-

Dali &

-


-








.

--.


.

./.

 
 

 

Hamsun Knut:

   Βιογραφικ

     Ο Κνουτ Χμσουν ταν Νορβηγς συγγραφας που του απονεμθηκε το Βραβεο Νμπελ Λογοτεχνας το 1920. Το ργο του εκτενεται σε περισστερα απ 70 χρνια κι εμφανζει ποικιλα σον αφορ τη συνεδηση, το θμα, τη προοπτικ και το περιβλλον. Εξδωσε πνω απ 20 μυθιστορματα, μια ποιητικ συλλογ, μερικ διηγματα και θεατρικ ργα, να οδοιπορικ, μη μυθοπλαστικ ργα και μερικ δοκμια. Ως
νεαρς αντιτχθηκε στο ρεαλισμ και το νατουραλισμ. Υποστριξε τι το κριο αντικεμενο της μοντρνας λογοτεχνας πρπει να 'ναι οι περιπλοκς του ανθρπινου νου, τι οι συγγραφες θα πρπει να περιγρψουνε τον "ψθυρο του αματος και την κκληση του μυελο των οστν". Θεωρεται ηγτης της νεορρομαντικς εξγερσης στο γρισμα του 20ου αινα, μ' ργα πως Η Πενα (1890), Τα Μυστρια (1892), Ο Παν (1894) κι το Βικτρια (1898). Τα μετπειτα ργα του -ιδως τα μυθιστορματα του Nρντλαντ, επηρεστηκαν απ το νορβηγικ νο ρεαλισμ, που απεικονζει τη καθημεριν ζω στην αγροτικ Νορβηγα και συχν χρησιμοποιε τοπικ διλεκτο, ειρωνεα και χιομορ. Δημοσευσε μνο μια ποιητικ συλλογ, την Αγρια ​​Χορωδα, που 'χει μελοποιηθε απ πολλος συνθτες.



     Θεωρεται νας απ τους πιο σημαντικος και καινοτμους λογοτεχνικος στυλστες των τελευταων 100 ετν (περ. 1890–1990). Πρωτοπρησε στη ψυχολογικ λογοτεχνα με τεχνικς ρος της συνεδησης κι εσωτερικο μονλογου κι επηρασε συγγραφες πως οι Τμας Μαν, Φραντς Κφκα, Μαξμ Γκρκυ, Στφαν Τσβιχ, Χνρυ Μλλερ, ρμαν σσε, Τζον Φαντ κι ρνεστ Χμινγουε. Ο Ισακ Μπσεβις Σνγκερ τονε χαρακτρισε: "Πατρα της σγχρονης σχολς λογοτεχνας σε κθε πτυχ του -την υποκειμενικτητ του, την αποσπασματικτητ του, τη χρση των αναδρομν στο παρελθν, το λυρισμ του. Ολκληρη η μοντρνα σχολ της μυθοπλασας τον 20 αι. χει τις ρζες της στο Χμσουν". Στις 4 Αυγοστου 2009 νοιξε στο Χμερε το Κντρο Κνουτ Χμσουν. Απ το 1916 πολλ απ τα ργα του χουν μεταφερθε στον κινηματογρφο.
     Ο Κνουτ Χμσουν (Knut Hamsun) γεννθηκε 4 Αυγοστου 1859, ως Κνουτ Πντερσεν στο Λομ, στη κοιλδα Γκοντμπραντσνταλ της Νορβηγας.  τανε 4ος γιος, απ 7 παιδι, της Τρα Ολσντατερ και του Πντερ Πντερσεν. ταν τανε 3 ετν, η οικογνεια μετακμισε στο Χμσουντ του Χμερε στο Νρντλαντ. σαντε φτωχο κι νας θεος τους εχε προσκαλσει να καλλιεργονε τη γη του. Στα 9 του χωρστηκε απ την οικογνει του και ζοσε με το θεο του Χανς Ολσεν, που χρειαζταν βοθεια για το ταχυδρομεο. Αυτς συνθιζε να χτυπ και ν' αφνει νηστικ τον ανηψι του κι ο Χμσουν αργτερα δλωνε πως οι χρνιες νευρικς δυσκολες του οφελονταν στον τρπο που τον μεταχειριζτανε. Το 1874 δραπτευσε τελικ πσω στη Λομ και τα επμενα 5 τη κανε διφορες δουλεις για να βγλει χρματα: ταν υπλληλος καταστματος, γυρολγος, μαθητευμενος τσαγκρης, βοηθς κλητρα και δσκαλος δημοτικο σχολεου.



     Στα 17 του γινε μαθητευμενος σχοινοποις και περπου ττε ρχισε να γρφει. Ζτησε απ τον επιχειρηματα Ερσμους Τζαλ να τονε βοηθσει οικονομικ κι αυτς συμφνησε. Ο Χμσουν αργτερα χρησιμοποησε τον Τζαλ ως πρτυπο για τον ρωα Μακ, που εμφανζεται στα μυθιστορματ του Παν (1894), Ονειροπαρμνοι (1904), Μπνονι (1908) και Ρζα (1908). Πρασε αρκετ χρνια στην Αμερικ, ταξιδεοντας και κνοντας διφορες δουλεις και δημοσευσε τις εντυπσεις του με τον ττλο Fra det moderne Amerikas Aandsliv (1889). Κνοντας λες αυτς τις περεργες κακοπληρωμνες δουλεις δημοσευσε το 1ο του βιβλο: Den Gaadefulde: En Kjærlighedshistorie fra Nordland (Ο Αινιγματικς Ανθρωπος: Μια Ιστορα Αγπης απ τη Βρεια Νορβηγα, 1877). Εμπνεστηκε απ τις εμπειρες και τον αγνα που υπμεινε απ τις δουλεις του.
     Στο 2ο μυθιστρημ του Μπγργκερ (1878), προσπθησε να μιμηθε το φος της γραφς του Μπιρνστιερνε Μπιρνσον του αφηγματος της Ισλανδικς Σγκα. Η μελοδραματικ ιστορα ακολουθε ναν ποιητ, τον Μπγργκερ και την αγπη του για τη Λουρα. Αυτ το βιβλο εκδθηκε με το ψευδνυμο Κνουτ Πντερσεν Χμσουντ, αποτλεσε αργτερα τη βση για το Βικτρια: Μια Ερωτικ Ιστορα (1898). Η επδραση που φανεται ν' ασκσανε πνω του ο Γικομπσεν, ο Στρνμπεργκ, ο Ντσε κι ο Ντοστογφσκι τον κανε ν' απορρψει το νατουραλισμ.
      Ο Χμσουν τυχε για πρτη φορ ευρεας αναγνρισης με το μυθιστρημα του 1890, Πενα (Sult). Το ημιαυτοβιογραφικ ργο περιγραψε τη κθοδο ενς νεαρο συγγραφα σχεδν στη τρλλα ως αποτλεσμα της πενας και της φτχειας στη νορβηγικ πρωτεουσα της Χριστιανα (σγχρονο σλο). Για πολλος το μυθιστρημα προμηνει τα γραπτ του Φραντς Κφκα κι λλων μυθιστοριογρφων του 20ο αι. με τον εσωτερικ του μονλογο κι αλλκοτη λογικ.
να θμα που επστρεφε συχν εναι αυτ του διαρκς περιπλανμενου, ενς περιπλανμενου ξνου (συχν του αφηγητ) που εμφανζεται κι υπαινσσεται τον εαυτ του στη ζω των μικρν αγροτικν κοινοττων. Αυτ το θμα του περιπλανμενου εναι το επκεντρο των μυθιστορημτων Μυστρια (1892), Ο Παν (1894), Βικτρια (1898), Στο στρο του φθινπωρου (1906), νας αλτης παζει με σορντινα (1909), Στερν Χαρ, Περιπλανμενοι, Ρζα κι λλων. Η πεζογραφα του συχν περιχει εκστατικς απεικονσεις του φυσικο κσμου, με οικεες αντανακλσεις στα νορβηγικ δση και τις ακτς. Γι' αυτ χει συνδεθε με το πνευματικ κνημα που εναι γνωστ ως πανθεσμς ("Δεν υπρχει Θες", γραψε κποτε. "Μνο θεο".).



     Εδε την ανθρωπτητα και τη φση ενωμνες σ' ναν ισχυρ, μερικς φορς μυστικιστικ δεσμ. Αυτ η σχση μεταξ των ηρων και του φυσικο τους περιβλλοντος εναι χαρακτηριστικ στα μυθιστορματα Παν, Ενας Αλτης Παζει με Σορντινα, και το επικ Η Ευλογα της Γης, το μνημειακ ργο του που του χρισε το Βραβεο Νμπελ Λογοτεχνας το 1920.
Στη διρκεια του Β' Παγκ. Πολ. υποστριξε τη πολεμικ προσπθεια της Γερμανας. Προσγγισε και συναντθηκε με υψηλβαθμους ναζ αξιωματικος, συμπεριλαμβανομνου του Χτλερ. Ο ναζιστς υπουργς προπαγνδας Γκαμπελς γραψε να μεγλο κι ενθουσιδες ημερολγιο για μια ιδιωτικ συνντηση μαζ του: σμφωνα με το οποο "η πστη [του Χμσουν] στη γερμανικ νκη εναι ακλνητη". Το 1940 ο Χμσουν γραψε τι οι Γερμανο μχονται για μας. Μετ το θνατο του Χτλερ δημοσευσε μια σντομη νεκρολογα που τον περιγραψε ως πολεμιστ για την ανθρωπτητα κι ιεροκρυκα του ευαγγελου της δικαιοσνης για λα τα θνη.
     Μετ τον πλεμο συνελφθη απ την αστυνομα στις 14 Ιουνου 1945 για προδοσα και στη συνχεια μεταφρθηκε σε νοσοκομεο στο Γκρμσταντ (Grimstad sykehus) "λγω της προχωρημνης ηλικας του", σμφωνα με τον Ειναρ Κρνγκλεν (καθηγητ κι ιατρ). Το 1947 δικστηκε στο Γκρμσταντ και του επιβλθηκε πρστιμο. Το αντατο δικαστριο της Νορβηγας μεωσε το πρστιμο απ 575.000 σε 325.000 νορβηγικς κορνες. Μετ τον πλεμο οι απψεις του για τους Γερμανος στη διρκεια του πολμου λπησαν ιδιατερα τους Νορβηγος και προσπθησαν να διαχωρσουν τον παγκοσμου φμης συγγραφα τους απ τις ναζιστικς πεποιθσεις του. Στη δκη ο Χμσουν εχε επικαλεσθε γνοια. Οι βαθτερες εξηγσεις περιλαμβνουν την αντιφατικ προσωπικτητ του, την αποστροφ του για τον χλο, το σμπλεγμα κατωτερτητς του, μια βαθει απγνωση για την εξπλωση της απειθαρχας, την αντιπθεια για τη μεσοπολεμικ δημοκρατα κι ιδιατερα την αγγλοφοβα του.


                        Ο Χμσουν το 1896 δια χειρς Μουνχ

     
     Ο Τμας Μαν τον περιγραψε ως απγονο των Ντοστογιφσκι και Ντσε. Ο ρθουρ Καστλερ τανε θιαστης των ερωτικν ιστοριν του. Ο Χ. Τζ. Γουλς επανεσε την Ευλογα της Γης (1917), για την οποα του απονεμθηκε το Βραβεο Νμπελ Λογοτεχνας. Ο Ισακ Μπσεβις Σνγκερ τανε θιαστης του σγχρονου υποκειμενισμο του, της χρσης χρονικν αναδρομν, της χρσης του κατακερματισμο και του λυρισμο του. νας ρωας στο μυθιστρημα Γυνακες του Τσαρλς Μπουκφσκι αναφρεται σ' αυτν ως τον μεγαλτερο συγγραφα που 'χει ζσει ποτ. Μια κδοση 15 τμων λου του ργου του Χμσουν δημοσιεθηκε το 1954. Το 2009, με την ευκαιρα των 150 χρνων απ τη γννησ του, εκδθηκε μια να κδοση 27 του συνλου των ργων του, που περιλαμβνει διηγματα, ποηση, θεατρικ ργα και ρθρα που δεν περιλαμβνονται στην κδοση του 1954. Για αυτ τη να κδοση λα τα ργα του υπστησαν ελαφρς γλωσσικς τροποποισεις, προκειμνου να καταστον πιο προσιτ στους σγχρονους Νορβηγος αναγνστες.
     Τα ργα του Χμσουν παραμνουνε δημοφιλ. Το 2009 νας Νορβηγς βιογρφος δλωσε : "Δεν μπορομε παρ να τον αγαπσουμε, αν και τον χουμε μισσει λα αυτ τα χρνια ... Αυτ εναι το τραμα του Χμσουν. Εναι να φντασμα που δεν θα μενει στον τφο". Μαζ με τους γκουστ Στρντμπεργκ, Χνρικ ψεν και τον Σγκριντ Οντσετ ο Χμσουν αποτλεσε να κουαρττο Σκανδιναβν συγγραφων που γιναν διεθνς γνωστο για τα ργα τους. Πρωτοπρησε στη ψυχολογικ λογοτεχνα με τις τεχνικς της ρος της συνεδησης και του εσωτερικο μονλογου, που βρσκονται στο ργο, για παρδειγμα, των Τζυς, Προυστ, Μνσφιλντ και Γουλφ.
     Το 1898 ο Χμσουν νυμφετηκε τη Μπργκλγιοτ Γκπφερτ (το γνος), που γννησε την κρη τους Βικτρια, αλλ χρισαν το 1906. Στη συνχεια νυμφετηκε το 1909 τη Μαρε Αντερσεν (1881-1969), που ταν η σντροφς του μχρι το τλος της ζως του. Απκτησαν 4 παιδι: τους γιους Τρε κι ριλντ και τις κρες λινορ και Σεσλια.



     Η Μαρε γραψε για τη ζω της με το Χμσουν σε 2 βιογραφες. ταν μια πολλ υποσχμενη ηθοποις ταν τονε γνρισε, αλλ τελεωσε τη καρριρα της και πγαν μαζ στο Χμερε. Αγρασαν να αγρκτημα, με τη πρθεση να κερδζουν τα προς το ζην ως αγρτες, με το συγγραφικ του ργο να τους παρχει κποιο πρσθετο εισδημα. Μετ λγα χρνια αποφσισαν να μετακινηθον ντια στο Λρβικ. Το 1918 αγρασαν το Νρχολμ, να παλι, σχετικ ερειπωμνο αρχοντικ μεταξ Λλεσαντ και Γκρμσταντ. Η κρια κατοικα αποκαταστθηκε κι ανακαινστηκε. Εδ ο Χμσουν μποροσε να ασχοληθε με τη συγγραφ ανενχλητος, αν και συχν ταξδευε για να γρψει σ' λλες πλεις και μρη (κατ προτμηση σε σπαρτιατικ καταλματα).
     Στα νεανικ του χρνια ο Χμσουν εχε μια τσεις αντιισωτικς και ρατσιστικς. Στη Πολιτιστικ Ζω της Σγχρονης Αμερικς (1889) εξφρασε την ντονη αντθεσ του στην επιμιξα: "Οι Νγροι εναι και θα παραμενουν Νγροι, μια νεογννητη ανθρπινη μορφ απ τους τροπικος, στοιχειδη ργανα στο σμα της λευκς κοινωνας. Αντ να δημιουργσει μια ελτ διανοομενων η Αμερικ δημιοργησε να ιπποτροφεο μιγδων".
     Μετ το Β' Πλεμο των Μπερς υιοθτησε λο και πιο συντηρητικς απψεις. γινε επσης γνωστς ως εξχων υποστηρικτς της Γερμανας και του γερμανικο πολιτισμο, καθς και σταθερς αντπαλος της Βρεττανικς Αυτοκρατορας και της Σοβιετικς νωσης. Στη διρκεια του Α' και του Β' Παγκ. Πολ. εξφρασε δημσια τη συμπθει του για τη Γερμανικ Αυτοκρατορα και τη Ναζιστικ Γερμανα.



     Οι συμπθεις του επηρεστηκαν σε μεγλο βαθμ απ το Δετερο Πλεμο των Μπερς, που θεωρθηκε απ το Χμσουν ως βρεττανικ επιθετικτητα εναντον ενς αδναμου θνους, καθς και απ την αγγλοφοβα και τον αντιαμερικανισμ του. Στη 10ετα του 1930 οι περισστερες νορβηγικς δεξις εφημερδες και τα πολιτικ κμματα ταν συμπαθοντα σε διφορους βαθμος των φασιστικν καθεσττων στην Ευρπη κι ο Χμσουν ταν εξχων υποστηρικτς ττοιων απψεων. Στη διρκεια του Β' Παγκ. Πολ. συνχισε να εκφρζει την υποστριξ του στη Γερμανα κι οι δημσιες δηλσεις του συνντησαν αντιδρσεις, ιδιατερα, αμσως μετ τον πλεμο. ταν ξεκνησε ο Β' Παγκ. Πλ. ταν 80 ετν, σχεδν κωφς κι η κρια πηγ ενημρωσς του του ταν η συντηρητικ εφημερδα Aftenposten, που υποστριζε τη Φασιστικ Ιταλα και τη Ναζιστικ Γερμανα απ την αρχ. Στη διρκεια του πολμου υπστη δο ενδοκρανιακς αιμορραγες.
     γραψε αρκετ ρθρα σ' εφημερδες στη διρκεια του πολμου, συμπεριλαμβανομνης της περφημης δλωσης του 1940 τι "οι Γερμανο μχονται για μας και τρα συντρβουνε τη τυραννα της Αγγλας για μας και για λους τους ουδτερους". Το 1943 στειλε δρο στον υπουργ Προπαγνδας της Γερμανας Γιζεφ Γκαμπελς το μετλλι του του Βραβεου Νμπελ. Ο βιογρφος του Θρκιλντ Χνσεν το ερμνευσε ως μρος της στρατηγικς του να πετχει μια ακραση του Χτλερ. Ο Χμσουν τελικ κλθηκε να συναντηθε με το Χτλερ διαμαρτυρθηκε για το Γερμαν πολιτικ διοικητ στη Νορβηγα, Γιζεφ Τρμποβεν και ζτησε την απελευθρωση των φυλακισμνων Νορβηγν πολιτν, εξοργζοντς τον. Ο Χμσουν επσης σ' λλες περιπτσεις βοθησε Νορβηγος που εχανε φυλακιστε για αντιστασιακ δρση και προσπθησε να επηρεσει τη γερμανικ πολιτικ στη Νορβηγα.



     Ωστσο, μια εβδομδα μετ το θνατο του Χτλερ, ο Χμσουν του 'γραψε να εγκμιο, λγοντας: "τανε πολεμιστς, πολεμιστς για την ανθρωπτητα και προφτης του ευαγγελου της δικαιοσνης για λα τα θνη". Μετ το τλος του πολμου θυμωμνα πλθη κψανε τα βιβλα του δημσια σε μεγλες πλεις της Νορβηγας κι ο Χμσουν μεινε κλεισμνος για αρκετος μνες σε ψυχιατρικ νοσοκομεο. Αναγκστηκε να υποβληθε σε ψυχιατρικ εξταση, που κατληξε στο συμπρασμα πως εχε "μνιμα εξασθενημνες ψυχικς ικαντητες", και σ' αυτ τη βση απορρφθηκαν οι κατηγορες για προδοσα. Αντθετα κατηγορθηκε για μια υπθεση αστικς ευθνης και το 1948 κλθηκε να πληρσει στη Νορβηγικ κυβρνηση το κολοσσιαο ποσ των 325.000 κορωνν (65.000 $ 16.250 £ εκενη την εποχ) για την υποτιθμενη νταξ του στο Nasjonal Samling και για την ηθικ υποστριξη που 'δωσε στους Γερμανος, αλλ' απαλλχθηκε απ οποιαδποτε μεση σχση με τους Ναζ. Το αν ταν μλος του Nasjonal Samling αν η διανοητικ του υγεα εχε τρωθε εναι να πολ αμφισβητομενο ζτημα ακμη και σμερα. Ο Χμσουν δλωσε τι δεν ταν ποτ μλος κποιου πολιτικο κμματος. γραψε το τελευταο του βιβλο Paa giengrodde Stier (Σε χορταριασμνα μονοπτια) το 1949, βιβλο που πολλο θεωρον ως απδειξη των λειτουργικν του πνευματικν ικανοττων. Σε αυτ επικρνει σκληρ τους ψυχατρους και τους δικαστς και, με τα δικ του λγια, αποδεικνει τι δεν εναι ψυχικ ρρωστος.
     Ο Δανς συγγραφας Θρκιλντ Χνσεν ερενησε τη δκη κι γραψε το βιβλο Η Δκη του Χμσουν (1978), που προκλεσε καταιγδα στη Νορβηγα. Μεταξ λλων ο Χνσεν δλωσε: "Αν θλετε να συναντσετε ηλθιους, πηγανετε στη Νορβηγα", καθς νιωθε τι ττοια μεταχεριση του παλαιο βραβευμνου με Νμπελ συγγραφα ταν εξωφρενικ. Το 1996, ο Σουηδς σκηνοθτης Γιαν Τρελ βασστηκε για τη ταινα Χμσουν στο βιβλο του Χνσεν. Το Χμσουν τον υποδεται ο Σουηδς ηθοποις Μαξ φον Σντοφ. Τη σζυγ του Μαρε παζει η Δαν ηθοποις Γκτα Νρμπι.



     Τα κεμενα του Χμσουν αποτλεσαν αντικεμενο πολλν βιβλων κι ρθρων εφημερδων. Μερικ απ' αυτ διερευνον τη διαλεκτικ μεταξ των λογοτεχνικν ργων του και των πολιτικν και πολιτιστικν του τσεων που εκφρζονται στα μη μυθοπλαστικ ργα του. Τα ργα του αποτλεσαν τη βση 25 ταινιν και τηλεοπτικν μνι σειρν, ξεκινντας απ το 1916.
  * Το Landstrykere (Οδοιπροι) εναι μια νορβηγικ ταινα του 1990 σε σκηνοθεσα του Ολα Σλουμ.
 * Ο Τηλεγραφητς εναι μια νορβηγικ ταινα του 1993 σε σκηνοθεσα του Ερικ Γκοσταβσον. Βασζεται στο μυθιστρημα Ονειροπλοι (Sværmere).
 * Ο Παν υπρξε η βση 4 ταινιν μεταξ του 1922 και του 1995. Η τελευταα ομνυμη δανικ ταινα σκηνοθετθηκε απ το Χνινγκ Κρλσεν, που σκηνοθτησε επσης τη δανικ, νορβηγικ και σουηδικ συμπαραγωγ της ταινας Sult (Πενα) του 1966 απ το ομνυμο μυθιστρημα του.
 * Ο μεταμοντρνος σκηνοθτης Τζσι Ρτσαρντς χει ανακοινσει τι προετοιμζεται να σκηνοθετσει μια μεταφορ του διηγματος του Χμσουν Η Πρσκληση της Ζως.
 * Μια βιογραφικ ταινα με ττλο Χμσουν κυκλοφρησε το 1996, σε σκηνοθεσα Γιαν Τρελ, με πρωταγωνιστ στο ρλο του Χμσουν τον Μαξ φον Σντοφ.
 * Το τεχος 5 Δεκμβρη 2005 - 2 Γενρη 2006 του περιοδικο The New Yorker χει να μεζον ρθρο απ τον Τζφρι Φρανκ (Jeffrey Frank). Φανεται τι βασζεται πνω στη βιογραφα του νγκαρ Κλλοεν (Ingar Kolloen) (δο τμοι, κατ τα λεγμενα 1000 σελδες και οι δο μαζ).
 * Ο βραβευμνος με Νμπελ Ισακ Μπσεβις Σνγκερ επηρεστηκε σε μεγλο βαθμ απ τον Χμσουν και μετφρασε κποια απ τα ργα του.
 * Το βιβλο Μυστρια ταν η βση για τη ταινα του 1978 (απ την εταιρα ολλανδικν ταινιν Sigma Pictures), σκηνοθετημνη απ τον Πουλ ντε Λοσσανετ (Paul de Lussanet), που πρωταγωνιστον οι Σλβια Κρστελ (Sylvia Kristel), Ροτγκερ Χουερ (Rutger Hauer), Αντρα Φρρεολ (Andrea Ferreol) και Ρτα Τοσινγκχαμ (Rita Tushingham).
     Πθανε 19 Φλεβρη 1952.



ΡΗΤΑ:

 Μη θυμνεις στη ζω. Δεν χρειζεται να εναι σκληρ, αυστηρ και δκαιη ζω. Να εναι ελεμων και να τη πρετε στη προστασα σας. Δεν μπορετε να φανταστετε αυτ που χουν οι πακτες ασχοληθε με το θμα.

 Σνθεση - σημανει να διαχειριστε πνω απ να δικαστριο.

 Για λους εμαι νας ξνος, τσο συχν μιλνε για τον εαυτ μου.

 Το μεγαλτερο εναι αυτς που δνει νημα στην ανθρπινη παρξη κι αφνει πσω του μια κληρονομι.

 Οι περισστερες απ τις καλς περννε χωρς χνος, αλλ το κακ συνεπγεται συνπειες.

 Απ τον πγκο βλπω τα στρα κι οι σκψεις μου μεταφρονται σε δνη του κσμου.

 Η ζω - εναι νας καθημερινς πλεμος με τους δαμονες στον εγκφαλο και τη καρδι του.


                                                     Bικτρια 1902

ΕΡΓΑ:

1877 Den Gaadefulde. En kjærlighedshistorie fra Nordland

1878 Et Gjensyn
1878 Bjørger
1889 Lars Oftedal. Udkast (11 ρθρα που εχαν δημοσιευτε στην εφημερδα Dagbladet)
1889 Fra det moderne Amerikas Aandsliv'Η πνευματικ Ζω της σγχρονης Αμερικς
1890 Sult (Η Πενα) εκδ. "Δωρικς", 1970
1892 Mysterier (Μυστρια) εκδ. "Δωρικς", 1970
1893 Redaktør Lynge (Αρχισυντκτης Λνγκε) εκδ. "Δωρικς", 1970
1893 Ny Jord (Να Γη)
1894 Pan (Ο Παν) εκδ. "Δωρικς", 1970
1895 Ved Rigets Port (Στις πλες του Βασιλεου)
1895 En ganske almindelig flue av middels størrelse (Μα κοιντατη μυγα μετρου μεγθους)
μτφ. Ιωννης Γρυπρης. Στον τμο "Διηγματα", εκδ. Σοκλη, 2004


1896 Livets Spil (Το παιχνδι της ζως)
1897 Siesta
1898 Aftenrøde. Slutningspil
1898 Victoria. En kjærlighedshistorie (Βικτρια)
1902 Munken Vendt. Brigantines saga
1903 I Æventyrland. Oplevet og drømt i Kaukasien (Στη Χρα του Παραμυθιο)
1903 Dronning Tamara, τρπρακτο δρμα
1903 Kratskog
1904 Det vilde Kor (Η γρια χορωδα), ποιματα
1904 Sværmere (Ονειροπλοι (μυθ) μτφ. Ιωννης Γρυπρης, ως βε Ρλανδσεν. Στον τμο "Διηγματα", εκδ. Σοκλη, 2004
1905 Stridende Liv. Skildringer fra Vesten og Østen
1906 Under Høststjærnen. En Vandrers Fortælling (Στο στρο του φθινπωρου) εκδ. "Δωρικς", 1970
1908 Benoni (Μπεννι) εκδ. "Δωρικς", 1971
1908 Rosa. Af student Pærelius' Papirer (Ρζα) εκδ. "Δωρικς", 1971
1909 En Vandrer spiller med Sordin (Ενας Αλτης Παζει με Σουρτνα) εκδ. "Δωρικς", 1970


1910 Livet i Vold (Στα Νχια της Ζως)
1912 Den sidste Glæde (Στερν χαρ) εκδ. "Δωρικς", 1970
1913 Børn av Tiden (Παιδι της εποχς τους)
1915 Segelfoss By (Το χωρι Σγκελφος)
1917 Markens Grøde (Ευλογα της Γης) μτφ. ρης Δικταος (εκδ. «Σ.Ι.Ζαχαρπουλος»)
1918 Sproget i Fare
1920 Konerne ved Vandposten (Η γυνακα στην αντλα)
1923 Siste Kapitel (Το τελευταο κεφλαιο)
1927 Landstrykere I (Οδοιπροι (μυθιστρημα)Οδοιπροι)
1930 August (Αγουστος)
1933 Men Livet lever (Η ζω συνεχζεται)
1936 Ringen sluttet (Ο κκλος κλεισε)
1949 Paa gjengrodde Stier (Σε χορταριασμνα μονοπτια)


===========================


                                           Οι Σκλβοι Του ρωτα

Ι

Γραμμνο απ μνα. Γραμμνο σμερα για να ξαλαφρσω τη καρδι μου. χασα τη θση μου στο καφενεο κι χασα τις χαρομενς μου μρες. λα τα 'χασα. Και το καφενεο ταν το Καφ-Μαξιμιλιν.
νας νος κριος με γκρζα ροχα ερχταν κθε βρδυ με δυο λλους φλους του και καθτανε σ’ να απ’ τα τραπζια μου. Ερχντανε πολλο κριοι, λοι εχαν να μου πουν απ 'ναν καλ λγο -αυτς τποτα. ταν ψηλς και λιγνς, εχε μαλακ μαρα μαλλι και γαλαν  μτια, που με κοταζαν κποτε-κποτε. Στ’ απνω του αχελι ρχιζε να φυτρνει να λεπτ μουστακκι.
Ναι, στην αρχ εχε κτι τις μαζ μου, αυτς ο νθρωπος.
Μιαν ολκληρη βδομδα ερχτανε κθε μρα. Σον εχα συνηθσει και τον αναζητοσα σα δεν ερχτανε. Μια βραδι δεν ρθε. φερα βλτα το καφενεο ψχνοντας μη τον δω· επιτλους τον ανακλυψα δπλα σε μια απ’ τις μεγλες κολνες, απ’ το μρος της αλληνς εισδου· καθτανε μαζ με μια γυνακα του ιπποδρομου. Εκενη φοροσε μια κτρινη φορεσι και τα μακρι της γντια της φταναν ως απνω απ’ τον αγκνα. ταν να κι εχε μορφα, κασταν μτια και τα δικ μου ταν γαλαν.
Στθηκα μια μοναχ στιγμολα κι ακροστηκα τι λεγαν, αυτ τον μλωνε για κτι, τον εχε βαρεθε και τον παρακαλοσε να φγει. Εγ επα ττε μσα στη καρδι μου: Αχ, Παναγα Παρθνα μου, γιατ δεν ρχεται σε μνα!
Την λλη μρα το βρδυ ρθε μαζ με τους δυο φλους του και κθησαν σ’ να απ’ τα τραπζια μου· γιατ εγ σερβριζα πντε τραπζια. Δεν πγα να τον υποδεχτ, πως συνθιζα πντα, μνο κοκκνισα κι καμα τχα πως δεν τον εδα. Σαν μου 'γνεψε προχρησα και του 'πα:
Δεν μας ρθατε χθες.
Τι σβλτη που εναι η σερβιτρα μας, επε αυτς στους συντρφους του.
Μπρα; τους ρτησα.
Ναι, μου αποκρθηκε αυτς.
Κι γω πιτερο τρεχα, πρα πγαινα, για να τους φρω τα τρα ποτρια τη μπρα.

ΙI

Πρασαν δυο τρεις μρες. Μου 'δωκε μια κρτα του κι επε:
Πηγανετ τη στη…
Πρα την κρτα πριν αποσσει τα λγια του και τη πγα στη κυρα με τα κτρινα. Στο δρμο διβασα τ’ νομ του: Βλαντιμρ Σ***.
Σαν εγρισα με κοταξε ρωτντας με με τα μτια.
Την πγα, του επα.
Και δεν σας δωκε απντηση;
χι.
Μου 'δωκε ττε να μρκο και μου 'πε χαμογελντας:
Και καμι απντηση, απντηση εναι κι αυτ.
λο το βρδυ καθταν προσηλωμνος στην κυρα με τα κτρινα κι αυτος που τη συνδευαν. Στις ντεκα σηκθηκε και σμωσε στο τραπζι της. Αυτ τον εδχτηκε ψυχρ, οι δυο κριοι μως που ταν μαζ της του κουβντιασαν, του 'καμαν μερικ χοντρ πειργματα και χαμογλασαν. Εκενος δεν εστθηκε εκε παρ μερικ λεπτ· πειτα, σαν γρισε, του επα πως του εχαν χσει μπρα στη μια τσπη του πανωφοριο του. Σο 'βγαλε, στρφηκε απτομα κι ριξε μια ματι κατ το τραπζι της γυνακας του ιπποδρμιου. Εγ του στγνωσα το πανωφρι του και ττε μου 'πε με χαμγελο:
Ευχαριστ, σκλβα.
Εκε που τον βοηθοσα να το ξαναφορσει τον ξεσκνισα κιλας κρυφ στη ρχη. Εχε πσει σε μεγλη συλλογ. Ο νας απ τους φλους του ζτησε κι λλη μπρα και πρα το ποτρι του να του το γεμσω κι καμα να πρω και του Σ. το ποτρι. χι, επε αυτς κι πιασε το χρι μου. Σο γγιγμα κενο καμε να πσει κτω το δικ μου χρι, πρμα που το παρατρησε κι αυτς γιατ τραβχτηκε αμσως.
Τη νχτα προσευχθηκα γι’ αυτν δυο φορς, γονατιστ μπροστ στο κρεβτι μου. Κι απ’ τη χαρ μου φλησα το δεξ μου χρι που εχε αγγξει.

ΙII

Μια φορ μου χρισε και λουλοδια, να σωρ λουλοδια. Σα εχε αγορσει απ την ανθοπλισσα, καθς ερχταν να μπει μσα, ταν φρσκα και κκκινα και της εχε πρει ολκληρο κοντ το πανρι της. Σα εχε αφσει να κετουνται πολλ ρα μπροστ του, πνω στο τραπζι. Δεν ταν κανες απ τους φλους του μαζ του. ση ρα εχα καιρ, στεκμουν πσω απ μια κολνα και τον κοταζα και συλλογιζμουν: Βλαντιμρ Σ*** τον λνε.
Θα πρασε σωστ μια ρα. Κθε λγο κοταζε το ρολι του. Εγ τον ρτησα ττε:
Περιμνετε καννα;
Με κοταξε αφαιρεμνος κι στερα μου 'πε ξαφνικ:
χι, δεν περιμνω καννανε. Ποιον θα περμενα;
Νμισα πως σως περιμνετε καννα, του επα ξαν.
Ελτε δω, μου αποκρθηκε. Αυτ εναι για σας. Και μου 'δωκε λην εκενη την αγκαλι τα λουλοδια.
Σου επα ευχαριστ μα μου 'χε διαμις πιαστε η φων, που μλις βγκαν απ’ τα χελια μου τα λγια. Μια χαρ ασυγκρτητη με συνεπρε και στθηκα με κομμνη ανσα μπροστ στον μπουφ που πγαινα να πρω κτι.
Τι θλετε; με ρτησε η μαντμ.
Τι λτε κι εσες; ρτησα κι εγ.
Τι λω εγ, επε η μαντμ. Τρελαθκατε;
Αν το βρετε ποιος μου τα 'δωκε αυτ τα λουλοδια;
Αυτ τη  στιγμ προσπερνοσε απ εκε το πρτο γκαρσνι.
Δεν πγατε μπρα σ’ αυτν εκε τον κουτσ κριο, το κουσα που επε.
Μου τα 'δωκε ο Βλαντιμρ, επα κι τρεξα να πω τη μπρα.
Ο Σ*** δεν εχε φγει. Σαν εσηκθηκε για να φγει τον ευχαρστησα και πλι. Εκενος σα να σστισε και μου 'πε:
πειτα εγ τα εχα αγορασμνα για μιαν λλη.
Ναι, καλ, σως να τα 'χε αγορασμνα και για  καμιν λλη. Σα εχε δσει μως εμνανε. Μου τα 'χε δσει εμνα κι χι σ’ εκενη που γι’ αυτν τα 'χε αγορσει. Και μ’ εχε κιλας αφσει να τον ευχαριστσω για δατα. Καληνχτα, Βλαντιμρ.

ΙV

Την λλη μρα το πρω βρεχε.
Το μαρο το πρσιν μου φρεμα να βλω σμερα; συλλογστηκα. Το πρσινο. Γιατ εναι καινοργιο, λοιπν αυτ θα φορσω. μουν πολ χαρομενη.
Στη στση στεκταν μια κυρα και βρεχτανε περιμνοντας το τραμ. Δεν εχε ομπρλα. Της προσφρθηκα να 'ρθει να σταθε κτω απ’ τη δικ μου, αυτ μως μου αποκρθηκε χι, ευχαριστ. κλεισα λοιπν κι εγ την ομπρλα μου και περμενα. τσι δε θα βραχε μνη της αυτ, συλλογστηκα.
Το βρδυ ρθε ο Βλαντιμρ στο καφενεο.
Ευχαριστ για τα χθεσιν λουλοδια, του επα περφανα.
Ποια λουλοδια; με ρτησε. Δεν την αφνετε αυτ τη κουβντα.
θελα να σας ευχαριστσω για δατα, επα εγ. Ανασκωσε τους μους του και μου αποκρθηκε:
Δεν εστε εσες που αγαπ, σκλβα.
Δεν μουν εγ που αγαποσε, χι, ββαια. Δεν το περμενα να μ’ αγαπει και δεν παραξενετηκα που τ’ κουσα. Σον βλεπα μως κθε βρδυ, ερχταν και δεν καθταν σε καμιανς λλης τραπζι μνο σε δικ μου κι εγ μουν που του σερβριζα την μπρα του. Καλς ρισες, Βλαντιμρ.
Σην λλη μρα το βρδυ ρθε πολ αργ και μου 'πε:
χετε πολλ λεφτ, σκλβα;
χι δυστυχς, του αποκρθηκα, εμαι να φτωχ κορτσι. Ττε με κοταξε κι επε χαμογελντας:
Ορισμνως δεν θα με καταλβατε. χω ανγκη απ μερικ χρματα ως αριο.
χω μερικ χρματα, χω εκατν τριντα μρκα στο σπτι μου.
Στο σπτι σας, χι εδ;
Περιμνετε να τταρτο ως που να κλεσουμε και ττε πω και τα φρνω.
Περμενε να τταρτο και φγαμε μαζ. Εκατ μρκα μοναχ, μου 'πε. λη την ρα περπατοσε πλι μου και δε μ’ φησε οτε στιγμ να περπατ μπροσττερ του πιο πσω, πως συχν κνουν οι μεγλοι κριοι.
Δεν κρατω παρ μια μικρ καμαρολα, του επα σαν εφτσαμε μπροστ στην πρτα μου.
Δε θ’ ανβω απνω, περιμνω εδ. Και στθη και περμενε. Σαν κατβηκα πσω μτρησε τα λεφτ και μου 'πε:
Εδ εναι παραπνω απ εκατ μρκα. Θα σας δσω δκα μρκα για πουρμπουρ. Ναι, ναι ακοτε; Θα σας δσω δκα μρκα για πουρμπουρ.
Μου 'βαλε τα λεφτ στο χρι, καληνχτισε κι φυγε. Τον εδα που στθηκε στη γωνα κι δωκε σ’ εκενη τη γρι ζητινα κποια πεντρα.

V

Το λλο βρδυ μου παραπονθηκε ευθς πως δεν μποροσε να μου γυρσει τα λεφτ μου. Τον ευχαρστησα που δεν μποροσε να μου τα γυρσει. Μολγησε ξστερα πως τα 'χε σπαταλσει.
Τι να κμει και τι να πει κανες, σκλβα! επε χαμογελντας. Τη γνωρζετε ββαια εκενη την κυρα με τα κτρινα!
Γιατ τη λες σκλβα τη σερβιτρα μας; τον ερτησε ο νας απ τους φλους του. Συ εσαι πιτερο σκλβος απ’ αυτ!
Μπρα; ρτησα ττε απτομα εγ, κβοντς τους τη κουβντα.
στερα απ λγο μπκε στο καφενεο κι η κυρα με τα κτρινα. Ο Σ*** σηκθηκε κι υποκλθηκε τσο χαμηλ που του 'πεσαν στο πρσωπο τα μαλλι του. Εκενη πρασε απ μπροστ του κι επγε κι εκθησε σ’  να χωριστ τραπζι μοναχ της, μα τρβηξε κοντ της και δυο λλες καρκλες. Ο Σ*** σηκθηκε ττε, πγε κοντ της και κθισε στη μια απ κενες τις καρκλες. στερα απ δυο λεπτ σηκθηκε πλι κι επε δυνατ:
Καλ, φεγω. Και δε θα ξανρθω ποτ πια.
Ευχαριστ, του αποκρθηκε κενη.
Εγ απ’ τη χαρ μου δεν ξερα τι να κνω, τρεξα στον μπουφ κι επα κτι. Θα τους επα ββαια πως δε θα ξαναπγαινε ποτ πια σ’ αυτ. Σο πρτο γκαρσνι πρασε απ κει και μου 'καμε κποια βαρι παρατρηση, μα εγ οτε νοιχτηκα καθλου.
Σαν κλεισε στις δδεκα το κατστημα, ο Σ*** με συνδεψε ως τη πρτα μου.
Πντε απ τα δκα μρκα που σας δωκα χτες, μου 'πε. Εγ θελα να του τα δσω και τα δκα, μα κενος μως μου γρισε πσω τα πντε για πουρμπουρ. Κι οτε θελε ν’ ακοσει τις διαμαρτυρες μου.
Εμαι τσο χαρομενη απψε, επα. Αν σας παρακαλοσα ν’ ανεβετε πνω; Μα δεν κρατ παρ μια μικρ καμαρολα μοναχ.
Δεν ανεβανω απνω, μου αποκρθηκε. Καληνχτα.
φυγε. Πρασε και πλι μπροστ απ τη γρι ζητινα, μα ξχασε μως να της δσει τποτα, μ’ λο που αυτ του ευχθηκε.
τρεξα κοντ της, της δωκα κτι και της επα:
Ορστε, απ μρος αυτουνο που πρασε, αυτουνο του κυρου με τα γκρζα.
Του κυρου με τα γκρζα; με ρτησε η ζητινα.
Αυτουνο με τα μαρα μαλλι. Του Βλαντιμρ.
Εστε γυνακα του;
χι, σκλβα του εμαι.

Πολλς βραδις στη σειρ πειτα, κλαιγτανε πως δεν μποροσε να μου γυρσει τα λεφτ μου. Τον παρακλεσα να μη μου κνει τσο κακ· μιλοσε τσο δυνατ που τον κουγαν λοι και πολλο γελοσαν μαζ του.
Εμαι παλινθρωπος, εμαι μασκαρς, λεγε. Μου δανεσατε τα χρματ σας και δεν μπορ να σας τα γυρσω. Α, και το δεξ μου χρι θα κοβα για πενντα μρκα απψε.
Εμνα μου μτωνε η καρδι ν’ ακοω αυτ τα λγια και σκεπτμουν πως θα του οικονομοσα αυτ τα λεφτ, μλο που δεν το μποροσα. πειτα μου επε πλι:
Κι αν με ρωττε πως τα πηγανω, σας λω λοιπν, πως η κυρα με τα κτρινα φυγε με το ιπποδρμι της. Τη ξχασα. Δεν τη θυμομαι πια.
Κι μως και σμερα ακμα της γραψες να γρμμα, του επε νας απ τους φλους του.
τανε το τελευταο, αποκρθηκε ο Βλαντιμρ.
Αγρασα απ την ανθοπλισσα να τριαντφυλλο και του το πρασα στο αριστερ του πτο. Εκε που του το φραγα νοιωθα την ανσα του πνω στο χρι μου και μλις, μλις που μπρεσα και πρασα το λουλοδι.
Ευχαριστ, μου 'πε.
Γρεψα απ τη κσα να μου δσουν τα λγα μρκα που κανε να πρω και του τα 'δωκα. Μικρ πρματα.
Ευχαριστ, μου επε ξαν.
λο το βρδυ πετοσα απ’ τη χαρ μου, σο που μου επε ξαφνικ ο Βλαντιμρ:
Με τα μρκα αυτ που μου δσατε, θα φγω για μια βδομδα. Σαν γυρσω θα σας δσω πσω τα χρματ σας. Μα σαν εδε ττε τη συγκνησ μου πρσθεσε: Εσες εστε που αγαπ! Και μου 'πιασε το χρι.
Τα 'χα χαμνα που θα 'φευγε και δε μου 'λεγε για πο, μλο που τον ρωτοσα. λος ο κσμος, ολκληρο το καφενεο, λοστροι, πελτες, βοιζαν γρω μου, μα γω δεν κρατθηκα, τον πιασα κι απ’ τα δυο του χρια.
Θα γυρσω σε σας μσα σε μια βδομδα, μου επε και σηκθηκε απτομα.
κουσα το πρτο γκαρσνι να μου λει:
Σε μια βδομδα θα πψετε απ’ το κατστημα.
Πολ καλ, συλλογστηκα. Τι με πειρζει! Σε μια βδομδα θα μου 'ρθει πσω ο Βλαντιμρ! θελα να τον ευχαριστσω γι’ αυτ και στρφηκα, μα εχε φγει.

VΙΙ

Μια βδομδα αργτερα πρα να γρμμα του, το βρκα στη κμαρ μου τη νχτα σαν εγρισα. ταν απαρηγρητος, μου 'λεγε πως εχε πει στο κατπι της κυρας με τα κτρινα, πως ποτ δε θα κατφερνε να μου δσει πσω τα λεφτ μου και πως τον δερνε η ανχεια. βριζε τιμο τον εαυτ του και κτω κτω εχε γρψει: Εμαι σκλβος της κυρας με τα κτρινα.
κλαιγα μρα νχτα, τποτ' λλο δεν μποροσα να κνω. Πρασε η μια βδομδα κι παψα απ' τη δουλει μου· εχα αρχσει να γυρεω λλη. Τη μρα φερνα βλτα στα καφενεα, στα ξενοδοχεα, χτυποσα σε σπτια και ρωτοσα αν εχαν να μου δσουν δουλει. Μα τποτα. Αργ, μετ τα μεσνυχτα, αγραζα μισοτιμς λες τις πρωινς εφημερδες και διβαζα προσεχτικ στο σπτι μου τις αγγελες. λεγα με το νου μου: σως βρω τποτα που να σσει το Βλαντιμρ και μνα…
Χτες βρδυ εδα τ' νομ του σε κποια εφημερδα και διβασα τα να του. Βγκα αμσως, φυγα απ’ τη κμαρ μου, πρα τους δρμους και δεν γρισα σπτι μου παρ μοναχ το πρω. Μπορε και ν’ αποκοιμθηκα ξω σε καμι γωνι, τη νχτα, σως, μη μπορντας πια να περπατ, να κθιζα σε τποτα σκαλοπτια και να ξαπσταινα· μα δεν τα θυμομαι πια τρα.
Ξαναδιβασα και σμερα την εδηση. Χτες μως το βρδυ τη διβασα το πρτο, σαν πγα στη κμαρ μου. Στην αρχ χτπησα τα χρια μου, πειτα πεσα σε μια καρκλα. πειτα ξαπλθηκα χμω στο πτωμα ακουμπντας τη ρχη μου στη καρκλα. Και χτυποσα τις παλμες μου στο πτωμα κει που συλλογιζμουν. Μπορε και να μη συλλογιζμουν τποτα· μα το κεφλι μου μως βοιζε, βοιζε και δεν νοιωθα το κορμ μου. πειτα ββαια θα σηκθηκα και πρα τους δρμους. Πρα στη γωνα θυμομαι πως δωκα μια πεντρα στη γρι ζητινα, λγοντς της:
Απ μρος του κυρου με τα γκρζα, που ξρετε.
Θα εσαστε η αρραβωνιαστικι του, ε; με ρτησε.
χι, η χρα του εμαι…
Και πρα τους δρμους παραδρνοντας ως το πρω. Και τρα δα πλι ξαναδιβασα την εδηση,
Βλαντιμρ Τ*** τνε λγανε...

                                       ______ * ______

                                               Η Πενα
   (απσπ.)

1.
     τανε τον καιρ που περιπλανιμουνα στη Χριστινα πεινασμνος…
     Ξπνησα στη σοφτα μου. κουσα να ρολι να χτυπ ξι, η μρα χραζε. Κιλας εχαν τα ανεβοκατεβσματα στις σκλες. Απ τη μερι της πρτας οι τοχοι του δωματου μου ταν ταπετσαρισμνοι με παλι φλλα της εφημερδας «Μοργκεμπλντεν». Απ το κρεβτι μου μποροσα να και διβαζε μια ειδοποηση του διευθυντ των φρων. Λγο αριστερτερα, με στρογγυλ και χονδρ γρμματα ο φουρνρης Φαμπιν λσεν, διαλαλοσε πως πουλοσε φρσκο ψωμ.

     Μλις νοιξα τα μτια μου, αναρωτθηκα αν θα μουν και σμερα δυστυχισμνος. Αυτ απασχολοσε κθε πρω το κεφλι μου. Τον τελευταο καιρ εχα ζσει πολ σκληρ. Τα λγα μικροπραγματκια που εχα, πγανε, το να κοντ στο λλο, στου θεου.  Υπφερα πολ απ τα πολυτυραννισμνα νερα μου. Κποτε μου τχαινε να μνω ολημερς καρφωμνος στο κρεβτι απ τον πυρετ και τη ζλη. Κπου-κπου κατφερνα να οικονομσω 5 κορνες, σαν εχα τη τχη και τυπωνταν επιφυλλδα μου σε κποια εφημερδα.
     Το φως τη ημρας λο και δυνμωνε. ρχισα ττε να διαβζω τις αγγελες που στλιζαν τον τοχο. τανε και μα που τα ψιλ και στριμμνα γρμματα της με δυσκλευαν: «Κηδεες, δεσποινς ντερσεν  -δεξι τω εισερχομνω». Αυτ η πνθιμη ρεκλμα με απασχλησε πολλ ρα. κουσα το ρολι στο πνω πτωμα να χτυπει οκτ. Σηκθηκα και ντθηκα.
     νοιξα το παρθυρο. βλεπα σε να χρσο οικπεδο, που εχαν τεντσει να σκοιν για ν απλσουν ροχα και η κρη του πγαινε αρκετ μακρι, στο βθος και σταματοσε στα χαλσματα ενς σιδερδικου, που εχε πισει φωτι τελευταα και το καθριζαν τρα κποιοι εργτες. Ακομπησα και κοταξα ψηλ. Σε λγο θα ξημρωνε εντελς. ταν φθινπωρο, στην εποχ εκενη που λα αρχζουν να δροσζουν, λα αλλζουν χρμα, λα πεθανουν. Οι φωνς του δρμου με τραβοσαν ξω απ το σπτι. Αυτ το αδειαν δωμτιο, που το πτωμα του βολιαζε και τριζε ταν περπατοσα, μου φαινταν σαν να μεγλο, ξεχαρβαλωμνο φρετρο. Η κλειδαρι του δεν κλεινε καλ, και δεν εχε σμπα.
     Συνθιζα να βζω τις κλτσες μου κτω απ το ππλωμα για να στεγννουνε ως το πρω. ταν φυσοσε πολ και ταν ανοιχτ η κτω πρτα, κουγες παρξενα σφυργματα να διαπερνον το πτωμα, και οι εφημερδες που σκπαζαν τους τοχους απ τις δυο μερις της πρτας σχιζντουσαν πολλς φορς σαμε να πχυ. Μνο να πργμα μου ρεσε εκε μσα, μια μικρ κκκινη κουνιστ πολυθρνα. Κθε βρδυ ξπλωνα εκε και μισοκοιμισμνος, σκεφτμουνα και ταξινομοσα τις σκψεις μου και τις εντυπσεις μου. Σηκθηκα και πγα να δω το καλαθκι που ταν πλι στο κρεβτι μου, αν εχε μενει τποτε για για να φω. Δεν βρκα τποτε, και ξαναγρισα στο παρθυρο.
     Θε μου! Σκφτηκα, αξζει πια τον κπο να παραδρνω ακμα για να βρω δουλει; Ως τρα η υπομον μου δεν βρκε λλο απ να σωρ ψετικες υποσχσεις ξερ χι. Διαρκς τρφομαι με ψετικες ελπδες, και κθε μρα ξαναρχζω τα τρεχματα που δεν καταλγουν σε τποτα. λες αυτς οι αποτυχες με χουν κνει να χσω το θρρος μου. Μπως δεν φτασα στο σημεο να ζητσω την θση λογιστ; Αλλ ταν πια αργ και εξλλου δεν μουν ικανς να δσω την εγγηση των 50 κορωνν που απαιτοσαν.
     Πντα παρουσιζεται κι απ να εμπδιο. Προσπθησα να πω και στη πυροσβεστικ υπηρεσα. μασταν 50 υποψφιοι και φουσκναμε το στθος μας για να κνουμε τους δυνατος και παρναμε στρατιωτικς πζες. νας επιθεωρητς μας εξταζε ναν ναν, μας πιανε τα μπρτσα κι κανε διφορες ερωτσεις. ταν πρασε απ μπροστ μου κονησε το κεφλι του κι επε πως ταν αδνατο να με προυν επειδ φοροσα γυαλι.
Ξαναπγα πλι. Αυτ τη φορ εχα βγλει τα γυαλι μου και στεκμουν ολστητος, με σουφρωμνα φρδια και μ' να βλμμα κοφτερ σαν μαχαρι. Ο επιθεωρητς μως πρασε μπροστ μου γελντας... με εχε αναγνωρσει. Αλλ το χειρτερο απ λα ταν που τα ροχα μου ταν σε τσο θλια κατσταση που δεν μποροσα να παρουσιαστ πουθεν σαν νθρωπος. Εχα πρει πια τον κατφορο, σιγ σιγ αλλ και τσο μονοκμματα. Τρα μουν σε μια κατσταση αφνταστης ανχειας. Δεν εχα οτε χτνι να χτενιστ.. δεν εχα οτε να βιβλο για να διαβσω στις ρες τις απελπισας μου.
     λο το καλοκαρι το εχα περσει στα νεκροταφεα και στο βασιλικ κπο, εκε περπατοσα, ονειροπολοσα, καθμουν κι γραφα τα ρθρα μου. γραφα τη μια στλη πνω στην λλη . Εχα περεργα ευρματα, κι απ το ανσυχο μυαλ μου ξεπετινταν σπθες γεμτες φαντασα. μως η απελπιστικ κατσταση στην οποα βρισκμουν, μο αφαιροσε σιγ σιγ την κρση μου και πολλς φορς διλεγα θματα εκτς επικαιρτητας οπτε δεν τα δεχταν. Κι μως, πση δουλει δεν εχε χρειαστε πολλς φορς για να τα γρψω! ταν τελεωνα το να ρθρο, ρχιζα αμσως το λλο, χωρς να με απογοητεουν τα χι των διευθυντν. λεγα μσα μου πως κποτε θα πετχαινα. Και πργματι, εχα μερικς φορς την τχη να πληρωθ πντε ολκληρες κορνες για τη δουλει ενς απογεματος.
     φυγα απ το παρθυρο και πγα στη καρκλα που εχα για τουαλτα. Πρα το παντελνι μου. ταν ξασπρισμνο απ το λισιμο. Το βρεξα για να του ζωηρψω το χρμα και να το κνω να φανεται λγο πιο καινοργιο. βαλα στην τσπη μου μολβι και χαρτ και βγκα. Κατβηκα αθρυβα την σκλα. Εχαν περσει αρκετς μρες που πρεπε να εχα πληρσει το νοκι κι εγ δεν εχα πεντρα. τσι δεν μποροσα να πληρσω τποτε. ταν εννι η ρα. Ο αρας ταν γεμτος απ φωνς, απ θορβους που καναν τα αμξια κι ταν αυτ ταν μια φοβερ πρωιν συμφωνα που ανακατεονταν τα βματα των πεζν, και τα χτυπματα που καναν τα καμτσκια των αμαξδων. λη αυτ η κνηση με ζωογνησε κπως. Ββαια, δεν βγκα εκενο το πρω για να πρω τον αρα μου. Τι τον χρειαζταν τον αρα τα πνευμνια μου; μουν δυνατς σαν τον Ηρακλ και μποροσα να σταματσω ολκληρο αμξι με τον μο μου.
     μουνα σχεδν κεφτος. Η ατμσφαιρα ταν ωραα. Και με εχε συνεπρει το γενικ ασθημα ευθυμας. Διασκδαζα κοιτντας του ανθρπους που συναντοσα, και διβαζα τα τοιχοκολλημνα προγρμματα. φηνα να με επηρεζουν χλια δυο μικροπργματα, λα εκενα τα ασμαντα πργματα που διβαιναν στο δρμο μου και χνονταν. Να εχα τποτε να φω μια ττοια ωραα μρα! Αυτ το τσο καθριο πρωιν με ερθιζε, και νιωθα πως πνιγμουν απ ζω…

                                            _______ * _______

 

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers