Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Κλασσικά 

Racine Jean: Τραγωδός Κλασσικός Κολοσσός

 

            Βιογραφικό

     Ο Ζαν Ρασίν ή Ρακίνας υπήρξε θεατρικός συγγραφέας, ποιητής, ο σημαντικότερος εκπρόσωπος της γαλλικής κλασσικής τραγωδίας την εποχή του Μολιέρου. Αντλούσε τα θέματά του από την αρχαιότητα ή τη μυθολογία. Έγινε δημοφιλής χάρη στα έργα του που πραγματεύονταν τον τυφλό, παθιασμένο έρωτα. Τα θεατρικά του ακολουθούν τη μορφή της νεοκλασικής τραγωδίας: έχουνε 5 πράξεις, ενότητα του χρόνου (η δράση δεν υπερβαίνει τη μία μέρα), ενώ συνήθως η δράση περιορίζεται επίσης σ' ένα τόπο.
     Γεννήθηκε στις 22 Δεκέμβρη 1639 στη Λα Φετρέ-Μιλόν (La Ferté-Milon) Aisne (Πικαρντί), από οικογένεια μεγαλοαστική και πέθανε στις 21 Απρίλη 1699 στο Παρίσι. Η μητέρα του πεθαίνει το 1641 κι ο πατέρας του το 1643 και την κηδεμονία του ανέλαβαν οι παππούδες του, που ήταν ιανσενιστές. Για την ακρίβεια, ορφανός στα 4, απέμεινε μαζί με την αδερφή του στη προστασία της μητέρας του πατέρα του, που τον έγραψε στη σχολή των Γκρανζ με σκοπό ν' ακολουθήσει νομικές σπουδές. Απέκτησε τη  βασική μόρφωση στο Καθολικό Σχολείο του Port-Royal des Champs. Στη συνέχεια σπούδασε ρητορική.
     Στα 19 του άρχισε σπουδές φιλοσοφίας στο κολέγιο του Harcourt, στο Παρίσι κι ύστερα εγκαταστάθηκε κοντά στον εξάδελφό του Νικόλαο Βιτάρ, που κατείχε κάποια θέση στη δουκική αυλή. Τότε χρονολογείται η είσοδός του στους ανώτατους κοσμικούς κύκλους κι ο σύνδεσμός του με τα εκλεκτότερα ονόματα της εποχής, όπως οι ΛαφοντένΜολιέρος & Μπουαλό. Συνήψε φιλία με κείνους, πράγμα που τονε βοήθησε πολύ στη συγγραφική του θητεία, γιατί χάρη στις συμβουλές τους διαμορφώθηκε φιλολογικά.
     Στα 20 είχε ήδη γράψει τους πρώτους του στίχους κι είχε αποκτήσει την ευμένεια της βασιλικής αυλής με μια ωδή, τη "Νύμφη Του Σηκουάνα", την οποία σύνθεσε για εγκωμιασμό των γάμων του Λουδοβίκου ΙΔ'. Ιδιαίτερα όμως τον τραβούσε το θέατρο και δεν άργησε να εμφανιστεί ως δραματικός ποιητής με μια τραγωδία, την "Αμάσια", η οποία όμως δε παραστάθηκε. Ακολούθησε μια άλλη τραγωδία ("Θεαγένης & Χαρίκλεια"), η οποία και πάλι αποδοκιμάστηκε. Το πρώτο του έργο, με τον τίτλο "Αμάσια" (1660), έχει χαθεί. Το 1661 βρέθηκε στο Βρε στη Νότια Γαλλία, κοντά σ' ένα θείο του που ήταν αξιωματούχος της εκκλησίας. Επειδή το θέατρο κείνη την εποχή εθεωρείτο ανήθικο, ήρθε σε ρήξη με την οικογένειά του. Αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το Παρίσι, ενώ συγχρόνως δεχόταν πιέσεις να αναλάβει εκκλησιαστικό αξίωμα. Τελικά, κατάφερε να επιστρέψει στο Παρίσι και να αφιερωθεί στο θέατρο. Το 1663 γράφει ωδές για τον Λουδοβίκο 14ο και παρουσιάζεται στη Βασιλική Αυλή.
     Μετά όμως τις πρώτες αποτυχίες, ακολούθησε επιτυχημένη σειρά τραγωδιών. Το 1664 το έργο του "Θηβαΐς" ανέβηκε από το θίασο του Μολιέρου, με αποτέλεσμα να συμπεριεληφθεί στον κατάλογο των βασιλικών επιχορηγήσεων. Το επόμενο έργο του, ο "Αλέξανδρος" (1665), ανέβηκε την επόμενη χρονιά πάλι από τον Μολιέρο και στη συνέχεια από τον αντίπαλο θίασο στο HôteldeBourgogne.
     Το 1666 ήρθε σε ρήξη με τους ιανσενιστές που έμελλε να συμφιωθεί ξανά το 1679. Ακολούθησαν τα έργα του "Ανδρομάχη" (1667), "Δικομανείς" (1668), "Βρεταννικός" (1669), "Βερενίκη" (1670), "Βαγιαζίτ" (1672), "Μιθριδάτης" (1673), "Ιφιγένεια Εν Αυλίδι" (1674). Τον Δεκέμβρη του 1676 πραγματοποιήθηκε η συνολική έκδοση των Έργων του, με σημαντικές τροποποιήσεις. Το 1677 ανέβηκε η "Φαίδρα", το τελευταίο έργο που 'γραψε για το επαγγελματικό θέατρο. Την ίδια χρονιά, ονομάστηκε ιστοριογράφος του βασιλιά και παντρεύτηκε, οπότε αποφάσισε ν' ασχοληθεί μόνο με την οικογένειά του και τα καθήκοντα της νέας δουλειάς του.
     Ύστερα από σιωπή 12 χρόνων έδωσε την "Εσθήρ" (1689) και την "Αθαλία" (1691). Άλλα έργα του: "Συνοπτική Ιστορία Του Πορ-Ρουαγιάλ", "Λόγοι Ακαδημαϊκοί", "Επιστολές" κι "Ιστορία Της Βασιλείας Του Λουδοβίκου ΙΔ'". Το 1697, έπεσε στη δυσμένεια του βασιλιά εξαιτίας ενός υπομνήματος και μετά 2 χρόνια πέθανε από τη στεναχώρια του, η οποία του επιδείνωσε την ασθένεια που είχε (απόστημα του ήπατος).
     Ο Racine έπαιρνε συχνά βασιλική επιχορήγηση, τα έργα του παίζονταν παρουσία του βασιλιά, λάμβανε μέρος μ' έργα του στους  βασιλικούς εορτασμούς, αποκτούσε αξιώματα. Στις 12 Γενάρη 1673 έγινε μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας, ενώ στις 27 Οκτώβρη 1674 απέκτησε το αξίωμα του Θησαυροφύλακα της Γαλλίας στην οικονομική περιφέρεια της πόλης Mουλέν. Το 1677 απέκτησε το αξίωμα του ιστοριογράφου του βασιλιά και την επόμενη χρονιά συνόδευσε τον βασιλιά στην εκστρατεία της Γάνδης. Το 1696 απέκτησε το αξίωμα του γραμματέα–συμβούλου του βασιλιά. Τα τελευταία του έργα, "Εσθήρ" (1689) κι "Αθαλία" (1691), επιχορηγήθηκαν από τη βασίλισσα.
     Στις 21 Απρίλη 1699 πέθανε από καρκίνο του ήπατος. Σύμφωνα με την επιθυμία του (διαθήκη 1689) ετάφη στο Port-Royal δίπλα στο δάσκαλό του Ζαν Αμόν. Αργότερα μεταφέρθηκε στο Saint-Étienne-du-Mont στο Παρίσι κι ετάφη δίπλα στον Πασκάλ.
     Ο Ρακίνας ήταν ένας από τους σημαντικότερους Γάλλους κλασικούς συγγραφείς. Θεωρείται ως ο μεγαλύτερος Γάλλος τραγικός συγγραφέας. Πηγή έμπνευσης των έργων του υπήρξαν οι τραγωδίες των αρχαίων Ελλήνων & Ρωμαίων συγγραφέων, όπως του Ευριπίδη, του Σενέκα κ.ά. Μαζί με τον Κορνέιγ, υπήρξε ο μέγιστος εκπρόσωπος της γαλλικής τραγωδίας και στην εποχή του θεωρείται ως ο ένας από τους 3 μεγάλους, συμπεριλαμβανομένου και του Μολιέρου, στα γαλλικά γράμματα. Το έργο του αποτελούσε μέχρι τα τέλη του 18ου αι. τη βάση του γαλλικού κλασικισμού και προκάλεσε τη πολεμική των ρομαντικών.


------------------------------------------------------------------------------------------------

                                               Βερενίκη

ΠΡΟΣΩΠΑ της Τραγωδίας:

ΤΙΤΟΣ                    αυτοκράτορας της Ρώμης.
ΒΕΡΕΝΙΚΗ               βασίλισσα της Παλαιστίνης.
ΑΝΤΙΟΧΟΣ             βασιλιάς της Κομμαγηνής.
ΠΑΟΥΛΟΣ              έμπιστος του Τίτου.
ΑΡΣΑΚΗΣ               έμπιστος του Αντίοχου.
ΦΟΙΝΙΚΗ               έμπιστη της Βερενίκης.
ΡΟΥΤΙΛΟΣ             Ρωμαίος
         Ακολουθία του Τίτου.

Η σκηνή στη Ρώμη σε προθάλαμο που χωρίζει τα διαμερίσματα του Τίτου από κείνα της Βερενίκης.
                                     
ΠΡΩΤΗ ΠΡΑΞΗ

ΠΡΩΤΗ ΣΚΗΝΗ                 ΑΝΤΙΟΧΟΣ ΑΡΣΑΚΗΣ

ΑΝΤ: Στάσου για λίγο, Αρσάκη, εδώ. Η αίγλη αυτού του χώρου,
Το βλέπω, σου είναι άγνωστη. Στα βάθη του ανακτόρου,
Χρυσή κι απόρθητη η στοά τούτη που μας καλύπτει.
Κάποιες φορές των μυστικών του Τίτου είναι η κρύπτη.
Εδώ αποσύρεται συχνά απ' τα καθήκοντα του,
Μπρος στη βασίλισσα, κρυφά, να πει τον έρωτα του.
Την κάμαρα του η πόρτα αυτή δείχνει στο άνοιγμα της,
Κι εκείνη η άλλη οδηγεί στα διαμερίσματα της.
Πήγαινε, βρες την να της πεις, λυπάμαι αν είμαι βάρος,
Μα είναι ανάγκη να τη δω, γι' αυτό παίρνω το θάρρος...
ΑΡΣ:Βάρος, κύριε μου; Ποιος; Εσύ; Που με φιλία μεγάλη
Και με απέραντη στοργή την έχεις περιβάλει;
Ο Αντίοχος, που κάποτε την είχε αγαπήσει;
Που κραταιό η Ανατολή τον έχει αναγνωρίσει;
Του Τίτου τώρα η μέλλουσα γυναίκα αν είναι εκείνη,
Αυτό θα πρέπει, αλίμονο, να σας απομακρύνει;
ΑΝΤ: Πήγαινε κι άλλο τίποτε πια δεν θα σου ζητήσω.
Φρόντισε μόνο, αν γίνεται, κρυφά να της μιλήσω.

ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΚΗΝΗ

ΑΝΤ: (μόνος) Λοιπόν, δεν είσαι, Αντίοχε, αυτό που πάντα ήσουν;
Τα χείλη σου το «σ' αγαπώ», τώρα θα το ψελλίσουν;
Τρέμω και που το σκέφτομαι, βαθιά μ' αναστατώνει,
Φοβάμαι ό,τι ανέκαθεν ήταν η ευχή μου η μόνη!
Η Βερενίκη μου έδειξε πως δεν μπορώ να ελπίσω,
Κι απαίτησε για έρωτα να μη ξαναμιλήσω.
Για πέντε χρόνια, είμαι βουβός. Πόθους χωρίς ελπίδα
Κάτω από του φίλου έκρυψα την τέλεια προσωπίδα.
Γιατί λοιπόν μου πέρασε τώρα μια τέτοια ιδέα
Πως δήθεν δεν θα μ' αρνηθεί όπως στην Ιουδαία;
Ο Τίτος το αποφάσισε. Ο γάμος τους θα γίνει.
Κι έρχομαι εγώ σαν εραστής που την καρδιά του δίνει;
Η προσφορά μου αστόχαστη, και τι θ' αποκομίσω
Άλλο από αγανάκτηση; Κι αφού θα την αφήσω
Έτσι κι αλλιώς; Ας μην τη δω, ας φύγω, ας την ξεχάσω,
Ας μη μιλήσω, κι έπειτα, και τη ζωή μου ας χάσω.
Καλύτερα, παρά εδώ: Κρυφά της να πονάω!
Να πνίγομαι απ' τα δάκρυα που μέσα μου κρατάω,
Να τρέμω μήπως οργιστεί, την ώρα που τη χάνω!
Βασίλισσα μου, θίγεσαι; Γιατί; Πες μου, τι κάνω;
Ζητάω το θρόνο ν' αρνηθείς; Να ενωθείς μαζί μου;
Να μ' αγαπήσεις; Έλεος! Η μόνη απαίτηση μου
Να με ακούσεις: Χρόνια εγώ περίμενα την ώρα
Που εκείνος κάποιο εμπόδιο θα έβρισκε, μα τώρα,
Τώρα μπορεί ελεύθερα να ενωθεί μαζί σου,
Κι εγώ που τόσο υπέμεινα την περιφρόνηση σου,
Ο άτυχος, που ήλπιζα, που λάτρευα μια πλάνη,
Φεύγω, κι ακόμα πιο πιστό η απόγνωση με κάνει.
Άρα, γιατί να προσβληθεί; Ίσως και να λυγίσει.
Ας της μιλήσω. Αρκετά το στόμα μου έχω κλείσει.
Τι να φοβάται, αλίμονο, ένας απελπισμένος,
Που να τη χάσει οριστικά είναι αποφασισμένος;

ΤΡΙΤΗ ΣΚΗΝΗ                      ΑΝΤΙΟΧΟΣ ΑΡΣΑΚΗΣ

ΑΝΤ: Θα με δεχτεί;
ΑΡΣ:                        Κατόρθωσα, κύριε, και την είδα.
Με δυσκολία πέρασα μέσα απ' την καταιγίδα
Των θαυμαστών που συνεχώς ο μέλλον θρίαμβος της
Τους φέρνει σαν πυκνή βροχή και τους σωριάζει εμπρός της.
Ο Τίτος τον πατέρα του ως μόλις χθες θρηνούσε,
Έκλαιγε τον Βεσπασιανό, πένθος βαρύ τηρούσε.
Μα τώρα ξαναδίνεται α εκείνη που λατρεύει,
Κι αν ό,τι ψιθυρίζεται πράγματι αληθεύει,
Πριν γείρει ο ήλιος και χαθεί και φύγει από κοντά μας,
Η τυχερή βασίλισσα θα 'ναι αυτοκράτειρα μας.
ΑΝΤ: Αλίμονο μου!
ΑΡΣ:                        Η είδηση αυτή σ' αναστατώνει;
ΑΝΤ: Τότε, πώς θα μιλήσουμε, κρυφά, οι δυο μας, μόνοι;
ΑΡΣ: Μα, κύριε μου, θα σε δει. Την έχω ενημερώσει,
Πως θέλεις ασυνόδευτη εδώ να σ' ανταμώσει.
Μ' ένα της βλέμμα ευνοϊκό την είδα να μου νεύει,
Στο αίτημα σου μου έδειξε ότι συγκατανεύει.
Απ' τον κλοιό των αυλικών, που σαν θηλιά την πνίγει,
Θα βρει κατάλληλη στιγμή σίγουρα να ξεφύγει.
ΑΝΤ: Έστω. Αλλά υπάκουσες στις άλλες εντολές μου;
Έγινε ό,τι ζήτησα; Θέλω να μάθω! Πες μου!
ΑΡΣ: Με ξέρεις, μ' είχες πλάι σου πάντοτε υποταγμένο!
Στην Όστια είναι πανέτοιμα, με το πανί ανοιγμένο,
Τα πλοία για να φύγουνε όποτε το θελήσεις,
Όποια στιγμή, αρκεί εσύ να το αποφασίσεις.
Ποιος πάει στην Κομμαγηνή; Κι αυτό, γιατί επείγει;
ΑΝΤ: Αφού δω τη βασίλισσα, εξάπαντος θα φύγει.
ΑΡΣ: Μα πες μου ποιος;
ΑΝΤ:                           Εγώ.
ΑΡΣ:                                 Εσύ;
ΑΝΤ:                                        Αφού την αντικρίσω,
Φεύγω απ' τη Ρώμη, φίλε μου, δεν θα ξαναγυρίσω.
ΑΡΣ: Μένω κατάπληκτος! Μα εσύ, εδώ και χρόνια τώρα,
Τη Βερενίκη ακολουθείς σε όποια γη και χώρα.
Σε πήρε, σε ξερίζωσε απ' τα βασίλεια σου,
Και μες στη Ρώμη οδήγησε, τέλος, τα βήματα σου.
Για τρία χρόνια είσαι εδώ, πάντα το στήριγμα της,
Και τώρα που θα σ' ήθελε όσο ποτέ κοντά της,
Που ο Τίτος για γυναίκα του την παίρνει ερωτευμένος,
Και που απ' την τόση τύχη της θα είσαι ευνοημένος...
ΑΝΤ: Είθε, Αρσάκη, να χαρεί το θρίαμβο της μόνη,
Μα εσύ μη θίγεις άλλο πια κάτι που με πληγώνει.
ΑΡΣ:
Καταλαβαίνω, κύριε. Μετά απ' αυτή τη νίκη,
Απέναντι σου αχάριστη έγινε η Βερενίκη.
Η αγάπη έχθρα καταντά, αν φίλος σε προδώσει.
ΑΝΤ:
Μίσος λιγότερο γι' αυτήν ποτέ δεν έχω νιώσει.
ΑΡΣ: Μήπως ο αυτοκράτορας σ' έχει περιφρονήσει,
Μόλις στο θρόνο ανέβηκε; Τον συνεπήρε η οίηση,
Η περηφάνια κι ένιωσες πως σε παραμερίζει
Και δεν θέλει το βλέμμα σου πια να τον αντικρίζει;
ΑΝΤ: Ο Τίτος δεν μου φέρθηκε ποτέ μ' αλαζονεία.
Δεν είμαι αχάριστος.
ΑΡΣ:                        Γιατί, τότε, αυτή η μανία
Να φύγεις σε ώρα κρίσιμη, και να 'σαι ο χαμένος;
Στο θρόνο τώρα κάθεται φίλος σου αγαπημένος!
Αυτός που σ' είδε κάποτε στη μάχη να παλεύεις,
Τη δόξα και το θάνατο μαζί του να γυρεύεις,
Που στάθηκες στο πλάι του σε μια στιγμή σπουδαία,
Τη στάση όταν κατέπνιξε στην άστατη Ιουδαία.
Πώς να ξεχάσει τη λαμπρή και μαύρη εκείνη μάχη,
Που έκρινε ο πόλεμος ποια μοίρα έμελλε να 'χει,
Όταν ατάραχοι οι εχθροί ψηλά στον προμαχώνα
Κοιτούσαν των εφόδων μας τον μάταιο αγώνα;
Σκληρά χτυπούσε ο κριός, μα αυτοί χαμογελούσαν,
Κι εσύ, εσύ σκαρφάλωσες -οι άλλοι δεν τολμούσαν-
Και σκόρπισες το θάνατο εκεί ψηλά στα τείχη
Κι απ' το δικό σου θάνατο σ' έσωσε μόνο η τύχη
Αιμόφυρτο, άψυχο σχεδόν, ο Τίτος σε ασπαζόταν
Κι ο νικηφόρος μας στρατός για σένα ολοφυρόταν.
Ήρθε η ώρα, κύριε, για την ανταμοιβή σου,
Για τόσο αίμα που έχυσε η αυταπάρνηση σου.
Κι αν φλέγεσαι να βρεις ξανά τη γη που έχεις χάσει,
Να ζεις μακριά απ' το θρόνο σου αν σ' έχει πια κουράσει,
Χωρίς αξίωμα μη δεις την όχθη του Ευφράτη,
Περίμενε ο Καίσαρας να σου χαρίσει κάτι
Και να σε στείλει θριαμβευτή, τετράρχη ευνοημένο,
Της Ρώμης φίλο βασιλιά, λαμπρό και τιμημένο.
Λοιπόν, είναι αδύνατο ν' αλλάξεις γνώμη τώρα;
Δεν απαντάς;
ΑΝΤ:              Τι να σου πω; Προσμένω να 'ρθει η ώρα
Η Βερενίκη να φανεί, μαζί μου να μιλήσει...
ΑΡΣ: Κι αυτό γιατί;
ΑΝΤ:                    Τη μοίρα μου η τύχη της θα ορίσει.
ΑΡΣ: Πώς;
ΑΝΤ:        Για το γάμο να μου πει. Η Ρώμη όλη βουίζει!
Αν ταυτιστούν τα λόγια της μ' ό,τι ο λαός νομίζει,
Αν γίνει αυτοκράτειρα, το στέμμα αν φορέσει,
Αν είπε ο Τίτος «δέχομαι», εδώ δεν έχω θέση.
ΑΡΣ: Γιατί όμως ο γάμος τους να σε τρομάζει τόσο;
ΑΝΤ: Όταν βρεθούμε μακριά, θα σου το φανερώσω.
ΑΡΣ: Σε μονοπάτι σκοτεινό τα λόγια σου με πάνε!
ΑΝΤ: Να η βασίλισσα. Έχε γεια. Κι ό,τι σου είπα, κάνε.

ΤΕΤΑΡΤΗ ΣΚΗΝΗ                  ΒΕΡΕΝΙΚΗ ΑΝΤΙΟΧΟΣ ΦΟΙΝΙΚΗ

ΒΕΡ: Α, επιτέλους ξέφυγα! Με πνίγει αυτή η πλημμύρα
Των φίλων που μου χάρισε απρόσμενα η μοίρα!
Τι κι αν αυτοί μ' ατέλειωτα εγκώμια με τιμούνε,
Εγώ θέλω τα χείλη σου που ειλικρινά μιλούνε.
Αλλά εσύ έχεις χαθεί. Φίλε μου, μακριά σου,
Μπήκα σε σκέψεις, ξέρε το, για την αμέλεια σου.
Έλεγα: Πώς; Ο Αντίοχος; Που με παρηγορούσε,
Και που γι' αυτό κι η Ανατολή κι η Ρώμη μαρτυρούσε,
Ο σύντροφος μου ο στοργικός σε κάθε απελπισία,
Που μ' ακολούθησε πιστά μες στη δοκιμασία,
Αφότου πια ο ουρανός ξέχασε την οργή του,
Και στέλνει δώρα που ποθώ να μοιραστώ μαζί του -
Πώς γίνεται ο Αντίοχος, να με αφήνει μόνη,
Στο έλεος μιας άγνωστης ορδής που με κυκλώνει;
ΑΝΤ: Άρα είν' αλήθεια - κρίνοντας απ' τα λεγόμενα σου,
Ο γάμος σου θα διαδεχθεί όντως τον έρωτα σου!;
ΒΕΡ: Φίλε, την αγωνία μου θα πω σε σένα μόνο.
Μέρες τώρα, τα μάτια μου βουρκώνανε από πόνο.
Το πένθος, όπου βύθισε ο Τίτος το παλάτι,
Και στη δική του την καρδιά είχε αλλάξει κάτι.
Η φλόγα του η ακόρεστη για μένα είχε σβήσει,
Δεν έκανε πια σαν τρελός για να με αντικρίσει.
Ψυχρός, κλειστός, βαρύθυμος, με δάκρυα, σιωπώντας,
Με άφηνε ολομόναχη κι έφευγε αδιαφορώντας.
Με νιώθεις, πόσο υπέφερα, εγώ που τον λατρεύω,
Που μόνο αυτόν -στο λέω ξανά- μόνο αυτόν γυρεύω,
Αυτόν, κι όχι τη λάμψη του, όχι την εξουσία,
Για μένα, το ήθος του, η καρδιά, έχουνε μόνο αξία.
ΑΝΤ: Και μένει ακόμα απρόσιτος, ψυχρός κι όλο σκοτάδι;
ΒΕΡ: Ήσουν κι εσύ στην τελετή που έγινε χθες βράδυ,
Στην ιερή αποθέωση του πεθαμένου Αυγούστου,
Που ο Τίτος αποφάσισε με τους συγκλητικούς του.
Νιώθει, σαν γιος, πως έκανε το χρέος του. Για μένα,
Τον άνθρωπο που αγαπά, καλεί τώρα εσπευσμένα
Τη σύγκλητο, εν αγνοία μου - θέλει να με φροντίσει!
Πριν λίγο ανακοίνωσε τι έχει αποφασίσει.
Στην Παλαιστίνη χάρισε τη γη της Αραβίας,
Και πρόσθεσε στα εδάφη της τη χώρα της Συρίας.
Κι αν ό,τι μου μετέφεραν οι φίλοι του ισχύει,
Ότι γι' αυτά υπόσχεται κι ειλικρινά ομνύει,
Αν έδωσε το λόγο του, όντως, πως θα μου ανήκει
Αυτή η επικράτεια, τότε η Βερενίκη
Τίτλους θα έχει αμέτρητους, προτού την ονομάσει
Εν τέλει και αυτοκράτειρα. Σε λίγο εδώ θα φτάσει
Να με γεμίσει με τιμή κι άπειρο μεγαλείο.
ΑΝΤ: Ενώ εγώ ήρθα να σου πω: Για πάντα φεύγω - Αντίο!
ΒΕΡ: Να πεις αντίο; Απίστευτο! Θεέ μου! Τι σου συμβαίνει;
Τρέμεις. Και μοιάζει η όψη σου παράξενη, αλλαγμένη.
ΑΝΤ: Πρέπει να φύγω...
ΒΕΡ:                            Πώς; Γιατί; Πες μου. Τι σ' αναγκάζει
Να θες...
ΑΝΤ(χαμηλόφωνα) Τι λάθος, να τη δω!...
ΒΕΡ:                                                 Λοιπόν, τι σε τρομάζει;
Λέγε! - Γιατί; Το στόμα αυτό ποτέ σου δεν το ανοίγεις.
Γιατί τόσο μυστήριο; Γιατί θέλεις να φύγεις;
ΑΝΤ: Εγώ υποκύπτω, μη ξεχνάς, πάντα στο θέλημα σου,
Κι αυτή 'ναι η ύστατη φορά που με ακούς μπροστά σου.
Δεν ξέρω, τώρα που έφτασες ψηλά, θυμάσαι ακόμα
Τον τόπο όπου γεννήθηκες, το πατρικό σου χώμα;
Θυμάσαι, που σ' αντίκρισα και θάμπωσε η ματιά μου,
Και η αιχμή απ' το βλέμμα σου καρφώθηκε βαθιά μου;
Σ' αγάπησα, σε θέλησα, σε ζήτησα, ποιος ξέρει,
Μπορεί και να δεχόσουνα ό,τι είχα εγώ προσφέρει,
Μπορεί γλυκά να μ' έβλεπες -μα η τύχη άλλα πρεσβεύει-
0 Τίτος τότε έρχεται, σε βλέπει, σε μαγεύει,
Σαν αετός περήφανος, άφταστος, ρωμαλέος,
Αρρενωπός, αήττητος, εκδικητής Ρωμαίος!
Η Ιουδαία, έντρομη. Κι εγώ, το πρώτο θύμα
Που σάρωσε το ακράτητο κι ανήμερο του κύμα.
Σε λίγο, και τα χείλη σου πικρά μου επιβάλουν
Να 'μαι βουβός - τα χείλη μου λέξη πια να μη βγάλουν!
Μάταια το προσπάθησα - τα μάτια μου μιλούσαν,
Οι στεναγμοί κι οι θρήνοι μου παντού σ' ακολουθούσαν.
Δίνεις τη λύση αδίστακτα, με βάζεις να επιλέξω:
Την εξορία ή τη σιωπή - ποιο απ' τα δυο ν' αντέξω;
Επέλεξα, κι ορκίστηκα, αμίλητος να μείνω.
Μα τώρα πια τολμώ, τολμώ και τη σιωπή μου λύνω:
Τον όρκο μου όταν άκουγες, χωρίς καμιά συμπόνια,
Μέσα μου ορκιζόμουνα να σ' αγαπώ αιώνια.
ΒΕΡ: Θε μου, τι λες;
ΑΝΤ:                      Και σώπασα. Και πια δεν είχα στόμα.
Περνούσαν χρόνια ολόκληρα. Κι εγώ σώπαινα ακόμα.
Τον τυχερό μου αντίζηλο πιστός ακολουθούσα,
Μετά το δάκρυ, το αίμα μου να χύσω αναζητούσα,
Ώστε ο χαμός μου ο ένδοξος να μαθευτεί από σένα,
Να γίνει η δόξα μου φωνή και να σου πει για μένα.
Και μοιάζει ξάφνου ο ουρανός πως να με πάρει θέλει -
Με κλαις νεκρό, μα αλίμονο, εγώ ζούσα εν τέλει!
Τι κι αν με λύσσα πάλευα, κινδύνευα, κοντά του!
Δεν έφτανε ο ζήλος μου τη γενναιότητα του!
Θέλω να είμαι δίκαιος: Ποιος να μην τον θαυμάσει!;
Αυτός, που προορίστηκε τη γη να εξουσιάσει,
Της μοίρας ο ευνοούμενος, μα κι εκλεκτός σου, ορμούσε,
Και πάνω απ' όλους έμοιαζε πως μόνος πολεμούσε,
Ενώ εγώ στον ίσκιο του παράδερνα χαμένος,
Ο άτυχος, ο μισητός και ο καταραμένος.
Αισθάνομαι να μ' επαινείς, κρυφά να γαληνεύεις
Και να μ' ακούς γλυκύτερα και να συγκατανεύεις,
Στα όσα λέω για χάρη του βαθιά προσηλωμένη,
Ξεχνάς αυτά που άκουσες με την καρδιά σφιγμένη.
Μετά από μια αδυσώπητη, αργή πολιορκία,
Τη στάση ο Τίτος έπνιξε - φρικτή αιματοχυσία!
Λιμός, φωτιά και σώματα κατακρεουργημένα,
Παντού μόνο χαλάσματα και τείχη ερειπωμένα.
Σε είδε η Ρώμη, τρόπαιο, μαζί του να σε φέρνει -
Κι εμένα έρμαιο η Ανατολή στην ερημιά με σέρνει!
Στην όμορφη Καισαρεία, με συνοδεύει ο πόνος,
Εκεί όπου σε λάτρεψα, περιπλανιόμουν μόνος,
Τα ίχνη των βημάτων σου στη γη σου αναζητώντας.
Ήταν όμως αβάσταχτη τόση μελαγχολία,
Κι η απόγνωση μ' ανάγκασε να 'ρθω στην Ιταλία -
Και βρήκα το χειρότερο, την ύστατη μου πλάνη,
Ο Τίτος με υποδέχεται, φίλο καλό με κάνει,
Κι εγώ σαν «φίλος» μένω εδώ, για να 'μαι πια κοντά σου,
Κι ερωτευμένος - γίνομαι έμπιστος του έρωτα σου!
Η Ρώμη δεν ενέκρινε το φλογερό σου πάθος
Ούτε και ο πατέρας του, κι ήλπιζα κατά βάθος
Ο Τίτος πως θα σ' έδιωχνε - μα η μοίρα όλα τ' αλλάζει,
Νεκρός ο Βεσπασιανός κι ο Τίτος εξουσιάζει.
Έπρεπε αμέσως να χαθώ, μα θέλησα να μείνω
Να μάθω τι αποφάσισε, κι εγώ τι θ' απογίνω.
Η τύχη μου έχει κριθεί. Η νίκη είναι δική σου.
Υπάρχουν φίλοι για να 'ρθουν στο γάμο, στη γιορτή σου,
Και η χαρά τους να ενωθεί με τη χαρά σου, εμένα
Τι να με κάνεις; Σκυθρωπό, με μάτια βουρκωμένα,
Το θύμα ενός έρωτα που ήταν αυταπάτη;
Μου αρκεί, έστω, που μίλησα, κι εσύ έμαθες κάτι
Για όσα εγώ δοκίμασα και υπέφερα κοντά σου.
Τώρα, μ' αγάπη όσο ποτέ βαθιά, φεύγω μακριά σου.
ΒΕΡ: Πώς να πιστέψω, κύριε, πως σήμερα, εμπρός μου,
Λίγο προτού ο Καίσαρας γίνει ο σύντροφος μου,
Ένας θνητός θα μου 'δειχνε έτσι τον έρωτα του!
Κι αν πρέπει να τιμωρηθεί για την απρέπειά του,
Εγώ, σαν γνήσια φίλη του, θέλω να λησμονήσω
Ό,τι βαρύ ξεστόμισε και να τον συγχωρήσω.
Σε άκουσα νηφάλια. Κι ακόμα, ένιωσα λύπη
Που φεύγει έτσι ο φίλος μου, και με εγκαταλείπει.
Τον ουρανό έχω μάρτυρα: Το μόνο που ποθούσα,
Αυτή μου τη δικαίωση μαζί σου να τη ζούσα.
Σε εκτιμούσα, θαύμαζα τη γενναιότητα σου,
Εσύ, του Τίτου αγαπητός, κι ο Τίτος, ίνδαλμα σου,
Με τη ματιά ενός έρωτα σε κοίταζα μεγάλου,
Γιατί τον Τίτο έβρισκα στο πρόσωπο ενός άλλου.
ΑΝΤ: Να γιατί φεύγω. Εστω κι αργά. Γιατί κι αν με κοιτούσες,
Αυτόν πάνω μου αντίκριζες κι εμένα με αγνοούσες.
Τίτος! Αυτό το όνομα! Τ' ακούω και με τρελαίνει,
Όταν το λέει το στόμα σου σαν να μην το χορταίνει!
Κι αυτό το άδειο βλέμμα σου! Το πάντα αφηρημένο,
Που ενώ με βλέπει, ειν' αλλού, αδιάφορο, χαμένο.
Χαίρε. Θα σ' έχω μέσα μου, θα 'σαι το μυστικό μου,
Θα σ' αγαπώ παντοτινά μέχρι το θάνατο μου.
Και μη φοβάσαι - δεν θα πω για όλα τούτα λέξη.
Κι αν με τυφλώνει ο σπαραγμός, κι εσύ αν έχεις φταίξει,
Η φήμη του θανάτου μου μόνο θα σου θυμίσει
Ότι χαμένος κι άσημος είχα ως τότε ζήσει.
Χαίρε.

ΠΕΜΠΤΗ ΣΚΗΝΗ               ΒΕΡΕΝΙΚΗ ΦΟΙΝΙΚΗ

ΦΟΙΝ: Ειν' αξιολύπητος! Με τόση καρτερία,
Και πίστη, δεν του άξιζε η τύχη αυτή, κυρία.
Δεν τον λυπάσαι;
ΒΕΡ:                   Η ξαφνική φυγή του με πικραίνει,
Ομολογώ ότι μέσα μου μια θλίψη είναι κρυμμένη.
ΦΟΙΝ: Εγώ δεν θα τον άφηνα...
ΒΕΡ:                                       Γιατί να τον κρατήσω;
Ως κι απ' το νου μου θα 'πρεπε για πάντα να τον σβήσω.
Να δώσω ελπίδα σ' όλη αυτή την πλάνη που πιστεύει;
ΦΟΙΝ: Ο Τίτος δεν φανέρωσε ακόμα τι σκοπεύει.
Η Ρώμη ρίχνει πάνω σου το βλέμμα της με φθόνο.
Βλέμμα αυστηρό, αμείλικτο, με κάνει και παγώνω:
Γι' αυτόν το γάμο απαιτεί να 'σαι Ρωμαία ο νόμος.
Δεν θέλει η Ρώμη βασιλείς, βασίλισσα είσαι όμως...
ΒΕΡ: Μα όλα αυτά πια πέρασαν. Ποιος να με απειλήσει;
Με αγαπά, είναι ισχυρός, ο Τίτος, κι αν μιλήσει,
Εμπρός μου τότε ευλαβικά θα σκύψει η σύγκλητος του,
Και το δικό του άγαλμα θα στέψει ο λαός του.
Χτες βράδυ που όλα έλαμπαν, Φοινίκη, δεν τον είδες;
Πώς άστραφτε, πώς φάνταζε σαν μέσα σε ηλιαχτίδες!
Και οι πυρσοί, και η πυρά! Νύχτα φωτιάς! Τι εικόνες!
Οι αετοί! Τα λάβαρα! Τα πλήθη! Οι λεγεώνες!
Συγκλητικοί και ύπατοι και ισχυροί του κόσμου,
Που επάνω τους τη λάμψη του έριχνε ο λατρευτός μου.
Μες στην πορφύρα, ολόχρυσος, ένδοξος, τιμημένος,
Πολεμιστής αήττητος, δαφνοστεφανωμένος,
Το κάθε βλέμμα αχόρταγα αυτόν μόνο κοιτούσε,
Αυτόν μόνο αντίκριζε, αυτόν μόνο ποθούσε.
Τι αίγλη, τι παράστημα, τι ανδρική σαγήνη,
Α! και με πόσο σεβασμό, με πόση εμπιστοσύνη,
Πίστη κρυφά του ορκίστηκαν όλοι μες στην καρδιά τους!
Κι όπως εγώ, δεν είδανε -πες μου- εκεί μπροστά τους,
Τον κύριο τους και Θεό, που θα εξουσιάσει,
Όσο κι αν θέλησε θνητό η μοίρα να τον πλάσει;
Φοινίκη, παρασύρθηκα με την ανάμνηση του!
Η Ρώμη τώρα τον τιμά για την ενθρόνιση του,
Τύχη καλή του εύχεται και στους Θεούς θυσιάζει
Και για τον αυτοκράτορα που απέκτησε γιορτάζει.
Πάμε! Τι περιμένουμε; Μαζί τους να ενωθούμε
Και για τη βασιλεία του, για εκείνον, να ευχηθούμε!
Κι ύστερα, εδώ, απρόσμενα, κοντά του θα γυρίσω,
Για να τον δω, απρόσκλητη, για να τον συναντήσω,
Να πούμε όσα λέγαμε μόνο με τη ματιά μας
Και να φανεί ελεύθερα ό,τι έκρυβε η καρδιά μας.

                                       ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΡΑΞΗ

ΠΡΩΤΗ ΣΚΗΝΗ                        ΤΙΤΟΣ ΠΑΟΥΛΟΣ ΑΚΟΛΟΥΘΟΙ

ΤΙΤ: Βρήκες εν τέλει της Κομμαγηνής τον ηγεμόνα;
Ξέρει ότι περιμένω εδώ;
ΠΑΟΥΛ:                        Έτρεξα στον κοιτώνα
Εκείνης, όπου λίγο πριν τον είδανε να μπαίνει.
Είχε όμως φύγει. Φρόντισα να μάθει τι συμβαίνει:
Ότι επειγόντως τον καλείς - ενήργησα ως προσήκει.
ΤΙΤ: Έστω. Κι εκείνη; Έμαθες τι κάνει η Βερενίκη;
ΠΑΟΥΛ: Γιορτάζει και σ' ευγνωμονεί και δέεται και λέει
Να σου χαρίσουν οι ουρανοί όλης της γης τα ελέη.
Για σένα πήγε να ευχηθεί.
ΤΙΤ:                                Γλυκιά μου αγαπημένη!
Αλίμονο!
ΠΑΟΥΛ:            Γιατί αυτή η θλίψη; Τι συμβαίνει;
Θα ορίσει, στην Ανατολή, τόσους και τόσους θρόνους.
Και τη λυπάσαι;
ΤΙΤ:                   Πάουλε, να μας αφήσουν μόνους!

ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΚΗΝΗ             ΤΙΤΟΣ ΠΑΟΥΛΟΣ

ΤΙΤ: Λοιπόν. Η Ρώμη αναρωτιέται απόφαση αν πήρα,
Θέλει να μάθει της βασίλισσας ποια θα είναι η μοίρα,
Πάουλε. Ο πόθος ο κρυφός, δικός της και δικός μου,
Πασίγνωστος, έχει απλωθεί στα πέρατα του κόσμου.
Καιρός, τις σκέψεις μου να πω. Μα θέλω από σένα
Να μάθω τι φρονεί ο λαός για 'κείνην και για μένα.
Τι λένε; Πες μου. Τι ακούς;
ΠΑΟΥΛ:                         Παντού γίνεται σάλος
Τις αρετές σου εξυμνούν και το δικό της κάλλος.
ΤΙΤ: Τι λένε για τα αισθήματα που εγώ της έχω δείξει;
Πού θα 'θελαν ο έρωτας αυτός να καταλήξει;
ΠΑΟΥΛ: Μπορείς τα πάντα: Αγάπησε, αν θες, ή απαρνήσου.
Διάλεξε ό,τι εσύ ποθείς, η Αυλή θα 'ναι μαζί σου.
ΤΙΤ: Αυτή η Αυλή!... Την έχω δει, όλο υποκρισία,
Να δέχεται αμέριμνα την κάθε ακολασία.
Του Νέρωνα τα εγκλήματα σκυφτή να δικαιώνει,
Την τρέλα του, γονατιστή, να την αποθεώνει.
Πώς να πιστέψω της Αυλής το θέατρο, την πλάνη,
Πάουλε, θέλω μια φωνή αλήθειας που να κάνει
Να βγει στο φως ό,τι πικρό στο σκότος ψιθυρίζουν,
Δεν θέλω κίβδηλες φωνές που με αποκοιμίζουν.
Εξ άλλου, το υποσχέθηκες. Ο σεβασμός κι ο τρόμος
Με κλείνουν μες στης άγνοιας τα τείχη, τώρα όμως,
Θέλω, καλέ μου Πάουλε, τα μάτια σου, το στόμα,
Να μου αποκαλύψουνε ό,τι δεν ξέρω ακόμα.
Γι' αυτό σ' έκανα έμπιστο, σου ανοίχτηκα γενναία,
Και της ψυχής τους σε όρισα κρυφό διερμηνέα.
Για να μου πουν ό,τι δεν λεν οι κόλακες μου, οι «φίλοι»,
Ξεκάθαρα και ειλικρινά τα τίμια σου χείλη.
Λέγε λοιπόν. Τι θέλουνε να γίνει η Βερενίκη;
Τι προσδοκούνε; Να ηττηθεί; Ν' αξιωθεί τη νίκη;
Αν πλάι στον Καίσαρα σταθεί, ένδοξη και μεγάλη,
Η όμορφη βασίλισσα, αυτό θα τους προσβάλλει;
ΠΑΟΥΛ: Μην αμφιβάλλεις, κύριε. Στο νου ή την καρδιά της,
Η Ρώμη δεν τη δέχεται για αυτοκράτειρα της.
Ξέρουν πως είναι όμορφη. Μα τα λευκά της χέρια
Γύρω απ' το σκήπτρο σου πετούν, σαν άγρια περιστέρια.
Ρωμαία κι αν αισθάνεται, κι αν έχει -λένε- τόσο
Πολλές και σπάνιες αρετές, βασίλισσα είναι, ωστόσο.
Κι η Ρώμη το έχει ως θεσμό βαθιά θεμελιωμένο:
Απαγορεύει το αίμα της να σμίγει με αίμα ξένο,
Δεν αποδέχεται καρπό παράνομο η τιμή της,
Παιδί γάμου αντίθετου με την παράδοση της.
Άλλωστε, αφότου έδιωξε τους βασιλείς της, πλέον
Σιχαίνεται ό,τι άλλοτε λάτρευε υπέρ το δέον -
Τη βασιλεία, τη μισεί. Και τώρα, αν προσκυνάει
Πιστά τον κάθε Καίσαρα, μες στην ψυχή κρατάει
Την έχθρα αυτή περήφανα, που είν' ό,τι απομένει
Απ' την Ελευθερία της, την προ πολλού χαμένη.
Ο Ιούλιος, που αρχικά την είχε καταλύσει,
Και κάθε νόμο αυθαίρετα είχε ποδοπατήσει,
Την Κλεοπάτρα, κι αν τρελά ποθούσε, την αρνιέται,
Κι εκείνη στην Ανατολή μόνη περιπλανιέται.
Ο Αντώνιος, που σαν Θεά τη λάτρευε η ψυχή του,
Κι απ' τα φιλιά της ξέχασε τη γη και την τιμή του,
Αν και δεν τόλμησε ποτέ να γίνει σύζυγος της,
Όταν τον βρήκε αναίσχυντα να γονατίζει εμπρός της
Η Ρώμη εκδικήθηκε, λύκαινα αγριεμένη,
Κι αυτόν, τον άνομο εραστή, κι αυτήν, την ερωμένη.
Ο Καλιγούλας, έκτοτε, ο Νέρων, κύριε μου,
Τέρατα, που δεν έβαλα στα χείλη αυτά ποτέ μου,
Μόνο κατ' όψιν άνθρωποι, αδίστακτοι, κι ακόμη
Αμετανόητοι βιαστές των νόμων που 'χει η Ρώμη,
Το νόμο αυτό δεν τόλμησαν να ρίξουν στον Καιάδα,
Ενός γάμου αποτρόπαιου δεν άναψαν τη δάδα.
Ζήτησες ειλικρίνεια - εκείνος ο υπηρέτης,
Που ήταν του Κλαύδιου κόλακας και δούλος και ικέτης,
Ευθύς που ελευθερώθηκε, δυο γάμους είχε κάνει,
Κι οι δύο με βασίλισσες, κι αυτό αν δεν σου φτάνει,
Κι αν την αλήθεια για ν' ακούς είσαι αποφασισμένος:
Ήταν κι οι δυο οι βασίλισσες της Βερενίκης γένος!
Ρωτάς λοιπόν εάν μπορείς στου Καίσαρα την κλίνη
Να βάλεις μια βασίλισσα, χωρίς να σ' επικρίνει
Η Ρώμη, όταν βασίλισσες χυδαία είχαν σμίξει,
Μ' ακόλαστο απελεύθερο, κι η Ανατολή είχε φρίξει!;
Αυτά οι Ρωμαίοι σκέφτονται για τα αισθήματα σου.
Και σύντομα κι η σύγκλητος ίσως να 'ρθει μπροστά σου
Με του λαού το θέλημα, προτού ο ήλιος δύσει,
Όπως σου μίλησα εγώ, έτσι να σου μιλήσει,
Και σύσσωμη στα γόνατα να πέσει εκλιπαρώντας,
Επιλογή αντάξια της Ρώμης απαιτώντας.
Έχεις το χρόνο να σκεφτείς τι θα τους απαντήσεις.
ΤΙΤ: Αλίμονο! Έναν έρωτα τέτοιον πώς να τον σβήσεις!;
ΠΑΟΥΛ: Ο έρωτας σου, ομολογώ, ηφαίστειο που κοχλάζει!
ΤΙΤ: Χίλιες φορές πιο φλογερός απ' ό,τι ο νους σου βάζει,
Δεν τη χορταίνω, Πάουλε, θέλω να την κοιτάω,
Να της μιλώ, να χαίρεται και να την αγαπάω.
Χίλιες φορές για χάρη της (γιατί πια να το κρύβω!)
Μ' είδαν ευγνώμονα οι Θεοί μπρος στους βωμούς να σκύβω
Να τους δοξάζω που έβαλαν τη Ρώμη, όλη την πλάση,
Στα χέρια του πατέρα μου, να τις εξουσιάσει.
Έφτασα μέχρι να φθονώ το δάφνινο του στέμμα.
Εγώ, που θα 'δινα γι' αυτόν το ίδιο μου το αίμα,
Αν μ' ευσπλαχνία η μοίρα του εν τέλει είχε θελήσει
Ακόμα περισσότερο στη γη να τον κρατήσει.
Και όλα αυτά (πόσο τυφλοί είναι οι ερωτευμένοι!)
Για να σταθεί στο πλάι μου, στο θρόνο, τιμημένη
Αυτή που χρόνια ολόκληρα μ' είχε στην αγκαλιά της,
Κι εγώ, κι η πλάση ολόκληρη να σκύψουμε μπροστά της.
Μα κι αν την όμορφη όψη της, Πάουλε, έχω λατρέψει,
Κι αν κλαίγοντας ορκίστηκα, ώστε να με πιστέψει,
Τώρα που τη σαγήνη της μπορώ πια να δοξάσω,
Που την ποθώ όσο ποτέ, και που μπορώ να φτάσω
Ως τον τερπνό υμέναιο, και να ενωθώ μ' εκείνη,
Κι ό,τι για χρόνια θέλαμε, σε μια μέρα να γίνει,
Θα πρέπει, ω Θε μου, Πάουλε... Πώς να το ξεστομίσω;
ΠΑΟΥΛ: Τι, κύριε μου; Πες μου το!
ΤΙΤ:                                   Πρέπει να την αφήσω.
Δεν απαρνιέσαι έτσι μεμιάς την ίδια την ψυχή σου.
Αν σου είπα «μίλα», αν θέλησα ν' ακούσω τη φωνή σου,
Το έκανα γιατί ήθελα ο λόγος σου να σβήσει
Τον έρωτα που μέσα μου δεν λέει να ξεψυχήσει.
Η Βερενίκη ανίκητη πάλευε στην καρδιά μου,
Κι αν τώρα η δόξα τη νικά και την πετάει μακριά μου,
Η μάχη με τον έρωτα αν ήξερες τι πόνο
Και τι πληγές μου στοίχισε - διχάζομαι, ματώνω!
Τη λάτρευα κι αμέριμνος τον έρωτα μου ζούσα,
Εγώ δεν εξουσίαζα, ούτε και κυβερνούσα
Άλλο από τη μοίρα μου, το μυστικό καημό μου,
Κι έδινα λόγο για όλα αυτά μόνο στον εαυτό μου.
Μα όταν ψηλά ο ουρανός κάλεσε τον πατέρα,
Και τα δυο μάτια του έκλεισα τη μαύρη εκείνη μέρα,
Βγήκα απ' το θάμβος το γλυκό, από την πλάνη εκείνης,
Κι αισθάνθηκα στους ώμους μου το βάρος της ευθύνης.
Το είδα αμέσως - πως σκληρά πρέπει να την ξεχάσω,
Τον εαυτό μου, Πάουλε, κι αυτόν να ξεπεράσω,
Κι ότι οι Θεοί αποφάσισαν, παρά τη θέληση μου,
Η οικουμένη, μόνο αυτή, να ορίζει τη ζωή μου.
Η Ρώμη καιροφυλακτεί με μάτια αγριεμένα.
Κακός οιωνός και τι ντροπή, γι' αυτή μα και για μένα,
Στα πρώτα μου τα βήματα, το δίκαιο αγνοώντας,
Να ευτυχήσω βέβηλα, οικτρά παρανομώντας!
Του έρωτα μου επέλεξα την άγρια καταδίκη
Και να μιλήσω θέλησα γι' αυτό στη Βερενίκη,
Την άμοιρη, μα τι να πω; Μέρες, όσο κι αν ψάξω
Να βρω τις πρώτες λέξεις μου, τις φράσεις να ταιριάξω,
Μόλις τολμάει το στόμα μου κάτι να της αρθρώσει,
Ξάφνου νιώθω τη. γλώσσα μου να 'χει μεμιάς πετρώσει.
Περίμενα, έστω, αν με δει, σε τόση αγωνία,
Να νιώσει τη μελλούμενη, κοινή μας δυστυχία.
Αντί γι' αυτό, ανίδεη, γλυκά με συμπονούσε,
Τα δάκρυα μου στέγνωνε και με παρηγορούσε,
Στιγμή δεν προαισθάνθηκε ότι με βασανίζει
Το τέλος ενός έρωτα που τόσο της αξίζει.
Τη βρήκα όμως τη δύναμη και τη σιωπή θα λύσω!
Πάουλε, πρέπει να τη δω, πρέπει να της μιλήσω.
Μα θέλω κι ο Αντίοχος να έρθει εδώ, ωστόσο,
Το θησαυρό που χάνω εγώ, να του τον παραδώσω.
Στα βάθη της Ανατολής μαζί του να γυρίσει.
Αύριο, απ' τη Ρώμη και οι δυο θα 'χουν αναχωρήσει.
Αυτά σκοπεύω να της πω, σύντομα, όπου να 'ναι.
Κι αυτή, η ύστατη φορά που με ακούει θα 'ναι.
ΠΑΟΥΛ: Τι άλλο θα 'λεγε αυτός που η δόξα του ανήκει,
Που πάντα τον πλημμύριζε το πάθος για τη νίκη!;
Η Ιουδαία, ένας σωρός συντρίμμια που καπνίζουν,
Μνημεία που αιώνια εσένα θα θυμίζουν,
Μου έλεγε πως μια ψυχή που έχει ανδρεία τόση,
Δεν θα 'φτανε τον άθλο αυτόν ποτέ να τον προδώσει,
Κι ότι ο μεγάλος ήρωας που έθνη έχει λυγίσει,
Θα 'ξερε και τα πάθη του πώς να κατανικήσει.
ΤΙΤ: Λόγια!... Η δόξα, που επαινείς, πληρώνεται με αίμα!
Πιο όμορφη θα φάνταζε στο θλιβερό μου βλέμμα,
Αν μ' έφερνε αντιμέτωπο ξανά με το χαμό μου!
Μα! Και το πάθος για αρετή, και τον ηρωισμό μου,
Η Βερενίκη τ' άναψε να καίνε την καρδιά μου.
Μην το ξεχνάς - δεν ήτανε πάντοτε τ' όνομα μου
Λαμπρό κι αξιοζήλευτο - δεν ήμουν δοξασμένος.
Μα δεν θ' αρκεί για να ξεχνά ότι βαθιά πονάει.
Της Βερενίκης η καρδιά δεν μ' απατά, την ξέρω.
Μες στην Αυλή του Νέρωνα από παιδί κλεισμένος,
Το μόνο που είδα, Πάουλε, το μόνο που είχα μάθει
Να παίρνω δρόμο ολισθηρό, να σέρνομαι στα πάθη.
Και να εκείνη! Η Μάγισσα! Αχ, μια καρδιά τι κάνει
Για να κερδίσει τη σκλαβιά, ν' αγγίξει ό,τι δεν φτάνει;!
Ποτάμι τρέχει το αίμα μου - νικώ ως της γης την άκρη,
Κι έρχομαι πίσω θριαμβευτής. Μα το αίμα και το δάκρυ,
Ούτε κι αυτά της άρκεσαν για να με αγαπήσει.
Τη δυστυχία έπρεπε ο Τίτος να ελεήσει,
Την καλοσύνη μου να δει όλη η οικουμένη,
Να μ' ευλογήσουν άπειροι παντού κατατρεγμένοι,
Για να τη δω ν' αγαλλιά, γλυκά να μ' αντικρίζει,
Και μένα, όση δεν σκέφτεσαι, χαρά να με γεμίζει!
Τα πάντα, Πάουλε, της χρωστώ. Κι εγώ τι θα της δώσω;
Την πιο σκληρή ανταμοιβή. Για όλη αυτή την τόσο
Πανάκριβη της δωρεά -δόξα, αρετή, τι δρέπεις!-
Θα της φωνάξω: «Πήγαινε, φύγε να μη με βλέπεις!»
ΠΑΟΥΛ: Γιατί, κύριε μου, υποτιμάς τόση μεγαλοσύνη;
Ως τον Ευφράτη ποταμό θα εξουσιάζει εκείνη!
Η σύγκλητος είν' άναυδη! Ποιος να σε θεωρήσει
Αχάριστο; Την έκανες σχεδόν με σένα ίση!
Η Βερενίκη θάλασσες λαών θα κυβερνάει.
ΤΙΤ: Τον εαυτό μου ήθελε μόνο να της προσφέρω.
Της άρεσα, με μάγεψε, κι από αυτή την ώρα,
(Μοίρας στιγμή, που τιμωρεί; Τύχης, που φέρνει δώρα;)
Μια μόνο ήταν η σκέψη της: Το πόσο μ' αγαπούσε.
Ξένη στη Ρώμη, άγνωστη μες στην Αυλή, περνούσε
Όλη τη μέρα, Πάουλε, για μένα ν' ανασαίνει,
Να βλέπει εμένα, κι ύστερα πάλι να με προσμένει.
Και κάποτε αν της έλειπα, αν λίγο αργοπορούσα,
Κι αν για στιγμές ξεχνιόμουνα, και δεν τη συναντούσα,
Την έπαιρναν τα δάκρυα, κι είχε απ' το κλάμα λιώσει,
Αυτό το χέρι άπειρες φορές τα 'χει στεγνώσει.
Ό,τι στον έρωτα βαθύ και δυνατό γεννιέται,
Πόθος γλυκός κι αστείρευτος που όλο παραπονιέται,
Πρόθεση αγνή να 'σαι αρεστός, φόβος που δεν σ' αφήνει,
Κάλλος και δόξα κι αρετή, όλα τα είχε εκείνη.
Για πέντε χρόνια, συνεχώς, τη βλέπω, την ορίζω,
Και πάντα πρώτη μου φορά λες και την αντικρίζω.
Δεν θέλω να τη σκέφτομαι. Πάουλε, η αντοχή μου,
Όσο τη φέρνω στο μυαλό, φεύγει από την ψυχή μου.
Τι θα της πω, ω ουρανέ, τι θα της αναγγείλω!
Αρκεί. Ας μην το σκέφτομαι. Θα κάνω ό,τι οφείλω.
Αυτό είναι το καθήκον μου και θα το ακολουθήσω,
Κι αδιάφορο, αν θα χαθώ ή αν θα επιζήσω.

ΤΡΙΤΗ ΣΚΗΝΗ                      ΤΙΤΟΣ ΠΑΟΥΛΟΣ ΡΟΥΤΙΛΟΣ

ΡΟΥΤ: Η Βερενίκη, κύριε, ζητά να σου μιλήσει.
ΤΙΤ: Πάουλε!
ΠΑΟΥΛ:    Τι; Σαν τον δειλό που 'χει οπισθοχωρήσει,
Ξεχνάς τα λόγια του ήρωα που άκουσαν τ' αυτιά μου;
Κάνε τα πράξη.
ΤΙΤ:              Θα τη δω. Ας έρθει εδώ, μπροστά μου.

ΤΕΤΑΡΤΗ ΣΚΗΝΗ      ΒΕΡΕΝΙΚΗ ΤΙΤΟΣ ΠΑΟΥΛΟΣ ΦΟΙΝΙΚΗ

ΒΕΡ: Λυπάμαι αν ειμ' αδιάκριτη, κι απρόσκλητη αν μπαίνω
Στο χώρο αυτό που σε κρατά κλειστό, απομονωμένο.
Μα όταν ολόκληρη Αυλή βουίζει ολόγυρα μου
Για όλα αυτά που έβαλες μέσα στην αγκαλιά μου,
Θα 'ταν σωστό να μη σε δω, να μην τρέξω κοντά σου
Και να σωπαίνω, αδιάφορη, μένοντας μακριά σου;
Ωστόσο, κύριε (αυτός εδώ, φίλος αληθινός μας,
Θα ξέρει πια το μυστικό που κρύβει ο λογισμός μας)
Το πένθος σου κι αν τέλειωσε, εσύ πάντα μονάζεις,
Κι ούτε που ψάχνεις να με βρεις, ούτε με πλησιάζεις.
Μου λένε πως μου χάρισες ένα σκήπτρο ακόμα,
Μα να τ' ακούσω δεν μπορώ απ' το δικό σου στόμα.
Γιατί, κύριε μου, όλοι αυτοί -αλίμονο- οι τύποι,
Μόνο τη σύγκλητο αφορούν πια της καρδιάς σου οι χτύποι;
Δεν υποφέρει ο πόθος μου, Τίτε, φραγμό και νόμο:
Να σου μιλά με συστολή, με σεβασμό, με τρόμο!
Γι' αυτό ρωτάω καθαρά: Πού είναι ο έρωτας σου;
Προσφέροντας βασίλεια, εκφράζεις το αίσθημα σου;
Και από πότε πίστεψες πως μ' όλα αυτά μ' αγγίζεις;
Να μου μιλάς, να με κοιτάς και να μου ψιθυρίζεις,
Αυτά είναι τα βασίλεια που θέλω ν' αποκτήσω,
Να 'σαι κοντά μου -μόνο αυτό- τ' άλλα στα δίνω πίσω.
Τώρα για μόνη αγάπη σου θα 'χεις την εξουσία;
Μένεις ακόμα σιωπηλός, μετά τόση απουσία;
Πες μου μια λέξη. Ανησυχώ. Λύσε πια τη σιωπή σου.
Για μένα πριν μιλούσατε; Ήμουν κι εγώ μαζί σου
Στα όσα λέγατε κρυφά; Στα λόγια σου εγώ ζούσα;
Κύριε, μες στη σκέψη σου -έστω- ήμουν παρούσα;
ΤΙΤ: Αναρωτιέσαι; Ορκίζομαι -μάρτυς μου η Θεία Δίκη-
Πάντα μέσα στα μάτια μου έχω τη Βερενίκη!
Η απουσία, ο καιρός -ξέρε το- δεν σου κλέβει,
Δεν σου στερεί μία καρδιά που μόνο σε λατρεύει.
ΒΕΡ: Απίστευτο. Μου ορκίζεσαι πως φλέγεσαι για μένα,
Κι έτσι ψυχρά τ' ορκίζεσαι, με λόγια παγωμένα;
Κι επικαλείσαι τους Θεούς; Γιατί; Για να με πείσεις
Πως μ' αγαπάς; Κι οι όρκοι αυτοί είναι οι εγγυήσεις;
Σ' έχει η καρδιά μου, κύριε, ποτέ αμφισβητήσει;
Ένας γλυκός σου ψίθυρος αρκεί για να με πείσει.
ΤΙΤΚυρία...
ΒΕΡ:            Λέγε μου, λοιπόν! Πες μου. Γιατί διστάζεις;
Στρέφεις τα μάτια, αλλού κοιτάς, χάνεσαι, σκοτεινιάζεις!
Έτσι θα μ' αποστρέφεται, απόμακρη, η μορφή σου,
Πενθώντας τον πατέρα σου, βαρύθυμη η ψυχή σου;
Δεν βρίσκει βάλσαμο ο καημός που σε κατασπαράζει;
ΤΙΤ: Είθε να ήταν ζωντανός, Θε μου, να εξουσιάζει!
Κι εγώ να ζούσα ανέμελος!
ΒΕΡ:                                      Κύριε, η βαθιά σου θλίψη
Δείχνει ενός γιου το σεβασμό - κάτι σαν δέος, σαν τύψη!
Όμως, αρκεί τον τίμησες. Για πάντα θα πενθήσεις;
Καιρός, το μεγαλείο σου, τη Ρώμη να φροντίσεις -
Εγώ ούτε που σκέφτομαι να γίνω η μέριμνα σου.
Η Βερενίκη κάποτε ήταν παρηγοριά σου.
Δεν χόρταινες τα λόγια μου - γλυκά κι αν σου μιλούσα,
Αμέτρητα μαρτύρια για χάρη σου περνούσα,
Το δάκρυ μου όμως στέγνωνε με μια σου λέξη μόνο!
Κλαις τον πατέρα σου. Πονάς. Ξέρω κι εγώ από πόνο!
Εγώ -όταν το σκέφτομαι και μόνο νιώθω φρίκη-
Που ό,τι λατρεύω θέλησαν να μου τ' αρπάξουν λύκοι,
Γνωρίζεις πόσο υπέφερα, πώς έτρεμε η καρδιά μου,
Έστω για λίγο αν έφευγες εσύ από κοντά μου -
Εγώ που θα 'πεφτα νεκρή αν μου έλεγαν «Μπροστά σου
Ποτέ δεν θα τον ξαναδείς...»
ΤΙΤ:                                   Τι λες; Έλεος! Στάσου.
Μη συνεχίζεις! Τι στιγμή βρήκες για να μιλήσεις!
Στοργή για έναν αχάριστο άλλη μη σπαταλήσεις.
ΒΕΡ: Ποιος είναι ο αχάριστος; Εσύ είσαι, καρδιά μου;
Μήπως σε πνίγει η θερμή, ασφυκτική αγκαλιά μου;
ΤΙΤ: Όχι, ποτέ. Ειλικρινά. Και μάθε ότι νιώθω
Για σένα ακόμα πιο πολύ να φλέγομαι από πόθο!
Μα...
ΒΕΡ:    Πες μου.
ΤΙΤ:                 Αλίμονο!
ΒΕΡ:                             Σ' ακούω.
ΤΙΤ:                                            Η Ρώμη... . Η Εξουσία...
ΒΕΡ: Τι;
ΤΙΤ:         Πάουλε, πάρε με από 'δω. Με πνίγει η απελπισία.

ΠΕΜΠΤΗ ΣΚΗΝΗ                           ΒΕΡΕΝΙΚΗ ΦΟΙΝΙΚΗ

ΒΕΡ: Έφυγε! Κι ούτε θέλησε να πει έστω μια λέξη!
Τι θλιβερή συνάντηση. Πες μου, σε τι έχω φταίξει;
Τι θέλει; Γιατί σώπασε; Τι έπρεπε να κάνω;
ΦΟΙΝ: Κι εγώ, όσο το σκέφτομαι τόσο απορώ, τα χάνω.
Δεν βάζει ο νους σου τίποτε που να τον έχει θίξει
Και τώρα τον ανάγκασε την έχθρα του να δείξει;
Σκέψου, θυμήσου...
ΒΕΡ:                         Αλίμονο! Θέλω να με πιστέψεις,
Όσο κι αν ψάξω στα παλιά, η μνήμη μου κι οι σκέψεις,
Απ' την αρχή που χάρηκα, ως τώρα που ματώνω,
Γι' αγάπη με κατηγορούν υπέρμετρη και μόνο.
Όμως εσύ μας άκουγες. Θέλω να μου εξηγήσει
Το στόμα σου και να μου πει: Τον έχω εγώ ενοχλήσει;
Πες μου! Μήπως τα δώρα του είδα μ' αγνωμοσύνη!;
Μήπως έχω το πένθος του άδικα επικρίνει!;
Ή μήπως τρέμει, αγωνιά για των Ρωμαίων το μίσος;
Να παντρευτεί βασίλισσα, αυτό φοβάται ίσως.
Αυτό. Και τότε, αλίμονο!... Αδύνατον! Δεκάδες
Φορές πέταξ' η αγάπη μας μεσ' απ' τις Συμπληγάδες
Των νόμων τους... Τόσες φορές! Γιατί σωπαίνει, ωστόσο,
Έτσι σκληρά! Θα τρελαθώ, εξήγηση αν δεν δώσω.
Μπορώ να ζω, χωρίς ποτέ να έχω καταλήξει,
Εάν με παραμέλησε ή αν τον έχω θίξει;
Θέλω και πάλι να τον δω. Ήδη το έχω νιώσει
Αυτό που ίσως άδικα τον έχει αναστατώσει.
Ξέρει, Φοινίκη, έμαθε! Τον έχουνε ταράξει
Ο Αντίοχος κι η αγάπη του. Γι' αυτά έχει τρομάξει.
Τον κύριο της Κομμαγηνής θέλει να δει - μου λένε.
Άρα, η αιτία είν' αυτός για όλα όσα με καίνε.
Κι η τόση του επιφύλαξη που μ' έχει θορυβήσει,
Σε μια υποψία οφείλεται που ειν' εύκολο να σβήσει.
Αχ! Δεν περηφανεύομαι, μικρός ο θρίαμβος μου,
Τίτε, ας στέλνανε οι Θεοί σαν πειρασμό εμπρός μου
Ανώτερο σου αντίζηλο για να με δελεάσει,
Κι ας έριχνε στα πόδια μου ολόκληρη την πλάση,
Και άπειρα βασίλεια, κι ας με πολιορκούσε,
Αν την ψυχή σου μου 'δινες εσύ - αυτό θ' αρκούσε!
Κι έτσι, ω Τίτε, που νικάς, που πάντα με κερδίζεις,
Θα 'βλεπες τότε καθαρά για μένα πόσο αξίζεις.
Πάμε. Φτάνει μια λέξη μου κι η θλίψη του θα σβήσει.
Καρδιά μου, ησύχασε! Όπως πριν, πάλι θα σε θελήσει.
Πώς βιάστηκα ν' απελπιστώ! Η ζήλια, αν τον παιδεύει,
Ο Τίτος, τότε, αγαπά, ο Τίτος με λατρεύει.

                                         ΤΡΙΤΗ ΠΡΑΞΗ

ΠΡΩΤΗ ΣΚΗΝΗ                ΤΙΤΟΣ ΑΝΤΙΟΧΟΣ ΑΡΣΑΚΗΣ

ΤΙΤ: Φεύγεις; Είναι ανεξήγητη αυτή η απόφαση σου!
Αυτή η φυγή η αιφνίδια! Κι η εξαφάνιση σου!
Ούτε καν θέλησες να 'ρθεις να μ' αποχαιρετήσεις!
Σαν αποστάτης, σαν εχθρός, τη χώρα αυτή θ' αφήσεις;
Η Ρώμη, η Αυλή, το Κράτος μου, τι θα 'λεγαν για σένα;
Κι εγώ, που είμαι ο φίλος σου; Δεν σκέφτηκες εμένα;
Σ' έχω αδικήσει; Σ' έβαλα ποτέ στην ίδια μοίρα
Μ' όλους τους άλλους βασιλείς; Κοντά μου δεν σε πήρα
Την ανοιχτή μου την καρδιά στα πόδια σου ν' απλώσω;
Ζούσε ο πατέρας μου, κι αυτό μόνο είχα να σου δώσω.
Τώρα, που εκτός απ' την καρδιά σου δίνω και το χέρι,
Χάνεσαι; Αρνιέσαι τ' αγαθά που 'χει να σου προσφέρει;
Νομίζεις ότι ξέχασα όλο το παρελθόν μου
Κι ότι περηφανεύτηκα για το λαμπρό παρόν μου;
Και ότι πια οι φίλοι μου απόμακροι, σβησμένοι,
θα μου 'ναι πια αδιάφοροι ολότελα, σαν ξένοι;
Κι αν θες, κι αν αποφάσισες να φύγεις μακριά μου,
Σ' έχω ανάγκη όσο ποτέ, εσένα, βασιλιά μου.
ΑΝΤ: Εμένα;
ΤΙΤ:            Εσένα.
ΑΝΤ:                     Αλίμονο! Τι να σου δώσω -πες μου-
Εγώ, ένας ασήμαντος, άλλο από τις ευχές μου;
ΤΙΤ: Εγώ όμως δεν ξέχασα πως δίκαια σου ανήκει
Το ήμισυ απ' τη δόξα μου, απ' τη μεγάλη νίκη.
Είδε η Ρώμη να 'ρχονται, πισθάγκωνα δεμένοι
Με τα δεσμά του Αντίοχου, μυριάδες ηττημένοι.
Και μες στο Καπιτώλιο είναι αναρτημένα
Της Ιουδαίας λάφυρα λαμπρά, χάρη σε σένα.
Τώρα όμως όχι, δεν ζητώ την αυταπάρνηση σου.
Θέλω απλώς να δανειστώ για λίγο τη φωνή σου.
Τα πάντα στην αγάπη σου η Βερενίκη οφείλει
Κι ειλικρινά α ευγνωμονεί, κι είστε δεμένοι φίλοι.
Μέσα στη Ρώμη είσαι γι' αυτή λιμάνι όλο γαλήνη.
Μία καρδιά, μία ψυχή, εγώ, εσύ κι εκείνη.
Στ' όνομα της φιλίας μας - ζητώ τη συνδρομή σου:
Να ασκηθεί επάνω της όλη η επιρροή σου,
Αφού τη δεις εκ μέρους μου.
ΑΝΤ:                                  Εγώ; Μα εμείς οι δύο
Για πάντα χωριστήκαμε - της είπα ήδη αντίο.
ΤΙΤ: Πρέπει και πάλι να τη δεις και να της πεις για μένα.
ΑΝΤ: Εσύ μίλα της, κύριε. Σε θέλει. Ζει για σένα.
Μια τόσο σπάνια χαρά γιατί να της στερήσεις;
Να μη μάθει απ' το στόμα σου ό,τι θα ομολογήσεις;
Σε περιμένει, αγωνιά για τη συνάντηση σας,
Και θα δεχτεί! - Στο λέω αυτό, προτού χαθώ απ τη γη σας,
Κι έμαθε, ξέρει ότι εσύ το 'χεις αποφασίσει
Κι ότι εκείνη πλάι σου για πάντα θα ευτυχήσει!
ΤΙΤ: Αχ! Τι μεγάλη ηδονή αν της το μολογούσα!
Τι ευτυχία μέγιστη, γι' αυτό αν της μιλούσα!
Τη μέρα τούτη, εκστατικός, περίμενα να ζήσω,
Κι όμως σήμερα, φίλε μου, πρέπει να την αφήσω.
ΑΝΤ: Να την αφήσεις, κύριε; Εσύ;
ΤΙΤ:                                         Το πεπρωμένο
Δεν θέλει εμένα πλάι της για πάντα αφοσιωμένο.
Απατηλά ήταν, μάταια, όλα τα όνειρα μου.
Πρέπει να φύγει, αύριο, μαζί σου, βασιλιά μου.
ΑΝΤ: Μαζί μου;
ΤΙΤ:          Ο αυτοκράτορας κι αν είμαι εγώ, τι φρίκη!
Την Πλάση έχω στα χέρια μου, ο κόσμος μου ανήκει.
Μπορώ να στέψω βασιλείς ή να τους καταργήσω,
Μα την καρδιά μου δεν μπορώ, εγώ, να την ορίσω!
Η Ρώμη επιβουλεύεται των βασιλέων τη μοίρα -
Θα φρίξει αν δει βασίλισσα σε θρόνο από πορφύρα.
Των βασιλέων το χρυσό κι αστραποβόλο στέμμα
Ρίχνει έναν ίσκιο όλο ντροπή πάνω σε κάθε βλέμμα.
Ενώ μια άλλη, αντίθετα, δεν θα 'χε σκανδαλίσει,
Και ας την είχα ανάξια και ταπεινά ποθήσει!
Η Ρώμη θα δεχότανε για αυτοκράτειρα της,
Την πιο ευκαταφρόνητη, αρκεί να ταν γενιά της.
Νόμος είναι απαράβατος. Κι αν αύριο δεν φύγει,
Θα δει μια ανθρωποθάλασσα που μαίνεται, που πνίγει,
Ουρλιάζοντας να μου ζητά τον εξοβελισμό της,
Κι από τη Ρώμη ν' απαιτεί τον άγριο διωγμό της.
Απ' το να είμαστε κι οι δυο έτσι ατιμασμένοι,
Ας νικηθούμε απ' την Τιμή, για πάντα δοξασμένοι!
Για μέρες μένω ανέκφραστος, βουβός, μήπως και νιώσει
Τα λόγια που το στόμα μου πικρά θέλει ν' αρθρώσει.
Μάταια. Εκείνη αδημονεί κι ανήσυχη προσμένει
Πότε μπροστά της θα σταθώ με την καρδιά ανοιγμένη.
Πώς να μιλήσω; Τι να πω; Θέλω να με λυτρώσεις
Και τη σκληρή απάντηση εσύ να παραδώσεις.
Τη θλίψη μου και τη σιωπή, πήγαινε, εξήγησε της
Πες πως δεν θέλω να τη δω -συγνώμη ζήτησε της-
Γίνε ο μόνος μάρτυρας του αποχωρισμού μας,
Μαντατοφόρος σκοτεινός του αποχαιρετισμού μας.
Εμπόδισε τη θλιβερή αυτή συνάντηση μας,
Την πτώση μας, τη συντριβή, την εξουθένωση μας.
Κι αν η ελπίδα ότι θα ζει μες στην καρδιά μου αιώνια,
Της δίνει μια παρηγοριά, δείξε τότε συμπόνια
Κι ορκίσου πως η φλόγα μου γι' αυτήν ποτέ δεν σβήνει,
Μες στην Αυλή, πιο εξόριστος ακόμα κι από εκείνη,
Θα 'μαι δικός της εραστής ώσπου να ξεψυχήσω,
Μακριά της σαν ανύπαρκτος, νεκρός θα κυβερνήσω,
Αν οι αδίστακτοι Θεοί κι άλλο με βασανίσουν
Και με μια ατέλειωτη ζωή στυγνά με τιμωρήσουν.
Κι εσύ, ο φίλος ο αγνός και ο ακόλουθος της,
Γίνε στη δυστυχία της σύμμαχος, σύντροφος της.
Και φτάστε στην Ανατολή μαζί, αγαπημένοι,
Σαν άξιοι θριαμβευτές κι όχι σαν ηττημένοι.
Και να 'στε πάντα αχώριστοι κι αφοσιωμένοι φίλοι
Κι εγώ ποτέ να μη χαθώ απ' τα δικά σας χείλη.
Γι' αυτό και θα 'θελα κοντά να 'ναι τα δυο σας Κράτη,
Και να 'χουν σύνορο κοινό τον ποταμό Ευφράτη.
Και ξέρω πως η σύγκλητος μ' αυτό θα συμφωνήσει,
Και θα εγκρίνει ομόφωνα ό,τι έχω αποφασίσει:
Η Κιλικία να ενωθεί με την Κομμαγηνή σου.
Χαίρε. Και να 'ναι ο Θησαυρός αυτός πάντα μαζί σου!
Ό,τι στον κόσμο μ' έθρεψε, στοίχειωσε τη ζωή μου,
Και θα μ' αφήσει όταν σβηστεί κι η ύστερη πνοή μου.

ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΚΗΝΗ     ΑΝΤΙΟΧΟΣ ΑΡΣΑΚΗΣ

ΑΡΣ: Κύριε, με το μέρος σου είναι η Θεία Δίκη.
Θα φύγεις, αλλά παίρνοντας μαζί τη Βερενίκη.
Δεν στη στερεί, αντίθετα, θα σου την παραδώσει.
ΑΝΤ: Να ανασάνω! Μια στιγμή! Νιώθω να 'χω παγώσει.
Άλλαξαν όλα! Μονομιάς! Ο νους δεν το χωράει.
Ο Τίτος μου παρέδωσε αυτό που αγαπάει!
Θεέ μου! Είναι απίστευτο! Τι άκουσαν τ' αυτιά μου;
Κι αν είναι αλήθεια, να χαρεί αμέριμνα η καρδιά μου;
ΑΡΣ: Μα. Απορώ. Τόσο πολύ διστάζει η καρδιά σου;
Υπάρχει κάποιο εμπόδιο τώρα για τη χαρά σου;
Πριν λίγο, καθώς φεύγαμε, δεν μου είπες πως φοβάσαι
Ότι για εκείνη αιώνια καταραμένος θα 'σαι,
Γιατί η καρδιά σου τόλμησε να της ομολογήσει,
Έντρομη, την αγάπη σου και να τη χαιρετήσει;
Δεν φεύγαμε για να μη δεις τη ένωση τους; Άρα,
Αφού χωρίζουν - να χαρείς! Λύθηκε η κατάρα!
Δέξου την αγαλλίαση που ο έρωτας σου δίνει.
ΑΝΤ: Αρσάκη, θα γυρίσουμε πίσω, εγώ κι εκείνη.
Σαν το αηδόνι θα μιλά, θ' ακούω τη λαλιά της,
Θα συνηθίσει να κοιτά τα μάτια μου η ματιά της,
Κι ίσως συγκρίνει, κι ίσως δει πως πια δεν έχει θέση
Του Τίτου η ψυχρότητα μπρος στη δική μου ζέση.
Ο Τίτος με την αίγλη του εδώ με εξαφανίζει.
Στη Ρώμη είναι εκθαμβωτικός. Σαν ήλιος λαμπυρίζει.
Ενώ εκεί ίσως λάμψω εγώ, γιατί θα 'μαι μακριά του,
Κι ας της θυμίζει η Ανατολή για πάντα τ' όνομά του.
ΑΡΣ: Μην αμφιβάλλεις, κύριε, έτσι ακριβώς θα γίνει!
ΑΝΤ: Αχ! Αφεθήκαμε κι οι δυο στου ονείρου τη σαγήνη!
ΑΡΣ: Στου ονείρου;
ΑΝΤ:          Είναι δυνατόν ποτέ να με θελήσει;
Η Βερενίκη, ευάλωτη, να συνθηκολογήσει;
Η Βερενίκη να μου πει γλυκά έστω ένα ψέμα;
Τώρα που άγρια θα κοιτά με πικραμένο βλέμμα,
Με μια ομορφιά ανώφελη και περιφρονημένη,
Θ' αποδεχτεί να δείχνω εγώ, με την καρδιά σκισμένη,
Μια στοργική αφοσίωση, που εκείνη όμως θα ξέρει,
Πως είναι έρωτας βαθύς που δίνεται, προσφέρει;
ΑΡΣ: Ποιος άλλος, στη δυσμένεια, μπορεί να τη στηρίξει;
Το πιο σκληρό της πρόσωπο η μοίρα θα της δείξει.
Ο Τίτος την αφήνει.
ΑΝΤ:                           Αυτή η αλλαγή για μένα
Θα 'ναι ένα νέο μαρτύριο. Με μάτια βουρκωμένα
Θα μου μιλάει σωπαίνοντας και θα μου λέει «μου λείπει».
Θα κλαίει γι' αυτόν. Θα την κοιτώ και θα γεμίζω λύπη.
Και για τα όσα πρόσφερα, ποια θα 'ναι η αμοιβή μου;
Γι' άλλον μπροστά μου να θρηνεί η αγάπη η ακριβή μου!
ΑΡΣ: Μα, σου αρέσει να πονάς; Πού είναι η δύναμη σου;
Ραγίζει έτσι εύκολα η τόση θέληση σου;
Δες την αλήθεια καθαρά, σκέψου καλά και κρίνε
Τους λόγους που η βασίλισσα δική σου τώρα είναι.
Ο Τίτος την αρνήθηκε - ο γάμος δεν θα γίνει.
Μαζί σου άρα θα ενωθεί -από ανάγκη- εκείνη!
ΑΝΤ      Από ανάγκη;
ΑΡΣ:                         Άφησε πρώτα να γαληνέψει.
Το δάκρυ του αποχωρισμού σύντομα θα στερέψει.
Κι όλα μετά θα σ' ευνοούν: Πίκρα, μνησικακία,
Ο χρόνος, η αγάπη σου, του Τίτου η απουσία,
Τόσα εδάφη - αδύνατο να τα ορίσει μόνη,
Τα Κράτη σας, γειτονικά κι ο Ευφράτης να τα ενώνει,
Συμφέρον, νους, συναίσθημα, θα απαιτούν να 'στε ένα.
ΑΝΤ: Ναι. Έχεις δίκιο, φίλε μου, νιώθω χάρη σε σένα
Να πλημμυρίζω από χαρά, να ζω, να ανασαίνω!
Θα κάνω ό,τι μου ζήτησε. Γιατί να περιμένω;
Τη Βερενίκη, ας τη δω, κατά το πρόσταγμα του,
Κι ας μάθει ότι ο Τίτος πια τη διώχνει από κοντά του.
Όμως... Τι κάνω; Μα γιατί, εγώ να ειμ' ο θύτης,
Ο άγγελος της είδησης για την καταστροφή της;
Από αρετή, από έρωτα, δεν το βαστά η ψυχή μου
Η Βερενίκη η γλυκιά ν' ακούσει τη φωνή μου
Να λέει: «Σ' εγκατέλειψε! Κυρία!» Για φαντάσου,
Η λέξη αυτή σαν κεραυνός να σκίσει την καρδιά σου!
ΑΡΣ: Πάνω στον Τίτο ολόκληρο το μίσος της θα πέσει.
Θα αναγγείλεις ό,τι αυτός σου έχει αναθέσει.
ΑΝΤ: Όχι, ποτέ. Δεν θα τη δω. Η οδύνη της, μεγάλη,
Αν μάθει αυτή τη συμφορά. Ας της μιλήσουν άλλοι.
Θα 'ταν φρικτό το χτύπημα, σωστό θα ήταν πλήγμα
Να μάθει πως την έδιωξε ο Τίτος με το στίγμα
Της ξένης, απ' το στόμα μου - διπλός, ο σπαραγμός της,
Αν της το πει ο αντίζηλος του Τίτου, ο μισητός της.
Να φύγουμε! Ο Αντίοχος γι' αυτό αν της μιλήσει,
Εκείνη τότε αιώνια, βαθιά θα τον μισήσει.
ΑΡΣ: Έρχεται! Πάρε απόφαση. Η διορία σου λήγει.
ΑΝΤ: Θεέ μου!

ΤΡΙΤΗ ΣΚΗΝΗ               ΒΕΡΕΝΙΚΗ ΑΝΤΙΟΧΟΣ ΑΡΣΑΚΗΣ ΦΟΙΝΙΚΗ

ΒΕΡ:               Α! Εγώ φαντάστηκα ότι ήδη έχεις φύγει!
ΑΝΤ: Δεν με ξαφνιάζει η ενόχληση, η δυσαρέσκεια σου!
Τον Καίσαρα θα ήθελες να δεις εδώ, μπροστά σου.
Όμως αυτός ευθύνεται που σ' ενοχλώ και πάλι,
Ενώ σ' αποχαιρέτησα σκύβοντας το κεφάλι.
Στην 'Οστια ίσως να ήμουνα, έτοιμος για ταξίδι,
Αν δεν μου το απαγόρευε, θ' αναχωρούσα ήδη.
ΒΕΡ: Ζητά εσένα. Όλους εμάς αρνιέται ν' αντικρίσει.
ΑΝΤ: Με κράτησε γιατί ήθελε για σένα να μιλήσει.
ΒΕΡ: Για μένα;
ΑΝΤ:       Ναι.
ΒΕΡ:              Και τι να πει;
ΑΝΤ:                                Θα σε πληροφορήσουν
Άλλοι. Γεμάτοι από χαρά, όταν θα σου μιλήσουν...
ΒΕΡ: Πώς! Κύριε μου...
ΑΝΤ:       Η έχθρα σου ας μην ξεσπάσει ακόμα.
Εκείνοι, μη διστάζοντας ν' ανοίξουνε το στόμα,
Μπορεί, με ύφος θριαμβικό και με αναλγησία,
Να ενέδιδαν στην τόση σου ανυπομονησία.
Μα εγώ, που πάντα δίστασα και που μες στην ψυχή μου
Βάζω την ευτυχία σου πάνω κι απ' τη δική μου,
Δεν θα 'θελα να πικραθείς, έστω κι αν με μισήσεις,
Αντί να κλάψεις, προτιμώ να με κατηγορήσεις.
Θα μάθεις πριν το δειλινό κι αν έχω δίκιο κρίνε.
Σε χαιρετώ.
ΒΕΡ:       Θεέ μου! Τι λες; Μη φεύγεις τώρα. Μείνε.
Γιατί πια να σου κρύβομαι; Ναι. Είμαι σε αμηχανία.
Εμπρός σου, μια βασίλισσα γεμάτη αγωνία,
Που, με νεκρά τα στήθη της, εκλιπαρεί δυο λέξεις!
Δεν θέλεις, λες, να πικραθώ, κι ότι δεν θα τ' αντέξεις.
Μα η σκληρή σου άρνηση, αντί να μ' ηρεμήσει,
Με βασανίζει, με πονά, μ' έχει αγανακτήσει.
Λοιπόν, αν η γαλήνη μου είναι το παν για εσένα,
Κι αν τα δυο μάτια σου ποτέ έχουν λατρέψει εμένα,
Βγάλε με απ' την απόγνωση, φώτισε την καρδιά μου.
Τι σου είπε ο Τίτος;
ΑΝΤ:                    Προς Θεού... Έλεος! Βασίλισσα μου.
ΒΕΡ: Τολμάς να μη με υπακούς; Αυτό που είπα κάνε.
ΑΝΤ: Τα λόγια μου η αφορμή να με μισήσεις θα 'ναι.
ΒΕΡ: Θέλω αμέσως να μου πεις.
ΑΝΤ                                 Θε μου! Δεν με λυπάσαι;
Για όλη αυτή μου τη σιωπή, σε λίγο ευγνώμων θα 'σαι.
ΒΕΡ: Τ' ορκίζομαι - αν δεν μου πεις ό,τι σου 'χω ζητήσει,
Τότε η ψυχή μου αιώνια, βαθιά, θα σε μισήσει.
ΑΝΤ: Κυρία, ύστερα απ' αυτό, δέχομαι να μιλήσω.
Αφού επιμένεις και το θες, θα σ' ικανοποιήσω.
Μην κάνεις όμως όνειρα: Η χάρη σου θα μάθει
Ίσως το πιο αφάνταστο απ' των δεινών τα πάθη.
Μου 'ναι η καρδιά σου γνώριμη, σαν ανοιχτό βιβλίο:
Θα τη χτυπήσω βίαια στο πιο τρωτό σημείο.
Ο Τίτος θέλει να σου πω...
ΒΕΡ:                              Τι;
ΑΝΤ:                                   Ότι ήρθε η ώρα
Παντοτινά εσύ κι αυτός να χωριστείτε, τώρα.
ΒΕΡ: Να χωριστούμε; Ποιοι; Εμείς; Αυτός κι η Βερενίκη;
ΑΝΤ: Θα πρέπει να του δώσω εδώ το δίκιο που του ανήκει.
Ότι σπαράζει μια καρδιά που ευγενικά λατρεύει,
Ερωτική απόγνωση όταν τη δυναστεύει,
Είδα να νιώθει, να θρηνεί, βαθιά να σε πονάει!
Όμως, αυτό τι ωφελεί; Όσο κι αν α αγαπάει,
Μια ξένη είσαι βασίλισσα και τους Ρωμαίους θίγεις.
Και πρέπει να χωρίσετε. Αύριο, εσύ θα φύγεις.
ΒΕΡ: Να χωριστούμε! Αλίμονο! Φοινίκη!
ΦΟΙΝ:                                     Συγκρατήσου.
Δείξε το μεγαλείο σου! Δείξε την αντοχή σου,
Όσο κι αν σ' έχει αυτό εδώ σαν κεραυνός χτυπήσει!
ΒΕΡ: Μετά απ' ό,τι ορκίστηκε, ο Τίτος να με αφήσει!
Ο Τίτος που όρκους έκανε... Όχι! Είναι πλεκτάνη.
Δεν θα του ταίριαζε ποτέ τέτοια ατιμία να κάνει.
Στα μάτια μου, απ' το βάθρο του θέλουν να τον γκρεμίσουν.
Στήνουν παγίδα δολερή, ώστε να μας χωρίσουν.
Όχι, ο Τίτος με αγαπά. Δεν θέλει εγώ να σβήσω.
Πρέπει αμέσως να τον δω. Πρέπει να του μιλήσω.
Πάμε.
ΑΝΤ:    Μα πώς σου πέρασε για μένα τέτοια σκέψη.
Ότι...
ΒΕΡ:      Θα το ευχόσουνα να σ' είχα εγώ πιστέψει.
Όχι, είναι όλα ψέματα. Μα ό,τι κι αν συμβαίνει,
Χάσου από τα μάτια μου, σου είμαι για πάντα ξένη.
(Προς τη Φοινίκη.)
Σ' αυτή τη δύσκολη στιγμή, μη φεύγεις μακριά μου,
Τώρα, που μάταια προσπαθώ να δω το φως μπροστά μου.

ΤΕΤΑΡΤΗ ΣΚΗΝΗ                ΑΝΤΙΟΧΟΣ ΑΡΣΑΚΗΣ

ΑΝΤ: Το άκουσα; Δεν ήτανε φωνή μιας αυταπάτης;
Μου 'πε να φύγω, να χαθώ για πάντα από κοντά της;
Φεύγω αμέσως. Άλλωστε, δεν θα 'χα ήδη πετάξει,
Αν δεν μου το απαγόρευαν και δεν μ' είχαν προστάξει;
Είν' ώρα πια για τη φυγή. Εμπρός! Δεν με πονάει
Η τόση αναλγησία της -όχι- με βοηθάει.
Πριν από λίγο ανάστατος, δειλός και διχασμένος,
Έφευγα από έρωτα και ζήλια, απελπισμένος.
Μα τώρα ύστερα απ' αυτή όλη τη μοχθηρία,
Μάλλον θα φύγω από 'δω, ναι, με αδιαφορία.
ΑΡΣ: Είναι ανάγκη όσο ποτέ, κύριε, εδώ να μείνεις.
ΑΝΤ: Για να εξευτελίζομαι από τα λόγια εκείνης;
Ο Τίτος να αδιαφορεί κι εγώ να 'μαι το θύμα;
Εγώ να 'μαι ο κατάδικος για το δικό του κρίμα;
Κι εμπρός μου τόσο άδικα και τόσο οργισμένα,
Να με προσβάλλει αναίσχυντα, να βγάζει ψεύτη εμένα;
Ο Τίτος, λέει, είναι ο πιστός κι εγώ είμαι ο εξωμότης!
Η αχάριστη! Ο δόλιος εγώ είμαι, ο προδότης!
Πότε; Όταν προσπάθησα το δίκιο να του δώσω -
Όταν της είπα ότι πονά και τη λατρεύει τόσο;
Όταν μ' αγάπη θέλησα να την παρηγορήσω
Κι ερωτευμένο και πιστό να της τον παραστήσω;
ΑΡΣ: Πάψε να βασανίζεσαι! Και όλα θα περάσουν,
Με τον καιρό θα ξεχαστούν, όλα θα ξεθωριάσουν.
Σε μέρες, μήνα το πολύ. Θα 'χουνε μείνει πίσω,
Χαμένα αυτά, μα εσύ, εδώ.
ΑΝΤ:                              Όχι, θα την αφήσω.
Αισθάνομαι ότι μπορεί και πάλι οίκτο να νιώσω.
Τον εαυτό μου αλύπητα κι άλλο να ταπεινώσω;
Θέλω γαλήνη, ερημιά. Ας φύγουμε μακριά της,
Κι ας μη μιλήσουμε ποτέ για τη στυγνή καρδιά της.
Ωστόσο, έχουμε καιρό μέχρι το φως της δύσης.
Θα περιμένω μέσα εδώ, μέχρι που να γυρίσεις,
Αφού τη δεις. Αν άντεξε πρώτα ας βεβαιωθούμε,
Αν είναι ακόμα ζωντανή, κι ύστερα ας χαθούμε.

                                      ΤΕΤΑΡΤΗ ΠΡΑΞΗ

ΠΡΩΤΗ ΣΚΗΝΗ

ΒΕΡ: (μόνη) Φοινίκη, μην αργοπορείς! Η ώρα δεν περνάει,
Μένει ακίνητη, βαριά, μα η καρδιά πετάει,
Αδημονεί, αγωνιά - σφίγγεται και πετρώνει,
Όλη αυτή η αναμονή νιώθω να με σκοτώνει.
Φοινίκη, μην αργοπορείς! Γιατί αργείς; Εμπρός μου,
Οι πιο απαίσιοι οιωνοί σκοτείνιασαν το φως μου.
Φοινίκη, ούτε που θέλησε καν να σου απαντήσει,
Μ' έχει, ο αχάριστος, σκληρά, ολότελα αγνοήσει.
Ο Τίτος φεύγει, κρύβεται, φοβάται την οργή μου.

ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΚΗΝΗ           ΒΕΡΕΝΙΚΗ ΦΟΙΝΙΚΗ

ΒΕΡ: Είδες τον αυτοκράτορα; Πες μου λοιπόν, καλή μου;
Τι είπε; Θα 'ρθει;
ΦΟΙΝ:      Ησύχασε. Του μίλησα, κυρία.
Για την απελπισία σου έδωσα μαρτυρία:
Βούρκωσε. Δεν κρατήθηκε. Εφτασε να δακρύσει.
ΒΕΡ: Θα 'ρθει;
ΦΟΙΝ:     Όπου να ναι. Θα 'ρθει εδώ και θα σε συναντήσει.
Όμως εσύ θα τον δεχτείς, έτσι αναστατωμένη;
Γίνε όπως ήσουν, όμορφη, με χάρη στολισμένη,
Τα πέπλα σου που έγειραν άσε με να σηκώσω,
Και τα μαλλιά απ' τα μάτια σου να βγάλω, να τα στρώσω,
Να σώσω ό,τι άφησε πίσω του τόσος θρήνος.
ΒΕΡ: Μη! Να θαυμάσει και να δει τα έργα του εκείνος!
Τι να τα κάνω όλα αυτά τα ανώφελα στολίδια,
Εάν η πίστη, οι θρήνοι μου, η οδύνη μου η ίδια,
Τι λέω; Η οδύνη; -Αλίμονο- ο σίγουρος χαμός μου,
Αν δεν τον φέρει ως εδώ ο βέβαιος θάνατος μου,
Η ομορφιά είναι μάταιη, μάταιη κι η φροντίδα
Για μια σαγήνη που έσβησε χωρίς καμιά ελπίδα!
ΦΟΙΝ: Είσαι μαζί του άδικη. Γιατί; Απ' την κάμαρα του
Έρχεται ο αυτοκράτορας! - Άκου τα βήματα του!
Να φύγουμε. Ολομόναχη να τον ακούσεις πρέπει,
Μέσα, κρυφά, όπου κανείς δεν θα μπορεί να βλέπει.

ΤΡΙΤΗ ΣΚΗΝΗ                ΤΙΤΟΣ, ΠΑΟΥΛΟΣ, ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ

ΤΙΤ: Πες της, να μην ανησυχεί, μην την παιδεύει ο χρόνος,
Αφού σε λίγο θα τη δω. Θέλω να μείνω μόνος.
Πήγαινε.
ΠΑΟΥΛ:    Θεέ μου! Άραγε, τώρα τι θα μετρήσει;
Η δόξα του και η τιμή του Κράτους ας νικήσει!
Πάω να τη βρω.

ΤΕΤΑΡΤΗ ΣΚΗΝΗ

ΤΙΤ: (μόνος)       Λέγε λοιπόν, Τίτε, Θα προχωρήσεις;
Η Βερενίκη είναι εκεί. Θα πας; Θα το τολμήσεις;
Θα πεις αντίο αιώνιο; Δέχτηκε η καρδιά σου
Να συμμαχήσει πρόθυμα με τη σκληρότητα σου;
Η μάχη αυτή δεν απαιτεί την αίγλη ενός μαρμάρου
Αήττητου και σθεναρού - ψυχή θέλει βαρβάρου!
Θ' αντέξω αυτά του φεγγαριού τα θαμπωμένα μάτια,
Μες στης καρδιάς μου τα κρυφά να ψάχνουν μονοπάτια;
Όταν θα δω το βλέμμα αυτό, πάνοπλο από σαγήνη
Να μάχεται το βλέμμα μου, να με λαβώνουν θρήνοι,
Θα θυμηθώ το θλιβερό μου χρέος; Θα τολμήσω
Να πω: «Δεν θέλω πια ποτέ μπρος μου να σ' αντικρίσω»;
Και μια καρδιά, που με πονά, να σχίσει δόρυ αιφνίδιο;
Γιατί; Ποιος το αποφάσισε; Το χέρι μου το ίδιο!
Μου είπε η Ρώμη καθαρά ποιο 'ναι το θέλημα της;
Κυκλώσανε το ανάκτορο τ' αμέτρητα ουρλιαχτά της;
Γέρνει το Κράτος στον γκρεμό, κι εγώ με απελπισία,
Για να το σώσω πρέπει αυτή να κάνω τη θυσία;
Όλα, βουβά. Και μόνο εγώ, ρίχνομαι μες στο σάλο
Μιας δυστυχίας που μπορώ ίσως και ν' αναβάλλω.
Ποιος ξέρει; Αν τη βασίλισσα η Ρώμη εκτιμήσει,
Κι αν σαν Ρωμαία τη δεχτεί και την αναγνωρίσει,
Και δικαιώσει απόλυτα έτσι την εκλογή μου;
Όχι, δεν πρέπει να βιαστώ με την απόφαση μου.
Η Ρώμη, μες στη ζυγαριά των νόμων της ας βάλει
Τόση οδύνη κι έρωτα και καρτερία μεγάλη.
Κι ας πει πως δεν βαραίνουνε! Άνοιξ' τα μάτια, ω Τίτε!
Κοίτα πού βρίσκεσαι! Εδώ, που η Ρώμη γαλουχείται
Να εχθρεύεται τους βασιλείς - της ύπαρξης της νόμος
Που δεν τον σβήνει ούτ' έρωτας ούτε κι αυτός ο τρόμος.
Εδώ μισούν τους βασιλείς και τη βασίλισσα σου!Από παιδί, αυτή η κραυγή δεν στοίχειωσε τ' αυτιά σου;
Και δεν σε ακολούθησε στον πόλεμο, στη μάχη
Για να σου πει ένας ήρωας ποιο χρέος πρέπει να 'χει;
Κι όταν μαζί σου ήρθε εδώ, σαν τη σκιά σου, εκείνη,
Ούτε τότε δεν άκουσες η Ρώμη πώς την κρίνει;
Πρέπει λοιπόν να σου το πει ξανά, πάλι και πάλι;
Δώσου στον έρωτα, δειλέ! Κι αρνήσου τη μεγάλη
Την αυτοκρατορία σου - στης γης την άκρη χάσου,
Κι άσ' τηνε σε πιο άξιες καρδιές απ' την καρδιά σου!
Αυτά είν' τα σχέδια τα λαμπρά της δόξας, τα αιώνια,
Που θα 'κλειναν μες στις ψυχές τη φήμη μου για χρόνια;
Για λίγες μέρες κυβερνώ - τι έχω κατορθώσει
Για την τιμή; Στον έρωτα τα πάντα έχω δώσει.
Χρόνος χαμένος, μα ακριβός. Πώς θα τον ανακτήσω;
Πού είν' ό,τι υποσχέθηκα; Πότε θα κυβερνήσω;
Ποιον πόνο ανακούφισα; Ποια μάτια ευτυχισμένα
Μ' ευγνωμοσύνη κοίταξαν τον ευεργέτη, εμένα;
Είδε το πεπρωμένο της ν' αλλάζει η οικουμένη;
Κι η μοίρα μου; Πόσος καιρός άραγε να της μένει
Στο θρόνο επάνω να σταθεί; Κι έφτασαν να χαθούνε
Ώρες και μέρες που ήθελα τόσο πολύ να 'ρθούνε!
Άλλο ας μην αργοπορώ! Ας κάνω ό,τι γενναίο
Θέλει το χρέος, κι ας κοπεί...

ΠΕΜΠΤΗ ΣΚΗΝΗ       ΒΕΡΕΝΙΚΗ ΤΙΤΟΣ

ΒΕΡ: (βγαίνοντας στη σκηνή) Αφήστε με, σας λέω.
Οι συμβουλές σας, μάταιες. Με πνίγει ο εαυτός μου.
Θέλω εκείνον, να τον δω. Α! Είσαι εδώ! εμπρός μου!
Αλήθεια; Ο Τίτος με πετά; Κιόλας με έχει αφήσει;
Με διώχνει; Χωριζόμαστε; Κι ο ίδιος το 'χει ορίσει;
ΤΙΤ: Μη με πληγώνεις πιο βαθιά - μου αρκεί τόση οδύνη.
Ας μη χαθούμε μες σ' αυτή την παθιασμένη δίνη.
Ένας καημός αβάσταχτος με τρώει, μ' εξουθενώνει,
Το δακρυσμένο βλέμμα σου, τώρα, τον μεγαλώνει.
Γύρνα και πάλι στην παλιά εκείνη φρόνηση σου,
Όταν σοφά μου έλεγες: Το χρέος σου θυμήσου!
Και να που ήρθε η στιγμή. Κρύψε τον έρωτα σου,
Δείξε μου όλη τη σύνεση και την εγκράτεια σου,
Σκέψου τι δρόμο δύσβατο πρέπει ν' ακολουθήσω,
Χάρισε μου τη δύναμη να σε κατανικήσω,
Βοήθησε με, αν μπορείς, να βρω τώρα το σθένος
Να μην είμαι αδιάκοπα κι άθελα βουρκωμένος.
Ή αν, ποτάμι ακράτητο, τα δάκρυα κυλήσουν,
Η αίγλη, η δόξα, η τιμή, έστω ας μας συγκρατήσουν,
Κι όλος ο κόσμος έκθαμβος ας δει τώρα μπροστά του
Πώς κλαίει ένας αυτοκράτορας και η βασίλισσα του.
Γιατί θα πρέπει εσύ κι εγώ να χωριστούμε, τώρα.
ΒΕΡ: Αδίστακτε! Και μου το λες, εδώ, αυτή την ώρα;
Πώς μπόρεσες; Σε πίστεψα. Μόνο για σένα ζούσα,
Αιχμάλωτη σου ολότελα, με πάθος σε κοιτούσα,
Τυφλά σου παραδόθηκα. Δεν ήξερες το νόμο
Πρώτη φορά όταν έγειρα στο στιβαρό σου ώμο;
Με δέχτηκες, μ' οδήγησες στην έκσταση του πάθους!
Γιατί δεν μου είπες: «Δύσμοιρο θύμα, εσύ, ενός λάθους,
Μην προχωρείς, φύγε μακριά, τίποτα μην ελπίσεις;
Δεν θέλω να 'χω την καρδιά που εσύ θα μου χαρίσεις».
Την πήρε όμως το χέρι σου και πίσω μου τη δίνει,
Τώρα που πάντα θα 'θελε στα χέρια σου να μείνει!
Γιατί, όταν μας έστηνε αμέτρητες παγίδες
Η Ρώμη, δεν με άφησες; Υπήρχαν τότε ελπίδες,
Υπήρχαν λόγοι να δεχτώ νηφάλια το χαμό μου -
Θα 'φταιγε ο πατέρας σου για τον αφανισμό μου
Ή ο λαός, η σύγκλητος, η αυτοκρατορία,
Η πλάση - όχι τα χέρια αυτά που άγγιξα με λατρεία!
Όσοι με μίσησαν βαθιά κι ήδη μ' είχαν δικάσει,
Για έναν τέτοιο όλεθρο μ' είχαν προϊδεάσει -
Ενώ εσύ, με χτύπησες μ' όλη τη δύναμη σου,
Την ώρα που περίμενα την ένωση μαζί σου
Κι ο έρωτας σου ήτανε πανίσχυρος κι η Ρώμη
Βουβή και ο πατέρας σου χαμένος πια κι ακόμη,
Σε προσκυνούσαν άπειρα πλήθη γονατισμένα
Κι εγώ πια δεν φοβόμουνα παρά μονάχα εσένα!
ΤΙΤ: Κι εγώ πια δεν φοβόμουνα παρά τον εαυτό μου.
Τα δυο μου μάτια έκλεισα, ζώντας μες στ' όνειρο μου.
Το μέλλον δεν το έψαχνα κι από το νου είχα σβήσει
Αυτό που θα μπορούσε εμάς ποτέ να μας χωρίσει.
Ο πόθος μου ανίκητος πως είναι φανταζόμουν,
Το ανέφικτο, το αδύνατο, αυτό ονειρευόμουν.
Ποιος ξέρει; Ίσως να έφτανα μπρος σου να ξεψυχήσω,
Πριν καταλήξω εδώ πικρά να σ' αποχαιρετήσω.
Οι δυσκολίες μ' έκαναν να φλέγομαι, να καίω -
Η Ρώμη όλη ψιθύριζε τα λάθη μου, ότι φταίω,
Όμως εγώ αισθάνθηκα ποια είναι η ενοχή μου
Όταν σαν αυτοκράτορας είδα μες στην ψυχή μου.
Γνωρίζω τι μαρτύριο, τι φρίκη με προσμένει
Και τι ζωή - σε θάνατο πια καταδικασμένη.
Στον άλλο κόσμο είμ' έτοιμος κιόλας να ταξιδέψω,
Μα κι αν δεν ζήσω, αδιάφορο - πρέπει να βασιλέψω.
ΒΕΡ: Βασίλεψε, κυβέρνησε! Στη δόξα σου βυθίσου!
Έως εδώ. Ας πάψει πια η άτιμη φωνή σου,
Αυτή που όρκους έδινε ότι ο έρωτας μας
Παντοτινά θα ένωνε τους χτύπους της καρδιάς μας,
Και που, η ίδια αυτή φωνή, χωρίς καμιά συμπόνια,
Μου 'χει επιβάλει να χαθώ σε απουσία αιώνια.
Εγώ σε ικέτεψα να 'ρθω, ν' ακούσω, να μιλήσω -
Μάταια όμως -μέχρι εδώ- για πάντα θα σ' αφήσω.
Χαίρε, για πάντα, κύριε! Χαίρε: Τι άγρια λέξη
Για κάποιον που αγάπησε - πώς να την πει; Θ' αντέξει;
Μετά από μήνες, χρόνια πια, πώς θα μπορεί η καρδιά μας
Τόσες και τόσες θάλασσες να είναι ανάμεσα μας;
Θα δύει ο ήλιος και ξανά θα φέγγει η αμφιλύκη,
Χωρίς ο Τίτος πια να δει ποτέ τη Βερενίκη.
Πώς θα μπορεί το βλέμμα μου πια να μην τον χορταίνει;
Πού έσφαλα κι οι κόποι μου όλοι πήγαν χαμένοι;
Ο αχάριστος, λυτρώθηκε! Κι άλλο δεν θα πονάει -
Γλυκά της απουσίας μου τις μέρες θα μετράει!;
Μέρες για μένα ατέλειωτες, στιγμές για 'κείνον θα 'ναι.
ΤΙΤ: Κι αν ακουστούν τα χείλη του το χρόνο να μετράνε,
Θα μάθεις, πολύ σύντομα, κάποιες πικρές ειδήσεις
Κι ότι βαθιά λατρεύτηκες τότε θα ομολογήσεις,
Όταν θα δεις πως ζωντανός δεν άντεξε να μείνει...
ΒΕΡ: Τότε γιατί να χωριστεί τόσο σκληρά από 'κείνη;
Έστω κι αν δεν ενώσουμε τα δυο μας πεπρωμένα,
Γιατί να φύγω; Τ' όρισε η Ρώμη, κι από μένα
Στερείς ως και τον άνεμο που γεύεται η πνοή σου;
ΤΙΤ: Α! Μείνε. Ακατανίκητη είναι η δύναμη σου.
Νιώθω τρωτός, αδύναμος. Έχω και πάλι ενδώσει.
Να σε φοβάμαι θα 'πρεπε και να 'χω υποχρεώσει
Τον εαυτό μου πια ποτέ να μη συρθεί κοντά σου,
Άβουλος μπρος στα μαγικά κι άτρωτα θέλγητρα σου.
Τώρα είναι αργά. Και η θέληση κι ο νους μου δραπετεύει
Κι ένα θυμάται, εκστατικός - μόνο πως σε λατρεύει.
ΒΕΡ: Και τι μπορεί η λατρεία σου αυτή να σου στοιχίσει;
Φαίνεται η Ρώμη έτοιμη να επαναστατήσει;
ΤΙΤ: Όχι ακόμα -αλλά μετά- μετά από τέτοια πράξη;
Κι αν γίνει ο ψίθυρος κραυγή κι ο όχλος αν ουρλιάξει
Και πρέπει αίμα να χυθεί για την απόφαση μου;
Μα κι αν σωπάσουν και βουβά δεχτούν τη θέληση μου,
Τι θα πληρώσω ως τίμημα; Και τι δεν θ' απαιτήσουν
Για όλη αυτή την ανοχή! Τι χάρες θα ζητήσουν!
Κι εγώ, που θα χω παραβεί όρκο τόσο μεγάλο,
Πώς ν' αρνηθώ; Πώς θα μπορώ το νόμο να επιβάλλω;
ΒΕΡ: Ο νόμος! Μόνο αυτό μετρά κι ας κλαίει η Βερενίκη...
ΤΙΤ: Έτσι νομίζεις, άδικη; Σ' ακούει η Θεία Δίκη!...
ΒΕΡ: Ο νόμος είναι άδικος! Νόμος είναι κι αλλάζει -
Μέσα σε θλίψη αιώνια θα σε καταδικάζει
Η Ρώμη, το συμφέρον της, το άτεγκτο Δίκαιό της;
Κι ο έρωτας; Δικαίωμα δεν έχει; Απ' το δικό της
Πιο ιερό; Πες μου, λοιπόν.
ΤΙΤ:                                     Αλύπητη είσαι! Θε μου!...
ΒΕΡ: Είσαι ο αυτοκράτορας και κλαις, εσύ, κύριε μου!;
ΤΙΤ: Κλαίω. Ναι. Κλαίω αληθινά, κλαίω, θρηνώ, σπαράζω,
Είμαι ο αυτοκράτορας -τρέμω, ανατριχιάζω-
Τ' ορκίστηκα να 'μαι ο φρουρός, ο φύλακας του νόμου.
Στη Ρώμη αφιέρωσα τυφλά τον εαυτό μου.
Πριν από μένα άλλοι πολλοί τα πάντα είχαν θυσιάσει,
Όλους τους είχε αμείλικτα η Ρώμη δοκιμάσει.
Υποταγμένοι και πιστοί σ' αυτό ακριβώς το χρέος
Έδειξαν πόσο απάνθρωπο είναι να 'σαι Ρωμαίος.
Αλύγιστοι κι ας έγινε η σάρκα τους κομμάτια,
Με πέτρινα κι αδάκρυτα και παγωμένα μάτια
Οδήγησαν στο ικρίωμα τα ίδια τα παιδιά τους
Κι οι ίδιοι τα αφάνισαν και το άντεξε η καρδιά τους.
Δύσμοιρο γένος! Που η τιμή κι η δοξασμένη φρίκη
Κι η τρομερή πατρίδα σου, σου χάρισαν τη νίκη!
Κι όμως, ο Τίτος ο άμοιρος ξέρει πως αν σ' αφήσει,
Πιο αδυσώπητα απ' αυτούς θα 'χει ανδραγαθήσει.
Άθλος είναι απαράμιλλος αυτός ο χωρισμός μου!
Λοιπόν, δεν είναι άξιος να γίνει ο εαυτός μου
Παράδειγμα στις μέλλουσες γενιές - πως αν θελήσουν
Να μιμηθούν τις πράξεις μου, θα πρέπει να πασχίσουν;
ΒΕΡ: Να μιμηθούν τη βάρβαρη, αδίστακτη σου φύση,
Που είν' ικανή και τη ζωή, κι αυτή να μου στερήσει;
Τώρα το βλέπω καθαρά τι έκρυβε η καρδιά σου.
Και ούτε θέλω ούτε ζητώ να μείνω εδώ κοντά σου.
Γιατί; Για να 'μαι επαίσχυντη και περιφρονημένη,
Του όχλου ο περίγελος, οικτρά ταπεινωμένη;
Χαίρομαι που μ' αρνήθηκες. Το θέλησα. Και θα 'σαι
Ελεύθερος, απτόητος, σκληρός - δεν θα φοβάσαι.
Ύβρεις, κατάρες, δεν θα πω. Δεν θα θυμίσω «όρκους»,
Μάρτυς μου εκείνος που μισεί όλους τους επίορκους,
Ο ουρανός! Αν κι έχει δει πώς ράγισε η ζωή μου,
Ας το ξεχάσει - όλα ας χαθούν μαζί με την πνοή μου.
Αν εύχομαι κάποιο κακό να στείλει η Θεία Δίκη,
Αν πριν πεθάνει η σκοτεινή κι άτυχη Βερενίκη
Θέλει ν' αφήσει εκδικητή για την ωμότητα σου,
Θα τον ζητήσει, αχάριστε, βαθιά μες στην καρδιά σου.
Είναι πληγή ο έρωτας και ξέρω ότι δεν κλείνει.
Όλος ο πόνος που ένιωσα, όλη μου η καλοσύνη,
Το αίμα μου, που θα χυθεί μες στο ανάκτορο σου,
Είναι οι άσπονδοι εχθροί που αφήνω στο πλευρό σου.
Δεν μετανιώνω για όλη αυτή την αφοσίωση μου,
Ό,τι εγώ σου πρόσφερα, θα 'ναι η εκδίκηση μου.
Χαίρε.

ΕΚΤΗ ΣΚΗΝΗ                ΤΙΤΟΣ ΠΑΟΥΛΟΣ

ΠΑΟΥΛ: Τι έχει κατά νου, κύριε, πού πηγαίνει;
Φεύγει εν τέλει από 'δω - είναι αποφασισμένη;
ΤΙΤ: Είπε ότι θα σκοτωθεί. Κι αν γίνει αυτό; Θα ζήσω;
Θα το αντέξω; Πάουλε. Πάμε. Να την κρατήσω
Πριν είναι αργά...
ΠΑΟΥΛ:      Γιατί εμείς να τρέξουμε κοντά της;
Πριν λίγο δεν μερίμνησες για την ασφάλεια της;
Τόσες γυναίκες γύρω της - δεν θα τη μεταπείσουν;
Μέσα στη μαύρη απόγνωση μόνη θα την αφήσουν;
Δεν πρέπει να φοβάσαι πια. Φάνηκε η δύναμη σου.
Προχώρα τωρα ατρόμητος. Η δόξα είναι δική σου,
Όσο κι αν δεν απέφυγες του οίκτου την παγίδα.
Κι εγώ ακόμα λύγισα έτσι όπως την είδα.
Κοίτα όμως μακρύτερα. Σκέψου, γι' αυτή τη θλίψη
Την τόσο ασήμαντη, ο καιρός πόσο θα α ανταμείψει,
Τι δόξα, τι ζητωκραυγές! Τη θέση ενός φάρου
Θα 'χεις στην ιστορία μας...
ΤΙΤ:                               Έχω ψυχή βαρβάρου.
Τον εαυτό μου τον μισώ. Του Νέρωνα η φρίκη
Δεν φτάνει σε ωμότητα αυτή την καταδίκη.
Η Βερενίκη αν χαθεί, αν ξεψυχήσει εν τέλει,
Δεν θα τ' αντέξω... Και ας πει η Ρώμη ό,τι κι αν θέλει.
Πάμε.
ΠΑΟΥΛ: Τι λες;
ΤΙΤ:              Αχ! Πάουλε, δεν ξέρω πια τι λέω.
Μες σε μια νύχτα απέραντη χάνομαι, παραπαίω.
ΠΑΟΥΛ: Πρόσεξε. Τώρα η φήμη σου φτάνει ως τα ουράνια.
Ξέρουν ότι χωρίζεστε! Γεμάτη περηφάνια,
Η Ρώμη, που ανησύχησε, δίκαια θριαμβεύει
Και με θυσίες στους ναούς, δέεται, σε λατρεύει,
Τις αρετές σου ευλογεί και σε αποθεώνει,
Τ' αγάλματα σου ο λαός με δάφνες στεφανώνει.
ΤΙΤ: Ω, Ρώμη! Ω, Βερενίκη μου! Εγώ, ο δυστυχισμένος,
Γιατί να 'μαι αυτοκράτορας; Γιατί ερωτευμένος;

ΕΒΔΟΜΗ ΣΚΗΝΗ       ΤΙΤΟΣ ΑΝΤΙΟΧΟΣ ΠΑΟΥΛΟΣ ΑΡΣΑΚΗΣ

ΑΝΤ: Τι έκανες!; Πώς μπόρεσες!; Χάνεται η Βερενίκη.
Σβήνει η γλυκιά βασίλισσα, πλάι της η Φοινίκη,
Κλαίει, συμβουλεύει, της μιλά, μα αυτή μες στο μαρτύριο
Με ουρλιαχτά εκλιπαρεί για ξίφος, δηλητήριο.
Μόνο η χάρη σου μπορεί τον πόθο αυτό να σβήσει.
Ακούει για σένα, αλλάζει ευθύς, ξανά θέλει να ζήσει.
Δεν σταματάει να κοιτά προς το δωμάτιο σου,
Λες και διψάει να ξαναδεί λίγο το πρόσωπο σου.
Δεν άντεξα. Η εικόνα της μ' έχει βαθιά ταράξει.
Τι περιμένεις; Πήγαινε, έστω να σε κοιτάξει.
Τόση ομορφιά, τόση αρετή και τόση χάρη σώσε,
Αλλιώς, όχι σαν άνθρωπος μα σαν θηρίο νιώσε.
Πες της μια λέξη!
ΤΙΤ:                      Αλίμονο! Ποια λέξη να προφέρω;
Πώς να μιλήσω; Είμαι νεκρός ή ζωντανός; Δεν ξέρω!;

ΟΓΔΟΗ ΣΚΗΝΗ       ΤΙΤΟΣ ΑΝΤΙΟΧΟΣ ΠΑΟΥΛΟΣ ΑΡΣΑΚΗΣ ΡΟΥΤΙΛΟΣ

ΡΟΥΤ: Κύριε, οι τριττύαρχοι μαζί με τους υπάτους
Και μ' όλους τους συγκλητικούς, στο όνομα του Κράτους,
Μαζί με πλήθη απ' το λαό, ήρθαν και απαιτούνε
Με σένα να συναντηθούν. Ειν' έξω. Αδημονούνε.
ΤΙΤ: Μοιάζει με θέλημα Θεού, που σπεύδει να βοηθήσει
Καρδιά τρωτή που αισθάνεται έτοιμη να λυγίσει.
ΠΑΟΥΛ: Έξω να πάμε, κύριε. Πρέπει να συναντήσεις
Τη σύγκλητο, τους άρχοντες.
ΑΝΤ:                                         Μόνη μην την αφήσεις!
ΠΑΟΥΛ: Και ο λαός, οι Επίσημοι του Κράτους, τι θα πούνε
Αν δουν πως τους ποδοπατείς; Βαθιά θα προσβληθούνε.
Η Ρώμη...
ΤΙΤ:            Πάουλε, αρκεί. Πάμε. Θα τους ακούσω.
(Προς τον Αντίοχο.)
Την οφειλή του χρέους μου πώς να την αποκρούσω;
Δες την, εσύ. Τρέξε. Κι εγώ, όταν ξανάρθω πάλι,
Ίσως για την αγάπη μου πια να μην αμφιβάλλει.

                                      ΠΕΜΠΤΗ ΠΡΑΞΗ

ΠΡΩΤΗ ΣΚΗΝΗ

ΑΡΣ: (μόνος) Πού να τον βρω, το βασιλιά; Τον πιο πιστό της φίλο;
Οδήγησε με, ουρανέ! Δώσε μου κι άλλο ζήλο!
Βοήθησε με να του πω κάτι που δεν τολμάει
Και να σκεφτεί. Κάτι καλό που ο νους δεν το χωράει!

ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΚΗΝΗ                ΑΝΤΙΟΧΟΣ  ΑΡΣΑΚΗΣ

ΑΡΣ: Α. Ευτυχώς. Ξανάρχεσαι. Η μοίρα εδώ σε φέρνει!
Η τύχη, κύριε...
ΑΝΤ:                       Η χαρά γιατί σε συνεπαίρνει;
Εδώ με φέρνει η απόγνωση. Μέσα μου έχω σκοτάδι!
ΑΡΣ: Φεύγει η βασίλισσα.
ΑΝΤ:                            Τι λες;
ΑΡΣ:                                       Φεύγει, απόψε βράδυ.
Έδωσε ήδη εντολή. Βαθιά την έχει θίξει
Που έλεος για τους θρήνους της δεν έχει ο Τίτος δείξει.
Στάζει η μανία της χολή γι' αυτή την καταδίκη.
Τη Ρώμη και τον Καίσαρα αρνιέται η Βερενίκη.
Θέλει να φύγει από 'δω, προτού η Ρώμη μάθει,
Πανηγυρίσει και χαρεί για τα δικά της πάθη.
Του γράφει γράμμα!
ΑΝΤ:                         Απίστευτο - θέλει από 'δω να φύγει!;
Κι ο Τίτος;
ΑΡΣ:           Είναι άφαντος. Το πλήθος τον τυλίγει
Σαν θάλασσα που επευφημεί και γύρω του αλαλάζει,
Κι η σύγκλητος τον εξυμνεί και τον εγκωμιάζει.
Όμως, οι τίτλοι, οι έπαινοι, οι ιαχές, τα ζήτω,
Βαριά, αδυσώπητα δεσμά γίνονται για τον Τίτο,
Μια αλυσίδα από τιμές κι αφόρητη ευθύνη,
Που όσο εκείνος κι αν πονά κι όσο κι αν κλαίει εκείνη,
Το χρέος του ν' αποδεχτεί θα τον υποχρεώσουν.
Τέλειωσαν όλα - ίσως ποτέ να μην ξανανταμώσουν.
ΑΝΤ: Πηγή ελπίδας, όλα αυτά! Φίλε μου, όμως η τύχη
Μαζί μου παίζει πονηρά - γύρω μου υψώνει τείχη
Και ματαιώνει αδίστακτα ό,τι κι αν σχεδιάσω -
Μπορώ την ατυχία μου μεμιάς να την ξεχάσω;
Μες στην καρδιά μου απλώνεται σαν τρόμος η ελπίδα -
Κι αν πάλι η μοίρα εξοργιστεί κι ειν' όλα μια παγίδα;
Μα τι βλέπω; Παράξενο - ο Τίτος έχει φτάσει.
Τι θέλει άραγε;

ΤΡΙΤΗ ΣΚΗΝΗ                    ΤΙΤΟΣ ΑΝΤΙΟΧΟΣ ΑΡΣΑΚΗΣ

ΤΙΤ: (καθώς εισέρχεται, προς την ακολουθία) Ως εδώ! Κανείς μην πλησιάσει!
Ήρθα. Κι ό,τι υποσχέθηκα θέλω να το τηρήσω.
Η Βερενίκη είναι καημός που δεν μπορώ να σβήσω.
Ήρθε η σκισμένη μου καρδιά γλυκά για ν' απαλύνει
Το άλγος σας που ωχριά μπρος στη δική μου οδύνη.
Έλα μαζί μου, έλα να δεις, εσύ ο ίδιος τώρα,
Και πες μου, αν δεν την αγαπώ, την ύστατη αυτή ώρα.
(Μπαίνει στην κάμαρα της Βερενίκης.)

ΤΕΤΑΡΤΗ ΣΚΗΝΗ              ΑΝΤΙΟΧΟΣ ΑΡΣΑΚΗΣ

ΑΝΤ: Ιδού η ελπίδα, που χαρά και φως θα μου 'χε δώσει!
Κι ο θρίαμβος που έμελλε στα νέφη να με υψώσει!
Η Βερενίκη έφευγε δίκαια πικραμένη!
Ο Τίτος θα την άφηνε για πάντα προδομένη!
Τι έχω κάνει, Θε μου, τι; Και η ζωή μου παίρνει,
Πάντα μια άτυχη τροπή που σε γκρεμό με φέρνει;
Κάθε στιγμή, κάθε λεπτό, τόσα και τόσα χρόνια
-
Φόβος, ελπίδα, ελπίδα, οργή- εναλλαγή αιώνια!
Αχ. Τι ζωή! Η Βερενίκη! Ο Τίτος! Ω, Θεοί μου,
Δεν θα ξαναγελάσετε ποτέ με την πληγή μου!

ΠΕΜΠΤΗ ΣΚΗΝΗ        ΤΙΤΟΣ ΒΕΡΕΝΙΚΗ ΦΟΙΝΙΚΗ

ΒΕΡ: Όχι. Το πήρα απόφαση. Μάταιο, να με πείσεις.
Φεύγω. Γιατί ήρθες εδώ; Θες να με βασανίσεις;
Θες να με ρίξεις πιο βαθιά μες στην απελπισία;
Δεν χαίρεσαι που θα χαθώ σ' απέραντη απουσία;
ΤΙΤ: Έλεος! Άκου...
ΒΕΡ:                    Είναι αργά, τώρα.
ΤΙΤ:                                         Βασίλισσα μου,
Μια λέξη μόνο...
ΒΕΡ:                 Τίποτα.
ΤΙΤ:                            Φώτισε την καρδιά μου,
Αλλάζεις γνώμη ξαφνικά;
ΒΕΡ:                        Το θέμα έχει κλείσει.
Εγώ, να φύγω αύριο - αυτό είχες θελήσει.
Το έχω πάρει απόφαση - λοιπόν, τα πάντα σβήνω
Και φεύγω αμέσως.
ΤΙΤ:                   Μείνε εδώ.
ΒΕΡ:                                  Εγώ; Εδώ να μείνω!;
Γιατί; Για να χλευάζουνε τα πλήθη το διωγμό μου
Κι η Ρώμη όλη ν' αντηχεί από το διασυρμό μου;
Δεν τους ακούς πώς χαίρονται; - Κραυγάζουνε: «Θα φύγει
Ενώ εμένα ο θρήνος μου στη μοναξιά με πνίγει!;
Τι έκανα; Πού έσφαλα; Ποια είναι η ενοχή μου,
Εκτός του ότι α αγάπησε υπέρμετρα η ψυχή μου;
ΤΙΤ: Ακούς τον όχλο που άκριτη μανία τον τυφλώνει;
ΒΕΡ: Εδώ, όπου το βλέμμα μου κι αν στρέψω, με πληγώνει.
Όλες αυτές οι κάμαρες, όπου έκρυψες εμένα,
Οι τοίχοι αυτοί που άκουσαν λόγια ονειρεμένα,
Που έμοιαζαν παντοτινοί μάρτυρες του έρωτα μας,
Που τους στοιχειώνουν οι όρκοι μας, τα χάδια, τα φιλιά μας,
Μπρος στο θλιμμένο βλέμμα μου απλώνουν την ψευτιά τους
Την τραγική, την κίβδηλη, αβάσταχτη ομορφιά τους!
Πάμε, Φοινίκη.
ΤΙΤ:                Είσαι άδικη!
ΒΕΡ:                                   Γύρισε, γύρνα πάλι
Στη σεβαστή σου σύγκλητο, που με τιμή μεγάλη
Πριν λίγο σ' επευφήμησε για την ωμότητα σου.
Με πόση ικανοποίηση την άκουσε η καρδιά σου;
Ή μήπως δεν σου άρκεσαν τόσες φιλοφρονήσεις
Και πρόθυμα υποσχέθηκες ως και να μ' αφανίσεις;
Δεν φτάνει που θυσίασες όλα τα αισθήματα σου,
Ορκίστηκες V' αξιωθώ και την εχθρότητα σου;
ΤΙΤ: Τίποτε δεν ορκίστηκα. Εγώ να σε μισήσω;
Τη Βερενίκη ν' αρνηθώ; Και να την αφανίσω;
Θε μου! Διαλέγει τη στιγμή, με τόση αναλγησία
Να με πληγώνει μ' άδικη, σκληρή καχυποψία!
Λες κι είμαι ένας άγνωστος! Εδώ και χρόνια τώρα,
Σκέψου την κάθε μέρα μας, κάθε λεπτό, κάθε ώρα -
Σκέψου με πόση ζεστασιά, μέσα στην αγκαλιά μου,
Σου έδειχνα πώς κόχλαζε στο στήθος η φωτιά μου.
Μα όπως τώρα, ομολογώ, ποτέ δεν έχω νιώσει
Για σένα τρυφερότητα, στοργή κι αγάπη τόση,
Κι ουδέποτε...
ΒΕΡ:            Η αγάπη σου! Και πώς μου την εκφράζεις;
Να φεύγω, να εκδιώκομαι κι εσύ να το προστάζεις!
Πες μου, νιώθεις απόλαυση με τα μαρτύρια μου;
Βρίσκεις πως είναι ελάχιστα τ' άπειρα δάκρυα μου;
Τι ωφελεί που είσαι εδώ; Πιο λίγη αγάπη δείξε,
Για το καλό μου - έλεος! Τα αισθήματα σου πνίξε!
Στο νου μη φέρνεις την παλιά γλυκιά εκείνη σκέψη,
Κι άσε για πάντα να χαθώ, έχοντας πια πιστέψει
Πως ήδη από μέσα σου με έχεις εξορίσει,
Κι ότι εγώ αφήνω αυτόν που μ' έχει ξεπουλήσει.
(Ο Τίτος διαβάζει ένα γράμμα.)
Μου άρπαξες -είναι νωπό- δάκρυ σταλάζει ακόμη.
Αυτά ποθούσα εγώ να ζω μαζί σου μες στη Ρώμη.
Διάβασε αχάριστε λοιπόν, διάβασε κι άφησε με
Να φύγω...
ΤΙΤ:         Όχι. Μέσα εδώ θα μείνεις. Άκουσε με.
Λες ψέματα. Είναι τέχνασμα η ξαφνική φυγή σου!
Θες να πεθάνεις! Και αυτό να 'ναι κι η εκδίκηση σου -
Να γίνεις του έρωτα στοιχειό στης μνήμης μου τη χώρα.
Βρείτε μου τον Αντίοχο! Και να 'ρθει αμέσως, τώρα.
(Η Βερενίκη σωριάζεται σ' ένα κάθισμα.)

ΕΚΤΗ ΣΚΗΝΗ                     ΤΙΤΟΣ ΒΕΡΕΝΙΚΗ

ΤΙΤ
:
Βασίλισσα μου, ειλικρινά πρέπει να σου μιλήσω.
Τρόμαξα: Γιατί έπρεπε να σ' αντιμετωπίσω,
Αφού ήταν καθήκον μου, χρέος μου, να υποκύψω
Στο νόμο τον αμείλικτο και να σ' εγκαταλείψω.
Σαν εφιάλτη έβλεπα τον αποχωρισμό σου -
Τους φόβους μου, τις ενοχές, τα δάκρυα, το θυμό σου
Και την ψυχή μου ετοίμαζα για μια δοκιμασία
Που ζει μονάχα όποιος βρεθεί α ύψιστη απελπισία.
Μα όσα κι αν φαντάστηκα, ομολογώ ήταν μόνο
Το ελάχιστο μπρος στο φρικτό φορτίο που σηκώνω.
Πίστευα ότι άτρωτη θα 'ταν η θέληση μου,
Και ντρέπομαι γι' αυτήν εδώ την εξαθλίωση μου.
Τι κι αν η Ρώμη ολόκληρη συνάχτηκε μπροστά μου,
Κι αν μίλησε η σύγκλητος - αδιάφορα η καρδιά μου
Χωρίς ν' ακούει άκουγε κι ως μόνη απάντηση μου
Στους ύμνους αποκρίθηκε η παγερή σιωπή μου.
Η Ρώμη είναι σε άγνοια για τη δική σου μοίρα.
Δεν ξέρω πια ούτε κι εγώ απόφαση αν πήρα -
Δεν ξέρω - είμαι αυτοκράτορας, είμαι Ρωμαίος πολίτης;
Δεν ξέρω γιατί ήρθα εδώ - για να 'μαι θύμα ή θύτης;
Εδώ μ' έσυρε ο έρωτας κι ίσως να ήρθα εν τέλει
Να βρω τι ψάχνω, τι ζητώ και τι η ψυχή μου θέλει.
Και τι βρίσκω; Το θάνατο στο ζοφερό σου βλέμμα,
Φεύγεις ζητώντας να βαφτείς μες στο δικό σου αίμα.
Φτάνει, ως εδώ! Ο πόνος μου, καθώς σε αντικρίζει,
Το τελευταίο σύνορο της αντοχής του αγγίζει.
Όλη του κόσμου η συμφορά μ' έχει περικυκλώσει.
Μα υπάρχει δρόμος ικανός και τώρα να με σώσει.
Κατάκοπος απ' τα δεινά, δεν γίνεται, γλυκιά μου,
Να σβήσω την οδύνη σου με τη χαρά του γάμου.
Στην ύψιστη απόγνωση κι αν μ' έχεις οδηγήσει
Κι εκεί η δόξα αλύπητη στιγμή δεν μ' έχει αφήσει,
Θυμίζοντας μου αδιάκοπα, κι ας σε λατρεύω ακόμη,
Ο γάμος μας αταίριαστος πως είναι με τη Ρώμη
Κι ότι μετά απ' την αίγλη αυτή που 'χει λαμπρύνει εμένα,
Όσο ποτέ είν' ανάρμοστο να ενωθώ με σένα.
Ναι, δυστυχώς. Κι αν σ' αγαπώ μ' απέραντη λατρεία,
Δεν θ' άφηνα στη μοίρα της την αυτοκρατορία,
Μαζί σου να 'ρθω, εραστής, δούλος σου ευτυχισμένος,
Στης γης την άκρη να χαθώ, μαζί σου αγκαλιασμένος.
Κι εσύ ακόμα θα 'νιωθες ντροπή γι' αυτήν τη στάση -
Να σέρνομαι ξοπίσω σου - θα 'χες καταδικάσει
Έναν δειλό αυτοκράτορα, χωρίς αυλή και θρόνο,
Του πάθους άθλιο έρμαιο που θλίψη φέρνει μόνο.
Ωστόσο, απ' ό,τι μέσα μου τώρα με βασανίζει
Υπάρχει τρόπος να σωθώ, που θαυμασμός του αξίζει.
Και μου τον έχουνε πολλοί άντρες γενναίοι διδάξει:
Τόσοι Ρωμαίοι και ήρωες τον έχουν κάνει πράξη.
Απ' τ' αλλεπάλληλα δεινά εν τέλει απηυδισμένοι
Καθώς τους καταδίωκε η μοίρα εξοργισμένη,
Την άσπονδη μανία της κατέληξαν να δούνε
Σαν μια βουβή απαίτηση να της παραδοθούνε.
Έτσι κι εγώ, αν ξαναδώ δάκρυ στο πρόσωπο σου,
Αν συνεχίσεις να ζητάς πάντα το θάνατο σου,
Αν κάθε ώρα και στιγμή τρέμω για τη ζωή σου,
Αν δεν μου πεις ότι θα ζεις ως τη στερνή πνοή σου,
Βασίλισσα μου, σπαραγμός κι άλλος σε περιμένει,
Νιώθω η ψυχή μου για όλα πια να 'ναι αποφασισμένη.
Κι αυτό το χέρι ανίκανο ότι δεν είναι, ξέρε,
Να βάψει μ' αίμα τελικά το ύστατο αυτό χαίρε.
ΒΕΡ: Αλίμονο!
ΤΙΤ:            Όχι, τίποτε δεν θα με σταματήσει.
Όλη η ζωή μου κρέμεται απ' τη δική σου κρίση.
Σκέψου καλά. Κι αν μ' αγαπάς και τόσο δα, γλυκιά μου...

ΕΒΔΟΜΗ ΣΚΗΝΗ                     ΤΙΤΟΣ ΒΕΡΕΝΙΚΗ ΑΝΤΙΟΧΟΣ

ΤΙΤ
:
Έλα. Πλησίασε. Ήθελα να 'ρθεις κι εσύ κοντά μου.
Κοίταξε πόσο αδύναμη ήταν η αντοχή μου.
Πες μου αν δεν την αγαπώ μέσα από την ψυχή μου.
Κρίνε με.
ΑΝΤ:     Όλα όσα μου λες, αλήθεια είναι, σας ξέρω,
Κι ας αγνοείς ολότελα το πόσο εγώ υποφέρω.
Με τίμησες όσο κανείς, μου 'δωσες την καρδιά σου -
Κι εγώ σου λέω κι ορκίζομαι: Για να σταθώ κοντά σου
Και να 'μαι αντάξιος φίλος σου, σκληρά έχω πασχίσει,
Ακόμα και το αίμα μου για σένα έχω χύσει.
Έχω ακόμα αποδεχτεί ως και τον έρωτα σας.
Κι οι δυο μου ομολογήσατε τι ένιωθε η καρδιά σας.
Εκείνη, που μ' ακούει, ας πει αν δεν α έχω με ζέση
Πάντοτε εμπρός στα μάτια της μονάχα επαινέσει,
Για να φανώ αντάξιος σε τόση εμπιστοσύνη.
Μη θεωρείς πως μου χρωστάς όμως ευγνωμοσύνη,
Γιατί - θα πίστευες ποτέ ο φίλος ο πιστός σου
Πως σε μια ώρα σαν κι αυτή θα 'ταν κι αντίζηλος σου;
ΤΙΤ: Αντίζηλος μου!
ΑΝΤ: Αντίζηλος! Ένιωθα πως μου ανήκει,
Την πόθησα, τη θέλησα βαθιά τη Βερενίκη.
Πόνεσα, βασανίστηκα για να το ξεπεράσω,
Χίλιες φορές! Τι πέτυχα; Πέτυχα να σωπάσω.
Κι εσύ αλλάζεις ξαφνικά και μένα αυτό με κάνει
Να ελπίσω πάλι αμυδρά, βυθίζομαι στην πλάνη,
Μα κλαίει απαρηγόρητη και κάθε ελπίδα σβήνει,
Αφού με μάτια όλο βροχή ζητάει εσένα εκείνη.
Κι έρχομαι εγώ για να σε βρω, σε φέρνω εγώ κοντά της,
Και νιώθεις πως την αγαπάς, σου λέει τον έρωτα της,
Λυγίζεις -δεν αμφέβαλα- βαθιά μες στην ψυχή μου
Έστω για ύστατη φορά, μετρώ την αντοχή μου,
Και παίρνω πάλι δύναμη, σφίγγω τα δόντια, λέω:
Δείξε σοφία, φρόνηση. Μα πάλι καταρρέω
Κι όσο ποτέ αισθάνομαι πως είμαι ερωτευμένος -
Δεν χάνεται έτσι ένας δεσμός στην πίστη ριζωμένος
Μονάχα ο θάνατος μπορεί να μου τον ξεριζώσει.
Κι αυτό έχω έρθει να σου πω - ο Άδης θα με σώσει!
Ναι. Σου τον έφερα εδώ εγώ, βασίλισσα μου.
Το πέτυχα. Και χαίρομαι για το κατόρθωμα μου.
Είθε να στέλνει ο ουρανός τη μια μετά την άλλη
Κάθε ευλογία, όσο ζεις, κάθε χαρά μεγάλη!
Αν, όμως, μες στα νέφη του θυμό κρατάει για σένα,
Τον εξορκίζω από ψηλά να ρίξει λυσσασμένα
Τον κεραυνό, που θ' απειλεί την όμορφη ζωή σου,
Στη σκοτεινή μου τη ζωή - παρ' την, είναι δική σου.
ΒΕΡ: καθώς σηκώνεται. Πάψτε επιτέλους, ως εδώ! Αρκεί τόση θυσία!
Κι οι δυο σας με γεμίσατε μόνο μ' απελπισία!
Όπου κι αν στρέψω, όποιον κι αν δω, δεν βλέπω παρά θλίψη
Απέραντη απόγνωση, μάτια γεμάτα τύψη,
Θρήνους κι ακούω μοναχά: Θα σκοτωθώ, θα σβήσω,
Παρ' τη ζωή μου, το αίμα μου, δεν θέλω πια να ζήσω.
(Στον Τίτο.)
Ξέρεις ποια είμαι, κύριε. Ποτέ σου δεν με είδες
Να τρέφω ματαιόδοξες και ταπεινές ελπίδες.
Η Ρώμη, των Καισάρων της η αίγλη κι οι πορφύρες,
Ξέρεις πως δεν με μάγεψαν κι αφότου εδώ με πήρες,
Ήθελα αγάπη, ν' αγαπώ και ν' αγαπιέμαι μόνο.
Και σήμερα αν φοβήθηκα κι αν γέμισα με πόνο,
Ήταν γιατί φαντάστηκα πως πια δεν με ποθούσες.
Λάθος. Πάντα με λάτρευες, πάντα για μένα ζούσες,
Πάντα για μένα σπάραζες, είδα τα δάκρυα σου.
Μα η Βερενίκη ειν' άξια γι' αυτήν τη μεριμνά σου;
Και ο λαός; Που ανήσυχος σε βλέπει ερωτευμένο,
Που έχει σε σένα εκστατικά το βλέμμα του στραμμένο,
Τους πρώτους δρέποντας καρπούς της τόσης αρετής σου,
Να στερηθεί την ηδονή,τώρα, της δύναμης σου;
Νομίζω ότι σου χάρισα εδώ και πέντε χρόνια
Αγάπη ανυπόκριτη που θα κρατούσε αιώνια.
Δεν μου αρκεί: Την ώρα αυτή που όλα είναι χαμένα,
Μια ύστατη ανταπόδοση θα πάρεις από μένα:
Θα ζήσω, θα 'μαι υπάκουη τυφλά στο πρόσταγμα σου.
Χαίρε, βασίλεψε: Ποτέ δεν θα με δεις μπροστά σου.
(Στον Αντίοχο.)
Όσο για σένα θα 'νιωσες και μόνος, βασιλιά μου,
Πως δεν αφήνει ό,τι αγαπά με πάθος η καρδιά μου,
Μακριά απ' τη Ρώμη για να βρει κάποια αγάπη άλλη.
Ζήσε και δείξε ολόκληρη την αντοχή σου πάλι.
Κοίτα ο Τίτος... Κοίτα εγώ... Δες κι η ψυχή σου ας κρίνει:
Τον αγαπώ και χάνομαι. Με θέλει και μ' αφήνει.
Τα δάκρυα σου, τον καημό πάρε μακριά απ' το φως μου.
Χαίρε: Κι ας γίνουμε κι οι τρεις το πρότυπο του κόσμου.
Οι πιο βαθιά και τρυφερά κι άτυχα ερωτευμένοι,
Που μες στη μνήμη οδυνηρά θα μείνουν χαραγμένοι.
Με περιμένουν, έτοιμοι. Στο δρόμο τον δικό μου
Θα πορευτώ μονάχη μου. (Στον Τίτο.) Χαίρε...
ΑΝΤ:                                                                 Αλίμονο μου!

                                            Τ Ε Λ Ο Σ

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers