' αγκαλιζεις, πες μου !
-Κποτε εχα χρια για αγκαλι,
Τρα σκουλκια χουν γεμσει.

     Οτε απορε κανες ταν συναντ το τραγοδι αυτ στη παλιτερη λυρικ ποηση της Ισπανας:

Στον κπο θα πεθνω
Στο θμνο της τριανταφυλλις θα σκοτωθ.
Λγα τριαντφυλλα πγα να κψω
Βρκα το θνατο στον κπο
Μνα γλυκει!
Λγα τριαντφυλλα πγα να κψω
Μνα γλυκει!
Βρκα το θνατο να περιμνει
Κρυμμνο στην τριανταφυλλι!
Στον κπο θα πεθνω
Στο θμνο της τριανταφυλλις θα σκοτωθ.

     Τα κεφλια τα παγωμνα στο φως του φεγγαριο που τα ζωγρφισε ο Θουρμπαρν, το κτρινο του βουτρου και το κτρινο του κεραυνο του Ελ Γκρκο, η πρζα του Φρ Σιγκουνθα, ολκληρο το ργο του Γκγια, η κμαρα της εκκλησας στο Εσκοριλ, λη η πολχρωμη γλυπτικ της Ισπανας, η κρπτη του παλατιο της Οσονα, Ο Θνατος Με Τη Κιθρα στο παρεκκλσι του Μποναβρντες στη Μεντνα ντε Ριοσκο, ολ' αυτ εναι τα καλλιτεχνικ αντστοιχα των ζωντανν πανομοιτυπων στην καθημεριν ζω της Ισπανας, πως το προσκνημα στον γιο Ανδρα του Τεχδο που οι πεθαμνοι χουν θση στην πομπ, τα μοιρολγια που τραγουδον στο φως των φαναριν οι γυνακες της Αστορια τις νχτες του Νομβρη, ο χορς της Σβυλλας στις καθεδρικς εκκλησες του Τολδο και της Μαγιρκα, το σκοτειν θρησκευτικ ργο ν Ρικρτ της Τορτσα, οι αμτρητες λιτανεες της Μ. Παρασκευς που μαζ με τη πολ σαφ γιορτ της ταυρομαχας αποτελον το λακ θραμβο του θαντου στην Ισπανα. Απ' λες τις χρες του κσμου μνο το Μεξικ μπορε να παραβγε την Ισπανα σ' αυτ.
     Μλις η μοσα μυριστε το θνατο, κλενει τη πρτα, υψνει μνημεο, παρελανει νεκρσιμη υδρα γρφει με χρι κρινο, επιτφιο κι αρχζει να μαδ το στεφνι της σε μια σιωπ που τρεμοσβνει ανμεσα σε δυο θλιμμνες αρες. Κτω απ' τη ρημαγμνη αψδα της ωδς δνει με πνθιμα δκτυλα τα τλεια λουλοδια που ζωγρφισαν οι Ιταλο τον 15ο αι. και καλε τον καθησυχαστικ πετειν του Λουκρητου να τρομξει και να διξει μακρι ανυποψαστες σκις.
     ταν ο γγελος υποψιαστε το θνατο, κνει ναν αργ κκλο κι ρχεται και γνθει με νρκισσους και παγωμνα δκρυα το ελεγειακ ποημα που εδαμε να τρμει στα χρια του Κτς, του Βιγιασαντνο, του Ερρρα, του Μπκερ και του Χουν Ραμν Χιμνεθ. Αλλ τι σγχυση, τι πανικς, αν ο γγελος νισει μια τση δα αρχνη ν' αγγζει τα ροδαλ του δκτυλα!
     Το ντουντε δεν εμφανζεται καν αν δεν δει κποια πιθαντητα θαντου, αν δεν πειστε πως θα μπαινοβγε ελεθερα στο σπτι του, αν δεν εναι σγουρο πως θα ταρξει εκενα τα κλαρι που λοι κουβαλμε μσα μας και που θα μενουν για πντα απαρηγρητα.
     Στη σκψη, στον χο και στη κνηση, το ντουντε σπρχνει το δημιουργ σε μιαν αντρκεια, τμια πλη στο χελος του πηγαδιο. Κι εν η μοσα κι ο γγελος αποσρονται με το βιολ με το διαβτη τους, το ντουντε πληγνει και στο γιτρεμα αυτς της πληγς που ποτ δεν κλενει, βρσκεται η ρζα ,τι πρωτγνωρου και θαυμαστο κρβει το ργο του ανθρπου. Η μαγικ ιδιτητα ενς ποιματος στηρζεται στη συνεχ παρουσα του ντουντε τσι που εκενος που το αντικρζει να βαφτζεται σε σκοτειν νερ. Γιατ με το ντουντε εναι πιο εκολο να νισεις και ν' αγαπσεις και ξρεις πως και 'σενα θα σε νισουν, πως και συ θ' αγαπηθες. Κι αυτς ο αγνας για κφραση και για την επικοινωνα της κφρασης φτνει σε στιγμς που παρνει στη ποηση τη μορφ μιας πλης μχρι θαντου.
     Ας θυμηθομε την περπτωση της Αγας Τερζας, της κατ' εξοχν φλαμνκα, που εχε το ντουντε μσα της, χι επειδ με τρεις εξασιες κινσεις σταμτησε ναν γριο ταρο, πργμα που 'γινε, χι γιατ καυχθηκε για την ομορφι της μπρος στον Φρ Χουν Ντε Λα Μιζρια. οτε γιατ χαστοκισε τον απεσταλμνο του Ππα -αλλ γιατ υπρξε απ' τους λγους εκλεκτος που το ντουντε (χι ο γγελος, ο γγελος δεν επιτθεται ποτ) κρφωσε μ' να βλος γυρεοντας να τη σκοτσει επειδ του 'κλεψε το τελευταο του μυστικ -τη λεπτ εκενη γφυρα που εννει τις πντε αισθσεις με το κντρο της ζως μετουσιωμνο σε γυμν σρκα, γυμν σννεφο, γυμν θλασσα: του ρωτα πρα απ' το Χρνο.
     Υπρξε μια υπροχη νικτρια του ντουντε αντθετα απ τον Φλιππο της Αυστρας που κυνηγντας γεμτος λαχτρα τη μοσα και τον γγελο της θεολογας, βρθηκε φυλακισμνος απ' το ντουντε του ψυχρο πθους στο παλτι του Εσκοριλ που η γεωμετρα σκλαβνει και το νειρο και το ντουντε φορ τη μσκα της μοσας προς αινια τιμωρα του μεγλου βασιλι.
     Επαμε πως το ντουντε γυρεει τη πληγ, το χελος του γκρεμο κι τι εμφανζεται πντα εκε που οι μορφς χνονται η μια μσα στην λλη σε μια νοσταλγα βαθτερη απ' την εξωτερικ κφρασ τους. Στην Ισπανα (πως και στην Ανατολ, που ο χορς εναι εκδλωση θρησκευτικ), το ντουντε ασκε απεριριστη εξουσα πνω στα σματα των χορευτν του Καντθ που μνησε ο Μαρτιλις, στα στθεια των τραγουδιστν που μνησε ο Γιουβενλις και σ' λη τη τελετ της ταυρομαχας, ενς πργματι θρησκευτικο δρματος που, πως και στη θεα λειτουργα, λατρεεται και θυσιζεται νας θες. Εναι σα να συγκεντρνεται λος ο δαιμονισμς του κλασικο κσμου σ' αυτ το τλειο θαμα, σμβολο του πολιτισμο και της μεγλης ευαισθησας ενς λαο που ανακλυψε τον ωραιτερο θυμ, την ωραιτερη μελαγχολα και τον ωραιτερο πνο του ανθρπου. Οτε στον Ισπανικ χορ οτε στην ταυρομαχα υπρχει καμι διασκδαση. Το ντουντε φροντζει να γεννσει τον πνο μσα στο δρμα, ξεκινντας απ ζωντανς μορφς κι ετοιμζει τη σκλα της φυγς απ' την πραγματικτητα που μας περιβλλει.
     Το ντουντε επιδρ πνω στο σμα της χορετριας πως ο νεμος πνω στην μμο. Με μαγικς δυνμεις μεταμορφνει να απλ κορτσι σε φεγγαρπληκτη παραλυτικ, κνει να τσακισμνο γεροζητινο που γυρζει τις ταβρνες να κοκκινζει σαν φηβος, κρβει μσα σε μακρις πλεξδες το ρωμα του λιμανιο τη νχτα και κθε στιγμ εμπνει στα χρια κινσεις που γννησαν τους χορος λων των καιρν.
     Μα αξζει να τονιστε πως το ντουντε δεν επαναλαμβνεται ποτ, πως τα σχματα της θλασσας δεν επαναλαμβνονται ποτ στη θελλα. Το ντουντε φτνει την πιο εντυπωσιακ μορφ του στη ταυρομαχα, γιατ απ' τη μια χει να παλψει με το θνατο που μπορε να φρει τη καταστροφ κι απ' την λλη με τη γεωμετρα, με το μτρο, που αποτελονε τη βση αυτο του θεματος. Ο ταρος χει τη τροχι του, ο ταυρομχος τη δικι του κι ανμεσα στις δυο τροχις υπρχει να σημεο υπρτατου κινδνου που βρσκεται το αποκορφωμα του τρομερο παιχνιδιο. Εναι δυνατ να οδηγε η μοσα τη μουλτα κι ο γγελος τη μπαντεργιας και να θεωρηθε καλς ο ταυρομχος. Μα την ρα της κπας, ταν ο ταυρομχος ειν' ακμα δυνατς, χωρς πληγς κι αργτερα, την ρα του τελικο φνου, εν' απαρατητη η βοθεια του ντουντε. Ο ταυρομχος που προκαλε επιδεικτικ το θνατο τρομζοντας το κοιν δεν κνει ταυρομαχα. Βρσκεται απλς στη παρλογη εκενη κατσταση του ανθρπου που παζει με τη ζω του. Κι αυτ το κνει ο καθες. Ο λλος, ο ταυρομχος που τονε δαγκνει το ντουντε, δνει να τλειο μθημα Πυθαγρειας μουσικς, τσο τλειο που ξεχνμε πως ρχνει συνχεια τη καρδι του στα θυμωμνα κρατα του ταρου.
     Ο Λαγκαρτχο με το ρωμακ του ντουντε, ο Χοσελτο με το εβρακ του ντουντε, ο Μπελμντε με το μπαρκ του ντουντε κι ο Καγκντσο με το τσιγγνικ του ντουντε, απ το σορουπο της αρνας δεχνουνε σε ζωγρφους, ποιητς και μουσικος τα τσσερα μεγλα μονοπτια της Ισπανικς παρδοσης.
     Η Ισπανα εναι η μνη χρα που ο θνατος υποδχεται την κθε νοιξη με μεγλες σλπιγγες κι που η τχνη κυβερνιται πντα απ να οξτατο ντουντε που της χει δσει τον ξεχωριστ της χαρακτρα και τη φρεσκδα της.
     Το ντουντε που για πρτη φορ στη γλυπτικ γεμζει τα μγουλα των αγων του ξοχου του Ματο ντε Καμποστλα με κκκινο αμα, εναι το διο που κνει τον γιο Ιωννη του Σταυρο να κλαει με βογκητ και καει γυμνς νμφες στα θρησκευτικ σοντα του Λπε ντε Βγκα. Το ντουντε που ψωσε τον Πργο του Σααγκον και δουλεει με πρινα τοβλα στο Καλαταγιοντ και στο Τερουλ, εναι το διο που ξεσκζει τα σννεφα του Ελ Γκρκο, που πετ με τις κλωτσις τους χωροφλακες που ενοχλονε τον ποιητ Κεβδο και τα δαιμνια του Γκγια. ταν βρχει, ξετρυπνει ναν εμπνευσμνο Βελσκεθ πσω απ' τα βασιλικ γκρζα του. ταν χιονζει, πετει στο δρμο ναν Ερρρα ολγυμνο για ν' αποδεξει πως το κρο δε σκοτνει. ταν ο λιος καει, το ντουντε σρνει μσα στις φλγες του τον Μπερουγκτε και τον κνει ν' ανακαλψει μια καινοργια δισταση στη γλυπτικ.
     Η μοσα του Γκνγκορα κι ο γγελος του Γκαρθιλσο βγζουνε το δφνινο στεφνι τους ταν περν το ντουντε του Αγου Ιωννη του Σταυρο ταν:

Το πληγωμνο ελφι
Προβλλει στο βουν.

     Η μοσα του Γκονθλο ντε Μπερθο κι ο γγελος του Αρχιερα της τα παραμερζουν να περσει ο Χρχε Μανρκε σα φτνει βαρι πληγωμνος στις πλες του πργου του Μπελμντε. Η μοσα του Γκρεγκριο Ερνντεθ κι ο γγελος του Χοσ ντε Μρα αποτραβιονται να κνουνε τπο στο ντουντε του Μνα που ρχεται χνοντας δκρυα απ αμα. Η μελαγχολικ μοσα της Καταλωνας κι ο μουσκεμνος απ' τη βροχ γγελος της Γαλικας πρπει να σκψουν ευλαβικ το κεφλι μπρος στο ντουντε της Καστλλης, τσο ξνο και μακρυν απ' το ζεστ ψωμ και την ρεμη αγελδα που βσκει ξνοιαστη δπλα σ να πλωμα ξερς γης κι ανεμδαρτου ουρανο. Το ντουντε του Κεβδο και το ντουντε του Θερβντες, το να με πρσινες φωσφορικς ανεμνες και το λλο με γψινες ανεμνες του Ρουντρα, στεφαννουνε το βωμ του ντουντε στην Ισπανα.
     Εναι φανερ πως κθε τχνη χει το δικ της ξχωρο ντουντε. λα μως εννουν τις ρζες τους στο σημεο που προβλλουν οι μαροι χοι του Μανουλ Τρρες, στατη λη, αδσποτη κι ολτρεμη κοιν βση του ξλου, του χου, των λξεων και του μουσαμ -μαροι χοι που πσω τους ανακαλπτουμε τρυφερ αδερφωμνα, ηφαστεια, μυρμγκια, ζφυρους και τη μεγλη νχτα να ζνει σφιχτ στη μση της το Γαλαξα.
     Κυρες και κριοι: στησα τρεις αψδες και με χρι αδξιο τοποθτησα πνω τη μοσα, τον γγελο και το ντουντε. Η μοσα μνει ακνητη. Μπορε αν κρατσει τον πολπτυχο χιτνα της, τα αγελαδσια μτια της που ατενζουνε τη Πομπηα τη πλατει της μτη με τα τσσερα πρσωπα που της δωσε ο φλος της ο Πικσο.
     Ο γγελος μπορε να ανεμσει στα μαλλι που ζωγρφισε ο Αντονλλο ντ Μεσσνα αν φτερουγσει στις πτυχς του Λππι και στο βιολ του Μασσολνο και του Ρουσσ.
     Μα το ντουντε; Που εναι το ντουντε; Μες απ την δεια αψδα υψνεται νας νεμος του νου που πνει ακατπαυστα πνω απ τα κεφλια των νεκρν σε μιαν ατλειωτη αναζτηση για καινοργια τοπα κι ανυποψαστους τνους. νας νεμος που μυρζει σλιο παιδιο, φρεσκοκομμνο χορτρι και ππλο μδουσας αγγλλοντας το αινιο βπτισμα των νιογννητων πραγμτων.

----------------------------

(απ μια διλεξη του ποιητ για το ντουντε και τη σημασα του)
Federico Garcia Lorca
Duende Εκδ: ΕΣΤΙΑ Αθνα 1998
μετ.: Ολυμπα Καργιωργα

-----------------------------

       Η πιστη Σζυγος

Και τη κουβλησα στην κρη στο ποτμι
καθς το πστεψα πως ταν κρη,
μα αυτ εχε σζυγο.
Τοτο συνβη τη νχτα του Αι Γικωβου
και σχεδν μοιραα.
Τα φανρια σβσανε
και φξανε οι γρλοι.
Διαβανοντας τις στατες επλξεις,
γγιξα τα κοιμισμνα στθεια της
και κενα ξανοξανε με μιας,
σε δσμη υακνθων.
Το κολλαρισμνο της φουστνι
μου θριζε στ' αφτι
σαν να κομμτι μεταξωτ
που να το σχζουν δδεκα μαχαρια.
Δχως ασημνες ανταγειες στις κορυφς τους
μεγλωσαν τα δντρα
κι νας ορζοντας σκυλιν
περ' απ' το ποτμι αλυχτ.

Περ' απ' τις βατομουρις,
πρ' απ τις καλαμις και τις αγρμπελες,
κτω απ' τον γκο των μαλλιν της,
σκαψα μια τρπα μες στη λσπη.
λυσα τη γραβτα μου.
βγαλε κενη το φουστνι της.
Εγ τη ζωστρα με το περστροφο.
Κενη τους τσσερις μποστους της.
Οτε οι πομδες, οτε τα κοχλια
σαν το λεπτ της δρμα δεν εναι,
οτε στο φεγγρι τα κρσταλλα
με τση δναμη δε λμπουν.
Τα σκλη της μου ξφυγαν
σα ξαφνιασμνα ψρια,
η μισ, λη λβρα
η λλη μισ, ψυχρ.

Κενη τη νχτα σερινισα
στη πιο ωραα μου στρτα
καβλα σε φορδα σιντεφνια
δχως χαλινρι και σπιρονια.
Σαν ντρας, δε θα πω
το τ μου λεγε.
Το φως της γνσης
μου επιβλλει να 'μαι μετρημνος.
Λερς απ φιλι και μμο
τη πρα μου απ' το ποτμι.

Με τον αγρα μχονταν
των σπαθχορτων τα λεπδια.

Σα βρος κατσβελος που 'μαι
τσι και φρθηκα.
να μεγλο κουτ ραψματος
μ' ατλζι κτρινο ντυμνο της εχρισα,
μως απφυγα να την ερωτευτ,
γιατ παρ' λο που 'χε σζυγο
μου 'πε πως ταν κρη
ταν την εκουβλαγα στο ποταμ.

     Ωδ Στον Σαλβαντρ Νταλ

να ρδο στον ξοχο κπο που επιθυμες.
Μια ρδα με τη καθαρ σνταξη του χλυβα.
Γυμνωμνο το ρος απ ιμπρεσσιονιστικ αχλ.
Οι γκρζοι τνοι που ανερευνον τους τελευταους φρχτες.

Στα λευκ τους ατελι οι μοντρνοι ζωγρφοι,
κβουν τον αποστειρωμνο ανθ απ τη τετργωνη ρζα.
Στου Σηκουνα τα νερ μαρμρινο παγβουνο
παγνει τα παρθυρα και διχνει τους κισσος.

Ο ντρας με βμα σταθερ βαδζει στο πλακστρωτο.
Οι βιτρνες κλβουν τη μαγεα του αντικατοπτρισμο.
Η Κυβρνηση κλεισε τ' αρωματοπωλεα.
Η μηχαν διαιωνζει τη παλινδρομικ της κνηση.

Μια απουσα απ δση, παραβν και ματκλαδα
πλανιται πνω στις ταρτσες των παλαιν σπιτιν.
Ο αγρας στιλβνει το πρσμα του πνω στη θλασσα
κι ο ορζοντας υψνεται σα μεγλη υδρορρο.

Ναυτικο που αγνοον το κρασ και το ημφως,
αποκεφαλζουν τις σειρνες στις μολυβνιες θλασσες.
Η Νχτα, μαρο μνημεο της σνεσης, κρατ
το στρογγυλ καθρφτη της σελνης μες τη χοφτα.

Μια επιθυμα μας διακατχει για μορφς, για ρια.
Να ο ντρας που βλπει μ' να κτρινο μτρο.
Η Αφροδτη εναι μια λευκ νεκρ φση
κι οι πεταλουδοσυλλκτες χνονται.

Το Καντακς στη κψη του νερο και του λφου,
υψνει αναβαθμδες και κρβει στρακα.
Οι ξλινες φλογρες ειρηνεουν τον αγρα.
νας γρων Θες των Δασν, δνει καρπος στα παιδι.

Οι ψαρδες του, αποκαμωμνοι, κοιμονται βαρι πνω στην μμο.
Στ' ανοιχτ πλαγος χουνε για πυξδα να ρδο.
Παρθνος ο ορζοντας απ πληγωμνα μαντλια,
εννει τις γυαλισμνες επιφνειες του ψαριο και της σελνης.

Κολλαριστ στμμα απ λευκ πανι,
ζνει πικρ μτωπα και μαλλι της μμου.
Οι Σειρνες πεθουνε χωρς να επιβλλουν
και φανερνονται μλις τους δεξουμε να ποτρι γλυκ νερ.

Ω! Σαλβαντρ Νταλ, με τη φων τη λιχρωμη!
Δεν επαιν την ατελ νεανικ σου πινελι,
οτε το χρμα σου που δε ξεφεγει απ το χρμα του καιρο σου,
αλλ υμν την αγωνα σου, περιορισμνε αινιε!

Υγιειν ψυχ, ζεις πνω σε να μρμαρα.
Αποφεγεις το σκοτειν δσος των απστευτων μορφν.
Η φαντασα σου φτνει που φτνουνε τα χρια σου
κι εσ απολαμβνεις το σοντο της θλασσας, στο παρθυρ σου.

Ο κσμος εν' λαλα σκτη κι αταξα,
στα πρτα ρια που συναντ ο νθρωπος.
μως, τ' αστρια κιλας κρβοντας τα τοπα,
τονζουνε το τλειο σχμα της τροχις τους.

Η ρο του χρνου τακτοποιεται και συγκροτεται
σε αριθμητικς μορφς του ενς αινα και του λλου.
Κι ο Θνατος ηττημνος καταφεγει τρμοντας
στο στεν κκλο της παροσας στιγμς.

Παρνοντας τη παλτα σου, τρπια απ βλι στη μια κρη,
ψχνεις το φως που ζωντανεει τη κοπα απ ξλο ελις.
Μεγλο φως της Αθηνς της δομτορος,
φως που μτε το νειρο μτε η ανακριβς χλωρδα του, χουν θση.

Ψχνεις το αρχαο φως που αναπαεται στο μτωπο
χωρς να κατεβανει προς το στμα τη καρδι του ανθρπου.
Φως που φοβζει τα οδυνηρ αμπλια του Βκχου
και την τακτη δναμη που κρβει το νερ που κατρακυλ.

χεις δκιο να φωτζεις με φλογοειδες ταινες,
το σκοτειν ριο που λμπει τη νχτα.
Σα ζωγρφος δε θλεις να κνεις μαλθακ τη μορφ
με το μεταβλητ βαμβκι κποιου απρβλεπτου νφους.

Το ψρι στο ενυδρεο και το πουλκι στο κλουβ.
Δε θλεις να τα φανταστες στη θλασσα στον αγρα.
Παρατηρες προσεκτικ με τμιο βλμμα κι πειτα
στυλιζρεις αντιγρφεις τα ευκνητα κορμκια τους.

Αγαπς τη προσδιορισμνη και σαφ λη
που το μανιτρι δε μπορε να στσει τη τντα του.
Αγαπς την αρχιτεκτονικ που χτζει στο κεν
και παρνεις τη σημαα για ναν απλ αστεσμ.

Ο ατσλινος διαβτης ρυθμζει τον βραχ ελαστικ του στχο.
Η σφαρα κιλας απαρνιται τ' γνωστα νησι.
Η ευθεα εκφρζει τη κατακρυφη προσπθει της
κι οι σοφο κρσταλλοι υμνον τη γεωμετρα τους.

Αλλ ακμα και το ρδο του κπου που ζεις.
Πντα το ρδο, πντα, βρεια και ντια απ μας!
ρεμο κι αυτοσυγκεντρωμνο σα το τυφλ το γαλμα,
που αγνοε τις υπγειες προσπθειες που προκαλε.

Ρδο αγν που καθαρ απ τεχνσματα και σκτσα,
μας ανογει τα φροντισμνα φτερ του χαμγελου.
(Πεταλοδα καρφιτσωμνη που αναπολε το πταγμ της.)
Ρδο της ισορροπας χωρς ηθελημνους πνους. Πντα το ρδο!

Ω! Σαλβαντρ Νταλ, με τη φων τη λιχρωμη!
Μιλ για σα μου λεν το πρσωπο κι οι πνακς σου.
Δεν επαιν την ατελ νεανικ σου πινελι,
αλλ υμν τη τλεια κατεθυνση του βλους σου.

Υμν την μορφη προσπθει σου απ κατλανικα φτα,
την αγπη σου για κθε τι που χει μια δυνατ εξγηση.
Υμν την αστρονομικ και τρυφερ καρδι σου,
τη καρδι σου, της τρπουλας, την αλβητη καρδι σου.

Υμν το γχος του μνημεου που κυνηγς αδικοπα,
το φβο της συγκνησης που σε καρτερ στο σοκκι.
Υμν τη μικρ σειρνα του πελγους που σου τραγουδ,
ανεβασμνη σ' να ποδλατο απ κορλια και κοχλια.

Μα πνω απ' λα υπν μια κοιν σκψη
που μας εννει τις μαρες και χρυσαφνιες ρες.
Δεν εναι η Τχνη το φως που μας τυφλνει τα μτια.
Πρτα εναι η αγπη, η φιλα κι η μονομαχα.

Πριν απ τον πνακα που υπομονετικ σχεδιζεις,
πριν απ τον κρφο της Τερζας, με το περβλημα της απνας,
πριν απ τη σφιγμνη μση της αχριστης Ματθλδης,
ρχεται, πνω απ' λα, η φιλα μας ζωγραφισμνη, σα το παιχνδι της χνας.

Δαχτυλογραφικ αποτυπματα απ αμα πνω στο χρυσ,
ραγζουν τη καρδι της Καταλωνας, της αινιας.
Αστρια σα γροθις, δχως τον γπα, σε φωτζουν,
σο η ζω κι η ζωγραφικ σου ανθζουν.

Μη κοιτς τη κλεψδρα με τις μεμβρνινες φτερογες,
οτε το αλγιστο δρεπνι των αλληγοριν.
Ντσε και ξντυσε το πινλο σου πντα στον αγρα,
μπροστ στη θλασσα που βρθει απ πλοα και ναυτικος.

  (Αρκετ ενδιαφρον μικρ βιβλιαρκι με πολ χρσιμα στοιχεα, εικνες, φωτογραφες κι αλληλογραφα μεταξ των δυο φλων καθς και ζωγραφις του διου του Λρκα, εκτς απ κενες του Νταλ. Απ τις εκδσεις ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ σε μετφραση Ρνιας Τζεν.)

        Σκρπιο Αμα

Σκαλ-σκαλ πει ο Ιγνθιο
το θνατ του φορτωμνος.
Γρευε να 'βρει την αυγ
μα πουθεν η αυγ δεν ταν.
Γυρεει τη σωστ θωρι του
και τ' νειρ του αλλζει δρμο.
Γρευε τ' μορφο κορμ του
και βρκε το χυμνο του αμα.

Στιγμ δεν κλεισε τα μτια
που εδε τα κρατα κοντ του,
μως οι τρομερς μανδες
ανασηκσαν το κεφλι.
Κι απ το βοσκοτπια πρα
ρθ' να μυστικ τραγοδι
που αγελαδρηδες ομχλης
τραγοδαγαν σε ουρνιους ταρους.

Δεν εχε ρχοντα η Σεβλλια
μπροστ του για να παραβγε
οτε σπαθ σαν το σπαθ του
οτε καρδι να 'ν' τσο αληθιν.
Σαν ποταμς απ λιοντρια
η ξακουσμνη του αντρειοσνη,
και σαν σε πτρα σκαλισμνη
η στοχασι του η μετρημνη.

Τρα για πντα πια κοιμται.
Τρα τα μοσκλια και τα χρτα
με δχτυλα που δε λαθεουν
το νθος ανογουν του μυαλο του.
Και το τραγουδιστ του αμα
κυλει σε βλτους και λιβδια,
γλιστρει στο σγκρυο των κερτων,
ψυχο στκει στην ομχλη,
σε βουβαλιν σκοντφτει πδια,
σα μια πλατι, μια λυπημνη,
μια σκοτειν γλσσα, σπου τλμα
να γνει απ αγωνα, πλι
στον Γουαδαλκιβρ των στρων.

(Η απδοση-μετφραση εναι του Νκου Γκτσου)

ταν Το Φεγγρι Ανατλλει...

ταν το φεγγρι ανατλλει
οι καμπνες χνονται
κι εμφανζονται
αδιαπραστα μονοπτια.

ταν το φεγγρι ανατλλει
η θλασσα σκεπζει τη γη
κι η καρδι νιθει
σαν να νησ στην απεραντοσνη.

Κανες δε τρει πορτοκλια
τη πανσληνο.
Πρπει μνο
κρα πρσινα φροτα.

ταν το φεγγρι ανατλλει
με εκατ δια πρσωπα
τα ασημνια νομσματα
κλανε στη τσπη.

          Σερεντα
(αφιρωμα στον Λπε ντε Βγκα)

Στου ποταμο τις χθες
λοζεται η νχτα
και στης Λολτας
τα στηθκια
απ ρωτα πεθανουν τα κλαρι

Γυμν η νχτα τραγουδ
στου Μρτη τα γεφρια
λοζει η Λολτα το κορμ της
με νρδους κι αλμυρ νερ
κι απ ρωτα πεθανουν τα κλαρι

Η νχτα απ γλυκνισο κι ασμι
φεγγοβολ στις στγες
ασμι απ ρυκια και καθρφτες
γλυκνισο απ' των μηρν της την ασπρδα 
κι απ ρωτα πεθανουν τα κλαρι

Τα Χρια Μου Αν Μποροσαν Να Μαδσουν

Τ' νομ σου προφρω
μες στις σκοτεινς νχτες,
σαν ρχονται τ' αστρια
να πιονε στο φεγγρι
και τα κλαδι κοιμονται
των κοφιων φυλλωμτων. 
Νιθω, μ' χει κοιλσει
η μουσικ και το πθος.
Ρολι τρελ, που ψλλει
ρες νεκρς, αρχαες.

Τ' νομ σου προφρω
τη σκοτειν τοτη νχτα
και μου ηχε τ' νομ σου
μακριν σο ποτ.
Μακριντερο απ' λα
τ' στρα και θρηνδες
κι απ βροχ γαλνια.

Θα σε θλω, πως ττε,
καμι φορ; Ποιο λθος
χει η καρδι μου κνει;
Αν διαλεται η καταχνι,
ραγε, ποιο λλο πθος
με περιμνει; Θα 'ναι
ρεμο κι αγν, τχα;
Αχ, αν τα δχτυλ μου
μποροσαν να μαδσουν
ετοτο το φεγγρι!

Στο Αυτ Μιας Κοπλας

Τποτα δε θλησα
τποτα να σου πω.

Εδα μες στα μτια σου
δυο δντρα τρελ
απο αρα, γλιο και χρυσφι,
που σλευαν.

Τποτα δε θλησα
τποτα να σου πω.

     Σκτσο του Λρκα

Μικρ Μπαλντα Των Τριν Ποταμν

Ο ποταμς Γουαδαλκιβρ
πορτοκαλις και λιδεντρα διασχζει.
Τα δυο ποτμια της Γρανδας
απ' το χινι στα στρια κατεβανουν.

'Αι αγπη,
που 'φυγε και δεν ρχεται!

Ο ποταμς Γουαδαλκιβρ
γνια χει χρμα του ροδιο.
Τα δυο ποτμια της Γρανδας
το 'να θρηνε, τ' λλο ματνει.

'Αι αγπη
που 'φυγε μες στον αγρα!

Για τις βαρκολες με πανι
χει η Σεβλλια δρμο,
μα στης Γρανδας το νερ
λμνουν μονχα οι στεναγμο.

'Αι αγπη,
που 'φυγε και δεν ρχεται!

Γουαδαλκιβρ, πργος ψηλς
κι νεμος στις πορτοκαλις.
Πυργσκοι, ο Ντουρο κι ο Χενλ,
νεκρο πνω στα τλματα.

'Αι αγπη,
που 'φυγε μες στον αγρα!

Ποιος θα πει το νερ πως σηκνει
φωσφορζουσαν ατμδα απ κραυγς!

'Αι αγπη,
που 'φυγε και δεν ρχεται!

Φρε πορτοκαλνθι, ελι
Ανδαλουσα, στις θλασσς σου.

'Αι αγπη,
πο 'φυγε μες στον αγρα!

Ποημα Τσιγγνικης Σιγκιργιας

Τοπο

Ο κμπος με τα λιδεντρα
ανογεται και κλεει
πως να ριπδι.
Πνω απ' τον ελινα
ουρανς γκρεμισμνος
και σκοτειν βροχ
απ παγερ αστρια.
Σκνος κι ημφως τρμουνε
στου ποταμο τον χτο.
Ζαρνει ο γκρζος νεμος.
Τα λιδεντρα βαρι 'ναι
απ κραυγς.
να σμνος πουλι
αιχμαλωτισμνα
κινον τις μακρουλς
ουρς τους στο σκοτδι.

            Μνα:

Γειτνισσες: μ' να μαχαρι,

μ' να μικρ-μικρ μαχαρι,

μρα πικρ κι αφορεσμνη,

καν δυο, καν τρεις θα 'ταν η ρα,

δυο ντρες σκοτωθκανε γι' αγπη.

Μ' να μικρ-μικρ μαχαρι,

π' οτε το χρι δεν το πινει,

μα κενο μπανει παγωμνο

στη ξαφνιασμνη μας καρδι,

και σταματ εκε που τρμει

θολ κι αξγητη για πντα

η σκοτειν μας ρζα της κραυγς.

Κι εναι, σας λω, να μαχαρι,

να μικρ-μικρ μαχαρι,

ψρι χωρς ποτμι, χωρς λπια,

π' οτε το χρι δεν το πινει.

Κι μως μι' αφορεσμνη μρα,

καν δυο, καν τρεις θα 'ταν η ρα,

με τοτο το μικρ μαχαρι

δυο παληκρια μεναν κτου

με πανιασμνα τους τα χελια.

Οτε το χρι δεν το πινει

μα κενο μπανει παγωμνο

στη ξαφνιασμνη μας καρδι,

και σταματ εκε που τρμει

θολ κι αξγητη για πντα

η σκοτειν μας ρζα της κραυγς.  (θρνος απ τον Ματωμνο Γμο)

        

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers