Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Λαογραφικά 

Παραδοσιακά: Λιανοτράγουδα Της Γλυκειάς Πατρίδας

 

        Αγκινάρα

Αγκινάρα με τ' αγκάθια
και με τα λουλούδια τ' άσπρα

Μη παραμυρίζεις τόσο
και με κάνεις και νυχτώσω

Κι αν νυχτώσεις παλικάρι
κάτσε να βγει το φεγγάρι

Να σε δω να σε γνωρίσω
και να σε γλυκορωτήσω

     Αγρίμια & Αγριμάκια

- Αγρίμια κι αγριμάκια μου,
  λάφια μου μερωμένα,
  πέστε μου που 'ν' οι τόποι σας,
  που 'ναι τα χειμαδιά σας;

- Γκρεμνά 'ναι μας οι τόποι μας,
  λέσκες τα χειμαδιά μας,
  τα σπηλιαράκια του βουνού
  είναι τα γονικά μας.

                     Αθανάσιος Διάκος

Τρία πουλάκια κάθουνταν ψηλά στη Χαλκουμάτα.
 Το 'να τηρά τη Λειβαδιά και τ' άλλο το Ζητούνι,
 το τρίτο το καλύτερο μοιρολογά και λέει:
-Πολλή μαυρίλα πλάκωσε, μαύρη σα καλιακούδα.
 Μην ο Καλύβας έρχεται, μην ο Λεβεντογιάννης;
-Νουδ' ο Καλύβας έρχεται νουδ' ο Λεβεντογιάννης.
 Ομέρ Βρυώνης πλάκωσε με δεκαοχτώ χιλιάδες.

 Ο Διάκος σα τ' αγροίκησε πολύ του κακοφάνη.
 Ψηλή φωνήν εσήκωσε, τον πρώτο του φωνάζει.
-"Τον ταϊφά μου σύναξε, μάσε τα παλληκάρια,
 δος τους μπαρούτη περισσή και βόλια με τις χούφτες,
 γλήγορα για να πιάσουμε κάτω στην Αλαμάνα,
 που 'ναι ταμπούρια δυνατά κι όμορφα μετερίζια".

 Παίρνουνε τ' αλαφριά σπαθιά και τα βαριά τουφέκια,
 στην Αλαμάνα φτάνουνε και πιάνουν τα ταμπούρια.
-"Καρδιά, παιδιά μου" φώναξε, "παιδιά μη φοβηθείτε,
 σταθείτε αντρειά σαν Έλληνες και σα Γραικοί σταθείτε".

 Ψιλή βροχούλα έπιασε κι ένα κομμάτι αντάρα,
 τρία γιουρούσια κάμανε, τα τρία 'ράδα-αράδα.
 Έμειν' ο Διάκος στη φωτιά με δεκαοχτώ λεβέντες.
 Τρεις ώρες επολέμαγε με δεκαοχτώ χιλιάδες.
 Βουλώσαν τα ταμπούρια του κι ανάψαν τα τουφέκια
 κι ο Διάκος εξεσπάθωσε και στη φωτιά χουμάει.
 Ξήντα ταμπούρια χάλασε κι εφτά μπουλουκμπασήδες
 και το σπαθί του κόπηκε ανάμεσα απ' τη χούφτα
 και ζωντανό τον έπιασαν και στον πασά το πάνε.
 Χίλιοι τον παν από μπροστά και χίλιοι από κατόπι.

 Κι ο Ομέρ Βρυώνης μυστικά στον δρόμο τον ερώτα:
-"Γίνεσαι Τούρκος Διάκο μου, τη πίστη σου ν' αλλάξεις,
 να προσκυνήσεις στο τζαμί, την εκκλησιά ν' αφήσεις";
 Κι εκείνος τ' αποκρίθηκε και στρίβει το μουστάκι:
-"Πάτε κι εσείς κι η πίστη σας, μουρτάτες να χαθείτε!
 Εγώ Γραικός γεννήθηκα Γραικός θε να ποθάνω.
 Α, θέλετε χίλια φλωριά και χίλιους μαχμουτιέδες
 μόνον εφτά μερών ζωή θέλω να μου χαρίστε,
 όσο να φτάσει ο Οδυσσεύς και ο Θανάσης Βάγιας".
 Σαν τ' άκουσε ο Χαλίμπεης, αφρίζει και φωνάζει:
"Χίλια πουγκιά σας δίνω 'γω κι ακόμα πεντακόσια,
 το Διάκο να χαλάσετε, τον φοβερό τον κλέφτη,
 γιατί θα σβήσει τη Τουρκιά κι όλο μας το ντοβλέτι".

 Το Διάκο τότε παίρνουνε και στο σουβλί τον βάζουν.
 Ολόρτο τον εστήσανε κι αυτός χαμογελούσε,
 την πίστη τους τους ύβριζε, τους έλεγε, μουρτάτες:
-"Σκυλιά, κι α' με σουβλίσετε ένας Γραικός εχάθη.
 Ας είν' ο Οδυσσεύς καλά και ο καπετάν Νικήτας,
 που θα σας σβήσουν την Τουρκιά κι όλο σας το ντοβλέτι".

             Αλατσατιανή

Στ' Aλάτσατα στη Παναγιά,
στ' αγιόδημ' από πίσω, Aλατσατιανή,
στ' αγιόδημ' από πίσω, Πανωχωριανή,
έχω φυτέψει λεμονιά,
και πάω να τη ποτίσω, Aλατσατιανή,
και πάω να τη ποτίσω Πανωχωριανή.
'Αιντε, άιντε γκιντελίμ, Aλατσατιανή,
θα σε κλέψω δε σ' αφήνω, Πανωχωριανή.

Kακόβολέ μου Nτουσεμέ,
με τις ανηφοριές σου, Aλατσατιανή,
με τις ανηφοριές σου, Πανωχωριανή,
κάνε και μένα γείτονα,
με τη γειτόνισσά σου, Aλατσατιανή,
με τη γεινόνισσά σου, Πανωχωριανή.
'Αιντε, άιντε γκιντελίμ, Aλατσατιανή,
θα σε κλέψω δε σ' αφήνω, Πανωχωριανή.

Στ' Aλάτσατα είν' ένα βουνό,
Kαρανταή το λένε, Aλατσατιανή,
Kαρανταή το λένε, Πανωχωριανή,
που παν' οι Aλατσατιανές,
και τον καημό τους λένε, Aλατσατιανή,
και τον καημό τους λένε, Πανωχωριανή.
'Αιντε, άιντε γκιντελίμ, Aλατσατιανή,
θα σε κλέψω δε σ' αφήνω, Πανωχωριανή.

       Αλητάκι

Αλητάκι με φωνάζουν
Αλητάκι είμαι 'γω
Και στου ψεύτικου του κόσμου
μες στους δρόμους περπατώ

Έτσι πάντα μου αρέσει
Να γυρνώ μες στη ζωή
Ν' αγαπώ και να μεθάω
Κι ας δουλεύω το πρωί

Έτσι θέλω να γλεντήσω
αυτή τη ψεύτικη ζωή
Τι σου φταίω το καημένο
αν ζω αλανιάρικα

Μου αρέσουνε τ' αστέρια
Μη μου λες για φυλακή
Και τα πλούτη στα χαρίζω
Για να ζήσω σα πουλί

Μες στους δρόμους έχω μάθει
τι είναι λάθος και σωστό
Κι έμαθα για την αγάπη
είναι πρώτο γιατρικό

        Αμάραντος

Αχ, για ιδέ-καλέ για ιδέ-
για ιδέστε τον αμάραντο,
σε τι βουνό φυτρώνει καλέ!

Αχ φυτρώ-καλέ φυτρώ-
φυτρώνει μες στα δύσβατα,
στις πέτρες στα λιθάρια καλέ.

Αχ, ποτέ καλέ καλέ ποτέ.
Ποτέ του δε ποτίζεται
και δε κορφολογιέται καλέ.

Αχ, τον τρών' καλέ τον τρών',
τον τρών' τα λάφια και ψοφούν,
τ' αγρίμια και μερεύουν καλέ.

       Αμοργιανό...

Αμοργιανό είναι το νερό
Αμοργιανή κι η βρύση
Αμοργιανή κι η κοπελιά
που πάει για να γεμίσει

Αμοργιανό μου πέραμα
να 'χεις καλό ξημέρωμα

Αμοργιανό μου πέρασμα
και πως θα σε περάσω
και που θε να 'βρω τον καιρό
στη Γιάλη για ν' αράξω

Ορτσάριζε ορτσάριζε
στον κάβο καβατζάριζε

Να 'μουν στη Γιάλη μια βραδιά
στη Χώρα μιαν αυγίτσα
να 'μουν και στα Κατάπολα
που 'χει όμορφα κορίτσια

Γιαλίτισσα Γιαλίτισσα
στη πόρτα σου ξενύχτησα

         Πιπεριά

Aνέβηκα στη πιπεριά
-μαυρομάτα και ξανθιά-
για να κόψω ένα πιπέρι
-συ 'σαι το γλυκό μου ταίρι-

Bλέπω μια κόρη κι άλλαζε
και τη καρδιά μου τάραζε
και μου λέει: -"μη φοβάσαι
βάλ' το χέρι σου και πιάσε"

Tη τσίμπησα μες στο λαιμό,
σκούζει, φωνάζει: "όχι εδώ"
και μου λέει: "παρακάτω
από το λαιμό πιο κάτω"

Tη τσίμπησα στα δυο βυζά,
σκούζει, φωνάζει: "κερατά"
και μου λέει: "παρακάτω
απ' τα δυο βυζά πιο κάτω"

Tη τσίμπησα στον αφαλό,
σκούζει, φωνάζει: "ούτε 'δω
και μου λέει: "παρακάτω
απ' τον αφαλό πιο κάτω"

Tη τσίμπησα στα γόνατα
φωνές και ξελιγώματα
και μου λέει: "παραπάνω
απ' τα γόνατα πιο πάνω"

Σκύβω κι ο μαύρος τί να δω;
Να ρεματάκι δροσερό.
Γύρω-γύρω είχε βούρλα
και στη μέση μια βρυσούλα

Ήτανε και κατηφόρα
έβαλα και λίγη φόρα
πέφτει σκούζει απ' τη χαρά της
και την άκουσ' ο μπαμπάς της

-"Tι έχεις κόρη μ' κι είσαι κάτου
κι είν' τα πόδια σου στ' αφτιά του";
-"Μέγας πόνος μ' έχει πιάσει
και με τρίβει να περάσει"!

       Αννούλα

Ήμουνα ξένοιαστο πουλί
όταν σ' είχα πρωτοδεί
την αυγούλα,
-'Αννα μου, Αννούλα-
έφυγες κι έχεις χαθεί

Απ' τη στράτα σα περνάς
τη καρδούλα μου κερνάς
την αυγούλα,
'-Αννα μου Αννούλα-
μου 'πες πως θα μ' αγαπάς

Περπατώ εδώ κι εκεί
με το βήμα το βαρύ
την αυγούλα,
-'Αννα μου Αννούλα-
έφυγες κι έχεις χαθεί

   'Ανοιξαν Ούλα Τα Δέντρα...

'Ανοιξαν, άνοιξαν ούλα τα δέντρα
μουργιαλέ-μουργιαλένια μου
κρουσταλένια μου,
και οι αμύ -και οι αμυγδαλιές
μαύρα τα μάτια που είδα ψες

'Ανοιξα, άνοιξα κι εγώ ο καημένος,
μουργιαλέ -μουργιαλένια μου
κρουσταλένια μου
σε χρυσό -σε χρυσό μπαξέ
μαύρα τα μάτια που 'δα ψε

Βρίσκω κό- βρίσκω κόρη που κοιμάται
μουργιαλέ -μουργιαλένια μου
κρουσταλένια μου
σε χρυσό -σε χρυσό χαλί
μαύρα είν' τα μάτια που 'χα εγώ

Έσκυψα, έσκυψα να τη φιλήσω
μουργιαλέ -μουργιαλένια μου
κρουσταλένια μου
δε το δε- δε το δέχτηκε
μαύρα είν' τα μάτια που είδα ψε

      'Αντρα Μου Πάει...
                  (της Κάτω Ιταλίας)

Τέλω να μπισκεφτώ να μη πενσέφσω
να κλάφσω τσαι να γελάσω τέλω
αρτεβράι. Μα μάλι' αράτζια έβο
ε' να κανταλίσω στο φέγγο ε' να
φωνάσω ο άντρα μου πάει.
'Αντρα μου πάει - άντρα μου πάει.

Τσ'ε οι αντρώποι στε
μας πάνε στε ταράσσουνε ντ' άρτει
καλοί ους τωρούμε του σ' ένα
χρόνου.΄Ετο ε ζωή μα ε του, ε ζωή
Κριστέ μου; Μα πα τσαι στη
Γκερμάνια κλαίοντα μα πόνο.
Κλαίοντα μα πόνο - κλαίοντα μα πόνο.

Τάτα γιατί εν να πάει, πέ μα γιατί;
Γιατί έτο έν' ναι ζωή μαρά παιδία
ο τεκούντη πολεμά τσ' ιδρώνει να
λιπαριάσει ου σινιούρου μου τη φατία.
Μου τη φατία - Μου τη φατία.

Στέκω τη μπάντα τσαι στέκω εντώ
σόνο. Στέω πουμμα σα τσαι στε,
πένσεω στο τρένο. Πένσεω στο
σκοτεινό και στη μινιέρα που
πολεμώντα ετσεί πεθαίνει ο γένο.
Πεθαίνει ο γένο - πεθαίνει ο γένο.

             Kαληνύφτα

Τι έν'γλυτσέα τούση νύφτα τι εν' ώρια

τσ' εβώ ε πλώνω πενσέοντα σ' εσένα

τσ' ετού μπει στη φενέστρα σου αγάπη μου

της καρδίας μου σου 'νοίφτω τη πένα.

Εβώ πάντα σ'εσένα πενσέω

γιατί σένα φσυχή μου 'γαπώ

τσαι που πάω που σύρνω που στέω

στη καρδιά μου πάντα σένα βαστώ

Καληνύφτα σε 'φήνω τσαι πάω
πλάια σου 'τι 'βω πίρτα πρικό

τσαι που πάω που σύρνω που στέω

στη καρδιά μου πάντα σέ

Καληνύφτα σε 'φήνω τσαι πάω

πλάια σου 'τι 'βω πίρτα πρικό

τσαι που πάω που σύρνω που στέω

στη καρδιά μου πάντα σένα βαστώ.

Απάνω Στη Τριανταφυλλιά...

Απάνω στη -μαύρα μου μάτια-
απάνω στη τριανταφυλλιά
χτίζειν η πέρδικα φωλιά

Χτίζειν η πέ- μαύρα μου μάτια-
χτίζειν η πέρδικα φωλιά
σιμπαινοβγαίνουν τα πουλιά

σιμπαινοβγαι- μαύρα μου μάτια-
σιμπαινοβγαίνουν τα πουλιά
και σιέται η τριανταφυλλιά

Και σιέται η- μαύρα μου μάτια-
και σιέται η τριανταφυλλιά
και πέφτουν τα τριαντάφυλλα

Και πέφτουν τα- μαύρα μου μάτια-
και πέφτουν τα τριαντάφυλλα
μέσα στης νύφης τη ποδιά

            Από Ξένο Τόπο...

Aπό ξένο τόπο κι απ' αλαργινό
ήρθ' ένα κορίτσι, -φως μου-, δώδεκα χρονώ.

Έχει μαύρα μάτια και σγουρά μαλλιά
και στο μάγουλό του, -φως μου-, έχει μιαν ελιά.

Δε μου τη δανείζεις δε μου τη πουλάς
την ελίτσα που 'χεις, -φως μου-, και με τυραννάς;

Δε σου τη δανείζω, δε σου τη πουλώ,
μόν' να τη χαρίσω θέλω σ' κείνον π' αγαπώ.

  Δε Σε Θέλω Πια

Από τα πολλά
που μου 'χεις καμωμένα
δε σε θέλω πια
τα σωθικά μου
τα 'χεις μαυρισμένα
δε σε θέλω πια

Δε μ' αρέσουν πλέον τα γινάτια
δε ποθώ τα δυο γλυκά σου μάτια
παίζω και γελώ
κι άλλην αγαπώ
μάθε κι άλλη μια
πως δε σε θέλω πια

Τι μου το λες
πως δε μπορείς να ζήσεις
δε σε θέλω πια
με φοβερίζεις
πως θ' αυτοκτονήσεις
δε σε θέλω πια

Αλλού να βρεις
τα νάζια σου να κάνεις
δε σε θέλω πια
το ίδιο το 'χω
κι αν ζήσεις κι αν πεθάνεις
δε σε θέλω πια

Από Τη Πόρτα Σου Περνώ

Από τη πόρτα σου περνώ
κι από τη γειτονιά σου
για να με δεις και να χαρεί
και σένα η καρδιά σου

Έβγα στο παραθύρι
κρυφά απ' τη μάνα σου
και κάνε πως ποτίζεις
τη μαντζουράνα σου

Κάθε βραδιά στον ύπνο μου
μαζί σου κουβεντιάζω
και μόνο κείνη τη χαρά
στον κόσμο δοκιμάζω

Έβγα στο παραθύρι
κρυφά απ' τη μάνα σου
και πες πως θα μιλήσεις
στη φιλενάδα σου

Όλος ο κόσμος απορεί
με την υπομονή μου
για να κερδίσω μια καρδιά
θα χάσω τη δική μου

Να σ' αποχτήσω θέλω
με την υπομονή
και θα 'σαι ευτυχισμένη
σε όλη τη ζωή

    Γαλανή-Γαλαζιανή

Με κάλεσε μι' αρχόντισσα
γαλανή γαλαζιανή
με κάλεσε μι' αρχόντισσα
κόρη Καλαματιανή
Να πάω να δειπνήσω
μαύρα μάτια να φιλήσω

Με στρώνει στρώσες δώδεκα
γαλανή γαλαζιανή
με στρώνει στρώσες δώδεκα
κόρη Καλαματιανή
Κι ένα χρυσό παπλώμα
Πέφτ' αγκαλιάζω κούτσουρο
-γαλανή γαλαζιανή-
πέφτ' αγκαλιάζω κούτσουρο
κόρη Καλαματιανή
Θε μου ξημέρωσέ με

Με κάλεσε και μια φτωχή
-γαλανή γαλαζιανή-
με κάλεσε και μια φτωχή
κόρη Καλαματιανή
να πάω να δειπνήσω
μαύρα μάτια να φιλήσω

Μου στρώνει μια παλιόψαθα
-γαλανή γαλαζιανή-
μου στρώνει μια παλιόψαθα
-κόρη Καλαματιανή-
κι ένα παλιοπαπλώμα

Πέφτ' αγκαλιάζω μάλαμα
-γαλανή γαλαζιανή-
πέφτ' αγκαλιάζω μάλαμα
κόρη Καλαματιανή
Θε μου μη ξημερώσεις

        Γερακίνα

Κίνησε η Γερακίνα για νερό
ωρε κρύο να φέρει.
Ντρούγκου ντρούγκου
ντρουν ντρουν ντρουν
τα βραχιόλια της βροντούν.
Τα βραχιόλια της βροντούν,
ντρούγκου ντρούγκου ντρούγκου
ντρουν ντρουν ντρουν.

Κι έπεσε μες το πηγάδι
κι έβγαλε ωρε φωνή μεγάλη.
Ντρούγκου ντρούγκου
ντρουν ντρουν ντρουν
τα βραχιόλια της βροντούν.
Τα βραχιόλια της βροντούν,
ντρούγκου ντρούγκου ντρούγκου
ντρουν ντρουν ντρουν.

Κι έτρεξεν ο κόσμος όλος
κι έτρεξα ωρε κι εγώ ο καημένος.
Ντρούγκου ντρούγκου
ντρουν ντρουν ντρουν
τα βραχιόλια της βροντούν.
Τα βραχιόλια της βροντούν,
ντρούγκου ντρούγκου ντρούγκου
ντρουν ντρουν ντρουν.

Γερακίνα θα σε βγάλω
και γυναίκα θα σε πάρω.
Ντρούγκου ντρούγκου
ντρουν ντρουν ντρουν
τα βραχιόλια της βροντούν.
Τα βραχιόλια της βροντούν,
ντρούγκου ντρούγκου ντρούγκου
ντρουν ντρουν ντρουν.

           Γιάντα...

Γιάντα να μη θέλεις γιάντα
την αγάπη μου για πάντα

Για τον έρωτά σου σβήνω
σ' αγαπώ και τι θα γίνω

Γράφω τ' ονομά σου γράφω
μ' ένα βότσαλο στο βράχο

'Αστρο της ζωής μου άστρο
η καρδιά σου είναι κάστρο

       Γιαρούμπη

Δεν ημπορώ τα μάτια μου
ψηλά να τα σηκώσω
και της καημένης μου καρδιάς
αγέρα να της δώσω

Ποια θάλασσα ποιος ποταμός
ποια βρύση δε θολώνει
ποιος έχει αγάπη στη καρδιά
και δεν τη φανερώνει

Γιαρούμπη χάνομαι Γιαρούμπη πεθαίνω
κι εγώ για σένανε σκίζω τη γης και μπαίνω
Γιαρούμπη τα ποτήρια σπάσ' τα
με τα χεράκια σου

Ποιος πληγωμένος έγιανε
να 'χω κι εγώ το θάρρος
να 'χω κι εγώ παρηγοριά
πως δε με παίρνει ο χάρος

            Γιωργίτσα Μου

Εγώ 'λεγα να σ' αγαπώ Γιωργίτσα μου
κανείς να μη το ξέρει
τώρα το μάθανε οι δικοί Γιωργίτσα μου
το μάθανε κι οι ξένοι

Το γιασεμί στην πόρτα σου Γιωργίτσα μου
άνθισε και θα δέσει
τ' αγγελικό σου το κορμί Γιωργίτσα μου
στα χέρια στα χέρια μου θα πέσει

Μάζεψε εσύ τα γιασεμιά Γιωργίτσα μου
κι εγώ τα βελονιάζω
πούλησε την αγάπη σου Γιωργίτσα
κι εγώ την αγοράζω

Έλα Γιούλα Γιούλα έλα πάρε με
άνοιξε τις δυο αγκάλες μέσα βάλε με

Δω Στα Λιανοχορταρούδια

Δώ στα λια- κι αμάν αμάν,
δώ στα λιανοχορταρούδια,
τι τρανός χορός θα γένει.

Σα γαϊτά- κι αμάν αμάν,
σα γαϊτάνι θα παγαίνει,
πέντε πέρδικες πετούσαν.

Μες τον κά- κι αμάν αμάν,
μες τον κάμπο όλο γυρνούσαν,
για τα μας τα δυο ρωτούσαν.

Ποια είν' η ά- κι αμάν αμάν,
ποια είν' η άσπρη ποια είν' η ρούσα,
ποια είν' η γαϊτανοφρυδούσα.

Δώδεκα Ευζωνάκια

Δώδεκα ευζωνάκια
τ' αποφασίσανε
στον πόλεμο να πάνε
-Παναγιά μου-
να πολεμήσουνε

Στο δρόμο που πηγαίναν
στη Μαύρη θάλασσα
κακιά φουρτούνα πιάνει
-Παναγιά μου-
ξεσκίζει τα πανιά

Δε κλαίμε το καράβι
δε κλαίμε τα πανιά
μον' κλαίμε τα ευζωνάκια
-Παναγιά μου-
τα νιούτσικα παιδιά

Βοήθα Παναγιά μου
για να γλιτώσουμε
κι όλα σου τα καντήλια
-Παναγιά μου-
θα στ' ασημώσουμε

     Είναι Καρδιές...

Είναι καρδιές όπου γελούν
είναι καρδιές που κλαίνε
είναι καρδιές όπου πονούν
τον πόνο τους δε λένε

Ω, ωχ, έβγα ταίρι μου
ω, ωχ και πιάσ' το χέρι μου

Για μάγια μου 'κανες
για μαγεμένο μ' έχεις
και μέσα στην αγκάλη σου
περιπλεγμένο μ' έχεις

Ω, ωχ, μάγια μου 'κανες
ω, ωχ, εσύ με τρέλανες

Όταν σε βλέπω κι έρχεσαι
φωνάζω Παναγιά μου
αυτά τα μάτια τα γλυκά
να γίνουνε δικά μου

Ω, ωχ, έλα πέρασε
ω, ωχ, παίξε και γέλασε

 Είχα Μιαν Αγάπη...

Είχα μιαν αγάπη, αγάπη
στον καιρό μου
εκείνη ήταν τα μάτια μου,
τα μάτια και το φως μου

Και την αγαπούσα
πιστά και πιστεμένα
μα κείν' η αφιλότιμη
κορόιδευεν εμένα

Ένα πρωί περνούσα
από τη γειτονιά της
και την εκαλημέρισα,
της είπα τ' όνομά της.

Καλημέρα μήλο μου,
μήλο μου πορτοκάλι
ωσάν και σένα μάτια μου,
στον κόσμο δεν είν' άλλη

   Τούτο Τον Μήνα...

Τούτο το μήνα, τον από πάνω
Τον από πάνω τον παραπάνω
Αϊτός εβγήκε να κυνηγήσει,
να κυνηγήσει και να γυρίσει

Δεν εκυνήγα αϊτούς και λάφια
μόν' εκυνήγα δυο μαύρα μάτια
Μαύρα μου μάτια κι αγαπημένα
και πως περνάτε χωρίς εμένα

Μαύρα μου μάτια κόκκινα χείλη
έβγα μικρή μου στο παραθύρι
Να δεις τον ήλιο και το φεγγάρι
να δεις τον νέο που θα σε πάρει

Γαϊτάνι πλέκω και δεν αδειάζω
Δε με βολεί πλιο να κουβεντιάζω
Ανάθεμά το τέτοιο γαϊτάνι
κι απού το πλέκει κι απού το 'φάνει

                  Του Νεκρού Αδερφού

Μάνα με τους εννιά σου γιούς και με τη μια σου κόρη,
τη κόρη τη μονάκριβη τη πολυαγαπημένη.
Την είχες δώδεκα χρονώ κι ο ήλιος δε στην είδε.
Στα σκοτεινά την έλουζε, στ' άφεγγα τη χτενίζει,
στ' άστρι και στον αυγερινό έπλεκε τα μαλλιά της.
Προξενητάδες ήρθανε από τη Βαβυλώνα,
να πάρουνε την Αρετή πολύ μακριά στα ξένα.
Οι οκτώ αδερφοί δε θέλουνε κι ο Κωνσταντίνος θέλει.
-Μάνα μου κι ας τη δώσουμε την Αρετή στα ξένα.
Στα ξένα εκεί που περπατώ, στα ξένα που πηγαίνω,
αν πάμ' εμείς στη ξενιτιά, ξένοι να μη περνούμε.
-Φρόνιμος είσαι Κωνσταντή, μ' άσκημ' απηλογήθης.
Κι α' μο 'ρτει γιε μου θάνατος κι α' μο 'ρτει γιε μου αρρώστια,
αν τύχει πίκρα γη χαρά, ποιος πάει να μου τη φέρει;
-Βάζω τον ουρανό κριτή και τους αγιούς μαρτύρους,
αν τύχει κι έρτει θάνατος, αν τύχει κι έρτει αρρώστια,
αν τύχει πίκρα γη χαρά, εγώ πα' να στη φέρω.

Και σαν την επαντρέψανε την Αρετή στα ξένα
κι εμπήκαν χρόνοι δίσεχτοι και μήνες οργισμένοι
κι έπεσε το θανατικό κι οι εννιά πεθάναν,
βρέθηκ' η μάνα μοναχή σα καλαμιά στον κάμπο.
Σ' όλα τα μνήματα έκλαιγε, σ' όλα μοιρολογιόταν,
στου Κωνσταντίνου το μνημιό ανέσπα τα μαλλιά της.
"Ανάθεμά σε Κωνσταντή και μυριανάθεμά σε,
οπού μου την εξόριζες την Αρετή στα ξένα!
Το τάξιμο που μου 'ταξες πότε θα μου το κάμεις;
Τον ουρανό 'βαλες κριτή και τους αγιούς μαρτύρους
αν τύχει πίκρα γη χαρά, να πας να μου τη φέρεις".
Από το μυριανάθεμα και τη βαριά κατάρα,
η γης αναταράχθηκε κι ο Κωνσταντής εβγήκε.
Κάνει το σύγνεφο άλογο και τ' άστρι χαλινάρι
και το φεγγάρι συντροφιά και πάει να τη φέρει.

Παίρνει τα όρη πίσω του και τα βουνά μπροστά του.
Βρίσκει τη κι εχτενίζουνταν όξω στο φεγγαράκι.
Από μακριά τη χαιρετά κι από κοντά της λέγει:
-'Αιντε αδερφή να φύγουμε, στη μάνα μας να πάμε.
-Αλίμον' αδερφάκι μου και τι 'ναι τούτ' η ώρα;
Αν ίσως κι είναι για χαρά, να στολιστώ και να 'ρθω.
-Έλ' Αρετή στο σπίτι μας κι ας είσ' όπως κι αν είσαι.
Κοντολογίζει τ' άλογο και πίσω τη καθίζει.

Στη στράτα που διαβαίνανε, πουλάκια κελαηδούσαν,
δε κελαηδούσαν σα πουλιά, μήτε σα χελιδόνια,
μον' κελαηδούσαν κι έλεγαν μ' ανθρώπινη ομιλία:
"Ποιος είδε κόρην όμορφη να σέρνει πεθαμένος"!
-'Ακουσες Κωνσταντίνε μου τι λένε τα πουλάκια;
-Πουλάκια 'ναι κι ας κελαηδούν, πουλάκια 'ναι κι ας λένε.
Και παρακεί που πήγαιναν κι άλλα πουλιά τους λένε:
"Δεν είναι κρίμα κι άδικο, παράξενο μεγάλο,
να περπατούν οι ζωντανοί με τους αποθαμένους"!
-'Ακουσες Κωνσταντίνε μου τι λένε τα πουλάκια;
Πως περπατούν οι ζωντανοί με τους αποθαμένους.
-Απρίλης είναι και λαλούν και Μάης και φωλεύουν.
-Φοβούμαι σ' αδερφάκι μου και λιβανιές μυρίζεις.
-Εχτές βραδύς επήγαμε πέρα στον 'Αϊ Γιάννη
κι εθύμιασέ μας ο παπάς με περισσό λιβάνι.
Και παρεμπρός που πήγανε κι άλλα πουλιά τους λένε:
"Για ιδές θάμα κι αντίθαμα που γίνεται στον κόσμο,
τέτοια πανώρια λυγερή να σέρνει ο πεθαμένος!
Τ' άκουσε πάλ' η Αρετή και ράγισ' η καρδιά της.
-'Ακουσες Κωνσταντάκη μου τι λένε τα πουλάκια;
-'Αφησ' Αρέτω τα πουλιά κι ό,τι κι α' θέλ' ας λέγουν.
-Πες μου πού 'ναι τα κάλλη σου και πού 'ν' η λεβεντιά σου
και τα ξανθά σου τα μαλλιά και τ' όμορφο μουστάκι;
-Έχω καιρό π' αρρώστησα και πέσαν τα μαλλιά μου!

Αυτού σιμά αυτού κοντά, στην εκκλησιά προφτάνουν.
Βαριά χτυπά τ' αλόγου του κι απ' εμπροστά της 'χάθη.
Κι ακούει τη πλάκα και βροντά, το χώμα και βουΐζει.
Κινά και πάει η Αρετή στο σπίτι μοναχή της.
Βλέπει τους κήπους της γυμνούς, τα δένδρα μαραμένα
βλέπει το μπάλσαμο ξερό, το καρυοφύλλι μαύρο,
βλέπει μπροστά στη πόρτα της χορτάρια φυτρωμένα.
Βρίσκει τη πόρτα σφαλιχτή και τα κλειδιά παρμένα
και τα σπιτοπαράθυρα, σφιχτά μανταλωμένα.
Χτυπά τη πόρτα δυνατά, τα παραθύρια τρίζουν.
-Αν είσαι φίλος διάβαινε κι αν είσ' οχτρός μου φύγε
κι αν είσαι ο πικροχάροντας, άλλα παιδιά δεν έχω
κι η δόλια η Αρετούλα μου λείπει μακριά στα ξένα.
-Σήκω μανούλα μου, άνοιξε, σήκω γλυκιά μου μάνα.
-Ποιος είναι αυτός που μου χτυπά και με φωνάζει μάνα;
-'Ανοιξε μάνα μου, άνοιξε κι εγώ είμαι η Αρετή σου.

Κατέβηκε, αγκαλιάστηκαν και πέθαναν κι οι δύο.

Όμορφα Που 'ναι Την Αυγή

Όμορφα που 'ναι την αυγή
όταν γλυκοχαράζει
χαρά σε κείνη τη καρδιά
που δεν αναστενάζει

Σγουρέ βασιλικέ μου
με φύλλα πράσινα
θέλω τον έρωτά σου
με χίλια βάσανα

Σγουρέ βασιλικέ μου
και ματζουράνα μου
εσύ θα με χωρίσεις
από τη μάνα μου

     Της Αμύνης Τα Παιδιά

Μια μέρα θα το γράψει η ιστορία
που έδιωξε απ' την Αθήνα τα θηρία
που έδιωξε βασιλείς και βουλευτάδες
τους ψευταράδες και τους μασκαράδες

Και στην άμυνα εκεί
όλοι οι αξιωματικοί
πολεμάει κι ο Βενιζέλος
που αυτός θα φέρει τέλος
και ο κάθε πατριώτης
θα μας φέρουν την ισότης

Η Παναγιά που στέκει στο πλευρό μας
δείχνει το δρόμο στο νέο στρατηγό μας
τον ήρωα της εθνικής αμύνης
που πολεμάει και διώχνει τους εχθρούς

Της αμύνης τα παιδιά
διώξανε το βασιλιά
και του δώσαν τα βρακιά του
για να πάει στη δουλειά του
τον περίδρομο να τρώει
με το ξένο του το σόι

Έλα να δεις σπαθιά και γιαταγάνια
που βγάζουν φλόγες και φτάνουν στα ουράνια
εκεί ψηλά ψηλά στα σύνορά μας
τρέχει ποτάμι το αίμα του εχθρού

Της αμύνης τα παιδιά
διώξανε το βασιλιά
της αμύνης το καπέλο
έφερε το Βενιζέλο
της αμύνης το σκουφάκι
έφερε το Λευτεράκη

Της Τριανταφυλλιάς Τα Φύλλα

Της τριανταφυλλιάς τα φύλλα
-βρ' αμάν-
θα τα κάνω φορεσιά
-αμάν γκελ αμάν
σεβνταλή μ' αμάν-

Να τα βάλω να περάσω
-βρ' αμάν-
να σου κάψω την καρδιά
-αμάν γκελ αμάν
σεβνταλή μ' αμάν-

Σένα τα λέγω κι άκου τα
πάρε χαρτί και γράψε τα

Απεφάσισα πουλί μου
-βρ' αμάν-
απεφάσισε κι εσύ
-αμάν γκελ αμάν
σεβνταλή μ' αμάν-

Δυο καρδιές να γίνουν ένα
-βρ' αμάν-
ένα σώμα μια ψυχή
-αμάν γκελ αμάν
σεβνταλή μ' αμάν-

Σένα τα δίνω τα φλουριά
μαύρα μου μάτια και γλυκά

              Της 'Αρτας Το Γιοφύρι

Σαράντα πέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες
γιοφύρι θεμελιώνανε στης 'Αρτας το ποτάμι.
Ολημερίς το χτίζανε, το βράδυ γκρεμιζόταν.
Μοιρολογούν οι μάστορες και κλαιν οι μαθητάδες.
"Αλίμονο στους κόπους μας, κρίμα στις δούλεψές μας,
ολημερίς να χτίζουμε, το βράδυ να γκρεμιέται."
Πουλάκι εδιάβη κι έκατσεν, αντίκρυ στο ποτάμι,
δεν εκελάηδα σα πουλί, μηδέ σα χελιδόνι,
παρά κελάηδα κι έλεγε μ' ανθρώπινη λαλίτσα:
" Αν δε στοιχειώσετ' άνθρωπο, γιοφύρι δε στεριώνει
και μη στοιχειώσετ' ορφανό, μη ξένο, μη διαβάτη,
παρά του πρωτομάστορα την όμορφη γυναίκα,
που 'ρχετ' αργά τ' αποταχύ και πάρωρα το γιόμα."

Τ' άκουσ' ο πρωτομάστορας και του θανάτου πέφτει.
Πιάνει, μηνά της λυγερής με το πουλί τ' αηδόνι.
Αργά ντυθεί, αργ' αλλαχτεί, αργά να πάει το γιόμα,
αργά να πάει να διαβεί της 'Αρτας το γιοφύρι.
Και το πουλί παράκουσε κι αλλιώς επήγε κι είπε:
"Γοργά ντύσου, γοργ' άλλαξε, γοργά να πας το γιόμα,
γοργά να πας και να διαβείς της 'Αρτας το γιοφύρι."

Να τηνε κι εμφανίστηκε από την άσπρη στράτα.
Την είδ' ο πρωτομάστορας, ραγίζετ' η καρδιά του.
Από μακριά τους χαιρετά κι από κοντά τους λέει:
"Γειά σας χαρά σας μάστοροι κι εσείς οι μαθητάδες,
μα τι έχει ο πρωτομάστορας κι είναι βαργιομισμένος;"
"Το δαχτυλίδι του 'πεσε στη πρώτη τη καμάρα
και ποιός να μπει και ποιός να βγει, το δαχτυλίδι να 'βρει;"
"Μάστορα, μην πικραίνεσαι κι εγώ πά' να σ' το φέρω,
εγώ να μπω, εγώ να βγω, το δαχτυλίδι να 'βρω."

Μηδέ καλά κατέβηκε, μηδέ στη μέση πήγε.
"Τράβα καλέ μ' τον άλυσο, τράβα την αλυσίδα,
τι όλο κόσμο ανάγειρα και τίποτας δε βρήκα."
Ένας πηχά με το μυστρί κι άλλος με τον ασβέστη,
παίρνει κι ο πρωτομάστορας και ρίχνει μέγα λίθο.

"Αλίμονο στη μοίρα μας, κρίμα στο ριζικό μας!
Τρεις αδερφάδες ήμαστε κι οι τρεις κακογραμμένες.
Η μια 'χτισε το Δούναβη κι η άλλη τον Αφράτη
κι εγώ η πιο στερνότερη της 'Αρτας το γιοφύρι.
Ως τρέμει το καρυόφυλλο, να τρέμει το γιοφύρι
κι ως τρέμουν τα δεντρόφυλλα, να πέφτουν οι διαβάτες."

"Κόρη, το λόγον άλλαξε κι άλλη κατάρα δώσε,
που 'χεις μονάκριβο αδελφό, μη λάχει και περάσει."
Κι αυτή το λόγον άλλαξε κι άλλη κατάρα δίνει.
"Αν τρέμουν τ' άγρια βουνά, να τρέμει το γιοφύρι
κι αν πέφτουν τ' άγρια πουλιά, να πέφτουν οι διαβάτες,
τί έχω αδερφό στη ξενιτιά, μη λάχει και περάσει.

Τι Μου Στέλνεις Γράμματα

Ε, τι μου τα μηνάς στα λόγια,
τι μου στέλνεις γράμματα
Και δεν ξεύρω ν' ανεγνώσω
κι αρχινώ τα κλάματα

Σγουρέ βασιλικέ μου
και δυόσμε φουντωτέ
σα τη δικιά σ' αγάπη
δεν ένιωσα ποτέ

Ε, δε μου λες εχτές το βράδυ,
ο θυμός σου τι 'τανε
Μ' απαντήσανε δυο φίλοι
και για σένα μου 'πανε

Σγουρέ βασιλικέ μου
με φύλλα πράσινα
θέλω τον ερωτά σου
με χίλια βάσανα

    Τι Σε Μέλλει...

Τι σε μέλλει εσένανε
από πού είμαι εγώ
απ' το Καραντάσι -φως μου-
ή απ' το Κορδελιό

Απ' τον τόπο που είμαι εγώ
ξεύρουν ν' αγαπούν
ξεύρουν τον καημό να κρύβουν
ξεύρουν να γλεντούν

Τι σε μέλλει εσένανε
κι όλο με ρωτάς
αφού δε με λυπάσαι -φως μου-
και με τυραγνάς

Απ' τη Σμύρνη έρχομαι
να βρω παρηγοριά
να βρω μες στην Αθήνα -φως μου-
αγάπη κι αγκαλιά

Τι σε μέλλει εσένανε
κι όλο με ρωτάς
από ποιο χωριό είμαι εγώ
αφού δε μ' αγαπάς

       Τζιβαέρι

Αχ! Η ξενιτειά το χαίρεται
Τζιβαέρι μου
Το μοσχολούλουδο μου
σιγανά και ταπεινά

Αχ! Εγώ ήμουνα που το 'στειλα
Τζιβαέρι μου
Με θέλημα δικό μου
σιγανά πατώ στη γη

Αχ! Πανάθεμά σε ξενιτειά
Τζιβαέρι μου
Εσέ και το καλό σου
σιγανά και ταπεινά

Αχ! Που πήρες το παιδάκι μου
Τζιβαέρι μου
και το 'κανες δικό σου
σιγανά πατώ στη γη

        Πρόβαλε

Στο παραθύρι πρόβαλε     
λίγο να σε δω καλέ
πρόβαλε πρόβαλε στο παραθύρι
κάνε μου το χατήρι

Στο παραθύρι πρόβαλε     
να σου πω πως σ' αγαπώ
της ζωής μου άγγελε

Του παραθυριού τη γρίλια
άνοιξε για να σκάσουν απ' τη ζήλια

Στο παραθύρι πρόβαλε
για το πείσμα των γειτόνω'
και να πάψω να χω πόνο

Στο 'πα & Στο Ξαναλέω...

Στο 'πα και στο ξαναλέω
στο γιαλό μη κατεβείς
κι ο γιαλός κάνει φουρτούνα
και σε πάρει και διαβείς

Κι αν με πάρει που με πάει
κάτω στα βαθιά νερά
κάνω το κορμί μου βάρκα
τα χεράκια μου κουπιά
το μαντήλι μου πανάκι
μπαινοβγαίνω στη στεριά

Στο 'πα και στο ξαναλέω
μη μου γράφεις γράμματα
γιατί γράμματα δε ξέρω
και με πιάνουν κλάματα

      Σα Πεθάνω

'Αντε, σα πεθάνω τι θα πούνε;
Πέθανε κάποιο παιδί
Πέθανε κι ένας λεβέντης
που γλεντούσε τη ζωή!

'Αντε, σα πεθάνω στο καράβι,
ρίξτε με μες στο γιαλό
Να με φάνε τα μαύρα τα ψάρια
και το αρμυρό νερό!

Σε Ψηλό Βουνό

Σε ψηλό βουνό,
σε ριζιμιό χαράκι,
κάθεται έν' αϊτός.

Βρεμένος, χιονισμένος
ο καημένος
και παρακαλεί. Και παρακαλεί
τον ήλιο ν' ανατείλει.

Ήλιε ανάτειλε! Ήλιε ανάτειλε!

Ήλιε λάμψε και δώ
για να λιώσουνε
τα χιόνια απ' τα φτερά μου
και τα κρούσταλλα
από τ' ακράνυχά μου.

Ήλιε ανάτειλε! Ήλιε ανάτειλε!

              Σκερτσοπεταχτό

Μάγκικό μου νόστιμό μου σκερτσοπεταχτό
με τα ναζάκια σου μ' έχεις τρελό
σα σε βλέπω από κοντά μου να περνάς μικρό
μου ξετρελαίνεις φως μου το μυαλό

Έλα δώσ' μου τα φιλιά σου μείνε πια μ' εμέ
μη θέλεις φως μου να χαθώ για 'σε
έλα μάγκικο σκερτσόζο δώσ' μου μια ματιά
να μου γιατρέψεις φως μου τη καρδιά

Μάγκικό μου νόστιμό μου σκερτσοπεταχτό
με τα ναζάκια σου μ' έχεις τρελό
πάψε πια να με παιδεύεις άλλο δε βαστώ
μη θέλεις φως μου για σένα να χαθώ

    Όλυμπος & Κίσσαβος

Ο Όλυμπος κι ο Κίσσαβος,
τα δυο βουνά μαλώνουν
το ποιο να ρίξει τη βροχή,
το ποιο να ρίξει χιόνι.
Ο Κίσσαβος ρίχνει βροχή
κι ο Όλυμπος το χιόνι.

Γυρίζει ο γερο-Όλυμπος
και λέγει του Κισσάβου:
Μη με μαλώνεις Κίσσαβε,
μπρε τουρκοπατημένε,
που σε πατάει η Κονιαριά
κι οι Λαρσινοί αγάδες.

Εγώ είμ' ο γερο-Όλυμπος
στον κόσμο ξακουσμένος,
έχω σαράνταδυό κορφές
κι εξήνταδυό βρυσούλες,
κάθε κορφή και φλάμπουρο
κάθε κλαδί και κλέφτης.

Κι όταν το παίρνει η άνοιξη
κι ανοίγουν τα κλαδάκια,
γεμίζουν τα βουνά κλεφτιά
και τα λαγκάδια σκλάβους.

Έχω και τον χρυσόν αετό
τον χρυσοπλουμισμένο,
πάνω στη πέτρα κάθεται
και με τον ήλιο λέγει:

"Ήλιε μ', δε κρους τ'αποταχύ,
μον' κρους  το μεσημέρι,
να ζεσταθούν τα νύχια μου
τα νυχοπόδαρά μου".

Πουλάκι Ξένο

Πουλάκι ξένο
ξενιτεμένο
πουλί χαμένο
που να σταθώ
Που ν' ακουμπήσω
να ξενυχτήσω
να ξενυχτήσω
να μη χαθώ

Βραδιάζ' η μέρα
σκοτάδι πέφτει
και δίχως ταίρι
που να σταθώ
Που να φωλιάσω
σε ξένο δάσο
-σε ξένο δάσο-
να μη χαθώ

Γυρίζω να βρω
που να καθίσω
να ξενυχτήσω
το μοναχό
Κάθε κλαράκι
βαστά πουλάκι
βαστά πουλάκι
ζευγαρωτό

        Περβολαριά

Περβολαριά όταν θα βγεις
τ' άνθη σου να ποτίσεις
ρίξε μου μια γλυκιά ματιά
τσαχπίνα περιβολαριά
να με παρηγορήσεις

Περβολαριά μου σε αγάπησα
μες στη καρδιά μου σε ζωγράφισα
μες στη καρδιά μου σε ζωγράφισα
περβολαριά μου σε αγάπησα

Κόρη το περβολάκι σου
το δενδροφυτεμένο
τα χείλη μου τα μάρανε
στ' ορκίζομαι περβολαριά
που να το δω καμμένο

Περβολαριά γλυκιά περβολαριά
μ' άναψες φλόγα μέσα στη καρδιά
μ' άναψες φλόγα μέσα στη καρδιά
περβολαριά γλυκιά περβολαριά

Πότε Θα Κάμει Ξαστεριά

Πότε θα κάμει ξαστεριά,
πότε θα φλεβαρίσει,
να πάρω το ντουφέκι μου,
την έμορφη πατρόνα,
να κατεβώ στον Ομαλό,
στη στράτα στο Μουσούρο,
να κάμω μάνες δίχως γιους,
γυναίκες δίχως άντρες,
να κάμω και μωρά παιδιά,
να κλαιν' δίχως μανάδες,
να κλαιν' τη νύχτα για νερό,
και το πρωί για γάλα,
και τ' αποξημερώματα
για τη γλυκιά πατρίδα.

          Πέρα Στους Πέρα-Κάμπους

Πέρα στους πέρα κάμπους που είναι οι έλιές
είν' ένα μοναστήρι που παν' οι κοπελιές

Πάω κι εγώ ο καημένος για να λειτουργηθώ
να κάνω το σταυρό μου σα κάθε Χριστιανός

Στο περιβόλι μπαίνω και βλέπω μια μηλιά
με μήλα φορτωμένη και πάνω κοπελιά

Ρωτώ ξαναρωτώ τη -'πο που 'σαι κοπελιά;
-Από 'δώ κοντά 'μαι, π' αυτόν τον μαχαλά.

Μα έχω γέρον άντρα και δυο μικρά παιδιά
π' ολημερίς με δέρνει, έχει σκληρή καρδιά

Βαρύ σταμνί μου δείνει κι ένα κοντό σχοινί
ν' αργήσω να γεμίσω για να 'βρει αφορμή!

Σ' Αγαπώ Γιατί Είσ' Ωραία

Σ' αγαπώ
σ' αγαπώ γιατί είσαι ωραία
σ' αγαπώ γιατί είσαι συ

Αγαπώ
αγαπώ κι όλο τον κόσμο
γιατί ζεις κι εσύ μαζί

Το παρα-
το παράθυρο κλεισμένο
το παράθυρο κλειστό

'Ανοιξε
άνοιξε το ένα φύλλο
την εικόνα σου να δω

      Νανούρισμα

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά
έλα πάρε και τούτο
μικρό-μικρό σου το 'δωσα
μεγάλο φέρε μου το

Μεγάλο σα ψηλό βουνό
ψηλό σα κυπαρίσσι
ν' απλώνονται οι κλώνοι του
σ' ανατολή και δύση

Νάνι που το μεγάλωσαν
τρεις αδερφές και μάνα
και πάλι δε τους φτάνανε
πήραν και παραμάνα

Αχ, αχ νάνι-νάνι

     Νεραντζούλα

Νεραντζούλα φουντωμένη
που είναι τ' άνθια σου
νεραντζούλα
που είναι τ' άνθια σου
που είναι η πρώτη σου εμορφάδα
που ειναι τα κάλλη σου
νεραντζούλα
που ειναι τα κάλλη σου

Φύσηξε βοριάς κι αγέρας
και τα τίναξε
νεραντζούλα
και τα τίναξε
Σε παρακαλώ βοριά μου
φύσα ταπεινά
νεραντζούλα
φύσα ταπεινά

Ν' αρμενίσουν τα καράβια
τα ζαγοριανά
νεραντζούλα
τα ζαγοριανά
Που 'χουν ναύτες παληκάρια
κι όμορφα παιδιά
νεραντζούλα
κι όμορφα παιδιά...

                           Του Διγενή

Ο Διγενής ψυχομαχεί κι γη τονε τρομάσσει.
Βροντά κι αστράφτει ο ουρανός και σείετ' ο πάνω κόσμος
κι ο κάτω κόσμος άνοιξε και τρίζουν τα θεμέλια
κι η πλάκα τον ανατριχιά, πώς θα τονε σκεπάσει,
πώς θα σκεπάσει τον αϊτό, τση γης τον αντρειωμένο.

Σπίτι δεν τον εσκέπαζε, σπηλιά δεν τον εχώρει,
τα όρη εδιασκέλιζε, βουνού κορφές επήδα,
χαράκι αμαδολόγανε και ριζιμιά ξεκούνειε.
Στο βίτσιμα 'πιανε πουλιά, στο πέταμα γεράκια,
στο γλάκιο και στο πήδημα τα 'λάφια και τ' αγρίμια.
Ζηλεύει ο Χάρος, με χωσιά μακρά τονε βιγλίζει,
κι ελάβωσέ του την καρδιά και την ψυχή του πήρε.

Τρίτη γεννήθη ο Διγενής και Τρίτη θα πεθάνει.
Πιάνει καλεί τους φίλους του κι όλους τους αντρειωμένους.
Να 'ρθει ο Μηνάς κι ο Μαυραϊλής, να 'ρθει κι ο γιος του Δράκου,
να 'ρθει κι ο Τρεμαντάχειλος, που τρέμει η γη κι ο κόσμος.
Κι επήγαν και τον ήβρανε στον κάμπο ξαπλωμένο.
Βογκάει, τρέμουν τα βουνά, βογκάει, τρέμουν οι κάμποι.

"Σαν τι να σ' ήβρε Διγενή και θέλεις να πεθάνεις;"
"Φίλοι, καλώς ορίσατε, φίλοι κι αγαπημένοι,
συχάσατε, καθίσατε κι εγώ σας αφηγιέμαι.

Της Αραβίνας τα βουνά, της Σύρας τα λαγκάδια,
που εκεί συνδυό δεν περπατούν, συντρείς δεν κουβεντιάζουν,
παρά πενήντα κι εκατό και πάλε φόβον έχουν
κι εγώ μονάχος πέρασα, πεζός κι αρματωμένος,
με τετραπίθαμο σπαθί, με τρείς οργιές κοντάρι.
Βουνά και κάμπους έδειρα, βουνά και καταράχια,
νυχτιές χωρίς αστροφεγγιά, νυχτιές χωρίς φεγγάρι.

Και τόσα χρόνια που 'ζησα 'δώ στον απάνω κόσμο,
κανένα δε φοβήθηκα από τους αντρειωμένους.
Τώρα είδα έναν ξιπόλητο και λαμπροφορεμένο,
που 'χει του ρήσου τα πλουμιά, της αστραπής τα μάτια,
με κράζει να παλέψουμε σε μαρμαρένια αλώνια
κι όποιος νικήσει από τους δυο να παίρνει τη ψυχή του."

Κι επήγαν και παλέψανε στα μαρμαρένια αλώνια
κι όθε χτυπάει ο Διγενής, το αίμα αυλάκι κάνει
κι όθε χτυπάει ο Χάροντας, το αίμα τράφο κάνει.

Ο Ήλιος Βασιλεύει...

Ο ήλιος βασιλεύει
κι η μέρα σώνεται
κι ο νους μου από σένα
δε συμμαζώνεται

Ποιός σε φίλησε
και σε κοκκίνισε
το φεγγάρι κάνει βόλτα
στης αγάπης μου τη πόρτα
το φεγγάρι κάνει κύκλο
στης αγάπης μου τον κήπο

Έλα να φιληθούμε
και φίλαμε κι εσύ
κι άμα το μαρτυρήσω
μαρτύρατο κι εσύ
Έβγα να σε δω
να παρηγορηθώ

Εσύ είσαι το σταφύλι
κι εγώ το τσάμπουρο
φίλα με συ στα χείλη
κι εγώ στο μάγουλο

Ο Μενούσης

Ο Μενούσης,
ο Μπερμπίλης
κι ο Ρεσούλ-Αγάς,
σε κρασοπουλειό
πηγαίναν
για να φαν να πιούν.

Κει που τρώγαν,
κει που πίναν
και που γλένταγαν,
κάπου πιάσαν
τη κουβέντα
για τις έμορφες.

-Όμορφη γυναίκα
που 'χεις
βρε Μενούσ'-Αγά!
-Πού την είδες,
πού τη ξέρεις
και τη μολογάς;

-Χθες την είδα
στο πηγάδι
που 'παιρνε νερό
και της δίνω
το μαντήλι
και μου το 'πλυνε.

-Αν την ξέρεις
κι αν την είδες,
πες μου τι φορεί;
-Ασημένιο μεσοφόρι
με χρυσό φλουρί.

Κι ο Μενούσης,
μεθυσμένος
πάει την έσφαξε.
Το πρωί
ξεμεθυσμένος
πάει την έκλαψε.

Σήκω πάπια μ',
σήκω χήνα μ' ,
σήκω πέρδικα μ'.
Σήκω λούσου
και χτενίσου
κι έμπα στο χορό.

Να σε δουν
τα παλικάρια
να μαραίνονται.
Να σε δω
κι εγώ ο καημένος
και να χαίρομαι.

        Ο Μποχώρης

'Αιντε του καημένου του Μποχώρη
του τη σκάσαν στο βαπόρι
άιντε του τη σκάσαν στο βαπόρι
και του πήραν πεντακόσια
όλο λίρες κι όλο γρόσια

'Αιντε τον καημένο το Μποχώρη
τον τυλίξανε στη πλώρη
άιντε τον τυλίξανε στη πλώρη
και του πήρανε στο ζάρι
άιντε το καινούργιο του ζουνάρι

'Αιντε τον Μποχώρη τον εμπλέξαν
στα στενά και του τις βρέξαν
άιντε στα στενά και του τις βρέξαν
και του κάναν τον γκιουλέκα
άιντε και του πήραν κι άλλα δέκα

'Αιντε το 'να μήλο τ' άλλο ρόιδο
άιντε του τη σκάσαν σα κορόιδο
άιντε του τη σκάσαν σα κορόιδο
και του πήραν τα ψιλά του
άιντε και τον στείλαν στη δουλειά του

                Ο Μέρμηγκας

Πού πας καημένε Μέρμηγκα, καλέ μέρμηγκα,
βρε που πας, βρε που πας κατακαημένε,
με τ' αλέ - με τ' αλέτρι φορτωμένε.

Μα εγώ έχω αμπέλια στη Βλαχιά, στη Βλαχοπουρναριά,
έχω αμπέ - έχω αμπέλια να τρυγήσω
και να τα - και να τα μουστοπατήσω.

Τα τρύγησα, τα πάτησα, καλέ τα πάτησα,
και γεμί- και γεμίζω τρεις βαρέλες,
σα τρεις ε- σα τρεις έμορφες κοπέλες.

Με ρόγιασεν η μάνα μου, καλή μανούλα μου,
σ' αρχοντό- σ' αρχοντόπουλου τα χέρια,
σε σπαθιά- σε σπαθιά και σε μαχαίρια.

Δως μου κυρά το ρήγι μου, καλέ το ρήγι μου,
δώσε μου, δώσε μου τη δουλεψή μου,
σε βαρέ- σε βαρέθηκε η ψυχή μου.

Με Γέλασε Μια Χαραυγή

Με γέλασε μια χαραυγή
τ' άστρα και το φεγγάρι,
με γέλασαν και μου 'πανε
ποτέ δε θα πεθάνω.

Και βγήκα νύχτα στα βουνά
ψηλά στα κορφοβούνια,
βλέπω το χάρο να 'ρχεται
στο άλογο καβάλλα.

Μη με παίρνεις
χάρε, μη με παίρνεις
αφού δε με ξαναφέρνεις.

Μήλο Μου & Μανταρίνι

Μες στα γλυκά ματάκια σου
μες στα γλυκά σου κάλλη
εξέχασα σιγά-σιγά
κάθε αγάπη άλλη

Μήλο μου και μανταρίνι
ό,τι πεις εσύ θα γίνει

Και τώρα που σ' αγάπησα
τρελαίνομαι ολοένα
και χάνομαι και σβήνομαι
αγάπη μου στα ξένα

Έλα με τον ταχυδρόμο
που 'ναι γρήγορος στο δρόμο

Πόσα θυμάμαι να σου πω
κι όταν σε δω τα χάνω
κι απ' την αγάπη τη πολλή
κοντεύω να πεθάνω

Έλα, έλα που σου λέγω
μην με τυραννείς και κλαίγω

Εγώ για 'σένα τραγουδώ
και λες δε σ' αγαπάω
και λες με τ' άστρα του ουρανού
τις ώρες μου περνάω

Έλα, έλα με τα μένα
και θα ζεις χαριτωμένα

Μήλο μου και μανταρίνι
κείνο που 'παμε θα γίνει.

Μάνα Αν Έρθουν Οι Φίλοι Μου

Μάνα αν έρθουν οι φίλοι μου
κι αν έρθουν γη εδικοί μας.
Να μη τους πείς τι απόθανα
και τους βαριοκαρδίσεις.

Στρώσε τους τάβλα να γευτούν,
κλίνη να κοιμηθούνε.
Και σαν ξυπνήσουν το πρωί
και σ' αποχαιρετούνε,
πες τους το πως απόθανα.

Καράβι-Καραβάκι

Καράβι-καραβάκι
πού πας γιαλό-γιαλό
έβγα να σε δω

Καραβάκι π' αρμενίζεις
την καρδούλα μου ραγίζεις
την καρδιά μου τη ραγίζεις
καραβάκι όταν σφυρίζεις

Κι εγώ με το μαντίλι
σε αποχαιρετώ
κλαίω και πονώ

Το γιαλό-γιαλό πηγαίνω
και τη θάλασσα αγναντεύω
ο καλός μου ταξιδεύει
κι ο καημός μου με παιδεύει

Πάρε κι εμέ μαζί σου
κι άντε στο καλό
άντε στο καλό

Καραβάκι μην αργήσεις
απ' τα ξένα να γυρίσεις
να 'ναι η Παναγιά κοντά σου
και γαλήνη στα νερά σου

    Λυγαριά

Κόρη καραβοκύρη
κι όμορφη κοπελιά
κορμί κυπαρισσένιο
λυγά σα λυγαριά

Λυγαριά - λυγαριά
εσένα έχω στη καρδιά
λυγαριά - λυγαριά
θα σε κλέψω μια βραδιά

Σαιτεμένο μ' έχεις
πληγή δε φαίνεται
και άλλος από σένα
γιατρός δε γίνεται

Το φεγγαράκι ρώτα
και τ' άστρα να σου πουν
τα μάτια μου πως κλαίνε
όταν σε θυμηθούν

Λουλουδάκι Μου Γαλάζο

'Ασπρο τριαντάφυλλο κρατώ
μωρ' γιαννιωτοπούλα μου
Όλοι μου λένε να το βάψω
λουλουδάκι μου γαλάζο
σε φιλώ κι αναστενάζω

Κι αν το πετύχω στη βαφή
μωρ' γιαννιωτοπούλα μου
Ορέ πολλές καρδιές θα κάψω
λουλουδάκι μου γαλάζο
σε φιλώ κι αναστενάζω

Θα κάψω νιες θα κάψω νιους
μωρ' γιαννιωτοπούλα μου
Ορέ θα κάψω παλικάρια
λουλουδάκι μου γαλάζο
σε φιλώ κι αναστενάζω

    Κόκκιν' Αχείλι

Κόκκιν' αχείλι φίλησα
κι έβαψε το δικό μου
και στο μαντήλι το 'συρα
Κι έβαψε το μαντήλι
κόκκιν' αχείλι

Και στο ποτάμι το 'πλυνα
και βάψαν' τα νερά του
κι έβαψε η άκρη του γιαλού
κι η μέση του πελάγου
κόκκιν' αχείλι

Κατέβη αετός να πιει νερό
Κι έβαψαν τα φτερά του
κι έβαψε ο ήλιος ο μισός
και το φεγγάρι ακέριο
Κόκκιν' αχείλι φίλησα
κόκκιν' αχείλι...

         Ικαριώτικο

Χρόνια και χρόνια τώρα
τριγυρνώ σαν πουλί περιπλανώμενο
μες την ξενυχτιά μες τη μοναξιά
που δεν την αντέχω άλλο πια
γιατί νοσταλγώ γιατί λαχταρώ
την αγάπη μου και το χωριό

Και η αγάπη μου στην Ικαριά
έχει μαύρο πόνο στην καρδιά
δίχως συντροφιά δίχως αγκαλιά
δίχως τα γλυκά μου τα φιλιά
κι αφού μ' αγαπά κι αφού με πονά
είναι κρίμα να 'ναι μοναχιά

θα πάρω θέλω την απόφασή
και θα πάω στ' όμορφο νησί
θέλω να της πω πως την αγαπώ
και μια μέρα θα την παντρευτώ
μες την Ικαριά μια γλυκιά βράδιά
θα το κάψουμε με τα βιολιά

και θα χορέψουμε μαζί κι οι δυό
τον σκοπό τον Ικαριωτικό
θα γλεντήσουμε, θα μεθύσουμε
τους καημούς θα λησμονήσουμε
μες την Ικαριά και σαν τα πουλιά
θα 'χουμε κι οι δυο ζεστή φωλιά

    Θαλασσάκι Μου

Θάλασσα, θάλασσα τους
θαλασσινούς θαλασσάκι μου
μη τους θαλασσοδέρνεις,
θαλασσώνουμε για σένα
ξημερώνουμαι.

Ροδόσταμο, ροδόσταμο να γίνεσαι
ωχ κι αμάν αμάν,
τη ρότα τους να ραίνεις
θαλασσάκι μου και φέρε
το πουλάκι μου.

Θάλασσα κι αλμυρό νερό
να σε ξεχάσω δεν μπορώ.

Θάλασσα, θάλασσα που τον
έπνιξες ωχ κι αμάν αμάν
της κοπελιάς τον άντρα,
θαλασσάκι μου και φέρε
το πουλάκι μου.

Κι η κοπελιά κι η κοπελιά
είναι μικρή θαλασσάκι μου
και δεν της παν τα μαύρα
θαλασσάκι μου και φέρε
το πουλάκι μου.

        Ερωτικό

Σα δε θυμάσαι τα παλιά
μονάχ' αυτό θυμήσου
που εξύπνουγα στσ' αγκάλες σου
και μού 'λεγες κοιμήσου.

Απ' όλη τη φτηνή ζωή
θυμούμαι με φαρμάκι
του δειλινού μιαν αντηλιά
σ' ένα γυμνό κορμάκι.

Να ζήσεις μόνο μιαν αυγή
τόση ζωή σε φτάνει
ρόδο π' ανθεί πολύ καιρό
τη μυρωδιά του χάνει

Ο Χορός Του Ζαλόγγου

Έχε γεια καημένε κόσμε
έχε γεια γλυκιά ζωή

Έχετε γεια βρυσούλες
λόγγοι βουνά ραχούλες
έχετε γεια βρυσούλες
κι εσείς Σουλιωτοπούλες

Στη στεριά δε ζει το ψάρι
ούτε ανθός στην αμμουδιά
Κι οι Σουλιώτισσες δε ζούνε
δίχως την ελευτεριά

Έχεις Το Χρώμα Της Αυγής

Ο ήλιος εβασίλεψε
η μέρα σκοτεινιάζει
και το δικό σου πρόσωπο
σα το φεγγάρι μοιάζει

Έχεις το χρώμα της αυγής
και σα νεράιδα μοιάζεις
με τα γλυκά τα μάτια σου
το φως μου σκοτεινιάζεις

Από τη γη βγαίνει νερό
κι απ' την ελιά το λάδι
κι από τα μαγουλάκια σου
το ροδοκοκκινάδι

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers