-

Dali &

-


-









/




 
 

 

:

   

                                   Βιογραφικ

     Παλος Νιρβνας, τανε το φιλολογικ ψευδνυμο με το οποο γινε γνωστς ο Πτρος Κ. Αποστολδης, λληνας στρατιωτικς ιατρς, Γενικς Αρχατρος του Ελληνικο Βασιλικο Ναυτικο, πρωτοπρος στη μελτη της Ψυχολογας και της Ψυχιατρικς, Ακαδημακς, ποιητς, διηγηματογρφος, μυθιστοριογρφος, σατιρικς, κριτικς, κορυφαος χρονογρφος, αλλ' ασχολθηκε και με το θατρο, με τη γραφ απομνημονευμτων κι επιφυλλδων και τλος, υπρξε και δημοσιογρφος εφημερδων και περιοδικν. Απ τα μαθητικ του χρνια δωσε δεγματα της αγπης του για τη λογοτεχνα και σε νεαρ ηλικα δημοσευσε ρθρα και ποιματα. τανε πολυγραφτατος και στην αρχ καταπιστηκε με τη ποηση, χωρς μως επιτυχα. Επδειξε μια αξιοσημεωτη ικαντητα στο σντομο κεμενο: στο διγημα και, ιδως, στην επιφυλλδα. Η περιγραφ αποτελε την πρτιστη ανγκη του, καθς σκιαγραφε χωρς να διαφανεται πουθεν η πρθεσ του να δημιουργσει, να αναπλσει τα σα περιγρφει. Δεν εναι αφηγητς, δεν δημιουργε ζως και συνειδσεις, καταφεγει στην αφγηση σαν μσο για να εκφραστε, πως παρατηρε ο Στλιος Ξεφλοδας.
     Γεννθηκε στις 14 Μη 1866 στη Μαριοπολη, (σημεριν ονομασα: Ζντνοφ), ττε σημαντικ κντρο του παραευξενειου Ελληνισμο, που πλον ανκει στην Ουκρανα και ττε ανκε στη Ρωσα και πθανε τη Κυριακ 29 Νομβρη 1937 απ ανακοπ καρδις στο σπτι του, στην οδ Αγου Νικολου 22, στο Μαροσι. Τλη του 1909 παντρετηκε με τη Λιλ Μχογλου, με την οποα απκτησε 2 παιδι, το 1910, τον ιατρ Κωνσταντνο Αποστολδη και το 1913, τον τραπεζικο Σπρο Αποστολδη. Το 1910 η οικογνεια εγκαταστθηκε σε οικα επ της οδο Βασιλσσης Φρειδερκης 34, (σημεριν οδς Ειρνης), στο Νο Φληρο Αττικς, που μεινε μχρι το Γενρη του 1926. Ο γμος του διαλθηκε στις 12 Δεκμβρη του 1924 και το Γενρη του 1926 στη Σρο νυμφετηκε 2η φορ τη Σοφα Σιγλα και μαζ απκτησαν 3 παιδι, τον Μριο το 1926, τη Μαρα το 1927 και το 1931 τον μετπειτα λογοτχνη Γιργο Αποστολδη.



     Βιολογικς πατρας του Πτρου ταν ο Ποντιακς καταγωγς μπορος Κωνσταντνος Αποστολδης. Οι γονες του εχανε φγει απ τη Τραπεζοντα στους διωγμος της περιδου 1850-5 κι εγκατασταθκανε στη Μαριοπολη της Ρωσας. Ο Πτρος Αποστολδης ορφνεψε νωρς απ γονες και το 1870, μπκε σε ορφανοτροφεο. Τον Πτρο υιοθτησε ο εφοπλιστς Κωνσταντνος Κουμιτης, με καταγωγ απ τη Σκπελο κι η σζυγς του Μαριττα Ρλλη, κρη του πλοσιου Χιτη εμπρου Ζανν Ρλλη, με απτερη καταγωγ απ τη Πλη, ταν επισκφθηκαν την Μαριοπολη. Το πλοο θα φρει τον μικρ Πτρο Αποστολδη στον Πειραι που ταν εγκατεστημνη η να του οικογνεια. Ο Πτρος ρθε στην Ελλδα κι εγκαταστθηκε με την οικογνεια Κουμιτη στη Φρεαττδα, ξεκνησε μαθματα με δσκαλο στο σπτι κι αργτερα στο δημοτικ σχολεο της περιοχς του. Παρακολοθησε 4 τη τα μαθματα του Δημοτικο, στη συνχεια 3 στο Σχολαρχεο κι λλα 4 στο Γυμνσιο, στην Ιωνδειο Σχολ, απ' που πρε απολυτριο, στις 15 Ιουλου 1882, με βαθμ «καλς τσσερα», με «ριστα» το «ξι» κι ολοκλρωσε τη μση εκπαδευσ του, αριστεσας.
     Φοτησε, απ το 1883 ως το 1890, στην Ιατρικ σχολ του Πανεπιστημου Αθηνν και μετ την αποφοτηση του κατατχθηκε στο Βασιλικ Ναυτικ. Το 1899, ταν συστθηκε απ γιατρος του Πειραι, Ιατρικ Εταιρεα, στις αρχαιρεσες της ο Αποστολδης εκλχτηκε φορος της βιβλιοθκης. Παρακολουθοσε με ενδιαφρον την ιατρικ βιβλιογραφα της εποχς και συμμετεχε στα ιατρικ συνδρια που πραγματοποιθηκαν στην Αθνα το 1901 & 1903. πως αναφρεται στο συνδριο του 1903 ο «....εκ Πειραις γιατρς του Πολεμικο Ναυτικο Πτρος Αποστολδης...», στην ειδικ συνεδρα για τη Νευρολογα και τη Ψυχιατρικ παρενβη και μλησε για τις διφορες μορφς ψυχασθνειας, εν υπβαλε πρταση στο συνδριο να εκδοθε ψφισμα του συνεδρου προς τη κυβρνηση προκειμνου να ιδρυθε και στη χρα μας στο Πανεπιστμιο, ειδικ Ψυχολογικ Εργαστριο, μως η πρταση του δεν γινε αποδεκτ. Ο επατρος Πτρος Αποστολδης διατλεσε Διυθυντς του Ναυτικο Νοσοκομεου Νου Φαλρου, το οποο δημιουργθηκε και λειτοργησε στις εγκαταστσεις του ξενοδοχεου Ακταον, εκε που βρσκεται σμερα το ιδιωτικ νοσοκομεο Μετροπλιταν, για τις ανγκες των Βαλκανικν πολμων, μως συνχισε τη λειτουργα του και τη περοδο 1914-18, στον Α' Παγκ. Πλ., αλλ και τη περοδο απ το 1919-22, στη διρκεια της Μικρασιατικς Εκστρατεας. Διετλεσεν επσης Πρεδρος της Αντατης Υγειονομικς Επιτροπς του Ναυτικο και Τμηματρχης του Υπουργεου Ναυτικν, εν παραιτθηκε το 1922 με το βαθμ του Γενικο Αρχιτρου.



     Το 1923, μετ την αποστρατεα του ο γγελος Τανγρας, μαζ με τους Πισσνο και Μελ, δρυσαν την Ελληνικ Εταιρα Ψυχικν Ερευνν, (Ε.Ε.Ψ.Ε.). Ο Νιρβνας περιλαμβνονταν μεταξ των μελν της εταιρεας ο Αλξανδρος Φιλαδελφες, ττε φορος αρχαιοττων, ο K. Καλυβτης, ττε διευθυντς της Λακς Τρπεζας, ο συγγραφας γγελος Σικελιανς, ο πανεπιστημιακς Παναγιτης Βλαστς, ο Ανρ Μπεργκσν, ο Σγκμουντ Φρντ, η Μαρ Σκλοντφσκα-Κιουρ, ο λμπερτ Ανστιν, χορηγικ καθκοντα ανλαβε η Αλεξνδρα Μπενκη-Χωρμη η οποα μαζ με τη Καλλιρη Παρρν, προθησαν τις ιδες της στον λα. Η εταιρεα αναγνωρστηκε επσημα απ τη Βρετανικ Εταιρεα Ψυχικν Ερευνν, (B.S.P.R.) και το 1930, παρακολοθησε το 4o διεθνς Ψυχοφυσιολογικ Συνδριο της Εταιρεας που διοργανθηκε στην Αθνα.
     Μετ τη παρατηση του απ το Ναυτικ αφοσιθηκε ολοκληρωτικ στη δημοσιογραφα και τη συγγραφ, καθς γραφε τακτικ χρονογρφημα με ττλο Απ Την Ζω στη καθημεριν Αθηνακ εφημερδα ΕΣΤΙΑ απ το 1908 μχρι το θνατο του. Το 1923, βραβετηκε για το λογοτεχνικ του ργο με το Αριστεο Γραμμτων & Τεχνν. Ασχολθηκε με τα κοιν κι απ το 1925 μχρι το 1932 διατλεσε Δημοτικς Σμβουλος του Δμου Πειραις. Στις 9 Μαρτου 1928 ανακηρχθηκε μλος της Ακαδημας Αθηνν. Στην εναρκτρια ομιλα του αναφρθηκε στο χρονογρφημα κι επε τι «...εναι η καθημεριν ιστορα της ζως και η φιλοσοφα της. Εναι η ιστορα της ζως και του δευτερολπτου. Συμβντα, επεισδια, σκηνα της ζως ... παραλαμβνονται απ τον χρονογρφον, ιστορονται, διυλζονται, καλονται να αποδσουν την βαθυτραν των ουσαν και κποτε την βαθυτραν των ννοιαν...».


                 Νιρβνας & Ματσοκας

     Υπρξε μλος του Διοικητικο Συμβουλου του Εθνικο Θετρου, απ την δρυση του Θετρου το 1930, ως το θνατο του. Στα τλη του 1934 στις αρχς του 1935, ο Νιρβνας εμπνεστηκε την ονομασα Βριλσσια για το σημεριν ομνυμο δμο της Αττικς, απ την ονομασα του ρους της Πεντλης που αρχαοι δκιμοι συγγραφες, μεταξ τους οι Θουκυδδης, Θεφραστος και Στρβων- ονμαζαν Βριλησσ. Το καλοκαρι του 1937 ασθνησε σοβαρ κι οι γιατρο του συνστησαν αποχ απ κθε εργασα για χρονικ διστημα 3 μηνν, μως αυτς αγνησε τις συστσεις τους και συνχισε να εργζεται μ' νταση. Τη παραμον του θαντου του υπστη 2 καρδιακ επεισδια στα γραφεα της ΕΣΤΙΑΣ, εν την επομνη υπστη το μοιραο καρδιακ επεισδιο στο σπτι του στο Μαροσι κι φυγε απ τη ζω σε ηλικα 71 ετν.

     Ο Παλος Νιρβνας ασχολθηκε με λα τα εδη του γραπτο λγου. δη απ τα μαθητικ του χρνια δωσε δεγματα της αγπης του για τη λογοτεχνα. δη απ το 1881 εχε δημοσιεσει στο σοβαρ αθηνακ φλλο Παλλιγγενεσα το 1ο του ελεγεο και δημοσευσε ρθρα στις εφημερδες του Πειραι Σφαρα & Πρνοια. Εμφανστηκε στα γρμματα το 1884, ταν εξδωσε (σμφωνα με το Εθνικ Κντρο Βιβλου) τη 1η ποιητικ του συλλογ με ττλο, Δφναι Εις Την 25ην Μαρτου (η 2η και τελευταα ποιητικ του συλλογ εχε ττλο Παγ Λαλουσα 1907) κι ρχισε να δημοσιεει χρονογραφματα στις εφημερδες στυ, Ακρπολις, Πατρδα, Ελεθερον Βμα κι απ το 1905 στην Εστα με το ψευδνυμο Κριος σοφος. Κατ διαστματα χρησιμοπποησε τα ψευδνυμα Απκαυκος ο Παρακοιμωμνος, Απολλινριος, Δρ. Α (Π), Ιατρς, Ιτρ, Ο Αντλαλος, Π. Νβ, Πτρος, Φιλτεχνος, Χαχλος, Herr Doctor κι Umbra. Το 1929 γραψε το σενριο της βουβς κινηματογραφικς ταινας Αστρω που κανε πρεμιρα στις 22 Απρλη, κι ως θεατρικς συγγραφας τανε συνεργτης του Κωνσταντνου Χρηστομνου.
     Δημοσευσε κεμενα σε λογοτεχνικ περιοδικ της εποχς, πως Τχνη, Παναθναια, Να Εστα, Το Περιοδικν Μας, Ασμοδαος, Μη Χνεσαι κ... Το 1884 συμμετεχε στην κδοση του σατιρικο περιοδικο Αθναι, ως μλος της λογοτεχνικς Συντροφις Των Δδεκα και το 1888 με Πειρακ παρα εξδωσε το περιοδικ Κυαν Επιθερησις. Υπρξε συνιδρυτς του περιοδικο Τχνη του Κστα Χατζπουλου, εν διατηροσε αλληλογραφα με τους σημαντικτερους πνευματικος ανθρπους της εποχς του. μως τον συνδεε αδελφικ φιλα με τον Αλξανδρο Παπαδιαμντη και σ' αυτν οφελουμε τη μοναδικ φωτογραφα του, καθς το 1906, πεισε τον Σκιαθτη κοσμοκαλγερο να ποζρει στο φωτογραφικ του φακ στο καφενεο της Δεξαμενς στην Αθνα. Ο Νιρβνας θεωροσε πως ν απ τα ωραιτερα πργματα που κανε στη ζω του εναι που παρδωσε στους μεταγενστερους τη μορφ του Παπαδιαμντη. Δολεψε με κενον στο στυ τη περοδο 1899-1902, και καταγρφει προσωπικ μαρτυρα απ τη 1η μρα υπηρεσας του σα μεταφραστ. Μετ απ την ανακονωση του ποσο των 150 δραχμν που θα ταν ο μισθς του, ο Παπαδιαμντης παρμεινε σκεφτικς. Κι εν ο υπεθυνος ταν τοιμος να αυξσει το αρχικ ποσ, ο Παπαδιαμντης απντησε «Πολλς εναι 150... Με φτνουν 100».



     Τοποθετεται χρονικ στον κκλο του Κωστ Παλαμ. Η γραφ του εναι επηρεασμνη απ τα ευρωπακ καλλιτεχνικ ρεματα του αισθητισμο και συμβολισμο, καθς κι απ τη φιλοσοφικ σκψη του Φρειδερκου Ντσε, απ τον οποο δχθηκε ντονες επιρρος. Αξιλογα εναι τα κριτικ του δοκμια, εν στο χρο της πεζογραφας ασχολθηκε αρχικ με το διγημα και στη συνχεια με το μυθιστρημα. Στο πεζογραφικ του ργο κυριαρχον ηθογραφικ και ψυχογραφικ στοιχεα, εν τα θεατρικ του ργα κινονται στα πρτυπα της ιψενικς γραφς. ντονη παρουσιζεται στο ργο του η επιρρο που δχτηκε απ τη φιλοσοφα του Ντσε. Η γλωσσικ του κφραση πρασε σταδιακ απ την καθαρεουσα σε μια μεικτ γλσσα και τλος στη δημοτικ, με σταθερ χαρακτηριστικ το εξαιρετικ φροντισμνο φος.
     Απ τη θση του στην Ακαδημα Αθηνν, συνβαλε τα μλα στην ανδειξη λογοτεχνν πως οι Ιωννης Κονδυλκης, Σπρος Μελς και Γρηγριος Ξενπουλος. Ασχολθηκε με πολλ εδη γραπτο λγου, πως διηγματα, ποιματα, μυθιστορματα, δρματα, αξιλογες κριτικς μελτες και δοκμια, θεατρικ ργα στα πρτυπα της γραφς του ψεν, χρονογραφματα, τη Γλωσσικ Αυτοβιογραφα, καθς και 2 μεταφρσεις απ τον Πλτωνα και τον εθνικιστ συγγραφα Κνουτ Χμσουν. ν απ τα χρονογραφματ του, Η Βιβλιοφιλα Των Ελλνων Πνος Ψυχς πρωτοδημοσιετηκε στην Εστα το 1950 και στη συνχεια συμπεριλφθηκε στα Νεοελληνικ Αναγνσματα για τους μαθητς των Γυμνασων. ργα του χουν μεταφραστε στα γαλλικ, γερμανικ, αγγλικ, ρσικα κι ιταλικ απ τους Baudry, Lucas, Diterich, Steinmetz, Κατσμπαλη, Μ. Λυκιαρδπουλο, Ε. Αθανασιδη, Pio Ciuti κ..



     Ως νθρωπος τανε πολυμαθστατος, κσμιος, πολιτισμνος κι ευπροσγορος, λγοι για που συμβλλανε στο να πετχει τερστιαν αναγνριση, δυσανλογη με τη λογοτεχνικ του αξα. Παρλληλα, τανε συνεχς ενημερωμνος για σα συμβανανε στον ευρωπακ πνευματικ χρο κι ασπαζτανε με κθε ευκολα τις πλον ετερκλιτες τσεις, σχολς κι απψεις. πως γραψε ο Ξενπουλος: «...Δεν υπρχει ιδα, τση, συρμς, κνηση, φος, σχολ, τεχνοτροπα, μορφ, σστημα που να μην το μθει πρτος, να μην το εγκολπωθε. Ρομαντισμς, νατουραλισμς, συμβολισμς, προρραφαηλισμς, νιτσεσμς, ιψενισμς, Γκαμπριλε Ντ’ Αννοντσιο, Ανατλ Φρνς, Ρσκιν, Τολστι, Κνουτ Χμσουν, Μπιρσον λοι κι λα εκ περιτροπς τον ευρκαν πρθυμο μαθητ κι πειτα δσκαλο...».
     Ο Τλος γρας γραψε για τον Νιρβνα πως «...η ηθογραφα του εναι τραγικ κι αποκλνει προς το ζωηρ λυρισμ, ταν δεν τρπεται προς τον πραγματικ σαρκασμ», εν ο Κστας Ουρνης αναφρει πως «...ακμη και το χιομορ του το χρησιμοποιε για να προκαλσει μειδαμα και χι για να καυτηρισει...» Με απφαση του Δημοτικο Συμβουλου του Δμου Νου Φαλρου σε μια οδ της πλεως δθηκε το νομα του Παλου Νιρβνα. Στις 11 Φλεβρη 1938, ημρα Παρασκευ στις 7 το απγευμα, διοργανθηκε στο Δημοτικ Θατρο Πειραις, Φιλολογικ Μνημσυνο στη μνμη του, εν ο Δμος Πειραις στησε τη προτομ του κοντ στη Πλατεα Φρεαττδας που εχε ζσει τα παιδικ κι εφηβικ του χρνια. Η σχετικ απφαση λφθηκε στις 7 Νοεμβρου 1940 και στις 10 Φεβρουαρου 1941 και η προτομ του που φρει ως ημερομηνα κατασκευς της το 1940, φιλοτεχνημνη απ το γλπτη Ισωνα Παπαδημητρου γρφει στη βση της Ο ΔΗΜΟΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΤΩ ΠΑΥΛΩ ΝΙΡΒΑΝΑ, αποκαλφθηκε το Δεκμβρη του 1940, λγες ημρες μετ τα Χριστογεννα εκενου του τους.



     Το πατρικ του σπτι στη Σκπελο που ζησε μρος απ τα καλοκαρια του, ανκει σμερα στο Δμο Σκοπλου, που το αγρασε στις 18 Δεκμβρη 1998, απ τους κληρονμους του λογοτχνη. Εναι χτισμνο στο κντρο του παραδοσιακο οικισμο της Σκοπλου, στη συνοικα του Αγου Ιωννη, δπλα στην εκκλησα των Τριν Ιεραρχν, με θα την αμφιθεατρικ Χρα και το λιμνι της Σκοπλου. Το σπτι εναι απ τα αξιολογτερα κι αντιπροσωπευτικτερα δεγματα της τοπικς σκοπελτικης Λακς Αρχιτεκτονικς, «Μακεδονικο Τπου», χωρς μεταγενστερες αλλοισεις κι αλλαγς και κτστηκε στο 1ο μισ του 19ου αι.. Το 1965 χαρακτηρστηκε με υπουργικ απφαση απ το Υπουργεο Πολιτισμο ως ιστορικ διατηρητο μνημεο που χρειζεται ειδικ κρατικ προστασα. Πρκειται για διροφο κτσμα με ημιυπγειο, λιθκτιστο στο μεγαλτερο μρος του εκτς απ τη πρσοψη και την ανατολικ πλευρ του ορφου που εναι κατασκευασμνες απ τσατμ.


               Το σπτι του στη Σκπελο, σμερα Μουσεο Τχνης

     Τα λογοτεχνικ του ργα, (πλρης κατλογος):


Ι.Ποηση:

• Δφναι εις την κε Μαρτου 1821. Αθνα, τυπ. Αττικο Μουσεου, 1884.
• Παγ λαλουσα. Αθνα, κδοση Παναθηναων, 1907 (2η κδοση συμπληρωμνη με πρλογο του Παλαμ, Αθνα, γκυρα, 1921)

ΙΙ. Πεζογραφα:

• Απ την φσιν και την ζων. Αθνα, τυπ. Ανστη Κωνσταντινδου, 1898.
• Αλθεια και ψμα· Ιστορες για παιδι και για φιλοσφους. Αθνα, κδοση του Νουμ, 1907.
• Η βοσκοπολα με τα μαργαριτρια και λλες μικρς ιστορες. Αθνα, Φξης, 1914.
• Το συναξρι του παπ Παρθνη και λλες νησιτικες ιστρορες. Αθνα, Φξης, 1915.
• Εκλεκτα σελδες· Πρλογος Γρηγορου Ξενπουλου. Αθνα, Ελευθερουδκης, 1922.
• Το πρασμα του θεο και λλα διηγματα. Αθνα, Κολλρος, 1922.
• Το αγριολολουδο · Μυθιστρημα. Αθνα, Ελευθερουδκης, 1924.
• Ξενητι (τρα διηγματα). Αθνα, τυπ. Εστα, 1925.
• Λγοι και αντλογοι. Αθνα, Κολλρος, 1925.
• Το γκλημα του Ψυχικο· (Σατιρικν Μυθιστρημα). Αθνα, Ο Κορας, 1928.
• νας σκιος στη νχτα. Αθνα, κδοση της εφημερδας Ελληνικν Μλλον, 1934

ΙΙΙ.Μελτες- Δοκμια-Χρονογραφματα:

• Φυσιολογικ ψυχολογα· Διλεξις γενομνη εν τω συλλγω Παρνασσ. Αθνα, ανατπωση απ το περιοδικ Εστα, 1893.
• Η φιλοσοφα του Ντσε. Αθνα, κδοση του περιοδικο Τχνη, 1898.
• Ο Θμος ννινος και η ελληνικ γελοιογραφα. Αθνα, κδοση του περ. Το Περιοδικν μας, 1900.
• Τχνη και φρενοπθεια. Αθνα, τυπ. της εφημ. Το Κρτος, 1905.
• Γλωσσικ αυτοβιογραφα. Αθνα, κδοση των Παναθηναων, 1905.
• Το βιβλον του κυρου Ασφου. Αθνα, Φξης, 1915.
• Αριστοτλης Βαλαωρτης. Αθνα, τυπ. Π.Δ.Σακελλαρου, 1916 (στη σειρ Διαλξεις φιλολογικο συλλγου Παρνασσο, αρ.11).
• Το δσος (δοκμια). Αθνα, Εθνικ Τυπογραφεο, 1916.
• Η ζω του δρμου. Αθνα, γκυρα, 1917.
• Βενιζλος. Αθνα, Εστα, 1920.
• Γρω απ τον ρωτα. Αθνα, Ζηκκης, 1920.
• Ββλος γυναικν · Με ποιητικν πρλογον Κωστ Παλαμ. Αθνα, Ζηκκης, 1921.
• Εθυμη ζω. Αθνα, Ζηκκης, 1923.
• Η ηθικ επδρασις της επαναστσεως. Αθνα, 1923.
• Η ζω του δρμου. Αθνα, 1924.
• σα φρνει η ρα. Αθνα, Το στυ, 1925.
• Εθυμοι περπατοι. Αθνα, Κολρος, 1927.
• Αθηνακο περπατοι. Αθνα, Αννυμη Αθηνακ Εκδοτικ Εταιρεα, 1929.
• Φιλολογικ απομνημονεματα. Αθνα, βιβλιοπωλεο Εστα Ι.Δ.Κολλρου και Σας, 1929.
• O tempora o mores . Αλεξνδρεια, Κασιγνης, 1930.
• Μικρς ιστορες. Αθνα, 1930.
• Μαλλι κουβρια. Αθνα, κδοση της εφημ. Νος Κσμος, 1935
• Απ το παρθυρο. Αθνα, Δημητρκος, 1935

ΙV. Θατρο:

• Ο Αρχιτκτων Μρθας· Δρμα σε μρη τρα. Αθνα, κδοση Παναθηναων, 1907.
• Το χελιδνι·Δρμα σε μρη τρα. Αθνα, κδοση Παναθηναων, 1908.
• Μαρα η Πενταγιτισσα· Δρμα σε μρη τρα. Αλεξνδρεια, Βιβλιοθκη Νας Ζως3, 1909.
• ταν σπση τα δεσμ του · Δρμα σε μρη τρα. Αλεξνδρεια, Βιβλιοθκη Νας Ζως4, 1910.
• Θατρον Α · Ο αρχιτκτων Μρθας- Μαρα η Πενταγιτισσα. Αθνα, Ι.Ν.Σιδρης, 1921.
• Θατρον Β · Το χελιδνι - ταν σπση τα δεσμ του. Αθνα, Ι.Ν.Σιδρης, 1922

V. Μεταφρσεις:

• Πλτωνος, Απολογα Σωκρτους. Αθνα, Ελευθερουδκης, 1923.
• Κνουτ Χμσουν, Ο Παν· Μετφρασις Π.Νιρβνα. Αθνα, κδοση των Παναθηναων, 1903

VΙ. Συγκεντρωτικς εκδσεις:

• Τα παντα, τ.1-5 · επιμλεια Γ. Βαλτα. Αθνα, 1968.

     Το ιατρικ ργο του εναι μικρ σε αριθμ δημοσιευμτων, μως ιδιατερα σημαντικ κι ενδιαφρον. γραψε και δημοσευσε, στο γκυρο περιοδικ Γαληνς τις ιατρικς μελτες:

«Διτρησις εντρων εξ ασκαρδων» το 1885-
«Περπτωσις εγκολεασμο του εντρου» το 1886-

-Περιπτσεις τις οποες παρακολοθησε στο Ναυτικ Νοσοκομεο Πειραι, εργαζμενος στη Κλινικ του θωνα Σωνιρου, αρχιτρου του Πολεμικο Ναυτικο. Μετφρασε και δημοσευσεν επσης τα ιατρικς φσεως ργα:

«Περ θεραπεας της χρονας διαρροας των παδων», Μετφρασις εκ του γαλλικο Πτρος Κ. Αποστολδης, Στυλιανς Δ. Τσακρης, Τυπογραφεον «Βλαστο-Βαρβαρργου», Εν Αθναις 1886.
«Τι τρμε. Υγιειν του στομχου κατ τον Ε. Monin», Καταστματα «Ακροπλεως» Βλση Γαβριηλδου, Εν Αθναις 1891.
«Ρμη και Υγεα. Η ζω παρατεινομνη δι της μεθδου του Brown Séquard», Υπ του ιατρο L. H. Goizet, Καταστματα «Ακροπλεως» Βλση Γαβριηλδου, Εν Αθναις 1891.
«Τα νοσματα της προσωπικτητος» το 1894. Το ργο υλοποιθηκε αρχικ ως διλεξη στις 15 Δεκεμβρου 1893 στο Φιλολογικ μιλο Παρνασσς.
«Τχνη και φρενοπθεια», το 1905. Δημοσιεθηκε αρχικ στο περιοδικ Ψυχιατρικ και Νευρολογικ Επιθερησις του πρωτοπρου ψυχιτρου Σιμωνδη Βλαβιανο, μως τον διο χρνο δημοσιετηκε και αυτοτελς.

     Ο Γεργιος Βαλτας που επιμελθηκε την κδοση των Απντων του, με αφορμ αυτς τις 2 ψυχιατρικς φσεως εργασες του Νιρβνα, τις οποες χαρακτρισε σημαντικ αισθητικ δοκμια, τονε θεωρε, μαζ με τον Σμωνα Αποστολδη και τον Μιχαλ Κατσαρ, εισηγητ των ψυχιατρικν μελετν στην Ελλδα.

===================

                    Η Βοσκοπολα Με Τα Μαργαριτρια

     χουνε να πονε πως λα τα παραμθια εναι ιστορες αληθινς, που γινκανε μια φορ κι να καιρ στα παλι τα χρνια. Εναι πολλς απ' αυτς που καννας δεν τις θυμται, γιατ απ στμα σε στμα σβυστκανε και χαθκανε. Κι εκενοι που ανιστορον καινοργια παραμθια, που καννας δεν τχει ακουσμνα, δεν τα γεννον απ' το κεφλι τους, οτε καννας τους τχει ειπωμνα απ' τους τωρινος. Γι' αυτ χουνε να πουν πως οι παλιο ανθρποι, που χρνια τρα τους χει φαγωμνα το χμα και που μια φορ κι ναν καιρ περσανε στον απνω κσμο μεγλα βσανα και πθη, σε αγπες, σ' χθρητες και σε πολμους, θλοντας να μη ξεχασθον τα βσαν τους, ξαναγυρζουνε στον κσμο κι ανιστορονε τη ζω τους στους αλαφροσκιωτους ανθρπους.
     τσι καννας μες στον πνο του μες στο κατχνιασμ του ακοει μιαν ιστορα παλακ και σαν ερθ στον εαυτ του, θαρρε πως χει ακουσμνο κποιο παραμθι και το χαρεται μονχος του και το ξαναλει και στους λλους. τσι χω ακουσμνο κι εγ τοτο το παραμθι, ξαπλωμνος στον σκιο μιας καρυδις, μες στην ψη του Θεριστ. Εναι το Παραμθι της Βοσκοπολας με τα Μαργαριτρια.
...............
     Στα μρη τοτα τα δικ μας τανε μια φορ να βασλειο. Κι ο βασιλις ο γρος εχε να μονκριβο παιδ, που τ' αγαποσε πιο πολ κι απ' τη κορνα του. Κι η γρη η βασλισσα, που εχε τα μεγαλτερα μαργαριτρια που βρσκονται στη γη, το λτρευε πιτερο απ' τους θησαυρος της και νανουρζοντς το σαν τανε μικρ στη κονια τη χρυσ του, πλωνε στο κορμκι του τα μαργαριτρια της και τολεγε:
 -«Σα μεγαλσης με το καλ και πρεις τη κορνα του πατρα σου και πρεις και βασιλοπολα μορφη γυνακα στο πλευρ σου, δικ σου εναι τα πλοτη κι οι θησαυρο μου και τοτα τα μαργαριτρια, που δε βρσκονται παρμοια στη γη, θ' αστρψουν πλι σε χαρς και ξεφαντματα στον σπρο το λαιμ της νας βασλισσας». Κι πλωνε τα  μαργαριτρια στο κορμκι του και το νανοριζε γλυκ. Και τα χοντρ μαργαριτρια, μες στη κονια τη χρυσ, μοιζανε σα μεγλα δκρυα.
     Σα μεγλωσε το βασιλπουλο κι γινε μορφο παλικρι, λες οι χρες το στολσανε με τα χαρσματ τους. Το μονκριβο το βασιλπουλο τανε κι ο πρτος ο λεβντης στο βασλειο. Οι χρες του ακουστκανε ως τα πιο μκρυνα βασλεια και πλοσιοι βασιλιδες, απ στερι και θλασσα, στλνανε προξενις στο γρο-βασιλι για το χαριτωμνο τον υγυι του. Μα το βασιλπουλο δεν βαλε ποτ αγπη με το νου του, τα μτια του ποτ δεν τρριξε απνω σε κοπλλα κι λειπε πντ' απ τα πανηγρια και τα ξεφαντματα του παλατιο. Ο γρος ο βασιλις κι η γρη η βασλισσα τχανε μαρζι στη καρδι τους. Μα το βασιλπουλο δεν κουγε οτε ορμνειες οτε παρακλια. Κθε αυγ παιρνε το τουφκι του στον μο και τραβοσε στους λγγους και τα βουν.
     τσι περνοσε λον τον καιρ του, δρασκελντας βρχους και γκρεμν και δεν τανε τπος στο μεγλο του βασλειο, που δεν τον ξερε, δεν τανε κορφ που δεν την εχε πατημνη, δεν τανε λγγος που δε χρηκε τον σκιο του, δεν τανε ρεματι που δεν τον δχτηκε κι ακρογιαλι που δεν τον εδε. Τμορφο βασιλπουλο τανε βασιλις αληθινς στο βασλει του. Τονε ξρανε τα χινια στις απτητες κορφς, τα δντρα τα χιλιχρονα τον χαιρετοσανε, τ' αηδνια μες στις ρεματις τον προβοδζανε και στ' ακρογιλια τ’ ασημνια τα κυματκια του φιλοσανε τα πδια του. Τ' μορφο το βασιλπουλο τανε αληθινς βασιλις στο βασλει του. Και τ' αγρμια του βουνο μεριζανε ακμα στο διβα του και στις ερημικς τις στνες τ' αγρισκυλλα τον ζυγνανε σκυφτ και ταπειν, κουνντας την ουρ τους.
     να πρω ο γρος ο βασιλις κραξε το παιδ του και το φλησε στο κοτελο. Το κθισε σιμ του σε χρυσ θρον και του επε:
 -"κουσε, παιδ μου, αυτ που θα σου πω, και νχης την ευχ μου. Σμερα εναι μεγλη μρα. Απ' το μεγλο το βασλειο της Ανατολς, που μας χωρζουνε θλασσες πλατεις και πιο πλατει ακμα η χθρα η παλι μας κι οι πλεμο μας, φτσανε προξενητδες διαλεκτο, με καρβια φορτωμνα χρυσφια και χαρσματα. ρα την ρα φτνουν οι τρανο μουσαφιραοι και το παλτι μας θα ιδ μεγλο πανηγρι σμερα". Το βασιλπουλο κουσε αδιφορα τα λγια του πατρα του. Ο γρος ο βασιλις του χιδεψε με τα γρικα δκτυλ του τα χρυσ μαλλι και του ξανπε:  "κουσε, παιδ μου. Πταξε το τουφκι σου σε μια γωνι, βγλε τα ροχα σου τα σκονισμνα και τα ταπειν και φρα τα χρυσ και τα βελοδα σου. Σμερα εναι μεγλη γιορτ στο παλτι μας".
 -"Κι αν εναι μεγλη γιορτ στο παλτι μας, με το καλ να ξεφαντσετε, Κι αν εναι τρανο μουσαφιραοι στο τραπζι μας, φτνουνε ο βασιλις και η βασλισσα να τους  καλοδεχτονε. Κι αν εναι προξενητδες για τα μνανε, παρνω το τουφκι μου και πω στη δουλει μου", αποκρθηκε το βασιλπουλο.
     Ο γρος ο βασιλις θμωσε βαρι, το αμα του τον πνιξε στο λαιμ και τρμοντας ολσωμος, επε βαρ λγο στον αγαπημνο του. Μα το βασιλπουλο δεν λλαζε γνμη.
 -"Αλλομονο!" επεν ο γρος ο βασιλις. "Λγα χρνια η γη μας μεινε απτιστη απ' το αμα. Τα νιτα μου μες στους πολμους πρασαν. Ο ανθς της χρας μας θερστηκε χρνια και χρνια απ' το δρεπνι των οχτρν μας. Και τρα σαν αρνηθομε το χρισμ τους, πλε το αμα μας θα ποτση το διψασμνο χμα -και ποις ξρει- σκλβοι κι εμες, σκλαβωμνη κι η γη μας, θα συρθομε στα πδια των οχτρν μας. μποτε μνο, κλεισμνα τα μτια μου, να μην ιδονε τη μεγλη συφορ".
     Το βασιλπουλο πετχτηκε πνω και τα μτια του αστρψανε μες στα σννεφα των λογισμν του.
 -"Κι αν οι οχτρο μας μελσσι πσουνε στη χρα μας, καλς τους να κοπισουνε. Το χρι τοτο δεν απκαμε ποτ κρατντας τ' ρματα. Κι αν θλη ο βασιλις ο πατρας μου να κνη χρισμα στους οχτρος του, χει χρες και θησαυρος κι ας τους χαρση. Κι αν θλη να διαφεντψω τη χρα του, το αμα μου εναι δικ του κι ας το χση στα πδια τους. Μ' αν θλη τη καρδι μου να τη κνη χρισμα, δικα πασχζει κι αγωνζεται. Αυτ δεν την ορζει". Και σκβοντας λυπητερ το κεφλι του, για να κρψη δυο δκρυα που στζανε στα χλωμ του μγουλα, πρσθεσε σιγ: "Αλλομονο! Οτ' εy ατς μου την ορζω". Κι φυγε βιαστικ, πνγοντας τ' αναφυλλητ του στθους του.
     Το βασιλπουλο κρμασε το τουφκι στον μο και ξεκνησε για το βουν. Μες στις πυκνς τις λαγκαδις τανε το λημρι του. Μα το βασιλπουλο τανε καιρς τρα που δεν εχε ρξει τουφεκι στο λγγο. Οι πρδικες πετοσανε φοβα σιμ του, τα κοτσφια του σφυρζανε απνω απ' το κεφλι του και τα μικρπουλα μσα στις φυλλωσις δεν κβανε το τραγοδι τους σαν περνοσε. Φτερ δε σκωνε το τουφκι του να κτυπση. τανε καιρς τρα που τα πουλι εχανε πρει για το βασιλπουλο ανθρωπιν λαλτσα και του μιλοσανε λγια γλυκ και μπιστεμνα.
     Καθς περνοσε ο κυνηγς μες στα σθαμπα του λγγου, γυρεοντας -κτι γυρεοντας με τα μτια ολγυρα- νας πετροκτσυφας, ποχε χωθε μες στα κλαρι, φεγοντας την ψη του λιου, του σφριξε στ' αυτ:
 -"Πρε τη πλαγι του βουνο και κατβα στη ρεματι. Απνω στο στρογγυλ λιθρι, που το σκεπζει ο γεροπλτανος, δροσολογιται η αγπη σου".
     Ο κυνηγς πρε βιαστικ τα πδια του, φτασε στη πλαγι του βουνο και κατβηκε στη ρεματι. Τ' αηδνια τραγουδοσανε μες στα δασ πλατνια και πνω στις ρζες τους, που τις πτιζε γαργαλιστ το τρεχομενο νερκι, το σπρο κοπδι δροσολογιτανε. Απνω στο στρογγυλ λιθρι, που το σκπαζε ο γεροπλτανος, καθτανε η αγπη του. Με του λαγο τη περπατησι φτασε ο κυνηγς στο στρογγυλ λιθρι. Η βοσκοπολα εχε ξαπλωμνο το πλερο κορμ της απνω στο λιθρι κι ακουμποσε το ξγνοιαστο κεφλι απνω στη γρικη φλοδα του πλτανου. ρα την ρα τη πρε ο πνος κι αηδονκια νανουρζανε τσν πνο της κι ο γεροπλτανος μουρμοριζε στους διαβτες μη λχη και τη ξυπνσουν. Ο κυνηγς, με το τουφκι στον μο, στθηκε αγνντια και τη κτταζε. Του φνηκε σα μεσημερν νεριδα ποκανε τη κοιμισμνη, καρτερντας να του πρη τη μιλι. Κι μεινε βουβς ρα πολλ κυττζοντς τη. Μα και νθελε να μιλση δεν μποροσε. Η φων του εχε στεγνσει στο λαιμ και τα χεiλια του μνο αναδβανε αλαφρ με το ανδεμα των χειλιν της κοιμισμνης. Λες πως τον εχε πρει κι αυτν νας γλυκς πνος και πως βλπανε κι οι δυο το διο τ' νειρο.
     Ο γεροπλτανος ο ζηλιρης ρριξ' να φλλο ξερ πνω στο κοτελο της κοιμισμνης και τη ξπνησε. Μπρος στα μτια της εδε ξαφνα η κοπλλα το νο τον κυνηγ, που πντα τονε καρτεροσε και πντα τον απδιωχνε. Μια ντροπ χθηκε κι βαψε με κοκκινδι το πρσωπ της. Γιατ οι κοπλλες χουνε κρυφ και μυστικ τον πνο τους και τονε φυλνε απ' τα μτια των παλικαριν. Ο κυνηγς τη καλημρισε με πνιγμνη φων.
 -"Τ θλεις απ μνα, κυνηγ, με το τουφκι;" του επε δειλ. "Εδ δεν εναι πρδικες, δεν εναι μτε κοτσφια. Εδ αηδονκια μνο κελαδονε στις φυλλωσις. Πρε το τουφκι σου, κυνηγ και τρβα στη δουλει σου..."
 -"μορφη κοπλλα", της επε γλυκ ο κυνηγς, "εγ δεν κυνηγ κοτσφια μτε πρδικες. Κ εκε που κελαδονε τ' αηδνια εναι η λαχτρα μου".
 -"Πρε το τουφκι σου, κυνηγ και τρβα στη δουλει σου. Τα λφια κ' οι λαγο δεν ρχονται να ξεδιψσουνε στη ρεματι μεσημεριτικα. Εδ μονχα το ασπρμαλλο κοπδι μου σβνει τη δψα του. Κι αν θλης λαγος και λφια, πρε το τουφκι σου και τρβα στη δουλει σου".
     Ο κυνηγς ζγιασε πιο σιμ της και της επε πλι:
 -"Εγ κι αν εμαι κυνηγς δεν κυνηγ λαγος και λφια. Κι εκε που το ασπρμαλλο κοπδι σβνει τη δψα του, θλω κι εγ να ξεδιψσω. μορφη πιστικι, δος μου το αθνατο νερ απ' τα χειλκια σου".
     Η μορφη βοσκπουλα, που κθε μρα καρτεροσε το νιο τον κυνηγ και κθε μρα τον απδιωχνε με την κκια της αγπης, σηκθηκε απνω μ' ναν μορφο θυμ και ξανπε:
 -"Αλλομονο σε σνα, κυνηγ. Εγ χω αδρφια και ξαδρφια κι αν σε ιδον σιμ μου, το αμα σου θα τρξη ποτμι στο πρσινο το χορταρκι. Αλλομονο σε σνα, κυνηγ και τρισαλλομον σου".
     Ο νος ο κυνηγς τη κτταξε γλυκ.
 -"Κι αν χης αδρφια και ξαδρφια, χαρ σ' εμνανε, να τρξη το αμα μου ποτμι στη ποδι σου..."
     Ττε τα δυο τα χελια της βοσκοπολας του επανε πλι με τρομρα:
 -"Φγε, κυνηγ, απ σιμ μου..." και τα δυο της τα μτια του επανε με λαχτρα: "λα, κυνηγ, και πσε στην αγκαλι μου".
     Ο νος ο κυνηγς δεν κουσε τα δυο της τα χελια, μνο κουσε τα δυο της τα ματκια κι πεσε στην αγκαλι της. Χλια χρνια βσταξε το αγκλιασμ τους και τα φιλι τους λλα τσα. Και σα σκωσε το κεφλι του ο κυνηγς απ' τα γλυκ της στθια, βγαλε απ μσα απ' την τσντα του μια τραχηλι με μαργαριτρια και την πρασε στον σπρο της λαιμ. Η βοσκοπολα ξαφνιστηκε. Ποτ δεν εχε ιδε τσο μορφες χντρες. Ο νος ο κυνηγς της επε ττε:
 -"Μη το βγλης ποτ απ' το λαιμ σου. Αυτ εναι το θυμητικ της αγπης μας".
     Η βοσκοπολα γρισε και κτταξε τα μορφα μαργαριτρια στο λαιμ της και δυο δκρυα στξανε απνω στα θαμπ πετρδια.
 -"Ποτ μου δεν εδα τσες μορφες χντρες", ξαναεπε.
     Ο νος ο κυνηγς φλησε τον σπρο της λαιμ, με τα θαμπ μαργαριτρια. να γλυκ αερκι σλεψε τα κλαδι του γεροπλτανου και δυο αχτδες χρυσς γλυστρσαν απ' τη φυλλωσι του και πλξανε μια χρυσ κορνα στο κεφλι της. Ο νος ο κυνηγς τη κτταξε γλυκ και επε μσα του: "Πσο της μοιζει για βασλισσα!"
     Στο μακρυν βασλειο της Ανατολς, θυμωμνος ο ξνος βασιλις για τη προσβολ που γνηκε στη θυγατρα του, θυμθηκε τις παλις του χθρες κι στειλε, με δυνατς αρμδες, μυριδες ασκρι να πολεμσουν τον εχθρ του. λ' η χρα σηκθηκε στο ποδρι, να διαφεντψη την πατρδα. Απ αμοστακο παιδ ως ασπρομλλη γρο ζωστκανε λοι τρματα και ξεκινσανε στα σνορα. Το βασιλπουλο, πρτο και καλτερο, ζστηκε τα χρυσ του τρματα, φησε τους λγγους και τις ρεματις, σλωσε το σπρο τ’ λογ του και ξεκνησε μπρος απ' τα παλικρια να σση την μορφη τη χρα του, που κινδνευε απ δικ του αιτα. Πρε την ευχ του γρου του πατρα του, πρε και την ευχ της γρης βασλισσας, βαλε φτερ στα πδια του και χθηκε σαν την αστραπ. Ο γρος ο βασιλις, προβοδζοντς τον, τον φλησε στο κοτελο και του επε:
 -"Ο Θες μαζ σου. Κι ταν γυρσης πως θλει ο Θες, με τα γρικα τα χρια μου θα βγλω τη κορνα απ' το κεφλι μου να τη φορσω στο δικ σου. Γιατ τσι μου τη φρεσε και μνα ο πατρας μου".
     Δυο χρνια πολεμοσε το βασιλπουλο και δυο χρνια οι μαντατοφροι του πολμου φρνανε τα μανττα της παλικαρις του. Χλιες φορς πρε φαλγγι τους οχτρος του, ποτμια χυσε το αμα τους στη γη. Μα ταν οι εχθρο ασκρι και δεν εχανε σωμ. Μα και το βασιλπουλο με τα παλικρια του αποσταμ δεν εχε.
     Στον καιρ αυτ μεγλη ταραχ γνηκε μες στο παλτι. Η γρη η βασλισσα, κυττζοντας μια μρα τους θησαυρος της, λαβε μεγλη τρομρα. Τα μαργαριτρια της, που λλα στον κσμο δε βρισκντανε, τανε χαμνα. Μταια ψξανε λο το παλτι. Πουθεν δεν εβρεθκανε.
 -"Αλλομονο!" επε η βασλισσα. "Με τοτα τα μαργαριτρια κι αν οι οχτρο πατσουνε τη χρα μας, πλε μπορομε να τη ξαγορσουμε. Κι αν πρωμε εμες τον πλεμο, με ττοιο πλοτος τσες κι λλες τσες χρες αγορζομε". Κι κλαιγε μοναχ της και φοβτανε να πη το χσιμ της. Σαν εδε κι απειδε ξεμολογθηκε μια μρα το χσιμ της στο βασιλι.
 -"λα τα κακ μας ρθαν μαζεμνα στο κεφλι μας!" επε ο γρος ο βασιλις. "Και σα γυρση με το καλ το βασιλπουλο και σαν του βλω τη κορνα με τα χρια μου, που θεν βρης το τξιμο που τοταξες για τη καινοργια τη βασλισσα"; Και τον πρανε τα δκρυα.     βγαλε προσταγ ο βασιλις, ανθρποι μπιστεμνοι ναπολυθονε σ' λο το βασλειο, να προυνε βουν και λγγους, να βρονε το χαμνο θησαυρ. Κθε μρα, μαζ με τα μανττα του πολμου, φτνανε στο παλτι τα μανττα των γυρευτδων.
 -"Το βασιλπουλο νικει. Στχτη και μπορμπερη σκορπζοντ' οι οχτρο μας", λγανε οι μαντατοφροι του πολμου, χαρομενοι και γελαστο.
 -"Χρες και χωρι γυρσαμε. Λιθρι απνω σε λιθρι δεν αφσαμε. Μα ο θησαυρς, αλλομονο, δε φνηκε πουθεν", λγανε οι μαντατοφροι των γυρευτδων, χλωμο και λυπημνοι.
     Μεγλη πκρα τανε χυμνη στο παλτι. Κι η γρη η βασλισσα απ' το κακ της αρρστησε και πθανε. Και κλενοντας τα μτια της, λεγε με παρπονο:
 -"Αλλομονο, παιδ μου και σα γυρσης απ' τον πλεμο και σα σου βλη ο βασιλας τη κορνα του, πο θβρω εγ το ταξιμο που σοταξα να σου το δσω; Καλλτερα να κλεσω τα μπα μου να μη ιδονε τη ντροπ μου".
     Κι κλεισε τα μτια της η βασλισσα και πθανε. Ο γρος ο βασιλις πεσε σε μεγλη θλψη. να πρω εκε που ο βασιλις μονχος του κλαιγε της βασλισσας το χαμ με τη λαχτρα του παιδιο του, νας μαντατοφρος χθηκε σαν αστραπ μες στο παλτι.
-"Αφντη βασιλι μου", επε, "να! το χσιμο!" Κι βγαλε απ' τον κρφο του τη τραχηλι με τα μαργαριτρια και την απθωσε στα γνατα του βασιλι. Κι στερα πεσε σαν πεθαμνος απ' τη κοραση πνω σ' να θρον. Το γρο το βασιλι τονε πρανε τα κλματα. Απ' τη χαρ του για το βρσιμο κι απ' τη λπη του, που χθηκε η βασλισσα και πρε τον καμ μαζ της. Σα συνφερε λιγκι φναξε σιμ του το μαντατοφρο και του επε:

 -"Γεια σου, ξιο παλικρι. Κι ,τι μου ζητσης εσ και τ’ λλα παλικρια, δικ σας να εναι..."
     Ο μαντατοφρος πρε δυο ανσες κι ρχισε να ιστορ στο βασιλι το πως βρεθκανε τα μαργαριτρια της βασλισσας. Μσα σ' να βαθ ρουμνι, εκε που γυρζανε απελπισμνοι, οι ανθρποι του βασιλι, εδανε μια πιστικι ποy ‘βοσκε τα πρβατ της. Εχανε χαμνο το δρμο τους και γυρζανε νηστικο και διψασμνοι μες στα πυκν τα δντρα. Σαν εδανε τη πιστικι ζυγσανε να τη ρωτσουν πο βγανει ο δρμος. Αστροπελκι πεσε μπρος τους. Θαμπσανε τα μτια τους. Στο λαιμ της πιστικις εδανε τα μαργαριτρια της βασλισσας. Η κλφτρα δεν θελε να μαρτυρση. λεγε πως τα βρκε μσα σε μια ρεματι, στη ρζα ενς πλτανου. Και σαν της πρανε το θησαυρ ρχισε τα κλματα και τα παρακαλετ. Τα παλικρια ττε τη δσανε πισθγκωνα μ' να λιτρι και τη φρανε δρνοντας στη χρα. Της μτωσαν τα κρατ της στο δρμο, μα η κλφτρα δε θλει να μαρτυρση.
 -"τιμη γννα του Σαταν", επε θυμωμνος ο βασιλις. "Τα μαργαριτρια της βασλισσας ποτ δε βγκαν ξω απ' το παλτι. Ζητινα θα χθηκε η κλφτρα στο παλτι, μγισσα θα μπκε στο αρχοντικ μου και μοκλεψε το θησαυρ μου".
     Ο γρος ο βασιλις συνφερε λγο απ' το κακ του. κρυψε βαθι το θησαυρ του και περμενε μρα με τη μρα τον υγυι του. Και κθε μρα ρωτοσε για τη πιστικι, μπως και μαρτρησε το κλψιμ της. Μα βργες σιδερνιες της ματνανε τα κρατα, ξδι κι αψιθι την εποτζανε, μα το στμα της -λγαν οι μαντατοφροι- μιλι δεν βγαλε ακμα.
     να πρω, χαρ θεο, βοκινα και τομπανα τραντξανε τον αρα. Το βασιλπουλο γριζε απ' τον πλεμο. Στχτη και μπορμπερη σκορπστηκαν οι εχθρο του. Και γριζε τρα νικητς στη χρα τη δικ του. Τα βοκινα και τα τομπανα λο ζυγνανε στη χρα κι τρεμε ο αρας απ τη χαρομενη βο τους.
     Ο γρος ο βασιλις καβλλησε το πιο μορφο λογ του, πρε και την κορνα τη χρυσ στα χρια του και ξεκνησε απ' το παλτι. Μπροστ αυτς και πσω πεζο και καβαλλρηδες, τρβηξε μακρυ κατ το κστρο, στη μεγλη τη σιδερπορτα για να δεχθ το βασιλπουλο. ξω απ' το κστρο αγκαλιαστκανε ο βασιλις με το παιδ του. Και σαν εφιληθκανε γλυκ, του ‘βαλε τη κορνα στο κεφλι του, καινοργιος βασιλις, να περση τη σιδερπορτα να μπη στη πολιτεα. Μισοορανα σηκθηκε η χαρομενη χλαλο των πιστν του. Τομπανα και βοκινα χαιρετσανε τον καινοργιο βασιλι. Και τρα μπρος αυτς και πσω ο γρος ο πατρας του με τα δκρυα στα μτια, μπκανε στη μεγλη πολιτεα.
     Χιλιδες απ πσω τους ακολουθοσανε. Γροι εκατχρονοι κι αδνατες γυνακες, με βυζανιρικα παιδι στην αγκαλι τους, ,τι εχε μενει μες στη χρα απ' τον πλεμο, ακολουθοσαν απ πσω, με τα δκρυα στα μτια, σα λιτανεα πσω απ θαυματουργν εικνα. Κι ατλειωτη σειρ κατπι τ’ ασκρια των πολεμιστδων, πεζο και καβαλλρηδες αμτρητοι. Ο νος ο βασιλις μπαινε καβαλλρης στη χρα τη δικ του.
     Σα φτσανε στο παλτι, ο νος ο βασιλις ανιστρησε στο γρο τον πατρα του τα βσανα του πολμου. Κι ο γρος, που τ’ κουγε δακρζοντας, ανιστρησε κι αυτς τα βσανα της χρας, τις συφορς της μορας, το χαμ τον δικο της βασλισσας και τις λαχτρες τις δικς του.
 -"νας πλεμος κι η ζω στον κμπο και στο σπτι. Κι λλος γυρζει νικητς κι λλος νικημνος".
     στερα, με τον καιρ, ανιστρησε ο γρος στον καινοργιο βασιλι, το χσιμο του θησαυρο του, τη λπη της μητρας του, τα βσαν τους, τα καρδιοχτπια τους, για το τξιμο, που του ‘χε τξει απ' τη κονια του, για να στολση το λαιμ της νας βασλισσας. Ο νος ο βασιλις σαν κουσε τα λγια αυτ γινε χλωμς σα θειαφοκρι.
 -"Μη χολοσκς, παιδ μου", επε ο γρος σνωρα. "δωκε ο θες και βρθηκε το χσιμο..." Ο νος ο βασιλις γινε ακμα πιο χλωμς και τα γνατ του λυγσανε να πση χμω. "Βρθηκε το χσιμο. Κι η κλφτρα η μγισσα, του Σαταν η γννα, ρβει τρα μες τα σδερα".
     Κρος ιδρτας λουσε το νο το βασιλι κι να σκοτδι απλθηκε στα μτια του. κανε κουργιο κι επε στον πατρα του:
 -"Πατρα μου και βασιλι μου. Σνωρα τρα θλω να ιδ τη κλφτρα του θησαυρο μας. Κι ευθς προστζω ν’ ανοιχθον οι σιδερπορτες της φυλακς, να πω ατς μου μσα". βαλε μια φων κι ρθανε μσα οι πιστο του βασιλι, αμσως δνει προσταγ να τον ακολουθσουνε, της φυλακς τις πρτες να του ανοξουνε. Ττε ο πρτος απ' τους πιστος φλακες στθηκε κι επε:
 -"κουσε, αφντη βασιλι. Του θησαυρο σου η κλφτρα μνες ρρεψε στη φυλακ. Και σμερα σαν επερνοσε η συνοδεα σου απ' το κστρο, η κλφτρα η μγισσα σκαρφλωσε στα σδερα της φυλακς, να ιδ τον βασιλα που περνοσε. Το κρμα της την πνιξε στο λαιμ. Και σα σ' αγνντεψε στο λογ σου πνω, ποιος ξρει τι της ρθε. βαλε στριγγ φων και κτω απ τα σδερα σωριστηκε στο χμα".
     Ο νος ο βασιλις τινχθηκε σα λαβωμνο ζαρκδι.
 -"Σνωρα, επε, θλω να την ιδ!" Κι ρπαξε το μαργαριταρνιο θησαυρ απ' τη χρυσ τη θκη κι αστραπ χθηκε και βγκε απ' το παλτι. Οι πιστο τον ακολουθσανε. Μες στο σκοτδι της φυλακς, απνω στο μουσκεμνο χμα, τανε ξαπλωμνη, χλωμ σα θειαφοκρι, η βοσκοπολα. Ο Χρος, κλενοντς της τα μτια, της εχε ξαναδσει την ομορφι της και το πρσωπ της λαμπε σαν λιος μες στα σκοτδια της φυλακς. Οι στρατοκποι του βασιλι, ορθο απ πνω της, στεκντανε σα θαμπωμνοι.
     ξαφνα μπκε μσα ο νος ο βασιλις. νας σεισμς ετραξε τα φυλλοκρδια του. πεσε πνω στο ψυχο κορμ και τα μτια του γενκανε βρσες και δεν εστερευαν. Οι πιστο του βασιλι σταθκανε ολγυρα σαν πετρωμνοι. Ττε ο νος ο βασtλις ανασηκθηκε με κπο. Εχαν ασπρσει τα μαλλι του και το πρσωπ του φαιντανε πιο γρικο απ' του γρου του πατρα του. Στθηκε μια στιγμ σαν αλαφιασμνος, με τα μτια του ορθνοιχτα, μαρα σαν την πσσα. βαλε το χρι του στον κρφο, βγαλε τη τραχηλι με τα μαργαριτρια και την πρασε στο λαιμ της πεθαμνης. Το χλωμ της το πρσωπο στραψε πλι σαν τον λιο. βαλε ττε μια φων ο βασtλις, βαλε μια φων που τανε σαν κλμα:
 -"Πιστο του βασtλι! Προσκυνστε τη βασλισσ σας..."Κι οι πιστο σκψανε ολγυρα τα κεφλια τους. Ττε μια χαρ χθηκε ξαφνικ στην ψη του νου βασιλι. βαλε πλι το χρι του στον κρφο κι βγαλε κρυφ να χρυσ μαχαρι. Πριν να προφτσουν να τον ιδονε τα θαμπωμνα μτια των πιστν του, το ‘μπηξε βαθι στα πονεμνα στθια του. βαλε βαθν αναστεναγμ και σωριστηκε πνω στην αγπη του. Πετρωμνοι στθηκαν γρω οι πιστο του. Κι ο νος ο βασιλις αγκαλιζοντας σφικτ τη καλ του, επε με σβυσμνη φων:
 -"Πιστο του βασtλι! Απνω στο πιο ψηλ βουν, μες στα δασ, τα ορμνια, σκψτε βαθι να λκκο. Σκψτε βαθι να λκκο και θψτε μαζ το βασιλι με τη βασλισσα".
     Κι κλεισε τα μτια του και καννας πια δε χρισε το βασιλα απ' τη βασλισσα...
...............
     Αυτ εναι η θλιβερ η ιστορα της βοσκοπολας με τα μαργαριτρια, που μοιζει σαν παραμθι και παραμθι δεν εναι. Ξαπλωμνος στον σκιο μιας καρυδις, μες στην ψη του Θεριστ, την κουσα βαθι στο κατχνιασμ μου. Η φων που μου την ανιστρησε τανε γλυκεα, μακρυν και σβυσμνη. τσι χουνε να πονε πως οι παλιο ανθρποι, που χρνια τρα τους χει φει το χμα, και που μια φορ κι να καιρ περσανε στον απνω κσμο μεγλα βσανα και πθη, σε αγπες, σ' χθρητες και σε πολμους, θλοντας να μη ξεχασθον τα βσαν τους, ξαναγυρζουνε στον κσμο κι ανιστορονε τη ζω τους στους αλαφροσκιωτους ανθρπους. Η φων που μου ανιστρησε κι εμνα, στον σκιο της καρυδις, μες στην ψη του Θεριστ, την ιστορα της Βοσκοπολας με τα Μαργαριτρια, τανε γλυκει, μακρυν και σβυσμνη.

---===___===---

                    Τὸ Προσφυγπουλο Τοῦ Οὐρανοῦ

     Εἰς τὸν προσφυγικὸν καταυλισμὸν τῆς Λαχαναγορᾶς Πειραιῶς ἐνεφανσθη μαν τῶν ἡμερῶν ἕνας ἀνλπιστος, πληγωμνος πρσφυξ. Δὲν ἦτο οὔτε Μικρασιτης, οὔτε Θρξ. Δὲν τὸν εἶχαν κυνηγσει αἱ ὀρδαὶ τοῦ Κεμλ. Δὲν τοῦ εἶχαν σπσει τὸ πδι του οἱ Τοῦρκοι Τστηδες. Ἦτον ἁπλοστατα ἕνας ἀθῷος σπουργτης. Καὶ καθὼς ἐπετοῦσε στὸν οὐρανν, τὸν ὁποῖον δὲν διεκδικοῦν, ὡς γνωστὸν οὔτε οἱ Ἕλληνες, οὔτε οἱ Τοῦρκοι, τὸ λστιχο ἑνὸς μικροῦ ἐντοπου Τστη τὸν ἐτξευσεν εἰς τὰ ὕψη καὶ δὲν εἶχε τὴν εὐσπλαγχνα νὰ τοῦ δσῃ τουλχιστον τὸν θνατον. Τοῦ ἐτσκισε τὸ ποδαρκι του. Καὶ ὁ πληγωμνος σπουργτης, λιγοθυμισμνος ἀπὸ τὸν τρομερὸν πνον ἔπεσεν ὡς νεκρὸν σῶμα, εἰς τὸ χῶμα. Ὁ μικρὸς Τστης ἔσπευσε νὰ τὸν αἰχμαλωτσῃ, καὶ νεκρὸν ἀκμη. Ἀλλὰ τὴν τελευτααν στιγμν, ὁ πτερωτὸς τραυματας εὑρῆκε τὴν δναμιν τῶν φτερῶν του. Καὶ ἐσθη πλιν, εἰς τὰ ὕψη ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἔπεσε.
     Tα φτερὰ του ὅμως ἀπκαμαν εἰς τὴν οὐραναν περιπλνησιν. Ἐδοκμασε ν᾿ ἀκουμπσῃ σ᾿ ἕνα κλαδὶ δνδρου νὰ ξεκουρασθῆ. Ἀλλὰ πῶς; Μλις ἐπροσπθησε νὰ στηριχθῇ στὸ ποδαρκι του, τρομεροὶ πνοι τὸν ἔκαμαν νὰ παραιτηθῇ ἀπὸ κθε ἰδαν ἀναπασεως. Καὶ μὲ τὰς τελευταας δυνμεις, ποὺ ἀπμεναν στὶς μουδιασμνες φτεροῦγες του, ἐδοκμασε πλιν νὰ πετξῃ. Ἔκαμε δυὸ-τρεῖς γρους εἰς τὸν ἀρα, ἀλλὰ οἱ φτεροῦγες του δὲν τὸν ἐκρατοῦσαν πλον. Ἔνοιωθε τρα ὅτι ὕστερα ἀπὸ λγα λεπτ, λγα δευτερλεπτα, θὰ εὑρσκετο κτω στὸ χῶμα, ἀνκανος πλον νὰ σωθῇ ἀπὸ τοὺς ἀγρους Τστες τῆς γειτονιᾶς. Εἰς ὁμοαν περστασιν, ὁ ἀεροπρος, τοῦ ὁποου ἐσταμτησεν ἔξαφνα ὁ μοτρ, κατοπτεει βιαστικὰ τὸ ἔδαφος καὶ ζητεῖ τὸ κατλληλον ἔδαφος, διὰ νὰ προσγειωθῆ, ὅσον ἀσφαλστερα μπορεῖ.
     τσι ἔκαμε καὶ ὁ μικρὸς πτερωτὸς ἀεροπρος. Ὁ μοτρ του δὲν ἐδολευε πι. Κατπτευσε τὸ ἔδαφος. Παντοῦ δρμοι, μὲ τρομερὰ παιδι, ποὺ ἐπερμεναν μὲ τὰ λστιχα τεντωμνα. Παντοῦ ἐχθρικοὶ αὐλγυροι. Παντοῦ ἄξενα κεραμδια, ὅπου ἕνας τραυματας σπουργτης, ἀνκανος ν᾿ ἀναζητσῃ ἀλλοῦ τὴν τροφν του, θὰ ἐκινδνευε ἀσφαλῶς νὰ πεθνῃ ἀπὸ ἀσιταν. Ἔξαφνα, πρὸς ἕνα σημεῖον τοῦ ἐδφους δικρινε μαν αὐλν, ὅπου γυναικοῦλες καὶ μικρὰ παιδκια, ἐκινοῦντο, μὲ ἕνα ὕφος μεγλης δυστυχας. Καὶ ἐπειδὴ ἡ δυστυχα ἐννοεῖ τὴν δυστυχαν, ὁ πληγωμνος σπουργτης δὲν ἄργησε νὰ καταλβη ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἦσαν ἀδελφο του καὶ ὅτι ἡ αὐλὴ αὐτὴ δὲν ἦταν ὅπως οἱ ἄλλες αὐλὲς τῶν κακῶν ἀνθρπων.
 -"Μαζὶ μὲ τοὺς δυστυχισμνους κι ἐγ!" ἐσκφθη ὁ μικρὸς σπουργτης. Kαι, μ᾿ ἕνα τλειον βὸλ-πλαν, τὸ ὁποῖον οἱ ἄνθρωποι ἐδιδχθησαν, ὡς γνωστν, ἀπὸ τὰ πουλι, εὑρθη μσα εἰς τὴν αὐλὴν τοῦ προσφυγικοῦ καταυλισμοῦ, κατκοιτος στὸ χῶμα, ἀνκανος νὰ κινηθῇ, ἕτοιμος ν᾿ ἀποθνῃ. Ἀλλὰ δὲν ἄργησε νὰ βεβαιωθῇ ὅτι εὑρσκεται μεταξὺ πονετικῶν ψυχῶν. Μα ἀτμοσφαρα συμπαθεας καὶ ἀγπης ἐσχηματσθη γρω ἀπὸ τὴν δυστυχαν του. Οἱ ἄλλοι δυστυχισμνοι ἐννοοῦσαν τὸν πνον του. Τὰ παιδκια δὲν ἦσαν ἐκεῖ σκληρὰ καὶ ἄσπλαγχνα, ὅπως τὰ ἄλλα παιδι. Οἱ μεγλοι δὲν ἦσαν κακοὶ καὶ ἀδιφοροι. Ἀγαθὰ χρια τὸν ἐσκωσαν καὶ τὸν ἐχουχολισαν. Κα, διὰ νὰ συμπληρωθῇ ἡ εὐτυχα του, μα ἀκμη πονετικὴ ψυχὴ ἔσκυψε ἀπὸ πνω του, ὡς Θεα Πρνοια. Ἦταν ἡ ἀγαθὴ Πρνοια καὶ τῶν ἄλλων δυστυχισμνων, ἡ δεσποινς, ἡ διακονοῦσα τὴν Φιλανθρωπαν εἰς τὸν προσφυγικὸν καταυλισμν.
 -"Τὸ καημνο τὸ πουλκι!" εἶπεν ἡ δεσποινς. "Ἔχει σπασμνο τὸ ποδαρκι του. Πρπει νὰ τὸ κρατσουμε κι αὐτὸ δῶ, νὰ τὸ γιατρψουμε, ὡς ποὺ νὰ μπορση νὰ ξαναπετξῃ".
     Ὁ μικρὸς σπουργτης, μολοντι δὲν ἐγνριζε τὴν γλῶσσαν τῶν ἀνθρπων, ἐκατλαβε πολὺ καλὰ τ ἔλεγεν ἡ δεσποινς, διτι ἡ γλῶσσα τῆς ἀγπης εἶναι μα γιὰ ὅλα τὰ πλσματα τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἔσπευσε νὰ εὐχαριστσῃ τὴν δεσποινδα μ᾿ ἕνα γλυκτατον τσου-τσου.
 -"Εὐχαριστῶ, καλ μου κοπλα, εὐχαριστῶ πολ. Ὅταν γνω καλ, θαρθῶ νὰ σοῦ πῶ ἕνα ὡραῖο τραγουδκι στὸ παρθυρ σου. Δὲν τραγουδῶ σὰν τὸ ἀηδνι. Ἀλλὰ τὰ γλυκτερα τραγοδια δὲν εἶναι τὰ τεχνικτερα. Εὐχαριστῶ, καλ μου κοπλα, εὐχαριστῶ. Τσου-τσου!"
     Δο τρυφερὰ χερκια ἐπῆραν τὸν μικρὸν πτερωτὸν πρσφυγα, τοῦ ἔδεσαν τὸ ποδαρκι του, τὸν ἐτισαν, τὸν ἐπτισαν καὶ ὕστερα τὸν ἐτοποθτησαν σὲ μιὰ ζεστὴ καὶ μαλακὴ φωλτσα. Ἦτο καὶ αὐτὸς ἕνα προσφυγπουλο τοῦ οὐρανοῦ, ὅπου ἡ κακα τῶν ἀνθρπων φθνει κποτε ἀγρα καὶ τρομερ, ὡς νὰ μὴν τῆς ἔφθανε γιὰ νὰ χορτση αὐτὴ ἡ μεγλη καὶ ἀπραντη Γῆ.

---===___===---

           Η Βιβλιοφιλα Των Ελλνων Πνος Ψυχς

     Δο μεγλους φλους χουν τα βιβλα εις τον κσμον αυτν: τους ποντικος και τους λληνας. Κθε νθρωπος, που χει εις το σπτι του το περιττν πιπλον, το ονομαζμενον βιβλιοθκη, εναι εις θσιν να το γνωρζει.
     Εγ, λγου χριν, εν εχα κποτε μερικ βιβλα και εν δεν χω σμερον, το οφελω εις τους δο αυτος παργοντας. Τα μισ μου τα φαγαν οι ποντικο, χωρς να γνουν σοφτεροι απ ,τι σαν. Τα λλα μισ μου τα φαγαν οι φιλαναγνσται φλοι.
 -"Μου δανεζεις, καημνε, καννα βιβλο, να περνω την ρα μου";
 -"Πολ ευχαρστως, φλε μου. Τ εδος βιβλου θλεις";
 -",τι και να εναι! Μου εναι αδιφορον".
     Ο λλην φιλαναγνστης δεν χει προτιμσεις. Τον ενδιαφρουν εξ σου λα τα βιβλα. Πως ημπορε λοιπν να του αρνηθε κανες τον πνευματικν ρτον; Δεν το αρνθηκα ποτ μου εις καννα. Βαθμηδν τα ερμρια της βιβλιοθκης μου ρχισαν να χσκουν ως γεροντικ οδοντοστοιχα.
 -"Αυτ τα βιβλα που εδανεσατε, κριε, δεν θα ξαναγυρσουν καμι φορ;" μου επε κποτε η υπηρτρι μου, η επιφορτισμνη με το ξεσκνισμα της βιβλιοθκης, και η οποα απεστρφετο τα κεν, πως η φσις.
 -"Θα ξαναγυρσουν κποτε, παιδ μου", της επα, "αλλ ταξδι εναι αυτ, βλπεις. Ποις ξρει τις τους συνβη στο δρμο; Υπρχουν, πως γνωρζεις και ναυγια".
     Ωμιλοσα εκ ναυτικς περας. Πργματι, πολλ απ τα πτωχ μου βιβλα δεν εγρισαν ποτ.. Κριος οδεν εις ποιους ωκεανος χουν ναυαγσει. Τα επερμενα, πως περιμνει κανες τους ξενιτευμνους του, τρμων να βλει το κακν εις τον νουν του. Κι εξακολουθ να ζω με την τραγικν αυτν προσδοκαν. Ποιος ξρει! Και ο Ροβινσν εχε χαθε χρνια και χρνια. Οι δικο του τον εθεωροσαν χαμνον. ξαφνα να ευσπλαχνικν κμα τον φερε εις την πτριον γην. Αλλ μπως ο Οδυσσες; Πσους ενιαυτος τον επερμενεν η Πηνελπη; Εξαναγρισε και αυτς εις την Ιθκην. Διατ να μην ελπζω και εγ τι η Ιθκη της βιβλιοθκης μου θα ξαναδεχθε κποτε τους Οδυσσες της;
     Εν τω μεταξ μερικο απ τους ξενιτευμνους μου φθνουν ξαφνα εκε που δεν τους περιμνω. Κι λοι χουν την θλιβερν ψιν των ναυαγν. λοι διηγονται απ μαν τραγωδαν. Κουρελιασμνοι, βρμικοι, ακρωτιαρισμνοι, αγνριστοι. Απ τον να λεπει το εξφυλλον. Απ τον λλον τα μισ φλλα. λλος εναι γεμτος λαδις, ως πετστα λακο οινομαγειρεου. Και λλος μαρτυρε με τις καπνις και την στεατνην, που εικονογραφον τας σελδας του, τι κατ το διστημα της αποσας του, κατεγνετο να σβνει κθε βρδυ το σπερματστο του φιλομαθος φλου, εις την υπηρεσαν του οποου εχεν αποσπασθε. Ο τελευταος, ταν μου επστρεψε το ταλαπωρον βιβλον, εθερησεν υποχρωσν του να μου δικαιολογσει το ασνηθες γεγονς:
 -"Σου φερα, μου επε, εκενο το βιβλο. Δεν μου χρησιμεει πλον. βαλα, ξρεις ηλεκτρικ στο σπτι μου και δεν μεταχειρζομαι τρα σπερματστο".
     Εννοεται τι κατπιν των αλλεπαλλλων αυτν συγκινσεων, που μου δημιοργησε η βιβλιοθκη μου, παυσα προ πολλο ναγορἀζω βιβλα. Υπρχουν τσοι βιβλιφιλοι εις την Ελλδα, στε να μη χρειζωμαι κι εγ. Εξκαμα λοιπν και τα τελευταα μου βιβλα κι απστειλα το σχετικν πιπλον εις την κουζναν, δια να χρησιμεσει ως πιατοθκη.
     Το συμπρασμα εναι τι ποιος αγαπ τα ζα και τα βιβλα εις την Ελλδα, δεν πρπει να χει οτε ζα οτε βιβλα. Αποτελον να διαρκ πνον ψυχς.

---===___===---

 * Η μεγαλυτρα σοφα εναι το να κατορθσει κανες να διορθνει την μοραν του.
 * Ο μπακλης, ταν θλει να μθει το παιδ του γρμματα, τ' νειρ του εναι να το ακοει μιαν ημρα και να μην το καταλαβανει.
 * Οι καλλιτχναι δεν εξυπνον ποτ. Ζουν πντα μσα εις το νειρον.

---===___===---


                                    Περ Κμων

     Ὀλγον ἐνδιαφερμεθα περὶ τῆς ἱστορας τῶν κμων ἀρκεῖ ὅτι αὐτὴ ἡ λξις, ἀπαλλσσουσα ἡμᾶς τῆς κατὰ τὸ σνηθες ἐξελληνσεως τῆς serrenade εἰς σερενδαν, μᾶς διαβεβαιοῖ ἐξ ἄλλου ὅτι καὶ οἱ πολυθρλλητοι πργονο μας ἑξελαρυγγζοντο ἐπσης ὑπὸ τὰ παρθυρα προσφιλῶν ὑπρξεων, ἀναμνοντες, οὐχὶ βεβαως το δειλὸν ἄνοιγμα τοῦ παραθρου ἢ τὴν καταδμασιν τῆς σκληρτητος Εὔας τινὸς, ἀλλ' ἁπλοστατα τὸ ἄνοιγμα τῆς θρας καὶ τὴν δεξωσιν αὐτῶν παρ' ἁβροσρκου Λαδος. Ἇ! ἦσαν πρακτικοὶ ἄνθρωποι οἱ μακαρῖται ἐκεῖνοι. Κεκορεσμνοι ἀπὸ δαψιλοῦς συμποσου καὶ πλρη καπνῶν ἔχοντες τὴν κεφαλὴν ἀπὸ τοῦ ἀθαντου ὁποῦ τῆς σταφυλῆς, ἐξεδδοντο καθ' ὁμδας εἰς τὰς ὁδοὺς καὶ διτρεχον τὰς συνοικας καὶ ἔμελπον ὑπὸ τὰ παρθυρα τῶν φιλττων. Καὶ δὲν ἀναφρουσι μὲν τὰ σεμνὰ ἱστορματα τὸν σκανδαλισμὸν τῶν ζηλοτπων συζγων, τὴν ἐπανστασιν τῶν δεσποινῶν καὶ τῶν παιδισκῶν, οὐδὲ τοὺς ἀμφιβλους κατακλυσμοὺς ἐπὶ τῆς κεφαλῆς τῶν κανταδρων, οὐδὲ τὴν γκρνια τῶν ἐχντων ἀνγκην ὕπνου καὶ ἀναπασεως, ἀλλ' οὐδεὶς ἀπαγορεει ἡμῖν νὰ φαντασθῶμεν πντα ταῦτα ἐν τοῖς κωμικωτροις ἐπεισοδοις. Δὲν βλπομεν ἐν τοτοις τὴν ἀνγκην νὰ παρακολουθσωμεν τὴν ἱστοραν τῶν κμων, οὐδὲ νοοῦμεν τ διαφρει τὸν ἀνεκτικὸν ἀναγνστην ἡ ἱστορα τῶν ἀρχαων κωμαστῶν ἢ τῶν ἀθαντων τροβαδορων, τῶν περιφμων αἴφνης Vidal, τῶν Bertrand de Borne, τῶν Daniel καὶ τσων ἄλλων ἀφεντανθρπων, οἵτινες κατρθωσαν ν' ἀπαθανατσωσι τα ὀνματ των, διατρχοντες, τὴν Φλωρενταν, τὴν Τουλοζην, το Αἴξ, τὴν Προβηγγαν καὶ ἀπὸ πργου εἰς πργον ψλλοντες τὸν ἔρωτα καὶ τὸν ἱπποτισμν. Δὲν ἀγαπῶμεν, μὰ τὸν κ. Παππαρηγπουλον, τὰς ἀνασκαφὰς τῆς ἱστορας· ἄλλως τ μλλει ἡμῖν περὶ τῶν παρελθντων; Δναται ἡ Σαπφὼ νὰ ψλλῃ ὅσῳ θλει:

Δδυκε μὲν ἁ Σελνα
Καὶ Πλειδες μσαι δὲ
Νκτες..

καὶ δναται νὰ συνθτῃ ὅσας δποτε serrenades ὁ Βετχβεν, ἢ ὁ Μζαρ ἐν τῷ Δὸν Ζουν του, ἀλλ' ἕχομεν καὶ ἡμεῖς σμερον καὶ ἀντηχεῖ ἀνὰ τὰς ὀδοὺς τοῦ ἄστεως τ:

Σὰν δὲν ἤξευρες νὰ βρσῃς μακαρνια
Χπλα! χπλα!!
Τ τὸν ἤθελες τὸν ἄνδρα χωρὶς δντια
χπλα! χπλα!!

ἢ τὸ περιπαθστερον:

Ἐσὺ κοιμᾶσαι 'ς τὴ κουνουπιρα
Κ' ἐγὼ γυρζω νκτα καὶ μρα,

ἔνθα ὁ τρυφερὸς κωμαστὴς, μετὰ ὥριμον σκψιν, κρνει φρνιμον νὰ παραληφθῇ καὶ αὐτὸς ὑπὸ τ' ἀραχνοφῆ παραπετσματα παρθενικῆς κλνης, ἀντὶ νὰ περιφρηται τουρτουρζων ἐν τῇ ὁδῷ.
* *
     Τὴν φσιν τῶν παρ' ἡμῖν κμων καὶ τῶν κωμαστῶν οὐδεὶς βεβαως ἀγνοεῖ. Ἐν τοτοις θὰ ἦτο ἀναγκαα μικρ τις δικρισις. Πρκειται πρῶτον περὶ τῶν εὐθμων ἐκενων ἀνθρπων, οἵτινες κατπιν μακαρου πτου ἐν ὑπογεῳ οἰνοπωλεῳ, διατρχουσι τὰς ὀδοὺς συμπεπλεγμνοι χαριντως, παραπαοντες καὶ ὠρυμενοι, χωρὶς νὰ διανοηθῶσι νὰ σταματσωσιν ὑπὸ τὰ παρθυρα σκληρᾶς τινος, διτι θὰ ἐδυσκολεοντο καὶ τῆς ἰδας των οἰκας τὰ παρθυρα ν' ἀνερωσι, καὶ τῶν ἄλλων ἔπειτα τῶν κομψῶς πολλκις ἐρωτολπτων, τῶν τρυφερῶν φοιτητῶν, τῶν ὁποων αἱ Ἀθῆναι συνθως κλπτουσι τὴν καρδαν καὶ ἐκμυζῶσι τὸν ἐγκφαλον, χαρζουσαι εἰς αὐτοὺς ἀντὶ τοτων ἓν διδακτορικὸν δπλωμα, ἢ ττλον ἰσοβου τελειοφοτου. Οἱ πρῶτοι ἀφ' οὗ σπεσωσι τῷ Βκχῳ καὶ ἐγκυκλοφορσωσιν εἰς τὰς φλβας των τὸν θεσπσιον ῥητιντην, ἐκχνονται εὔθυμοι ἀνὰ τὰς συνοικας καὶ συμπλγδην διατρχοντες τὰς ὀδοὺς ὠρονται ἀγρως καὶ αἱ ἄναρθροι αὐτῶν φωναὶ συνρχονται ἐνοτε καὶ σχηματζονται εἰς ἀκαννιστον ᾆσμα, ἵνα καταλξωσι καὶ πλιν εἰς ἀνρθρους ἐπιφωνσεις, παρακελεσεις, στεναγμος, βρυχηθμος, βῆχας, ἀποχρμψεις καὶ τὴν λεπτὴν συναυλαν τῶν ἀηδῶν ἐκενων ἤχων, τῶν ἐκφαινντων τὰς ποικιλωτρας ἐπαναστσεις τοῦ νευρικοῦ συστματος. Οἱ δετεροι πλιν, ἀφ' οὗ ἐρωτολογσωσι καθ' ὅλην τὴν ἡμραν ἐν τοῖς καφφενεοις ἢ τοῖς κονισαλοις θρανοις τοῦ Πανεπιστημου, ἀφ' οὗ ἐξομολογηθῶσιν ἀλλλοις τὴν σκληρτητα τῆς μελαγχροινῆς ἐκενης ἢ τῆς γαλανομμτας, τῆς οὐλοτρχου ξανθῆς ἢ τῆς ἐχοσης ἐβνινον τὴν κμην, συμφωνοῦσιν εἶτα, παραλαμβνουσι μαν κιθραν ὁ εἷς καὶ ἕν βιολον ὁ ἄλλος, κατὰ τ:

Ἔπαρε σὺ τὴ λρα σου
Κ' ἐγὼ τὸν ταμπουρ μου...

καὶ πορεονται οὕτω, νφοντες συνθως καὶ μελαγχολικοὶ ὑπὸ τὰ παρθυρα πρῶτον τῆς μιᾶς, ἔνθα ὁ ἐνδιαφερμενος νεανας λαμβνει τὴν δραματικωτραν στσιν ὑπὸ τὴν σελνην ἢ δδει τὸν περιπαθστερον τνον εἰς τὴν φωνν του, ἐν ᾧ οἱ ἄλλοι βοηθοῦσι περεργοι ἢ γελῶσι καθ' ἑαυτοὺς διὰ τὰ πθη τοῦ συναδλφου των. Ττε ἀκοεται ἐνοτε τριγμὸς παραθρου ἀνοιγομνου, σημεῖον ὅτι ἀκοει ὄπισθεν αὐτοῦ ἡ κρη τῶν ὀνερων τοῦ δυστυχοῦς ἐραστοῦ, ἢ προβλλει αὐθαδῶς γηραιὰ μορφὴ, ἐν τῇ ἀσφαλεστρᾳ ἀτημελησᾳ, ζητοῦσα ν' ἀναγνωρσῃ τινὰ τῶν αὐθαδῶν κωμαστῶν, ἢ πρακτικτερον κδος διαφρων χημικῶν ἑνσεων κενοῦται ἐπὶ τὰς πυρεσσοσας νεανικὰς κεφαλς. Οὕτως ἀπηλπισμνοι ἢ εὐλπιδες, μελαγχολικοὶ ἢ σοβαροὶ, βεβρεγμνοι ὑπὸ κατακλυσμοῦ ἀηδῶν ὑγρῶν ἢ βεβρεγμνοι ἐκ τοῦ φβου, καταλεπουσιν οἱ κωμασταὶ τὸ ἓν πεζοδρμιον διὰ νὰ μεταβῶσιν εἰς τὸ ἄλλο καὶ διαλυθῶσι κατπιν, μακαρζοντες τὸν εὐτυχστερον καὶ ἀποδδοντες τὸ ἀτχημα οἱ ἀτυχστεροι εἰς τὸ ἀχρδιστον τῆς κιθρας ἢ τὴν νωθρτητα τοῦ βαρυτνου ἤ τοῦ ὑψιφνου ἐκ τῆς παρας.
* *
     Καὶ ἐν τοτοις πσῳ διφοροι εἷνε αἱ ἐντυπσεις τὰς ὁποας προξενοῦσιν αἱ κορυβαντιδεις οἰμωγαὶ, ἢ τὰ μελαγχολικὰ ταῦτα ᾄσματα, τὰ διαταρσσοντα τὴν σιωπὴν τῆς, νυκτὸς καὶ διαταρσσοντα τὰς σκψεις τοῦ ἐν ἀπνᾳ κατακειμνου ἐπὶ τῆς κλνης του, ἢ τὸν ὕπνον τοῦ ἀρρστου, ὅστις μλις κατρθωσε νὰ κλεσῃ τὰ βεβαρυμνα βλφαρ του, ἢ τὰ παρηγοροῦντα τὸν ἀνιῶντα ἐν τῇ μονσει τοῦ δωματου του καὶ τῇ πεζτητι τῆς μελτης, τ' ἀναγεννῶντα δυσαρστους ἢ εὐαρστους ἀναμνσεις, τὰ συγκινοῦντα τὴν τρυφερὰν παρθνον, τ' ἀναμιμνσκοντα στιγμὰς ἔρωτος εἰς τὸν ὑποπλιον γροντα, τ' ἀφυπνζοντα κοιμηθντα ἔνστικτα ἐν τῷ ἀποκλρῳ τῶν ἡδονῶν, τὰ ὑπομιμνσκοντα ἐπὶ τλους τὴν τυρβζουσαν ζωὴν ἐν τῇ θανατδει σιγῇ τῆς νυκτς. Ἐξηπλωμνος ἐν τῇ κλνῃ, ὑπὸ το θλπος τῶν χειμερινῶν καλυμμτων μου καὶ ἐν τῷ μυστηριδει σκιφωτι τοῦ κανδυλου μου ἤκουσα πντοτε ὑπὸ διαφρους ἐντυπσεις τοὺς νυκτους κμους. Καὶ ἄλλοτε μὲν ἀδιαφρως ἔστρεψα ἐπὶ το ἀντθετον πλευρν· ἄλλοτε ἐβλασφμισα τοὺς ἐπαναφροντς με εἰς τὴν ἐγργορσιν καὶ τὴν αἴσθησιν τῶν ἀνηλεῶν δηγμτων τῶν κωνπων, καὶ ἄλλοτε πλιν ἐπρβαλα τὴν κεφαλὴν ἐκ τῶν καλυμμτων καὶ ἔτεινα το οὓς πρὸς τὴν περιπθειαν τῶν τνων καὶ ἐβαυκαλσθην ὑπὸ τῶν ὑγρῶν ἤχων τῆς κιθρας καὶ ἀνεπλησα εὐδαμονας χρνους καὶ ἔρωτας. Ἄλλοτε εἰς ἦχος μοὶ ἀνμνησε φαιδρν τινα ἐποχὴν, ἄλλοτε ἓν ᾆσμα μοὶ ἀνμνησε λησμονηθεῖσαν φλην, ἀπὸ τῶν χειλων τῆς ὁποας τὸ εἶχον ἀκοσῃ κατὰ πρῶτον. Τὴν ἡδεῖαν τατην ἡδονὴν γνωρζουσιν ὅσοι τὴν ἠσθνθησαν, περιγραψε δὲ αὐτὴν τσῳ τρυφερῶς ὃ Müller ἐν τῷ Γερμανικῷ του Ἔρωτι. Καὶ ὅτε ἀπεμακρνοντο οἱ κωμασταὶ καὶ διλειπε κατὰ μικρν το ᾆσμα, διετθετο ἐν τρυφερῷ πθει ἡ ψυχ μου καὶ κλεων τοὺς ὀφθαλμοὺς προσεπθουν νὰ συλλβω ἐν τῷ σκτει τ' ἀποπτντα ὄνειρα τῆς εὐτυχας. Πντοτε ὅμως εἴτε κπτοντα ἐπὶ τὸ βιβλον, εἴτε ἐξηπλωμνον ἐπὶ τῆς κλνης μὲ κατλαβεν ὁ κῶμος ὑπὸ τὰ παρθυρ μου, πντοτε ᾐσθνθην ἀηδς τι αἴσθημα. Ἐλησμνουν τοὺς κωμαστὰς καὶ μοὶ ἐφανοντο αὐτματοι, μακρθεν ἐρχμενοι οἱ ἦχοι.
     ᾈεποτε ὅμως συνεπθησα τοὺς εὐσυνειδτους τοὐλχιστον ἐκενους κωμαστὰς, τοὺς μὴ ἐπαναστατοῦντας κατὰ τῶν ἀκουστικῶν νμων, ὅσον ἀντεπθησα τοὺς βρυχωμνους ἐκενους κορβαντας ἢ τοὺς λαρυγγζοντας ἐν ὑπερβολικῷ ἐρωτισμῷ Σατρους. Οὕτως ἠγπησα πντοτε τὸν συμπαθῆ γρλλον, τὸν ἀναδδοντα τὸ ἁρμονικῶς μοντονον αὐτοῦ ᾆσμα ἐν ταῖς θερμαῖς νυξὶ τοῦ προσφιλοῦς Ἰουλου καὶ ἐμσησα καὶ ἀπηχθσθην τὴν ἀπαισως λαρυγγζουσαν γλαῦκα.

     Ἀλλ' ὑπρχουσιν ἐν τοτοις καὶ ἄνθρωποι, γροντες αὐτοὶ ἰδως, κατ' ἀρχὴν καὶ ἀδιακρτως τρφοντες ἀδιλλακτον μῖσος πρὸς τοὺς κωμαστς. Ὄχι διτι τὸ ἆσμα τοῖς διαταρσσει τὴν μακαριτητα παννυχου ὕπνου, ὄχι διτι ἀποσπᾷ αὐτοὺς σοβαρῶν μαθηματικῶν ὑπολογισμῶν, ὄχι διτι φοβοῦνται μὴ νοθευθῇ ἀπὸ τῶν ᾀσμτων ἡ ἁγνεα τῶν παρθενικῶν ὀνερων τῆς γεροντοκρης των, ὄχι διτι φοβοῦνται παθολογικν τινα διγερσιν τοῦ νευρικοῦ συστματος τῆς κυρας ἢ τῆς ὑπηρετρας των—πργματα ἐπφοβα διὰ τὴν ἡλικαν των—ὄχι διτι τοῖς ἐτραξε τὸ οὓς ἡ κακοφωνα, ἀλλὰ διὰ τὸν ἁπλοστατον λγον ὅτι μισοῦσι τοὺς κωμαστς. Ὁ μγας Ἄγγλος κριτικὸς Hazlitt δναται νὰ μᾶς ἐξηγσῃ τὸ φαινμενον τοῦτο, αὐτς ὁ τσῳ σοφῶς γρψας περὶ τῆς τρψεως τοῦ μισεῖν· ἡμεῖς ἐν τοτοις, en attendant, θλομεν νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι ζηλοτυποῦσιν, οὐχὶ βεβαως τὸ τρυφερὸν ἥμισ των, ἀλλὰ τοὺς ἀναμιμνσκοντας αὐτοῖς χαιρεκκως τὴν ἀποπτᾶσαν νετητα. Τὶς οἶδε! Οἱ τοιοῦτοι συνθως, ὁσκις ἀκοσωσιν ὑπὸ τὰ παρθυρ των τὸ προανκρουσμα χορδιζομνης κιθρας ἢ αἰσθανθῶσι προσεγγζον τὸ ᾆσμα, αἰσθνονται ἀσυνθη ταραχν. Βχουσι, ξηροβχουσιν, ἀνεγερονται τῆς κλνης, τοποθετοῦσι τον ἀπασιον νυκτικὸν σκοῦφον των, κατορθοῦσι ν διαφγωσιν εὐσχμως τὴν παρὰ τὸ πλευρν των ἀηδῶς ἐξηπλωμνην καὶ ῥογχαλζουσαν σζυγον, ἀνογουσι βιαως τὸ παρθυρον καὶ:
 -"Ντροπὴς, ντροπὴς, ἀλθεια κι' ἀπ' ἀλθεια, ἐκφωνοῦσι βραχνῶς. Θαρρεῖτε πῶς ἔχομε τὴν ὅρεξ σας νὰ σᾶς ἀκοῦμε νὰ γκαρζετε; Νισφι πει. Δὲν ἀφνετε, ἄνθρωπο νὰ κοιμηθῇ. Μὰ κοπιᾶστε κ' ἄλλη μιὰ φορ..."
 -"Μσα, γρω, μσα..."
     Βροχηδὸν ἔρχονται ἐκ τῶν κτω αἱ φωναὶ καὶ ὁ γρων βλασφημῶν κλεει ἑρμητικῶς τὸ παρθυρον, διὰ ν' ἀκουσθῇ παρὰ τῆς τρυφερᾶς συμβας καὶ φανῇ οὕτω κηδμενος τῆς τιμῆς, τῆς οἰκογενεας του. Ἀλλομονον δ' ἂν καὶ εἰς τὰς σπαρακτικὰς κραυγς του δὲν ἀφυπνσθη ἡ συμβα. Ἐπανρχεται εἰς τὴν κλνην θορυβωδστατα καὶ ὅταν ἀφυπνισθῆ ἐκενη καὶ ἀνασρῃ μηχανικῶς ἐπὶ τοῦ μετπου τὸν λιπαρὸν κεφαλδεσμον καὶ ἐρωτσῃ περιπαθῶς καὶ περεργος ἐπὶ τῇ ἐκτκτῳ ζωηρτητι τοῦ συζγου:
 -"Τ εἷνε, ἄνδρα";
 -"Δὲν ἀκοῦς γυναῖκα", ὑπολαμβνει ἐκεῖνος. "Μᾶς ἐξεκοφαναν οἱ χασομριδες. Μὰ τοὺς ἔδωκα καὶ κατλαβαν ποιὸς εἷν' ὁ Κωσταντῆς ὁ Ταμπκης".
 -"Ἔλα δὰ, πντοτες ἤσουνα ζηλιρης", ἐπαναλαμβνει ἐν ἀηδεῖ ἐρωτοτροπᾳ ἡ τρυφερὰ ἑξηκοντοῦτις καὶ οὕτως αἱ γεροντικαὶ τρυφερτητες ἀκολουθοῦσι τὴν ἀπὸ τῶν κμων ἀνησυχαν, καθ' ἥν στιγμὴν ἡ μὲν ὑπηρτρια ἀπολαμβνει τῶν θωπειῶν τοῦ προσφιλοῦς πυροσβστου ἡ δὲ δεσποινὶς Οὐρανα Ταμπκη θρηνεῖ τὸν ἀποπεμφθντα οἰκτρῶς ἀνθυπολοχαγὸν, τὸν τσῳ περιπαθῶς ψλλοντα ὑπὸ τὰ παρθυρ της.

     Ἡ φιλολογα τῶν παρ' ἡμῖν ἐπικωμων ᾀσμτων δὲν παρουσιζει ὀλιγτερα παρδοξα. Ἐὰν ἐξαιρσῃ τις περιπαθεῖς τινας στροφὰς τῶν Παρσχων, τονισθεσας πρὸς κῶμον, καὶ ᾀσμτι τινα τοῦ Σολωμοῦ, τοῦ Τυπλδου, τοῦ Βαλαωρτου, καὶ δημοτικ τινα δστιχα ἀπαραμλλου χριτος, εὐφυας καὶ γλυκτητος—ἅτινα ἀτυχῶς σπανως ἀκοονται, τὰ λοιπὰ ἐπικμια ᾄσματα ἀποτελοῦνται ἐξ ἐζητημνων καὶ κακοτεκτων στιχαρων, ἐν τοῖς ὁποοις διαβλπει τις καὶ ἀηδῆ δι' ἐξελληνισμοῦ ἐκφαλισιν γλυκυττων δημοτικῶν στχων, συμφορὰν τὴν ὁποαν ὑπστησαν καὶ τὰ λυρικτερα τεμχια τοῦ λυρικωττου Ἐρωτοκρτου. Τὴν ἀηδαν τῶν στχων τοτων μλις καταπνγει ἡ γλυκτης τοῦ μλους καὶ κατορθοῦμεν οὕτω ν' ἀκοωμεν ὑπὸ τὰ παρθυρ μας οὐχὶ καὶ μετὰ πολλῆς ἀηδας στχους, οἱ ὁποῖοι ἀπαγγελλμενοι, θὰ μᾶς ἐτρασσον οὐχὶ πλον τὰ ὦτα, ἀλλὰ καὶ τὸν ἀτυχῆ στμαχον. Δὲν ἔχομεν τὴν ἀξωσιν ν' ἀκοωμεν εἰς τὴν γλυκεῖαν μουσικὴν τοῦ Μζαρ τοὺς περιπαθεῖς στχους τοῦ Alfred de Musset:

Rapelle — toi quand sous la froide terre
Mon cœur brisé pour toujours dormira;
Rapelle — toi quand la fleur solitaire
Sur mon tombeau doucement s'ouvrira.
Tu ne me verras plus; mais mon âme immortelle
Reviendra prés de toi comme une sœur fidele

Ecoute dans la nuit
Une voix qui gémit:
Rapelle — toi.


Θυμσου, σα βρεθ στη κρα γη
κι η δλια μου καρδι για πντα κοιμηθε,
θυμσου, σα μοναχικ λουλοδι ανοξει
στο μνμα μου απαλ και θα ανθσει.
Δε θα με ξαναδες, μα η απθαντη ψυχ
σε σνα θα γυρσει σα πισττατη αδελφ.

κου! τη νχτα,

μια φων που δεν κλαει:
"Θυμσου", σου λει!

 (μτφρ: Πτροκλος)


δὲν ἔχομεν τοιατας ἀπαιτσεις, ἀλλὰ, πρὸς θεοῦ! ἃς ἦτο δυνατὸν ν' ἀκοωμεν καλος στχους, φρνιμα νοματα, εἰλικρινεστρας ὁμοιοκαταληξας. Ἡ παρ' ἡμῖν λυρικὴ ποησις ἀφθονεῖ εἰς ὡραους καὶ περιπαθεσττους στχους δοκμων ποιητῶν. Δὲν εἷνε δυνατὸν οἱ στχοι. οὗτοι ν' ἀντικαταστσωσι τἄμουσα συνονθυλεματα, τὰ ὁποῖα ἀπαρτζουσι παρ' ἡμῖν τὴν ἐπικμιον ποησιν;

     Θλετε ἐν τοτοις, τελευτῶν τὴν κωμωλογαν μου, νὰ σᾶς ἐξομολογηθῶ καὶ τὴν ἁμαρταν μου; Τῇ ἀληθεᾳ ἀρσκομαι βαυκαλιζμενος ἐν τῇ κλνῃ μου ὑπὸ τῆς γλυκτητος νυκτου ᾄσματος, ἀλλ' ἀγνοῶ διατὶ ἡ διατρνωσις τοῦ ἔρωτος ὑπὸ τὰ παρθυρα, ἔστω καὶ διὰ περιπαθεστρων ᾀσμτων, μοὶ φανεται ἐνχουσ τι τὸ κωμικὸν. Ἀγνοῶ ἂν τὸ μονοτνως ἐν τῇ νυκτὶ κροτοῦν βῆμ μου, ἐπὶ τὰ παρθυρα τῆς ἐρωμνης μου, ἔφθασ ποτε μχρι τῆς γλυκεας κρης καθ' ἣν στιγμὴν, ἀγρυπνοῦσα κλνῃ ρεμβὴ ὑπὸ τὸ φῶς τῆς φθινοσης λαμπδος της ἐπὶ βιβλου τινὸς, ἢ ἔχῃ εἰς γλυκὺν ὕπνον τὰ καστανὰ ὄμματ της, ἀλλὰ νομζω ὅτι ὃ βωβὸς ἐκενος ἦχος, βωβὸς ὡς στεναγμὸς ἁγωνιῶτος, εἶνε ἡ εἰλικρινεστρα ἐν τῇ μυστικτητ της καὶ μελωδικωτρα serrenade.

              Ἰουλῳ 1885.          Πτρος Κ. Ἀποστολδης.

---===___===---

Αναζητντας Τη Γυμνν Αλθεια (απσπασμα καριον)

  ...Και ο γνωστος εξακολοθησε να γυρεει την αλθεια δεξι κι αριστερ. Τον εχα χσει κμποσες ημρες. Προχθς η τχη τον βγαλε πλι μπροστ μου. Φαιντανε ευχαριστημνος, σαν νθρωπος που εχε επιτχει το σκοπ του.
 -"Τη βρκατε;" τον ερτησα.
 -"Τη βρκα επιτλους…" μου αποκρθηκε και το πρσωπ του λαμπε απ χαρ. "Τη βρκα, αλλ δεν τανε γυμν. Απεναντας. Φοροσε απνω της του κσμου τα κουρλια. Το μνο γυμν μρος του κορμιο της ταν η μτη της. Και προσπαθοσε να την κρψει κι αυτ. Πς να τη γνωρσω; Δε θα τη γνριζα ποτ μου, αν δε με βεβαωνε η δια πως εναι η Αλθεια".
 -"Απ πτε ντθηκες, γλυκτατη θε;" την ερτησα σαστισμνος. "Σε ξερα πντα γυμν".
 -"Λθος κνετε, κριε…" μου αποκρθηκε. "Ποτ μου δεν παρουσιστηκα γυμν στον κσμο".
 -"Απ σεμντητα";
 -"χι απ σεμντητα, κριε. Απ υπερηφνεια. Εμαι πρα πολ σχημη και γρι, στε να παρουσιζομαι γυμν στον κσμο. Παρουσιζομαι πντα ντυμνη, πως με βλπετε".
 -"στε η φμη της περφημης γμνιας σας";
 -"Πρληψη, καθαρ πρληψη, κριε".
 -"Κι εκενοι που καυχιονται πως σας παρουσιζουν γυμν";
 -"Απατον τον κσμο, απλοστατα. Ποτ καννας δε με παρουσασε γυμν. Μονχα η Ψευτι παρουσιζεται γυμν. Γιατ η Ψευτι εναι πντα ωραα και πντα να".
     Αυτ μου επε η Αλθεια, κριε. Και με ρτησε να της πω τι θλω απ’ αυτν.
 -"Θλω", της επα, "να δω κι εγ μια φορ γυμν την Αλθεια". Και την παρακλεσα να γδυθε. Εστθηκε αδνατο να την πεσω.
 -"Ποτ δε με εδε γυμν ανθρπινο μτι…" μου επε. "Αν μ’ βλεπαν γυμν οι νθρωποι, δε θα μποροσα πια να ζσω. Και θα τανε το τλος του κσμου".

     Αυτ την καταπληκτικ αποκλυψη μου κανε ο νθρωπος που γρευε να βρει την Αλθεια γυμν και τη βρκε ντυμνη, εξαφανισμνη μσα στα πιο βαρι και αδιαφαν ροχα. τσι, μσα στη θριαμβικ γμνια της εποχς μας, η μνη γυνακα που απμεινε ντυμνη εναι, ως φανεται, η Αλθεια. Ας μη δοκιμσει καννας να τη γδσει. Θα πσει νεκρς στα πδια της.

---===___===---

Ἦταν Μα Φορὰ νας Γιννης

Ἦταν μα φορὰ ἕνας Γιννης
σ᾿ ἕνα πρσινο χωρι,
καὶ δὲν εἶχε οὔτε χαρι
καὶ δὲν εἶχε οὔτε μυαλ.

Μ, σὰ Γιννης, δχως γνση,
τὸν ἐπνεσε ἡ καρδιὰ
καὶ τοῦ κλλησε μερκι
γιὰ τὴν κρη τοῦ παπᾶ!

Τἄκουσαν μικρο, μεγλοι
καὶ γελοῦσαν - ὤχ! ὤχ! ὤχ!
Παλαμδα σοῦ μυρζει,
ντεμεντὲ νὰ φᾶς κολοι.

Στὸν παπᾶ πηγανει ὁ Γιννης
μιὰ καὶ δυὸ καὶ τοῦ μιλεῖ
καὶ τὴν Ἑλενιὼ γυρεει
καὶ τὸ χρι του φιλεῖ.

Μὰ ὁ παπὰς τὴν ἁγιαστορα
παρνει εὐτὺς καὶ τὸν ξορκζει
καὶ μὲ τὴ χοντρὴ μαγκορα
στὴν αὐλὴ τὸν προβοδζει,

καὶ κρατντας τὸ στειλιρι
ἀνεβανει στὸ πατρι:
- Κρη μου νὰ σὲ χαρῶ
δυὸ λογκια νὰ σοῦ πῶ!

Τὴν ἁρπζει ἀπ᾿ τὴν κοτσδα,
τὴν πετει στὴν ἀντρομδα
καὶ τῆς κνει τὰ πλευρ της
μαλακὰ σὰν τὴν ...καρδι της.

Τ᾿ ἄκουσαν μικροὶ μεγλοι
καὶ γελοῦσαν - χ! χ! χ!
- Τῆς ἀγπης τὶς λαχτρες
σοὺτ καὶ μτε τοῦ παπᾶ!

Μὰ τοῦ Γιννη τὸ μερκι
τρα τοὔγινε φαρμκι.
Φεγει, πει, μιὰ καὶ δυ,
στὸ ψηλὸ καμπαναρι,
κνει τὸ σκοινὶ θηλιὰ
καὶ κρεμιται στὰ καλ.

Κ᾿ ἡ ξανθὴ παπαδοπολα
ἔγινε καλογριολα.
Τὸ χτωχι στὸ δεξ της,
κομποσχονι στὸ ζερβ της,

ξχασε πατρα, μνα
καὶ τρελλὰ παραμιλᾷ:
-Χτπα, Γιννη, τὴν καμπνα
γιὰ ν᾿ ἀρχσει ἡ λειτουργι.

Τἄκουσαν μικρο, μεγλοι
καὶ γελοῦνε - χ! χ! χ!
χτπα Γιννη τὴν καμπνα
γιὰ ν᾿ ἀρχσει ἡ λειτουργι!

               Ὁδοιπρος

Δὲ θλω ἐγὼ τριαντφυλλα στὸν ἔρημ μου δρμο,
δντρο δὲν θλω νὰ σταθῶ, πηγὴ νὰ ξεδιψσω.
Ἐγὼ ἀνεβανω τὸ βουν, μ᾿ ἕνα σταυρὸ στὸν ὦμο.
Τοῦ φθινοπρου ἂς ἁπλωθοῦν τὰ φλλα, νὰ περσω.

                Ξενητει

Ξνος ὁ τπος κι ὁ καιρὸς κι οἱ ἄνθρωποι ὅλοι ξνοι
μὲς στὴ μεγλη μοναξι. Μταια ζητῶ ἕνα φλο,
μὰ ἐκεῖ ποὺ παραδρνομαι στὴ νχτα τὴ θλιμνη,
ἀκοω σὲ κποιο ἀλχτημα τὸ σπιτικ μου σκλο.

         Η Τχνη

Τα τζμια παγωμνα,
μαρο, σβυστ το τζκι,
τα τζμια παγωμνα.

Ψυχομαχει μια λμπα
απνω στο τραπζι,
ψυχομαχει μια λμπα.

Στο ξστρωτο κρεββτι
μια γτα ερημοπαζει
στο ξστρωτο κρεββτι.

Μεσ' την καρδι του ξλου
ο σρακας γκρινιζει,
μεσ' την καρδι του ξλου.

Απ τον τοχο στζει,
στζει, δροσι φαρμκι
απ τον τοχο στζει.

Κι' απνω απ την στγη
μια κουκουβγια κρζει
και κτω απ την στγη

αργοξυπνον δυο μτια
- να τριζνι τρζει -
κι εμπρς στα δυο τα μτια

μια νοιξη απ ρδα,
ξανογεται κι ανθζει,
μια νοιξη απ ρδα.

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers